Παρασκευή 24 Μαΐου 1996

Πλανήτες ολοκαίνουργιοι

 

Κι εγώ μέσα στους αχινούς

Στις γούβες, στ΄αρμυρίκια

Σαν τους παλιούς θαλασσινούς

Ρωτούσα τα τζιτζίκια:

«κι εσείς τζιτζίκια μου άγγελοι

Γεια σας κι η ώρα η καλή

Ο βασιλιάς ο ήλιος ζει;»

Κι όλ’ αποκρίνονταν μαζί

Ζει και ζει και ζει και ζει και ζει

Ο βασιλιάς ο ήλιος ζει

Τα παιδιά έμαθαν αυτό το τραγουδάκι πριν δούνε αχινό και πολύ πριν μάθουν να ξεχωρίζουν τ’ αρμυρίκια. Το έμαθαν πριν εμείς καταλάβουμε ότι το είχαν μάθει. Δεν είχαμε φανταστεί ότι είναι παιδικό. Το έμαθαν επειδή τους άρεσε πολύ. Όπως και το άλλο:

Σκίζει η πλώρη τα νερά, κι αντηχούνε τα βουνά

Ντούκου -ντούκου μηχανάκι, ντούκου το παλιό μεράκι

Στο αναγνωστικό του Δημοτικού ο γιος μου κοίταξε το γόνατο του την ημέρα που διάβασαν το «παιδί με το γρατζουνισμένο γόνατο». Είχε κι εκείνος μια γρατζουνιά.

-Για μένα το λέει! Είπε θριαμβευτικά.

Δεν είχε βέβαια κουρεμένο κεφάλι, είχε όμως όνειρο ακούρευτο. Αλλά τα κορίτσια ήταν στο έργο του τα πιο προνομιούχα. Τα κορίτσια, η πόα της ουτοπίας. Ξεκίνησα να γράφω στη ζωή μου για να του  απαντήσω. Οι στίχοι του ήταν πρόκληση. Τα κορίτσια μπορούσαν να βγουν από τη ζωγραφιά, να αρθρώσουν το δικό τους λόγο. Τα κορίτσια μπορούσαν να μιλήσουν σε πεζό, σε σάτιρα, σε ποίηση, να καταθέσουν τη δική τους οπτική του κόσμου.

Την επομένη της κηδείας του Ελύτη, ξεχώρισα στη φωτογραφία του πλήθους την παλιά μου φίλη, με τα μαλλιά ελεύθερα, όπως πριν είκοσι χρόνια, πόα πάντα και ουτοπία ακόμα.

Μας προσέφερε αυτή την υπέροχη συζυγία των λέξεων όταν ήμασταν κορίτσια και μάλλον δεν μπορέσαμε ποτέ να μεγαλώσουμε.

«Να προσφερθούν δωρεάν τα έργα του στη νεολαία» πρότεινε ο δήμαρχος Ηρακελίου και συνειδητοποίησα ότι έχω μεγαλώσει. Δεν είμαι νεολαία πια. Κρίμα. Όταν πήγαινα στο Γυμνάσιο είχα αντιγράψει τα ποιητικά του βιβλία σε δικά μου τετράδια, τα είχα λοιπόν κι εγώ δωρεάν, κατά κάποιον τρόπο, σε μια εποχή που δεν σκέφτονταν καθόλου να μας τα χαρίσουν.

Πολύ πιθανόν να έχω περισσότερο καιρό αντιγράφοντας το σύμπαν που δημιούργησε, χωρίς να το συνειδητοποιώ.

Είναι παράξενο όταν πεθαίνει ένας ποιητής που έχουμε συνηθίσει να ζούμε μαζί του σαν μέρη του κόσμου του, πληθυσμός των δημιουργιών του και ξαφνικά συνειδητοποιούμε ότι ήταν άνθρωπος κι αυτός, συγκάτοικος διαμερισμάτων πολυκατοικίας, περιπατητής της Αθήνας, με σώμα και ηλικία, με ανάγκες και αναπνοή τα οποία είχαν αρχή και τώρα έχουν τέλος.

Το παιδί με το γρατζουνισμένο γόνατο κοίταξε κατάπληκτο τα μπαλκόνια της πολυκατοικίας που έδειχνε συνέχεια η τηλεόραση, του σπιτιού του στη Σκουφά.

-Μα ήταν φτωχός; Είπε.

Διότι πίστευε μέχρι τότε ότι όλα τα πλοία και τα τζιτζίκια και οι αχινοί του κόσμου ήταν δικά του, άρα θα φαινόταν φτωχικό το κάθε ανάκτορο.

Γι αυτό και δεν χρειαζόταν το ανάκτορο.

-Τώρα που πέθανε τον θυμήθηκαν όλοι, είπε με πίκρα ο διευθυντής του πολυκαταστήματος που με είδε με τις εφημερίδες αγκαλιά, γεμάτες πρωτοσέλιδες φωτογραφίες.

Μα δεν μπορείς όλη την ώρα να θυμάσαι το πατρικό σου σπίτι. Πρέπει να βγαίνεις έξω, να βρίσκεις τους δικούς σου δρόμους. Το γράφει αυτό στον ίδιο το θεμέλιο λίθο. Και στην πραγματικότητα δεν το ξεχνάς ποτέ.

Κάποια ξένη εφημερίδα έγραψε ότι η ποίηση έχει ακόμα μεγάλη απήχηση στη χώρα μας, αλλά να που εμάς δεν μας φτάνει. Έχουμε ακόμα πολλά ανεξερεύνητα κείμενα, αινίγματα, προφητείες. Πόσα τραγούδια δεν γράφτηκαν ακόμα. Ο κόσμος του Ελύτη, ο κόσμος της ποίησης, είναι ανοιχτός και περιμένει. Δεν χρειάζεται διαβατήριο, πλουσιοπάροχα φιλοξενείται ο επισκέπτης.

Κυριακή 12 Ιανουαρίου 1992

Το μοίρασμα του Καραγκιόζη

Σε ένα υπέροχο μαγαζί του Λονδίνου, στο Κόβεν γκάρντεν, την παλιά λαχαναγορά που είναι τώρα κέντρο της μόδας, είχα ανακαλύψει πριν πέντε χρόνια φιγούρες του Καραγκιόζη έτοιμες να κοπούν και να συναρμολογηθούν, ίδιες με αυτές που πουλιούνται ακόμα σε μερικά ελληνικά χαρτοπωλεία. Ήταν κομμάτι μιας συλλογής από σπάνιες φιγούρες θεάτρου σκιών από όλον τον κόσμο και δεν μπόρεσα να μη δείξω τον ενθουσιασμό μου στον ιδιοκτήτη του καταστήματος. Ήταν ένας ευγενέστατος κύριος, πολύ σοφός στο θέμα θεάτρου σκιών με τόσο βρετανικό στυλ στη συζήτηση που νόμιζες ότι τον βλέπεις στο σινεμά και ήξερε τα πάντα για τον Καραγκιόζη.

Αγόρασα χάρτινα ελισαβετιανά θεατράκια με ηθοποιούς πέντε πόντων που τους κινείς με μικρό σύρμα, φασουλήδες που σηκώνουν χέρια και πόδια όταν τραβάς το σκοινάκι, και διάφορα άλλα χάρτινα πράγματα και πρόσωπα που θα μου χάριζαν λίγες ώρες χαρτοκολλητικής ευτυχίας μαζί με το γιο μου.

Είχαμε περάσει πολλά απογεύματα να χαράζουμε με το κοπίδι τα εσωτερικά και να κόβουμε με το ψαλίδι τα περιγράμματα του Σταύρακα, του μπαρμπα Γιώργου,  της Βεζυροπούλας και λοιπών ηρώων με ιδιαίτερη προτίμηση στο Κολλητήρι. Βάζαμε στο πικάπ κι έναν παλιό δίσκο του Σπαθάρη, κι όλο ετοιμάζαμε παραστάσεις για το μελλοντικό μας κοινό. Το θαύμα του σεντονιού με τα φωτάκια, της σκιάς που γίνεται αυθύπαρκτο πρόσωπο επαναλήφθηκε πολλές φορές. Μπορούσα να το μοιραστώ με το γιο μου, όπως δεν μπορώ πολλά από τα μοντέρνα παιχνίδια του, τα οποία δεν υπήρχαν όταν ήμουν εγώ παιδί. Γι αυτό τρέχω τις Κυριακές στο Ριάλτο στις παραστάσεις του θεάτρου σκιών του Μάνθου Αθηναίου αν και το θέατρο είναι κρυο και θα προτιμούσα το χουζούρι μου. Θυμάμαι πάντα το τρελό γέλιο που με έπιανε παιδί στις λίγες παραστάσεις Καραγκιόζη που με είχαν πάει, γιατι οι γονείς μου προτιμούσαν τη δυτική κουλτούρα. Γέλιο αυτονόητο, κρυμένο στις ραφές του σεντονιού, στο θαύμα της εμψύχωσης των σκιών στη μουσική και στη βραχνή φωνή, γέλιο που υπάρχει μέσα στα παιδιά μονίμως και λίγο γαργαλητό χρειάζεται πού και που να βγαίνει έξω για να μην τα σκασει.

Αυτό το γέλιο ίσως θυμήθηκαν σήμερα όσοι έσπευσαν να υπερασπιστούν τον Καραγκιόζη από την επίθεση του κ. Μαρίνου. Στην παρακμή που βρίσκεται το θέατρο σκιών ίσως του κάνει καλό αυτή η ιστορία. Να θυμηθούν πολλοί μεγάλοι εκείνο το κρυμένο γέλιο, να καταλαβουν την αξία του, να μην ντρέπονται πια γι αυτό και να δώσουν ένα χέρι βοήθειας. Να συνδράμουν στα γεράματα τους Καραγκιοζοπαίχτες που τόση κούραση τραβούν για να φέρουν σε πέρας μια μονοπρόσωπη παράσταση δυο ωρών να τους αναγνωρίσουν, να τους χαρίσουν λίγη θαλπωρή και μια καλή κουβέντα. Να βρεθεί και κανας νέος να μαθητεύσει και να συνεχιστεί η παράδοση έστω φτωχά και περιθωριακά, ας μην έχουμε αυταπάτες. Αλλά τουλάχιστον να υπάρχει. Γιατί η φωνή του κ. Μαρίνου είπε απλώς δυνατά κάτι που σκεφτόμαστε όλοι μας, ότι ο Καραγκιόζης είναι απομεινάρι της φτώχειας μας και πρέπει να τον θάψουμε μαζί της. 

Απομεινάρι ναι, αλλά μάλλον πλούτου. Ενός πλούτου χωρίς βάρος. 

Τετάρτη 9 Ιανουαρίου 1991

Ειναι φυσικό

 

Όλα είναι μέσα στη φύση

 

              Είναι φυσικό, μου λέει ο παλιότερος μου φίλος, όταν γίνεται πόλεμος, όταν τους επιτιθεται το ΝΑΤΟ από πάνω, να ξεσπάνε στους Αλβανούς που υπήρξαν η αφορμή του πολέμου. Είναι φυσικό να μπαίνουν στα χωριά τους ειδικά σώματα ξεκαθαρίσματος, να βγάζουν τους ανθρώπους από τα σπίτια τους. Είναι φυσικό να τους μαζεύουν στην πλατεία, να χωρίζουν τους άνδρες από τις γυναίκες, να φορτώνουν τις γυναίκες με τα παιδιά στο τρένο, ή σε καμιόνια, να τους καταστρέφουν τα διαβατήρια και να τους στέλνουν έξω από τηχώρα τους, Είναι φυσικό οι Σέρβοι της περιοχής, να γράφουν ένα S στον τοίχο του σπιτιού τους, για να μην τους το κάψουν κατά λάθος. Είναι φυσικό να μην καίνε όλα τα σπίτια, να κρατούνε μερικά ως ορμητήρια του στρατού. Είναι φυσικό να θέλουν να διώξουν τους Αλβανούς, αφού η χώρα αυτή ήταν κάποτε δική τους. Όπως είναι φυσικό, οι Τούρκοι να δέχονται πρόσφυγες κι εμείς να μην τους θέλουμε.

              Είναι, μου λέει φυσικό, ο κόσμος να συγκινείται με τη δυστυχία των προσφύγων και να μην του χρειάζεται ν’ ακούσει περισσότερα. Να μην θέλει να μάθει ότι είναι Αλβανοί που τους έδιωξαν οι Σέρβοι, γιατί τότε θα έπρεπε ίσως να τους λυπάται λιγότερο κι αυτό θα τον δυσκόλευε. Ή θα έπρεπε να αποδεχθεί ότι οι Σέρβοι καλά κάνουν κι αυτό επίσης θα τον δυσκόλευε. Ο Τύπος με το να αφήνει κενά στην πληροφόρηση, προστατεύει την ευγένεια της ψυχής του κοινού του. Την αρχοντιά του. Αφήνουν τον κύριο με τα πεταχτά δοντάκια να λέει «ξέρετε αυτά έχει ο πόλεμος», όταν το ΝΑΤΟ πετυχαίνει τρένα κι όταν βάζει στόχο τον τηλεοπτικό σταθμό. Δεν έχουν δα και κανέναν από την άλλη πλευρά να  υποστηρίζει «αυτό είναι ο πόλεμος». Για τα εκτοπισμένα γυναικόπαιδα και τους εκτελεσμένους άνδρες, κανένας δεν βγαίνει να πεί κάτι τέτοιο.  

              Και στο κάτω κάτω, καταλήγει ο παληός μου φίλος, παραδέξου ότι έπεσες κι εσύ θύμα της προπαγάνδας.  Τριάντα εκατομμύρια πρόσφυγες κι εκτοπισμένοι υπάρχουν στον κόσμο αυτή τη στιγμή, τι καλύτερο έχουν οι Κοσοβάροι;

              Με αποστόμωσε. Τι να πώ; Ότι οι Κοσοβάροι είναι κοντύτερα και πιο τηλεοπτικοί; Ότι τρέμω με τη φύση και τη φυσικότητα που φέρνουν στην καρδιά της Ευρώπης; Πραγματικά, άμα υπάρχουν τριάντα εκατομμύρια πρόσφυγες, τι νόημα έχει να σ’ απασχολεί το ένα εκατομμύριο των Αλβανών; Κανένα απολύτως.

                                                               

                                        

Queen on sea

 H ταινία «Βασίλισσα της θάλασσας» μου κόστισε μια ταραγμένη νύχτα. Δεν ήταν τόσο η άνοια της γριάς μητέρας που με σόκαρε, όσο η άγνοια της ...