Πέμπτη 23 Απριλίου 2015

Κι αν τους ρωτούσαν;

Με τους 900 δεν μπορείς να φανταστείς εύκολα τα πρόσωπα. Αυτούς που πνίγηκαν στην Λαμπεντούζα. Με τους τρεις στη Ρόδο, που πνίγηκαν κι αυτοί, τα πράγματα είναι αλλιώς. Μια γυναίκα, ένας άντρας κι ένα παιδί. Αυτούς τους φαντάζεσαι πιο εύκολα. Ίσως ήταν οικογένεια, ίσως και όχι. Ας πούμε, η γυναίκα και το παιδί θα μπορούσαν να είναι στο Φεστιβάλ που πήγα εγώ χτες, στο Θησείο, όπου αφρικανικά συγκροτήματα έπαιζαν μουσική, και αθηναϊκά επίσης. Επίσης μαγειρεύονταν και πουλιούνταν αφρικανικά φαγητά και διάφορα άλλα πράγματα, όπως αυτές οι πολύχρωμες τσάντες και τα πολύχρωμα ρούχα.
Μια γυναίκα μ' ένα παιδί κι έναν άντρα θα μπορούσαν να μείνουν στο άδειο διαμέρισμα του ισογείου που μαζεύει σκουπιδαριό στην πόρτα του. Θα μπορούσαν να το καθαρίζουν. Το παιδί θα έπαιζε στην αυλή μαζί με τα άλλα, θα τσακωνόταν. Αν ήταν κορίτσι θα ήταν το μοναδικό σ' αυτή την πολυκατοικία που έχει μόνο αγοράκια. Μπορεί να γινόταν αγοροκόριτσο. Η μάνα του μπορεί να τα πήγαινε καλά με την ηλικιωμένη που χρειάζεται φροντίδα αλλά δεν μπορεί να πληρώσει μόνιμη συνοδό. Μπορεί να της έκανε λίγες ώρες παρέα έναντι μικρότερου ποσού, ν' αναλάμβανε τα ψώνια της και τέτοια. Το παιδάκι της θα μάθαινε ελληνικά σε λίγους μήνες, είναι απίστευτο πόσο γρήγορα μαθαίνουν τα παιδιά. Και θα γινόταν σαν αυτά τα παιδιά που συναντώ στη γειτονιά μου, εφήβους πια κι ακόμα πιο μεγάλα, θα καθόμουν να χαζεύω τα ελληνικά στο σαρκώδες του στόμα, όπως χαζεύω τώρα τα ελληνικά στα στόματα και στα μάτια και στα χέρια και στα σώματα των παιδιών που μεγαλώνουν εδώ και γίνονται άνδρες και γυναίκες, ζουν και δουλεύουν με την πλούσια, την ενδιαφέρουσα, την πολύπλοκη ταυτότητα τους, αλλά χωρίς ταυτότητα από τις άλλες, τις αστυνομικές.
Αλλά ίσως να προτιμούσαν να φύγουν, όπως κάνουν οι περισσότεροι αφού καταλάβουν με κάθε βλέμμα, κάθε λέξη, κάθε βήμα, ότι είναι ανεπιθύμητοι και θα παραμείνουν στον αιώνα τον άπαντα. Να προσπαθoύσαν, με τους περίπλοκους τρόπους που ισχύουν, να πάνε σε άλλη χώρα ευρωπαϊκή, ή ακόμα και στην Αμερική όπως καταφέρνουν οι πιο ικανοί, οι πιο ακούραστοι. Σε χώρα που καταφέρνει να προβληματίζεται περισσότερο με διάφορες πολυτέλειες όπως τα ανθρώπινα δικαιώματα.
Κι αν τους ρωτούσαν αυτούς τους τρεις μήπως θα προτιμούσαν αντί να είναι ελεύθεροι να έρθουν έχοντας διαλέξει το διακινητή τους και πληρώνοντας τον, να γίνουν στ' αλήθεια δούλοι για κάποιο διάστημα, όπως στην αρχαία εποχή ή και στην κάπως νεώτερη, να μην έχουν δικαίωμα κανένα, να πρέπει να κάνουν ό,τι τους λένε, αφού ήρθαν με “δουλεμπορικό”, και τους έφεραν δουλέμποροι, αλλά να είναι ζωντανοί αντί να είναι πεθαμένοι, τι θα έλεγαν άραγε;


Τετάρτη 15 Απριλίου 2015

Θεοί και πλανητάρχες


Οι ωραίες πασχαλινές ταινίες στην τηλεόραση τη Μεγάλη Εβδομάδα φάνηκαν με παράξενο, με φρικτό τρόπο, περιττές. Στις ειδήσεις συνέχιζαν να φτάνουν φωτογραφίες σύγχρονης, αληθινής θηριωδίας ανθρώπων προς ανθρώπους, αντάξιες των βιβλικών αφηγήσεων. Κρεμάλες εξαιρετικής επινοητικότητας, τα παιδιά από το λαιμό της μάνας, η μάνα απο κάποιο τσιγκέλι που ίσως προοριζόταν γι αρνιά, ή απλώς για κάποιο φανάρι που θα φώτιζε ειρηνικούς κήπους,  αποκεφαλισμοί αντάξιοι της Ιουδήθ κινηματογραφήθηκαν live αν μπορεί να το πει κανείς έτσι, (ή μήπως πρέπει να βρεθεί μια άλλη λέξη για τις δολοφονίες σε απευθείας μετάδοση και μονοπλάνο;) και μεταδόθηκαν σε θεατές όλης της ανθρωπότητας. Ωστόσο σε κάθε βλέμμα οι νεκροί βρέθηκαν ανυπεράσπιστοι στη μοναξιά τους, όπως κι οι ζωντανοί. Κάθε θεατής ολομόναχος, ακόμα κι αν ήταν τριγυρισμένος απο την οικογένεια του.
Ξαφνικά οι εκμηδενισμένες αποστάσεις έμοιαζαν να μην έχουν εκμηδενιστεί και τόσο. Παρά μόνο για τους τζιχαντιστές που σουλατσάρουν με τρομερή άνεση σνάμεσα σε αιώνες, χιλιετίες, και ηπείρους. 
Χαζεύοντας τη σπιτική οθόνη κάποια  στιγμή μπερδεύτηκα. Αντρες με κελεμπίες και  τουρμπάνια δίπλα σε ασσυριακά ανάγλυφα, ολόιδιοι με τους παριστάμενους στην πανάρχαια πομπή δεν ήταν από αμερικανική ταινία για το Μωυσή, αλλά από βιντεοκλιπ της ISIS. Την επόμενη στιγμή ο Ομπάμα συναντούσε τον Κάστρο εγκαινιάζοντας μια καινούργια εποχή στο δυτικό ημισφαίριο. Και με το ανατολικό τι θα γίνει, ο πλανητάρχης απεκδύεται το ρόλο του; Τζάμπα τον ονοματίζουμε σαν ιερείς που κανοναρχούν με τα ονόματα της θεότητας; Χαίρε η υπερδύναμη και χαίρε ο ιμπεριαλισμος; Δεν θα επεμβαίνει πια το ΝΑΤΟ και οι ΗΠΑ με το αγαθοεργό βλέμμα και τα ανίκητα όπλα όπου κινδυνεύει η τάξη, η όποια τάξη, κι εμείς οι φιλόσοφοι να καθόμαστε στην πλούσια γλώσσα μας, στην ταπεινή βεράντα μας, να αναλύουμε και να στηλιτεύουμε; Αν άρχισε τώρα ο Ομπάμα να διορθώνει τα λάθη του Κέννεντυ, πότε θα φτάσει στα λάθη του Μπους;  Ζόρικη κατάσταση.
Μήπως να περιοριστούμε λοιπόν κι εμείς στα όρια του σχολικού χάρτη που αφήνει λευκά τα πάντα γύρω απο τα ελληνικά σύνορα. Να βυθιστούμε στην ομφαλοσκόπηση μέχρι τελικής πτώσεως. Εδώ που τα λέμε έχει πολύ ενδιαφέρον με τόσα που συμβαίνουν ακόμα και μόνο στο επίπεδο της γλώσσας που σπεύδει να συνδράμει την αδυναμία των μαθηματικών. Πάντα ήταν ανταγωνιστική η ύλη των δυονών  τους, και φαίνεται ότι ήρθε η στιγμή της πλήρους κυριαρχίας των λέξεων επί των αριθμών. Είναι συνταρακτική η στιγμή από μόνη της και θα μπορούσαν να λείπουν οι διεθνείς εικόνες. 

Τρίτη 7 Απριλίου 2015

Συνταγή της επιτυχίας

Στη βρωμερή βιτρίνα του κλειστού μαγαζιού της γωνίας έχουμε κάθε τρεις μέρες φρέσκα- φρέσκα τα αναρχικά αποφθέγματα. Τόσα χρόνια τώρα που με ενημερώνουν ανελλιπώς, έχω ξεχάσει τη διαμαρτυρία μου, παλιά, που ήθελα κάπου να πω ότι οι αναρχικοί δεν ήταν αυτό, δεν ήταν έτσι. Δε βαριέσαι, μπορεί το '36 στην Ισπανία να μην ήταν έτσι, τώρα εδώ είναι έτσι και χειρότερα.
Για το Je suis Charlie, είχαν γράψει ότι είναι “η πολεμική κραυγή των δυτικών κοινωνιών”, μπορώ να πω μάλιστα ότι με είχαν σχεδόν πείσει, περίμενα κάτι πιο οργανωμένο, πιο πολεμικό κι εγώ από τις δυτικές κοινωνίες, αλλά προς το παρόν δεν ήρθε. Κάτι τέτοια λένε για τις δυτικές κοινωνίες και μετά τις νιώθω πολύ εύθραυστες. Εκείνοι πάντως συνεχίζουν να καλλιεργούν τις γεμάτες μίσος φράσεις τους, σκάβοντας όλο και βαθύτερα στα αιμοβόρα ένστικτα και στον αντίστοιχο φόβο που ελπίζουν να προκαλέσουν.
“Μη χαίρεσαι λαουτζίκο όταν πεθαίνει βασιλιάς”, έγραψαν μετά τις εκλογές που κέρδισε ο Σύριζα. Δεν τους ηρέμησε αυτή η νίκη, είναι ξεκάθαρο. Καταλήψεις σε πανεπιστήμια, επιθέσεις στη Βουλή στις Σκουριές και ποιος ξέρει πού αλλού, μάχες στα Εξάρχεια, τα οποία έχουν βγει ξανά από τα δρομολόγια των λεωφορείων, σα χολεριασμένη γειτονιά, τη φέρνουν γύρω- γύρω. Ως λαουτζίκος, πρέπει να κάνω κύκλους και ποδαρόδρομους για να φτάσω στον προορισμό μου. Για όλ' αυτά έχουμε την ανακοίνωση, ας πούμε, κάθε πρωί, το ντελάλη της γειτονιάς, με τις αφίσες στη βιτρίνα.
Θα ήθελα να μπορούσα να μη τις διαβάζω. Η ματιά μου φεύγει ανεξέλεγκτη, την τραβά το τυπωμένο χαρτί. Την απλοϊκότητα του μίσους που σερβίρεται από παντού πλέον ελπιδοφόρο, τόση επιτυχία είχε η αγανάκτηση, η κατεδάφιση, η μηδενιστική κριτική, οι απειλές κι οι ύβρεις, τώρα πια ο καθένας προσπαθεί να βρει μέσα του αποθέματα, αφού εκεί είναι το μυστικό, να τα καλλιεργήσει, να τα ακουμπήσει κάπου, σε μια τράπεζα όπου θ' αυγατίσουν, θα έχουν κάποιο χειροπιαστό αποτέλεσμα. Η συνταγή της επιτυχίας επαναλαμβάνεται σε καζάνια που στήνονται σε κάθε γειτονιά. Με μια καλή ιδέα διεκδίκησης μπορείς να στήσεις κάτι σα μικρό κράτος με δικούς του κανόνες, να αναδειχθείς, ή απλώς να σχηματίσεις ομάδα όπου θα ασκείς εξουσία. Νέα ταλέντα αυταρχισμού αναδεικνύονται με αναπτερωμένες ελπίδες. Στις αφίσες του κλειστού μαγαζιού γίνεται διαγωνισμός πρόκλησης.
Λαουτζίκος ή όχι, βάζω στόχο να αποφεύγω την ανάγνωση τους. Να εξασκήσω τη ματιά μου στην αποφυγή του προσφερόμενου θεάματος. Θέλω να καταφέρνει να γλιστράει αδιάφορη από κάθε κραυγαλέα φράση, να ελευθερωθεί από την έλξη της γραφής αυτής. Δεν έχω άλλο τρόπο υπεράσπισης αυτής της εύθραυστης δυτικής κοινωνίας που απειλείται πανταχόθεν. 

Από την εφημερίδα των Συντακτών: http://www.efsyn.gr/arthro/i-syntagi-tis-epityhias

Τετάρτη 1 Απριλίου 2015

Μοντέρνος χορός για παραδοσιακή γιορτή

Το μεσημέρι της Κυριακής 22 Μαρτίου παρακολουθήσαμε την Αφγανική Πρωτοχρονιά στην Αθήνα, σε μια δημοτική αίθουσα πάνω από τα Δικαστήρια. Είχε τραγούδια, χορό, ομιλίες που δεν καταλαβαίναμε και την απαγγελία ενός ποιήματος του Μανώλη Αναγνωστάκη, στα ελληνικά, από μια νέα κοπέλα. Εκείνου που αρχίζει με το στίχο: “Όταν μιαν άνοιξη χαμογελάσει...” και τελειώνει “...ο γυρισμός πάντα αξίζει περισσότερο”.
Δεν ξέρω αν οι συγκεντρωμένοι στη γιορτή ονειρεύονται όλοι να γυρίσουν στον τόπο τους. Έφυγαν οι περισσότεροι, από τα στρατόπεδα προσφύγων του Ιράν, όπου είχαν περάσει συνήθως αρκετά χρόνια χωρίς να μπορούν να κάνουν πολλά πράγματα για να γλιτώσουν τη μιζέρια. Στην Ελλάδα μπορεί να είναι περαστικοί, όσοι εγώ είχα γνωρίσει έχουν ήδη φύγει για άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Υπάρχουν σίγουρα μερικοί που ζουν χρόνια εδώ, η νεαρή που απάγγειλε Αναγνωστάκη θα είναι μία απ' αυτούς.
Τα παιδάκια που έτρεχαν στο διάδρομο ή άλλαζαν αγκαλιές στη διάρκεια της γιορτής, θα ζήσουν εδώ άραγε; Κάποια θα μεγαλώσουν στην Αθήνα, ή σε κάποια άλλη πόλη, και μια φορά το χρόνο θα παίρνουν μέρος στην αρχαία αυτή γιορτή. Θα ξέρουν τι συμβολίζουν τα αντικείμενα πάνω στο γιορτινό τραπέζι: μια γλάστρα με λουλούδι, ένα βιβλίο, λίγα μήλα, μια γυάλα με χρυσόψαρο, δυο πιατέλες με φυτρωμένη χλόη, σκόρδα, κεριά, έναν καθρέφτη, βαζάκια με άγνωστα μπαχαρικά. Αλλά μπορεί και να μην το μαθαίνουν, να είναι αφηρημένα όταν τους το λένε οι γονείς και οι παππούδες.
Η αίθουσα στη γιορτή είναι γεμάτη, δεν περισσεύουν καρέκλες. Κυρίως άντρες έχουν μαζευτεί, οι γυναίκες θα μένουν στο σπίτι. Υπάρχουν μερικές, φοράνε μαντήλα. Όχι όλες. Και μερικά κορίτσια φοράνε μαντήλα, όχι όμως όλα. Πόσο υποχωρούν οι αυστηρές συνήθειες; Είναι πολύ κλειστή, πολύ συντηρητική κοινότητα, σίγουρα. Τι σημαίνει γι αυτούς να ζουν στην Αθήνα;
Παίζουν μουσική, ύστερα χορεύουν. Μόνο άντρες, ένας ανάμεσά τους ντυμένος με άσπρη κελεμπία κουνιέται με θηλυπρέπεια. Θυμίζει την απαγορευμένη πλέον παράδοση των “πουστ” στην Τουρκία, νεαρούς άντρες που ντυμένοι γυναικεία χόρευαν χορό της κοιλιάς. Στις κουλτούρες που αποκλείουν τις γυναίκες κάποιος πρέπει καλλιτεχνικά να τις παριστάνει. Και στο αρχαίο θέατρο, και στο αναγεννησιακό, έπαιζαν άντρες τους ρόλους των γυναικών. 

Ακούσαμε το ποίημα του Αναγνωστάκη, είδαμε τους χορούς, ετοιμαζόμασταν πια να φύγουμε, όταν ανάγγειλαν έναν ακόμα χορό, από συγκρότημα. Όλα ήταν πολύ γραφικά, πολύ ενδιαφέροντα, έως συγκινητικά για τους ανθρώπους που τόσο μακριά από τον τόπο τους θυμούνταν τα έθιμα και τα τραγούδια τους. Η γιορτή αυτή της Πρωτοχρονιάς είναι πανάρχαιη, πριν το ισλάμ, και έχει επιβιώσει και ενσωματωθεί σ' αυτό, αν και καταπολεμήθηκε. Ίσως να βιώνεται σαν εθνικοθρησκευτική γιορτή, πράγμα που ταίριαζε στο ντεκόρ της αίθουσας, κατά κάποιον τρόπο, με τα ελληνικά σημαιάκια και τα πορτραίτα των ηρώων του 21. Πιθανόν. Ποιος ξέρει; Αν και είχαμε προσκληθεί, νιώθαμε ότι δεν ξέρουμε τίποτε, δεν καταλαβαίναμε, ήταν σα να είχαμε πάει ταξίδι. Εξωτικά, ενδιαφέροντα, ακατανόητα.
Ο επόμενος χορός δεν ήταν αφγανικός, ούτε φολκλόρ, ούτε παραδοσιακός οποιασδήποτε παράδοσης. Ήταν μοντέρνος χορός, και τον χορευτή τον γνωρίσαμε, ήταν μαθητής μας στο “Ανοιχτό Σχολείο της Αγοράς” στη Φωκίωνος Νέγρη. Πάνε χρόνια που είχε πρωτοέρθει για να μάθει ελληνικά, κι ήταν τότε διαφορετικός, δειλός, σκυφτός, αμίλητος. Το μόνο που τον ξεχώριζε ήταν η επιμονή του, δεν παράτησε τα μαθήματα παρά τις δυσκολίες. Μια μέρα ήρθε εκεί στην Αγορά μια ελληνοαμερικανίδα χορογράφος, η Δέσποινα-Σοφία Στάμος, και ρώτησε αν οι μετανάστες- μαθητές ενδιαφέρονταν να πάρουν μέρος σε μια χορογραφία που ετοίμαζε με θέμα το ταξίδι τους. Οι περισσότεροι επέδειξαν συστολή, ωστόσο επιμέναμε, κάποιοι βρέθηκαν να ξεθαρρέψουν και να δηλώσουν ενδιαφέρον. Ένας απ' αυτούς και ο Αφγανός χορευτής που με εξαιρετικό έλεγχο σηκώνει στα μπράτσα του αυτή τη στιγμή την παρτενέρ του. Είναι ένα κορίτσι από το συγκρότημα, ελληνίδα ή κάτι άλλο, πάντως τολμηρή, με χορευτικές κινήσεις που θα μπορούσαν να σοκάρουν τους συντηρητικούς Αφγανούς και τις γυναίκες τους. Κοιτάζω γύρω μου, βλέπω πρόσωπα λαμπερά, περήφανα, χειροκροτούν με μανία τον συμπατριώτη τους που άλλαξε τόσο εντυπωσιακά στα χρόνια της διαμονής του. Κι εγώ δεν θα τον γνώριζα αν δεν τον ήξερα τόσο καλά. Το σώμα του έχει δέσει, οι κινήσεις του έχουν έλεγχο και νόημα, το κεφάλι του σηκώνεται ψηλά. Είναι άλλος άνθρωπος. Αυτό θέλουν να κάνουν και οι άλλοι που τον παρακολουθούν με καμάρι και ζήλια. Να εξελιχτούν, να ζήσουν ολοκληρωμένα στην καινούργια χώρα. Να τους δοθεί η ευκαιρία. Καλές οι μουσικές της πατρίδας, και οι γιορτές, και οι αναμνήσεις της καταγωγής, όμως στο βάθος εκείνο που οδηγεί τους ανθρώπους σε τολμηρά ταξίδια και τόσες δυσκολίες στα μέρη όπου είναι ανεπιθύμητοι, είναι να διακριθούν στον κόσμο αυτό, τον δυτικό κόσμο των ελευθεριών, αυτόν που αφήνει την ελευθερία στους ανθρώπους να ξεδιπλώσουν τα ταλέντα τους, που αναγνωρίζει τη δυνατότητα να χειραφετηθείς σαν άτομο, να ξεχωρίσεις.
Μπορεί να είναι δύσκολα τα πράγματα για τις αφγανές γυναίκες στην Αθήνα, όμως το δηλητήριο της ατομικής ελευθερίας έχει ήδη μπει στις ζωές τους και τις έχει ξεσηκώσει. Ας φορούν τη μαντήλα μερικές, κι άλλες όχι, έχουν ήδη νιώσει τον πειρασμό της ελευθερίας. Αυτό είναι το μεγαλείο των χωρών που επέλεξαν να ζήσουν και να έρθουν με τόσα ρίσκα. Αυτή η πάλη, που θα κρατήσει μια ζωή, ανάμεσα στην καταγωγή και στην κατάκτηση της ατομικότητας. Αστράφτουν τα μάτια τους καθώς καμαρώνουν τον καλλιτέχνη και την καλλιτέχνιδα, κάθε τους μέρα θα είναι αγώνας να σταθούν στα πόδια τους και στην ελληνική κοινωνία, και στη δική τους.
Να το μάθημα που μου δίνει λοιπόν ο παλιός μαθητής μου. Είναι ο αριστούχος της τάξης αυτής που τον χειροκροτεί τώρα συγκλονισμένη. Τους έχει δώσει φτερά. Θυμούνται γιατί βρίσκονται εδώ πέρα. Θυμόμαστε κι εμείς, συνειδητοποιούμε ότι με όλα τα στραβά της η Ελλάδα είναι δυτική χώρα, υποχρεωμένη από τους νόμους της να σέβεται τις ελευθερίες, να τις προστατεύει. Και τις δίνει, τις παρέχει. Για τους ανθρώπους αυτούς είναι τόση σημαντική, είναι στ' αλήθεια η γη της επαγγελίας.
Δε βαστιέμαι, θα το πω κι αυτό, η εξαιρετική δουλειά με τους ηθοποιούς που δημιουργήθηκαν από την πρωτοβουλία της ελληνοαμερικανίδας χορογράφου πριν έξι- εφτά χρόνια, δεν θα είχε γίνει αν δεν υπήρχε η Αγορά, αν δεν είχε συμβεί εκείνη η φάση που κατάφερε να λειτουργήσει με αυτοδιαχείριση. Πολλοί τη συκοφάντησαν εκ των υστέρων, ειπώθηκαν σημεία και τέρατα από ανθρώπους με κύρος, οι οποίοι δεν αισθάνθηκαν την ανάγκη να το ψάξουν το πράγμα, ούτε να αναγνωρίσουν ότι μπορεί να είπαν υπερβολές. Ωστόσο για λίγα χρόνια στο χώρο αυτό έγιναν τέτοιες συναντήσεις ανάμεσα σε ανθρώπους που δεν θα μπορούσαν να βρεθούν αλλού, όπως ήταν οι μετανάστες στην Ελλάδα και τα παιδιά Ελλήνων μεταναστών στην Αμερική. Η όλη προσπάθεια ήταν να ξεπεραστεί η εκατέρωθεν δυσπιστία, να βρεθεί ένας τρόπος επαφής, η διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας ήταν το όχημα. Το θεωρώ άδικο για την υστεροφημία του εγχειρήματος να έχει επικρατήσει η εικόνα των ακραίων εκατέρωθεν. Ακόμα κι αν τέτοιες προσπάθειες δεν μπορούν να λειτουργήσουν για πολύν καιρό ανιδιοτελώς, δεν γίνεται να μην αναγνωρίζουμε το τι προσφέρουν στο λίγο καιρό που το καταφέρνουν.
Πέρσι ο Δήμος Αθηναίων παραχώρησε ξανά στην ομάδα των δασκάλων που έχουμε ονομάσει “Γέφυρες” δυο αίθουσες για μαθήματα ελληνικών. Για μια σχολική χρονιά λειτούργησαν ξανά με τον ίδιο τρόπο, σαν χώρος δυνατοτήτων. Δυνατότητα να συναντηθείς, να μάθεις κάτι, να δείξεις κάτι, να αναγνωρίσεις και να σε αναγνωρίσουν, να αποκτήσεις γνώσεις καλλιεργώντας σχέσεις εμπιστοσύνης. Για λίγους μήνες, ύστερα ο Δήμος ανακοίνωσε ότι το κτίριο θα ανακαινιστεί, τα μαζέψαμε και φύγαμε. Τι θα γίνει όταν ανακαινιστεί; Παιδική βιβλιοθήκη και λίγα μαγαζιά, λένε οι πληροφορίες.
Μαγαζιά στην Κυψέλη; Στη γειτονιά που έχει τόσα πολλά; Που είναι τα περισσότερα ξενοίκιαστα και μοιάζουν να τυλίγουν με φαντάσματα τους δρόμους; Μα έχουμε πήξει στα μαγαζιά! Ένας χώρος όμως όπως υπήρξε έστω και για λίγο η Αγορά δεν υπάρχει. Έστω, η πρόθεση για κάτι τέτοιο, που να γίνεται υποδομή.



Τρίτη 31 Μαρτίου 2015

Καυγάδες με τους ξένους φίλους μου

Τσακώθηκα γλυκά με δυο νέα παιδιά, Γερμανούς, για τις γερμανικές αποζημιώσεις. Για την ακρίβεια, εκείνοι έλεγαν ότι το ελληνικό κράτος δικαιούται να εισπράξει αποζημιώσεις, κι ήταν έτοιμοι να βγάλουν μολύβι και χαρτί να κάνουν ακριβή λογαριασμό, κι εγώ έλεγα ότι δεν πρέπει να γίνεται τέτοια συζήτηση σήμερα. Δεν μπορέσαμε να συμφωνήσουμε, και δεν με άφησαν ούτε να πω το ποίημα μου, την άποψη ότι η Ενωμένη Ευρώπη χτίστηκε- ή προσπαθεί να χτιστεί- ή προσπάθησε τέλος πάντων, πάνω στην απόφαση για κλείσιμο των λογαριασμών του παρελθόντος. Το ξέρανε καλά αυτό το ποίημα, διδάσκεται γενικά στα ευρωπαϊκά σχολεία, αλλά στα γερμανικά μαθαίνουν και το άλλο, των ευθυνών της χώρας τους για τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο και τα αίσχη του. Οπότε, έλεγαν εκείνοι τα δικά τους, έλεγα κι εγώ, τελικά συμφωνήσαμε πως διαφωνούμε.
Αν ήταν στο χέρι τους, αν ήταν διαχειριστές των γερμανικών χρημάτων, σίγουρα θα τα έβγαζαν επιτόπου να τα παραδώσουν, και τότε θα μου απέμενε μόνο το επιχείρημα ότι πρέπει να δώσουν τόσα κι άλλα τόσα στο Ουκρανικό κράτος, το Πολωνικό, το Ρωσικό, κι ούτε ξέρω σε ποια άλλα.
Τι γενναιόδωρα παιδιά ωστόσο. Και δεν είναι τα πρώτα που συναντώ. Μου έχει τύχει πολλές φορές να συζητώ με Γερμανούς, με Άγγλους, Γάλλους, και ναι, ακόμα και Πορτογάλους (όχι όμως Σέρβους, Βούλγαρους, Ρουμάνους, Πολωνούς) έτοιμους να δεχτούν την ευθύνη που τους αναλογεί για κάθε κακό που συμβαίνει στα πέρατα του κόσμου. (Οι Πορτογάλοι ας πούμε δέχονται με σκυμμένο κεφάλι ότι φταίνε για όσα απειλούν τον πλανήτη με την καταστροφή του Αμαζονίου).

Ωστόσο, κατόπιν ωρίμου σκέψεως, θα δεχόμουν μια αποζημίωση σε είδος, σε σειρές μαθημάτων και σεμιναρίων, μάστερ κλας και φάκιουλτις που θα είχαν ως αντικείμενο αυτό ακριβώς: την καλλιέργεια σωστών ενοχών στην εθνική συνείδηση, τον εμπλουτισμό της, ας πούμε, με ενοχές. Μετά από τόσες και τόσες διαφωνίες με Γερμανούς που θέλουν να μας δοθούν πολεμικές αποζημιώσεις, Άγγλους που θέλουν να επιστραφούν τα γλυπτά του Παρθενώνα, Γάλλους που τύπτονται για την Αφροδίτη της Μήλου (η οποία όμως αγοράστηκε και πληρώθηκε κανονικά, τους λέω κάθε φορά για να τους παρηγορήσω, αλλά αντιτείνουν πως η τιμή έχει ανέβει), Ιταλούς που ζητούν συγγνώμη για την καταστροφή του Σύλλα στην Αθήνα το 86 π. Χ. κλπ, έχω καταλήξει στο συμπέρασμα ότι οι ενοχές είναι ευγενικό και δημιουργικό συναίσθημα.. Οι Γερμανοί, ας πούμε, που τις καλλιεργούν συστηματικά, κατάφεραν να έχουν την πλουσιότερη χώρα της Ευρώπης και μάλιστα μετά τη δοκιμασία της ένωσης. Κάποιο ρόλο πρέπει να παίζουν οι ενοχές, δεν μπορεί. Στην πραγματικότητα διαθέτουμε όλοι, είναι από τις ιδιότητες που μας κάνουν ανθρώπους, αλλά οι συλλογικές είναι ανώτερες από τις ατομικές. Οι Έλληνες, που έχουμε κυρίως ενοχές απέναντι στα παιδιά μας, και προσπαθούμε να τους εξασφαλίσουμε ζωτικό χώρο προστατευμένο από τις κακίες της κοινωνίας, κατορθώνουμε να χειροτερεύουμε την κοινωνία.
Μακάρι, αντί για άλλη επανόρθωση, να μας βοηθούσαν να μετατοπίζαμε στη σωστή θέση στις ενοχές μας.
https://www.efsyn.gr/stiles/triti-matia/21237_anepanorthotes-katastaseis


Τετάρτη 25 Μαρτίου 2015

Εμείς ο λαός ή εμείς οι πολίτες;

“Το ελληνικόν έθνος, το υπό την φρικώδη Οθωμανική δυναστείαν, μη δυνάμενον να φέρει τον βαρύτατον και απαραδειγμάτιστον ζυγόν της τυραννίας, και αποσείσαν αυτόν με μεγάλας θυσίας, κηρύττει σήμερον, δια των νομίμων Παραστατών του, εις Εθνικήν συννηγμένων Συνέλευσιν, ενώπιον θεού και ανθρώπων, την πολιτικήν αυτού ύπαρξιν και Ανεξαρτησίαν...”
Αυτή η συγκινητική εισαγωγή του “Προσωρινού πολιτεύματος της Επιδαύρου” που θύμησε με την επιστολή του στους μαθητές ο υπουργός Παιδείας, δεν μιλά για λαό αλλά για έθνος. Είναι η εποχή που η αρχή των εθνοτήτων τραντάζει τα θεμέλια του ευρωπαϊκού κόσμου, ο οποίος ακόμα ζούσε σε συστήματα φεουδαρχικά, σε αυτοκρατορίες χωρίς ελευθερίες, με πολύ πρωτόγονη αντίληψη των ατομικών δικαιωμάτων. Η ελευθερία των ανθρώπων εκείνη την εποχή περνούσε από την αυτοδιάθεση των εθνών.
Από τότε ως τώρα άλλαξαν πολλά στην Ευρώπη, και κυρίως η έννοια του έθνους. Τα εθνικά κράτη, παλιά και καινούργια, οι πολίτες των εθνικών κρατών της Ευρώπης, όσο είναι εθνικά τέλος πάντων, όσο κατάφεραν να γίνουν μέχρι να σταματήσει η πορεία αυτή παγιδευμένη στις ματωμένες λάσπες των πολέμων, έβαλαν ένα στόχο μεγαλειώδη και πρωτοφανή: να φτιάξουν μια ομοσπονδία πέρα και πάνω και διαμέσου των κρατών, εθνικών και μη, με κάθε πολίτη να απολαμβάνει ίσα δικαιώματα. Ανεξάρτητα σε ποιο έθνος ανήκει κανείς, σε ποια μειονότητα, ή πλειονότητα, θρησκεία, δόγμα, φύλο, οτιδήποτε, κάθε άτομο να είναι πολίτης αυτής της ομοσπονδιακής χώρας. Στις περισσότερες χώρες που προσπαθούν για το δύσκολο αυτό στόχο, ήδη η πολιτική κατάσταση ισότητας των πολιτών είναι αναγνωρισμένη, πέρα από τις δυσκολίες που παρουσιάζει να γίνει καθημερινότητα και συνείδηση.
Όση συγκίνηση και να προκαλεί ένα τέτοιο κείμενο δεν μπορεί παρά να αντιμετωπίζεται ιστορικά. Εκτός χρόνου. Βρισκόμαστε αλλού σε σχέση με τα έθνη. Αλλά αν αντί για τη λέξη “έθνος” χρησιμοποιήσει κάποιος τη λέξη “λαός”, τότε, όσο αριστερή κι αν ακουστεί η φράση, πάει την Ιστορία ακόμα πιο πίσω. Γιατί “λαός” είναι μια έννοια πολύ πιο ρευστή και μυστήρια από το έθνος. Είναι όπως η λέξη “μάζα” που ευτυχώς εγκαταλείφθηκε, κάτι σχεδόν άμορφο, σαν πηλός που πλάθει ο καλλιτέχνης, ο ηγέτης. Βολικότατη αοριστία που γεμίζει καθένας κατά βούληση.
Ο λαός δεν πολυσκέφτεται, δεν πολυαποφασίζει, κυρίως δεν πολυφέρνει αντιρρήσεις. Ο λαός υπάρχει επειδή έχει ηγέτη. Καλό είναι να υπακούει στον ηγέτη, αυτή είναι η βαθύτερη έννοια της διαρκούς χρήσης της λέξης και της έννοιας “λαός”. Να έχει ενιαία σκέψη, αν υπάρχουν δυσαρμονίες χαλάει η ωραία εικόνα του λαού.
Ανάμεσα στο λαό και στην ηγέτη οι θεσμοί περιττεύουν. Ενοχλητικές και βαρετές διαδικασίες όλ' αυτά τα περίπλοκα, τα ευρωπαϊκά, με τους νόμους, τις χωριστές εξουσίες, τους κανονισμούς και τα σούπα- μούπες. Βρισκόμαστε σε αυτοκρατορία και μάλιστα αυταρχική, η λέξη “λαός” στα χείλη ηγετών καταγγέλλει όλους τους αιώνες που πέρασαν από την εποχή του Βυζαντίου, νοσταλγεί την άμεση εξουσία, εκείνους τους φαντάρους που εξέλεγαν αυτοκράτορες δια βοής και τους φέρναν μετά στη βασιλεύουσα.
Το σημερινό πολίτευμα μας θεωρεί πολίτες. Είμαστε υπεύθυνοι για τη λειτουργία του σαν ελεύθερα άτομα, έχουμε συμφωνήσει επακριβώς για τις εξουσίες του καθενός, τα δικαιώματα, τις ελευθερίες, και τις περιστολές τους, τις υποχρεώσεις και τον αλληλοσεβασμό, με περίπλοκους θεσμούς και νόμους. Οι λέξεις δεν είναι αθώες, όσο ρομαντικές κι αν ακούγονται.



Τετάρτη 18 Μαρτίου 2015

Ήταν απλό, ίσως

Είναι κάτι βλαμμένα που φοβερίζουν. Επειδή φοβούνται κυρίως, επειδή τρέμουν ότι δεν θα τα βγάλουν πέρα σε διάφορες σημαντικές αναμετρήσεις. Μπορεί μάλιστα να φοβούνται άδικα, πάντως φοβούνται. Φοβούνται ότι δεν θα τα καταφέρουν με τα μαθήματα, ότι δεν είναι αρκετά ωραίοι, δεν θα ρίξουν το κορίτσι που επιθυμούν- ή το αγόρι. Δεν θα βρουν τη δουλειά που θα τους έβγαζε ασπροπρόσωπους στα μάτια των γονιών τους. Δεν θα κερδίσουν τα λεφτά που χρειάζονται. Κάτι τους διαφεύγει από τη λειτουργία του κόσμου, κάτι που δεν μπορούν να καταλάβουν, να φτάσουν, τους το κρύβουν, θα το χάσουν. Μαζεύονται πολλά και τη βρίσκουν γιουχάροντας τους ωραίους, τους μοναχικούς, τους ξεχωριστούς, εκδικούνται προκαταβολικά για τη σύγκριση που θα υποστούν ίσως κάποτε, που την υφίστανται ήδη στο βάθος του μυαλού με τα ανομολόγητα.
Είναι ντιπ χαζά και φοβιτσιάρικα, ένα μπου να τους κάνεις το βουλώνουν. Εγώ δεν το ήξερα, είχα περάσει, σε λάιτ εκδοχή, κάτι καταστάσεις σχετικές, δεν παραπονέθηκα, ρούφηξα τις επιθέσεις εκείνες και μια ζωή προσπαθώ να αποτοξινωθώ από το δηλητήριο. Δεν έχω παράπονο, αλλά αν υπήρχε κάτι τότε να με βοηθήσει, να μου εξηγήσει το δίκιο μου, το άδικο των άλλων, δεν θα εσωτερίκευα την εξωτερική βία και θα ήμουν πιο υγιής ψυχικά, ίσως και σωματικά. Πολύ αργότερα, όταν έκανα παιδιά και ήρθε το φάσμα της κατάστασης εκείνης μπροστά μου με κάτι ασήμαντα περιστατικά, έμενα βουβή κι απελπισμένη. Τότε επιτέλους επενέβησαν οι άλλοι, πιο σώφρωνες, πιο γνώστες, και τότε είδα πόσο απλό ήταν. Βάλαν μια φωνή στα βλαμμένα, τους έκαναν μια ωραία, σταθερή, καθόλου υστερική εξήγηση περί του τι επιτρέπεται και τι απαγορεύεται, και τι θα πάθαιναν αν συνέχιζαν. Δεν ξέρω αν όλα έγιναν τη σωστή στιγμή. Δεν ξέρω αν δεν έμειναν γρατζουνιές στις καρδούλες των παιδιών. Κάτι πάντα μένει, δεν περνάνε εύκολα αυτά όλα από τις παιδικές ζωές. Όμως τότε κατάλαβα ότι το πράγμα ήταν απλό. Φτάνει να μην αφήσεις να εδραιωθεί το καψόνι και οι διάφορες επιθέσεις και προκλήσεις σαν κανονικότητα, σαν κάτι που δεν προκαλεί αντιδράσεις. Να μην αφήσεις μόνο του αυτόν που δέχεται την επίθεση. Να δείξεις σα γονιός, σα δάσκαλος, σα μεγαλύτερος που ξέρει το νόμο, ξέρει το σωστό, ότι μπορείς να επέμβεις για να βάλεις τα πράγματα στη θέση του. Ήταν τόσο απλό λοιπόν, από τη μεριά των άλλων.
Δεν είναι ποτέ απλό από τη μεριά του θύματος. Το κάθε παιδί στις περιπτώσεις αυτές εισπράττει τον πόνο του σαν αδυναμία. Σκέφτεται πως έπρεπε να μην μπορούν να τον πειράξουν. Έπρεπε να τους κρατήσει σε απόσταση. Έπρεπε να τα βγάλει πέρα μαζί τους, κλπ κλπ. Δεν ξέρω αν μπορεί να διδαχτεί κανείς τα δικαιώματα του εξ απαλών ονύχων, αλλά η προσπάθεια επιβάλλεται. Τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις μαζί βέβαια, ότι έχουν υποχρέωση να καταγγέλλουν κάθε επίθεση σε άλλον όπως και να προστατεύουν τον εαυτό τους, χωρίς το φόβο να τους πουν ρουφιάνους, να τους θεωρήσουν αδύναμους και άλλα τέτοια καταστροφικά. Η εκ των άνω παρέμβαση σώζει και του θύματος την αυτοεκτίμηση, ακόμα και στους θύτες δίνει μια ελπίδα: να γλυτώσουν από την κατρακύλα του χουλιγκανισμού, να βρουν κάτι μέσα τους που μπορεί να αναπτυχθεί, να πασχίσουν για κάτι καλύτερο κι αυτοί στη ζωή τους.
Κι όλ' αυτά τώρα είναι φλυαρίες βέβαια, ο άδικος θάνατος δεν έχει παρηγοριά.

Παρασκευή 13 Μαρτίου 2015

Αισιοδοξία

Παραμένω η αισιόδοξη της παρέας. Οι ευρωπαίοι, λέω και το πιστεύω, δεν μπορούν να συλλάβουν υπαρξιακά την έννοια της Ευρώπης χωρίς την Ελλάδα μέσα. Η Ελλάδα χρειάζεται σαν τοτέμ, σαν εικόνισμα, είναι η μακρινή μητέρα, ο τόπος όπου έχουν όλοι πιστέψει πως γεννήθηκε το πνεύμα κι έκτοτε κατοίκησε την ήπειρο. Ίσως αν δεν είχε γίνει μέλος της Ένωσης η χώρα να μην το έβλεπαν έτσι, αφού όμως έχει προχωρήσει η σύγχρονη αυτή σχέση δεν μπορεί να γυρίσει πίσω. Θα ήταν τραυματικό ψυχολογικά, για οικονομία μη με ρωτάτε. Δεν έχω ιδέα. Τέτοια όμως φιλοσοφικο- ψυχαναλυτικο- υπαρξιακά, μάλιστα. Αυτά μετράνε στο βάθος όμως, και μάλλον το ξέρουμε όλοι και τραβάμε το σκοινί.
Τώρα, όταν μιλάμε για τους ευρωπαίους, να το διευκρινήσουμε λίγο. Ίσως δεν σκέφτονται- δεν αισθάνονται όλοι έτσι. Κυρίως οι γερμανοί, και οι γάλλοι δευτερευόντως. Δηλαδή αυτοί που έχουν επωμιστεί, υποσυνείδητα ή οικονομικά, και στην περίπτωση των γερμανών πάει μαζί, τη βαρειά ευθύνη για την ένωση και την ανάδειξη της χώρας που κάποτε θα αντικαταστήσει όλα τα μικρά και κάποτε αιματοβαμμένα κράτη της γηραιάς ηπείρου. Η οποία γέρασε και έβαλε μυαλό. Ίσως όχι όσο θα έπρεπε, αλλά πάντως κάτι λίγο.
Κάποιοι πιο πραγματιστές και λιγότερο φιλοσοφικο-υπαρξιστο-ψυχαναλυτές, γνώστες της Ιστορίας, μου θυμίζουν ότι υπάρχουν και μελανές σελίδες στη σχέση με τις ευρωπαϊκές χώρες, κάτι ναυτικοί αποκλεισμοί και διάφορα άλλα, τα οποία όμως, επιμένω εγώ, συνέβησαν σε μια εποχή που δεν υπήρχε ακόμα ο στόχος της Ενωμένης Ευρώπης. Εδώ οι άλλοι γελάνε, ποιος στόχος είπες; Πάει αυτός, ξόφλησε, αφότου οι φίλοι σου οι Γάλλοι ψήφισαν όχι στο Σύνταγμα το ευρωπαϊκό επειδή δεν ήταν τέλειο. Ίσως έχουν και δίκιο, ίσως μόνο εγώ και διάφοροι άλλοι περιθωριακοί επίμονοι τύποι να θυμούνται ακόμα ότι η Ευρώπη έχει ξεκινήσει να γίνει ενιαία χώρα. Οπότε πράγματι, αν αυτός ο στόχος δεν υπάρχει, όλ' αυτά δεν έχουν νόημα.
Κι εγώ που επιμένω ψυχαναλυτικο- κλπ λέω μπορεί εμείς οι Έλληνες να κατηγορούμε τους Ευρωπαίους για τα μύρια όσα, αλλά κατά βάθος είμαστε σίγουροι ότι ο στόχος παραμένει. Γι αυτό εκ του ασφαλούς είμαστε επιθετικοί. Δεν μας περνάει από το μυαλό ότι είναι κάτι εύθραυστο και πολύτιμο η ιδέα της Ενωμένης Ευρώπης, που το πιάνεις τρυφερά, του μιλάς ψιθυριστά και το προσέχεις σαν κόρη οφθαλμού. Δεν φοβόμαστε μήπως όλη η καταπληκτική εικόνα που προσλαμβάνουμε για το μεγαλείο της χώρας έρχεται από τη φιλοδοξία να γίνει η Ευρώπη ενιαία, ούτε μήπως χαθεί η αντανάκλαση της αν ο στόχος ξεχαστεί, ο καθένας βυθιστεί στο δικό του επαρχιακό εαυτό, και ξεχάσει τα μεγαλεπήβολα όνειρα.
Ίσως το μεγαλείο μας κούρασε. Ίσως θέλουμε να φωνάξουμε ότι είμαστε μικροί και ανώριμοι και παριστάνουμε τους μεγάλους και σπουδαίους σαν ξενυχτισμένα παιδιά που χρειάζονται αγκαλιά κι ένα νανούρισμα, αλλά δεν έχουν τρόπο να το ζητήσουν.

Τετάρτη 4 Μαρτίου 2015

Downton abbey

Αναγκάστηκα να φτιάξω την τηλεόραση αφού η ΝΕΡΙΤ άρχισε να προβάλλει τον καινούργιο κύκλο του Downton abbey. Τι να κάνω, ο εκμαυλισμός με τους πύργους (αββαεία κιόλας, αυτό πώς το προσπεράσαμε έτσι απλά;) είναι πλέον ανεξέλεγκτος κι ας έχει το σενάριο πλημμυρίσει με απίθανα και σαπουνοπερικά σε βαθμό κακουργήματος. Ρωτούσα τον εαυτό μου τις ώρες που παιδευόμασταν οικογενειακώς με τους αποκωδικοποιητές, τις κεραίες και τα βύσματα μόνο και μόνο για να ικανοποιήσω εγώ το σχετικό βίτσιο, τι στο καλό ακαταμάχητο έχω βρει στις εικόνες αυτές, πέρα από το ταλέντο της Μάγκι Σμιθ;
Να είναι τα ρούχα που με ξετρελαίνουν, να είναι οι σιλουέτες που τα φορούν, να είναι τα χτενίσματα, τα σερβίτσια, οι λεπτομέρειες φροντιστηρίου με δυο λόγια, που μιλάνε στην ανεξέλεγκτη γυναικεία απληστία μου για προικιά, την οποία πιθανότατα καταπίεσε η αφοσιωμένη στη χειραφέτηση νεότης μου; Να είναι τα έπιπλα και οι ταπετσαρίες, άλλο απωθημένο αυτό, που μου θυμίζουν τις βόλτες με τον πατέρα μου στα παλιατζίδικα, τα μόνα μέρη που επισκεπτόμασταν τακτικά οι δυο μας; Να είναι τα πράσινα τοπία, μόνιμος καημός της στερημένης μου ματιάς; Αλλά θα μπορούσα να βολευτώ και με ντοκιμαντέρ. Μήπως είναι οι κοινωνικές ιεραρχίες που αναλύει διαρκώς αυτό το σίριαλ, τα σαβουάρ βιβρ που μας διδάσκει ξανά και ξανά, επί σειράν ετών, μέσα από τις ταραγμένες βεβαίως, και διαρκώς στην κόψη του ξυραφιού, σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων διαφόρων κοινωνικών τάξεων; Μήπως όλη αυτή η επιτήδευση είναι που με γοητεύει, οι τρόποι των ευγενών μεταξύ τους, αυτοί που υιοθετούν προς τους κοινούς θνητούς ή όσοι οι κοινοί θνητοί καλλιεργούν μεταξύ τους, πότε αντίστοιχοι με των ανωτέρων, πότε διαφορετικοί;
Ευγενείς πότε άραγε ονομάστηκαν οι φεουδάρχες; Κι από πότε έγινε η ευγένεια κοινό τοις πάσι αγαθό και σε κάθε τουαλέτα κοινόχρηστη ονομάζεσαι λαίδη και τζέντλεμαν, απ’ όπου κι αν κρατάει η σκούφια σου; Κι αν η φεουδαρχία δεν τελείωσε τη σωστή ιστορική στιγμή, έχεις ελπίδες να ζήσεις αυτή την τάση εξάπλωσης των περίτεχνων συμπεριφορών ή πρέπει να περιμένεις να συμβούν όλα απ’ την αρχή;
Κι όλα αυτά γιατί; Τόση αγωνία και τόση ζήλια, για ποιο λόγο; Επειδή σου παίρνουν τη σειρά στο γκισέ, σε σπρώχνουν στο τρόλεϊ, σε βρίζουν οι οδηγοί μοτοσικλέτας καθώς ανεβαίνουν στο πεζοδρόμιο όπου περπατάς, σου κοπανάνε τις πόρτες στα μούτρα κ.λπ. κ.λπ.; Ή για κάτι άλλο, πιο μεγάλο, που όλοι περιμένουμε; Και που δεν έρχεται ποτέ;

Σάββατο 28 Φεβρουαρίου 2015

Τω αγνωστω καταθέτη


Είναι παράξενο πως ο πατριωτισμός και άλλες ψυχολογικές έννοιες έχουν παρεισφρύσει τόσο βαθιά σε θέματα κατά τα άλλα ξερά και άψυχα όπως η οικονομία. Μιλούν πολλοί για διαπραγμάτευση με όρους πολεμικούς, για συμφωνία με όρους αναμέτρησης, και γενικά τα λεφτά φαίνονται να μη μπορούν να μη μετρηθούν, διαχέεται η αξία τους σε καταστάσεις ανεξέλεγκτες που γεννούν με τη σειρά τους αντιδράσεις απρόβλεπτες. 
Το χειρότερο είναι πως όλη αυτή η ενδιαφέρουσα μαιευτική απροόπτων δεν έχει περάσει το κατώφλι των τραπεζών και της πελατείας τους. Κι ενώ οι σημαίες πάλλονται και τα πανώ ουρλιάζουν, τίποτε δεν αλλάζει στα γκισέ, τη στιγμή που η ακεραιότητα της πατρίδας παίζεται σε ευρώ που από τα βιβλιάρια μετακομίζουν σε άλλα βιβλιάρια με ξένους τίτλους. Την ώρα που παζαρεύουν σκληρά στο δυτικό μέτωπο οι εγκέφαλοι της κυβέρνησης, δισεκατομμύρια ελληνικά ευρώ περνούν διακριτικά τα σύνορα, λες και πρέπει να βρίσκονται κοντά της για να της συμπαρασταθούν. Ενώ όλοι ξέρουμε πως όσο αυτά φεύγουν, τόσο η διαπραγμάτευση γίνεται δυσκολότερη, κι όσο η υστερία καταδίωξης των καταθέσεων απλώνεται, η συμφωνία καταντά αδύνατη. 
Φταίει που δεν έχει επενδυθεί η οικονομία με σύμβολα ισχυρά και συναισθηματικά που θα μπορούσαν να δίνουν λίγη ψυχούλα στις σύγχρονες αναμετρήσεις. Κάτι πολύχρωμο, κάτι ποιητικό, κάτι ηρωικό και πένθιμο ανάλογο με τις λοιπές δάφνες που κοσμούν τους λοιπούς αγώνες του έθνους. Ένα μετάλλιο για τον ψύχραιμο καταθέτη ας πούμε, μια μπάντα, ένα τραγούδι, κάτι. Μια υποδοχή ανάλογη, κορίτσια με λουλούδια στα καλαθάκια να ραίνουν το πέρασμά του από τους διαδρόμους, φορώντας εθνικές ενδυμασίες, ή ίσως χλαμύδες. Κάτι στα ρούχα να δηλώνει το ποσόν της ψυχραιμίας. Ας πούμε, για κατάθεση μέχρι δέκα χιλιάδες, ποδιά Σαρακατσάνας, μέχρι είκοσι κάτι πιο ανάλαφρο, κερκυραϊκή στολή φερ' επείν, από εκατό κι απάνω χλαμύδες και χιτώνες και αρχαιοπρεπή σέξυ ρούχα. Μια ιδέα λέω. 
Μπορεί πάλι να μοιράζονται και παράσημα που θα καθιερωθούν ειδικά για την περίοδο αυτή και θα δίνονται σε όσους αφήνουν τα λεφτουδάκια τους στην ησυχία τους στις ελληνικές τράπεζες δείχνοντας με τον πιο ριψοκίνδυνο -κατά τους εγωιστές, άκαρδους, κυνικούς, κι ανασφαλείς φυγάδες- τρόπο την αγάπη τους στην πατρίδα. Μικρές διακριτικές καρφίτσες που θα αποστέλλονται στο σπίτι των καταθετών και θα φοριούνται στο πέτο, στη γραβάτα -ακόμα κι αυτό- στο γιακά, ή και σκουλαρίκια για τις κυρίες. Σε νεαρούς τολμηρούς και μοντέρνους θα μπορούσε να προσφέρεται και τατουάζ, το "Τατουάζ του μεγάλου ευεργέτη" για το οποίο θα προτείνουν διάφοροι καλλιτέχνες τι να παριστάνει και θα μπορούν να το δείχνουν σε όλη τη ζωή τους και να καμαρώνουν σε στιγμές ιδιαίτερες για το ότι στάθηκαν αρωγοί στην εθνική προσπάθεια και δεν υπολόγισαν μόνο να σωθούν φεύγοντας σαν τα ποντίκια από το πλοίο εν κινδύνω.
 Γενικά το πράγμα χρειάζεται συνειρμούς και φαντασία, κάποια σύνδεση τέλος πάντων της επιθυμίας που όλοι έχουμε να δούμε τη ζωη στη χώρα μας να βελτιώνεται και να ηρεμεί, και του πανικού στον οποίον δεν έχουμε μάθει να αντιστεκόμαστε, κι ίσως  γι αυτό δεν βλέπουμε άσπρη μέρα. 

Παρασκευή 20 Φεβρουαρίου 2015

Ντροπή ή περηφάνεια;

Στις συγκεντρώσεις συμπαράστασης στην κυβέρνηση, πλέον, εμφανίζεται για πολλοστή φορά πορτραίτο της Μέρκελ και του Σόιμπλε με το μουστάκι του Χίτλερ. Αγκυλωτοί σταυροί φτιαγμένοι από ευρώ και άλλα παρόμοια. Οι τολμηροί οργανωτές τους δεν είχαν χρόνο να εκπαιδεύσουν τον αυθορμητισμό των οπαδών όταν ήταν αντιπολίτευση. Ούτε και τώρα που γίναν κυβέρνηση φαίνεται πως έχουν χρόνο. Έστω και με περισσότερα μέσα πια στη διάθεση τους, υπουργεία Παιδείας και Θρησκευμάτων και Πολιτισμού, και εκπροσώπους και τόσα άλλα, αυτή τη διαπαιδαγώγηση δεν μπορούν να την κάνουν. Ίσως να είναι και δυσκολότερο τώρα, από θέση ισχύος. Αν είναι τόσο εύθραυστη η ισχύς, όπως ίσως φοβούνται, δεν μπορούν να τη διακινδυνεύσουν εξηγώντας διάφορα.
Είναι σα να μην πέρασε μια μέρα δηλαδή από το 1944 που νικήθηκαν οι γερμανοί στον Δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, μέχρι τώρα που είναι η Γερμανία μεγάλη οικονομική δύναμη στην Ευρωπαϊκή ένωση και στον κόσμο. Δεν μπήκαν οι στρατοί των συμμάχων στο Βερολίνο. Δεν υπογράφηκε ανακωχή. Δεν αυτοκτόνησε ο Χίτλερ με τους συνεργάτες του στο μπούνκερ. Δεν έγινε η δίκη της Νυρεμβέργης. Δεν μοιράστηκε η ηττημένη χώρα ανάμεσα στους νικητές, αφού πρώτα είχαν ρίξει τις βόμβες τους ακόμα και μετά την υπογραφή της ανακωχής, οι νικητές.
Κι ακόμα, δεν έγινε ποτέ η μεγάλη στροφή των ίδιων των νικητών απέναντι στις συμπεριφορές τους, η αυτοκριτική τους για τις αιτίες που προκάλεσαν τον πόλεμο. Δεν πήραν την απόφαση να μην συνθλίψουν ξανά τη Γερμανία, να της επιτρέψουν να σταθεί στα πόδια της, βοηθώντας μάλιστα το κομμάτι που τους αναλογούσε, τη λεγόμενη επί 45 χρόνια Δυτική Γερμανία. Σα να μην μάθαμε, να μην ακούσαμε τίποτε για όλ' αυτά. (Κι όλα τα χρήματα που δόθηκαν στην Ελλάδα ταυτόχρονα για να σταθεί στα δικά της πόδια, επίσης δεν τα είδαμε ποτέ).
Δεν πληροφορηθήκαμε τον προσανατολισμό των ευρωπαϊκών χωρών σε μια καινούργια αρχή που θα είχε στόχο την πολιτική ένωση, και θα ξεκινούσε από οικονομικές ρυθμίσεις. Δεν ταξιδέψαμε ποτέ, κανείς μας, στην Ευρώπη τότε που ήταν το συνάλλαγμα περιορισμένο, τα αυτοκίνητα ψάχνονταν, τα διαβατήρια σφραγίζονταν, οι βαλίτσες ανακατεύονταν.
Δεν χωρίστηκε το Βερολίνο σε τέσσερις τομείς, δεν χτίστηκε ποτέ το τείχος. Δεν προσπάθησε κανείς να περάσει από το Ανατολικό στο Δυτικό με κίνδυνο της ζωής του. Δεν πέρασαν εβδομήντα χρόνια από το τέλος του πολέμου, δεν έζησαν άνθρωποι εκεί, δεν δούλεψαν καν έλληνες μετανάστες μαζί τους, δεν πρόκοψε κανείς, δεν έχει δικαίωμα ούτε μια γενιά μετά, ούτε δύο και τρεις να ζητά να σταθεί χωρίς το άγος του ναζισμού απέναντι σε τίποτε. Ο χρόνος κόλλησε για πάντα.
Δεν ξέρουμε ότι στα σχολεία της Γερμανίας τα παιδιά διδάσκονται πόσο μεγάλο λάθος και έγκλημα ήταν ο ναζισμός, από μικρά, μέχρι σημείου να αναρωτιούνται οι ψυχολόγοι αν κάτι τέτοιο μπορεί να φέρει καρπούς αυτογνωσίας ή επικίνδυνη ενοχή. Τα αγνοούμε όλ' αυτά, δεν μας αφορούν, αν και ίσως κάτι ψυχανεμίζονται αυτοί που φτιάχνουν χιτλερικό μουστάκι στη Μέρκελ: στην ενοχή αυτή ποντάρουν. Μόνο έτσι εξηγείται αυτό το διαρκές καρναβάλι.
Προσπαθώ κι εγώ να νιώσω περηφάνεια, αφού τόσοι διαβεβαιώνουν ότι είναι η κυρίαρχη παροχή της νέας κυβέρνησης σε όλους μας, ακόμα κι όσους δεν την ψήφισαν, όμως όταν βλέπω αυτές τις εικόνες το μόνο που νιώθω είναι απέραντη ντροπή.

Queen on sea

 H ταινία «Βασίλισσα της θάλασσας» μου κόστισε μια ταραγμένη νύχτα. Δεν ήταν τόσο η άνοια της γριάς μητέρας που με σόκαρε, όσο η άγνοια της ...