Παρασκευή 16 Ιουνίου 2017

Το ένα άβατο φέρνει τ' άλλο



  Άβατο, εγώ ήξερα ως τώρα το Άγιο Όρος, για μας τις γυναίκες, που όπως και να το κάνεις, ιστορικά, την εποχή του Χριστούλη και  λοιπών θεοτήτων που έχουν διασωθεί ως τις μέρες μας, ήμασταν είδος καταπιεσμένο και εκ των πραγμάτων υποτιμημένο. Διότι έτσι είναι το ευγενές είδος άνθρωπος. Δεν αρκεί να καταπιέζει, πρέπει και να υποτιμά. Αλλιώς τον τύπτει η συνείδηση. Αν δεν είναι κατώτερος ο άλλος,  πώς να τον υποτιμήσω; Μήπως δεν πρέπει; Με  τέτοια εκλεπτυσμένα κάνουμε τη ζωή μας δύσκολη, ενώ αν ξέραμε  ότι όποιος είναι δυνατότερος καταπιέζει τον άλλον, ο δε άλλος ας κόψει το λαιμό του, θα ήταν όλα πιο απλά.  
Φαίνεται ότι το ένα άβατο φέρνει τ’ άλλο, διότι εκεί που στα νιάτα μου πίστευα ότι μέχρι να γεράσω θα είχε καταργηθεί το άβατο του Αγίου Όρους, και θα μπορούσα να το επισκεφτώ, τα πράγματα εξελίσσονται διαφορετικά. Η ιδέα του άβατου αντί να σοκάρει, αρέσει. Μετά το άβατο του Αγίου Όρους αποκτήσαμε το άβατο των Εξαρχείων, το οποίο ακόμα δεν είναι θεσμοθετημένο, δεν είναι σαφές σε ποιους απαγορεύεται να βαίνουν και να διαβαίνουν,  και τα λεωφορεία της γραμμής προτιμούν να κάνουν κύκλο,  να μην περνάνε από κει και πέσουν σε κάποιον που αποφασίζει επί τόπου τα δικαιώματα διάβασης και αναλόγως τα καίει, ή τα σπάει, ό,τι θελήσει εκείνος. Βρισκόμαστε στην περιοχή του άγραφου δικαίου, κάτι σαν την εποχή πριν τον κώδικα του Χαμουραμπί.
Μετά το άβατο των Εξαρχείων, νάσου και το άβατο του Μενιδίου. Αυτό δεν χρειάστηκε χρόνια για να κηρυχτεί, με μια λέξη το ονόμασε ο αρμόδιος για βαφτίσεις υπουργός. Οπότε,  ακόμα κι αν το Μενίδι και σχετικά περίχωρα δεν ήξεραν ότι είναι άβατο,  κι είχαν αυταπάτες και ψευδαισθήσεις ως προς τα δικαιώματα διάβασης και περιδιάβασης, τώρα ξέρουν. Ανήκουν κι αυτοί στην εποχή πριν τον κώδικα του Χαμουραμπί, οπότε, κατά την πολύ ρομαντική έκφραση, ‘παίρνουν το νόμο στα χέρια τους’ και θα τον γράψουν με την έμπνευση της στιγμής, με όπλα και αίμα, όχι με μελάνι και χαρτί βέβαια.
Το παράξενο με τα άβατα είναι ότι σου κόβεται η διάθεση να τα διαβείς. Άβατο το Μενίδι, τα Εξάρχεια, ο Άγιος Παντελεήμων; Μα ποιος θέλει να πάει σ’ αυτά τα μέρη; Εγώ προσωπικά, ούτε στο Άγιον όρος πια. Λιγότερη δουλειά για τους φύλακες των συνόρων. Μπορούν να κηρύξουν στάση εργασίας, άνετα, να πραγματοποιήσουν γενική συνέλευση.

Τετάρτη 14 Ιουνίου 2017

Ο ξεχασμένος Μεσσίας



Επισκέπτομαι το Γενί τζαμί όποτε ταξιδεύω στη Θεσσαλονίκη, πράγμα που γίνεται πιο σπάνια απ’ όσο θα’ θελα. Δεν είναι ο λόγος μόνο ότι είναι όμορφο και παράξενο, και ήσυχο, σχεδόν έρημο, ωστόσο ανοιχτό, γιατί ανήκει στο Δήμο τώρα πια και γίνονται εκεί εκθέσεις, είναι και κάτι άλλο. Κάτι προσωπικό που δυσκολεύομαι να ομολογήσω και στον εαυτό μου, η απορία που έχω, πώς έγινε κι ενώ έμενα στο διπλανό δρόμο την πρώτη μου χρονιά ως φοιτήτρια, και το είχα δει, το θυμάμαι, με είχε εντυπωσιάσει, γιατί δεν είχα ενδιαφερθεί περισσότερο; Ήταν το μόνο ολόκληρο τζαμί που φαινόταν τότε, τα άλλα, τα παλιά, το Αλατζά Ιμαρέτ, το Χαμζά μπέη, δεν φαίνονταν καθόλου, ήταν σκεπασμένα από βιτρίνες και ταμπέλες, ήταν σινεμά ή μαγαζιά. Αλλά δεν μας ένοιαζε, θα μου πεις και τώρα, ποιος ξέρει την ιστορία του κτιρίου αυτού, ακόμα και στην είσοδο που αξιώθηκαν να βάλουν μια ταμπελίτσα, γράφει ότι ήταν το τζαμί των ‘εξισλαμισθέντων εβραίων’ και τίποτε περισσότερο. Ούτε λέξη για τον Σαμπεθάι Ζέβι και τους οπαδούς του, αυτή την απίστευτη ιστορία του 17ου αιώνα, που κατέληξε να δημιουργήσει την κοινότητα των Ντονμένδων στη Θεσσαλονίκη.

Ποιος ήταν αυτός: Ο Σαμπεθάι Ζέβι ήταν εβραίος Ρωμανιώτης, δηλαδή από την πιο παλιά ελληνική κοινότητα, ήταν Σμυρνιός, το 1626 είχε γεννηθεί, και γύρω στα 22 του χρόνια άρχισε να διατείνεται πως είναι ο Μεσσίας. Του πήρε μερικά χρόνια ακόμα και πολλή περιπλάνηση στις πόλεις με μεγάλο εβραϊκό πληθυσμό, Θεσσαλονίκη, Αλεξάνδρεια, Αθήνα, Κάιρο, Γάζα, Ιερουσαλήμ, ώσπου να ανακηρυχτεί Μεσσίας στη Σμύρνη το 1665. Στο μεταξύ είχαν συμβεί διάφορα, τον είχαν κηρύξει αποσυνάγωγο σε πολλές πόλεις, όμως η επιρροή του μεγάλωνε. Τον είχαν πιστέψει Εβραίοι απ’ όλη την Ευρώπη, μεταξύ τους κι ένας φίλος του Σπινόζα, ο οποίος μίλησε γι αυτόν με θαυμασμό στον φιλόσοφο. Έξι χρόνια νεώτερος του ήταν ο Σπινόζα, άλλος μεγάλος αποσυνάγωγος, φανταστείτε, την ίδια εποχή που έδιωχναν τον έναν επειδή ουσιαστικά δεν δεχόταν την ουσία της θρησκείας σαν ορθολογιστής, ο άλλος διεκδικούσε τη θέση του Μεσσία.
Πώς είναι η προσωπικότητα κάποιου που καταφέρνει να πείθει τους ανθρώπους ότι είναι ο σταλμένος από το θεό σωτήρας τους; Τι είναι αυτό που θέλγει, που εμπνέει, και που δεν χάνεται με τη μαζικότητα; Μπορείς να γίνεις δημοφιλής απλώς μοιράζοντας γλυκίσματα στα παιδιά της γειτονιάς, όπως έκανε σε κάποια φάση ο Σαμπεθάι Ζέβι, ή είναι απλώς απαραίτητη συμπεριφορά, αυτή, συμπληρωματική της προσωπικότητας;  Ο ίδιος τι πιστεύει για τον εαυτό του, πόσο βαθιά φτάνει το είδος τρέλας που τον κινεί; Πάντως ο Σαμπεθάι συνέχισε την άνοδο του, καταργώντας νηστείες της παράδοσης και βάζοντας στη θέση τους νηστείες την ημέρα των γενεθλίων του, μεταξύ άλλων. Κάποια στιγμή αναζήτησε και παντρεύτηκε τη Σάρα, μια πόρνη πολύπλαγκτη, διότι μια από τις προφητείες του ερχομού του Μεσσία έλεγε ότι θα παντρευόταν πόρνη. Έκανε διάφορα καββαλιστικά κόλπα, συμβολικές κινήσεις μεγάλης αποτελεσματικότητας, είχε δυνατή φωνή, τραγουδούσε ισπανικά ερωτικά τραγούδια στα οποία έδινε θεολογική ερμηνεία. Κι η φήμη του μεγάλωνε, οι Εβραίοι ολόκληρης της Ευρώπης, ταλαιπωρημένοι από τις διώξεις και τα πογκρόμ, τον πίστευαν και τον ακολουθούσαν μαζικά.
Κάποια στιγμή, ανήσυχος ο βεζίρης για την επιρροή του, έδωσε εντολή να τον συλλάβουν με το που έφτασε στην Κωνσταντινούπολη. Τον φυλάκισαν στην Άβυδο, αλλά είχε τόσους πλούσιους φίλους και επιρροή που έρχονταν κι εκεί να τον επισκεφτούν, η φυλακή ήταν άνετη και η φυλάκιση του τον έκανε να φαίνεται ακόμα πιο σπουδαίος. Τελικά ο σουλτάνος του έβαλε ξεκάθαρο δίλημμα, ή θα βαφτιζόταν μουσουλμάνος ή θα τον εκτελούσε, εκτός αν προτιμούσε τη δοκιμασία με τα τόξα, όπου θα τον σημάδευε ένας λόχος κι αν γλίτωνε τις σαΐτες, θα αποδεικνυόταν ότι ήταν όντως θεός. Προτίμησε να γίνει μουσουλμάνος. Οι περισσότεροι οπαδοί του τον εγκατέλειψαν πικραμένοι και μετανοούντες . Τον ακολούθησαν 300 οικογένειες της Θεσσαλονίκης. Αυτοί που ονομάστηκαν Ντονμέδες, από το ρήμα ντονμεκ, γυρίζω, στρέφομαι.(Ναι, και το ντονέρ από κει βγαίνει. Για την ακρίβεια είναι dönmek)
Είναι οι απόγονοι τους που έχτισαν το Γενί τζαμί στη Θεσσαλονίκη δυο αιώνες αργότερα.  Τα σχέδια ήταν του Ιταλού αρχιτέκτονα Βιταλιάνο Ποζέλι, ο οποίος είχε σχεδιάσει και τη βίλα Αλατίνι, και το Διοικητήριο, και τη Συναγωγή Μπετ Σαούλ που ανατινάχτηκε στον πόλεμο, και την Καθολική και την Αρμένικη εκκλησία. Χτίστηκε το 1902, δέκα χρόνια πριν η Θεσσαλονίκη περάσει στο ελληνικό κράτος και είκοσι χρόνια πριν οι Ντονμέδες ανταλλαχτούν ως μουσουλμάνοι. Αν προσέξετε το αέτωμα, υπάρχει ένα αστέρι του Δαβίδ σχεδιασμένο μέσα στα αραβουργήματα, αναφορά στην παλιά πίστη των Ντονμέδων. Τι είχαν στο μυαλό τους αυτοί οι άνθρωποι όταν προσεύχονταν δεν μπορούμε εύκολα να το συλλάβουμε. Προσκυνούσαν τον Αλλάχ μέσω του Σαμπεθάι; Είχαν ξεχάσει τον Σαμπεθάι και την προσδοκία του Μεσσία; Ποιος ξέρει. Ίσως να υπάρχει θρησκειολογική μελέτη σχετικά, ή να μπορεί να γίνει εν μέσω των σημερινών απογόνων τους στην Τουρκία, συγκεκριμένα στην Κωνσταντινούπολη όπου εγκαταστάθηκαν οι περισσότεροι.
Εμένα με νοιάζει πιο πολύ η μοίρα του τζαμιού που απέμεινε πίσω στην πόλη. Με νοιάζει η δική μου απάθεια, που το κοιτούσα και δεν το έβλεπα, η διαπίστωση ότι τίποτε δεν μπορεί να δει κανείς αν δεν ξέρει τι βλέπει. Γι αυτό, για να διορθώσω αυτή τη νεανική αφασία, πηγαίνω ξανά και ξανά στο Γενί τζαμί, μπαίνω μέσα και τριγυρίζω στον κήπο του. Αυτή τη φορά τον βρήκα γεμάτο χελωνάκια, φοβήθηκα μην πατήσω κανένα. Τριγυρίζανε παντού, ανάμεσα στις σαρκοφάγους και τις επιτύμβιες πλάκες που έχουν μείνει εκεί από την εποχή που το τζαμί είχε γίνει Αρχαιολογικό Μουσείο. Υπάρχει ακόμα η επιγραφή στην πρόσοψη. Μέσα είναι ήσυχα, υπάρχει κάποια έκθεση εικαστική συνήθως, μπαίνω και θαυμάζω  την ατμόσφαιρα ευλάβειας που πετυχαίνει ο αρχιτέκτονας σε σχετικά μικρό χώρο. Έξω έχουν απομείνει πολλές ελληνικές επιτύμβιες στήλες από τη φάση που το τζαμί ήταν μουσείο. Σε μια γωνιά είναι σωριασμένα και μερικά κομμάτια από εβραϊκές και τουρκικές με οθωμανική γραφή. Με δυο βήματα στο κηπάκι έχεις την περίληψη του παρελθόντος της πόλης που δειλά, λάθρα επιβιώνει και καλεί σε έρευνες.
Σε μια γωνιά της αυλής εβραϊκή και αραβική γραφή σε δυο πλάκες
Την ιστορία τη διάβασα στο βιβλίο του Μαζάουερ, απ’ αυτόν μάθαμε για τη Θεσσαλονίκη. Το αγγλικό λήμμα της Wikipedia έχει εξαιρετικές λεπτομέρειες για τον Σαμπεθάι Ζέβι και τους πιστούς του. Στο Γιουτιούμπ, όπου αναζήτησα τα ισπανικά τραγούδια, μου έβγαλε διάφορα σατανιστικά και τέτοια. Κάποια στιγμή, πριν χρόνια, το είχα πετύχει κάπου στο διαδίκτυο, ένα γνωστό τραγούδι που λέει για μια κοπέλα στο παράθυρο της, το οποίο το είχε λέει τραγουδήσει στους συγκεντρωμένους στη Σμύρνη πιστούς. Αν ήμουν εκεί και μου άρεσε η φωνή του, μάλλον θα τον είχα κι εγώ πιστέψει. Ποιος μπορεί ν’ αντισταθεί σε ερωτικό τραγούδι, και μάλιστα ισπανικό; 


Παρασκευή 9 Ιουνίου 2017

Μμμμ, πολύ ενδιαφέρουσα πόλη!


Ένα μεγάλο σκυλί τραβάει από το λουρί το αφεντικό του, μια μικρόσωμη γυναίκα που δεν τα βγάζει πέρα. Αναγκαστικά το περιμένει να πλησιάσει  το κλειστό παράθυρο ενός ημιυπόγειου χώρου. Ένα βυθισμένο διαμέρισμα ανθρώπων ανοίγεται στη μύτη του, αδύνατον να ξεκολλήσει. Κατάκλειστο το παντζούρι ενός αληθινού παραθύρου, απ’ όπου ο ένοικος θα παίρνει υποτίθεται αέρα ατενίζοντας τα πόδια των περαστικών, μοιάζει ακατοίκητο, αλλά το σκυλί έχει άλλη γνώμη. Μυρίζει αχόρταγα γύρω γύρω, τελικά πείθεται να ακολουθήσει την κυρά του αφού σημαδέψει τη γωνιά, πάει παρακάτω. Σταματά σε δυο μέτρα. Πάλι υπάρχει κάτι, ένα πεταμένο χαρτί από παγωτό, χώνει τη μύτη μέσα, το σπρώχνει μέχρι την τρύπα του δέντρου. Εκεί το εγκαταλείπει, δεν ξέρει τι να πρωτομυρίσει. Πεταμένες γόπες, ξεραμένα περιττώματα του είδους του, βρεμένο χώμα, άλλα δυσδιάκριτα σκουπίδια; Για κείνον προφανώς τίποτε δεν είναι σκουπίδι, τίποτε δεν είναι βρωμιά, όλα πλουτίζουν την ατέλειωτη οσφρητική γκάμα της γειτονιάς του. Μόλις κατορθώνει η αφεντικίνα (αλλά πια δεν είμαι σίγουρη ποιος είναι το αφεντικό από τους δυο) να τον απομακρύνει λίγο από κει, ανακαλύπτει μια χαραμάδα ανάμεσα στο πεζοδρόμιο και το δρόμο, κι εκεί πια καρφώνει τη μουσούδα και δεν τον ξεκολλάς με τίποτε.
Τι να μυρίζει άραγε κει κάτω; Να είναι κάποιος κρυμμένος χώρος, κενό της κατασκευής, άνοιγμα που οδηγεί σε ξεχασμένο ρέμα, σε πηγάδι, σε τούνελ; Η μυστική δίοδος στον κάτω κόσμο; Οσφραίνεται θησαυρό, απειλή, σαπίλα; Δεν θα μάθουμε ποτέ, δεν θα μας πουν τα σκυλιά τι καταπληκτικά πράγματα βρίσκουν στην Αθήνα. Πολύ ενδιαφέρουσα πόλη για σκυλιά είναι τούτη, γεμάτη πράματα και θάματα. Όλο ζωηράδα, όλο περιέργεια, τα βλέπεις να εξερευνούν το πλούσιο σε μυρωδιές, οι οποίες συνήθως βρίσκονται εν εξελίξει, οδόστρωμα, και τα ζηλεύεις. Ανεξάντλητη πηγή γνώσεων για τους σκύλους, οι οποίοι ίσως επικοινωνούν μεταξύ τους και χαρτογραφούν την ελληνική πρωτεύουσα με τρόπο που δεν θα μάθουμε ποτέ. Ένας κόσμος παράλληλος στα πόδια μας, κι εμείς οι έρμοι οι δίποδοι το μόνο που κάνουμε είναι να σκοντάφτουμε πάνω του, να γλιστράμε ενίοτε, να σωριαζόμαστε κάτω και να σπάμε χέρια, πόδια, λεκάνες και άλλα μέλη, ή να αναγουλιάζουμε από αηδία. Τι πτωχό είδος είμαστε, κρίμα. Ευτυχείς οι σκύλοι στην πόλη αυτή, τέλος δεν έχουν οι απολαύσεις τους.

Πέμπτη 8 Ιουνίου 2017

Ακαδημία Λιστ

Προχτές, τελευταία μου βραδιά στη Βουδαπέστη, βρέθηκα έξω απο την Ακαδημία Λιστ, ένα απίστευτα όμορφο και πλούσιο σε διακόσμηση κτίριο, είδα κόσμο (και φως) και μπήκα. Ήμουν με το σακίδιο, είχα περπατήσει όλη μέρα, εκείνοι με τα καλά τους, αλλά κανείς δεν με ρώτησε τίποτε, πήρα ένα πρόγραμμα, χώθηκα σε έναν εξώστη, κάθε κίνηση σχεδόν ενστικτωδώς, ίσως ήταν με ελεύθερη είσοδο η συναυλία, ίσως με προσκλήσεις, δεν ξέρω, πάντως έμεινα και άκουσα το Κονσέρτο για βιολί και ορχήστρα του Τσαϊκόφσκι νο35 με τον Αλεξάντερ Μαρκόφ, κι ευφράνθηκα βαθύτατα. Τώρα εσείς εδώ στας Αθήνας, μπορείτε να είστε σίγουροι ότι η είσοδος στο Μουσείο Μπενάκη της Πειραιώς απόψε στις 8 είναι ελεύθερη και δωρεάν είναι η συναυλία που οργανώνει το Ωδείο Κόνταλυ. Δεν έχει το Μπενάκη βέβαια αρ νουβώ ταβάνια αλλά είναι καλή ευκαιρία να διαλογιστεί κανείς πώς ακούγεται καλύτερα η μουσική, σε φορτωμένο ντεκόρ ή σε λιτό; Εγώ δεν έχω βρει απάντηση. Φορέστε τα καλά σας. Ή και όχι. Θα ακούσετε την Contredance του Σοστακόβιτς, το Ελεγειακό τρίο του Ραχμάνινοφ, το Scaramouche του Milhaud, τραγούδια των Kodaly, Kocsar, Tormis από την Παιδική χορωδία και των Victoria, Lotti, Schumann, Bartok, Orban, από τη μικτή χορωδία. Τέλος τη λειτουργία σε σολ μείζονα του Σούμπερτ, ένα γλυκύτατο έργο, με σολίστ τους Μαρία Αλεξάνδρου, Γιάννο Κοτζιά και Θοδωρή Παλτόγλου. Διευθύνει ο Μιχάλης Πατσέας

Magic bus

Μagic bus 224 Καισαριανή Πολύγωνο. Από πάνω και μέχρι τη μέση, με πάγωνε το αιρκοντίσιον. Από τη μέση και κάτω, με ζέσταινε κάτι που εξέπεμπε υπερβολική θερμότητα. Μάλλον η μηχανή που είχε ανάψει από το πολύ αιρκοντίσιον. Επέζησα. Σαράβαλα είναι τα λεωφορεία μας, αλλά μην παραπονιόμαστε, στην Κατοχή είχαν γκαζοζέν. Επίσης, η μαμά μου με συμβουλεύει να μη γράφω ότι χρησιμοποιώ λεωφορείο, θα με περάσουν για φτωχή, και δεν υπάρχει τίποτε χειρότερο. Καλέ, δεν τις χρησιμοποιώ από ανάγκη τις δημόσιες συγκοινωνίες, από χόμπι το κάνω.

Alma mater revisited




Ιδέα μου είναι, πως ήταν γκρίζα η Θεσσαλονίκη όταν έμενα εγώ εκεί για να σπουδάσω, ή φταίνε οι ασπρόμαυρες φωτογραφίες που βγάζαμε τότε; Υπήρχε η μουντάδα στους δρόμους και τις πλατείες, ή στο ύφος των ανθρώπων που προτιμούσαν να μην εκδηλώνονται, καθότι ήταν χούντα και μπορούσες να βρεις το μπελά σου για ψύλλου πήδημα; Με ξαναφέρνω στο νου μου δεκαοχτάχρονη κι ευτυχισμένη που είχα επιτέλους βρεθεί μακριά από το πατρικό, να λέω κάνοντας βόλτες στην παραλία, τι παράξενη πόλη είν’ αυτή;
Κοντά στη λεωφόρο Όλγας, που μέναμε, έβλεπες αρχοντικά με κήπους ανάμεσα σε απέραντες πολυκατοικίες, άλλα να ερειπώνονται, άλλα έτοιμα να γκρεμιστούν. Δίπλα μας ήταν το Αρχαιολογικό Μουσείο, ένα πρώην τζαμί. Στο κέντρο της πόλης, μεγαλόπρεπα μέγαρα παράξενων ρυθμών, όχι νεοκλασικά απλώς όπως στην Αθήνα, συνόρευαν ενίοτε με μυστηριώδη, σκεπασμένα από ταμπέλες και βιτρίνες κτίσματα. Ένα λεγόταν Αλκαζάρ, σινεμά νομίζω ήταν, κι είχε στην κορφή έναν παλιό θόλο από τούβλα. Απεδείχθη πως ήταν το τζαμί της κόρης του Σουλτάνου, εκτός αν ήταν τα λουτρά, οι Σαλονικιοί θα ξέρουν καλύτερα.
Και τότε θα ήξεραν, αλλά δεν έλεγαν. Το γκρίζο χρώμα ήταν αυτή η σιωπή. Πόλη ερωτική η Σαλονίκη, πράγματι, ήταν, αφού δεν είχαμε άλλο να κάνουμε από το να ερωτοτροπούμε. Στραμμένοι προς τα μέσα, τους συμπατριώτες φοιτητές,  το περιβάλλον δεν μας ήθελε. Τώρα η Θεσσαλονίκη είναι πολύχρωμη, δεν έγινε πιο γκρίζα κι ομοιόμορφη, όπως είχα φοβηθεί ότι θα συνέβαινε μετά το σεισμό, όταν μια μικρή γειτονιά, με σπιτάκια χαμηλά και ωραίες πόρτες, κοντά στη Ροτόντα, εξαφανίστηκε. Ωστόσο η γκριζάδα χανόταν, η πόλη αποκτούσε το πρόσωπο της. Πολλά ωραία σπίτια γκρεμίστηκαν, αλλά αυτά που έμειναν βρήκαν την ιστορία τους, ή είναι καθ’ οδόν να την αποκτήσουν. Οι ταμπέλες κι οι βιτρίνες παραμέρισαν, εμφανίστηκαν ολόκληρα τα κτίσματα με τους τρούλους, τζαμιά, χαμάμ, κλειστές αγορές. Αποθήκες λιμανιών έγιναν μπαρ κι αίθουσες προβολής, η νέα παραλία τόπος περιπάτου, κάποιες βίλες σώθηκαν στη βασιλίσσης Όλγας ως μουσεία. Τέλειωσε και η ανακαίνιση της Ροτόντας, του μοναδικού μάλλον ρωμαϊκού μνημείου στην Ελλάδα που στέκεται στη θέση του ολόκληρο.
Όμορφες είναι οι πόλεις που έχουν παρελθόν και το αναγνωρίζουν. Με πάθος τριγυρίζουν οι νέοι στα παλιά σοκάκια, είναι σχεδόν ανεξήγητη η επιμονή τους για συνάφεια με το παλιό, αλλά είναι ακαταμάχητη. Τα στενά της αγοράς με παμπάλαια μαγαζιά που κράτησαν λίγη λιθοδομή, μερικά παράθυρα μεσοροφής, παραστάδες, ξύλινα πλαίσια, πλημμυρίζουν τα βράδια φώτα και νεαρόκοσμο. Σε κάθε ταξίδι μου βρίσκω τα Λαδάδικα, τόπο απαγορευμένο και σκοτεινό στην εποχή μου, να έχει απλωθεί λίγο ακόμα, να καμαρώνει μια νέα ανακαίνιση. Υπάρχει ακόμα δρόμος για την πλήρη ανάγνωση της πόλης, πολλά να γίνουν, περισσότερα που θέλουν φροντίδα διαρκή. Ελπίζω να μπορώ για καιρό ακόμα να ταξιδεύω.


Αλλαγή διαδρομής

 Νέα από τη νέα διαδρομή για Λαύριο που είπα να δοκιμάσω η άμυαλη.  Όταν φτάσεις με το καλό στο Κορωπι και ψάχνεις να βρεις από πού να πας γ...