Πέμπτη 21 Δεκεμβρίου 2006

Θεραπείες με ψώνια

Μη με αγριοκοιτάτε που τρέχω με τις σακούλες των μαγαζιών να ξεφεύγουν ένθεν κακείθεν και να χτυπάνε όπου βρουν στον δρόμο εμπόδιο κινούμενο, συνάνθρωπο δηλαδή. Δεν είμαι μανιακή της κατανάλωσης, εντάξει; Όχι περισσότερο από τον μέσο όρο του φυσιολογικού τουλάχιστον, μετρήθηκα πέρσι. Το ξέρω ότι δεν μετριέται, άμα μετριόταν όμως; Δώρα αγοράζω.

Είναι οι μέρες που σου έρχεται σφήνα στον νου το φιλικό, το αγαπημένο ή το μισητό, ενίοτε κι αυτό, πρόσωπο και νοερά αναμετριέσαι μαζί του. Με την επιθυμία του, που ανακαλύπτεις ότι την αγνοείς. Με την ευχαρίστησή του, που παραδέχεσαι ότι δεν την ελέγχεις καθόλου.

Μπορεί να σε βομβαρδίζουν πανταχόθεν με διαφημίσεις και διαβεβαιώσεις, το τάδε είναι καταπληκτικό, θα χαρεί, αλλά ξέρεις ότι δεν υπάρχει καμιά εγγύηση για το αποτέλεσμα.

Όσο οι δικές σου λαχτάρες είναι ξεκάθαρες και κραυγαλέες, πιεστικές και απλούστατες, τόσο του πλησίον οι λαχτάρες είναι αδιαπέραστο μυστήριο.

Προσπαθείς να θυμηθείς πληροφορίες, τι του αρέσει, τι του λείπει, σε τι θα έστεργε να δώσει σημασία, τι θα τον έκανε στ΄ αλήθεια να χαμογελάσει; Τι θα μπορούσε να γεννήσει εκείνη τη μικρή αναπήδηση στο στήθος, τη γνήσια ευχαρίστηση; Πώς να μη διανύεις χιλιόμετρα καταστημάτων, να μην ατενίζεις εκατομμύρια αντικείμενα, να μην ψαχουλεύεις υφάσματα και εξώφυλλα, να μην ανοίγεις κουτιά και να μη χαλάς βιτρίνες, για να μπορέσεις να φανταστείς τη στιγμή της προσφοράς; Τόση καταναλωτική φρενίτιδα, κι όμως δεν αρκεί, τόση προσφορά και ποικιλία, κι όμως πρέπει να γίνεις εξερευνητής, να βρεις τον σπάνιο θησαυρό, για να κάνεις ένα απλό δωράκι. Δεν είναι σόπιν θέραπι αυτό, είναι θεραπεία των σχέσεων ή μάλλον κάτι σαν διάγνωση.

Γιατί είναι τόσο δύσκολο πράγμα η σκέψη του άλλου, οι επιθυμίες του, η ευχαρίστησή του...

https://www.tanea.gr/2006/12/21/opinions/analwsima-therapeies-me-pswnia/

Κυριακή 26 Νοεμβρίου 2006

Υποχρεωτικό νηπιαγωγείο



Το νηπιαγωγείο γίνεται υποχρεωτικό. Έτσι,  για μερικές χιλιάδες παιδιά που δεν θα πιάνουν στις εισαγωγικές τη βάση του Δέκα, τουλάχιστον θα έχουν αυξηθεί τα έτη σπουδών αρχίζοντας από τα κάτω. Ούτως ή άλλως, η μανία των γονιών να χώνουν στα κεφάλια των παιδιών τους, όσο περισσότερα πράγματα γίνεται, όσο το δυνατόν νωρίτερα, έχει ήδη χτυπήσει τα νηπιαγωγεία. Περιέργως, παιδιά και νηπιαγωγοί αντιστέκονται. Τα παιδιά καταφέρνουν ακόμα κυρίως να διασκεδάζουν στα νηπιαγωγεία. Και το παράξενο είναι ότι επειδή διασκεδάζουν, μαθαίνουν κιόλας αρκετά, ίσως, μόνο και μόνο επειδή ακριβώς δεν είναι υποχρεωτικό. Και βλέπεις κάτι τετράχρονα να πιάνουν το μολύβι με ζήλο και μεράκι, που δεν συναντάς στο δημοτικό, να γράφουν  με απόλαυση, να ανοίγουν τα βιβλία με δέος, να συλλαβίζουν ακούραστα, να ξεφυλλίζουν εγκυκλοπαίδειες, και νομίζεις ότι έγινε το θαύμα, γεννήθηκε  η σχέση του παιδιού με τα γράμματα, θα κρατήσει, θα καρπίσει, θα το οδηγήσει σε επιτυχίες και χαρές. Κι ύστερα, δυο χρόνια αργότερα, μόλις πάει Δημοτικό, το ίδιο παιδί, αρχίζει να χάνει το γούστο του. Τα βιβλία αντιμετωπίζονται με καχυποψία, το διάβασμα γίνεται αγγαρεία, τα γράψιμο δεν είναι καθόλου πια ευχαρίστηση, η σχέση που φαντάστηκες ότι θα γεννηθεί, τις περισσότερες φορές ξεφτίζει άδοξα. Πώς το κατορθώνει αυτό το Δημοτικό, είναι απορίας άξιο, αλλά μπαίνει κανείς στον πειρασμό να σκεφτεί ότι η ελευθερία παίζει κάποιο ρόλο. Αφού το να κάνεις μαθήματα, στο νηπιαγωγείο, δεν είναι αναγκαστικό, όλο και κάτι μαθαίνεις. Ας ελπίσουμε ότι τώρα που η φοίτηση θα γίνει υποχρεωτική, δεν θα του βάλουν και αναλυτικό πρόγραμμα, για να καλύψουν τα κενά που κάθε τόσο προκύπτουν. Τουλάχιστον θα αφήσουν τα παιδιά να μην ξέρουν την υποχρέωση.


https://www.tanea.gr/2006/11/28/opinions/analwsima-ypoxrewtiko-nipiagwgeio/

Τετάρτη 22 Νοεμβρίου 2006

Η Αχερουσία του Γούντυ Άλεν

Η Αχερουσία έχει μαύρα νερά, και πάνω πλέει ένα καΐκι χωρίς να προχωρά και οι
άνθρωποι είναι κάπως παραξενεμένοι, αλλά ήρεμοι πολύ. Μπορεί και να είναι ο
Αχέροντας. Ο δημοσιογράφος, που μόλις έχει πεθάνει, ακουμπά στα ξάρτια και
πιάνει συζήτηση με μια νεαρή. Και το κοινό γελά, γιατί λίγη ώρα αργότερα ο
δημοσιογράφος πάει στον Χάρο και προσπαθεί να τον λαδώσει. 
Το καΐκι είναι παλιό, από εκείνα τα μεγάλα ψαράδικα που κάποτε έβλεπες στα λιμάνια, με τη
στενή ψηλή καμπίνα στη μία άκρη, σαν ανάμνηση σημερινού εξηντάρη. Μπορεί ο
Γούντι Άλεν να ταξίδεψε στο Αιγαίο όταν ήταν μικρός, ή τα καΐκια να ήταν
παντού ίδια. Να υπήρχαν σε κάθε λιμάνι, όπως υπάρχει η εικόνα αυτή σε τόσες
μυθολογίες, ο Χάρος με το πλεούμενο φορτωμένο ψυχές. Κι αν δεν είδε το Αιγαίο,
άκουσε σίγουρα τις ιστορίες για τους περαματάρηδες των σκοτεινών λιμνών, κι
ίσως να τρόμαζε, όταν ήταν παιδί, μ' αυτό το ταξίδι. Αλλά μεγάλωσε και γερνά
και αφού πάντα πλησίαζε τα πράγματα με σκοπό να τα κάνει πιο ελαφριά, έβαλε
και στο καΐκι του Αχέροντα την κάμερά του. 
Ορίστε, δεν είναι τίποτατρομακτικό, ο ρεπόρτερ παραμένει ρεπόρτερ, κι ο ταχυδακτυλουργός απολαμβάνεινα μαγεύει με τα κόλπα του τους συνταξιδιώτες. Οβολός δεν χρειάζεται, ηεπιβίβαση γίνεται δωρεάν, προφανώς κατά τα αμερικανικά πρότυπα, όπως το φέρι μπόουτ στη Νέα Υόρκη που σε πάει τσάμπα απέναντι, στο Στάτεν Άιλαντ. Υπάρχουν
σύγχρονες νότες στην αρχαία παράδοση, αλλά η εικόνα της ήταν απαραίτητη αφότου
δώσαμε το όνομα του Αχέροντα σε αληθινό ποταμό - κάνουν και ράφτινγκ - και η
Αχερουσία, νομίζω, αποξηράνθηκε για καλλιέργειες.

https://www.tanea.gr/2006/11/23/opinions/analwsima-i-axeroysia-toy-goynti-alen/

Πέμπτη 21 Σεπτεμβρίου 2006

Ηθική παρενόχληση


Το κακό με τις κουμπαριές που βγήκαν στη φόρα είναι ότι είναι υψηλά ιστάμενες.Τόσο υψηλά ιστάμενες, που νιώθουμε σαν να μη μας αφορούν, παρακολουθούμε τα πάντα να ξετυλίγονται με κάποια αποστασιοποίηση, την αγανάκτηση, τις απολύσεις, τις χειροπέδες. Στο μεταξύ η ζωή συνεχίζεται και δεν άκουσα να άλλαξε κάτι στην καθημερινότητα της μίζας, για τις δουλίτσες της απλής ζωής που διαμορφώνονται με την κανονική ταρίφα: τόσα το λάδωμα για να τακτοποιηθεί η άδεια της Πολεοδομίας, τόσα για το δίπλωμα οδήγησης, τόσα για τον διακανονισμό του φόρου, κ.λπ., κ. λπ... Εκεί το χρηματιστήριο δεν περνά κρίση, οι τιμές ανεβαίνουν σταθερά. Και μας υποχρεώνουν, όσο εντάξει και άτεγκτοι κι αν είμαστε, όσο κι αν αγωνιζόμαστε να ζούμε με αξιοπρέπεια σαν πολίτες, μας αναγκάζουν να σκύβουμε το κεφάλι και να συμμετέχουμε σαν πελάτες στο κύκλωμα που σιχαινόμαστε, διότι, όπως λένε όλοι και κυρίως οι ίδιοι οι εισπράκτορες, αλλιώς δεν γίνεται η δουλειά. Ας έχεις πληρώσει μέχρι κεραίας τους φόρους σου σύμφωνα με το σουηδικό μοντέλο, όταν χρειαστείς μια συγκεκριμένη λειτουργία οφείλεις να υποκύψεις στο οθωμανικό μοντέλο του μπαξισιού. Κι αν σηκώσεις κεφάλι σε κάνουν να ντρέπεσαι, προσπαθούν να σε φοβίσουν, ενώ θα έπρεπε αυτοί να ντρέπονται και να φοβούνται. Γιατί να υποχρεωθείς να ακούσεις και μόνο τηνανήθικη πρότασή τους; Εδώ χρειαζόταν νόμος για παρενόχληση, και μόνο η πρόταση
στον πελάτη να αποτελεί αδίκημα. Πήγαμε και θεσπίσαμε τη σεξουαλική
παρενόχληση, κατά μίμηση, για να έχουν υλικό οι επιθεωρήσεις, κι ετούτη εδώ,
που προσβάλλει όλα τα φύλα, που εξευτελίζει την ουσία του πολίτη και την
έννοια του κράτους, την έχουμε αφήσει ακάλυπτη. Ηθική παρενόχληση και ψυχική
οδύνη και προσβολή της προσωπικότητας και ό,τι άλλο. Πέρα από τη δωροδοκία.
Δεν έχουμε φαντασία απέναντι στις ιδιαιτερότητές μας.

https://www.tanea.gr/2006/09/21/opinions/analwsima-ithiki-parenoxlisi/

Τετάρτη 16 Αυγούστου 2006

Ύποπτοι όλοι

 Πάνω από τους γυαλιστερούς γρανίτες του πολυτελούς αεροδρομίου έχουν τοποθετηθεί πλαστικά πατώματα για να κρύβουν τα καλώδια. Μας βάζουν να βγάλουμε τα παπούτσια για έλεγχο. Μπορεί να κρύβεις βόμβες στο τακούνι, και να περπατήσουμε ξυπόλητοι επάνω τους. Έτσι ήρθαν τα πράγματα, η πολυτέλεια στα αεροδρόμια να μη σε αφήνει πια να ξεχαστείς. 

Μετά τα ξυπόλητα βήματα μπορείς να ξαναφορέσεις την αξιοπρέπεια τα παπούτσια σου και να περάσεις στο ντιύτι φρή, όπου ό,τι αγοράσεις σε υγρό πρέπει να καταναλωθεί αμέσως. Τα αρώματα είναι απαγορευμένα φυσικά, εκτός αν σκοπεύεις να λουστείς με ένα μπουκάλι πριν μπεις στο αεροπλάνο. Ή να αγοράσεις ένα ουίσκι και να το πιεις ολόκληρο. Ουίσκι όχι, αλλά όλοι αγοράζουν νερό και το πίνουν βιαστικά πριν μπουν στην ουρά για επιβίβαση. Ο άνθρωπος αποτελείται από 70% νερό, είναι ο ίδιος μια τεράστια μποτίλια. Πώς να τη στραγγίξεις; Ο ανιχνευτής περνάει ρουτινιάρικα πάνω από κάθε βαλίτσα, χιλιάδες μπλούζες, φούστες, εσωρουχα, βιβλία, αποσμητικά, πλυμένα και άπλυτα, διπλωμένα και κουβαριασμένα, περνάνε από εξονυχιστικό έλεγχο. Τα πάντα θα μπορούσαν να είναι επικίνδυνα. Όλο είστε ύποπτοι μέχρις αποδείξεως του εναντίου. Ο καθένας μπορεί να γίνει τρομοκράτης. Εδώ περνάτε στην απέραντη δημοκρατία της καχυποψίας. Όσο αθώα φάτσα κι αν έχεις, βγάλε τα παπούτσια σου, σήκωσε τα χέρια, άδειασε την τσάντα. Συνταξιούχοι ξεκινάνε τις διακοπές τους με ανατριχίλες πολεμικών αναμνήσεων.

Παρουσιαάστε μασχάλη! Οι τρομοκράτες ξεπέρασαν τα όρια κι εμείς δοκιμάζουμε τα δικά μας. Κάθε αεροπορικό ταξίδι μπορει΄να καταλήξει…. ξέρετε πού. Γιατί όχι ακτίνες Χ για όλους, να βγαίνει και μια ιατρική γνωμάτευση επιτόπου; Θα μπορούμε μετά από κάθε αεροπορικό ταξίδι να πηγαίνουμε για το τσεκάπ, ειδικά όσοι κάνουν ιατρικό τουρισμό. Τα πρακτορεία πρέπει να το οργανώσουν.

Δευτέρα 19 Ιουνίου 2006

Iππος χλωρός



Έχω μόνο μία φωτογραφία του μπαμπά μου παιδί. Δεν ξέρω πότε έχει τραβηχτεί ακριβώς, ούτε πού βρίσκεται. Δε γράφει τίποτα επάνω το μικρό σκληρό χαρτόνι. Είναι ανεβασμένος σε ένα άλογο και φοράει κοστούμι και τραγιάσκα. Το ένα του παπούτσι, αυτό που φαίνεται, μοιάζει να έχει λίγο ξεκολλημένη σόλα. Μπορεί να φορούσαν τα παπούτσια τους και λίγο χαλασμένα τότε, ή να ήταν πρόσφυγας ήδη.
Χαμογελάει συγκρατημένα. Μπορεί να είναι στην πατρίδα του, γιατί εκεί ο πατέρας του είχε άλογο για τις μετακινήσεις του ως γιατρός. Μπορεί να είναι και στην Ελλάδα, ποιος ξέρει. Αν είναι στην πατρίδα του, αν αυτό είναι το σπίτι του, θα είναι η μόνη εικόνα που υπάρχει. Φαίνεται ένα χαμηλό παράθυρο και δύο ψηλά. Κάτω δεν υπάρχει λιθόστρωτο ή άσφαλτος, μόνο χώμα με πέτρες, δεν ξεχωρίζει καλά.
Είναι κάτι πολύ μακρινό, το άλογο, το σακάκι σε μικρό παιδί, τραβάει εκεί που κουμπώνει, η τραγιάσκα, η φωτογραφία επίσης, είναι τόσο πολύ παλιά. Ωστόσο στο παιδικό του πρόσωπο τον αναγνωρίζω όπως τον ήξερα μεγάλο και να γερνάει, ίδια τα χαρακτηριστικά. Βέβαια δεν είναι μόνο τα δικά του. Είναι επίσης του Γιάννη παιδί, και ακόμα τώρα, είναι του Οδυσσέα μικρότερου, είναι και του Σπύρου. Όλα τα παιδιά λίγο πολύ έχουν ξαναπάρει αυτό το πρόσωπο, λίγο φουσκωτά μάγουλα, βαθιά κόγχες ματιών. Ακόμα κι εγώ, νομίζω. Έχει λοιπόν κάτι δικό μας, αλλά ταυτόχρονα είναι τόσο πολύ ξένη με μας αυτή η εικόνα, το άλογο, το καπέλο, το άσπρο πουκάμισο, το σακάκι, το ανοιγμένο παπούτσι. Χαμογελά και το παπούτσι… χαμογελούν από έναν άλλο κόσμο, τότε που δεν υπήρχαν παιδικά ρούχα και φορούσανε τραγιάσκες στα καλά καθούμενα και δεν πετούσαν τα παπούτσια τους μόλις πάλιωναν, ακόμα και οι γιοι γιατρού, κι αν ήθελαν να ανέβουν σε ένα ωραίο αραβικό άλογο με άσπρο αστέρι πάνω στο μέτωπο, όπως αυτό, δεν είχαν παρά να πάνε στο στάβλο του σπιτιού και να το σελώσουν. Κι όλα αυτά είναι τόσο απίθανα, ο κόσμος αυτός έχει χαθεί, ούτε εγώ τον γνώρισα ποτέ, κι όμως ο Σπύρος της φωτογραφίας έχει το ίδιο πρόσωπο κάτω από την τραγιάσκα με το δικό μου Σπύρο.
Το χαμόγελό του, περιέργως, είναι πολύ χαρακτηριστικό του προσώπου του, αλλά και εντελώς μοναδικό. Θέλω να πω ότι του μοιάζει μεν, αλλά δεν τον θυμάμαι ποτέ να χαμογελά έτσι. Έχει κάτι που δεν το είδα στο πρόσωπό του. Μήπως είναι ανεμελιά, κάτι που δεν μπορεί ποτέ κανένα παιδί να δει στο πρόσωπο του πατέρα του; Μπορεί να είναι αυτό. Δεν θα γνώρισε ούτε μια ανέμελη στιγμή αφότου γεννηθήκαμε. Έτσι γίνεται πάντα.



Σάββατο 10 Ιουνίου 2006

Ανακαλύψεις στη Νέα Υόρκη

Εξερευνητής ο Οδυσσέας στη Νέα Υόρκη, προπορευόταν κι ανακάλυπτε. Μας φώναξε να δούμε αυτή την πλατεία. Ελάτε να δείτε τις πτυχές της ελευθερίας, έλεγαν τα μάτια του. Τη δημοσιεύω για να την αφιερώσω στις προσπάθειες των Ελλήνων γκέι, στον παλιό μου φίλο Ανδρέα Βελισαρόπουλο, ένα από τα πρώτα θύματα του AIDS, στο Pride. Είναι το μνημείο της απελευθέρωσης των ομοφυλοφίλων, του George Segal, στο παρκάκι Κρίστοφερ, απέναντι από το μπαρ όπου το 1969, μετά από έφοδο της αστυνομίας, ξεκίνησε κίνημα νομιμοποίησης των γκέι μπαρ.

Τετάρτη 8 Μαρτίου 2006

Μέρα των γυναικών

Δεν είναι αγωνιστικές οι εποχές μας. Δύσκολα σήμερα να βγουν στις πλατείες του
κόσμου οι γυναίκες, να διεκδικήσουν τα δικαιώματά τους. Ακόμα και η έννοια του
αγώνα περνάει κρίση, σα να έχει διαβεί πια κι αυτή την εποχή της αθωότητας. Κι
όμως, πόσα θα μπορούσαν να διεκδικήσουν οι γυναίκες... Το πρώτο και βασικό, να
ελέγχουν το σώμα τους, αυτό το δικαίωμα που υποτίθεται κατακτήθηκε στη Δύση,
πρέπει να το παλεύουν κάθε μέρα, η κάθε μια μονάχη, απέναντι σε χίλιες
απειλές. Από τη βία που ελλοχεύει έξω, τον φόβο, που ελλοχεύει μέσα, μέχρι τις
συζητήσεις που ξαναρχίζουν από διάφορους δήθεν φιλόσοφους και θρήσκους, για το
αν είναι ηθικό να επιτρέπεται η έκτρωση, και πότε αρχίζει να ζει το έμβρυο,
στον τρίτο μήνα ή τον δεύτερο αποκτά υπόσταση; Λες και μπορεί να ζήσει έμβρυο
χωρίς τη μάνα του στον πέμπτο μήνα ή τον έκτο... Πόσα θα μπορούσαν να
διεκδικήσουν οι γυναίκες στην Αφρική, στην Ασία, στην Αμερική, παντού όπου
στην υπομονή και την αντοχή τους στηρίζονται καθεστώτα καταπίεσης. Αν
ξεσηκώνονταν οι γυναίκες, αν ζητούσαν στοιχειώδη σεβασμό για την υποχρέωση που
η φύση τους έχει επιβάλει, να γεννούν παιδιά, να τα μεγαλώνουν, θα κλονίζονταν
οι δικτατορίες, θα έμεναν μετέωροι οι πόλεμοι, θα κατέρρεαν οι ανίκανες
ηγεσίες. Αν έπαιζαν οι γυναίκες μια φορά τη Λυσιστράτη, θα γεφυρώνονταν τα
χάσματα, θα άλλαζαν τα πάντα. Αλλά είμαστε μακριά από τέτοιο κλίμα. Σήμερα
μόνο, που θα μας φλομώσουν στα υποκριτικά μηνύματα, ας κρατήσουμε λίγο
ψύχραιμη τη σκέψη μας, να οραματιστούμε τι θα μπορούσε να γίνει αν... Αν οι
γυναίκες έβρισκαν τον τρόπο.
https://www.tanea.gr/2006/03/08/opinions/analwsima-mera-twn-gynaikwn/

Πέμπτη 19 Μαΐου 2005

Γυφτοπούλα στο χαμάμ

Έστρωσε ένα πάπλωμα πάνω στο αχαμνό γρασίδι, δίπλα στον δρόμο, και ξάπλωσε
εκεί με το μωρό της. Έχει παρκάρει δίπλα το αυτοκίνητο και έχει αφήσει τις
πόρτες ανοιχτές. Είναι τρομερά νέα, κοριτσάκι, με μια κοτσίδα που αρχίζει να
πλέκεται από ψηλά. Ανασηκώνεται καθιστή, φτιάχνει τη φούστα, ρίχνει ανάσκελα
το μωρό, το γαργαλάει. Γελάνε και οι δύο. Ησυχία δεν έχει, ξαπλώνει πάλι, το
κουνάει δυνατά και αυτό αφήνεται, σαν κούκλα από κουρέλια. Στριφογυρίζουν λίγο
και οι δύο στο πάπλωμα. Για λίγες στιγμές σκέφτομαι μήπως είναι αδερφή του,
αλλά βέβαια, έτσι μικρές παντρεύονται οι γυφτοπούλες. Μέσα από το σταματημένο
λεωφορείο την κοιτάμε όλοι σοκαρισμένοι. Είναι μια τρυφερή σκηνή, βεβαίως,
αλλά σε λάθος τόπο, σε λάθος ώρα, σε λάθος ηλικία. Είναι πρωί, κάνει ζέστη, ο
κόσμος πάει στη δουλειά του, τα νήπια βρίσκονται προφυλαγμένα από τα βλέμματα
και από τα καυσαέρια της λεωφόρου στα σπίτια ή σε μέρη ειδικά, καθαρά, με
ειδικευμένο προσωπικό, όχι έτσι. Ξανασηκώνεται, φτιάχνει πάλι τη φούστα,
σκεπάζει τα γόνατα σεμνά, αλλά τόσες κινήσεις, τόσα χάδια με το μωρό, η ξάπλα
κυρίως και τα γαργαλητά και τα χαχανητά δεν το αφήνουν το σώμα να κρυφτεί.
Αυτό είναι που σοκάρει και κάνει όλα τα κεφάλια να γυρίσουν και να κοιτάνε.
Κάτι βάρυνε στον αέρα του λεωφορείου, που ήταν και πριν βαρύς, ενώ εκεί έξω
σαν να φυσάει αεράκι. Κάτι σαν να ετοιμάζεται να ειπωθεί, κάτι κακό και
απαξιωτικό. Τι θα βρούνε να πουν; Για να δούμε. Κάτι για τη βρωμιά λένε
συνήθως, αλλά τελικά κανείς δεν μίλησε. Γυφτοπούλα είναι, ίσως σκέφτηκαν,
μπορεί να έρχεται από το χαμάμ.
https://www.tanea.gr/2005/05/19/opinions/analwsima-gyftopoyla-sto-xamam/

Πέμπτη 24 Μαρτίου 2005

Πάσχα στο Αγρίνιο


Παιδικός παράδεισος.
Αν μπορούσα να διαλέξω πού θα μεγάλωνα, θα είχα προτιμήσει ασυζητητί το Αγρίνιο, αλλά δεν με ρώτησαν. Δεν ρωτούν ποτέ κανέναν. Μεγάλωνα στην Αθήνα και το Αγρίνιο ήταν για μένα ο παράδεισος των διακοπών του Πάσχα, ένας δύσκολος παράδεισος, στο τέρμα οκτάωρου ταξιδιού με αυτοκίνητο από την παλιά εθνική οδό, η οποία διέσχιζε ένα ένα τα παραθαλάσσια χωριά της Πελοποννήσου. Δρόμοι με στροφές, με ζαλάδες, φέρι μποτ, πέρασμα από την Κλεισούρα που φοβόμουν  μήπως κλείσει γύρω μας τελείως… Ξεκινούσαμε νωρίς το πρωί και βράδιαζε πια όταν βλέπαμε τα πρώτα γκρίζα σπίτια του Αγρινίου, τα πέτρινα δίπατα σπίτια με το μικρό μπαλκόνι. Ήταν αληθινά σπίτια, απλά και στιβαρά, όχι τα ανεξήγητα στριμωγμένα της Αθήνας. Και ωραιότερο απ΄όλα μου φαινόταν εκείνο που με φιλοξενούσε, το σπίτι της θείας μου της Στέλλας της Σκαλτσά, πάνω στην οδό Παπαστράτου. Είχε κήπο, είχε σκάλα ξύλινη εσωτερική με ένα χαλάκι πιασμένο στα σκαλοπάτια με μπρούτζινες βέργες, είχε υπόγειο, είχε ένα μεγάλο χωλ με σόμπα, όλα πράγματα μυθικά για παιδί που μεγάλωνε σε διαμέρισμα. Κι ήταν κι ο παππούς μου εκεί, ο ακριβοθώρητος, ένα πρόσωπο λατρεμένο, καθισμένος στην πολυθρόνα του, ο οποίος ήταν απλούστατα ο καλύτερος άνθρωπος του κόσμου. Μας χαρτζηλίκωνε αδιάκοπα, διηγόταν υπέροχα παραμύθια και καλαμπούρια που μας έκαναν να τον εκλιπαρούμε να σταματήσει γιατί πονούσαμε απ’ τα γέλια και τραγουδούσε εκείνα τα παράξενα τραγούδια που δεν τα ξανάκουσα ποτέ, δημοτικά γραμμένα για όπερες, όπως ήταν ο Γερο Δήμος ας πούμε, γεμάτα γοητευτική μελαγχολία.
Όσο μπορούσε ο παππούς μου φρόντιζε και τη θρησκευτική παιδεία μου, με αποκορύφωμα τα ευαγγέλια της Μεγάλης Πέμπτης, ένα μαρτύριο που περνούσα στωικά, ως ελάχιστο αντίτιμο για τις άλλες απολάυσεις που μου προσέφερε.  Από τη Μεγάλη Παρασκευή άρχιζε η ευτυχία της αδιατάραχτης γιορτής με όλη την τελετουργία, πρώτα του θρήνου, ύστερα της χαράς. Θα ήθελα να στολίζω το Επιτάφιο, αλλά ήμουν ξένη και δεν ήξερα πώς γίνεται. Βολτάριζα και λίγο έπληττα και μελαγχολούσα με τις πένθιμες καμπάνες, έβλεπα το φως να πλημμυρίζει τους δρόμους χωρίς να το εμποδίζουν τα μεγάλα κτίρια και νόμιζα ότι όλ’  αυτά τα θα ήταν αιώνια. Έχω στα μάτια μου ακόμα εκείνο το καινούργιο ανοιχτό πράσινο της φύσης που φούντωνε και τη μυρωδιά από τις πασχαλιές. Στα ωραία μου όνειρα βλέπω ακόμα εκείνο το σπίτι, το χώλ με τη σκάλα που καθόμασταν και διαβάζαμε παλιούς «Θησαυρούς» δεμένους σε τόμους.
Ήμουν παιδί, δεν είχα να νοιαστώ για τίποτα, ήμουν σε διακοπές, με χαϊδολογούσαν πολύ γιατί με έβλεπαν σπάνια, φυσικό ήταν να μου φαίνονται όλα εξαιρετικά και παραδεισένια. Σίγουρα για τους ίδιους τους Αγρινιώτες η πόλη τους τότε δεν ήταν παράδεισος, γι’ αυτό και την άλλαξαν συστηματικά. Έχει μείνει μόνο το σπίτι της θείας μου, χάρις στο πείσμα του ξαδέρφου μου, τριγυρισμένο από υπερβολικά μεγάλες πολυκατοικίες.  Το Ρουμελιώτικο Πάσχα παραμένει φημισμένο βέβαια, και το ταξίδι έχει γίνει πολύ εύκολο, με αυτοκινητοδρόμους και γέφυρες, αλλά δεν έχει πια παράδεισο στο τέρμα του να πάω.

Τετάρτη 19 Ιανουαρίου 2005

Φάλαγγα

Οι νεώτεροι δεν ξέρουν. Οι μεγαλύτεροι έχουν αρχίσει να ξεχνούν, αλλά αυτό δεν
είναι από τα πράγματα που ξεχνιούνται ολότελα, μένουν καταχωνιασμένα στο
ντουλάπι με την ετικέτα: «τρομερά που μας συνέβησαν και δεν θα ξανασυμβούν
ποτέ». Φάλαγγα ήταν το βασανιστήριο που συνήθιζαν να κάνουν στη χουντική
Ασφάλεια. Ήταν, όπως κυκλοφορούσε τότε, το χτύπημα που δεν άφηνε σημάδια ενώ
πονούσε πολύ. Εφαρμοζόταν σε υπόπτους για πολιτική δράση. Τα πασίγνωστα πρέπει
εδώ να τα ξαναλέμε. Σε νεαρούς που ίσως στους φοιτητικούς συλλόγους τους
συζητούσαν πολιτική. Ήταν η λέξη που συμπύκνωνε τη σοφία και τη δράση της
χουντικής Αστυνομίας. «Φάλαγγα», στρατιωτική πειθαρχημένη, τακτική και
ταυτόχρονα σαδιστική, αδίστακτη, παράνομη, βίαιη και άνανδρη. Δύσκολο να το
θυμηθούμε καλά; Έμοιαζαν όλα αυτά τόσο εξαφανισμένα από την πολιτική μας ζωή.
Κι όμως, να τα ξανά, σαν σκουλήκια έζησαν κάπου καταχωνιασμένα, και
ξαναβγαίνουν στην επιφάνεια, σε μια εποχή Δημοκρατίας, ελευθεριών, σαν να
βρήκαν επιτέλους τον σωστό τους δρόμο. Μα βέβαια, στους Αφγανούς μετανάστες,
στους ξένους, τους φτωχούς, τους ρακένδυτους, τους ανεπιθύμητους, η φάλαγγα
αλλιώς ακούγεται, δεν είναι δα και τόσο τρομερή, έτσι; Μπορεί από τη μία να
έχεις τον γελαστό αστυνομικό της διαφήμισης, που βοηθάει τις γυναίκες και τα
παιδιά, φτάνει να έχουν το σωστό διαβατήριο, από την άλλη τούς συνεχιστές των
χουντικών παραδόσεων που βρήκαν επιτέλους τα κατάλληλα θύματα. Σαν να είναι ο
σαδισμός και η εκλεπτυσμένη βία φυσιολογική της ανάγκη, της Αστυνομίας; Και
δεν θα βγει κανείς αγανακτισμένος στους δρόμους γι' αυτό το πράγμα, δεν θα
σοκαριστούν οι χρηστοί πολίτες; Χρηστοί, χριστιανοί, από τους πιο θρήσκους
λαούς στην Ευρώπη; Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών, καθολικώς ικανοποιημένων;
https://www.tanea.gr/2005/01/19/opinions/analwsima-falagga/

Κίτρινο γρασίδι

 Το Λονδίνο σα να ξαναβρίσκει σήμερα τον εαυτό του καθὼς ρίχνει ο ουρανός κάθε τόσο λίγη βροχή κι η συννεφιά δεν λέει να φύγει. Μακάρι να ξα...