Πέμπτη 16 Ιανουαρίου 2025

Η πρόεδρος που μας έκανε περήφανες

 Παρακολουθώντας το αποχαιρετιστήριο βίντεο της Κατερίνας Σακελλαροπούλου δεν μπορώ να μη θυμηθώ κάτι που λέγαμε πριν δεκαετίες για τις γυναίκες που θέλουν να αναδειχθούν σε θέσεις παραδοσιακά αντρικές: θα πρέπει να είναι πολύ καλύτερες από τους καλύτερους άντρες για να τις παραδεχτούν, κι όταν συμβεί κάτι τέτοιο  θα έχουν να αντιμετωπίσουν κάθε είδους συγκατάβαση, λες και είναι χειρότερες από τους χειρότερους.

Έτσι ήταν η πρόεδρος μας κι έτσι και χειρότερα αντιμετωπίστηκε. Σε κάθε της δημόσια στιγμή άκουγες τα πιο απίθανα σχόλια, για την εμφάνιση της, τα ρούχα της, το ύψος της, το χτένισμα της, κι όλα τυλιγμένα σε οικειότητα που ποτέ δεν είχε εκφραστεί για κανέναν από τους προηγούμενους προέδρους, όλους άντρες. Υπήρχε  σεβασμός για τη θέση του προέδρου Δημοκρατίας, στο κάτω- κάτω είναι θέση συμβολική, είναι το πολίτευμα μας, και δεν το αποκτήσαμε εύκολα. Πάνω από ενάμιση αιώνα παιδευόμασταν με πίσω- μπρος βασιλείες, δικτατορίες, εκθρονίσεις, κι άντε πάλι απ΄την αρχή, μέχρι να σταθεροποιηθούμε.

Σε κάποιους δεν άρεσε που η πρόεδρος δεν παρενέβη να σταματήσει το νόμο για τον γάμο ομοφυλοφίλων, λες και ήταν αρχιεπίσκοπος, σε άλλους που φωτογραφήθηκε μπροστά στον φράχτη του Έβρου. Ο φράχτης στον Έβρο κι εμένα δεν μου αρέσει, και έχω πολλές ιδέες να προτείνω για την υποδοχή των μεταναστών αλλά δεν είμαι πρόεδρος της Δημοκρατίας, οπότε προσπαθώ να καταλάβω γιατί είχε συμβολικό βάρος η στήριξη μιας επιλογής του κράτους πάνω στα σύνορα του, έστω κι αν εγώ διαφωνώ. Σε κάθε της άλλη εμφάνιση πάντως που έτυχε να δω, είτε όταν επιθεωρούσε φρουρές, τόσο αλλιώτικο σώμα μπροστά στους ένστολους, είτε όταν δεχόταν προσφυγάκια στο προεδρικό Μέγαρο, είτε όταν επισκεπτόταν χωριά και πόλεις και ιδρύματα, κάθε της λόγος ήταν πλούσιος σε πληροφορίες, σε σημασίες, σε ουσία, και είχε βάρος συμβολικό, ακριβώς όπως πρέπει. Γιατί ήταν σημαντικό να μνημονεύσει κάποιον σπουδαίο καλλιτέχνη που πέθανε, γιατί ήταν σημαντικό να εμψυχώσει τους φαντάρους, τους υπαλλήλους διαφόρων ιδρυμάτων, τους κατοίκους μακρινών νησιών, γιατί ήταν σημαντικό να δεξιωθεί την αριστούχο μικρή Αρμένισσα, γιατί ήταν σημαντικό να ανοίξει τον κήπο του μεγάρου. Κάθε της φράση ήταν πλούτος και συμπάθεια. Μάθαμε και καταλάβαμε, και αγκαλιάσαμε μαζί της όψεις και θεσμούς και αξίες της Ελλάδας, καταστάλαξαν μέσα μας οι σημασίες τους. Είχε βρει τον τρόπο να ζυγίζει και να αποδίδει στα πράγματα που απαρτίζουν την πολιτική και κοινωνική μας ζωή το σωστό τους βάρος. Μας έκανε να το συναισθανθούμε. Κανένας πριν από αυτήν δεν το είχε κατορθώσει αυτό, δεν το είχε καν επιχειρήσει, όσο συμπαθής, όσο σημαντικός και σωστός κι αν υπήρξε στη θητεία του.

Δεν ήταν πολιτικός να ξέρει να γίνεται ευχάριστη, ήταν δικαστής, ήταν αυστηρή, ήξερε τους θεσμούς και τη σημασία τους και μια δεύτερη θητεία θα ήταν ιδανική για να τους μάθουμε κι εμείς οι πολίτες συνεχίζοντας να παρακολουθούμε κάθε της κίνηση. Το όνομα της δεν μπαίνει όμως καν στη λίστα των υποψηφίων και αισθάνομαι σα να κλείνει μια πόρτα πολιτικής συνειδητοποίησης για τον απλό πολίτη, όπως είμαι εγώ, και πολλοί ακόμα με τους οποίους συνομιλώ αυτές τις μέρες.

Η θέση του προέδρου της Δημοκρατίας είναι στην Ελλάδα κυρίως συμβολική. Συχνά η Δημοκρατία συμβολίζεται στην τέχνη από γυναίκα, όπως κι η ελευθερία. Σκέπτομαι ας πούμε την Ελευθερία του Ντελακρουά που οδηγεί το λαό, ψηλή, σαρκώδη, επιβλητική, ή το μπούστο της Μαριάννας της Δημοκρατίας με το φρυγικό σκούφο, που κάθε τόσο τα χαρακτηριστικά της άλλαζαν για να γίνει ακόμα πιο όμορφη. Καμία σχέση με την Κατερίνα Σακελλαροπούλου, μια αληθινή γυναίκα, που όπως όλες μας πάλεψε στη ζωή της με τα χαρακτηριστικά που της έδωσε η φύση και με τα στερεότυπα που μας περίμεναν στη γωνία άμα τη εμφανίσει της εφηβείας μας, και κατάφερε να ανέβει τα σκαλοπάτια της καριέρας της ως γυναίκα, με δουλειά και σοβαρότητα. Όταν την έβλεπα στις φωτογραφίες των επισήμων και ανεπισήμων δράσεων της μου φαινόταν πιο δυνατό σύμβολο από τη Μαριάννα, την ελευθερία του Ντελακρουά κι όλες τις ωραίες προσωποποιήσεις του θεσμού. Γιατί η Δημοκρατία είναι έτσι, παλεύει με αυτά που έχει και αντιμετωπίζει συνεχώς τα στερεότυπα. Με έκανε περήφανη η κυρία Κατερίνα Σακελλαροπούλου. Λυπάμαι πολύ που θα χάσω τη συγκίνηση και τη μαθητεία.


Σάββατο 11 Ιανουαρίου 2025

Καισαριανή

Το μοναστήρι φτιάχνεται!. Τι χαρά να το βρίσκεις ανοιχτό μετά από λίγο περπάτημα στα μονοπάτια του Υμηττού, και μέσα ανακαινισμένα τα κελιά και καθαρισμένες τις τοιχογραφίες της εκκλησίας, ασβεστωμένη την τραπεζαρία και με ράμπα για καροτσάκια. 

Τι θέλει ο άνθρωπος για να είναι ευτυχισμένος; Λίγο περπάτημα στο βουνό και φροντισμένα μνημεία.

Και μια συγκοινωνία της προκοπής για να μπορεί να κάνει τέτοιες εξορμήσεις. Πολλά θέλει τελικά ο άνθρωπος.


 

Παρασκευή 10 Ιανουαρίου 2025

Αντίο κύριε Κώστα

 Πρώτη φορά στη ζωή μου κλαίω για θάνατο πολιτικού. Μα μήπως κλαίω για κάτι άλλο, εκείνη την ελπίδα που είχαμε με το Σημίτη πρωθυπουργό ότι θα γινόταν εκσυγχρονισμός, θα γινόμασταν σοβαρή χώρα, μπήκαμε και στο ευρώ, μας περίμεναν τα καλύτερα, τη σιγουριά εκείνη την αφελή, που χάθηκε; 

Μα από την πρώτη στιγμή, από τις πρώτες μέρες που είχε εκλεγεί είχαν αρχίσει τα όργανα, τα Ιμια πρώτα και καλύτερα, θυμάμαι να οδηγώ και να ακούω ότι ευχαριστούσε τους Αμερικάνους για την παρέμβαση τους και να σκέφτομαι τι έχει να ακούσει τώρα γι αυτή την ειλικρινή πρόταση από όλους τους νταήδες που κυκλοφορούσαν στην πολιτική.. 

Ήταν ακριβώς το αντίθετο από τους πολιτικούς που λατρεύονται καλλιεργώντας την εικόνα τους, που αναπτύσσουν τη «σχέση αγάπης με το λαό» εκείνος σεβόταν τους πολίτες και ήθελε να σεβόμαστε τον εαυτό μας. Δεν έμοιαζε καθόλου με τον Παπανδρέου, κι όμως κατέφερε να εκλεγεί δυο φορές πρωθυπουργός, που σημαίνει ότι υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που μπορούσαν να τον εκτιμήσουν. 

Ήμουν κι εγώ από αυτούς που αμέσως μόλις εξελέγη στο ΠΑΣΟΚ άρχισα να το ψηφίζω ,ήμασταν πολλοί εξ αριστερών που το κάναμε.  Ξέρω πως ήμασταν πολλοί που χαρήκαμε τότε, και στραφήκαμε τότε, και ελπίσαμε πολλά, και συμπαρασταθήκαμε με όποιον τρόπο μπορούσαμε, που εκτιμήσαμε κάθε στιγμή της μεγάλης προσπάθειας που έκανε, ενάντια και σε στελέχη του κόμματος του ακόμα. 

Ναι, για όλα αυτά και την κατηφόρα που πήραμε ύστερα, τα θυμάμαι και δεν μπορώ να σταματήσω να κλαίω, αλλά και για τον ίδιο τον κύριο Κώστα, λες και είχαμε γίνει φίλοι. Τον αγάπησα πολύ. Αυτή την ήσυχη, σοβαρή παρουσία που αξιωθήκαμε. 

Κάποτε είχαμε ανακαλύψει με τον Δημήτρη ότι ο πατέρας του, μάλλον ο παππούς του, ήταν από τη Δράκεια, το χωριό της γιαγιάς μου στο Πήλιο. Ήμασταν και πατριωτάκια λοιπόν.



Πέμπτη 9 Ιανουαρίου 2025

Η κηδεία του Σημίτη

 Περπατήσαμε σήμερα πολλοί από τη Μητρόπολη ως το Α Νεκροταφείο για να αποχαιρετήσουμε τον Κώστα Σημίτη, και μας έκανε καλό. Το περπάτημα ωφελεί, στοχάζεσαι, θυμάσαι, ακολουθεί η θλίψη το ρυθμό του σώματος, συναντάς πεζούς αγνώστους και γνωστούς, μετράς τη δύναμη των ποδιών σου, ξεδίνεις. 

Θα έλεγα ευχαρίστως την πρώτη στροφή από το Χελιδόνι

«Ένα το χελιδόνι, 

κι η άνοιξη ακριβή

για να γυρίσει ο ήλιος 

θέλει δουλειά πολλή..»

αλλά ως εκεί, όχι παρακάτω με τους νεκρούς χιλιάδες νά’ναι στους τροχούς και τα λοιπά.

Αλλά δεν είπαμε κανένα τραγούδι, μόνο η μπάντα έπαιζε πένθιμα και σοβαρά εμβατήρια χωρίς λόγια, ο πολιτικός που χάσαμε ήταν λιτός και μόνο τα πιο βασικά της επίσημης τελετής κρατήθηκαν από την οικογένεια στην κηδεία. Και οι επικήδειοι. 

Θα ήθελα να μπορούσαν μεγαλώνοντας όλοι οι είρωνες και υβριστές που ακούστηκαν μόλις πέθανε ο Σημίτης, να το ξανασκεφτούν και να προχωρήσουν εντός τους.

Σάββατο 4 Ιανουαρίου 2025

Καζαντζίδης

 Απόψε πήγα κι εγώ να δω την ταινία για τον Καζαντζίδη, και τη χάρηκα. Διαλεγμένα ένα κι ένα τα τραγούδια, αγαπημένα όλα σχεδόν, ξέρω όλα τα λόγια, όπως ήξερα μέσες- άκρες τη ζωή του και την τρέλα του, την οποία την έδειχνε ωραία η ταινία, γιατί ήταν μεγάλο αστέρι και παρακολουθούσαν οι εφημερίδες τα πάντα. Μέχρι που θυμήθηκα πως είχα στεναχωρηθεί όταν είχα διαβάσει ότι χώρισε με τη Μαρινέλα, τόσο είχα συνηθίσει να τους βλέπω μαζί στις φωτογραφίες και να τους ακούω στα δισκάκια, ας πούμε εκείνο το κουρασμένο παλικάρι και την Αθήνα του Χατζιδάκη ακόμα τα παίζει το πικάπ του μυαλού μου.

Νομίζω ότι η περίφημη διαμάχη μεταξύ οπαδών του Καζαντζίδη και μη, δεν υπάρχει στην πραγματικότητα. Ήδη, την εποχή της καριέρας του οι μουσικοί και το κοινό είχαν συμφιλιώσει ρεμπέτικο με αστικό τραγούδι, τουλάχιστον για τη δική μου γενιά, ίσως λίγο αντιστέκονταν οι γονείς μας, για την τιμή των όπλων. Χατζηδάκις και Θεοδωράκης έκαναν αυτό που όλοι οι μεγάλοι συνθέτες δημιούργησαν στις χώρες τους, νέα είδη στηριγμένα σε όλον τον πλούτο που υπήρχε διαθέσιμος, παντού. Τώρα σώνει και καλά να μιλάμε για κάποια άλλη, βαθύτερη ουσία που εμείς οι άνθρωποι της πόλης αλλά όχι του περιθωρίου της, δεν μπορούμε να την πιάσουμε, μου φαίνεται τραβηγμένο από τα μαλλιά. Μια χαρά τα έχουμε τραγουδήσει όλα αυτά τα τραγούδια, και μας έχουν συγκινήσει. Ε, αν δεν μπορούμε περισσότερο πάμε παρακάτω, τι να κάνουμε;  

Ένα πράγμα μου έλειψε από την ταινία, περίμενα να δείχνει κάτι για όλα αυτά τα ινδικά τραγούδια που έχουμε αγαπήσει με λόγια ελληνικά, χωρίς να ξέρουμε τότε την αληθινή προέλευση τους. Πώς γινόταν, πού έβρισκαν τους δίσκους οι συνθέτες, πώς αποφάσιζαν να τα αντιγράψουν. 110 τραγούδια, είχα διαβάσει κάπου, κλέψαμε οι Έλληνες από τους Ινδούς. Αλλά δεν είχε τίποτε περί αυτού, κρίμα. 

Η φωτογραφία είναι άσχετη και σχετική μαζί, από τη δική μου ξενιτιά, στο Λονδίνο, ωραία, χριστουγεννιάτικη, φωτισμένη, αλλά όπως και να το κάνεις, ξενιτιά τελικά.



Δευτέρα 23 Δεκεμβρίου 2024

Περί φεσιού

 Το φέσι είναι κακό πράγμα, ανθυγιεινό και ψυχοπλακωτικό. Αφότου απηλάγημεν ως έθνος εκ του οθωμανικού φεσίου, είναι κρίμα κι άδικο να φεσωνόμαστε ως άτομα εκ του καλλιτεχνικού φεσίου, τη στιγμή μάλιστα που προσερχόμεθα σε ιδρύματα συχνά κρατικά και μεγάλα με τις καλύτερες των προθέσεων. Μια βραδιά εορταστική μπορεί να γίνει εφιαλτική, όταν καθισμένοι σε πολυθρόνες ο ένας δίπλα στον άλλο, στο σκοτάδι, ακίνητοι, αμίλητοι, γεμάτοι προσδοκία, υφιστάμεθα καταιγισμό παπαρολογίας και κενών, προκλητικά κενών νοήματος φράσεων, χωρίς να μπορούμε να αντιδράσουμε. 

Είμαστε κοινό ευγενικό, τρυφερό, υπομονετικό, ανθεκτικότατο. Μόνο μια γυναίκα είδα να φεύγει διακριτικά, και μάλιστα κάμποση ώρα εξηγούσε στην ταξιθέτρια την περίπτωση της με σκυφτό ένοχα το κεφάλι. Θα μπορούσα κι εγώ, σκέφτηκα, να πιάσω το στήθος μου, να βγάλω μια φωνή, να κυλιστώ στο πάτωμα, να διακόψω το μαρτύριο και ταυτοχρόνως να εξασκήσω την αγαπημένη τέχνη του ηθοποιού, στην οποία γνωρίζω ότι έχω τάλαντον, έστω και άνευ εξαργυρώσεως; Μήπως πρέπει να το αποφασίσω για την επόμενη φορά που σε σκηνή μεγαλειώδη, φιλόδοξη, ακριβή, θα επαναληφθεί η διαδικασία του φεσώματος με την ίδια πεισματώδη και ανενδοίαστη επιμονή ;

Αλλά βέβαια είμαι κορίτσι με τρόπους, κι απλώς θα ζω με την απορία: εκείνο το μικρό παιδί που κάποτε φώναξε ότι ο βασιλιάς είναι γυμνός, γιατί δεν ξαναφάνηκε σε μεγαλειώδεις παραστάσεις, σε μοντέρνα μεγαλόστομα κακόγουστα έργα, σε τελετές αποθέωσης της αρλούμπας, σε κακοφτιαγμένες σαλάτες ιδεών, εκείνο το αθώο παιδί, γιατί μας εγκατέλειψε για πάντα;

Πέμπτη 19 Δεκεμβρίου 2024

Μπούμερ ή κάτι άλλο;

Μπούμερ ή κάτι άλλο;

 

Πάνε χρόνια που με πρωτοείπαν μπούμερ, τα παιδιά μου φυσικά, ποιος άλλος; Είναι ένας ευγενικός τρόπος να πεις σε κάποιον ότι οι απόψεις του είναι ξεπερασμένες, ο κόσμος έχει αλλάξει, ότι έχει μείνει πίσω, ότι είναι ντεμοντέ, ότι έχει γεράσει. Όταν οι νέοι δεν νοιάζονται να είναι ευγενικοί, ειδικά αν οδηγούν αυτοκίνητο ή σπρώχνουν στο λεωφορείο κλπ, δεν σε λένε μπούμερ, σε λένε πολύ χειρότερα πράγματα, λέξεις και εκφράσεις που περιέχουν το συνθετικό γερ- για τα γηρατειά. Το «μπούμερ», ως ξένη λέξη που είναι, πληγώνει λιγότερο, οπότε τη χρησιμοποιούν οι πιο ευγενικοί άνθρωποι. Μάλιστα τόσο λίγο πληγώνει που μόλις την άκουσα είχα την ψυχραιμία να ερευνήσω τη σημασία της.

Αχ αυτά τα αγγλικά με τις μονοσύλλαβες λεξούλες τους που μπορούν να δημιουργήσουν τα πάντα! Πώς να αντισταθεί κανείς στη γοητεία τους και στην κυριαρχία τους; Δεν αντιστεκόμαστε. Τα αρπάζουμε και τα καταναλώνουμε ωμά, δεν προλαβαίνουμε να τα μαγειρέψουμε λιγάκι. Θα άξιζε η προσπάθεια. Τι θα πει μπούμερ, ρώτησα λοιπόν ανύποπτη τους νεαρούς βλαστούς μου.

Μπούμερ είναι οι άνθρωποι της ηλικίας σου, μου εξήγησαν βιαστικά, κι έπρεπε μόνη μου να ψάξω τα υπόλοιπα. Μπούμερ είναι οι άνθρωποι που γεννήθηκαν  στη δεκαετία του 50 και του 60 στις ΗΠΑ, και η λέξη βγαίνει από το baby boom, διότι την εποχή εκείνη κάτι συνέβη που ενέπνευσε τους Αμερικανούς να κάνουν πολλά παιδιά. Η αισιοδοξία της εποχής, λένε μερικοί, όχι, κόπηκε το ρεύμα στις μεγάλες πόλεις, λένε άλλοι, και μέσα στο σκοτάδι τι να κάνουν οι άνθρωποι; Έκαναν έρωτα. Πάντως το αποτέλεσμα ήταν εκείνο το μπουμ. Πολλά μωρά εκεί πέρα μακριά, στο δυτικό ημισφαίριο, στα χρόνια εκείνα.

Όμως αυτά συνέβησαν εκεί. Εδώ δεν είχαμε baby boom την εποχή εκείνη. Στις δεκαετίες του 50 και του 60, από όσο ξέρω, οι γυναίκες στην Ελλάδα άρχισαν να κάνουν λιγότερα παιδιά, όχι περισσότερα, κι ας μην υπήρχε καθόλου ρεύμα σε πολλά μέρη. Στην τάξη μου οι συμμαθητές μας είχαν από ένα αδέρφι, μόνο δυο θυμάμαι από τους τριάντα που είχαν δυο αδέρφια. Οι περισσότερες οικογένειες είχαν δυο παιδιά, τα τρία ήταν εξαίρεση. Δεν μπορείς να μας πεις μπούμερ εμάς. Δεν είμαστε παιδιά του baby boom. Είμαστε ακριβώς το αντίθετο. Θα μπορούσες να μας πεις ξεμπούμερ.

Το ξέρω ότι δεν θα περάσει η ιδέα μου, είπαμε το αγγλικό είναι ακαταμάχητο, αλλά θα ήθελα πραγματικά να καταλάβω κάποτε αυτή την τάση που μας γέννησε και μας καθόρισε, αυτή την απόφαση που πήραν οι γονείς μας και την εφάρμοσαν, χωρίς να την ονομάσουν, χωρίς να τη δηλώσουν, χωρίς να τους το ζητήσει κανείς. Οι γονείς τους έκαναν πολλά παιδιά. Η οικογένεια του πατέρα μου ήταν  έξι παιδιά, της μαμάς μου επίσης. Ήταν ένας μέτριος αριθμός παιδιών. Υπήρχαν και οικογένειες με εφτά, οκτώ, ή δέκα.  Από τα έξι  παιδιά της οικογένειας του πατέρα μου  έκαναν δικά τους παιδιά οι τρεις, τρία η μεγαλύτερη αδερφή που παντρεύτηκε πρώτη, κι από δυο άλλοι δυο. Από την άλλη πλευρά, της μητέρας,  έκαναν παιδιά οι τέσσερις από τους έξι, τρία η μια αδερφή, δυο η δεύτερη, κι οι άλλοι δυο από ένα. Σε όλες τις οικογένειες που ξέρω συνέβη το ίδιο, παιδιά μεγάλων οικογενειών περιορίστηκαν να αποκτήσουν από ένα ή δυο, κατ’ εξαίρεση τρία, στη φάση εκείνη. Δεν υπήρξε πολιτική απόφαση, κάθε άλλο, το ελληνικό κράτος πάντα ήθελε περισσότερα παιδιά, δεν υπήρξε ντιρεκτίβα ούτε νόμος, όπως στην Κίνα με την πολιτική του ενός παιδιού, κι όμως οι γονείς μας έκαναν αυτό ακριβώς που επέβαλαν οι Κινέζοι ηγέτες στο λαό τους, λίγα παιδιά για να ανέβει το επίπεδο ζωής. Το έκαναν σιωπηλά, αλλά μαζικά. Και το αποτέλεσμα ήταν αυτό ακριβώς που ήταν και στην Κίνα. Το επίπεδο ζωής ανέβηκε. Κι όπως και στην Κίνα θα μπορούσαμε κι εμείς να αναρωτηθούμε, τι έγινε πρώτο, λιγότερα παιδιά, ή άνοδος του επιπέδου; Γιατί βλέπουμε παντού όπου το επίπεδο ζωής ανεβαίνει να γεννιούνται λιγότερα παιδιά, αλλά το αντίστροφο πώς γίνεται; Ανέβηκε τόσο πολύ το επίπεδο σε μας στη δεκαετία του 50, ή συνειδητά οι οικογένειες αποφάσισαν να το ανεβάσουν, η καθεμία για λογαριασμό της -κατά κάποιον τρόπο- κάνοντας λίγα παιδιά; Θα ήθελα να το καταλάβω αυτό, δεν ξέρω αν έχουν γίνει έρευνες, αλλά θα άξιζε τον κόπο.

Σκέφτομαι τους γονείς μας, ιδίως τις μητέρες μας. Πολλές εργάζονταν, δεν ήταν όμως οι περισσότερες. Υπήρχαν τότε πολλές γυναίκες που δεν εργάζονταν, κι αναρωτιέμαι πώς να ήταν γι αυτές η απόφαση να μην αποκτήσουν πολλά παιδιά. Δεν ένιωθαν ότι θυσιάζουν ένα είδος αίγλης, ακόμα κι εξουσίας που σου δίνουν τα πολλά παιδιά, όταν αποφάσισαν να σταματήσουν στα δυο; Ήταν τα χρόνια της μεγάλης αστυφιλίας, αλλά ακόμα ο περισσότερος κόσμος ζούσε στην επαρχία. Ήταν τόσο ισχυρό το κίνητρο της αστικής ζωής, της καλύτερης ζωής, της καθαρής, άνετης και κάπως απρόσωπης αστικής ζωής (ανακουφιστικά απρόσωπης)  που ενέπνευσε τις γυναίκες να κάνουν λίγα παιδιά, έστω κι αν δεν ζούσαν καθόλου αστικά; Το έζησαν σαν χειραφέτηση αυτό οι γυναίκες άραγε, σαν κάτι που τους χάριζε περισσότερη ελευθερία, ή ήταν καθαρά απόφαση σχετική με τις οικονομικές προσδοκίες; Αλλά μήπως και μόνο η δυνατότητα να επεμβαίνεις στον οικογενειακό προγραμματισμό, ή μάλλον να τον δημιουργείς πριν ακόμα ακούσεις τη λέξη, δεν είναι χειραφέτηση; Και πώς το πέτυχαν αυτό οι μητέρες μας; Πρακτικά τι έκαναν; Τι είδους αντισύλληψη; Δεν μας έλεγαν ποτέ, δεν συζητούσαν τέτοια μαζί μας. Αυτή η ακρίβεια στον αριθμό των δυο παιδιών επαναλαμβανόμενη σε δεκάδες χιλιάδες οικογένειες ανά την επικράτεια, τι προϋπέθετε, τι προγραμματισμό είχε;

Δεν ξέρουμε καλά τους γονείς μας, δεν γνωρίσαμε καλά τη γενιά που μας έκανε αυτό που είμαστε. Συχνά νοσταλγούμε ρομαντικές εικόνες που δεν υπήρξαν ποτέ, χωριά και μεγάλες οικογένειες.  Οι άνθρωποι πάντα αγωνίζονταν να καλυτερέψουν τη ζωή τους. Όταν ήμασταν παιδιά ζηλεύαμε τις διηγήσεις από τα παιδικά  χρόνια της μαμάς και του μπαμπά μας, τα παιχνίδια με τ’ αδέρφια τους, τις πλούσιες και περίπλοκες σχέσεις. Είχαμε ένα σωρό θείους και θείες, πολυτέλεια που δεν θα μπορούσαμε να χαρίσουμε στα δικά μας παιδιά. Ένας- δυο θείοι συνολικά, το πολύ, για την επόμενη γενιά. Καμία σχέση με την προηγούμενη. Τα πάντα άλλαξαν στην Ελλάδα με αυτό το δεδομένο.

Θα μπορούσε να πει κανείς ότι η απόφαση να βελτιώσουν τη ζωή τους με κάθε τρόπο, που πήραν οι Έλληνες στη δεκαετία του 50 και του 60, είχε μοιραίες συνέπειες για πολλά πράγματα. Οι ωραίες και γραφικές μικρές πόλεις ασχήμυναν επειδή παντού έπρεπε να χτιστούν πολυκατοικίες, χωρίς καν τόσο μεγάλη ανάγκη στέγασης όπως υπήρχε στην Αθήνα, η οποία έχει να δικαιολογείται για την ασχήμια της. Οι συνήθειες άλλαξαν, οι παραδόσεις ξεχάστηκαν, συνταγές, γιορτές, φορεσιές, επίπονοι τρόποι καλλιέργειας, τέχνες και δεξιότητες, αρετές και ταλέντα. Με μεγάλη βιασύνη πετάχτηκαν πλούτη μαζί με τις δυσκολίες που είχε η ζωή στο παρελθόν, σα να μην υπήρχε χρόνος για ξεκαθάρισμα, να κρατηθούν κάποια πράγματα, να συντηρηθούν έστω κι αν χρειαζόταν λίγη παραπάνω προσπάθεια. Όχι, οι γονείς μας ήθελαν να αφήσουν πίσω το παρελθόν που είχε φτώχεια, που είχε εμφύλιο, που είχε τραύματα πολύ μεγάλα για να τα αντικρίσουν. Κι αν η Ελλάδα έχει αλλάξει τόσο πολύ οφείλεται σε αυτούς, στην απόφαση τους να μην αφήσουν καμία ευκαιρία να πάει χαμένη, έστω κι αν θα έχαναν κάποια στοιχεία πολιτισμού που τώρα πια τα εγγόνια τους τα αναζητούν και οργανώνουν πανηγύρια, μαθαίνουν υφαντική, αναζητούν τραγούδια και αφηγήσεις, συνταγές και συνήθειες, αναβιώνουν έθιμα, φωτογραφίζουν όσα όμορφα σπίτια δεν γκρεμίστηκαν. Είναι μερικοί μάλιστα που πιστεύουν ότι πια μπορούν να αφεθούν και στο θέμα του αριθμού των παιδιών πιο ελεύθεροι, να κάνουν παραπάνω από δυο, αν κι αυτό είναι πιο δύσκολο από κάθε αναβίωση κι αναπαλαίωση κι ανακάλυψη. Όμως το ποτάμι δεν γυρίζει πίσω, αφού πια το επίπεδο ζωής έχει ανέβει και τα δυο παιδιά ανά οικογένεια είναι ιδανικός  πλέον στόχος. Το να κάνεις παιδιά γενικά είναι πια απόφαση ζωής, που κάποτε δεν χρειαζόταν να πάρεις, τώρα όμως για τις νέες γυναίκες κυρίως, και για τους νέους άντρες βέβαια, είναι επιλογή, με όλες τις δυσκολίες που έχει κάθε επιλογή. Με τις δυσκολίες που έχει η ελευθερία.

Η οποία ελευθερία, για να ξαναγυρίσουμε στην ετικέτα του μπούμερ, έχει να κάνει με την επιλογή των γονιών και των παππούδων μας. Την αντίθετη από το μπουμ. Λιγότερα παιδιά αντί για περισσότερα. Όχι έκρηξη δηλαδή αλλά το αντίθετο. Αν στις ΗΠΑ το έφερε η τύχη να γεννηθούν πολλά παιδιά στις δεκαετίες του 50 και του 60, στην Ελλάδα υπήρξε στις οικογένειες συνειδητή απόφαση να γεννηθούν λιγότερα.

Κανονικά θα έπρεπε να βρούμε άλλη λέξη, αλλά είπαμε, το μπούμερ είναι μάλλον ευγενικός τρόπος να υποβαθμίσεις την άποψη του ηλικιωμένου, κι ίσως η ανακρίβεια της λέξης να την ακυρώνει, αν τελικά το σκεφτεί κανείς.

 


Παρασκευή 13 Δεκεμβρίου 2024

100 χρόνια μοναξιά

 Όταν πήγα στο Παρίσι για σπουδές, το πρώτο βιβλίο που διάβασα στα γαλλικά ήταν τα 100 χρόνια μοναξιά, του Μαρκες. Θα μου πείτε, μεταφρασμενο βιβλίο για τα γαλλικά; Ε, ναι… Με το μεγάλο λεξικό του Ηπιτη παραδίπλα και αναζητηση κάθε άγνωστης λέξης. Έφτιαξα και  λεξικό αλφαβητικά στις τελευταίες σελίδες. Κουβαλούσα το βιβλίο παντού μαζί μου με μολυβάκι, σημείωνα τις λέξεις και τις αναζητούσα όταν γύριζα σπίτι. 

Ήξερα καλά γαλλικά, είχα το Sorbonne λογοτεχνίας, είχαμε κάνει Προυστ, Ρακίνα, Μολιέρο, Αλφρέ ντε Μυσσέ, αλλά και πάλι, ένιωθα ότι εμπέδωνα επιτέλους τις γνώσεις μου στη γλώσσα.

Εννοείται πως είχα πάθει πλάκα με το βιβλίο, παρά την ταλαιπωρία του λεξικού, ήμουν απολύτως μαγεμένη. 

Τώρα βλέπω το σήριαλ στο Νετφλιξ. Με προσπάθεια, μου είναι δυσάρεστο. Καλά γυρισμένο, πιστό, αλλά δεν το αντέχω. Γιατί; Διότι αυτό που συμβαίνει με την ανάγνωση είναι διαδικασία διαφορετική. Όλα τα φοβερά που διηγείται ο Μάρκες, θυμάμαι ακόμα να με συναρπάζουν, θυμάμαι να απομακρύνω το βιβλίο με δάκρυα ή γέλια, να λέω, βρε τον άτιμο, και να με πλημμυρίζει η ηδονή που μπορούν οι συνταρακτικές ιστορίες να δώσουν. Αλλά στην εικόνα επικρατεί το σοκ, το σασπένς, δεν περισσεύει χώρος και χρόνος για ευχαρίστηση. 

Πάντα με λαχτάρα τρέχω να δω τις μεταφορές αγαπημένων μυθιστορημάτων στην οθόνη, πάντα βλέπω κάτι άλλο από αυτό που έχω αγαπήσει. Σαν την ανάγνωση δεν έχει, κατά τα ψέμματα.

Κυριακή 1 Δεκεμβρίου 2024

British library

 Σκυμμένος ο Νεύτων πάνω από τον διαβήτη του μας υποδέχεται στην Βρετανική Βιβλιοθήκη, όπου συμβαίνει  κάτι σαν πανηγύρι με χριστουγεννιάτικους πάγκους- μαγαζάκια, καφέ, εκθέσεις, κι άλλα μαγαζάκια, στολίδια, κάρτες, χάρτες, γκατζετάκια πάσης φύσεως για κάθε ηλικία, πώς λέμε ησυχία βιβλιοθήκης; Καμία σχέση



Τετάρτη 6 Νοεμβρίου 2024

Από το μαργαριτάρι στο γυαλί

Από το μαργαριτάρι στο γυαλί

Μου γυάλισε στη βιτρίνα ενός σχετικά μικρού βιβλιοπωλείου το εξώφυλλο του τελευταίου βιβλίου της Τρέισι Σεβαλιέ, The glassworker, κι όταν λέω ‘μου γυάλισε’ το εννοώ σχεδόν κυριολεκτικά, γιατί το φόντο της φωτογραφίας παριστάνει γυαλί, μάλιστα ένα είδος γυαλιού που ήταν πολύ της μόδας πριν δεκαετίες, όταν ο πατέρας μου αγόρασε το καινούργιο μας σπίτι. Σχέδιο για τα παράθυρα της κουζίνας, με κύκλους που εμποδίζουν τη θέα, όχι όμως και το φως να περνάει. Πανάκριβο τότε το στυλ αυτό, και τώρα μάρτυρας της παλαιότητας της διαμερίσματος. Δεν ήταν όμως αυτή η ανάμνηση που με έκανε να αγοράσω το βιβλίο της Σεβαλιέ. Έχω διαβάσει μερικά ακόμα δικά της, μετά τη μεγάλη επιτυχία του Κοριτσιού με το μαργαριτάρι, και απήλαυσα τις περιγραφές της τεχνών που έχουν σχεδόν εξαφανιστεί πια και στις οποίες επιδίδονταν συνήθως γυναίκες. Στο «Η κυρία και ο μονόκερως» που έχει μεταφραστεί και ελληνικά, η υφάντρα της ταπισερί είναι τυφλή και καταλαβαίνει τα χρώματα από τις ανεπαίσθητες για τους άλλους διαφορές στην αφή των νημάτων. Νομίζω είναι το πιο εντυπωσιακό από τα ευρήματα της, η τυφλή γυναίκα που υφαίνει χρώματα. Μεγάλη και η τέχνη της γραφής που σε κάνει να πιστεύεις την πιο απίθανη ιστορία μόνο και μόνο για να σε προσελκύσει στις σελίδες της, να σε κάνει να διαβάσεις το έργο ολόκληρο. Δεν είναι εύκολη υπόθεση στην εποχή των βιαστικών αναγνωστών μέσα στην υπόλοιπη βιασύνη που μας δέρνει.

Εννοείται ότι ξαναπήγα στο μουσείο Κλυνύ με το που ταξίδεψα στο Παρίσι, να ξαναδώ  τις υπέροχες ταπισερί με τη μυστηριώδη κυρία με τον μονόκερω, τριγυρισμένη κι από άλλα ζώα και φυτά, η οποία «δεν μας έχει αποκαλύψει όλα τα μυστικά της ακόμα» όπως διαβεβαιώνει το φυλλαδιάκι που μοιράζει ο φύλακας της αίθουσας. Έτσι ο κάθε επισκέπτης μπορεί να ερμηνεύει όπως θέλει τις εικόνες της, μέχρι και μια τυφλή υφάντρα να διαλέγει τα χρώματα της.

Αλλά δεν χρειάζονται τόσο εντυπωσιακά ευρήματα για να είναι γοητευτική η ιστορία. Στο βιβλίο της  «A single thread» η περιγραφή των γυναικών που κεντούν  σου φέρνει σχεδόν φαγούρα στα δάχτυλα από την επιθυμία κάτι να κεντήσεις κι εσύ, κάτι να δημιουργήσεις. Προσωπικά το έχω ξαναπεράσει σε νεαρή ηλικία, τότε που είχαμε την αναίδεια να νομίζουμε ότι μπορούμε όλα να τα κάνουμε. Αυτό τουλάχιστον το μπόρεσα, μια κυρία στη Σκύρο, ένα μακρινό καλοκαίρι, μου έδειξε την αληθινή σκυριανή βελονιά, αυτή που πάει πίσω- μπρος στο ύφασμα και είναι σχεδόν διπλής όψεως,  όχι την εύκολη που βλέπεις στα έτοιμα κεντήματα των καταστημάτων σουβενίρ. Κέντησα μια γυναίκα σχηματοποιημένη, με τα χέρια απλωμένα να περιτριγυρίζονται από πουλιά και ιπτάμενα λουλούδια, παλιό σκυριανό σχέδιο. Υπήρχε στον πυρήνα της ιδέας κάτι από την «Κυρία με το μονόκερω» τώρα που το σκέφτομαι, αλλά ως τεχνοτροπία καμία σχέση. Εκείνο που δεν κατάφερα ήταν να προφυλάξω το έργο μου από τη φθορά, γιατί μη θέλοντας να το κορνιζώσω, ακυρώνοντας το κέντημα από την μη χρήση του, το έκανα μαξιλάρι και βέβαια φαγώθηκαν οι λεπτεπίλεπτες κλωστές του. Πώς να χαίρεσαι καθημερινά ένα έργο τέχνης;

Το μοντέρνο ντύσιμο έχει  καταργήσει τέτοια ερωτήματα. Απλά και ανθεκτικά ρούχα σε μίνιμαλ σχέδια μας προβληματίζουν πλέον με την αφθαρσία τους παρά με οτιδήποτε άλλο. Δύσκολο να ενσωματώσεις κάτι φτιαγμένο στο χέρι με κάποιου είδους τέχνη στη γκαρνταρόμπα σου, ακόμα κι αν υποθέσουμε ότι κατορθώνεις να το ολοκληρώσεις.

Μήπως θα ήταν πιο εύκολο να φτιάξεις ένα πάπλωμα; Στο επόμενο βιβλίο της Σεβαλιέ που διάβασα, “The last runaway”, το οποίο εκτυλίσσεται λίγα χρόνια πριν τον Αμερικανικό Εμφύλιο, κι ενώ επιτρέπεται στις Βόρειες Πολιτείες να καταδιώκεις φυγάδες από τις Νότιες  Πολιτείες,  η ηρωίδα έχει ταλέντο στο ράψιμο και επιδίδεται κυρίως στην κατασκευή παπλωμάτων. Συμβαίνουν εν τω μεταξύ φοβερά πράγματα στην πλοκή του μυθιστορήματος, αλλά τα μαγικά δάχτυλα της ράφτρας, η οποία μπλέκεται με τον λεγόμενο «Υπόγειο σιδηρόδρομο» δηλαδή το δίκτυο βοήθειας στους φυγάδες, με στοιχειώνουν ως αναγνώστρια, τόσο που χρειάζεται να δω ένα αληθινό τέτοιο πάπλωμα σε μουσείο για να καταλάβω ότι είναι αδύνατον να το φτιάξω έτσι, έστω και για κουκλόσπιτο. Θα μπορούσα όμως να ψάξω για κάποια ομάδα που διδάσκεται από εκπαιδευμένες τεχνίτριες τη διαδικασία και την ακολουθεί ως γκρουπ θέραπι δια πάσαν νόσο, της νοσταλγίας χαμένων γυναικείων τεχνών συμπεριλαμβανομένης; Κάπου πήρε το μάτι μου κάτι τέτοιο. Όταν τελειώνει το πάπλωμα, ποιος από το γκρουπ το παίρνει άραγε;

Εκείνο που σίγουρα δεν θα μπορέσω να μάθω είναι οι γυάλινες χάντρες που κατασκευάζει η ηρωίδα του τελευταίου της βιβλίου, αυτό το με το γυαλί στο εξώφυλλο, η οποία ζει στο Μουράνο. Είχα τέτοιον ενθουσιασμό για τον τρόπο με τον οποίο η συγγραφέας δικαιώνει τις ταπεινές καλλιτέχνιδες του παρελθόντος ώστε το αγόρασα και το διάβασα πριν καν γίνει η επίσημη παρουσίαση του στο Λονδίνο. Με οδήγησε να εκτιμήσω εκ των υστέρων την εκδρομή που είχαμε κάνει πριν πολλά χρόνια στο Μουράνο, όταν είχαμε επισκεφτεί τη Βενετία με τα παιδιά μας και υποχωρήσαμε στη σαγήνη που τους ασκούσαν τα γυάλινα μπιμπελό. Προσπαθούσαμε να τα σνομπάρουμε μετά, δεν είχαν καλλιτεχνική αξία, αλλά τελικά χαίρομαι που ακόμα υπάρχει το γυάλινο αλογάκι και ο κύκνος που είχαν διαλέξει, τα πιο εύκολα σχέδια να φτιάχνεις με γυαλί, όπως έμαθα διαβάζοντας το βιβλίο της Σεβαλιέ.

Η ηρωίδα της και σε αυτό το βιβλίο καταπιέζεται από την οικογένεια και τις συνθήκες, και βρίσκει διέξοδο σε μια δουλειά που μόνο γυναίκες την έκαναν επειδή οι άντρες υαλοποιοί δεν καταδέχονταν, να φτιάχνει χάντρες με μικρή φλόγα σε μικρό τραπέζι, ενώ οι άντρες δουλεύουν σε  φούρνο με πολύ υψηλή θερμοκρασία φτιάχνοντας τα πάντα. Είναι πάλι η εικόνα αυτή, η δυνατότητα της ταπεινής τέχνης που δινόταν σε γυναίκες στη διάρκεια των αιώνων, σαν διέξοδος δημιουργική, οικονομική, και συχνά κοινωνική. Να κεντάς, να ράβεις, να υφαίνεις, να φτιάχνεις μόνη σου χάντρες σε μια γωνία, να δημιουργείς, να χαίρεσαι, να επιβιώνεις, έστω και αν η διάκριση και η αναγνώριση αργούν, ή δεν έρχονται ποτέ.

Τέχνες γυναικείες, τέχνες επινοημένες από τον εγκλεισμό και τον καταναγκασμό, τέχνες ωστόσο. Όσο κι αν θεωρούνται δευτεροκλασάτες, όσο κι αν υπήρξαν κακοπληρωμένες, τελικά απελευθερώνουν όχι μόνο με τη χαρά που δίνουν στη δημιουργό αλλά και με την αναγνώριση που με κάποιο τρόπο βρίσκει το δρόμο της. Δεν ανατρέπουν την τάξη των πραγμάτων,  με τους νόμους και τις ανισότητες, της δίνουν όμως μικρές σκουντιές και την οδηγούν στο σημείο όπου όλα αλλάζουν.

Στο μαγαζάκι του μουσείο Φυσικής Ιστορίας του Λονδίνου βρίσκω κουκλάκια που παριστάνουν την Μαίρη Άννινγκ, ερασιτέχνιδα συλλέκτρια απολιθωμένων οστών στις ακρογιαλιές του Ντόρσετ, η οποία πρόλαβε να απολαύσει τιμές για τις ανακαλύψεις και τις παρατηρήσεις της, αν και την υποδέχτηκαν με μεγάλη προκατάληψη στην αρχή. Η Σεβαλιέ την έχει κάνει ηρωίδα του βιβλίου της «Remarkable creatures». Η δική της τέχνη ήταν κυρίως να παρατηρεί και να καταγράφει. Περπατώντας με τις μακριές της φούστες δίπλα στο κύμα, η Μαίρη Άννινγκ βρήκε κομματιασμένους  πτερόσαυρο,  ιχθυόσαυρο και πλεισιόσαυρο. Θα ήταν κάτι σαν εργόχειρο αυτό το παζλ, να  σχηματίσει ολόκληρους αυτούς τους δεινοσαύρους.

Οι συγγραφείς που ασχολούνται με το παρελθόν μοιάζουν λίγο σ’ αυτή την παλαιοντολόγο. Συλλέγουν παράξενα απολιθώματα εκεί που σκάει το κύμα και μπερδεύεται το νερό με την άμμο, πηγαινοέρχονται κομμάτια ξεχασμένων αιώνων και χρειάζεται φαντασία να ζωντανέψει κανείς εικόνες που κάποτε υπήρξαν. Μεγάλα οστά σε οδηγούν σε σκελετούς δεινοσαύρων, και υλικά ραψίματος ή κεντήματος, κομμάτια παλιών παπλωμάτων, λεπτοδουλεμένες χάντρες, στα χέρια και τις ζωές των γυναικών που τα κράτησαν κι έραψαν, κέντησαν, ύφαναν τη ζωή και τη χειραφέτηση τους.

Τέχνες γυναικείες, τέχνες πλέον χαμένες. Δεν χρησιμοποιούμε πια χειροποίητα παπλώματα, δεν σκεπάζουμε τα έπιπλα με σεμεδάκια, κοροϊδεύουμε τις γιαγιάδες μας που το κάνουν. Τα χειροποίητα αντικείμενα που κυκλοφορούν, και πουλιούνται, αν και είναι πανάκριβα, δεν ζουν τις εργάτριες τους. Συνήθως είναι εξωτικά, φερμένα από μέρη όπου ακόμα οι αμοιβές των γυναικών είναι πολύ χαμηλές. Ένα πουλόβερ πλεγμένο στο χέρι, ας πούμε, θα ήταν πανάκριβο αν πληρωνόταν με κανονικά μεροκάματα. Δεν ξέρω πώς θα μπορούσαμε, χωρίς εγκλεισμούς πλέον και καταναγκασμούς, να ξαναβρούμε την επαφή με τα ταλέντα της κλωστής και της βελόνας. Βρίσκω πολλές διαφημίσεις για ομάδες δημιουργικής γραφής, αλλά φαίνεται ότι η δημιουργική ραπτική είναι πολύ πιο διακριτική. Θα πήγαινα ευχαρίστως μια φορά την εβδομάδα για πλέξιμο, ράψιμο, σχεδίαση ρούχων, έστω κι αν λεγόταν γκρουπ θέραπι. Πάντα υπάρχει κάτι να θεραπεύουμε εντός μας με τα ίδια μας τα χέρια.


Τρίτη 22 Οκτωβρίου 2024

Γενέθλια του Νόα

Σήμερα είναι του εγγονού μου τα γενέθλια, κι έχω στο νου μου ότι καμία άλλη χρονιά δεν ήταν στη ζωή μου σαν αυτή που συμπληρώνεται, κι ούτε καμία άλλη θα είναι ίδια. Μεγαλώνει το μωρό, θα περπατήσει, θα μιλήσει, θα τρέχει, δεν θα χρειάζεται να το σηκώνουμε αγκαλιά συνέχεια, δεν θα την αναζητά να κοιμηθεί επάνω της σαν σε ένα όρθιο και ελαφρώς πλαγιασμένο στρώμα. Η ρουτίνα των ημερών που περνούσαμε μαζί, φαγητό στο πάρκο, βόλτα μετά με το καρότσι, εκείνος κάπως μόνος να αντικρίζει τον κόσμο, εγώ να προσέχω κάθε βήμα, να κάνουμε τη μεγάλη επιχείρηση ‘βόλτα στα μαγαζιά΄, να καθόμαστε καμιά φορά σε φιλικά προς τα παιδιά καφενεία, να κοιμάται στο καρότσι ή στα χέρια μου, εγώ να τρώω κάτι πάνω από το κεφαλάκι του, να πηγαίνουμε σε βιβλιοθήκες για τραγούδι, σε ειδικά προγράμματα για μωρά κάτω του ενός χρόνου, να παίρνουμε το λεωφορείο όταν έβρεχε ή κουραζόμουν, να μου χαμογελούν οι άλλες γιαγιάδες, ή οι μαμάδες, η ρουτίνα με όσα κάναμε οι δυο μας, δεν θα επαναληφθεί. Θα αποκτήσουμε νέες συνήθειες, κι όλο και πιο ανεξάρτητος θα γίνεται, όλο και περισσότερο το βαρύ κλαψιάρικο πλασματάκι θα γίνεται παιδάκι κι ανθρωπάκι. 

Αυτή η συνείδηση του χρόνου είναι που διαφέρει από τους γονείς στις γιαγιάδες. Εμείς ξέρουμε πόσο γρήγορα όλα αυτά περνούν, πόσο γρήγορα αλλάζουν, εκείνοι δεν το συνειδητοποιούν, όπως ούτε εμείς το συνειδητοποιούσαμε ως γονείς.



Κίτρινο γρασίδι

 Το Λονδίνο σα να ξαναβρίσκει σήμερα τον εαυτό του καθὼς ρίχνει ο ουρανός κάθε τόσο λίγη βροχή κι η συννεφιά δεν λέει να φύγει. Μακάρι να ξα...