Παρασκευή 7 Ιανουαρίου 2011

Χωριό μου χωριουδάκι μου

Ανακάλυψη της Δράκειας στις αρχές της δεκαετίας70
Θα ήθελα να έχω έστω μια αληθινή παιδική ανάμνηση απο το χωριό μου. Μια φορά να με είχαν στείλει διακοπές στη γιαγιά μου και να το είχα αντικρίσει παιδί. Θα ήθελα να το έχω τουλάχιστον ονειρευτεί λιγάκι, να μου μιλούσε η μαμά μου γι αυτό, αλλά ούτε κι αυτό συνέβη. Το χωριό μου, η Δράκεια Πηλίου, είναι στ' αλήθεια χωριό μου, είναι της γιαγιάς μου ο τόπος, αλλά μου αντιστέκεται. Δεν το γνώρισα παρά ενήλικη, μόλις είχα κάπως ξεπεράσει την ανάγκη για ρίζες, χωριό, γιαγιάδες, κήπους, χώμα, γη, φύση, που με ταλάνισε μικρή. Μεγάλωσα στην Αθήνα, σε διαμέρισμα, κι όλα τα παιδάκια που ήξερα είχαν γιαγιά σε κάποιο χωριό. Τα σχολικά βιβλια μας, τα παραμύθια, όλα είχαν ήρωες παιδιά που ζούσαν σε χωριά. Μεγάλη στέρηση. Δυστυχώς η γιαγιά μου είχε πεθανει πριν γεννηθώ, κι η μάνα μου δεν είχε δει ποτέ την πατρίδα της μαμάς της μέχρι μια μέρα στις αρχές της δεκαετίας του '70 που πήγανε με το μπαμπά μου στην Πορταριά για μια δουλειά και τότε είπαν να φτάσουν ως τη Δράκεια.
Έτσι το γνώρισα το χωριό μου. Πρωτοπήγαμε οικογενειακώς το Πάσχα του 1973 θα πρέπει να ήταν, ή μια χρονιά πριν, και μείναμε στο σπίτι της ξαδέρφης της μαμάς μου, της Πόπης. Δεν έχω ξανακοιμηθεί σε πιο κρύα σεντόνια στη ζωή από όσο θυμάμαι, ούτε έχω τόσο τουρτουρίσει να μπω και να βγω από κρεβάτι, αλλά παρόλ’ αυτά το χωριό με ενθουσίασε. Είχε μια ομορφιά ανέγγιχτη ακόμα τότε από άσφαλτο, λαμαρίνα και τσιμέντο. Μόλις είχε ανοιχτεί ο δρόμος για τα αυτοκίνητα, ήταν ακόμα χωματόδρομος. Η ξαδέρφη της μαμάς μας πήγε δυο βόλτες σε καλντερίμια, μία στον Άγιο Λαυρέντη, το γειτονικό χωριό, και μία στο εκκλησάκι κάτω από το σπίτι της, τον Άγιο Σπυρίδωνα. Τέτοια φύση δεν είχα ξαναδεί στη ζωή μου, εκείνα τα ξύλινα γεφυράκια πάνω από τα ρέματα έμοιαζαν με παραμύθι. Να έχω τέτοιο χωριό και να μην το έχω γνωρίσει παιδί; Ήταν μεγάλο κρίμα.
Με την αξίνα στον κήπο
Από τότε μέχρι σήμερα προσπαθώ να κερδίσω το χαμένο χρόνο. Ήμουνα μεγάλη πια για να παίξω στην πλατεία, μπορούσα όμως να περπατήσω, κι ακόμα το κάνω συστηματικά. Μπορούσα να μαζέψω λουλούδια και να προσπαθήσω να μάθω τα ονόματα τους. Μπορούσα να βγάλω φωτογραφίες, να μιλήσω με τους ντόπιους, να τους ρωτήσω για τη γιαγιά μου, να επισκεφτω παλιά σπίτια, να κολυμπήσω στις παραλίες, να πιω τσίπουρα, να μάθω τις ιστορίες των ανθρώπων, να μην αφήσω πλατεία για πλατεία που να μην καθίσω να πιω έναν καφέ και να ατενίσω τη θέα, ΄να κάνω ο,τι μπορώ τέλος πάντων για να οικειοποιηθώ αυτή τη χαμένη πατρίδα.
Και το έκανα κατά δύναμη, ακόμα το κάνω. Η μαμά μου, ξετρελαμένη με την ανακάλυψη της, αγόρασε κάποια στιγμή ένα σπιτάκι που το βελτιώνουμε και το φροντίζουμε ακόμα. Στη Δράκεια βέβαια, όχι σε άλλο χωριό. Στον κήπο του τα δικά μου παιδιά χόρτασαν χώμα και παιχνίδι και λάσπη, ακόμα και να αρμέγουν κατσίκα έμαθαν απο τα γειτονόπουλα. Όλα αυτά που λαχταρούσα εγώ μικρή, τα παιδιά μου μπορεί και να τα μπούχτισαν. Από τριών χρονών τα έτρεχα στις πεζοπορίες, δεν καταλάβαινα κούραση και παράπονο. Οι χωριάτες τα έβλεπαν κι έλεγαν, καλέ δεν θα αντέξουν αυτά τόσο περπάτημα. Οι φίλοι μου κουνούσαν το κεφάλι τους. Ή που θα αγαπήσουν τη φύση, έλεγαν, ή που θα τη σιχαθούν.
Τώρα που μεγάλωσαν πάντως φαίνεται πως δεν τη σιχάθηκαν, μάλλον την αγάπησαν, και θα έχουν πάντα την ευτυχία να θυμούνται αληθινές στιγμές κοντά της, με αναφορά ένα αληθινό χωριό.
Περπάτημα απο τη Δράκεια στον Άγιο Λαυρέντη
 Εγώ ωστόσο ακόμα δεν έχω καταφέρει να νιώσω εντελώς οικεία με αυτό τον ξανακερδισμένο τόπο. Μου αντιστέκεται με το γνωστό τρόπο που αντιστέκονται οι πηλιορείτες. Κλειστοί, καθόλου φιλικοί, μυστικοπαθείς. Ποτέ δεν μου έδειξαν τα μονοπάτια που ζητούσα, αν δεν υπήρχαν τα βιβλία του Χαρατσή δεν θα τα είχα μάθει ποτέ.
Όποτε πηγαίνω αισθάνομαι ξένη, και καθώς φθείρεται σιγά- σιγά το θάμβος της ομορφιάς του τόπου, καθώς το συνηθίζω κι ακόμα άδικα προσπαθώ να συνηθίσω τον τρόπο που οι ντόπιοι κακομεταχειρίζονται την ομορφιά αυτή, αναρωτιέμαι ώρες- ώρες αν έχει νόημα να πηγαίνω ακόμα σε αυτό το χωριό, μήπως πρέπει πια να παρατήσουμε την προσπάθεια
Μόνο χτες βράδυ, παραμονή των Θεοφανείων, που ήρθε η χορωδία ανδρών, όπως συνηθίζεται, στο σπίτι να πουν τα κάλαντα, ένιωσα λίγο να με υιοθετούν επιτέλους. Ήταν νέα φουρνιά οι τραγουδιστάδες, οι φίλοι των παιδιών μου πια που πήραν τη θέση των μεγάλων, κι όταν τους άνοιξα ήρθαν όλα να με χαιρετίσουν και να με φιλήσουν χαμογελαστά, θερμά. Τόσα χρόνια που χαρτζηλικώνω και χαϊδολογάω τα παιδάκια αυτά δεν πήγαν χαμένα, τουλάχιστον αυτά με μάθανε, σκέφτηκα, κι όπως πάντα το παθαίνω με τα κάλαντα, στην Αθήνα με τα παιδιά των μεταναστών, στη Δράκεια με τα παιδιά των ντόπιων που μεγάλωσαν και μοιάζουν περισσότερο με μετανάστες κι αυτά έτσι που πιάνουν δουλειά απο τα δώδεκά τους, πήρα να βουρκώνω.

Τετάρτη 5 Ιανουαρίου 2011

Μέσα στην ομίχλη

Μετά την ομίχλη ήρθε το χιόνι
Στο πηλιορείτικο χωριό  είδα την ομίχλη να σκαρφαλώνει στην πλαγιά βιαστική σα να είχε ραντεβού στην πλατεία. Στην οποία πλατεία δεν υπήρχε ψυχή, έριχνε μια ψιλή βροχή, περόνιαζε όποιον ξεμύτιζε στο δρόμο. Περπατούσα με μόνο οδηγό τα φώτα που μετεωρίζονταν στο γαλακτερό κενό, σπίτια,  δέντρα, άσφαλτος, καλντερίμια, λαμαρίνες και ερείπια, είχαν εξαφανιστεί. Δεν ακουγόταν τίποτε, τυλίγει και  ήχους η ομίχλη; Σα να αλάφρωνε το βήμα μου. Μια ανθρώπινη σκιά φάνηκε να πλησιάζει. Φαντάστηκα ότι ήταν η γιαγιά που δεν πρόλαβα να γνωρίσω, αυτή που εγκατέλειψε πριν πολλές δεκαετίες αυτό το χωριό. Τώρα θα με πάρει από το χέρι, ονειρεύτηκα, μόλις η ομίχλη διαλυθεί θα με σεργιανίσει στα καλντερίμια να μου δείξει τα κατατόπια. Τριάντα χρόνια τώρα που έρχομαι εδώ, ποτέ οι πατριώτες της δεν θέλησαν να μου δείξουν κάτι. Όποτε ρωτάω δεν απαντούν, αρχίζουν αυτοί να ρωτάνε. Γιατί θέλεις να πας εκεί, τι σε νοιάζει; Γιατί με τα πόδια, αυτοκίνητο δεν έχεις; Δεν έχει τίποτε εκεί… Τώρα θα φανεί η γιαγιά μου και θα μου δείξει ό,τι δεν ανακάλυψα μόνη μου. Βέβαια, μόλις η ομίχλη διαλυθεί δεν θα φανερωθεί το ταλαίπωρο χωριό που γνώρισα, αλλά εκείνο που δείχνει η προπολεμική φωτογραφία, με τα διώροφα σπίτια απλωμένα αρμονικά στην πλαγιά, πριν το σεισμό και τις ναζιστικές εκτελέσεις…
Όλη τη μέρα έκρυβε η ομίχλη το χωριό και το βράδυ άρχισε να διαλύεται. Όλη τη μέρα άφησα τη φαντασία μου να αλωνίζει κατά βούληση, είπα στη γιαγιά μου μαζεμένα τα παράπονα, κι όταν φάνηκαν πρώτα οι κορφές των γυμνών δέντρων, κι ύστερα όλα τα γνωστά περιγράμματα του χτεσινού τοπίου ήταν λίγο απογοητευτικό. Μόνη παρηγοριά τα χρώματα, είχαν βουτήξει τα πάντα στην υγρασία και φαίνονταν ζωηρά και καινούργια.

Δημοσιεύτηκε στα ΝΕΑ την Τετάρτη 5 Ιανουαρίου 2011

Τρίτη 4 Ιανουαρίου 2011

Λογοτεχνικό καλωσόρισμα

Το εξώφυλλο δεν μου αρέσει, καλά που προχώρησα παραμέσα
Στη δεκαετία του ’90, που είχαν αρχίσει να έρχονται στην Ελλάδα οι μετανάστες, είχα μεγάλο φόβο. Κάποτε αυτοί οι άνθρωποι θα γράψουν για μας, έλεγα και προειδοποιούσα, μην τους πληγώνετε και τους βασανίζετε, μην τους προσβάλετε και υποθηκεύετε την εικόνα της Ελλάδας στο μέλλον. Έτσι, από υπερβολικό πατριωτισμό, άρχισα να ενδιαφέρομαι για την υποδοχή που κάνουμε στους ξένους, και συνεχίζω. Το είχα λοιπόν προβλέψει ότι θα έγραφαν για μας, αλλά δεν είχα ακριβώς προβλέψει το πώς. Δεν είχα προβλέψει ας πούμε τη γενναιοδωρία και τον ανθρωπισμό του Γκαζμέντ Καπλάνι απέναντι στην Ελλάδα, όπως δεν μπορούσα να έχω προβλέψει και τον έρωτά του για την ελληνική γλώσσα.
Αγαπά μια γλώσσα που τον καταδιώκει, έτσι ομολογεί στο δεύτερο βιβλίο του, με τον τίτλο «Με λένε Ευρώπη» την αγαπά όμως βαθιά, καλλιεργεί αυτόν τον έρωτα, και να που της προσφέρει όχι μόνο ένα βιβλίο, αλλά, πιστεύω, ένα νέο είδος, ένα νέο λογοτεχνικό κόσμο. Τόσα χρόνια λέμε για τους Έλληνες της διασποράς, ας καλωσορίσουμε λοιπόν τους Έλληνες της συλλογής, του συθερισμού, του συντρύγου, πώς να το πούμε αυτό; Πώς να ονομάσουμε όλους αυτούς που γνωρίσαμε τα τελευταία χρόνια, όλους τους μετανάστες που έμειναν μαζί μας, που άλλαξαν και που μας άλλαξαν, που μας πλούτισαν και μας άνοιξαν ορίζοντες, δυνατότητες; Ένθετα στο μυθιστόρημα του που είναι γεμάτο χιούμορ, ο συγγραφέας έχει βάλει και τις συνεντεύξεις με άλλους μετανάστες στην Ελλάδα, πραγματικά πρόσωπα, συνεντεύξεις και ιστορίες που είχαν δημοσιευτεί στα ΝΕΑ, μας προσφέρει λοιπόν όχι μόνο μια ιστορία αλλά μια πραγματικότητα που με πείσμα αγνοούν ακόμα πολλοί που νομίζουν πως είναι πατριώτες και τη διαστρεβλώνουν.
Μπορεί να φτωχαίνουμε σε πολλά ως χώρα,  να πεθαίνουμε όπως λένε μερικοί, αλλά σε μερικά πλουτίζουμε και ξαναζούμε.

Δημοσιεύτηκε στα ΝΕΑ 4 Ιανουαρίου 2011 http://www.tanea.gr/default.asp?pid=10&ct=13&artid=4611414

Δευτέρα 3 Ιανουαρίου 2011

Κάτι παλιό, κάτι καινούργιο

Αυτά τα µηδενικά φταίνε, σε βάζουν σε στοχασµούς.Ασε που µπερδεύουν, τότε µε το 2000 ήταν η αρχή της χιλιετίας ή δεν ήταν; Ποιος θυµάται σε τι συµπέρασµα είχαµε καταλήξει; Λέγανε οι σοφοί ότι έπρεπε να γιορτάσουµε το 2001, αλλά ο κόσµος τον χαβά του. Και τώρα πέρασε µια δεκαετία ή µήπως κάτι παραπάνω; Προφανώς τα µηδενικά φταίνε που µηδενίζουν τον χρόνο. Ετσι κάνουµε κι εµείς πως δεν καταλαβαίνουµε, µαζευόµαστε την Παραµονή (τη γράφουµε µε κεφαλαίο, λες και είναι κάτι παραπάνω από παραµονή, λες και θα κρατήσει περισσότερο , θα παραµείνει κάπως παραπάνω, για να µπορέσουµε να γιορτάσουµε µε την ησυχία µας) κι όπως είχαµε κάνει το 2000 έτσι και τώρα. Επανάληψη τυπικού για ενίσχυση του κύκλου. Θα τον κυκλώσουµε τον κύκλο θέλει, δεν θέλει. Ο χρόνος δεν φεύγει, υποκρινόµαστε πως ξαναγυρίζει. Και ναι µεν εκείνοςξαναγυρίζει, εµείς όµως κάπως προχωράµε ταυτόχρονα. Πάλι στον Λυκαβηττό δίπλα βλέπουµε βεγγαλικά. Σβήνουµε τα φώτα, να παραµείνει ο χρόνος µαζί µας, να παραµείνουµε κι εµείς µαζί του. Για λίγο µόνο τα σβήνουµε, οι µικροί βαριούνται τις επαναλήψεις, αργεί πολύ ο καιρός που θα τις εκτιµήσουν. Πριν από δέκαχρόνια νιώθαµε πολύ σπουδαίοι που φτάσαµε ως ανθρωπότης το 2000, η τηλεόραση έδειχνε ολόιδια βεγγαλικά στα νησιά Φίτζι, τώρα µόνο του Λυκαβηττού και πολύ µας πάνε. Στροφή προς οµφαλοσκοπήσεις. Η τρελή αισιοδοξία και ελπίδα έχουν εξαφανιστεί, πικρή σοφία κερνάµε την οµήγυρη, οι ανατάσεις ήταν απατηλές. Ανάβουµε τα φώτα, σηκωνόµαστε κι αρχίζουµε τις ευχές, τα φιλιά,τα αγκαλιάσµατα. Στα µάγουλα των αγαπηµένων, στα χείλη τους, στις αγκαλιές, κάτι τσακώνουµε από αυτό το φευγαλέο αγαθό, ψευτοδένουµε τον κύκλο, η παραµονή αφήνει ίχνη για να µπορέσει να παραµείνει λίγο παραπάνω από το κανονικό της.

Δημοσιεύτηκε στα ΝΕΑ στις 3 Ιανουαρίου 2011:
http://www.tanea.gr/default.asp?pid=10&ct=13&artid=4611226

Παρασκευή 31 Δεκεμβρίου 2010

Ας αλλάξει πια μαμή η Ιστορία

Την προτελευταία μέρα του χρόνου ξύπνησα από το θόρυβο της έκρηξης στο Πρωτοδικείο. Ναι, ακούστηκε μέχρι την Κυψέλη, κυρίως έγινε αισθητή. Διαπέρασε σαν υποχθόνιο τράνταγμα τους τοίχους των πολυκατοικιών από τα θεμέλια, σα μπουμπουνητό, σαν ακραίο καιρικό φαινόμενο για ένα κλίμα που ισχύει στις πόλεις, ανάμεσα στα ντουβάρια. Καημένε ύπνε των δικαίων και των αδίκων, ύπνε των νοικοκυραίων που τόσο αρέσει στους επίδοξους επαναστάτες να σε χαλάνε, τι γλυκός που ήσουνα πριν ακουστεί αυτή η έκρηξη.
Ύπνος γλυκός με συμβιβασμούς βεβαίως. Συμβιβασμός με το τοπίο του ακάλυπτου γύρω από την κρεβατοκάμαρα. Με το πάρκινγκ που πήρε τη θέση του γειτονικού κήπου, τα καινούργια διαμερίσματα, που πάλιωσαν ήδη, να μας κρύβουν τον ήλιο τόσα χρόνια. Συμβιβασμός με τα χωρίς μόνωση παράθυρα, με τα τζάμια που τρίζουν, με τα σπασμένα τεντόπανα που τα κοπανάει ο αέρας και χτυπολογάνε και οι σωληνωτές τους λαμαρίνες. Με τα πιτσιρίκια που τρέχουν στο κάτω πάτωμα και κάνουν το σπίτι να πάλλεται ολόκληρο. Με τους ήχους των συναγερμών που χαλάνε κάθε τόσο και μας ζαλίζουν, με τους ήχους του σκουπιδιάρικου που περνάει αργά μέσα στη νύχτα, με τους ήχους του πάρτι που κάνουν κάθε τρεις και λίγο οι φοιτητές Εράσμους. Με τα τακούνια των γυναικών που ακούγονται καμιά φορά στο πλακόστρωτο, και πότε μας ξυπνάνε χαράματα, πότε μας ξυπνάνε μεσάνυχτα. Ένα σωρό ήχοι που πρέπει να συμβιβαστεί μαζί τους ο ύπνος των νοικοκυραίων.
Ίσως δεν είμαστε και ακριβώς νοικοκυραίοι εμείς, δεν ξέρω. Ίσως οι νοικοκυραίοι υπάρχουν μόνο στη φαντασία των βομβιστών, ή μάλλον στο λεξιλόγιο τους σαν πρόκληση που οφείλουν να την αντιμετωπίσουν με βόμβες και επιθέσεις γενικότερα. Οι νοικοκυραίοι, αυτό το τρομερό είδος που μπορεί να γίνει ένα μεγάλο τσουβάλι και να τους βάλει μέσα όλους. Τους μετανάστες από όλο τον κόσμο που αγωνίζονται να βγάλουν δυο δεκάρες, τα παιδιά των μεταναστών που αγωνίζονται να βάλουν τη ζωή τους σε μια σειρά, όλους τους ανθρώπους που συμβιβασμένοι με τα ντουβάρια της Αθήνας κοιμούνται τον πιο βαθύ, τον πιο χρήσιμο, τον πιο υγιεινό τους ύπνο, τον πρωινό.
Θα είναι κάποιο λάστιχο που σκάει κάπου μακριά, σκέφτηκα καθώς ξυπνούσα από τον περί ου ο λόγος ύπνο, και προσπάθησα να ξανακοιμηθώ, αλλά είδα πως είχε περάσει οκτώ η ώρα. Πολύ αργότερα έμαθα ότι ήταν βόμβα που με είχε ξυπνήσει. Βόμβα στους Αμπελόκηπους, πολύ μακριά από εδώ. Όχι και τόσο μακριά εν τέλει. Βόμβα των δεν ξέρω ποιών λυσσασμένων.
Ήταν η μέρα που η Νομαρχία Αττικής παρουσίαζε το Πεδίο του Άρεως στον Τύπο, και πήγα να κάνω τις ερωτήσεις μου. Ποιος θα το συντηρεί το πάρκο, θα ανοίξουν οι τουαλέτες, τι θα γίνει το Άλσος, κλπ. Προσέφεραν ένα καφέ στην πλατεία Πρωτομαγιάς. Πήγα στο μπαρ να ζητήσω γάλα για τον καφέ μου και ένας πελάτης πλήρωνε εκείνη την ώρα.
-Είστε με τη Νομαρχία, τον ρώτησε ο μπάρμαν.
-Όχι, όχι, εγώ δεν είμαι με αυτούς, είπε εκείνος πολύ περήφανα. Εγώ αυτούς, αν μπορούσα θα τους καθάριζα όλους, αλλά δεν έχω τα μέσα..
Ήταν γύρω στα τριάντα, τα μαλλιά σηκωμένα με μπριγιαντίνη, φορούσε ένα πολύ καλλιτεχνικό σακάκι, φαρδύ, με απλικαρισμένα κομμάτια, από ύφασμα σίξτις. Ο μπάρμαν του χαμογέλασε. Με κοίταξε, ξανάπε την ατάκα του, κι έφυγε ευχαριστημένος με το σακάκι του να ανεμίζει.
Το να λες τέτοια σε κάθε ευκαιρία είναι πλέον μαστ στην καθημερινότητά μας.
Το προηγούμενο μεσημέρι στην πλατεία Κολωνακίου είχα συναντήσει μια παλιά μου συνάδερφο να διαβάζει εκείνη τη μαύρη αφίσα «Αλήτες ρουφιάνοι δημοσιογράφοι» Φορούσε μια καμπαρντίνα Μπέρμπερις, καλοβαλμένη αστή κυρία, και δεν περίμενα να μου πει, όταν την πλησίασα, ότι δίκιο έχουν αυτοί που γράφουν και ονόματα στην αφίσα.
-Μα αυτό είναι στοχοποίηση, της λέω, είναι σα να λένε να πάνε να τους βάλουν μολότοφ. Κανονικές προγραφές με ονοματεπώνυμο..
-Είναι οι συνέπειες των πράξεων τους, μου λέει, τους έχεις ακούσει στην τηλεόραση; Είναι απαράδεκτοι, διχάζουν τους εργαζόμενους…
-Να σου πω, τηλεόραση δεν βλέπω, αλλά ό,τι και να λένε και να κάνουν, αυτή η αφίσα εμένα μου φαίνεται καθαρός φασισμός.
Δεν συμφωνούσε. "Η βία είναι η μαμή της Ιστορίας", μου θύμισε. Συμφωνήσαμε πως διαφωνούμε, ευχηθήκαμε καλή χρονιά κι αποχαιρετιστήκαμε. Έφυγα όμως με ένα σφίξιμο στην καρδιά. Με πόση ευκολία δέχονται τη βαρβαρότητα οι άνθρωποι, κι όχι άνθρωποι αμόρφωτοι ή ανυποψίαστοι. Με πόση ανάλαφρη συνείδηση αντιμετωπίζουν τη βία, τη βρισιά, την απειλή, τον προσβολή προς άλλους βέβαια. Και τους φόνους, και τις ζημιές, και τους εμπρησμούς, και τις άλλες απειλές, και τις μαγκιές και τους τσαμπουκάδες, κάθε μέρα, συνέχεια. Σα να μην υπάρχει άλλος τρόπος. Ίσως και να μην υπάρχει. Ίσως τόσο να έχουμε γαλβανιστεί στην κουλτούρα της μαγκιάς, του τσαμπουκά, της βίας γενικότερα, που να είναι αδύνατον να φανταστούμε κάτι άλλο.
Ωστόσο κάνω μια ευχή για το καινούργιο χρόνο, μια ουτοπική ευχή, ανεδαφική, ρομαντική κι όλα τα σχετικά. Εύχομαι να μπουχτίσουν κι άλλοι άνθρωποι αυτή την περιρρέουσα ατμόσφαιρα. Τίποτε άλλο να μην κάνουν, να μπουχτίσουν μόνο. Να πουν μια μέρα μέσα τους, αμάν πια με τη βία που είναι η μαμή της Ιστορίας! Φτάνει! Ως εδώ! Να πάει σπίτι της αυτή η μαμή! Να ξεγεννήσει χωρίς μαμή η Ιστορία! Ας τη στείλουν σε μαιευτήριο!
Ποιος ξεγεννάει πια με μαμή στην εποχή μας; Ας ξεκολλήσει πια κι αυτή η Ιστορία!

Τετάρτη 29 Δεκεμβρίου 2010

Τι ετήσια συνδρομή να κάνω φέτος;

Κάθε χρόνο τέτοια εποχή αγοράζω ετήσιο εισιτήριο διαρκείας για τα μέσα μεταφοράς της Αθήνας. Μια καρτούλα που μου φέρνει ρίγη εθνικής υπερηφάνειας (ο καθένας με τα ρίγη του, άλλοι προτιμούν να ριγούν με αεροπλάνα F16, εγώ με τρόλεϊ και λεωφορεία, τραμ και μετρό) ένα επίτευγμα της χώρας μου, της πόλης μου, και εμού προσωπικώς. Να μπορείς να μπαίνεις όποτε θες σε όποιο μέσο θες, να έχεις επιπλέον μπροστά σου την προοπτική να μάθεις όλες τις γραμμές μέχρι να βγεις στη σύνταξη, τότε που δεν θα χρειάζεται να κάνεις άλλη δουλειά πέρα από το να κυκλοφορείς. Φέτος όμως πέρασαν οι μέρες, τελειώνει ο χρόνος, κι ακόμα δεν πήγα να πάρω την κάρτα μου. Ουσιαστικά εδώ και δυο εβδομάδες πηγαίνω παντού με τα πόδια, αφού τα ΜΜΜ απεργούν. Είναι τα καλά της Κυψέλης, μπορεί παλικάρια να ζούμε στα στενά, αλλά αν θέλουμε τσάρκα στο Σύνταγμα είμαστε εκεί σε μισή ώρα με κανονικό περπάτημα, και για τους Αμπελόκηπους θέλουμε τρία τεταρτάκια. Επιπλέον κάνω καθημερινή άσκηση, όχι μόνο γυμναστικής αλλά και συμβιβασμών με την πραγματικότητα. Αυτοί είμαστε, λέω στον εαυτό μου καθώς γυρίζω στο πλάι για να τρυπώσω στο πεζοδρόμιο από το χώρο που άφησαν τα παρκαρισμένα αυτοκίνητα και τα μηχανάκια, πάψε να αγανακτείς, και το καλάμι μου σκοντάφτει στο τσιγκέλι για τη μπαγκαζιέρα. Εισπράττω μια μελανιά και συνεχίζω απτόητη. Κοιτάζω το ρολόι, αν  διανύω τις αποστάσεις πιο γρήγορα, ή πιο αργά κάθε μέρα. Αντί για εισιτήριο διαρκείας σκέφτομαι μήπως αγοράσω εκείνο το μηχανάκι που φοράς σα βραχιόλι και μετράει χρόνους, χιλιόμετρα, καρδιακούς παλμούς, όλα. Το μόνο κακό, σωματικά, είναι ότι βγάζω κάλους στις πατούσες. Αντί για εισιτήριο διαρκείας, φέτος μάλλον θα κάνω συνδρομή ετήσια στην πεντικιουρίστα.

Δημοσιεύτηκε στα ΝΕΑ Τετάρτη 29 Δεκεμβρίου 2010:
http://www.tanea.gr/default.asp?pid=10&ct=13&artid=4610847

Γεια σας τρολέδες, γεια σας ελεγκτές
Γεια σας σπρωξιές κι εσείς χειρολαβές
Γεια σας οι πόρτες που μαγκώνουν κορμιά
Γεια σας οδηγοί τρελοί μες στη νυχτιά

Τρίτη 28 Δεκεμβρίου 2010

Ο πελάτης έχει πάντα περιθώρια για σνομπάρισμα

Ήθελε η μουσαφίρισά μου η παριζιάνα ψώνια στο Κολωνάκι, πέταξα από τη χαρά μου κι εγώ. Τι θαυμάσια ευκαιρία σε εποχές που γενικά δεν περισσεύει ούτε χρόνος ούτε χρήμα ούτε ηθική δικαίωση για τέτοιες δραστηριότητες! Ξεκινήσαμε με κέφι συμπυκνωμένο δέκα τουλάχιστον τέτοιων εξορμήσεων που είχαμε επιθυμήσει τα προηγούμενα χρόνια και δεν τις είχαμε κάνει, και μπήκαμε ξεχειλίζοντας χαρά και θετική διάθεση στο μαγαζί με τα διάσημα ελληνικά μοντέλα, να ενισχύσουμε τη ντόπια παραγωγή. Μας υποδέχτηκαν σαν παρείσακτες, σαν απρόσκλητες σε γιορτή ανακτόρων. Ωστόσο δεν υπήρχε άλλος πελάτης στο μαγαζί, θα δικαιούμασταν να ελπίζουμε πως άξιζε να μας δώσουν λίγη σημασία. Λάθος άποψη. Ό,τι κι αν λέγαμε ήταν φάλτσο, ό,τι κι αν ζητούσαμε ήταν παράλογο. Ήταν σα να περνούσαμε ένα είδος εξετάσεων όπου είχαμε πιαστεί αδιάβαστες, και μας απειλούσε ποινή τουλάχιστον να γράψουμε 100 φορές ότι… Τι αλήθεια ακριβώς θα γράφαμε; Δεν ξαναπηγαίνω σε μαγαζί που δεν ξέρω από προηγούμενες έρευνες τις σταθερές τους συνήθειες. (Δεν ξέρετε ότι δεν έχουμε αυτά τα νούμερα εδώ; Δεν έχετε ξανάρθει; Δεν ξέρετε ότι τοποθετούμε τα ρούχα ανά απόχρωση; Δεν ξέρετε πού είναι τα δοκιμαστήρια; ) Δεν ξαναζητάω από πωλήτρια ή πωλητή να μου φέρει κάτι στο δοκιμαστήριο, και δεν περιμένω να με βοηθήσει να δοκιμάσω τα παπούτσια, όπως γινόταν την εποχή της μαμάς μου. Ή μήπως να γράψουμε εκατό φορές, «Δεν ξαναμπαίνουμε κεφάτες με μαγαζί για να μην προκαλούμε σε μια πόλη που οφείλεις να είσαι μουρτζούφλης και θυμωμένος εναντίον όλων για να θεωρείσαι αξιοπρεπής παρουσία»; Όλα χρήσιμα. Ίσως χρησιμότερο θα ήταν να γράφαμε 100 φορές, «Μόλις με υποδεχτούν με αγένεια σε ένα μαγαζί φεύγω αμέσως και δεν ψωνίζω τίποτε από ανθρώπους που μου φέρονται δυσάρεστα».

Δημοσιεύτηκε στα ΝΕΑ 28 Δεκεμβριου 2010
http://www.tanea.gr/default.asp?pid=10&ct=13&artid=4610682

Δευτέρα 27 Δεκεμβρίου 2010

Παιδιά στη ζητιανιά

Νομίζω ότι το μόνο είδος που υπόκειται απόλυτα στους κανόνες της ελεύθερης αγοράς είναι οι ζητιάνοι. Έχουν πληθύνει  πολύ τα τελευταία χρόνια στην Αθήνα, άρα θα πρέπει να υπάρχει ζήτηση. Θα πρέπει  να βγάζουν καλό μεροκάματο εκθέτοντας τα παιδιά τους ή τα σκυλιά τους, ή τις πληγές και τα εγκαύματά τους σε κοινή θέα. Περπατώ πολύ, τώρα τελευταία περπατώ συνέχεια λόγω απεργιών, και βλέπω παιδιά στη ζητιανιά να αυξάνονται και να πληθύνονται. Μια μέρα γιορτινή με πάρα πολύ κόσμο στο κέντρο, ήταν μια γυναίκα με τρία μωρά στη Βουκουρεστίου, γωνία με Πανεπιστημίου. Αναρωτιέμαι αν έβγαλε περισσότερα λεφτά από τους μουσικούς που καμιά φορά έχουμε την τύχη να συναντάμε εκεί. Οι περαστικοί λυπούνται τα παιδιά και δίνουν κάτι. Δεν τα λυπούνται τόσο που να μη δώσουν τίποτε, ώστε να αναγκάσουν τους γονείς να τα βγάλουν από τη ζητιανιά. Είναι περίπλοκο και αμφίβολο. Μήπως αν τα βγάλουν από τη ζητιανιά, τα αναγκάσουν να κάνουν κάτι χειρότερο; Να εκδίδονται ας πούμε; Ποιος ξέρει; Αν οι γονείς είναι αποφασισμένοι να εκμεταλλευτούν τα παιδιά τους, θα βρουν τον τρόπο. Πάντως πριν λίγο καιρό είχα διαβάσει την έκκληση ενός ανθρώπου που σαν παιδί το ανάγκαζαν οι γονείς να ζητιανεύει. «Σας ικετεύω, μη δίνετε λεφτά στα παιδιά!» έλεγε. Άρα, προς το παρόν μπορούμε να τα προστατέψουμε μη δίνοντας.
Είναι δύσκολο όμως, ειδικά τα Χριστούγεννα, με αυτή τη λατρεία προς τα παιδιά που αφήνουμε ελεύθερη. Το παιδί που ζητιανεύει μας αναστατώνει, δίνουμε κάτι για να το βοηθήσουμε να φύγει από τη ζητιανιά, λες και δεν ξέρουμε ότι όσο δίνουμε τόσο συντηρείται η εργολαβία, κι όσο ελπίζουμε να το γλιτώσουμε τόσο βαθύτερα το πιέζουμε να βυθιστεί. Ο οίκτος μας κυκλοφορεί αφορολόγητος και απλοϊκός στους δρόμους, και παράγει όλο και χειρότερα θεάματα.

Δημοσιεύτηκε σΤΑ ΝΕΑ τη Δευτέρα 27 Δεκεμβρίου 2010
συνδεσμος: http://www.tanea.gr/default.asp?pid=10&ct=13&artid=4610497

Κυριακή 26 Δεκεμβρίου 2010

Ταξιδιώτες της Αθήνας, έκθεση στο Παρίσι (Didier Ben Lalou: Athènes, les gens du voyage)


Τι κρύβουν αυτές οι βαριές πόρτες, που κάποτε άνοιγαν για να περάσουν άμαξες στην εσωτερική αυλή;
Την πρώτη φορά που είχα πάει στο Παρίσι, πριν τρεις δεκαετίες, περπατούσα ακατάπαυστα, κι επειδή δεν χόρταινα τη θέα των σπιτιών, άνοιγα και τις εξώπορτες να κοιτάζω μέσα. Έβρισκα αυλές, κήπους, άλλοτε πολυτελείς, άλλοτε απλές, άλλοτε πολύπλοκα δρομάκια, πάντα κάτι ενδιαφέρον πάντως. Μου έγινε συνήθεια, και τα δυο χρόνια που έμεινα εκεί το έκανα συνέχεια, έσπρωχνα μεγάλες, βαριές εξώπορτες για να κοιτάξω μέσα. Ήταν ένα αίσθημα ελευθερίας, να μπορείς να σπρώχνεις έτσι μια ξένη πόρτα, ένα αίσθημα ότι συμμετέχεις σε μια δημοκρατία γεμάτη δυνατότητες, έστω κι αν δεν κατάφερνες στην τελική τίποτε άλλο περισσότερο στο θέμα των εισόδων, να μπεις κάπου δηλαδή στ’ αλήθεια, να γίνεις δεκτός και να αναγνωριστείς, εκτός από το να σπρώχνεις πόρτες για να ρίχνεις κλεφτές ματιές. (ενίοτε προχωρούσα μέσα κάνοντας ότι ψάχνω κάποιον, μήπως με ρωτούσε κανείς τι θέλω εκεί, αλλά ποτέ δεν με ρώτησε)
Τώρα πια όμως αυτό δεν γίνεται. Οι πόρτες είναι κλειδωμένες. Εκεί που κάποτε ήταν ένα κουμπάκι και το πατούσες και άνοιγε, τώρα υπάρχει πληκτρολόγιο με αριθμούς και πρέπει να ξέρεις κώδικες για να ανοίξει η πόρτα. Σε ελάχιστα κτίρια ακόμα μπορείς να κοιτάξεις μέσα, σε δημόσια μόνο, ή σε μερικά που έχουν γκαλερί στο ισόγειο και οφείλουν να είναι ανοιχτά.
Ένα από αυτά με τις γκαλερί βρίσκεται στην οδό Ντωφίν. Είναι πολύ καλλιτεχνική περιοχή, στην αριστερή όχθη. Η γκαλερί λέγεται  Hagalleria και την επισκεφτήκαμε με τη φίλη μου που με φιλοξενούσε, επειδή ήξερε ότι θα βλέπαμε εκεί εικόνες από την Αθήνα. Για την ακρίβεια, εικόνες μεταναστών από την Αθήνα. Όχι Αλβανούς με το καινούργιο τους αυτοκίνητο, Πακιστανούς να προσεύχονται ή Ινδούς να διδάσκουν γιόγκα, αλλά Αφρικανούς περαστικούς, πωλητές με το μεγάλο μπόγο στον ώμο, αυτή την τόσο γνώριμη πια εικόνα.
Ο φωτογράφος λέγεται Didier Bel Loulou. H έκθεση, Athènes, les gens du voyage.
O φακός είχε ακινητοποιήσει αυτή την υπερβολικά κινούμενη στην αληθινή Αθήνα εικόνα. Ο μαύρος ταξιδιώτης στη φωτογραφία μοιάζει με άγαλμα, κι ας είναι πάνω του τόσο εφήμερα τα κουρέλια που φορά. Ο μπόγος, ένα βρώμικο σεντόνι, έχει κυλιστεί σε αυτά τα πεζοδρόμια που ξέρουμε τόσο καλά. Φαίνονται οι πατημασιές μας πάνω του. Και στο πρόσωπο που δεν ξεχωρίζουν καλά τα χαρακτηριστικά, φαίνεται το βάσανο όλης αυτής της μορφής που έχει πάρει η ζωή ενός ανθρώπου σχεδόν ερήμην του.
Εδώ, στην Αθήνα, μαζί μας, περπάτησε ο φωτογράφος, παρακολούθησε αυτούς που εμείς δεν θέλουμε να βλέπουμε. Εκείνος για καιρό τους κοίταξε, είδε τα χρώματα και τη λάμψη τους, είδε τα πρόσωπα και τα σώματα τους, είδε τους φθαρμένους τοίχους που στηρίζουν τις πλάτες τους, τα σκουπίδια που έχουν γίνει το περιβάλλον τους, τη φτώχεια, την ασχήμια, και την ομορφιά τους. Οι εικόνες των πιο περιφρονημένων στεγάζονται τώρα στο Παρίσι, στην πιο καλλιτεχνική γειτονιά, κι εκείνοι δεν το ξέρουν. Αλλά ούτε και οι αστυνομικοί που τους κυνήγησαν, οι ρατσιστές που τους έβρισαν, ούτε κι αυτοί το ξέρουν, αυτό είναι που με στεναχωρεί.
Αυτό είναι το μέγα μυστικό μιας πόλης σαν αυτή, σαν το Παρίσι εννοώ, τα πάντα γίνονται Ιστορία. Υπάρχουν και αμέσως παράγεται η αναπαράσταση τους. Όχι όλα όμως, υπάρχει επιλογή. Ο αφρικανός με τον τρομερό μπόγο στον ώμο μπαίνει στα καλλιτεχνικά δρώμενα. Αχ να του χάριζες Τέχνη λίγη παρηγοριά...
Βγαίνουμε στο δρόμο με ένα αίσθημα ενοχής απροσδιόριστο. Αυτό το ζάρωμα του μαύρου προσώπου, σα να προσπαθούσε να γίνει μικρούλι, να εισχωρήσει στον προνομιακό μας κόσμο, όπου δεν χρειάζεται να τρέχεις κυνηγημένος κουβαλώντας τεράστιους μπόγους, μπορείς απλώς να υπάρχεις νόμιμα στην ήπειρο των προνομίων, τη δική μας, και να μπαίνεις κανονικά σαν άνθρωπος σε ένα μαγαζί να πιεις ένα τσάι, όπως κάναμε εμείς αμέσως μετά.
 Οι πόρτες του Παρισιού δεν θα ανοίξουν ποτέ ξανά τόσο εύκολα. Οι πόρτες της Ευρώπης παρομοίως. Μόνο η Τέχνη θα μπορεί να παραβιάζει τους κώδικες, και θα τους αναγκάζει κάθε τόσο να μπλοκάρουν, να τρελαίνονται, να αλλάζουν. Αυτό τουλάχιστον μπορούμε να το ελπίζουμε, νομίζω.

Εδώ ο σύνδεσμος για τη σελίδα του φωτογράφου
http://www.didierbenloulou.com/serie-athenes-fr.html:

Σάββατο 25 Δεκεμβρίου 2010

Ο Μάρκος Μπότσαρης στο Ορσαί

Λουτρά υπό Ζερόμ
Άλλη μια μέρα με κρύο στο Παρίσι το Νοέμβριο, το τυχερό μουσείο ήταν το Ορσαί. Δεν είχα σκοπό να το δω όλο, ένα τσάι ήθελα να πιω, να κάνω μια βολτίτσα μόνο, αλλά είπαμε, μπαίνεις μέσα και παρασύρεσαι, ειδικά αν έξω σε θερίζει η παγωνιά. Είδα λοιπόν όλο το Ορσαί, από ιμπρεσιονισμό μέχρι μοντέρνους και μεταμοντέρνους, έφαγα ένα σάντουιτς και ήπια καφέ στο πολυτελέστατο εστιατόριο, όπου με δέκα ευρώ νοιώθεις να είσαι η Μαρία Αντουανέτα στις Βερσαλίες, κι όταν βγήκα έξω είχε νυχτώσει κι είχα ξανά την ευτυχία να βλέπω βιτρίνες να στολίζονται για τα Χριστούγεννα.
Αν μπορούσα να αγοράσω μια μόνο εικόνα από το Μουσείο, θα προτιμούσα τον Μάρκο Μπότσαρη υπό Ζερόμ. Ο οποίος Ζερόμ ήταν ένας τύπος που θα σας θύμιζε πολύ Γύζη αν ήσασταν άσχετοι σαν εμένα. Ακαδημαϊκή ζωγραφική, πολύ καθαρές γραμμές, κλασσικά θέματα, και μεγάλη δόξα στον καιρό του. Τόση που τις μνημειακές σκηνές μνημειακών στιγμών, όπως ας πούμε τη δολοφονία του Καίσαρα, το χαιρετισμό  των μονομάχων στον Καίσαρα, τα λιοντάρια στην αρένα με τους χριστιανούς, τον Ναπολέοντα στην Αίγυπτο και άλλα τέτοια, τα έστησαν στο σινεμά ακριβώς όπως τα είχε στήσει ο Ζερόμ στα τελάρα του. Κι ίσως να μην το ήξεραν κιόλας οι σκηνοθέτες πως τον μιμούνταν.
"Το μαραμπού"

Όπως όλοι οι ζωγράφοι του καιρού του που σέβονταν τον εαυτό τους, ο Ζερόμ είχε επισκεφτεί την Ανατολή, δηλαδή πρώτα Ιταλία κι ύστερα Βαλκάνια, Ρουμανία, Ελλάδα, Ισταμπούλ, την Αίγυπτο, το Σινά, την Πέτρα, Ιερουσαλήμ, Τανγκέρη, Αλγέρι. Ζωγράφισε πολύ τα χαρέμια και τα λουτρά, σχεδόν όσο και τις βιβλικές ή τις κλασσικές σκηνές. Κι ανάμεσα στα σκλαβοπάζαρά του, όπου ηδυπαθείς νεαρές κρύβουν το πρόσωπο ενός σώματος γυμνού, και τις μαύρες σκλάβες που τρίβουν λευκές κυράδες στα χαμάμ, βλέπω κι έναν Μάρκο Μπότσαρη αραχτόν, στραβοχυμένο μάλλον σε μια πολυθρόνα με φόντο πλακάκια Ιζνι σαν των χαρεμιών, ζωσμένο τα άρματα και τους ναργιλέδες. Πρέπει τώρα να ξέρετε ότι οι Παριζιάνοι είναι παλαιόθεν οπαδοί του Μπότσαρη, δεν ξέρω γιατί ξεχώρισαν αυτόν από όλους τους οπλαρχηγούς της Ελληνικής Επανάστασης. Υπάρχει στο Παρίσι και οδός Μπότσαρη και στάση του μετρό. Αλλά τέτοια όψη δεν είχα φανταστεί ότι θα φανταζόταν κάποιος πως μπορούσε να έχει. Κι έπειτα μένω με την απορία: τη φαντάστηκε, ή του ποζάρισε ο Μπότσαρης;
Μπα, αποκλείεται να τον βρήκε αυτοπροσώπως. Κι αν τον έβρισκε, λέτε να καθόταν με τέτοιο ύφος στην πολυθρόνα; Δεν ξέρω…
Μάρκος Μπότσαρης
Στο μαγαζί του Μουσείου προσπάθησα να βρω φωτογραφία αυτού του πίνακα, αλλά δεν είχαν. Βρήκα όμως αυτήν εδώ στο διαδίκτυο.
Κι έτσι κοιτάζοντας τον Μπότσαρη στο Ορσαί προσπαθώ να συλλάβω ολόκληρο το βάθος αυτής της δυτικής ματιάς προς την Ανατολή την εποχή που οι Ελληνες αποφάσισαν να φτιάξουν και αυτοί το δικό τους κράτος. Το πώς είδαν οι ευρωπαίοι και βορειοαμερικανοί τους Έλληνες, αφού πρώτα τους ονειρεύτηκαν με χλαμύδες. Το πώς μετά οι Έλληνες, υπό το βάρος της ματιάς έμοιασαν στους πίνακες ή στις φαντασίες των δυτικών, ή πώς έχασαν κάθε εξωτικό στοιχείο αντικρίζοντας το μέσα απο τα ξένα μάτια. Και πώς ακόμα μπερδεύονται΄, πώς ακόμα μπερδευόμαστε με το πώς μας βλέπουν, πώς βλέπουμε τον εαυτό μας, πώς νομίζουμε ότι μας βλέπουν ξέροντας πως ξέρουμε, κι όλο αυτό το παιχνίδι των εικόνων στους καθρέφτες τέλος πάντων και των αντανακλάσεων που συνεχώς διορθώνονται η μια σε σχέση με την άλλη.
Εδώ που τα λέμε θα μπορούσε ο Μπότσαρης να πάρει μια τέτοια πόζα στο ζωγράφο, για να δείξει πόσο βαριέται την όλη υπόθεση της απεικόνισης, κι ο ζωγράφος για εκδίκηση να βγάλει στον πίνακα τη δυσαρέσκεια του μοντέλου, χωρίς να φαντάζεται ότι δυτικοποιημένοι Έλληνες εκατό χρόνια μετά θα τρίβανε τα μάτια τους μπροστά στον πίνακα αυτόν και δεν θα αναγνώριζαν κανένα απο τα ηρωικά κλισέ του σχολείου και τις προσωπογραφίες των πολύ καλοστημένων οπλαρχηγών.

Ηλεκτρονική σελίδα του Μουσείου:http://www.musee-orsay.fr/en/home.html
Ηλεκτρονικές σελίδες για τον Ζερόμ: http://www.musee-orsay.fr/en/home.html
http://www.google.com/images?q=gerome&rls=com.microsoft:el:IE-SearchBox&oe=UTF-8&rlz=1I7SNYK&um=1&ie=UTF-8&source=univ&ei=bkcYTYbhDoKUjAeQ3Kj2BQ&sa=X&oi=image_result_group&ct=title&resnum=3&ved=0CEAQsAQwAg&biw=1004&bih=399

Τετάρτη 22 Δεκεμβρίου 2010

Πληθυντικός των Χριστουγέννων

Tώρα στολίζουμε αληθινό έλατο
Κάθε Χριστούγεννα στην παιδική μου ηλικία, κατεβάζαμε από το πατάρι ένα χριστουγεννιάτικο δέντρο με ξύλινο κορμό και συρμάτινα κλαριά ντυμένα με πράσινο χαρτί, τα οποία δίπλωναν στον κορμό για να μην πιάνουν χώρο. Ένα αντικείμενο σα μακρύ αδράχτι που με προσεκτικές κινήσεις, ανοίγοντας ένα- ένα τα κλαριά, το μεταμορφώναμε σε έλατο με άψογο τριγωνικό σχήμα. Ύστερα ομόρφαινε με  γυάλινες μπάλες που δεν έπρεπε να σπάσουν αλλά πάντα έσπαζαν, μπαμπάκι στρωμένο στα κλαριά και κάτι σαν γυαλιστερή ομίχλη τριγύρω. Αυτή η γεμάτη ευλάβεια ιεροτελεστία, μη χαλάσει το δέντρο, μη σπάσουν τα στολίδια, αυτή η μεταμόρφωση έμοιαζε τόσο πολύ λατρευτική από μόνη της. Λατρεύαμε κάτι μεγάλο, δεν μπορούσε να είναι μόνο η γέννηση του Χριστού. Αργότερα έμαθα ότι τη μέρα αυτή, ή μάλλον τη νύχτα αυτή του χειμερινού ηλιοστασίου γιορτάζονταν πανάρχαιες γιορτές, τα γενέθλια του Μίθρα θεού του ήλιου μεταξύ άλλων, κι άλλες που έχουν να κάνουν με το φως, το λίγο και πολύτιμο φως του χειμώνα που όμως υπόσχεται την αργή έλευση του καλοκαιρινού ήλιου. Ακόμα και τώρα Δρυίδες, λέει,  στην Αγγλία, κόβουν το γκι, κι αναρωτιέμαι αν καταλαβαίνουν ότι αρνούμενοι τη ρωμαϊκή παράδοση των Χριστουγέννων ξαναγυρίζουν σε αυτή μέσω παγανιστικών γιορτών, γιατί κι αυτή τι έκανε; Πήρε τις πανάρχαιες γιορτές και τις έκανε χριστιανικές. Κι από τη Ρώμη τα Χριστούγεννα κατέκτησαν τον κόσμο, γιατί είναι ακαταμάχητα σαν τη μεγάλη νύχτα του χειμώνα,  σαν την αργή έλευση του φωτός.
Πόσο τα αγαπώ τα Χριστούγεννα, έτσι στον πληθυντικό, γεμάτα από τη μυστική μαγεία και το δέος των αρχαίων, γεμάτα από όλων μας τις παιδικές παρηγοριές, τις παιδικές βεβαιότητες ότι ανήκουμε σε κάτι μεγάλο και έξω από μάς καθώς φτιάχνουμε το δέντρο, λέμε κάλαντα, τρώμε γλυκά. Καλά Χριστούγεννα, παγκόσμια και ιδιαίτερα, στον πληθυντικό των ανθρώπων.
Δημοσιεύτηκε σΤΑ ΝΕΑ στις 22 Δεκεμβρίου 2010
http://www.tanea.gr/default.asp?pid=10&ct=13&artid=4610051

Queen on sea

 H ταινία «Βασίλισσα της θάλασσας» μου κόστισε μια ταραγμένη νύχτα. Δεν ήταν τόσο η άνοια της γριάς μητέρας που με σόκαρε, όσο η άγνοια της ...