Παρασκευή 28 Οκτωβρίου 2016

Οι εξουσίες ανάποδα

Κάθε τόσο οι πολιτικοί προσπαθούν να εμφανιστούν σαν αθώα βρέφη που πέφτουν με διάφορους μυστήριους τρόπους θύματα των δημοσιογράφων. Το τροπάριο το έχουμε ακούσει τόσες πολλές φορές, ώστε μάθαμε να το δεχόμαστε σαν εξ αποκαλύψεως αλήθεια. Οι δημοσιογράφοι υποτίθεται ότι ελέγχουν τις κυβερνήσεις, ο Λαμπράκης τις ανεβοκατέβαζε έλεγαν παλιά, ο Τύπος είναι η τέταρτη εξουσία, μαθαίνουν τα παιδιά να παπαγαλίζουν στο σχολείο, στο ψυχοφθόρο μάθημα της Έκθεσης, παραλείποντας να διευκρινίσουν ότι πρόκειται για σχήμα λόγου, και μπορεί να μην ξέρουν καν τις τρεις κανονικές εξουσίες και γιατί είναι τρεις κι όχι μία. Οι δημοσιογράφοι, έχω την εντύπωση, κολακεύονται απ' αυτό τον ωραίο μύθο, κι επιτρέπουν, αν δεν υποβοηθούν τη διάδοσή του, πολλοί τον πιστεύουν εξάλλου, οι πολιτικές εφημερίδες μας είναι γεμάτες πάθος και κραυγές, σαν υποψήφιοι βουλευτές σε μπαλκόνια, συνέχεια φέρνουν την καταστροφή σε όλα τα πεδία, ακριβώς όπως κάνουν οι πολιτικοί που είναι η δουλειά τους, γιατί αν δεν πείσουν για το πόσο απειλητικός και τρομερός είναι ο κόσμος, πώς θα τους ψηφίσουν ως σωτήρες του;
Συχνά οι πολιτικοί δεν αρκούνται να καταγγέλουν από το πρωί ως το βράδυ τη διαπλοκή και τον πόλεμο των μέσων εναντίον τους, και να παρουσιάζουν τον εαυτό τους ως διωκόμενο, ελπίζοντας να ξυπνήσουν το αίσθημα προστασίας του ψηφοφόρου. Υποβάλλουν μηνύσεις για κάθε γραμμή κριτικής, και ζητούν υπέρογκα ποσά για αποκατάσταση της ηθικής τους βλάβης. Έχει γίνει έθιμο πια, αν ζητήσεις λιγότερο από μερικές δεκάδες εκατομμύρια από έναν άφραγκο εκδότη σοβαρού περιοδικού π.χ. θα είσαι παρακατιανός σε σχέση με τον συνάδελφό σου που είχε ζητήσει δεκάδες εκατομμύρια από μια χρεωμένη εφημερίδα, με απώτερο σκοπό να την αναγκάσει να κλείσει. Ακόμα και τα μέσα που τους στηρίζουν δεν είναι ποτέ αρκετά πιστά, συνεχώς έχουν παράπονα. Σε μερικούς γίνεται μονομανία, πολιτικοί αστέρες της αθυροστομίας κάνουν αγωγές για εξύβριση με το παραμικρό χιομοριστικό δημοσίευμα. Δεν έχει τέλος η απληστία επιβράβευσης.
Οι δημοσιογράφοι είναι υποχρεωμένοι να πηγαίνουν σε 'μπρίφινγκ', αναγνωρίζοντας ότι τα υπουργεία και οι εκπρόσωποί τους είναι πηγή ειδήσεων. Οφείλουν να ισορροπούν ανάμεσα στην ανάγκη για άμεση πληροφόρηση και στην κριτική, κι επειδή είναι πολύ πιο περίπλοκο να κάνουν ρεπορτάζ χωρίς άδειες εισόδου και γνωριμίες, αφήνονται στις καθημερινές αυτές και τόσο ανεβαστικές -είσαι δίπλα στην εξουσία ρε αδερφέ- συνήθειες. Το αληθινό ρεπορτάζ στην Ελλάδα, η έρευνα, είναι τέχνη ξεχασμένη, επαγγέλματα που χάνονται. Ασχολούμενοι δε με τους πολιτικούς και τα καμώματά τους, ξεχνιούνται στ' αλήθεια, περνάνε σε άλλες σφαίρες. Τα βάσανα των επιβατών του ΟΑΣΑ πχ, δεν αφορούν τις συναντήσεις με τον υπουργό μεταφορών, όπως το χάλι στο Πεδίο του Άρεως δεν εμπόδισε τη Δούρου να θριαμβεύσει στο συνέδριο του Σύριζα.
Οι δημοσιογράφοι δεν θα γράψουν ποτέ με τα χεράκια τους την αλήθεια, ότι η εικόνα που δίνουν οι πολιτικοί πως καταπιέζονται απ' αυτούς, είναι η ανάποδη από την πραγματική. Θα ήταν μεγάλη απομάγευση. Άσε που δεν θα τους πίστευε κανένας.

Για την Ερατώ

Ο μπαμπάς μου ο Σπύρος, με την Ερατώ αγκαλιά
Θέλησα να δω την Ερατώ λίγες μέρες πριν, δεν είναι ένας μήνας. Ήμασταν στη Φωκίωνος όπου έμενε, κάτω από τα δέντρα που έχουν φουντώσει, κι έχουν μεγαλώσει πολύ παρατήρησε η μητέρα μου, κάτοικος Κυψέλης τα τελευταία εξήντα χρόνια. Δεν τα καταφέραμε εκείνη τη φορά, είπαμε δεν πειράζει, μια άλλη φορά, και μείναμε κάπως σιωπηλές κάτω από τα πολύ ωραία δέντρα, ενώ αν ήταν εκείνη μαζί μας θα μπορούσαμε να έχουμε μιλήσει, εκείνη κάτι περισσότερο θα έβρισκε να πει. Μπορεί και να μας έκανε μετά από λίγο να θέλουμε κι εμείς να πούμε άλλα τόσα και να λέγαμε, μη με διακόπτεις σε παρακαλώ- εμάς που πριν δεν υπήρχε τίποτε να διακόψεις- Είχε αυτό το ταλέντο, δεν δίνουν βραβεία και τίτλους, αλλά όσοι από μας έχουμε συνηθίσει να κάνουμε οικονομία στην ενέργειά μας, στα λόγια και στον ενθουσιασμό που σκορπίζουμε, ή που μάλλον δεν σκορπίζουμε, μπορούμε νομίζω να το εκτιμάμε αυτό, τη γενναιοδωρία αυτή: ενέργειας, ενδιαφέροντος, και πάθους για τα πράγματα, για το κάθετι, που προσφέρεται απλόχερα, και σε ξυπνάει, σε κουρδίζει, σε ωθεί σε ανακαλύψεις. Σε άλλες περιστάσεις, σε μεταγενέστερες εποχές, η Ερατώ θα μπορούσε να έχει γίνει διευθύντρια σε κάτι, ή καθηγήτρια, αυτό θα της άρεσε νομίζω πολύ, είχε πάθος με τη μόρφωση, δικηγόρος ή πολιτικός με πολλή θέρμη, δραματική ηθοποιός, μ' αυτή τη βαθιά και δυνατή φωνή, αλλά ξέρετε πώς είναι αυτά, τίποτε δεν έχει τη γλύκα της καθημερινότητας που δεν συνδέεται με επάγγελμα, δεν μπαίνει στα καλούπια, οπότε υπήρξαμε όλοι προνομιούχοι που την είχαμε έτσι απλά, ανάμεσά μας να παθιάζεται με το ένα και το άλλο, να τα αναλύει, να ρωτάει, να βγάζει νέα συμπεράσματα που έπρεπε να κοινοποιηθούν και να τεθούν σε διαβούλευση τηλεφωνική ή δια ζώσης.
Ύστερα, οι άλλες περιστάσεις, οι άλλες εποχές, μπορεί να μην είχαν κάνει την Ερατώ αυτό που ήταν, αυτό το θερμό και διεκδικητικό και μοντέρνο κορίτσι, που ήθελε να σπουδάσει και που τα κατάφερε, κι ας μην ήταν αυτό στα ιδανικά της οικογένειας, την οποία λάτρευε και στην οποία αφοσιώθηκε τελικά. Αν δεν ήταν η αγαπημένη του πατέρα της, του Δημητρού Εφραίμογλου, η μοναχοκόρη που είχε αδυναμία στους δυο αδερφούς της, τον Μηνά και τον Λάκη, και που την ανταπέδιδαν, σ' αυτή την οικογένεια που είχε πίσω της ένα τραύμα, τον ξεριζωμό των γονιών από την πατρίδα τους, από τα Σπάρτα της Μικράς Ασίας και οι δυο, αν δεν είχε μεγαλώσει σε μια κοινωνία που οι γυναίκες έπρεπε να παλεύουν για πράγματα που είναι σήμερα αυτονόητα, δεν θα ήταν η Ερατώ. Ακόμα κι αν δεν είχε αυτό το όνομα, ανάμνηση της τάσης των μικρασιατών Ελλήνων για αναβίωση του αρχαίου κλέους, από την αδερφή της μητέρας που πέθανε νέα πολύ και ωραία, πριν εκείνη γεννηθεί, ή ακόμα κι αν δεν είχε το ρομαντικό και νεαρό θείο Σπύρο να την μυεί στο λυρισμό εξ απαλών ονύχων, ίσως να μην ήταν τόσο λυρική, να μην αφηνόταν σε τέτοιο έρωτα για τα πρόσωπα και τα πράγματα, να μη θυμόταν ως τις τελευταίες μέρες της ζωής της ποιήματα του Γρυπάρη, που απήγγελε στους καταγοητευμένους συνασθενείς και το προσωπικό του νοσοκομείου. Αλλά ήταν η Ερατώ, δεμένη βαθιά με κάθε ανιόντα του χαμένου παραδείσου, που πάλευε ωστόσο για το ατομικό θάρρος της γνώμης και της προσωπικότητάς της, και στους νεώτερους παρέδιδε έρωτα για τις σπουδές και τη μόρφωση με ασίγαστο πάθος, θυμίζοντας τη ρήση του παππού μας, για το χρυσό βραχιόλι που πέρασε στο χέρι της με το πτυχίο, ένα χρυσό βραχιόλι εσωτερικού πλούτου που πάντα σε στολίζει, ήταν η μητέρα που νανούριζε τις κόρες της με τη Φλαμουριά του Σούμπερτ, χαρίζοντας τους τη νοσταλγία για κάποιο ανείδωτο μεγάλο δέντρο που καλεί πάντα στη γαλήνη, η Ερατώ που έζησε το μεγάλο δίλημμα των γυναικών ανάμεσα στη δουλειά και την οικογένεια και που δεν το έλυσε ποτέ εντελώς, γιατί και όταν άφησε τη δουλειά και χάρηκε την καθημερινότητα του έγγαμου βίου, αγάπησε πολύ το Νίκο, δέθηκε κι απόλαυσε τη ζωή μαζί του, παρέμεινε δραστήρια και παθιασμένη, με τα μάτια στραμμένα στον κόσμο και στην προσπάθεια να επικοινωνήσει μαζί του. Νομίζω ότι δεν πρέπει να έλειψε από καμία εκδήλωση του Ιδρύματος Μ. Ε., για παράδειγμα.
Αντίο Ερατώ. Το χρυσό βραχιόλι μεταβιβάστηκε, χωρίς να κοπεί και χωρίς ν' αλλοιωθεί το μέταλλο, στις κόρες σου, τη Μπίλη και τη Μαριάννα και την εγγονή σου την Άρτεμη, η γαλήνη της φλαμουριάς σε περιμένει.

Κυριακή 16 Οκτωβρίου 2016

Πίσω στην παρανομία

Εμείς εδώ στην Ελλάδα, ακόμα και το ΄50 ή το '60 δεν είχαμε μεγάλο πρόβλημα. Οι εκτρώσεις απαγορεύονταν μεν, εκτός ελαχίστων περιπτώσεων, όπως αν κινδύνευε η ζωή της μητέρας, ή αν η εγκυμοσύνη ήταν αποτέλεσμα βιασμού, γίνονταν όμως κανονικά και με σχετικά ασφαλείς συνθήκες υγιεινής. Σχετικά, που σημαίνει, ότι αν δεν ήξερες τους σωστούς ανθρώπους και τους σωστούς γιατρούς κάποιον κίνδυνο τον διέτρεχες. Υπήρχε βέβαια και η ταπείνωση των κρυφών ιατρείων και της λοιπής παράνομης διαδικασίας, αλλά αυτά μπορεί κανείς να τα θεωρήσει ως το αλατοπίπερο της ενοχής, τη μικρή τιμωρία της παθούσης για την απροσεξία της, οπότε δεν το κάναμε θέμα. Κι όταν το κάναμε είχε ήδη γίνει η μεγάλη ευρωπαϊκη επανάσταση, την οποία μην την ψάξετε στα εγχειρίδια ιστορίας, δεν έχει περάσει ακόμα. Ας πούμε ότι μπορεί να βρείτε στην Wikipedia λεπτομέρειες για το μανιφέστο των 343 Γαλλίδων που το 1971 δήλωσαν ενυπόγραφα ότι έχουν κάνει έκτρωση, ήγουν έχουν παρανομήσει. Τότε δυο πράγματα μπορούσε να κάνει η πολιτεία, ή να τις συλλάβει όλες, ή να νομιμοποιήσει τις εκτρώσεις. Και τις νομιμοποίησε, αλλάζοντας άρδην τη νομοθεσία, ξεκουνώντας τις νοοτροπίες σε ολόκληρη την ήπειρο, και μάλλον σ΄ολόκληρο τον κόσμο. Ήρθε και στην Ελλάδα η αλλαγή, κι από τότε τέρμα τα ρίσκα και η καταισχύνη, οι γυναίκες βρίσκονταν πια μόνες μπροστά στην απόφαση για το σώμα και το μέλλον τους, με όλη την οδύνη και με όλη την ευθύνη. Γιατί δεν είναι απλή ιστορία, από μόνη της είναι αρκετά οδυνηρή η έκτρωση, ώστε να μη χρειάζεται και ο νόμος από πάνω να απειλεί και να υποχρεώνει να γίνεις μητέρα με το ζόρι.
Ωραίες ιστορίες που θα έπρεπε να μπορούμε να τις λέμε στα εγγόνια μας για να διασκεδάζουν, κι όχι να τις καταγράφουμε με κομμένες φωνές μπροστά σε τέτοια πολιτικά πισωγυρίσματα όπως αυτό της Πολωνίας. Όπου ήδη ο νόμος είναι αυτός που ήταν στην Ελλάδα το 50 και το 60, αλλά τώρα ετοιμάζεται κι αυτός ν' αλλάξει και να μη μπορείς να κάνεις έκτρωση ακόμα κι αν κινδυνεύει η υγεία σου, ή έπεσες θύμα βιασμού. Το να αποδείξεις αυτά τα δυο είναι ήδη ταπεινωτικά, κι αβάσταχτα ούτως ή άλλως όταν βρίσκεσαι μπροστά σε μια τέτοια απόφαση. Τι στο καλό κάνουμε στην Ευρώπη, άνθρακα και χάλυβα μονάχα;
Έξι εκατομμύρια Πολωνοί κατεβαίνουν σήμερα στους δρόμους εναντίον του νομοσχεδίου, αλλά δεν ξέρω αν είναι αρκετοί για να κρατήσουν γερά τον ουρανό που αποφάσισε να μας πέσει στα κεφάλια.

Τετάρτη 21 Σεπτεμβρίου 2016

Γονείς, επαγρυπνείτε

-Μαμά, είναι αλήθεια ότι στον πόλεμο κάνανε σαπούνι του Εβραίους;
Αυτή τη φράση άκουσα με τ' αυτιά μου χρόνια πριν, από μαθητή Δημοτικού, Εβραίο στο θρήσκευμα. Νομίζετε ότι είναι απλό να χειριστεί ένας γονιός μια τέτοια στιγμή; Ελάτε στη θέση του. Μια απλή, διαδεδομένη φράση που καταδεικνύει κι αποδέχεται την αλήθεια της φρίκης, να πρέπει να την κατανοήσει ένα παιδί που όντως, έχει στην οικογένεια ανθρώπους που είχαν ξεκινήσει “να γίνουνε σαπούνι” και γλύτωσαν κατά τύχη. Πόσο μεγάλο τραύμα μπορεί να πάθει ένα παιδί με ένα κλισεδάκι που λέγεται χωρίς κακή πρόθεση.
Η γιαγιά εκείνου του παιδιού ήταν επιζήσασα του Άουσβιτς. Ο άντρας και το πρώτο παιδί της είχαν σκοτωθεί στα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Δέκα χρόνια μετά την απελευθέρωση ξαναπαντρεύτηκε κι έκανε το δεύτερο παιδί. Γνώρισα τα εγγόνια της και τους γονείς τους. Το να μεγαλώνεις παιδιά με τέτοιο βάρος και να τα κάνεις ψυχικά υγιή δεν είναι καθόλου εύκολη υπόθεση. Πάντα κάτι αφήνει το βαρύ παρελθόν, και πέφτει στους ώμους των γονιών η ευθύνη να μεταδώσουν την ιστορία χωρίς την ενοχή, την επίγνωση χωρίς το μίσος.
Το θυμήθηκα διαβάζοντας την ομιλία του καθηγητή Πελεγρίνη στην επέτειο μνήμης Μικρασιατικής καταστροφής. (http://www.minedu.gov.gr/eidiseis/23534-15-09-16-omilia-tou-theodosi-pelegrini-gia-tin-imera-ethnikis-mnimis-gia-tin-katastrofi-tou-mikrasiatikoy-ellinismoy) Δεν αρκεί, μας λέει, να θυμόμαστε τη “Μικρασιατική καταστροφή”, αλλά και τις αλλεπάλληλες καταστροφές που υπέστη ο ελληνικός λαός. Πώς το κατάφεραν οι Εβραίοι, που είναι οργανωμένοι, κλπ, να συνδέσουν το όνομά τους με τη λέξη “γενοκτονία”; Με έξι εκατομμύρια νεκρούς στα ναζιστικά στρατόπεδα νομίζατε ίσως; Με επιμονή και υπομονή, μας λέει ο καθηγητής. Χρειαζόμαστε κι εμείς μια εκστρατεία ταύτισης της έννοιας της καταστροφής με την εθνική μας μοίρα, εκστρατεία που θα ξεκινά στο Δημοτικό και θα φτάνει στα Πανεπιστήμια. Να ηγηθεί η Ακαδημία (ως ειδική στις καταστροφές;)
Αγαπητοί αναγνώστες, τα παιδιά μου τα μεγάλωσα, δεν κινδυνεύουν από την εντατικοποίηση της κλάψας. Ανατρίχιασα επειδή θυμήθηκα όχι μόνο των εβραίων φίλων μου τα δύσκολα, αλλά και τα δικά μας, γιατί τα ψυχικά τραύματα περί καταγωγής τα εγγυάται ήδη η διδακτέα ύλη, κι η καλλιέργεια τους αρχίζει από το νηπιαγωγείο.
Γονείς επαγρυπνείτε, και συνειδητοποιείστε ότι όλη αυτή η νοοτροπία που σας κουβαλάνε τα παιδιά από το σχολείο, το πόσο κυνηγημένη και πόσο θύμα είναι η Ελλάδα, δεν τα ωφελεί καθόλου ούτε αυτοπεποίθηση, ούτε δημιουργικότητα κι υπευθυνότητα ν' αποκτήσουν, ούτε τον κόσμο να βλέπουν θετικά, ούτε τον εαυτό τους. Ουσιαστικά, υπονομεύει την ψυχική τους υγεία και προσφέρει στοιχεία που θα συντελέσουν στην εξασφάλιση της δυστυχίας τους.
Αν η επίσημη πολιτική πάει ακόμα περισσότερο προς την καταστροφολογία, όπως προτείνει η Πελεγρίνης, θα το βρείτε μπροστά σας.
Αν κατάλαβα καλά, αυτή είναι η αριστερή, κι επίσημη απάντηση στη δεξιά επιμονή για χρήση της λέξης “Ολοκαύτωμα”. Σου λέει, μπορεί οι Εβραίοι να οικειοποιήθηκαν το Ολοκαύτωμα, αλλά εμείς θα πάρουμε την Καταστροφή, ίδια λέξη σε τόσες γλώσσες, στρωμένη δουλειά είναι, και θα αναδειχτούμε ως οι πλέον κατεστραμμένοι του κόσμου, φτάνει να το οργανώσουμε κατάλληλα.
Συναρπαστικός ο ανταγωνισμός, ποιοι θα εμφανίζουν τη χώρα πιο αξιολύπητη.
Μ' ένα μεγάλο ωιμέ και δυο μικρά αλί και τρισαλί, σας εύχομαι ευτυχές το νέο σχολικό έτος.

Καλλιτεχνικό ζευγάρι

Για αποχαιρετιστήριο δώρο από το χωριό των διακοπών, ο γείτονας μάζεψε ρίγανη και μου έφερε ένα φουντωτό μπουκέτο. Φαντάστηκα το χειμώνα που έρχεται με κάτι σα μεγάλο βάζο στην κουζίνα μου, και να κόβω τη ρίγανη να ρίχνω στη σαλάτα κάθε μεσημέρι. Ααα, ευχαριστώ είπα, κι έτρεξα να φέρω βάζο να τη βάλω. Έβαλε τα γέλια.
-Στάσου να σου δείξω, λέει, και στέκομαι. Μαθαίνω γενικά να στέκομαι με τον γείτονα αυτόν που μου έλαχε στο χωριό της γιαγιάς μου, στο Πήλιο. Εκεί που τρέχω βιαστικά, να γυρίσω σπίτι, ή να φύγω, ή να πάω για ψώνια, με αναγκάζει να σταθώ. Μου δίνει συμβουλές, μου δίνει κηπευτικά, αυγά, εκτελεί έργα στον κήπο, με φωνάζει να κοπιάσω να πάρω γλυκό. Μου πήρε χρόνια να μάθω να χαλαρώνω το πρόγραμμα των διαδρομών από και προς το σπίτι και να μπορέσω να τον ακούσω, να τον δω, να τον γνωρίσω.
Όταν τα κατάφερα, άκουσα συναρπαστικές ιστορίες από την πρώτη του δουλειά, στο Σανατόριο του Καραμάνη πάνω στα Χάνια, όπου πήγαινε με τα πόδια κάθε μέρα, έφηβος ακόμα, κι ύστερα για το μόχθο της δουλειάς στα ψυγεία των μήλων, όπου επίσης πήγαινε με τα πόδια για χρόνια πολλά. Όλ' αυτά σε θεσσαλική διάλεκτο, ιδίωμα που αν το αναζητούσαν γλωσσολόγοι και θεατρικοί συγγραφείς θα ήταν αδύνατον να το επινοήσουν, με εκφραστικό πλούτο που με έκανε τελικά να ξεχνιέμαι και να διαλύεται ο προγραμματισμός της μέρας. Θα μου πείτε, τα μαγνητοφώνησα; Όχι ποτέ, αν και κάθε φορά νιώθω σαν τον Αλή μπαμπά στη σπηλιά με τους θησαυρούς που δεν έχει μαζί του σακί να τους βάλει.
Τον παρατηρώ με τη ρίγανη, έμαθα επιτέλους να στέκομαι και να μαθαίνω, να χωρίζει το μπουκέτο σε μικρότερα μάτσα που τα δένει χωριστά και μεταξύ τους, κι απλώνει τα χέρια ύστερα και βλέπω ότι είναι η απόσταση ανάμεσα τους σα να τη μέτρησε με το υποδεκάμετρο. Ταλαντούχος αγρότης στον κήπο του, αν και υπήρξε εργάτης στη ζωή, κάθε μέρα τον συγυρίζει και καθαρίζει και τα πέριξ, ξεκινώντας από τα χαράματα. Το μεσημέρι τρώει νωρίς, η γυναίκα του πάντα στρώνει τραπέζι με όλα τα αξεσουάρ, κι αν είμαι μόνη μου στο σπίτι με λυπάται, στέλνει και μένα ένα σκεπασμένο πιάτο. Μαγειρεύει ψαράκια πάνω από λαχανικά γιαχνί, κουκιά με ντομάτα, φασολάκια με κολοκύθια, κι έχουν τόση νοστιμιά όλα, σα να μην έχω ξαναφάει προϊόντα του πλανήτη.
Ανοίγει λοιπόν την παράταξη των μπουκέτων ρίγανης που έφτιαξε, τα κρεμάει στον παλιό ξύλινο φράχτη, και καθώς απλώνει τα χέρια και σκύβει, μοιάζει με χορευτή που κέρδισε την απέναντι πλαγιά για σκηνικό του. Το μπαλέτο του καλοκαιριού μου, σκέφτομαι, φέτος δεν πήγα σχεδόν καθόλου θέατρο, σινεμά, κάτι καλλιτεχνικό. Ας είναι αυτό ο χορός για μένα.
Τη ρίγανη βέβαια μου την έδωσε σ' ένα βαζάκι, αφού την έτριψε μόνος του. Απ' όλο το μπουκέτο, μια χούφτα ρίγανη, το απόσταγμα των διακοπών. https://www.efsyn.gr/stiles/triti-matia/82265_kallitehniko-zeygari

Οι άγιοι των άλλων

Διάβασα πριν λίγο καιρό το Confiteor του Ζάουμε Καμπρέ, που είχε μεγάλη επιτυχία στην Ελλάδα, κι ύστερα ένα ακόμα δικό του, παλιότερο, λιγότερο γνωστό, το “Οι φωνές του ποταμού Παμανο”. Η ηρωίδα σ' αυτό το δεύτερο, μια πάμπλουτη γηραιά κυρία, κάνει ό,τι μπορεί, ξοδεύει πολύ χρήμα, ενέργεια, άοκνες προσπάθειες, για να ανακηρύξει άγιο τον εραστή που είχε αγαπήσει πολύ στα νιάτα της, στη διάρκεια του πολέμου, όταν ακόμα υπήρχε αντάρτικο κατά του Φράνκο στην Καταλωνία. Παρακολουθούμε βεβαίως την ιστορία προς τα πίσω, από το σήμερα πάμε στο τότε, τα πρόσωπα ολοκληρώνονται αργά, υπάρχουν ανατροπές, τα γεγονότα ξεδιαλύνονται, και ο αναγνώστης τελειώνει το βιβλίο χωρίς να ξέρει ποιον πρέπει να αντιπαθήσει από τους κακούς και πόσο ακριβώς.
Παρόμοια σύγχυση ένιωσα διαβάζοντας για την αγιοποίηση της μητέρας Τερέζας, αν και όχι τόσο έντονη, διότι όσο κι αν η δική της ιστορία είναι αληθινή, πιάνει λιγότερες σελίδες, κι όχι λογοτεχνίας. Χρόνια και χρόνια διαβάζαμε για τις αγαθοεργίες της, το όνομά της έγινε συνώνυμο με την προσφορά και τη φιλανθρωπία, μέχρι τώρα που το Βατικανό την κηρύσσει αγία. Ξαφνικά ακούγονται ένα σωρό φωνές που την κατηγορούν για μεγάλη υποκρίτρια και εκμεταλλεύτρια, μια τυραννική ιεραπόστολο η οποία απλώς καταπίεζε τους πάμφτωχους ασθενείς που έπεφταν στα χέρια της χωρίς καν να τους θεραπεύει, μόνο και μόνο για να κερδίσει πολιτική επιρροή με την οποία ενίσχυε φασιστικά καθεστώτα. Δεν είναι παράξενο που δεν ακούγονταν όλ' αυτά τόσον καιρό; Συνήθως βέβαια οι δημοσιεύσεις στα ελληνικά μέσα ήταν φωτογραφίες της, ή ένα μικρό βίντεο, με μια απλή λεζάντα του στυλ “πήγε εκεί, έκανε αυτό, είδε τον τάδε” κλπ. Η μητέρα Τερέζα ήταν μια διασημότητα που μας αφορούσε λιγότερα από την Αντζελίνα Τζολί πχ, την οποία βλέπαμε και σε ταινίες, τη θαυμάζουμε, η ομορφιά της μας ενδιαφέρει (αν και μάλλον αποκλείεται να σκεφτεί οποιοσδήποτε να την κηρύξει αγία)
Άραγε έχουν δίκιο οι σημερινοί αμφισβητίες της αγιοσύνης της, ή η εντύπωση που μας έχει δημιουργηθεί από τις πολλές αναφορές στο παρελθόν; Οι κατηγορίες είναι πολύ σοβαρές για να είναι ψεύτικες, από την άλλη αναρωτιέται κανείς αν τελικά έστω και κάποιους ανθρώπους βοήθησε στοιχειωδώς αυτή η καθολική αποστολή, αν έδωσε έστω κάτι παραπάνω από το τίποτε, μήπως είναι άδικο να την απαξιώνουν;
Δεν μιλάω για την αγιοσύνη, δεν καταλαβαίνω την ανάγκη της Καθολικής Εκκλησίας να ανακηρύσσει κάθε τόσο νέους άγιους. Υπάρχει κάποια σκοπιμότητα, έχει μελετηθεί η διαδικασία ότι γοητεύει τους πιστούς, φρεσκάρει την πίστη; Δεν ξέρω.
Θα μου πείτε, τι ερωτήματα είν' αυτά από πολίτη μιας χώρας που έχει επίσημη εκκλησία του κράτους την Ορθόδοξη, γιατί δεν ασχολούμαι με τη δική της ανάγκη να ανακηρύξει τον Παΐσιο και δεν ξέρω ποιους άλλους αγίους;
Και θα έχετε απόλυτο δίκιο.

Κυριακή 4 Σεπτεμβρίου 2016

Οι θρησκείες είναι μαγεία

Οι θρησκείες είναι μαγεία. Πώς να μη ζηλέψει κανείς την πίστη των νεαρών κοριτσιών που βγήκαν να διαδηλώσουν στην Αθήνα υπέρ του δικαιώματος των μουσουλμανίδων να φορούν μπουρκίνι στις γαλλικές παραλίες; Προχτές, μπροστά στη γαλλική πρεσβεία, στην καυτή αθηναϊκή άσφαλτο της πλατείας Συντάγματος, οι φτωχές αυτές κοπέλες από το Πακιστάν κι από το Μπαγκλαντές, που πιθανότατα δεν έχουν φτάσει ούτε μέχρι το Φάληρο, απέναντι από τη στάση του Ηλεκτρικού, να κολυμπήσουν ανάμεσα στα τσιμεντένια ντόκια, ταυτίστηκαν με τις πάμπλουτες κυρίες από τη Σαουδική Αραβία που περνούν τις διακοπές τους στην Κυανή Ακτή. Πώς να μη θαυμάσει κανείς την απίστευτη ικανότητα των θρησκειών, να χαρίζουν τέτοιες ευτυχίες, τέτοιες παρηγοριές κι ευγενικά αγωνιστικά αισθήματα σε ανθρώπους ταπεινούς, που ίσως έχουν χίλιους λόγους να αισθάνονται καταπιεσμένοι κι ανεπιθύμητοι στην πόλη όπου ζουν, αλλά το μόνο πράγμα που τις έκανε να βγουν στους δρόμους, ήταν η απαγόρευση του μπουρκίνι στη Γαλλία;
Είναι μαγικές οι θρησκείες. Καταφέρνουν πράγματα που τίποτ' άλλο δεν μπορεί να καταφέρει, απρόσμενα και θαυμαστά. Θρησκεία ίσον θαύμα, τέλος. Αν δεν μπορούν να παράγουν θαύματα ορατά και βεβαιωμένα, παράγουν τέτοιου τύπου αξιοθαύμαστα φαινόμενα, για τα οποία χρειάζονται μόνο λίγο από το βασικό τους συνδετικό υλικό, λίγο τσιμέντο από αίσθημα καταδίωξης. Μια απόφαση δημάρχων σε απολύτως απρόσιτες παραλίες δεν είναι βέβαια η αρένα με τα λιοντάρια της Ρώμης, ή πογκρόμ, ή ανταλλαγή πληθυσμών, αλλά πορεύεται κανείς με ό,τι βρίσκει. Σημασία έχει να κινηθεί ο καταπληκτικός αυτός ψυχολογικός μηχανισμός, και να οι κοπελίτσες με το πανώ που βεβαιώνει ότι “το ντύσιμο είναι επιλογή μας!” Αυτό που επιβάλει η θρησκεία δεν θεωρείται καταναγκασμός στη μικρή μαγική αυτή φράση. Όμως μια απαγόρευση στολής στη γαλλική Νίκαια ξαφνικά καταφέρνει να ενσωματώσει, να συμπυκνώσει κάθε έννοια εξαναγκασμού. Δεν είναι καταπίεση το να πρέπει να καλύπτεις κάθε γωνιά του κορμιού σου κάθε ώρα και στιγμή, αλλά το να υποψιάζεσαι ότι τρεις χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά, πέρα από σύνορα που δεν μπορείς να περάσεις, σε μέρη που μάλλον δεν θα καταφέρεις ποτέ να πας, κάποιες πλούσιες ομόθρησκες έδειξαν τα μπράτσα τους. Δεν υπάρχει λογική, είναι η μαγεία, η παντοδυναμία της θρησκείας.
Είναι μαγικές οι θρησκείες. Δίπλα στις νεαρές μουσουλμάνες με τα μαντίλια διαδήλωσαν και μέλη της “Ανταρσύας”, άλλοι πιστοί αυτοί. Οπαδοί άλλης, διαφορετικής θρησκείας, πλην όμως εξίσου μαγικής. Θέλοντας να καταλύσουν με κάθε τρόπο την αστική δημοκρατία, οι αυστηροί αυτοί επαναστάτες, θα σταθούν δίπλα σε κάθε άνθρωπο που υποψιάζονται ότι μπορεί να εξυπηρετήσει τον υψηλό τους στόχο. Κι αφού βασανίζεται η αστική δημοκρατία με τους μουσουλμανικούς κανόνες και τους φανατισμούς, να μη ρίξουν όσο μπορούνε λάδι στη φωτιά; Μπορεί να μη νοιάστηκαν για το αν τα κοριτσάκια της διαδήλωσης πηγαίνουν κανονικά σχολείο, αν είναι σε θέση να παρακολουθήσουν τα μαθήματα ελληνικής γλώσσας, αν τα άλλα παιδιά τα κοροϊδεύουν στην τάξη, αν κάνουν κανονικά τα εμβόλια τους, τι περίθαλψη έχουν, αν τρώνε κάθε μέρα, αν οι γονείς τους περιμένοντας να πάρουν άδεια παραμονής μπορεί να λιποθυμήσουν από εξάντληση στην ουρά, αν δουλεύουν δεκαπέντε ώρες τη μέρα κι αφήνουν τα παιδιά κλεισμένα μέσα. Δεν συζήτησαν τέτοιες αρλούμπες που έχουν να κάνουν ακριβώς με την αστική δημοκρατία την οποία επιθυμούν να καταργήσουν πλήρως και ολοσχερώς. Οπότε δεν τους ενδιαφέρει το φιλοσοφικό ερώτημα της ελευθερίας που μπορεί να απολαύσει ένα κοριτσάκι σε μια μουσουλμανική οικογένεια που ζει στο διπλανό σπίτι, όχι στη Γαλλία ούτε στην Καμπούλ, αλλά εδώ, μαζί μας. Δεν σκάνε για το αν μπορεί να θεωρηθεί αρκετά ώριμο στα δεκατρία του να κρατάει ένα πλακάτ που να λέει ότι το “ντύσιμο είναι επιλογή”, αφού στην πραγματικότητα δεν επέλεξε ως άτομο τίποτε ποτέ, κι ας κατοικεί στην ήπειρο της ελεύθερης επιλογής. Το μόνο που τους απασχολεί είναι να καταγγείλουν το “απάνθρωπο πρόσωπο του καπιταλισμού και της αστικής δημοκρατίας”. Να αναδείξουν αυτή τη βαθιά αλήθεια στα μάτια των μεταναστριών που ήρθαν εδώ για μια καλύτερη ζωή, να εξάψουν την αγανάκτηση τους, να τις κάνουν επαναστάτριες. Είδατε τι τρομερή που είναι η αστική δημοκρατία στη Νίκαια; Πρέπει να ξεσηκωνόμαστε! Σημασία έχει ο ξεσηκωμός, ας είναι και για τα φρικαλέα μαγιώ των παραθεριστριών εκ Σαουδικής Αραβίας.
Μαγικό πράγμα οι θρησκείες.

Το παιχνίδι της χαράς

Όταν πήγαινα Δημοτικό κάποιος μου χάρισε την Πολυάννα. Ίσως δεν μου το είχαν καν χαρίσει, κάποια συμμαθήτρια μου το είχε δανείσει και το διάβασα. Ήταν πολύ της μόδας τότε, όχι όμως όπως υπήρξε αργότερα ο Χάρι Πότερ που είναι βιβλίο γιούνισεξ. Ήταν της μόδας στα κορίτσια. Τότε τα βιβλία για παιδιά χωρίζονταν σε αγορίστικα και κοριτσίστικα. Συνήθως τα κορίτσια διάβαζαν και τ' αγορίστικα, τα αγόρια όμως ποτέ δεν διάβαζαν τα κοριτσίστικα.
Ευτυχώς στο σπίτι υπήρχαν κι άλλα βιβλία, όχι πολλά κι ούτε καν θελκτικά, αλλά μέσα στις ατέλειωτες ώρες του παιδικού εγκλεισμού τα είχα διαβάσει όλα. Από τους Αθλίους του Ουγκώ, που είχαν και εικονογράφηση, και το “Ένα δέντρο μεγαλώνει στο Μπρούκλιν”, που ήταν και το αγαπημένο μου, (άλλο κοριτσίστικο κι αυτό) μέχρι τη Δίκη της Νυρεμβέργης και το Φιλοσοφικό Λεξικό Ρόζενταλ- Γιούντιν. (πολύ αγορίστικα) Και λέω ευτυχώς, γιατί φαντάσου να είχα μείνει με την Πολυάννα, που έπαιζε κάθε μέρα με τον εαυτό της το “Παιχνίδι της χαράς”, αναζητώντας τι θα της έδινε ευχαρίστηση ακόμα και στη χειρότερη περίσταση; Πόσο παθητικό, πόσο αντιδραστικά γυναικείο και αντιαγωνιστικό θα ήταν κάτι τέτοιο; Ρεζίλι θα γινόμουν αν, ας πούμε, περνούσα πρώτη στις εξετάσεις, μου έπαιρναν συνέντευξη και μου ξέφευγε καμιά ατάκα της Πολυάννας. Όχι ότι υπήρχε βέβαια κίνδυνος να έρθω πρώτη στο πανελλήνιο, λέμε τώρα.
Πέρασα μεγάλο κίνδυνο με την Πολυάννα, κι ευτυχώς βγήκα καθαρή χωρίς κανείς να υποπτεύεται ότι παρέμεινα προσηλωμένη στην αρχή του “παιχνιδιού της χαράς” με όλη την έλλειψη αγωνιστικότητας που το διέκρινε. Κάθε μέρα, μη σου πω και κάθε ώρα και στιγμή, να βρίσκεις κάτι να χαρείς απ' αυτά που διαθέτεις. Όσες προσπάθειες κι αν έκανα να ξεχάσω αυτή την ύπουλη αρχή, όσους τόμους μαυρίλας κι αν συσσώρευσα στην ενήλικη αναγνωστική ζωή μου, η σαχλοΠολυάννα με το γλυκερό εξώφυλλο ήταν πάντα εκεί να χαιρετάει την καθημερινότητα με την αλογοουρά της αλά φίφτυς ν' ανεμίζει ανέμελα. Ή αυτό είναι άλλο εξώφυλλο; Τα έχω σίγουρα μπερδέψει.
Αυτή τη διπλή (λογοτεχνική) ζωή συνιστώ ανεπιφύλαχτα στους σημερινούς νέους, που εκτίθενται υπερβολικά στα διάφορα Ίνσταγκραμ και φέισμπουκ, στους δρόμους που κυνηγάνε Πόκεμον, στις δηλώσεις όταν περνάνε πρώτοι στο πανελλήνιο. Προσοχή, μην καταλάβουν το παιχνίδι της χαράς σας. Σκοτεινά να εμφανίζεστε, μακριά από το μάτι και τη ζήλεια. Κυκλοφορείτε σκυθρωποί και πάντα να γκρινιάζετε. Ιδρύστε ένα παιχνίδι λύπης για τις κοινωνικές ανάγκες, όπως φοράτε αντηλιακό όταν εκτίθεστε στον ήλιο.

Τετάρτη 24 Αυγούστου 2016

Χρωματοθεραπεια στη Χαλκιδική

Ξαναπήγα για διακοπές στη Χαλκιδική μετά σχεδόν είκοσι έτη. Τότε είχα σοκαριστεί με τα συγκροτήματα εξοχικών κατοικιών, τώρα μου φάνηκαν σεμνά και ενταγμένα στο τοπίο. Τόσο πολύ ωρίμασα ώστε να βλέπω στην εξάπλωση του προνομίου των εξοχικών σπιτιών μια κρυμμένη δημοκρατική αρμονία, ή απλώς ο καινούργιος δρόμος επιτρέπει να αντιμετωπίζεις έτσι τα πράγματα;
Νομίζω συμβαίνουν και τα δύο. Τότε περνούσαμε με το αυτοκίνητο μέσα από τις καλοκαιρινές κωμοπόλεις για να φτάσουμε στο σπίτι των φίλων μας, περιμένοντας σε ουρές, ακούγοντας βρισιές και κορναρίσματα από τους ανυπόμονους έτσι και καθυστερούσαμε για ένα δευτερόλεπτο, με τα παιδιά σε κατάσταση παροξυσμού και τα λοιπά, τώρα ο νέος αυτοκινητόδρομος περνάει έξω από τα χωριά, προσφέρει αυτό το αφ' υψηλού αίσθημα του επισκέπτη, πέρα από την ταχύτητα και την ευκολία. Τα παιδιά δεν είναι πια παιδιά και δεν είναι μαζί μας, τα συγκροτήματα τα ξέρω και δεν με σοκάρουν, αντίθετα εκτιμώ πόσο μερικά έχουν χτιστεί με τέτοιο τρόπο ώστε κάθε ένοικος να έχει θέα σε βουνό και θάλασσα, κι ας είναι μικρούτσικα τα σπίτια. Κι ύστερα το χρώμα της θάλασσας στις ακτές που κολυμπάμε σε κάνει να τα ξεχνάς όλα και να θυμάσαι μόνο το σλόγκαν των σαλονικιών, ότι σαν τη Χαλκιδική δεν έχει, να διαπιστώνεις ότι έχουν δίκιο και να τους ζηλεύεις εκ βάθους καρδίας.
Υπάρχει άραγε άλλη χώρα στον κόσμο που να διαθέτουν οι πολίτες της τόσα εξοχικά ανά κεφαλή, πέρα από την κύρια κατοικία; Και να μην είναι φτιαγμένα σαν τις πολυκατοικίες της Ισπανίας, αλλά σαν μικρά ανεξάρτητα σπιτάκια, έστω και με ασφυκτική γειτνίαση, που προσφέρουν την αίσθηση ή την ψευδαίσθηση της ανεξαρτησίας; Θα πρέπει να είναι η Ελλάδα μοναδική περίπτωση τόπου που οι κάτοικοι της ανακάλυψαν την ύπαιθρο από την αρχή, ως τόπο απολαύσεων, αφού την είχαν εγκαταλείψει ως τόπο μόχθου, και την ανέκτησαν τόσο συστηματικά.
Όταν ήμουν παιδί και δεν είχαμε χωριό, ούτε γιαγιάδες και παππούδες να μας περιμένουν, θεωρούσα προνόμιο να πηγαίνω διακοπές για ένα μήνα στην κατασκήνωση των υπαλλήλων Τραπέζης Ελλάδος στην Πάρνηθα, κι ύστερα με τους γονείς σε κάτι νοικιασμένα δωμάτια με τσιμέντο για πάτωμα και άβαφες πόρτες. Τα παιδιά μας όμως είχαν δυο γιαγιάδες και τρία εξοχικά, το δικό τους πρόβλημα ήταν σε ποια θα πρωτοπήγαιναν. Μια φορά τα έστειλα στην κατασκήνωση μου, ως εγγόνια τραπεζικού, κι έφριξαν, πώς είναι δυνατόν να περνούσες καλά εδώ πέρα, μου είπαν, κι έφυγαν σε μια βδομάδα. Το επίπεδο ζωής μας έχει ανέβει απίστευτα, τόσο που δεν προλάβαμε να συντονιστούμε σε ανάλογη παιδεία και ικανότητες διατήρησης του.
Αν ο καινούργιος δρόμος κατέληγε σε πάρκινγκ έξω από τις πόλεις, όπου θα αφήνεις το αυτοκίνητο και θα περπατάς μετά σε πεζόδρομους, θα ζηλεύω αβάσταχτα τους Σαλονικιούς. Οπότε καλύτερα όχι.

http://www.efsyn.gr/arthro/hromatotherapeia-sti-halkidiki

Ενα βότσαλο στη θάλασσα

Πω πω, σκέφτηκα σε ηλικία τεσσάρων ή πέντε χρονών, πιάνοντας στο χέρι μια πολύ στρυγγυλεμένη και πολύ χρωματιστή πέτρα στην ακροθαλασσιά, γιατί ως τώρα ζούσα χωρίς να έχω δει τέτοιο πράγμα; Με έπνιξε το παράπονο για τα περασμένα χρόνια, τα τέσσερα ή πέντε. Χαμένα χρόνια! Γιατί δεν ήξερα ότι στη θάλασσα βρίσκει κανείς αυτά τα εξαίσια πράγματα, τη στιγμή που ζούσα νυχθημερόν με τρομερή λαχτάρα για εξαίσια πράγματα; Παράπονο που το θυμάμαι ζωντανό ακόμα καμιά φορά όταν σηκώνω από την παραλία τέτοιο βότσαλο, και γελάω με τη νηπιακή αναδρομική πλεονεξία. Πώς αλλιώς να την ονομάσω την ανάμνηση αυτού του καημού;
Δεν ήταν καν αλήθεια η σκέψη εκείνη, αφού θα πρέπει ήδη πριν τα τέσσερα και τα πέντε να πηγαίναμε διακοπές στη θάλασσα. Υπάρχουν φωτογραφίες κάθε χρονιάς, εκτός πια κι αν ήταν σε αμμουδιές. Κάπου πρέπει να πηγαίναμε σίγουρα, δεν έβγαινε το καλοκαίρι στην Αθήνα. Από τότε ήταν φοβερή κι αβίωτη, ας λένε οι νοσταλγοί που αλλοιώνουν τις αναμνήσεις τους.
Μπορεί όμως να ήταν η στιγμή που έμαθα τη λέξη. Βότσαλο, ήξερα ξαφνικά το όνομα της πέτρας, κι ίσως αυτό που ήθελα να σκεφτώ ήταν ότι ως τότε, τι κρίμα, δεν ήξερα ότι αυτές οι πέτρες λέγονται βότσαλα. Αυτή η παραλλαγή δίνει ιδιαίτερο βάρος στη γλώσσα και τις λέξεις, και μας βάζει αμέσως ερωτήματα υπαρξιακά, αν τα πράγματα έχουν υπόσταση όταν δεν ονομάζονται, ας πούμε. Μερικοί είναι σίγουροι ότι όχι, δεν γίνεται αυτό. Χωρίς όνομα δεν υπάρχει ούτε βότσαλο, ούτε θάλασσα, ούτε αχινός, ακόμα κι αν τον πατήσεις. Άλλοι δεν είναι σίγουροι. Ούτ' εγώ είμαι σίγουρη αν το παράπονο για τα χαμένα χρόνια, τα τέσσερα ή πέντε πριν το βότσαλο, ήταν επειδή δεν είχα ακόμα μάθει τη λέξη, ή επειδή πηγαίναμε διακοπές σε παραλίες με άμμο. Το προσωπικό μου μυστήριο δεν θα λυθεί ποτέ.
Θα πρέπει τότε να άρχισε η μακρά συλλεκτική περίοδος, που συνεχίστηκε για αρκετές δεκαετίες, κι ας ήταν από την αρχή απογοητευτική, κι ας παρέμεινε απογοητευτική ως την τελευταία θαλασσινή πετρούλα. Το ξέρουν όλοι ότι τα βότσαλα μακριά από τη θάλασσα δεν είναι όμορφα πια, χάνεται η στιλπνότητα που τους δίνει το νερό. Πόσα χρόνια πέρασα να τα περνάω βερνίκι ελπίζοντας ότι κάτι θα διατηρούσαν από τη γοητεία τους; Η ωριμότητα μου ήρθε την ημέρα που αρνήθηκα να σηκώσω από το γυαλό μια πέτρα πρασίνην ωραιοτάτην, ξέροντας πια ότι δεν θα μπορούσα να τη φυλάξω. Καταλάβαινα ωστόσο τη φίλη μου που συνέχισε να τις μαζεύει με το όνειρο να φτιάξει κάποτε βοτσαλωτή αυλή. Μπορεί και βοτσαλωτό σπίτι, ποιος ξέρει;
Καλό μήνα Αύγουστο, και μην το παρακάνετε στη βοτσαλοσυλλεκτική.


Αβολο πράγμα το άσυλο

Μια χαρά ήταν το άσυλο όταν στην Ελλάδα είχε επιβληθεί η δικτατορία και κατάφερναν οι διωκόμενοι να φεύγουν προς Ιταλία και Γαλλία μεριά. Ύψιστη κατάκτηση του πολιτισμού. Τώρα που όλα κάπως μπαγιατεύουν, στους καιρούς αυτούς της παρακμής που ζούμε, έχουμε και τα δικά μας προβλήματα, να πρέπει να ασχοληθούμε με το άσυλο στους στρατιωτικούς που ξέφυγαν από την Τουρκία, είναι πραγματικά τόσο άχαρο μέσα στη ζέστη. Έχουμε τα δικά μας κατ' αρχήν. Ενδιαφέρουσες διαφορές, οικονομική κρίση, φιλολογικές συζητήσεις. Και ξαφνικά χτυπάν την πόρτα.
Σα να μας σταματάει τον καυγά για το πάπλωμα, ή για το σεντόνι, ένας γείτονας που αιμορραγεί στο κατώφλι, και πρέπει να το κάνουμε λουρίδες το σεντονάκι μας, για να του δέσουμε την πληγή. Μα είναι πράγματα αυτά; Πού νομίζει ότι βρίσκεται;
Κι ο πληγωμένος να μην είναι ακριβώς γείτονας. Κάποιο άτακτο αγόρι να είναι, που ξέφυγε από την ανεπιθύμητη αυτή οικογένεια, εδώ δίπλα. Πάντα το λέγαμε πως έχουμε αδικηθεί στην τοποθεσία του σπιτιού. Ωραίο οικόπεδα, ζεστό και γαλάζιο, αλλά προσέχεις πού πας και χτίζεις. Όχι φάτσα φόρα στους μουστακαλήδες απέναντι. Ορίστε τώρα. Κι αυτό το παλιόπαιδο το ατίθασο, για ποιούς μας πέρασε; Για τίποτε Ιταλούς; Τους άρχοντες που έχουνε τη βίλα παρακάτω; Λίγο αριστερότερα δεν ήξερε να το πάει το ελικόπτερο; Άχρηστοι άνθρωποι, μου ήθελαν και πραξικόπημα.
Μα ποιος τη σκέφτηκε αυτή την περίπλοκη φάση, το άσυλο; Μη μου λέτε τώρα για ελληνική λέξη και μπούρδες. Εμείς εδώ με τους γείτονες μια χαρά τα πάμε με τους εξοπλισμούς μας, την διαρκή απειλή, τη διαρκή προμήθεια όπλων, τα 12 μίλια και την υφαλοκρηπίδα μας, τις παραβιάσεις μας και δώστου απ' την αρχή τα νέα μας όπλα, τώρα τι θέλουν αυτοί οι τύποι και μας χαλάνε τη ραστώνη; Μήπως έχουν κάνει κάτι ποινικό, για ψάξε καλά. Έγκλημα κατά της ανθρωπότητας σου λέει ο άλλος. Κάτι τέτοιο θα είναι. Στο μεταξύ κάνε τους τη ζωή δύσκολη, δεμένα χέρια, φυλακές, σπρωξιές, άσυλο ήθελαν. Αξέχαστα θα περάσουν. Να φαίνεται η συμπεριφορά, μην τολμήσουν και πλακώσουν άλλοι. Στην Ιταλία απευθείας, στη Γαλλία, να πληρώσει για τον ιμπεριαλισμό. Εμείς τι φταίμε; Ναι, ελληνική λέξη είναι το άσυλο, την έφτιαξαν οι πρόγονοι για τις ανάγκες τους, όχι για τον κάθε Τούρκο. Κι ήταν και πονηροί, όταν ο Παυσανίας ζήτησε άσυλο στο ναό, ξέρετε τι του έκαναν, ξήλωσαν τη στέγη, και τον άφησαν κλεισμένο.
Άτιμοι αρχαίοι, πώς μας μπλέξατε!
http://www.efsyn.gr/arthro/avolo-prama-asylo

Αλλαγή διαδρομής

 Νέα από τη νέα διαδρομή για Λαύριο που είπα να δοκιμάσω η άμυαλη.  Όταν φτάσεις με το καλό στο Κορωπι και ψάχνεις να βρεις από πού να πας γ...