Δευτέρα 10 Μαρτίου 2025

Νοήματα

 Στο Μουσείο της Ακρόπολης πήγα στην έκθεση με τίτλο «Νοήματα» που έχει ωραία ευρήματα από όλη την Ελλάδα και την Ιταλία, τοιχογραφίες της Πομπήιας από το Μουσείο της Νάπολης μεταξύ άλλων. Οι αίθουσες ήταν γεμάτες κόσμο. Βγάζαμε  φωτογραφίες. Κάποια στιγμή μια φύλακας ρωτάει τη συνάδελφό της: Δεν επιτρέπεται να βγάζουν φωτογραφίες με τα εκθέματα, έτσι δεν είναι; Μπορούν να φωτογραφίζουν τα εκθέματα, αλλά όχι τον εαυτό τους μπροστά τους; 

Δεν ήταν σίγουρη. Είχε μόλις κάνει παρατήρηση σε έναν νεαρό, αλλά είχε τις αμφιβολίες της. Μου θύμισε ότι κάποτε στο Αρχαιολογικό Μουσείο μας είχαν μαλώσει που βγάζαμε φωτογραφία μαζί με τον Δία (ή Ποσειδώνα) του Αρτεμισίου, άρα φαίνεται ότι υπάρχει τέτοια απαγόρευση.  Τι λογική έχει δεν μπορώ να καταλάβω. Μη θίξει η θνητή ύπαρξη μας τα αθάνατα έργα; Τι θα πάθουν δηλαδή;

Κοντά στις κυλιόμενες σκάλες βλέπω δυο Ερμές. Τα κεφάλια είναι κολλημένα σε στήλες καινούργιες, άσπιλες, χωρίς εκείνο το παράξενο κι αστείο για μας πέος που συνήθιζαν στις αρχαίες στήλες. Πάει καιρός που ψάχνω κάποιες από εκείνες τις αρχαίες Ερμές οι οποίες εκτίθονταν παλιά στη στοά του Αττάλου. Θα τις μάζεψαν από σεμνοτυφία κι αυτές, γιατί δεν μπορώ πουθενά να τις εντοπίσω. Ποιος ευνούχισε άραγε τις Ερμές; Η απορία μου θυμίζει ότι κάποτε, δηλαδή πριν 25 αιώνες, η εκστρατεία στη Σικελία των Αθηναίων, είχε αναβληθεί γιατί βρέθηκαν κομμένες οι μύτες των Ερμών. Μήπως δεν ήταν οι μύτες αλλά τα πέη και μας τα μάθαιναν σεμνά και ταπεινά στο σχολείο; Πρέπει να διαβάσω ξανά Θουκυδίδη.

Ευτυχώς για τους τουρίστες που βγαίνουν από το μουσείο και χαζεύουν τα μαγαζάκια απέναντι, υπάρχει ποικιλία μπρελόκ, ανοιχτηριών και άλλων ειδών καθημερινής χρήσης σε σχήμα φαλλού και πλήθος αγαλματάκια Σατύρων σε στύση, οπότε no problem.

Κυριακή 9 Μαρτίου 2025

Ινδικά

 Ti λύσσα σας έπιασε που το τραγούδι για τη Γιουροβίζιον θυμίζει Ινδία, δεν καταλαβαίνω. Τι κακό έχει η Ινδία δηλαδή; Όταν ήθελε ο Μεγαλέξανδρος να την κατακτήσει, σας άρεσε όμως. Τότε, αν ήσασταν στο στρατό του, δεν θα θέλατε να γυρίσετε back home, στις καλές σας Περσίδες και τη Βαβυλώνα με τα στρωμένα χαλιά, θα ήσασταν από αυτούς που θα φώναζαν, Μπροστά αφεντικό, κι άλλο, κι άλλο, κι άλλο! 

Κι όταν ο Καζαντζίδης τα έκλεβε τα ινδικά αυτούσια και χωρίς κοπυράιτ, πάλι σας άρεζε. Και κλαίγατε με την καημένη καρδιά, πώς βαστά και δεν ραΐζει. Και πολύ σωστά. Αν δεν είναι η Ελλάδα πύλη της Ινδίας στην Ευρώπη, τότε ποιος είναι; 

Στον ψεύτη ντουνιά τόση απονιά που αντικρίζω, αναρωτιέμαι πώς δεν ραΐζω. Εδώ με την Ινδή μου φίλη, σας κοιτάμε απορημένες, αλλά και αποφασισμένες να μη ραΐσουμε.



Σάββατο 8 Μαρτίου 2025

Aφήνουν ακόμα οι γονείς πιο ελεύθερα τα αγόρια;

 Παιδικά κλάματα ακούγονται καθώς πλησιάζουμε το Σπήλαιο του Πανός. Ξέρετε, όχι το σπήλαιο του Πανός στην Πάρνηθα, που με πολλή δυσκολία μπορούν να το βρουν μόνο έμπειροι ορειβάτες, το άλλο, το μικρό, το ψεύτικο, τσιμεντένιο Σπήλαιο του Πανός στο πάρκο μας, που ακόμα θυμάμαι πόσο με είχε εντυπωσιάσει όταν το πρωτοείδα μικρή, κι ακόμα όταν περνάω από κει το χαζεύω καλά- καλά, μήπως ανακαλύψω κάποια καινούργια συναρπαστική λεπτομέρεια. Κάτι θα μου έχει ξεφύγει, είμαι σίγουρη, και φτάνει να παρατηρήσει κανείς τις μορφές που έχουν φτιάξει κάπως αόριστα από τσιμέντο γύρω από το σπήλαιο για να βρει την κρυμμένη, αυτή που θα δώσει νόημα στα πάντα, στην ύπαρξη του Σπηλαίου κυρίως.

Τι σπηλιά είσαι δηλαδή, αν δεν κρύβεις κάτι;

Τις μέρες αυτές τις ηλιόλουστες, που το πάρκο έχει γεμίσει παιδιά, τα βλέπεις να χώνονται μέσα στη σπηλιά, να σκαρφαλώνουν επάνω της, να χοροπηδούν εκεί δίπλα στον αγκαθωπό κάκτο που την κάνει πιο υποβλητική, να τσιρίζουν μαγεμένα από τον κίνδυνο και την τόλμη τους. Η μικρή που κλαίει βγαίνοντας μάλλον έφαγε τα μούτρα της στο ανώμαλο έδαφος, θέλει λίγη προσοχή. Η μαμά της τη βουτάει από το χέρι και την τραβάει θυμωμένη έτσι που το παιδάκι σηκώνεται λοξά προς την μεριά του μητρικού χεριού, «δεν σου είπα να μη μπεις; Δεν σου το είπα; Ακούς όμως; Όχι, δεν ακούς! Άλλη φορά να με ακούς!».

Καημένο παιδάκι, αντί να σταματήσει το κλάμα δυναμώνει βέβαια, κι ο θυμός της μαμάς επίσης. Φωνάζει πιο δυνατά καθώς απομακρύνονται, έτσι μου έρχεται να πάω να τις παρηγορήσω και τις δυο, καθώς φαίνεται πρώτη φορά να τους συμβαίνει κάτι τόσο φοβερό, να έπεσε το πιτσιρίκι και να κλαίει. Θα ήθελα να πω της μαμάς να είναι ψύχραιμη, δεν είναι τόσο φοβερό να πέφτουν και να χτυπάνε τα παιδιά, δεν χρειάζεται να το μαλώνει τόσο πολύ που δεν την άκουσε, είναι φυσικό να έχουν τα μικρά περιέργεια για μια σπηλιά, ας είναι και τσιμεντένια, κι είναι κρίμα να μην το παρηγορήσει το παιδάκι της, να μην αδράξει την ευκαιρία να το πάρει αγκαλιά και να το διαβεβαιώσει πως ό,τι κι αν έπαθε, μέχρι να παντρευτεί θα γιάνει, ότι είναι γενναίο παιδί που προχώρησε άφοβα στη σκοτεινή σπηλιά (όχι πως είναι και πολύ σκοτεινή, αλλά λίγο παραπάνω θάρρος τα μικρά παιδάκια το χρειάζονται), κι ότι με ένα φιλάκι της μαμάς το βαβά θα περάσει γρήγορα.

Όλες αυτές τις ανοησίες που είναι τόσο σοφές για την αντιμετώπιση αντιξοοτήτων, η μαμά θεωρώντας τις ξεπερασμένες τις πέταξε στα σκουπίδια, προφανώς, και περιορίζεται να εκδηλώνει τον προσωπικό της θυμό για την πρωτοβουλία της κόρης της καθώς προχωρά σε άλλα δρομάκια. Δεν σκέφτεται ότι με αυτό τον τρόπο κινδυνεύει να της καλλιεργήσει δειλία και έλλειψη αυτοπεποίθησης, ούτε καν ότι είναι σκληρό να την πληγώνει τραβολογώντας την έτσι μπροστά σε κόσμο.

Μου έρχεται να της μιλήσω, και κρατιέμαι με δυσκολία. Οι νέοι γονείς δεν δέχονται καθόλου ευχάριστα τις συμβουλές περαστικών σε κάποιο πάρκο, ούτε και πουθενά αλλού. Μπορεί να θυμώνουν, να φωνάζουν με τρόπο που νομίζεις ότι χρειάζονται να ακουστούν σε μεγάλη ακτίνα ακριβώς για να παρέμβει κάποιος τρίτος, αλλά δεν είναι καθόλου έτσι. Αν παρασυρθείς από τη φωνή που νομίζεις ότι σε καλεί, ή από το κλάμα που νομίζεις ότι κι αυτό σε καλεί, ή απλώς από την ανάγκη να μεταδώσεις λίγη από τη σοφία σου, κινδυνεύεις να σε προσβάλουν που φύτρωσες εκεί που δεν σε σπέρνουν.

Μου τυχαίνει συχνά στο πάρκο να βλέπω γονείς που φέρονται προσβλητικά στα παιδιά τους και κάθε φορά πρέπει να παίρνω βαθιές ανάσες για να αντισταθώ στον πειρασμό να επέμβω. Μα ναι, έχουν δίκιο, τα σπήλαια, ακόμα και τα εντελώς ψεύτικα όπως αυτό του πάρκου, μπορεί να κρύβουν κινδύνους, όπως και το παιχνίδι, το τρέξιμο, το ποδήλατο, τα πάντα, αλλά πώς μαθαίνεις στα παιδιά να προσέχουν;

Ξαφνικά όλα τα δρομάκια γίνονται εχθρικά, κίνδυνοι μπορεί να παραμονεύουν σε κάθε βήμα, σε κάθε πυκνό θάμνο, κι έχει μπόλικους εδώ. Κι ο θεός Παν αυτοπροσώπως, μπορεί να μην εμφανίζεται ξεκάθαρος στις μορφές που έχει φτιάξει ο γλύπτης Βασσάλος με τσιμέντο στο σπήλαιο του Πανός, αλλά εκεί στα πυκνά αλσύλλια δεν αποκλείεται να δεις να βγαίνει το τραγοπόδαρο του από μιαν άκρη, και να διακρίνεις στη σκιά το επίσης τραγίσιο μούτρο του.

Τέτοιος τύπος ήταν ο Πάνας, κρυβόταν σε δάση και θάμνους για να πετάγεται απότομα και να τρομάζει τα κορίτσια με τα τραγίσια του πόδια και διάφορα άλλα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που μοιραζόταν με το ανδρικό φύλο.


Το θέμα είναι ότι δεν μπορείς να τον αποφύγεις, όσο κι αν ακούς τη μαμά.Ούτε τον Πάνα, ούτε τις πτώσεις, ακόμα κι αν δεν πηγαίνεις ποτέ να παίξεις σε παιδική χαρά. Κάποια στιγμή, κάπου, κάπως, κάποτε, θα σκοντάψεις και θα πέσεις, μα στο πεζοδρόμιο, στα λίγα βήματα που σε χωρίζουν από το αυτοκίνητο σου, μα στις σκάλες του σχολείου, δεν υπάρχει περίπτωση να το γλιτώσεις τελείως. Όσο για τον θεό Πάνα και τις ενσαρκώσεις του, άστο καλύτερο, είναι περίπλοκο, αλλά ούτε κι αυτόν μπορείς να τον αποκλείσεις εντελώς. Οπότε ψυχραιμία.

Καθώς απομακρύνονται μαμά και κοριτσάκι, και το κλάμα κι η φωνή ακόμα ακούγονται, άλλα παιδάκια, απτόητα, ορμούν στη σπηλιά με ύφος κομάντο που θα συλλάβουν επ αυτοφώρω το λήσταρχο Νταβέλη. Είναι αγόρια και ίσως έχουν μαμά πιο στοχαστική, που είναι σε θέση να καταλάβει ότι αν τα μαλώσει για την τόλμη και την περιέργεια τους, μάλλον θα κάνει κακό στη μελλοντική τους αυτοπεποίθηση.


Δεν θέλω να σκεφτώ ότι ακόμα οι γονείς των αγοριών τα αφήνουν πιο ελεύθερα από όσο τα κορίτσια, ότι ενθαρρύνουν τις πρωτοβουλίες τους για εξερεύνηση, ενώ των κοριτσιών τις αποθαρρύνουν. Όχι, θα είναι σύμπτωση. Ας δω κι ένα κοριτσάκι. ..

Μπαίνουν, βγαίνουν, γελούν τα αγοράκια. σκαρφαλώνουν επάνω με λίγη αναρρίχηση, προκαλούν και τον αγκαθωπό κάκτο, ξεκαρδίζονται στα γέλια καθώς πάνε να πέσουν και τα καταφέρνουν να σταθούν όρθια. Τίποτε δεν τα εξιτάρει περισσότερο από λίγη αίσθηση κινδύνου, λίγο άγνωστο, λίγο σκοτάδι, λίγο μυστήριο. Κι αυτό το Σπήλαιο είναι τέλειο στη δοσολογία που έχουν βάλει το μυστήριο και το σκοτάδι, την ατμόσφαιρα σπηλιάς, μέσα στο Πεδίο του Άρεως. Αν μάλιστα έχεις περιδιαβεί και την αλέα με τους ωραίους ανδριάντες των ηρώων του 21, σου έρχεται ακόμα καλύτερη η πρόκληση της σπηλιάς που θα μπορούσε να είναι πάνω σε κάποιο βουνό και να κρύβει αρματωλούς και κλέφτες. Από τύχη μάλλον είναι που δεν πέρασε άλλο κοριτσάκι.


Ακόμα και μεγάλοι εντυπωσιάζονται, πλησιάζουν, μερικοί μπαίνουν μέσα προσεχτικά, μην πατήσουν τη λάσπη που μαζεύεται και τα σκουπίδια που όλο και κάποιος θα βρεθεί να πετάξει. Όπως όλα τα άγρια μέρη, το επισκέπτονται αυτοί που θα φάνε οπωσδήποτε τα τσιπς τους στο σημείο της μεγαλύτερης έντασης, σα να βρίσκονται στο σινεμά, και θα πετάξουν την άδεια σακούλα μαζί με το χρησιμοποιημένο χαρτομάντιλο. Κανένα μυστήριο δεν αντιστέκεται στη μπαναλιτέ των σκουπιδιών. Ακόμα κι ο Πάνας τρομάζει.





Παρασκευή 7 Μαρτίου 2025

Στη θέση του χωριού, τι;

Περπατώ στο πάρκο μια μέρα με κρύο και μπροστά μου μια μητέραμαλώνει το αγοράκι της. Δεν το μαλώνει ακριβώς, είναι μια πολύ δραματική στιγμή, την έχει κουράσει, εκείνη φωνάζει, εκείνο κλαίει απελπισμένο με λυγμούς σπαρακτικούς. Οι λυγμοί ενστικτωδώς είναι δυνατοί, μπορεί στο βάθος να θέλει να ακουστούν σε όλο το πάρκο, να επέμβει κάποιος, να σταματήσει το δράμα.

Ποιος, όμως, να επέμβει; Εγώ που περνάω αυτή τη στιγμή δίπλα; Πώς να το κάνω; Πώς γίνεται να τραβήξεις για λίγο, για δευτερόλεπτα, τα παιδιά από την απόλυτη εξουσία και αρμοδιότητα του γονιού τους;

Το παιδάκι είναι πολύ μικρό, το πολύ τριών ετών, ίσως δυόμισι. Το θέμα σύγκρουσης είναι ο πατέρας του, η μάνα έξαλλη του λέει να τον πάρει τηλέφωνο, το παιδάκι να πάρει τον πατέρα, να του πει ότι δεν τη θέλει, ότι προτιμά να μείνει μαζί του. Το παιδάκι δεν αντέχει τέτοιο περίπλοκο εκβιασμό, κλαίει, ουρλιάζει, ρουφάει τη μύξα του με σπασμένη αναπνοή και ξανακλαίει. Η μάνα του απλώνει το τηλέφωνό της με το ένα χέρι, «Πάρ’ τον λοιπόν, πάρ’ τον!»,λέει και ξαναλέει, και αυτό όλο θρηνεί.

Είναι πολύ ενοχλητικό, είναι αβάσταχτο, θέλει κανείς να της αρπάξει το παιδί από τα χέρια και να το πάρει αγκαλιά, να του σκουπίσει τα δάκρυα, αλλά πώς; Από μακριά εύχομαι να ηρεμήσει ώσπου να πλησιάσω, αλλά δεν υπάρχει περίπτωση, οι φωνές και το κλάμα συνεχίζονται αδιάπτωτα μέχρι που φτάνω κοντά τους. Περνάω δίπλα τους με το στομάχι σφιγμένο, δεν ενοχλείται καθόλου ο κυρίαρχος του παιχνιδιού, η έξαλλη μάνα δηλαδή, ενώ ήμουν τόσο κοντά δεν σταμάτησε, δεν γύρισε, δεν μου έδωσε καμία σημασία. Τους προσπερνάω γεμάτη ενοχές.

Πώς θα μπορούσα να επέμβω; Αν ήμουν άντρας, ας πούμε, θα ήταν πιο εύκολο; Τι φοβάμαι; Θα με έβριζε κι εμένα κατά πάσα πιθανότητα, δεν θα βοηθούσε η παρέμβασή μου, μπορεί να σταματούσε λίγο τις φωνές μέχρι να απομακρυνθώ, κι ύστερα να ξέσπαγε χειρότερα στο μικρό λέγοντάς του «Ορίστε τι έκανες, μας τη λένε τώρα και οι ξένες περαστικές!», κάτι τέτοιο. Χρόνια πριν, όταν ήμουν πιο νέα, πιο θαρραλέα και αυθόρμητη, είχα βάλει τις φωνές σε κάποιον που χτυπούσε το παιδί του στο δρόμο. Να μη σε νοιάζει εσένα, μου είχε απαντήσει άγρια, με νοιάζει γιατί παραβαίνεις το νόμο, είχα την (σπάνια για μένα) ετοιμότητα να αντιλέξω, απαγορεύεται να δέρνεις το παιδί σου! Φυσικά με είχε στολίσει με διάφορα επίθετα κατάλληλα για γυναίκες, αλλά κάπως είχε σταθεί, είχε πάρει ανάσα, κι είχε σταματήσει να το χτυπάει. Κι αν τότε η επόμενη στιγμή ήταν να πάει στο σπίτι με το παιδί κι εκεί αθέατος να το σπάσει στο ξύλο με την ησυχία του; Μπορούν να σταματήσουν να είναι βίαιοι οι γονείς που έχουν συνηθίσει τη βία στην καθημερινότητά τους; Αλλά μπορεί και να το σκέφτηκε λίγο, ήλπιζα, κι αφού ενημερώθηκε ότι ο νόμος απαγορεύει να χτυπά κανείς το ίδιο του το παιδί, να αποφάσισε να αλλάξει τακτική. Ποια εξέλιξη από τις δύο μοιάζει πιθανότερη;

Καθώς προχωράω λίγο ακόμα μπροστά από τη μάνα με το πιτσιρίκι που σπαράζει χωρίς εκείνη να χαμηλώνει ούτε τον τόνο της φωνής ούτε την επιθετική της διάθεση, ντρέπομαι πια πολύ. Δεν γίνεται να φύγω χωρίς να κάνω κάτι. Πρέπει να επεμβαίνετε, διάβασα συμβουλές ειδικών, ψυχολόγων, κοινωνιολόγων, δεν πρέπει να μένετε απαθείς όταν ένα παιδί υποφέρει από τους γονείς του, αν πέσει στην αντίληψή σας. Ναι, αλλά πώς; Πώς να το κάνουμε όταν ξέρουμε ότι τα παιδιά είναι απόλυτα εξαρτημένα από τους γονείς; Πώς να το κάνουμε έτσι που να βγει στ’ αλήθεια κάποιο θετικό αποτέλεσμα;

Εδώ μπροστά μου, και πλέον πίσω μου, γιατί έχω προσπεράσει, βλέπω καθαρά άσκηση σαδισμού από τη μάνα, που ποιος ξέρει τι ζόρια τραβάει από τον πατέρα του παιδιού της ή από τη ζωή της, πάνω σε ένα ανυπεράσπιστο κι εντελώς εξαρτημένο από αυτήν νήπιο. Κάτι ξεθυμαίνει επάνω του κι είναι φανερό ότι το απολαμβάνει με κάποιο διεστραμμένο τρόπο, η σκέψη ότι εκτίθεται δημόσια δεν την απασχολεί. Πώς να φερθεί ο περαστικός; Δεν μιλάμε καν για ξύλο, δεν το χτυπάει το παιδί, η φράση όμως που σφυροκοπάει καθώς εκείνο σπαράζει στο κλάμα είναι τόσο απειλητική που ένας Θεός ξέρει τι τραύματα του δημιουργεί, τι χαρακτήρα του πλάθει.

Τι κάνει κανείς εδώ και τώρα; Δεν ζούμε πια στην εποχή που το παιδί χρειαζόταν ένα χωριό για να μεγαλώσει. Τώρα οι γονείς έχουν πάρει τη θέση του χωριού και δεν ανέχονται επισκέπτες. Τώρα ακόμα και να χαμογελάσεις σε ένα παιδάκι στο δρόμο μπορεί να τους ενοχλήσει, ακόμα κι αν πεις μια απόλυτα φιλική κουβέντα από τη χαρά σου που βλέπεις παιδιά. Για να τους πιάσεις κουβέντα πρέπει να είσαι πολύ προσεχτικός και οι γονείς να είναι δίπλα. Είναι τόσο σπάνια η παρουσία παιδιών στην πόλη μας, που δεν κρατιέμαι όταν τα βλέπω, θέλω να τους χαμογελάσω, να πω μια τρυφερή φράση, κι όποτε το κάνω πάντα οι γονείς στραβοκοιτάζουν ενοχλημένοι.


Πρέπει να περάσει πολλή ώρα για να χαλαρώσουν, να βεβαιωθούν ότι δεν κινδυνεύουν από σένα, ότι δεν έχεις κακές προθέσεις, ότι μπορεί και να ωφεληθεί το παιδί από κάτι που θα του πεις ή θα του δώσεις, και φυσικά στην καθημερινότητα της πόλης δεν υπάρχει χρόνος για τέτοια. Ετσι είναι πια ο τρόπος που ζούμε, τα παιδιά δεν έχουν χωριό. Τα συμπονώ πολύ, ούτε κι εγώ είχα χωριό, αλλά τουλάχιστον καμιά φορά με άφηνε η μάνα μου στη γειτόνισσα. Τώρα κάτι τέτοιο θέλει ανθρώπους ικανούς για μεγάλες υπερβάσεις.


Καθώς οι φωνές και το κλάμα συνεχίζονται και με τραβούν από το στομάχι δεν αντέχω να συνεχίσω να περπατώ σαν να είμαι τυφλή και κουφή, σταματώ και κάνω μεταβολή. Στέκομαι ακίνητη και την κοιτάζω τη μάνα, χωρίς να μιλάω, περιμένοντας. Αυτή συνεχίζει, αγνοεί την ύπαρξή μου, αλλά κι εγώ το αποφάσισα, δεν σαλεύω. Σταυρώνω και τα χέρια στο στήθος, σαν δασκάλα που περιμένει να της πει κάποιος το μάθημα είσαι, λέω στον εαυτό μου, αλλά μένω έτσι. Η μάνα απτόητη. Σιγά μη σκάσει που κάποια άγνωστη την παρατηρεί. Ωστόσο, σαν να κουράστηκε. Σαν να παίρνει ανάσα, σαν να θέλει να πιει νερό. Στέκεται λίγα δευτερόλεπτα σιωπηλή, κάτι ψάχνει στην τσάντα, βάζει το τηλέφωνο μέσα. Το μωρό κλαίει ακόμα. Εκείνο δεν κουράζεται. Τα βρέφη και τα νήπια έχουν διαφραγματική αναπνοή, μπορούν να φωνάζουν με τις ώρες. Δεν είναι βρέφος, ίσως σιγά-σιγά να τη χάνει τη διαφραγματική αναπνοή, πνίγεται από τους λυγμούς που έχουν γίνει μηχανική επανάληψη. Η μάνα τού λέει «Σκάσε πια!», αλλά εκείνο συνεχίζει. Είναι η πιο ήρεμη στιγμή του περιστατικού.


Σηκώνει στιγμιαία το κεφάλι και με κοιτάζει, αστραπιαία απομακρύνει το βλέμμα. Στέκομαι λίγο ακόμα, τη βλέπω να χαμηλώνει προς το πιτσιρίκι, δεν φωνάζει πια αλλά είναι γεμάτη νεύρα. Εκείνο κλαίει. Δεν αντέχω να μείνω άλλο, ξανά μεταβολή και φεύγω. Αν πήγαινα κοντά της και τη ρωτούσα «Μήπως χρειάζεστε κάτι;», άραγε θα ήταν καλύτερα; Ισως κι αυτή να ήθελε έναν άνθρωπο να πει τον πόνο της, αν και ήταν τόσο έξαλλη που μάλλον θα είχε διάθεση να με δαγκώσει.

Θα ήθελα πολύ να έχω οδηγίες χρήσεως για τέτοιες καταστάσεις. Ας μας έλεγε εκείνη η ειδικός που συμβουλεύει να επεμβαίνουμε, πώς μπορεί να γίνεται αυτό; Πώς να γλιτώνεις τα παιδιά από τη βαρβαρότητα των γονιών τους, ή καλύτερα ας μην είμαστε τόσο φιλόδοξοι, γιατί δεν μπορεί κανείς στην πραγματικότητα να ελέγξει τη γονεϊκή εξουσία, ας πούμε απλώς πώς να απαλύνεις λίγο, ελάχιστα, τη διάθεσή τους να τα βασανίσουν, να τα τραυματίσουν, να τα κακοποιήσουν; Πώς να επέμβει κανείς έτσι ώστε να μη δημιουργήσει χειρότερη κακοποίηση αλλά να κατευνάσει τη μανία; Υπάρχει τρόπος; Να βρούμε κάτι, να κάνουμε ένα κίνημα, να το ονομάσουμε Δημιουργία Αναγκαίου Χωριού, κάτι τέτοιο. Χρειάζεται ένα χωριό για να μεγαλώσει ένα παιδί. Στη θέση του χωριού τι να βάλουμε;


 

Τρίτη 4 Μαρτίου 2025

Αέναη μείωση κόστους

Στα σούπερ μάρκετ της Βρετανίας οι ταμίες τείνουν να καταργηθούν. Πρέπει να πηγαίνεις τα ψώνια σου σε αυτόματα μηχανήματα, να τα περνάς μόνος σου ένα- ένα σε σκάνερ, κι αν είναι φρούτα να βρίσκεις μόνος σου πώς ακριβώς λέγονται, να τα μετράς, να μην κάνεις λάθη. Κάθε φορά κάτι κάνω λάθος και περιμένω μπροστά σε μια μηχανή που σφυρίζει ή μουγκρίζει σα δράκος να έρθει κάποιος βιαστικός υπάλληλος να διορθώσει την κατάσταση. Στο μεταξύ, θέλοντας και μη, έχω ενοχές, αισθάνομαι ηλίθια και ταυτοχρόνως θυμώνω, διότι ξέρω πολύ καλά ότι με έχουν βάλει να κάνω δουλειά που ήταν δική τους, μας έχουν βάλει όλους να αντικαθιστούμε τους ταμίες, όπως αντικατέστησαν τους πωλητές. Έχει αρχίσει και στην Αθήνα η μόδα αυτή, την οποία είμαι αποφασισμένη να πολεμήσω συστηματικά, κι ας περιμένω σε μεγάλες ουρές για το κανονικό ταμείο. Φαντάζομαι διάφορους κοστουμαρισμένους μανατζαρέους γύρω σε μεγάλα τραπέζια να υπολογίζουν πόσα κέρδη παραπάνω θα έχουν τα μαγαζιά τους όταν θα καταφέρουν να υποχρεώσουν όλους τους αγοραστές να κάνουν τις δουλειές που θα έπρεπε να κάνουν οι ταμίες, και φουντώνω. Ένας τρόπος να τους αναγκάζεις κάθε φορά να καθυστερούν, αν υποθέσουμε ότι θα καταφέρεις να μην κάνεις λάθος σε τίποτε άλλο, είναι να παίρνεις κάθε φορά κάτι με αλκοόλ, είναι τότε υποχρεωμένοι να έρχονται να διαπιστώσουν αν είσαι πάνω από 18, και τουλάχιστον απολαμβάνεις την αναμονή με λίγο σαδισμό, αντί να σε πνίγουν οι ηλίθιες ενοχές. Έχω αποφασίσει να το κάνω ανελλιπώς. Έγινε αλκοολική πολεμώντας το σύστημα, θα γράψουν στον τάφο μου.

Αποχαιρετισμός

Και τώρα όλοι είναι αναμνήσεις και ιστορίες, ο παππούς που λάτρευα, η γιαγιά που δεν γνώρισα και η αδερφή της που τη γνώρισα, η μαμά μου και οι θείες μου, και οι άλλες θείες, οι ξαδέρφες τους, αφού πέθανε σήμερα και η τελευταία της γενιάς τους, το μικρό κοριτσάκι στα γόνατα του μπαμπά της, η θεία μου Μάτα. Θεσσαλοί από το Πήλιο κι από τον θεσσαλικό κάμπο, εσωτερικοί μετανάστες στο Αγρίνιο, ποζάρουν εδώ στην εξοχή, στις διακοπές που έκαναν στη Ναύπακτο, και δεν ξέρω γιατί έχουν τόσο μελαγχολικό ύφος. Μόνο η θεία Νίτσα χαμογελάει, το κορίτσι με τα ποιήματα, μπορούσε να σου σκαρώσει ένα στα γρήγορα με το που την έβλεπες. Αντίο, υπόσχομαι να σας θυμάμαι, να σας αγαπώ, να σας αναγνωρίζω στα πρόσωπα των παιδιών, των εγγονιών, των δισέγγονων σας, όλων των κατιόντων τέλος πάντων, και να τους λέω την ιστορία σας.


 

Κυριακή 23 Φεβρουαρίου 2025

To πεπρωμένο της όπερας

Μου αρέσει η όπερα, πηγαίνω πάντα με λαχτάρα στην αίθουσα της Λυρικής, της παλιάς και της καινούργιας, αφού έχω βγάλει εισιτήρια αμέσως μόλις ανοίγει η προπώληση. Τρέχω, κυριολεκτικά τρέχω στον πεζόδρομο που πάει από το Γκάζι στο Φάληρο, συνδυάζω την έξοδο με γυμναστική σα να λέμε, κάνω τη διαδρομή γεμάτη προσδοκία. Θεωρώ πως τα τελευταία χρόνια το επίπεδο των μουσικών και των τραγουδιστών ανεβαίνει, πάντα άψογος δημιουργείται στις αίθουσες ο ήχος, είμαστε προνομιούχοι που σε σχετικά προσιτές τιμές μπορούμε στην Αθήνα να απολαμβάνουμε το είδος στα καλύτερα του. Ωστόσο, μέσα στην τρεχάλα και την προσδοκία καραδοκεί ένας μικρούλης φόβος, φόβος για τη σκηνοθεσία. Είναι το πεπρωμένο της όπερας ως είδους τα τελευταία χρόνια να υπόκειται σε διάφορες ιδέες σκηνοθετών που κάτι θέλουν να δείξουν βαθύτερο από την πλοκή που η ίδια η όπερα διαθέτει, κάτι πιο διαχρονικό, κάτι πιο βαθύ, κάτι πιο εκτός χρόνου και τόπου, πανανθρώπινο βεβαίως, κάτι που θα μας ευαισθητοποιήσει περισσότερο από την ίδια τη μουσική, την άρια, τη συγκίνηση που μπορεί να προκαλέσει. Κι έτσι βλέπουμε σκηνικά περίεργα και κοστούμια αναχρονιστικά και διάφορες επεμβάσεις εικόνας που τονίζουν το μήνυμα που θέλει να δώσει ο σκηνοθέτης. Ας πούμε στα παραμύθια του Χόφμαν υπήρχε προβολή σε γιγαντοοθόνες σκηνών από κάτι σαν ιδεατό πορνείο (λέω εγώ ιδεατό, γιατί δεν νομίζω ότι υπάρχουν τέτοια πορνεία, αλλά δεν είμαι και ειδική) με γκρο πλαν μελών γυναικείων σωμάτων στολισμένων με τα παραδοσιακά αξεσουάρ, τύπου φτερά στρουθοκαμήλου, μαύρα αποκαλυπτικά εσώρουχα και δεν συμμαζεύεται. Έκλεινα τα μάτια και άκουγα τη μουσική, αλλά όσο νάναι, δυσκολεύτηκα στην παρακολούθηση. Εντάξει, υπάρχει η ιστορία, το παραμύθι μάλλον του Χόφμαν, με την courtisane, αλλά δεν χρειαζόταν να μας περιλούζουν με τόσο γκροπλαν, θεωρώ προσωπικά. Όι σκηνοθέτες όπερας μας επιφυλάσσουν πλέον καταστάσεις μπρεχτικές στις παραστάσεις. Μας χαρίζουν παραξένισμα και δεν αρκούνται σε ένα ή δυο. Στη Μποέμ ήταν πολύ παράξενο που για να ζεσταθούν οι παριζιάνοι καλλιτέχνες στη σοφίτα τους αποφάσισε ο ποιητής να κάψει το χειρόγραφό του πετώντας το κατευθείαν στο πάτωμα. Βέβαια, ανέβηκε το σασπένς, θα πάρει φωτιά το σκηνικό, δεν θα πάρει; Δεν πήρε. Καλή δουλειά είχε κάνει ο σκηνογράφος. Στη δεύτερη πράξη ένα κοτετσόσυρμα όριζε δυο χώρους που στάθηκε αδύνατον να καταλάβω τι ακριβώς ήταν, ή τι συμβόλιζαν, κρίμα. Στη δε τελευταία σκηνή, όταν η Μιμή λίγο πριν πεθάνει ζητάει ένα μανσόν να ζεστάνει τα χεράκια της και αποφασίζει ένας από την παρέα των μποέμ να πουλήσει το παλτό του για να της το αγοράσουν, εμφανίζεται δε σε λίγο με ένα Αγιοβασιλιάτικο σκουφί από αυτά τα απολύτως ψεύτικα, και της το δίνει για μανσόν, εκεί νομίζω το’πιασα το υπονοούμενο: κάτι για τον πληθωρισμό ήθελε να πει, πουλάς παλτό κι αγοράζεις χάρτινο παιδικό σκουφάκι. Η «Δύναμη του πεπρωμένου» με μπέρδεψε ακόμα πιο πολύ. Στην ιστορία υπάρχει ένας πατέρας μ’ ένα γιο και μια κόρη, η πλοκή στηρίζεται σε αυτή τη σχέση. Στο πρόγραμμα πληροφορούμαστε ότι η παράσταση θέλει να περάσει αντιπολεμικό μήνυμα, γι αυτό μεταφέρεται στον Α Παγκόσμιο Πόλεμο, που ήταν χειρότερος από τους άλλους (ή καλύτερος, πάρτε το όπως θέλετε). Εντάξει, αλλά γιατί ο πατέρας από μαρκήσιος γίνεται στην παράσταση καρδινάλιος; Οι καρδινάλιοι δεν τεκνοποιούν, από όσο ξέρω. Και τι ήθελε να πει το βιντεάκι της εισαγωγής, με τη γυναίκα που κρατούσε αγκαλιά ένα μωρό, ύστερα εμφανίστηκε ένα κοριτσάκι, ύστερα ένας επίσκοπος με κάτι καλογέρους την τράβηξαν με απονιά από τα παιδιά, κι έδωσαν το μωρό στο κοριτσάκι; Είχε κάνει εξώγαμα ο καρδινάλιος; Έτσι είχε αποφασίσει να παρέμβει στην πλοκή η σύγχρονη σκηνοθεσία; Και γιατί άραγε; Τι μήνυμα περιείχε αυτό; Έσπαγα το κεφάλι μου σε όλη τη διάρκεια της παράστασης, αλλά δεν έβγαλα συμπέρασμα. Προσπάθησα να συγκεντρωθώ στη μουσική, αλλά η απορία με έτρωγε. Παραξένισμα και πάλι παραξένισμα. Είναι φαίνεται το πεπρωμένο της όπερας, δεν μπορεί να ανέβει χωρίς το κατιτίς σε παρέμβαση και άποψη του σκηνοθέτη. Ας πιστεύεις εσύ όσο θέλεις ότι μέσα στην εποχή του το έργο είναι πιο αληθινό, η συγκίνηση πιο πειστική, έχεις ξεπεραστεί από τα γεγονότα και τις τάσεις. Να είσαι ευχαριστημένη που η μουσική δεν αλλάζει, που δεν σκέφτηκε κανείς να βάλει μικρόφωνα στη σκηνή, ή καινούργια όργανα στην ορχήστρα, να κλείνεις τα μάτια και να απολαμβάνεις. Αυτό κάνω βέβαια. Εννοείται. Κι όταν ανεβαίνουν παραστάσεις όπως του Αντρέ Σενιέ, με τους όρθιους γιακάδες της περιόδου της γαλλικής επανάστασης, είμαι ευγνώμων. Δεν είναι ότι θέλω να βλέπω τις όπερες σαν διαρκείς ιεροτελεστίες του ίδιου μύθου, αν και υπάρχει κάτι τέτοιο στο βάθος της σύλληψης τους, της ιδέας που δημιούργησε τις όπερες κατ’ αρχήν. Είναι πως η συγκίνηση που προκαλεί η μουσική, η ανθρώπινη φωνή, αυτά τα μέσα από μόνα τους, είναι τόσο ισχυρή που θα περίμενα και οι σκηνοθέτες πριν μας παραξενίσουν με κάποιο άσχετο εύρημα, να την έχουν νιώσει και να την έχουν σεβαστεί κάπως.

Παρασκευή 21 Φεβρουαρίου 2025

Aς βάλω κι εγώ αυτή τη φωτογραφία, επειδή έτσι όπως την είδα να περνάει στο σημερινό χάζεμα σχεδόν ξανάνιωσα εκείνο το γλυκό ξάφνιασμα που είχα νιώσει τότε, πενήντα χρόνια πριν, όταν ανακάλυψα ότι στ' αλήθεια γεννιόταν φοιτητικό κίνημα. Είχα νιώσει τόση μοναξιά τα πρώτα χρόνια της φοιτητικής μου ζωής, με είχε πιάσει τέτοια απελπισία, δεν κατάφερνα, στη Θεσσαλονίκη που είχαμε πάει, εκεί είχαμε περάσει, να πέσω πάνω σε έναν άνθρωπο που να μπορούμε να μιλήσουμε πολιτικά χωρίς φόβο. Ποιος θα ήταν, τι καπνό φουμάριζε, κι αν μας κάρφωνε; Που τι θα κάρφωνε δηλαδή, μόνο τις σκέψεις μας. Κι ύστερα σιγά -σιγά, κάτι άρχισε να γίνεται. Βέβαια ήταν στη Θεσσαλονίκη, όπως και στην Αθήνα, κάπως περίεργο, ξεκίνησε από Συλλόγους επαρχιωτών φοιτητών, Σύλλογος Κρητών ας πούμε. Σύλλογος Αθηναίων δεν υπήρχε, όμως πια ήταν ξεκάθαρο πως δεν ήμασταν μόνοι μας. Αυτά που θέλαμε τα ήθελαν κι άλλοι. Ήμασταν η φοιτητιώσα νεολαία! Και τα φοιτητικά αιτήματα έκρυβαν ελάχιστα το πολιτικό αίτημα: Θέλαμε Δημοκρατία! Τι ευτυχία ήταν εκείνη η αίσθηση, ότι ήμασταν επιτέλους πραγματικοί, όχι φαντασίες απομονωμένων κοριτσιών εκτός πραγματικότητας, αλλά πρωτοπορεία ενός κινήματος. Ακόμα ξαφνιάζομαι που το θυμάμαι και το βλέπω στις φωτογραφίες.

Δευτέρα 3 Φεβρουαρίου 2025

Οδός Σπυρίδωνος Τρικούπη

 Όποτε περνάω από τη Σπυρίδωνος Τρικούπη, κάνοντας σλάλομ από το ένα πεζοδρόμιο στο άλλο, και αναγκαστικά περνώντας από το δρόμο εκεί που το «διατηρητέο» νεοκλασικό ερείπιο έχει στηριχτεί με σκαλωσιά που καταργεί το πεζοδρόμιο, ονειρεύομαι τον ίδιο τον Σπυρίδωνα Τρικούπη, τον πολιτικό της Επανάστασης, να βγαίνει από τον τάφο του και να εμφανίζεται ως πελώριο φάντασμα στο δρόμο που φέρει το όνομα του, να στέκεται στη μέση και να βροντοφωνάζει ότι δεν έκανε την Επανάσταση για να γίνει τέτοιος δρόμος, ότι οι άνθρωποι που αναγκάζονται να κυκλοφορούν έτσι στην πόλη που παριστάνει την πρωτεύουσα του κράτους που έχτισε, αναπτύσσουν χαρακτήρα παθητικό και υποτακτικό, ότι δεν θα ησυχάσει η ψυχή του αν δεν βρουν οι δήμαρχοι τρόπο να κάνουν τα πεζοδρόμια της πόλης άξια των πολιτών. Τέτοια πράγματα.

Μ’ αυτά και μ’ εκείνα, και μέχρι να διατυπώσω τις φράσεις που ακούω στο μυαλό μου, άντε, έφτασα στην πλατεία και κόβω Θεμιστοκλέους, όπου ο επώνυμος στρατηγός δεν μιλάει γιατί έχει φύγει οδοιπόρος για τα Σούσα.



Πέμπτη 16 Ιανουαρίου 2025

Η πρόεδρος που μας έκανε περήφανες

 Παρακολουθώντας το αποχαιρετιστήριο βίντεο της Κατερίνας Σακελλαροπούλου δεν μπορώ να μη θυμηθώ κάτι που λέγαμε πριν δεκαετίες για τις γυναίκες που θέλουν να αναδειχθούν σε θέσεις παραδοσιακά αντρικές: θα πρέπει να είναι πολύ καλύτερες από τους καλύτερους άντρες για να τις παραδεχτούν, κι όταν συμβεί κάτι τέτοιο  θα έχουν να αντιμετωπίσουν κάθε είδους συγκατάβαση, λες και είναι χειρότερες από τους χειρότερους.

Έτσι ήταν η πρόεδρος μας κι έτσι και χειρότερα αντιμετωπίστηκε. Σε κάθε της δημόσια στιγμή άκουγες τα πιο απίθανα σχόλια, για την εμφάνιση της, τα ρούχα της, το ύψος της, το χτένισμα της, κι όλα τυλιγμένα σε οικειότητα που ποτέ δεν είχε εκφραστεί για κανέναν από τους προηγούμενους προέδρους, όλους άντρες. Υπήρχε  σεβασμός για τη θέση του προέδρου Δημοκρατίας, στο κάτω- κάτω είναι θέση συμβολική, είναι το πολίτευμα μας, και δεν το αποκτήσαμε εύκολα. Πάνω από ενάμιση αιώνα παιδευόμασταν με πίσω- μπρος βασιλείες, δικτατορίες, εκθρονίσεις, κι άντε πάλι απ΄την αρχή, μέχρι να σταθεροποιηθούμε.

Σε κάποιους δεν άρεσε που η πρόεδρος δεν παρενέβη να σταματήσει το νόμο για τον γάμο ομοφυλοφίλων, λες και ήταν αρχιεπίσκοπος, σε άλλους που φωτογραφήθηκε μπροστά στον φράχτη του Έβρου. Ο φράχτης στον Έβρο κι εμένα δεν μου αρέσει, και έχω πολλές ιδέες να προτείνω για την υποδοχή των μεταναστών αλλά δεν είμαι πρόεδρος της Δημοκρατίας, οπότε προσπαθώ να καταλάβω γιατί είχε συμβολικό βάρος η στήριξη μιας επιλογής του κράτους πάνω στα σύνορα του, έστω κι αν εγώ διαφωνώ. Σε κάθε της άλλη εμφάνιση πάντως που έτυχε να δω, είτε όταν επιθεωρούσε φρουρές, τόσο αλλιώτικο σώμα μπροστά στους ένστολους, είτε όταν δεχόταν προσφυγάκια στο προεδρικό Μέγαρο, είτε όταν επισκεπτόταν χωριά και πόλεις και ιδρύματα, κάθε της λόγος ήταν πλούσιος σε πληροφορίες, σε σημασίες, σε ουσία, και είχε βάρος συμβολικό, ακριβώς όπως πρέπει. Γιατί ήταν σημαντικό να μνημονεύσει κάποιον σπουδαίο καλλιτέχνη που πέθανε, γιατί ήταν σημαντικό να εμψυχώσει τους φαντάρους, τους υπαλλήλους διαφόρων ιδρυμάτων, τους κατοίκους μακρινών νησιών, γιατί ήταν σημαντικό να δεξιωθεί την αριστούχο μικρή Αρμένισσα, γιατί ήταν σημαντικό να ανοίξει τον κήπο του μεγάρου. Κάθε της φράση ήταν πλούτος και συμπάθεια. Μάθαμε και καταλάβαμε, και αγκαλιάσαμε μαζί της όψεις και θεσμούς και αξίες της Ελλάδας, καταστάλαξαν μέσα μας οι σημασίες τους. Είχε βρει τον τρόπο να ζυγίζει και να αποδίδει στα πράγματα που απαρτίζουν την πολιτική και κοινωνική μας ζωή το σωστό τους βάρος. Μας έκανε να το συναισθανθούμε. Κανένας πριν από αυτήν δεν το είχε κατορθώσει αυτό, δεν το είχε καν επιχειρήσει, όσο συμπαθής, όσο σημαντικός και σωστός κι αν υπήρξε στη θητεία του.

Δεν ήταν πολιτικός να ξέρει να γίνεται ευχάριστη, ήταν δικαστής, ήταν αυστηρή, ήξερε τους θεσμούς και τη σημασία τους και μια δεύτερη θητεία θα ήταν ιδανική για να τους μάθουμε κι εμείς οι πολίτες συνεχίζοντας να παρακολουθούμε κάθε της κίνηση. Το όνομα της δεν μπαίνει όμως καν στη λίστα των υποψηφίων και αισθάνομαι σα να κλείνει μια πόρτα πολιτικής συνειδητοποίησης για τον απλό πολίτη, όπως είμαι εγώ, και πολλοί ακόμα με τους οποίους συνομιλώ αυτές τις μέρες.

Η θέση του προέδρου της Δημοκρατίας είναι στην Ελλάδα κυρίως συμβολική. Συχνά η Δημοκρατία συμβολίζεται στην τέχνη από γυναίκα, όπως κι η ελευθερία. Σκέπτομαι ας πούμε την Ελευθερία του Ντελακρουά που οδηγεί το λαό, ψηλή, σαρκώδη, επιβλητική, ή το μπούστο της Μαριάννας της Δημοκρατίας με το φρυγικό σκούφο, που κάθε τόσο τα χαρακτηριστικά της άλλαζαν για να γίνει ακόμα πιο όμορφη. Καμία σχέση με την Κατερίνα Σακελλαροπούλου, μια αληθινή γυναίκα, που όπως όλες μας πάλεψε στη ζωή της με τα χαρακτηριστικά που της έδωσε η φύση και με τα στερεότυπα που μας περίμεναν στη γωνία άμα τη εμφανίσει της εφηβείας μας, και κατάφερε να ανέβει τα σκαλοπάτια της καριέρας της ως γυναίκα, με δουλειά και σοβαρότητα. Όταν την έβλεπα στις φωτογραφίες των επισήμων και ανεπισήμων δράσεων της μου φαινόταν πιο δυνατό σύμβολο από τη Μαριάννα, την ελευθερία του Ντελακρουά κι όλες τις ωραίες προσωποποιήσεις του θεσμού. Γιατί η Δημοκρατία είναι έτσι, παλεύει με αυτά που έχει και αντιμετωπίζει συνεχώς τα στερεότυπα. Με έκανε περήφανη η κυρία Κατερίνα Σακελλαροπούλου. Λυπάμαι πολύ που θα χάσω τη συγκίνηση και τη μαθητεία.


Σάββατο 11 Ιανουαρίου 2025

Καισαριανή

Το μοναστήρι φτιάχνεται!. Τι χαρά να το βρίσκεις ανοιχτό μετά από λίγο περπάτημα στα μονοπάτια του Υμηττού, και μέσα ανακαινισμένα τα κελιά και καθαρισμένες τις τοιχογραφίες της εκκλησίας, ασβεστωμένη την τραπεζαρία και με ράμπα για καροτσάκια. 

Τι θέλει ο άνθρωπος για να είναι ευτυχισμένος; Λίγο περπάτημα στο βουνό και φροντισμένα μνημεία.

Και μια συγκοινωνία της προκοπής για να μπορεί να κάνει τέτοιες εξορμήσεις. Πολλά θέλει τελικά ο άνθρωπος.


 

Οδύσσειες της στεριάς

Θυμήθηκα τώρα, καθώς βάφω αυτά τα κάγκελα και έρχονται παλιές εικόνες σαν στρώσεις μπογιάς που αποκαλύπτονται αντί απλώς να καλύπτονται, θυμ...