Δευτέρα 20 Απριλίου 2026

Η ανορθογραφία ως τέχνη

 Παίρνω ένα κουτί γάζες από το ντουλάπι του μπάνιου, και προσπαθώντας να το ανοίξω από την ειδική ταινία που δεν ανοίγει με τίποτε, διαβάζω μηχανικά  τις επιγραφές, αγγλικά και ελληνικά:

Αποστειρωμένες υδρόφυλλες γάζες…

για λίγα λεπτά προσπαθώ να καταλάβω, τι εννοεί υδρόφυλλες; από φύλλα; από υγρά φύλλων; κι ύστερα ανάβει το λαμπάκι στο μυαλό μου, υδρόφιλες είναι οι γάζες, απορροφούν νερό δηλαδή! Ε, πού να ξέρει ο άνθρωπος να ξεχωρίσει τα φύλλα από το φιλώ, μεγάλη σύγχυση. Η γάζα που φιλεί το ύδωρ. Περίπλοκο. Τραβηγμένο. 

Αχ, οι μικρές χαρές της ζωής! Να καταλαβαίνεις μικρές ακατανόητες φράσεις πάνω στα κουτιά των φαρμάκων!

Από την άλλη, έχουμε κάνει την ανορθογραφία τέχνη σ’ αυτή τη σπάνια γλώσσα.

Σάββατο 18 Απριλίου 2026

Η τραγωδία των Περσών

Όμορφοι νέοι εμφανίζονται συνέχεια καθώς σκρολαρω στο Facebook, πορτρέτα ωραίων κοριτσιών, ωραίων αγοριών, Ιρανών, κι οι λεζάντες τους λένε ότι είναι φυλακή, ότι κινδυνεύουν με εκτέλεση, ότι τους σκότωσαν ήδη. Λες και βάλθηκαν να αραιώσουν τη νεολαία της χώρας τους οι μουλάδες, και για δες είναι αυτά τα κορίτσια, τα πιο πολλά, βαμμένα, στολισμένα, γελαστά, σε ανέμελες στιγμές φωτογραφημένα. Αυτή η ανεμελιά, το βάψιμο, τα ελεύθερα μαλλιά θα ήταν καθοριστικός παράγων να συλληφθούν, βέβαια έκαναν το επιπλέον έγκλημα να τρέχουν σε διαδηλώσεις τον Ιανουάριο. Δείξτε τη στήριξη σας, μας προτρέπουν οι λεζάντες. Πώς να δείξουμε στήριξη; Εμοτικον με δάκρυα. Τι άλλο; Πόσος πόνος, πόση απελπισία, πόση φρίκη ακόμα. Να θυμάστε το όνομα τους, προτρέπουν οι λεζάντες. Ωραία παιδιά, πρόκληση αθεράπευτη της νιότης. Πώς να σας θυμόμαστε καλές μου; Υπάρχει τρόπος;

Δευτέρα 13 Απριλίου 2026

Εορτή ανεύρετος


To Πάσχα κάτι με πιάνει, κάτι σαν θρησκευτική κρίση, ένα είδος αδήριτης ανάγκης να συμμετέχω σε τελετουργίες, μα Επιτάφιο, μα Ανάσταση, ακόμα και τροπάρια της Κασσιανής ή οτιδήποτε. Παλιά ανάγκη, κάποτε με την κολλητή μου είχαμε μείνει σπίτι, σε μια εκδρομή στο πατρικό της, κι είχαμε μόνες μας τραγουδήσει (ή μάλλον ψάλλει) τα εγκώμια του Επιταφίου μέχρι να μη μας μείνει ανάσα. Το θυμάμαι σαν και τώρα, καθισμένες στο παλιακό της σαλονάκι, γεμάτο χαλιά, πάντες και ριχτάρια, να προσπαθώ να αισθανθώ κάτι από τη συγκίνηση που με πλημμύριζε μικρή, όταν με έπαιρνε από το χέρι ο παππούς μου στο Αγρίνιο και με έτρεχε σε όλες τις λειτουργίες της Μεγάλης βδομάδας, να αναπληρώσει το μέγα κενό της θρησκευτικής μου εκπαίδευσης. Πράγμα που κατάφερε, αν κρίνω από την αδήριτη ανάγκη που είχα επί χρόνια για λίγο εκκλησία, λίγο τροπάριο, λίγο τελετή, κάτι τέλος πάντων. Θυμάμαι μια φορά που ήμασταν με μεγάλη παρέα στη Φλωρεντία κι ήταν το Πάσχα μας μαζί με των Καθολικών, είχα πάρει τους δρόμους ολομόναχη να βρω κατιτίς σε Επιτάφιο κι είχα, με μεγάλη απογοήτευση βέβαια, παρακολουθήσει μια καθολική λειτουργία, που μου είχε φανεί πολύ λιτή σε σχέση με τα δικά μας.

Τώρα πια δεν το παθαίνω, πήγα και ξαναπήγα σε εκκλησάκια και μητροπόλεις, αλλά εκείνη τη μαγεία των τελετών με τον παππού, το πήρα πλέον απόφαση, δεν θα τη ξαναβρώ πουθενά. Τώρα προσπαθώ μόνο να καταλάβω την ανάγκη των αρχαίων ανθρώπων να πιστεύουν σε κάτι σαν ανάσταση που συνέβαινε βέβαια στη φύση, το πώς κατάφεραν να τη μεταθέσουν από τη φύση σε θεούς, το πώς το συνδύασαν με τη θυσία, και το πώς μετέφεραν κάποια στιγμή όλη αυτή την ιδέα- πράξη (ή δράση, που είναι τώρα η λέξη της μόδας) από τις αρχαιότερες θρησκείες στο Χριστιανισμό. Δεν έχω διαβάσει αρκετά για τις μεταβάσεις αυτές, αποσπασματικά μόνο, αλλά έστω κι έτσι οι πενιχρές μου γνώσεις εμφανίζονται μαζεμένες με μια βόλτα στο πάρκο όπου οργιάζουν οι φρέσκες μολόχες και δίπλα στις ήδη μαραμένες μιμόζες ανθίζουν οι κουτσουπιές. Άνοιξη, ανάσταση, ζεστούλα, και πόσο θα ήθελα να συμμετέχω σε κάτι συλλογικό όπως ένα καζάνι ρεβυθόρυζο σε αυλή ξωκκλησιού, αλλά η μοντέρνα μου ζωή δεν έχει τέτοια. Περιορίζομαι λοιπόν στο βάψιμο αυγών και την κατασκευή μαγειρίτσας σε στενό οικογενειακό κύκλο με το Τρίτο Πρόγραμμα να παίζει νυχθημερόν θρήνους της Παρθένου και της Μαρίας Μαγδαληνής. Αυτές οι δυο δεν είναι μεταμορφώσεις των Παρθένων και των Πορνών της αρχαιότερης θρησκείας; Πάντα υπήρχαν παρθένες και πόρνες, από την αιγυπτιακή θεολογία ακόμα. Η παρθενία θα πρέπει να προσέφερε αυτονομία στις γυναίκες, το να μην ανήκουν σε κανέναν. Αθηνά, Άρτεμη, Εστία, παρθένες και δυνατές. Αλλά και θεές σαν την Αφροδίτη δεν ήταν ακαταμάχητες; Ναι, ως Πάνδημη η Αφροδίτη δεν ανήκε τελικά παρά στον εαυτό της, αλλά και ως Ουρανία το ίδιο. Αργότερα οι παρθένες έγιναν απλώς υποδείγματα εγκρατούς ζωής των γυναικών και οι πόρνες εργαλειοποιήθηκαν (άλλη λέξη της μόδας) ως αμαρτωλές που μετανοούν και τιμωρούνται, ή συγχωρούνται.

Και η θυσία; Σίγουρα το αρνάκι της προσφοράς στους παλιούς θεούς, δηλαδή στην κοινότητα, αφού όλοι μαζί το έτρωγαν, οι θεοί αρκούνταν στην τσίκνα (γι αυτό και είχαν όλοι τους κορμάρες) ήταν θυσία, έστω κι αν υπήρχε ορθολογισμός στην επιλογή της εποχής και του φύλου. Κάποια μικρά αρνιά σφάζονταν για να μείνει το γάλα της μάνας τους, να μην μεγαλώνουν πολλά αρσενικά, κλπ. Αλλά μπορεί και να είχαν πάρει τη θέση ανθρώπων, να γίνονταν ανθρωποθυσίες κάποτε, -που σίγουρα γίνονταν- και η ιερότητα της τελετής να παρέμεινε και να πέρασε στο Χριστιανισμό με διάφορους συμβολισμούς. Οι πρώτοι επίσημοι ρυθμιστές της χριστιανικής θρησκείας ως επίσημης και κρατικής θα πρέπει να είχαν πολλή φαντασία και τόλμη για να καταφέρουν να προσαρμόσουν συνήθειες και εμμονές της αρχαιότερης θρησκείας στη νέα. Μια εκδρομή σε μέρη όπως το Δαφνί ή η Καισαριανή με τα ολοφάνερα αρχαία απομεινάρια στα βυζαντινά μοναστήρια μπορεί να σε βάλει σε σκέψεις, ή ακόμα και μια βόλτα στην Πλάκα, όπου μπροστά από την αυλή της Αγίας Αικατερίνης φαίνονται τα ερείπια του ναού της Άρτεμης.

Ευλάβεια και κατάνυξη πάντως εν Αθήναις διευκολύνονται πολύ με την  ωραία ησυχία που βασιλεύει καθώς φεύγουν οι εκδρομείς του Πάσχα.


Σάββατο 11 Απριλίου 2026

Χορωδία στον Α Παγκόσμιο

Με συγκίνησε πολύ η ταινία The Choral με τον Ρέιφ Φάινς στο Netflix. Σε μια μικρή βιομηχανική πόλη της Βρετανίας προσπαθεί η τοπική χορωδία να ανεβάσει ένα έργο την εποχή του Α Παγκοσμίου Πολέμου και διαρκώς αποψιλώνεται από άντρες, καθώς τοὺς καλούν στο στρατό, στον πόλεμο, στα χαρακώματα. Πόσο ασφυκτική εκείνη η ατμόσφαιρα υποχρεωτικού πατριωτισμού, όπου οι αντιρρησίες συνείδησης φυλακίζονταν, οι ειρηνιστές θεωρούνταν προδότες και το αποτέλεσμα ήταν το μέγα σφαγείο του 14- 18. Προχώρησαν πολύ έκτοτε οι ευρωπαϊκές χώρες, πήραν τουλάχιστον το μάθημα τους, κατάργησαν την υποχρεωτική θητεία, προσπαθούν ακόμα να ενωθούν. Ναι εμείς εδώ είμαστε λίγο πίσω, ακόμα εγκλωβισμένοι στον ψυχαναγκασμό των υπερπατριωτών. Των δήθεν υπερπατριωτών. Σε εισαγωγικά.

Τέλος πάντων. Ειρήνη υμιν! Καλό Πάσχα

Πέμπτη 26 Μαρτίου 2026

Εθισμένη στη χαρά

Το παιχνίδι της χαράς

Κάπου πήρε το μάτι μου σκρολάροντας τη φράση «έχετε εξάρτηση από τη ντοπαμίνη, αναζητάτε διαρκώς μικρές απολαύσεις»  φράση που γρήγορα εξαφανίστηκε κάτω από άλλες σοφίες, αλλά πρόλαβα να σκεφτώ, Μάλιστα, εγώ είμαι αυτή, αναζητώ διαρκώς μικρές χαρές, ή μεγαλύτερες, ό,τι βρω, ό,τι ξεκλέψω. Δεν είχα καταλάβει ότι θεωρείται  κάτι σαν αρρώστια, μάλιστα το καλλιεργώ παιδιόθεν, κατά καιρούς συστηματικά. Στα παιδικά μου χρόνια ξυπνούσα και μετρούσα τις απολαύσεις που θα μου έδινε η μέρα, ( όσο θυμάμαι καμία στιγμή δεν ήταν τελικά πιο ηδονική από αυτό το ίδιο το μέτρημα). Δεν είχα καν διαβάσει το «Παιχνίδι της χαράς» την περίφημη Πολυάννα, που οργάνωσε καλύτερα τη στάση ζωής απέναντι στις δυσκολίες της σχολικής ηλικίας και όχι μόνο.

Αλλά μήπως αυτή η συνήθεια δείχνει ψυχολογία ακριβώς αντίθετη, δηλαδή τάση για μελαγχολία; Τι σόι παιδί είναι αυτό που δεν πετάγεται αμέσως από το κρεβάτι να παίξει, ή να τρέξει στο κρεβάτι των γονιών, ή να πιει το γάλα του (το σιχαινόμουν) αν όχι κάποιο που χρειάζεται ψυχολογική ενθάρρυνση και προσπαθεί να την παράσχει το ίδιο στον εαυτό του; Τώρα που οι ανθρώπινοι νέοι τύποι κατηγοριοποιούνται κατά τις συνήθειες τους, δεν ξέρω αν θα έπιανα αξιοπρεπή κατηγορία.

Δεν μπορώ να εντοπίσω ακριβώς σε ποια στιγμή της παιδικής μου ηλικίας η χαρά έγινε δύσκολη και η καθημερινότητα περίπλοκη, αλλά σίγουρα είχα συνείδηση του πράγματος όταν έπεσε στα χέρια μου η περί ου ο λόγος Πολυάννα της Έληνορ Πόρτερ και αποφάσισα, χωρίς να το διατυμπανίσω, να ακολουθήσω τη συνταγή της πιστά και οργανωμένα. Ήξερα πολύ καλά ότι η ηρωίδα εθεωρείτο χαζοχαρούμενη από κάθε σοβαρό αγόρι του περίγυρου, τα αγόρια μάλιστα ήταν αντίθετα κατά κανόνα στις εκδηλώσεις χαράς εκτός αν επρόκειτο για σαρκασμό ή αθλητική επιτυχία,  γι αυτό δεν ομολόγησα την απόφαση παρά  δεκαετίες μετά, σε φάση συμφιλίωσης με την προσωπική μου ιστορία.

Τι έκανε η Πολυάννα; Έβρισκε κάθε μέρα και κάθε ώρα και στιγμή της ζωής της, κάποιο λόγο να χαρεί ακόμα και όταν περνούσε μεγάλα ζόρια. Μυστικά λοιπόν εξάσκησα κι εγώ την αναζήτηση αυτή, και δεν την εγκατέλειψα ποτέ, ειδικά όταν ήταν  ζόρικη σε μοναχικές περιόδους. Γιατί η χαρά θέλει βλέμμα, ιδίως στην εποχή της νεότητας. Κάποιος να σε κοιτά, κατά προτίμησιν η κοινωνία ολόκληρη. Να αισθάνεσαι ότι σε αναγνωρίζει, σε αγαπά, αν όχι όλος ο κόσμος, τουλάχιστον μια ομάδα, όσο μεγαλύτερη τόσο καλύτερη. Το κοινωνικό ζώο που λέγεται άνθρωπος χαίρεται μέσα από το βλέμμα των άλλων. Θέλει φίλους, θέλει αποδοχή, κι όταν λείπουν αυτά δύσκολα βρίσκεις υποκατάστατα, όση εξάσκηση κι αν κάνεις στη μέθοδο Πολυάννας.

Μιλώ πλέον σαν άνθρωπος με αυτογνωσία που ίσως είναι εθισμένος στη ντοπαμίνη ή σε κάτι παρεμφερές, γιατί ακόμα και σε φάσεις αφόρητης κοινωνικής απόρριψης δεν παραιτήθηκε από το δόγμα της μικρούλας και γλυκούλας αμερικανιδούλας που έλεγε, δεν μπορεί, ψάξε, κάτι θα υπάρχει. Με τον καιρό η εμμονή αυτή, ή εξάρτηση, ή στάση ζωής, ή συνήθεια, έγινε δεύτερη φύση, μπορεί και πρώτη. Αν και η πρώτη, υποψιάζομαι, είναι πάντα η μελαγχολία που απειλούσε και απειλεί κάθε ξημέρωμα την ενέργεια και το κέφι που απαιτεί η ζωή.

Χρειάζεται πάντα η χαρά αποδοχή; Δεν χαιρόμαστε μόνοι μας ωραίους περιπάτους, βουτιές στη θάλασσα, ταξίδια, θεάματα, βιβλία, ανακαλύψεις, γνώσεις, σκέψεις δικές μας καινούργιες που συχνά τινάζονται σαν δελφίνια υπέροχες, σε ανύποπτο χρόνο; Ναι, κάτι γίνεται και με αυτά, αλλά στο βάθος υπάρχει η ελπίδα να τα μοιραστείς, να τα διηγηθείς, να τα εκτιμήσουν, ή να σε ζηλέψουν και να θελήσουν να σε μιμηθούν. Στη μοναχική φάση η χαρά  προοιωνίζεται τον εαυτό της με την προσδοκία  μελλοντικής δικαίωσης. Θα σε ανακαλύψουν, θα σε αναγνωρίσουν, θα σε αγαπήσουν, ή θα σε κληρονομήσουν, θα συσσωρεύσεις τον πλούτο κάπου όπου θα τον θαυμάσουν κάποια στιγμή. Δεν γίνεται αλλιώς.

Είναι μέγας συμβιβασμός με την πραγματικότητα το παιχνίδι της χαράς. Βολεύεσαι με ό,τι βρεις, αν δεν καταφέρεις να δημιουργήσεις, ή να αλλάξεις όσα θέλουν αλλαγή με πετυχημένες επαναστάσεις. Γλιστράς από το αυστηρό βλέμμα της νιότης στο επιεικές της ωριμότητας, παραιτείσαι, συμβιβάζεσαι, σου γίνεται έξη το χαμόγελο, χάνεις τη σοβαρότητα σου. Ζήλευα κάποτε αυτούς που παραμένουν σοβαροί και απολαμβάνουν τις επιτυχίες τους σιωπηλά τις νύχτες σπίτι τους. Αλλά είναι αργά να αλλάξω, ίσως από μικρή αν δεν ξεκινούσα το παιχνίδι της χαράς πουρνό πουρνό, αν έκανα υπομονή να το αναμασήσω το βράδυ, να τα είχα καταφέρει καλύτερα. Τώρα ακόμα και με τέτοιους απολογισμούς βάζω τα γέλια. Χαρά; Ελπίζω κάτι τέτοιο.





Σάββατο 21 Μαρτίου 2026

Τιμή σ’ εκείνους

 Κουράγιο σ εκείνους όπου στη ζωή των 

Χρειάζεται να περπατούν σε τέτοια πεζοδρόμια 

Ποτε από την Αθήνα μη κινούντες 

Πίστεψαν ότι θα τους ακολουθεί η πόλις 

Δεν έριξαν πίσω τους τη μαύρη πέτρα 

Κι ας μην τους είχαν χτίσει γύρω τείχη



Στολές για την παρέλαση

Όμορφες που ήταν οι τρεις αδερφές με τις βαρύτιμες στολές τους την ημέρα της επετείου. Δεκαετία του 40, οι Γερμανοί είχαν φύγει και ο εμφύλιος ερχόταν, αλλά εκείνες αέρισαν τις παλιές στολές να φύγει η μυρωδιά της ναφθαλίνης και τις φόρεσαν για την παρέλαση της 25ης Μαρτίου και σίγουρα θα πίστεψαν για λίγο χαμογελώντας στους καθρέφτες και στους φακούς των φωτογράφων ότι όλα θα πάνε καλά, τόσο ωραίες και λυγερές που ήταν, με τέτοια ρούχα κρυμμένα στα σεντούκια, με την Κατοχή πίσω τους πια, με τα νιάτα τους αστραφτερά και ζηλευτά, με τη δόξα παρελθόντος και μέλλοντος χρυσοκέντημα απλώς για τα δικά τους νιάτα.



Ημέρες ποίησης


 Εδώ και χρόνια δεν διαβάζω ποιήματα, πορεύομαι με όσα έμαθα μικρή, έτσι μια μέρα που έπρεπε να κάνω μάθημα ελληνικής γλώσσας, έβαλα στο γιουτιουμπ το "Περιγιάλι το κρυφό" (Άρνηση, του Σεφέρη) το ακούσαμε, και μετά το γράψαμε στον πίνακα και κάναμε γραμματική και ανάλυση, και αίφνης, εκεί που ρωτούσα διάφορα και εξηγούσα, κατάλαβα για πρώτη φορά το νόημα του ποιήματος που τόσα χρόνια έχω τραγουδήσει άπειρες φορές. 

Μήνες αργότερα, σε άλλη τάξη, πάλι για την ευκολία μου, κάτι γνωστό κάτι διάσημο, πιάνω την Ιθάκη του Καβάφη. Ε, αυτό πια τι να μου αποκαλύψει, το έχουμε υπεραναλύσει. Κι όμως, το ίδιο ακριβώς συνέβη, μετά από μισή ώρα κατάλαβα κάτι στο ποίημα που δεν το είχα ποτέ πριν σκεφτεί. Και σου φέρνουν τόση χαρά αυτές οι ανακαλύψεις. Τόση ωραία έκπληξη.

Μέρα της ποίησης

 Το τραγουδάκι "Ήταν ένα μικρό καράβι", μεταφερμένο από τα γαλλικά,  δεν τελειώνει με τους στίχους:

"Κι ο κλήρος πέφτει στον πιο νέο που ήταν αταξίδευτος" και λοιπές παραλλαγές με αγόρια και κορίτσια. Συνεχίζεται, και λέει τα εξής:

"Και πριν τον πιάσουν να τον φάνε, τη θάλασσα παρακαλεί:

-Αχ θάλασσα μου και κυρά μου, βοήθησε με τώρα, το παιδί

Και τότε έγινε το θαύμα πούχουν να λένε όλοι οι ναυτικοί

Γιατί μονάχα τους τα ψάρια πηδούσαν στο κατάστρωμα

Τα πιάσαν και τα μαγειρέψαν και γλίτωσε ο ναύτης, το παιδί

κι αν σας αρέσει αυτή η ιστορια την ξαναλέμε απ' την αρχή" 

Ανακοίνωση για την Παγκόσμια ημέρα της Ποίησης

Πέμπτη 19 Μαρτίου 2026

Ο Gaudi στη Σαλαμίνα

 Ο Gaudi στη Σαλαμίνα.

Υπάρχει ένα σπίτι στην παραλία των Περιστεριών στη Σαλαμίνα που κάποτε θα μπει στον κατάλογο με τα αξιοθέατα του νησιού. Γύρω γύρω καλυμμένο με περίτεχνα πλαίσια από κορμούς μάλλον ελιάς που θυμίζουν την αρχιτεκτονική του Γκαουντί σε ναΐφ. Έχει και πύλη προς την αμμουδιά με πλακόστρωτο μονοπάτι. Πράσινα τζάμια στα ισόγεια παράθυρα. Θα το ονόμαζα Casa di Aceituna, ή Μαδέρα λιόξυλου, κάτι με ισπανικά πάντως.

Γενικα η Σαλαμίνα είναι παράδεισος της ελεύθερης αρχιτεκτονικής έκφρασης, μόνο που παλιότερα ήταν σε μικρότερη κλίμακα όλα. Τώρα κάπως ομογενοποιήθηκαν με την υπόλοιπη ελληνική ύπαιθρο. Αλλά βρίσκεις ακόμα μοναδικές συνθέσεις.



Τετάρτη 4 Μαρτίου 2026

Στιγμιότυπα μεγαλούπολης


Είμαι στο Λονδίνο, στο σούπερ μάρκετ της γειτονιάς με τον εγγονό μου που θέλει να αγοράσει τα πάντα, και προσπαθώ να τον συγκρατήσω. Έχουμε σπίτι φράουλες, του λέω, και όχι αυτά δεν είναι καλά, τέτοια, οπότε μας ακούει ένας Έλληνας και μας πλησιάζει.

-Αγόρι είναι; ρωτάει για το νήπιο. Λέω ναι.

-Να σας ζήσει!

-Ευχαριστώ !

Πάω να φύγω, αλλά έχει να μου πει κι άλλα.

-Η Αγγλία πέθανε, μου λέει με σκοτεινό ύφος. Πέθανε, ψόφησε, δεν υπάρχει!

Κοιτάζω γύρω μου τον κόσμο που ψωνίζει με πάθος.

-Εμένα μια χαρά μου φαίνεται, λέω χωρίς πολλή όρεξη για κουβέντα.

-Μα δεν βλέπετε; Έχει μαζέψει όλη τη σαβούρα της υφηλίου! Δεν υπάρχει Αγγλία πια!

Κάνω λίγα δευτερόλεπτα να καταλάβω τι εννοεί. Τη σαβούρα; Κοιτάζω τον κόσμο στο σούπερ μάρκετ, είναι κυρίως μετανάστες, όπως οι περισσότεροι κάτοικοι της περιοχής, σκούροι Ινδοί, Πακιστανοί, σκουρότεροι Αφρικανοί, σκουρόχρωμα ντυμένοι και ταλαιπωρημένοι.

Κι εμείς τι είμαστε; θέλω  να του πω, αλλά αποφασίζω ότι δεν θα συνεχίσω μπροστά στο εγγονάκι μου την κουβέντα. Εμείς δεν είμαστε μετανάστες, εμείς δεν είμαστε σαβούρα; Εμένα πάντως τα παιδιά μου εδώ μετανάστες είναι, αυτοί οι Ευρωπαίοι που για να τους διώξουν ψήφισαν Brexit κάτι τύποι σαν εσένα. Οι αντίστοιχοι Άγγλοι. Αλλά δεν τους έδιωξαν. Γιατί αυτή η σαβούρα είναι η δύναμη της Αγγλίας, όλη αυτή η εργατική δύναμη, όλη αυτή η ανθρώπινη ποικιλομορφία είναι ο πλούτος της. Και τι είναι αυτό που λες χωρίς καμία αιδώ σε άνθρωπο που δεν ξέρεις, μόνο επειδή τον άκουσες να μιλάει τη γλώσσα σου; Γιατί τα ελληνικά μου είναι εγγύηση ότι θα συμφωνήσω με το ρατσισμό σου;

Πιάνω το χεράκι του παιδιού και απομακρύνομαι, να χωθώ ανάμεσα στους ανθρώπους που εκείνο έχει συνηθίσει να ζει και που μπορεί να τους κοιτάζει χωρίς να ξεχωρίζει άσπρους, μαύρους, καφετί, κίτρινους, μαντιλοδεμένους, καπελωμένους, με ράσα, με μπουκλίτσες, με γένια, με κιπά, με φέσι, με περούκες, με σάρι, με ό,τι θέλεις τέλος πάντων. Στο νηπιαγωγείο του οι μισές γυναίκες φοράνε μαντίλα και μακρύ ράσο (λέγεται χιτζάμπ και όχι μπούρκα, μπούρκα δεν έχω δει ποτέ ούτε στην Ελλάδα που λένε ότι θα την απαγορεύσουν, ούτε στο Λονδίνο) μερικές σκέτη μαντίλα, οι περισσότερες δεν φοράνε τίποτε, υπάρχουν όμως μαύρες διαφόρων αποχρώσεων και Ασιάτισσες εξίσου. Έμαθε με αυτές να μεγαλώνει και να μιλάει τα αγγλικά του, τις λέει όλες κυρίες, όπως και τις περαστικές, όπως και τους περαστικούς, όλοι είναι κύριοι. Και είναι πράγματι, κύριοι: μας βοηθούν να ανέβουμε στο λεωφορείο με το καρότσι, να κατέβουμε, να το σταθεροποιήσουμε, να μπούμε και να βγούμε από τα βαγόνια του μετρό, να περάσουμε απέναντι το δρόμο. Κύριοι διαφόρων χρωμάτων μας σηκώνουν το καρότσι σε κυλιόμενες ή μη σκάλες, μας το κρατούν μέχρι να φτάσουμε, μας χαμογελούν φεύγοντας, ενθουσιασμένοι που μπόρεσαν να μας βοηθήσουν. Κύριοι και κυρίες σηκώνονται να μας δώσουν τη θέση τους μόλις μπούμε σε μέσο συγκοινωνίας. Εγώ μπορεί να δυσκολεύομαι με όλες αυτές τις μαντίλες, σίγουρα με χαλάει να τις βλέπω, το εγγόνι μου όμως δεν προσέχει τίποτε απ’ αυτά, κι έχει δίκιο. Οι άνθρωποι είναι κύριοι (έστω, κύ_ιοι, δυσκολευόμαστε ακόμα με το ρο) και κυ_ίες, διότι φέρονται σαν κύριοι και σαν κυρίες. Σαβούρα είσαι αν φέρεσαι σαν σαβούρα, ή φέρεσαι στους άλλους σα να είναι σαβούρα. Η σαβούρα είναι σαν τους Λαιστρυγόνες και τους Κύκλωπες, τη συναντάς αν την κουβαλάς εντός σου.

Το εγγόνι μου καταλαβαίνει ελληνικά, αλλά δεν ενδιαφέρθηκε να καταλάβει τον συγκεκριμένο κύ-ιο, ήταν και απολύτως δυσάρεστος, φύγαμε και τον αφήσαμε στο θρήνο του. Το να καλλιεργείς σε ένα παιδί προκαταλήψεις για οποιαδήποτε ανθρώπινη ομάδα είναι απολύτως τραυματικό, το ξέρω, το θυμάμαι. Χαίρομαι που μεγαλώνει στην πόλη αυτή, μέσα στην ανθρώπινη ποικιλομορφία της, που το παίρνουν αγκαλιά γυναίκες από όλο τον κόσμο. Κακιά σκουριά της προκατάληψης και του ρατσισμού δεν θα πιάσει επάνω του, σκέφτομαι και παρηγοριέμαι για την απόσταση που μας χωρίζει, για τη στέρηση της καθημερινότητας μαζί του, για την ξενιτιά. Δεν είναι πάντα κακούργα η ξενιτιά, η αλήθεια είναι.


Σπιτάκια στο Λαύριο

 Το Λαύριο υπήρξε μύθος και ιδέα, αφού εκεί ήταν τα μεταλλεία ασημιού θα μπορούσε να δώσει νέα πλούτη, σκέφτηκαν, έφτιαξαν την εταιρία, έπεσ...