Παρασκευή 10 Μαρτίου 2017

Τα μαλλιά των γυναικών



Η γυναίκα πρέπει να έχει τα μαλλιά μαζεμένα, έλεγε στη Φράνση η Ιρλανδέζα γιαγιά της. Η Φράνση ήταν το «δέντρο που μεγάλωνε στο Μπρούκλιν», γεννημένη στην αρχή του εικοστού αιώνα, άρα η γιαγιά της θα είχε γεννηθεί εξήντα- εβδομήντα χρόνια πριν. Εγώ ήμουν παιδί όταν με εντυπωσίασε η φράση, και τη διάβαζα την εποχή που θα ήταν πια η ίδια η Φράνση γιαγιά.
 Η γυναίκα, διευκρίνιζε λοιπόν η Ιρλανδέζα του 19ου αιώνα, πρέπει να έχει τα μαλλιά δεμένα στο κεφάλι μέχρι να παντρευτεί, και την πρώτη νύχτα του γάμου να τα λύσει για να τα απολαύσει ο άντρας της. Μόνο αυτός πρέπει να μπορεί να τα χαϊδεύει και να τα θαυμάζει, η γυναίκα οφείλει να συνεχίσει σε όλη τη ζωή της να τα μαζεύει για να τα κρατά μακριά από τους υπόλοιπους.
Δεν μπορούσα παρά να σκεφτώ τα μαλλιά της μητέρας μου, μακριά και ξανθά, που τα μάζευε κάθε μέρα πριν πάει στο γραφείο της, και τα ελευθέρωνε κάθε βράδυ πριν πέσει για ύπνο. Με την εξήγηση αυτή λυνόταν και το μυστήριο των μαλλιών της δικής μου γιαγιάς, που ήταν γκρίζα και υπερβολικά μακριά, και την έβλεπα όποτε πήγαινα να μείνω σπίτι της, να τα πλέκει σε κάτι μακριές κοτσίδες, γκρίζες και λεπτές, γιατί πια είχαν αραιώσει, και να τα τυλίγει σε μικρό κότσο πίσω στο κεφάλι, περνώντας από στάδια παράξενων μεταμορφώσεων.
Λίγα χρόνια μετά η μητέρα της ηρωίδας του μυθιστορήματος «Ένα δέντρο μεγαλώνει στο Μπρούκλιν», έκοψε τα μαλλιά της κοντά και σγουρά, όπως και η δική μου μητέρα, πράγμα που μου δημιούργησε κάτι σαν ψυχικό τραύμα. Εκτός από τους συζύγους- κατόχους της γυναικείας κόμης υπάρχουν και τα μικρά παιδιά που μετέχουν στο καθημερινό αυτό οικιακό μυστήριο και την τελετή του, με στόχο να το αναπαράγουν, προφανώς.
Στη δική μου γενιά ελάχιστα κορίτσια είχαν ακόμα κοτσίδες, αρκούσε να στρώνεις τα μαλλιά με κορδέλα για να θεωρείσαι σεμνή, διότι περί αυτού επρόκειτο τελικά, ή μάλλον αρχικά. Τα μαλλιά κάτι συμβολίζουν, κάτι που θα το ξέρουν καλύτερα οι μουσουλμάνες που ζουν στα καθεστώτα της υποχρεωτικής μαντίλας. Η οποία, ως διάδοχος του πέπλου, αρχαίου και βυζαντινού, αυτά θυμίζει, το φύλο, την υποταγή κι αντίστοιχα την ελευθερία και την αυτοδιάθεση, η οποία αντίστοιχα απαιτεί το σεβασμό του αρσενικού, την κοινωνία που δέχεται τα δικαιώματα αυτοδιάθεσης για όλα τα μέλη της.
Με το που κάναμε τα πρώτα βήματα ως ενήλικες, πετάξαμε τις κορδέλες, έλυσαν τις κοτσίδες όσες ακόμα είχαν, τότε. Υπήρξαν ακόμα μερικές δυσκολίες, να ξεπεράσουμε το στερεότυπο των ίσιων μαλλιών που ήταν στη μόδα, ίσως επειδή ως πρώτα απελευθερωμένα μαλλιά ένιωθαν το βάρος της ευθύνης. Οι σγουρομάλλες τα σιδερώναμε με το σίδερο των ρούχων, κι ακόμα θυμάμαι το θάμβος που ένιωσα ως δεκατετράχρονη σ’ ένα πάρτυ, βλέποντας μια μελαχρινή με μακριά σγουρά μαλλιά ελεύθερα, να καίει καρδιές, έκτοτε έκανα κι εγώ το μεγάλο βήμα ν’ αφήσω τα δικά μου στην ησυχία τους.
Εκείνο που δεν περιμέναμε, ανύποπτες κι ανύποπτοι στην ευφορία της δυτικής μας κουλτούρας, ήταν η αντεπίθεση των καλυμμένων, από τον μουσουλμανικό κόσμο που ξανοίχτηκε στο δικό μας, χώρια το καθεστωτικό πισωγύρισμα σε τόσες χώρες της Ασίας και της Αφρικής. Από τη μια να βλέπεις κορίτσια μεγαλωμένα στη Γαλλία να φοράνε μαντίλα  επειδή ανακάλυπταν τη μουσουλμανική τους ταυτότητα, από την άλλη να γίνεται η μαντίλα ακρογωνιαίος λίθος της σαρίας που επιβλήθηκε στο Ιράν. Και αντικείμενο σφοδρών συγκρούσεων στη Γαλλία με το τόσο μελετημένο ‘κοσμικό’ της καθεστώς, και όχι μόνο.
Καθώς περνούν τα χρόνια, οι μαντίλες στο Ιράν κάπως τραβιούνται προς τα πίσω, καθώς οι γυναίκες σπουδάζουν, δουλεύουν, και κυκλοφορούν όλο και περισσότερο ελεύθερες, ενώ οι φανατικές, που θέλουν να προκαλέσουν τις δυτικές αξίες, τις κατεβάζουν μέχρι τα μάτια, ή κρύβουν και το υπόλοιπο πρόσωπο. Κι ενώ στο βάθος υπάρχει πάντα η ίδια παλιά αντίληψη που ανέπτυσσε η γιαγιά της Φράνσης, ότι τα μαλλιά της γυναίκας είναι προκλητικό κι αισθησιακό κομμάτι του σώματος που πρέπει να απολαμβάνει μόνο ο σύζυγος της, κι οφείλει να είναι σεμνή για να μην προκαλεί την επιθετικότητα των αντρών, συμπληρώνουν οι μουσουλμάνοι, το παιχνίδι έχει γίνει πλέον πολιτικό για διάφορους παίχτες. Κι η σεμνή μαντίλα έχει γίνει προκλητική για μας που απελευθερώσαμε τα μαλλιά μας τον προηγούμενο αιώνα. Πώς να θυμηθούμε τις ιστορικές καταβολές και να δείξουμε κατανόηση, όταν πράγματι η κόμη υπήρξε όπλο της ατομικής απελευθέρωσης και ταυτόχρονα το ίδιο της το υποκείμενο;
Στο μεταξύ η μόδα έχει περάσει και κάτω από τη μαντίλα. Στην Τουρκία που τη χρησιμοποιούν σαν κάρτα διαφορετικής ταυτότητας, δεν αντέχουν και το σχήμα του κεφαλιού που δημιουργεί πατικώνοντας τα μαλλιά, και τη φουσκώνουν μ’ ένα εξάρτημα από μέσα. Στημένες και κουκουλωμένες σα φρεγάδες, ανεβοκατεβαίνουν περήφανες τα σκαλιά των Πανεπιστημίων, όπου μέχρι πρότινος απαγορευόταν η είσοδος με μαντίλα, αντιστρέφοντας το νόμισμα της ελευθερίας. Οι άντρες, να είχαν άραγε ξεπεράσει το στάδιο του ερεθισμού στη θέα των μαλλιών, που θα δικαιολογούσε την επιθετικότητά τους; Διότι υπάρχουν πάντα κι αυτοί, δεν πρέπει να τους ξεχνάμε.
Τέλος, οι μετανάστριες και οι πρόσφυγες που φτάνουν εδώ χωρίς τίποτε άλλο από τη μαντίλα τους, και την κρατούν σφιχτά, να μη χαθούν στο δρόμο, σαν τελευταίο κουρέλι αξιοπρέπειας σ’ έναν κόσμο που δεν τις καταλαβαίνει, αναρωτιέται κανείς,  θα νιώσουν την επιθυμία ν’ αφεθούν στο αεράκι το τραγουδισμένο, που παίρνει τα μαλλιά και τ’ ανακατώνει πριν γεράσουν τόσο που θα σκέφτονται πως είναι καλύτερα να μην τα δείχνουν πουθενά; Ναι, ξέρω, το τελευταίο που τις απασχολεί είναι αυτό. Ωστόσο, μέσα σε κάποιου είδους γενική ικανοποίηση που δικαιούμαστε να νιώθουμε για την ανοχή και την κατανόηση σε συνήθειες ξεπερασμένες εδώ από έναν αιώνα, κι αφού συνειδητοποιούμε την ιστορική τους προέλευση, κι αφού ευχηθούμε και προσπαθήσουμε να αποκαταστήσουμε την ανθρώπινη κατάσταση τους, δικαιούμαστε να τρέφουμε την προσδοκία, ότι κάποτε θα δούμε και τα μαλλιά να ξεμυτίζουν από τις εξαθλιωμένες μαντίλες; 

http://www.athensvoice.gr/politiki/pote-tha-doyme-ta-mallia-na-xemytizoyn-apo-tis

Κυριακή 26 Φεβρουαρίου 2017

Σάββατο βράδυ στο κέντρο της πόλης

Τα βράδια στα βαγόνια του ηλεκτρικού είναι σαν να έχεις ταξιδέψει σε παράλληλο σύμπαν.
Δεν αλλάζει το φως που παραμορφώνει τα πρόσωπα δείχνοντας όποια ασχήμια έχουν καταφέρει να κρύψουν, λες και το διάλεξαν μετά από πολλή μελέτη οι μηχανικοί των συρμών, με αποκλειστικό στόχο να διώχνει τους ανθρώπους από το δημόσιο μέσο, να τους στέλνει σπίτι τους πανικόβλητους, να ζητάνε στον καθρέφτη-καθρεφτάκι τους την αλήθεια, την κάπως καλύτερη αλήθεια.
Οχι, το φως είναι το ίδιο, αλλά κάπως κουρασμένο από τη δουλειά της μέρας, ασχήμυνε κάθε άνθρωπο που έκανε το λάθος να καταφύγει εκεί, αλλά πια το βράδυ αντιμετωπίζει τον μεγάλο του εχθρό, τα πλήθη της νεότητας.
Κι εκεί πλέον, το καημένο το κακιασμένο φως, σηκώνει τα χέρια ψηλά. Τι να κάνει μόνο του απέναντι στις δεκάδες, τις εκατοντάδες φρέσκα πρόσωπα που μπαίνουν και βγαίνουν αδιάκοπα;
Πώς ξεστράτισα κι εγώ και μπήκα βράδυ, ήταν μάλιστα Σάββατο, ακόμα πιο αστραφτερά τα μάτια από την προσδοκία του αλάλητου πράγματος που θα βρεθεί λέει τάχα στην πλατεία Μοναστηρακίου. Κοντή ξαφνικά μέσα στη νέα γενιά, ενώ ήμουν από τις ψηλές στη δική μου.
Παραστάτις σημαιοφόρου, και τώρα πατικωμένη ανάμεσα σε σαγόνια που τα έβλεπα από χαμηλά, σφριγηλά, γελαστά, περήφανα, και πλήρως αδιάφορα στην παρουσία ατόμων που υπερβαίνουν το τεσσαρακοστό έτος της ηλικίας.
Κι όμως, τα σκουλαρίκια που έχουν μπήξει σε όλο το σώμα τους, στα πιο απίθανα μέρη, είναι σαν να φωνάζουν ότι βιάζονται να φθαρούν, να νιώσουν πόνο, να μαζέψουν εμπειρίες, έστω από το τρύπημα αυτιών, μύτης, χειλιών, φρυδιών ή το τατουάζ εκεί που είναι λεπτό το δέρμα.
Ισως επειδή οι ζητιάνοι ξέρουν ότι τα παιδιά είναι πιο αδιάφορα, ίσως τυχαία, δεν μπήκε κανένας μέσα ν' αρχίσει να ζητάει ψιλά με αντάλλαγμα μια κακοειπωμένη ιστορία ζωής.
Τόσο που μου ήρθε εμένα ν' αρχίζω να φωνάζω, «κυρίες και κύριοι, συγγνώμη για την ενόχληση, αλλά έχω στο σπίτι γονιό πιο γηραιό από μένα, από το υστέρημά σας δώστε μου μια εξήγηση, πού το πάτε όλο αυτό το μέταλλο με το σώμα σας;
»Του ζητάτε να κρατηθεί νέο όσο εσείς θα μεγαλώνετε ή βιάζεστε να το δείτε να σκουριάζει από συγκινήσεις που ακόμα δεν γνωρίζετε; Μια εξήγηση παρακαλώ, πώς να σας ερμηνεύσω επιστρέφοντας στο σπίτι.

Παρασκευή 17 Φεβρουαρίου 2017

Ακρόπολη- Γκούτσι, ένας αδύνατος έρωτας



Είναι αλήθεια πως η Ακρόπολη δεν χρειάζεται τα λεφτά της Γκούτσι, ούτε και τη διαφήμιση. Το Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο είχε δίκιο ως προς αυτό. Είναι πασίγνωστη στα πέρατα του κόσμου, τι να διαφημίσει παραπάνω η Γκούτσι από την Ακρόπολη; Μάλλον η ίδια θα διαφημιζόταν από την επίδειξη μόδας. Και τα χρήματα που προσέφερε δεν ήταν πια και τόσα που να καλύπτουν τη ζημιά του Μοροζίνη στα 1675, δυο εκατομμύρια ευρώ τα βγάζει σε λίγες μέρες μόνη της η Ακρόπολη. Φτάνει να είναι ανοιχτή και να λειτουργεί, να ανεβοκατεβαίνουν οι τουρίστες με τις εσάρπες και τα κασκόλ τους που τα παίρνει ο αέρας κκαι να φωτογραφίζονται αενάως. Να το ντεφιλέ, κάθε μέρα αυτό γίνεται μπροστά στα Προπύλαια και στον Παρθενώνα, δίπλα στο Ερέχθειο. Κορίτσια κι αγόρια γέρνουν, κι αγκαλιάζονται, γέροι και νέοι ποζάρουν και ξαναποζάρουν. Μόδα της καθημερινότητας σε ερασιτεχνικές επιδόσεις απαθανατίζεται διαρκώς, όλες οι φυλές του Ισραήλ, όλα τα χρώματα της ανθρώπινης ποικιλίας παρελαύνουν και χαμογελούν στους φακούς τους, δονείται ο τόπος από κλικ, άσε μην το ξανασκεφτεί το ΚΑΣ και απαγορέψει εντελώς να πατάμε το γλιστερό βράχο για να μη χαλάσει από τόσες εικόνες που παράγει συνέχεια.
Αυτό είναι που θα μου άρεσε να δω στο ντεφιλέ του Γκούτσι πάνω στην Ακρόπολη. Τα πιο ωραία μοντέλα, τους πιο καλούς φωτογράφους, τους πιο ακριβοπληρωμένους μόδιστρους, να δω τι έχουν να προτείνουν εκεί πάνω, πώς θα γράψουν οι δικές τους δημιουργίες με φόντο τις γνωστές κολώνες. Τι προτάσεις, τι ιδέες τους δημιούργησε η Ακρόπολη, τι χρώματα διάλεξαν για να σπάσει η μονοτονία του απογυμνωμένου βράχου. Που όλο και περισσότερο απογυμνώνεται, όσο τον επισκευάζουν, λες και τον ξεκοκαλίζουν. Σ’ αυτή την πασίγνωστη εικόνα με την καινούργια πόλη από κάτω, τους σωρούς πέτρες που σκοντάφτει ο επισκέπτης διαρκώς, τη σιωπή του αέρα, τον κάπως αμήχανο κόσμο, τι θα μπορούσε να στήσει κανείς, δίπλα στις αποστεωμένες πέτρες, εκτός από τις σκαλωσιές που τις στηρίζουν, για να τις κάνει ν’ αποκτήσουν στη φαντασία άλλη διάσταση, να δει ας πούμε κάποιος νοερά τις νεαρές παρθένες που φορώντας τα καλά τους παρέλαυναν κρατώντας κάθε χρόνο ένα πέπλο για το άγαλμα, σκέτη ενιαύσια κολεξιόν στο ιερότερο, αρχαία γαρ η σχέση με το ύφασμα, εν γένει, στον ευλογημένο τόπο.
Πάντα αυτό ήταν η Ακρόπολη, κι ακόμα αυτό είναι. Κι ο κάθε τουρίστας που τη θαυμάζει, αφού βεβαιωθεί ότι βρίσκεται στη θέση της όπως ήξερε από τις φωτογραφίες των σχολικών βιβλίων του, σπεύδει να θέσει τον εαυτό του ως μέρος της εικόνας με μια σέλφι, μετράει το ανάστημα του δίπλα στον Παρθενώνα, προφίλ και ανφάς, κι αυτό είναι η λειτουργία του, το μέτρο του, η αξία του, το ανθρώπινο πρόσωπο που τόσο εκτιμούσαν οι γλύπτες και οι ποιητές, οι ζωγράφοι και νυν οι φωτογράφοι.
Αλλά είπαμε, ας μη ζητάμε πολλά, γιατί όταν ήμασταν παιδιά μπορούσαμε και να σκαρφαλώνουμε στον Παρθενώνα, να παίζουμε ανάμεσα στις πέτρες, ενώ τώρα μόνο από μακριά επιτρέπεται, γιατί εκεί στο ΚΑΣ είναι όπως οι διακομματικές συσκέψεις για το όνομα της Μακεδονίας, ο καθένας κοιτάει πώς να φανεί πιο αδιάλλακτος από τον άλλον, γι αυτό σεμνά και ταπεινά στις επισκέψεις, και τις πόζες χωρίς πολύ σκέρτσο, μην μας πετάξουν έξω εντελώς. 

http://www.athensvoice.gr/politiki/enas-adynatos-erotas-parthenonas-gkoytsi

Μοναξιές, Μαργαρίτα



Στη στήλη αυτή κάθε Παρασκευή έγραφε ως τώρα η Μαργαρίτα Κουλεντιανού. Ξεκινήσαμε κι οι δυο να γράφουμε στην εφημερίδα αυτή μόλις εκδόθηκε, εκείνη πιο κοντά στις πολιτικές της θέσεις απ’ ό,τι εγώ. Παράλληλα γραψίματα, σε πολλά συμφωνούσαμε, σε μερικά συμπεράσματα διαφωνούσαμε. Από τότε που γνώρισα τη Μαργαρίτα, ακόμα ήταν χούντα βαθιά κι ήμασταν πολύ νέες, αυτό συνέβαινε, ποτέ δεν συμφωνήσαμε εντελώς στο τι κόμμα θα ήταν καλό να ψηφίσουμε π.χ, ή να συμμετέχουμε,  και ποτέ δεν τσακωθήκαμε στ’ αλήθεια για τα πολιτικά. Ήμασταν κι οι δυο αριστερές, σε πολλά διαφωνούσαμε, ωστόσο ήταν αδύνατον να τσακωθείς μαζί της, κι εγώ που εύκολα ερχόμουν σε σύγκρουση με τον καθένα, που παθιαζόμουνα και φώναζα, έβρισκα σ’ εκείνην το δάσκαλο των επιχειρημάτων που διατυπώνονταν ήρεμα κι αργά, με σιγανή φωνή, και κάθε αγανάκτηση, κάθε είδους πάθος, ξεφούσκωνε μπροστά στην ακαταμάχητη αταραξία της. Πάντα καταλήγαμε σε γέλιο συμφιλίωσης. Ο τρόπος της με αφόπλιζε, απέφευγα να συζητάω πράγματα για τα οποία ήθελα να διατηρήσω τη γνώμη μου, ξέροντας τις δικές της αρετές και τις δικές μου αδυναμίες.
Έγραψε για χιλιάδες πράγματα,  στην Ελευθεροτυπία κι εδώ, για τις γυναίκες και τα παιδιά περισσότερο, τους αδύναμους της ανθρωπότητας εν γένει. Ενίοτε κάναμε διάλογο μέσω  κειμένων,  πολύ περισσότερο έξω απ’ αυτά.  Κάτι από την ευγένεια και τη μεγαλοψυχία της έβγαινε στα γραπτά της, αλλά η γοητεία της προσωπικής παρουσίας, εκείνο το γέλιο, οι αδιόρατες κι όμως εκφραστικές  γκριμάτσες αντί για λέξεις που ακόμα δεν έχουν επινοηθεί, οι λεπτές κινήσεις, η διακριτικότητα που εξομολογούσε, η παρηγοριά που δεν κριτίκαρε, η υπομονή κι η κατανόηση,  δεν έχουν πουθενά καταγραφεί,  στις εφημερίδες,  στα βιβλία που μετέφρασε, μια ιδέα μόνο πέρασε στα δικά της. Από πού αντλούσε τόση περηφάνεια κι αρχοντιά, απορούσα πάντα. Δεν κατέληξα, ήταν προϊόν του περιβάλλοντος, της φωτεινής Αθήνας του 60, της οικογένειας, της τάξης, ή των νεράιδων που μοιράζουν τις χάρες αυθαίρετα;
Έφυγε ξαφνικά από τη ζωή, απροειδοποίητα, εν μέσω σχεδίων για βόλτες, ταξίδια στην ξένη πόλη που ζουν τώρα και των δυο μας τα παιδιά,  νέες δραστηριότητες. Από τα δεκαοχτώ μας την είχα πάντα δίπλα μου, ακόμα κι όταν έλειπε, να μου εξηγεί και να μου παρουσιάζει τον κόσμο, όμως δεν πρόλαβα να γίνω ο άνθρωπος που ήθελα, με αφήνει στη μέση. Μοναξιές, όπως είχε γράψει δηλώνοντας μια μοναδική φορά ανάγκη για παρέα. 
 https://www.efsyn.gr/arthro/monaxies-margarita

Queen on sea

 H ταινία «Βασίλισσα της θάλασσας» μου κόστισε μια ταραγμένη νύχτα. Δεν ήταν τόσο η άνοια της γριάς μητέρας που με σόκαρε, όσο η άγνοια της ...