Τετάρτη 10 Σεπτεμβρίου 2014

Κομπλέ το νομοσχέδιο


Αυτό το αντιρατσιστικό νομοσχέδιο είναι πολύ χρήσιμο για την αντιμετώπιση του διεθνούς ρατσισμού εναντίον των Ελλήνων, αλλά κατά τη γνώμη μου κάπως ελλιπές. Αντιμετωπίζει δηλαδή όσους ενδέχεται να αρνηθούν ως Ολοκαυτώματα  όσα έχει αναγνωρίσει η ελληνική Βουλή, (κι εδώ ανοίγει ένα θαυμάσιο αντικείμενο νέου μαθήματος που πρέπει να μπει στα σχολεία με τίτλο πιο επιστημονικό από την απλή φράση που χρησιμοποιούμε εμείς "τα Ολοκαυτώματα που αναγνωρίζει η ελληνική Βουλή") αλλά δεν αντιμετωπίζει διάφορους άλλους αρνητές διαφόρων άλλων τρομερών και θαυμασίων πραγμάτων που έχουν συμβεί στην ελληνική επικράτεια, είτε και εκτός αυτής, ανάμεσα στους έλληνες το γένος και τους αλλογενείς, τους προαιώνιους και τους μετααιώνιους εχθρούς, στη γη, στον εναέριο χώρο, στις θάλασσες, στο FIR και στην ΑΟΖ. 
Ωστόσο πρέπει να παραδεχτούμε ότι αποτελεί μια εισαγωγή, έναν προϊδεασμό, ένα υπόδειγμα, ένα φάρο, για την αντιμετώπιση όλων αυτών των ιδεών που πρέπει να γίνουν ένα σώμα, ένας νόμος, μια ψυχή, και να δοθούν στη νέα γενιά για να ξέρει τι της γίνεται, πώς βαδίζει, τι να λέει και κυρίως τι να μη λέει. Τα Ολοκαυτώματα που αναγνωρίζει η Βουλή πρέπει να δημοσιευτούν αναλυτικά, κάπου διάβασα ότι είναι αρκετούτσικα. Γιατί στο εξής, κι αφού ο νόμος ψηφιστεί στη Βουλή, (κι έχει προ πολλού ψηφιστεί στις καρδιές μας, εννοείται) ενδέχεται να κυκλοφορούν ακόμα ανάμεσά μας διάφορα αθώα κι άσχετα όντα που δεν ξέρουν κάποιο Ολοκαύτωμα και μπορεί να την πατήσουν είτε σε εξετάσεις πανελλήνιες, ΑΣΕΠ είτε σε πρόταση γάμου, είτε σε βιογραφικό, είτε οπουδήποτε. Να υποχρεωθούν οι εφημερίδες να δημοσιεύσουν όλα τα Ολοκαυτωματα σε συνέχειες, επ' αμοιβή φυσικά, (να βγάλουν κάτι κι αυτές απο την ελληνική Βουλή που μάλλον καλύτερα πορεύεται από τα ΜΜΕ) κι όταν με το καλό τελειώσουν με τα Ολοκαυτώματα, να δημοσιεύσουν τους επόμενους νόμους που θα ψηφίσει ελπίζουμε η ελληνική Βουλή, αφού πρώτα έχουν ψηφιστεί στις καρδιές μας. 
Δηλαδή δεν κατάλαβα γιατί η Βουλή πρέπει να μονοθετεί μόνο για τα Ολοκαυτώματα, κι όχι για κάθε ιστορικό θέμα απ' αυτά που μας κάνουν να τσακωνόμαστε στα κυριακάτικα τραπέζια μας και στις βραδυνές εξόδους και να χαλάμε τις καρδιές μας. Ας πούμε από το αν οι δικοί μας πρόγονοι επινοησαν το αλφάβητο (μερικοί λένε το σκέφτηκαν πρώτοι οι Φοίνικες, αν είναι δυνατόν. Τι λόμπι έχουν πια αυτοί οι τύποι κι έχουν περάσει τέτοιες απόψεις;) αν εφηύραν τον τροχό, αν ο Ναπολέων ήταν Έλληνας, αν η ελληνική γλώσσα είναι η πιο πλούσια του κόσμου, αν μπορεί να συνενοηθεί απευθείας με τα κομπιούτερ, κι ένα σωρό άλλες λεπτομέρειες που έχουν να κάνουν με τη θαυμάσια ελληνική ράτσα. Είπα ράτσα και το θυμηθηκα, το νομοσχέδιο είναι αντιρατσιστικό. Άρα δεν λέμε ράτσα, λέμε αντιράτσα.
  

Κυριακή 31 Αυγούστου 2014

Κάτι φτιάξανε κι οι σοσιαλδημοκράτες

Για να πάμε βόλτα στο βουνό κοντά στη Βιέννη, πήραμε το μετρό 4 όπως συμβούλευε ο τουριστικός οδηγός και κατεβήκαμε στο τέρμα. Απέναντι, σημείωνε ο οδηγός σε δυο σειρές, υπάρχει το ιστορικό συγκρότημα κατοικιών Karl Marx Hof, μνημείο του 20ου αιώνα, όπου δόθηκε μάχη το 1934 μεταξύ αριστερών και ναζί.
Το όνομα είναι γραμμένο ψηλά στον τοίχο με κόκκινα γράμματα και η χρονολογία ανέγερσης δίπλα. 1927- 1930. Συνηθίσαμε πια να βλέπουμε σε κτίρια της Βιέννης αυτά τα γράμματα, την ίδια επιγραφή, μια λέξη που σημαίνει δημοτικές κατοικίες, τις χρονολογίες ανέγερσης. Από το 1918 που διαλύθηκε η αυτοκρατορία, στη Βιέννη κυριαρχούν οι σοσιαλδημοκράτες στο Δήμο της πόλης, εκτός από το θλιβερό διάλειμμα του εθνικοσοσιαλισμού και του πολέμου. Χτίζουν σπίτια ανελλιπώς, όχι απρόσωπες πολυκατοικίες εξορισμένες σε ομοιόμορφα προάστια όπως στο Παρίσι, αλλά συγκροτήματα με αρχιτεκτονική προσωπικότητα, με προτάσεις διαβίωσης και συμβίωσης, με τοιχογραφίες και γλυπτά στους τοίχους, με κοινές αίθουσες, παιδικές χαρές, παιδότοπους, ό,τι μπορεί να φανταστεί κανείς. Είδαμε ήδη πολλά τέτοια στην πόλη, αλλά κανένα σαν αυτό που έχει το όνομα του Μαρξ. Είναι κάτι το τελείως ξεχωριστό, και μόνο με τον όγκο του και το χώρο που διαθέτει. Και μόνο με τη λέξη Karl Marx γραμμένη εκεί σε μια εποχή που στην Ελλάδα ίσως ακόμα δεν ακουγόταν.
Κάνουμε το γύρο. Δεν είναι εύκολη υπόθεση, έχει μήκος ένα χιλιόμετρο και δυο μεγάλες εσωτερικές αυλές. Παίρνει τη θέση της βόλτας στο βουνό. Στοά στο κτίριο μας οδηγεί στην πλατεία, έχει το μπρούτζινο άγαλμα ενός σπορέα- νομίζω είναι σπορέας- το ύφος του θυμίζει τον Δαβίδ του Μικελάντζελο. Στους τοίχους άλλα αγάλματα, λεπτά, εύθραυστα σώματα που όμως μοιάζουν να στηρίζουν τον φέροντα σκελετό αυτού του κολοσσού, θυμίζουν Κλιμτ και Αρ νουβώ.
Μπαίνουμε στις αυλές, χαζεύουμε παιδικές χαρές και παγκάκια, διαβάζουμε επιγραφές με τα ονόματα των αρχιτεκτόνων, άλλες με τα ονόματα των θυμάτων του πολέμου και της εξόντωσης των Εβραίων, ξαναβγαίνουμε, προχωρούμε κάτω από τη σκιά μιας δεντροστοιχίας ως το τέλος που στρογγυλεύει το κτίριο μετά από μια σειρά μαγαζιά. Βγάζω φωτογραφίες συνέχεια. Ανακαλύπτω την Αμερική, βεβαίως, διότι θα έπρεπε να ξέρω την ύπαρξη του συγκροτήματος αυτού, τόσα χρόνια στην αριστερή κουλτούρα έζησα, υποτίθεται, στην Αυγή εργάστηκα μια εικοσαετία. Κι είχα περάσει την Πρωτομαγιά στη Βιέννη το 1967, τότε που ένα εκατομμύριο κόσμος στους δρόμους, με τα ρούχα της δουλειάς, συντεταγμένος, φώναζε και ζητούσε ελευθερία στην Ελλάδα.
Ναι, η Βιέννη από το 1918, από τη διάλυση της αυτοκρατορίας κι ύστερα, είχε πάντα σοσιαλιστές δημάρχους, με εξαίρεση την περίοδο 34-45. Συχνά διέθεταν απόλυτη πλειοψηφία στο Δημοτικό συμβούλιο και προβληματίζονταν τι να φτιάξουν, πώς να παρέμβουν στην καθημερινότητα των ανθρώπων που ήταν ιδιαίτερα δύσκολη σε πολλές περιόδους. Κι αυτό που αποφάσισαν από τότε και το συνεχίζουν μέχρι σήμερα μεταξύ άλλων, ήταν να χτίζουν συγκροτήματα στέγασης, με πρώτο και πιο ξακουστό αυτό που φέρει το όνομα του Μαρξ. Φυσικά είχε αλλάξει την εποχή του Άνσλους, αλλά το ξαναπήρε το 1950 και επισκευάστηκαν οι ζημιές των εμφύλιων συγκρούσεων.
Αυτά όλα δεν τα έμαθα επί τόπου, στο μουσειάκι του κτιρίου, στην έκθεση «Κόκκινη Βιέννη» που στεγάζεται στα παλιά κοινά πλυσταριά (ή πλυντήρια), γιατί παρόλη την εξερεύνηση δεν το ανακαλύψαμε. Το βράδυ, στο σπίτι με την Google, κάλυψα το κενό των γνώσεων. Έμαθα επιπλέον ότι το 1934, στον εμφύλιο εκεί και σε μερικά ακόμα μέρη, μεταξύ σοσιαλιστών και δεξιών εθνικιστών είχε βομβαρδιστεί το κτίριο.
Για τους σοσιαλιστές αυτούς, τους σοσιαλδημοκράτες της Αυστρίας η εικόνα που έχω από την αριστερή μου διαφώτιση είναι αρνητική. Η απόρριψη της λενινιστικής πλευράς είχε περάσει και στην ανανεωτική πτέρυγα όπου ανήκα, και δεν την είχα ποτέ αρκετά αποκαταστήσει στο μυαλό μου. Χρειάστηκε να πέσω πάνω στο εντυπωσιακό αυτό κτίριο, που φέρει με περηφάνια το όνομά του, τυχαία κιόλας, για να ξανακοιτάξω αυτή την περίοδο της σύγχρονης ευρωπαϊκής ιστορίας. Δένονται τώρα οι αναμνήσεις της Πρωτομαγιάς των δεκατεσσάρων μου χρόνων με τα προηγούμενα και τα επόμενα. Αλλά πόσα δεν ξέρουμε, πόσα δεν καταλαβαίνουμε από την ευρωπαϊκή Ιστορία, πόσο ακόμα οι παπαγαλίες κάθε είδους μας θολώνουν το μυαλό.
Κάτι φτιάξανε κι εκείνοι οι σοσιαλδημοκράτες στην πόλη των αυτοκρατόρων. Κι αν δεν μαζεύονται στο Karl Marx Hof τουρίστες, ίσως κάποιος τους λέει ότι το καταπληκτικό συγκρότημα Χουντερβάσερ, αυτό με τα τολμηρά χρώματα και σχέδια όπου στριμώχνονται τα γκρουπ και φωτογραφίζουν μανιωδώς την ονειρεμένη οικιστική πρόταση, είναι επίσης δημοτικές κατοικίες, του 1989 αυτές.
To βράδυ στο προαύλιο του Δημαρχείου, έναν τεράστιο χώρο με πράσινο όπου έχουν στηθεί περίπτερα για πρόχειρο φαγητό όλων των ειδών, καρέκλες, τραπεζάκια, μέχρι και σάκοι πουφ για κουρασμένους (όπως είμαστε του λόγου μας) τρώμε σνίτσελ και βλέπουμε στη γιγαντοοθόνη παράσταση του Ντον Τζοβάνι. Ο Δήμος δεν αρκείται στην παροχή αγαθών πρώτης ανάγκης, φροντίζει και της δεύτερης, και της τρίτης. Είναι η πολιτική φύση των σοσιαλδημοκρατών ή το πολιτιστικό επίπεδο των Βιεννέζων, αναρωτιέμαι καθώς ο Ντον Τζοβάνι αρνείται γενναία να υποχωρήσει στην απειλή της κόλασης για την ακολασία του. 

Από το Protagon http://www.protagon.gr/?i=protagon.el.ta3idia&id=36075 

Rethink Athens via Vienna


Ξαναπήγα φέτος ταξίδι στη Βιέννη μετά από χμ, μερικές δεκαετίες. Ήμουν εκεί την Πρωτομαγιά του 1967. Θυμόμουν μόνο τη διαδήλωση της Πρωτομαγιάς, κυρίως επειδή είχα γράψει γι αυτήν πολλές φορές. Τον κόσμο που φώναζε "Freiheit in Griechenland", «Ελευθερία στην Ελλάδα», το κολοσσιαίο πορτραίτο του Γλέζου μπροστά στο νεογοτθικό Δημαρχείο και του Mίκη Θεοδωράκη μπροστά στη νεοκλασική Βουλή. Το μέγεθος αυτών των φωτογραφιών δυο ανθρώπων που στην Ελλάδα διώκονταν, απαγορευόταν να προφέρεις το όνομά τους.
Αναγνώρισα αμέσως αυτά τα δυο κτίρια, τη Βουλή και το Δημαρχείο, μόλις τα ξαναείδα. Μου φάνηκαν μεγαλύτερα, προφανώς είχαν μικρύνει στη μνήμη μου προσαρμοζόμενα στην εικόνα της πόλης που ζω, στα μεγέθη της Νεοκλασικής Τριλογίας στην Πανεπιστημίου. Ο αρχιτέκτονας είναι ο ίδιος, ο Δανός Θεόφιλος Χάνσεν. Αλλά, βέβαια, τα μεγέθη στη Βιέννη είναι ασύλληπτα.
Τοποθετώ, λοιπόν, σε σωστή θέση τα κτίρια της αξέχαστης εφηβικής μου ανάμνησης. Είναι στη Ρινγκστράσε, τον δρόμο που τριγυρίζει την παλιά πόλη, αυτόν που έγινε στη θέση του παλιού της τείχους. Πολύ εκτεταμένο το παλιό τείχος, πολύ φαρδιά η Ρινγκστράσε, επιβλητικά τα οικοδομήματα. Χώρος άπλετος ανάμεσά τους, ευτυχώς για το μάτι που θα παραξενευόταν πολύ με τη γειτνίαση του νεογοτθικού με το νεοκλασικό. 
Μπροστά στην αυστριακή Βουλή, γύρω από το άγαλμα της Αθηνάς, συναντάμε πάλι μια μικρή πολιτική συγκέντρωση. «Κατά του πολέμου», μας ενημερώνουν. «Τίνος πολέμου;» ρωτάμε. «Όλων των πολέμων». Συμφωνούμε απολύτως. Παραμένει εκεί χώρος πολιτικής έκφρασης.
«Σχεδίασα ένα κτίριο όπου θα λειτουργούσε η Δημοκρατία», είχε πει ο Χάνσεν για τη Βουλή. Η προτομή του βρίσκεται δίπλα στην είσοδο, πολύχρωμη. Δεν θα πρέπει να υπάρχει πιο τέλειο κλασικό κτίριο στον κόσμο, απ' όσο εγώ αντιλαμβάνομαι. Τις δυο πλευρές της κλίμακας (δεν τη λες σκάλα) την πλαισιώνουν καθιστοί ανδριάντες ιστορικών, από τον Θουκυδίδη μέχρι τον Ιούλιο Καίσαρα και τον Πολύβιο. Καλή ιδέα, καθώς ανεβαίνουν, να σκέφτονται οι βουλευτές την Ιστορία.
Στις τοιχογραφίες και στο σύμπλεγμα της κρήνης μπροστά στην κλίμακα πνέει αεράκι αρ νουβώ πάντως. Αλλά δεν καταφέρνουν να μας εμποδίσουν να αισθανθούμε τη συγγένεια που έχουμε με το έργο αυτό και τις φιλοδοξίες του. Αθήνα, Δημοκρατία, κολώνες, τριλογία, Χάνσεν και λοιποί.
Κι ύστερα ανακαλύπτουμε τον Χάνσεν σε διάφορα σημεία της Βιέννης, αλλά δεν είναι εύκολο. Τα έργα του, αν και μεγάλα, αν και χαρακτηριστικά, δεν είναι πια της μόδας, δηλαδή ούτε οι τουρίστες δεν ενδιαφέρονται ιδιαίτερα να μάθουν ποιος σχεδίασε το Musiκverein ή το σημερινό Καζίνο. Όλ' αυτά τα κτίρια είναι εδώ και αιώνες το αυτονόητο περιβάλλον στην πόλη, μάλιστα κάπως άκαμπτο και υπερβολικά αυστηρό, αυτό που έπρεπε να απαντηθεί με τις τολμηρές προτάσεις των επιγόνων. Πολύ πιο ελκυστικά είναι τα κτίρια Γιούγκενστιλ και για τα γκρουπ και για το βιβλιαράκι που μας καθοδηγεί.
Όμως εμείς ως Αθηναίοι συγκινούμαστε από τον Χάνσεν, που έχτισε το πρώτο του κτίριο σε αθηναϊκό λόφο. Είναι το παλιό Αστεροσκοπείο. Κι ύστερα σχεδίασε την Ακαδημία και τη Βιβλιοθήκη της αθηναϊκής τριλογίας, ενώ ο αδερφός του ανέλαβε το Πανεπιστήμιο. Στη Βιέννη ήρθε μετά, κι έφτιαξε αρκετά νεοκλασικά μέγαρα. Αλλά και τον βυζαντινότροπο ναό της Αγίας Τριάδας για τους Οθωμανούς πολίτες Έλληνες τότε, διότι όσο έμεινε στην Αθήνα είχε μελετήσει και τη βυζαντινή αρχιτεκτονική.
Στον τάφο του, που βρίσκεται σε περίοπτη θέση στο κεντρικό νεκροταφείο της πόλης, απεικονίζεται καθιστός φορώντας χλαμύδα, ανακαλώντας κάπως κραυγαλέα τις αρχαίες επιτύμβιες στήλες. Ας πούμε ότι πήγα να επικαλεστώ την ευλογία του για το αθηναϊκό μέλλον. Αρχίζουν όπου να 'ναι οι εργασίες της πεζοδρόμησης στην Πανεπιστημίου, και κάπως πρέπει όχι απλώς να ξανασκεφτούμε, αλλά να ξαναζήσουμε την Αθήνα, τις νεοκλασικές της όψεις, κάπως πρέπει να την ξαναβάλουμε στη ζωή μας.
http://www.protagon.gr/?i=protagon.el.ta3idia&id=36205

Παρασκευή 29 Αυγούστου 2014

Χορταριασμένοι τάφοι

Πήγαμε στο νεκροταφείο της Βιέννης, παρασυρμένοι από τις φωτογραφίες της εκκλησίας του, από την ιστορία για τον τάφο του Μότσαρτ, που δεν υπάρχει πουθενά, κι ίσως από το εβραϊκό νεκροταφείο της Πράγας που είχαμε επισκεφτεί πέρσι. Αυτό το τελευταίο είναι πραγματικά μοναδικό, ένα κομμάτι αρχαιολογίας μέσα στην καρδιά της πόλης, που δεν χρειάζεται ανασκαφή, και το επισκέπτονται οι τουρίστες μαζί με όλη την παλιά εβραϊκή συνοικία και τις παλιές συναγωγές, βρίσκοντας τα πάντα όπως τα περιμένει κανείς σε ένα γκέτο: στριμωγμένα. Οι ταφόπλακες μάλιστα είναι σχεδόν στοιβαγμένες η μια στην άλλη, και δεν μπορείς παρά να απορείς σε όλη τη διάρκεια της επίσκεψης για το πώς γίνονταν οι ταφές, πώς έμπαιναν τα σώματα εκεί;
Γενικά επισκεπτόμαστε τα νεκροταφεία όταν ταξιδεύουμε. Πολύ συχνά είναι σαν αρχαιολογικοί χώροι, με παμπάλαιες επιτύμβιες στήλες και συχνά συναντάς επάνω τους ονόματα γνωστά και σπουδαία. Όμως της Βιέννης μας απογοήτευσε λίγο, είναι τελικά πολύ καινούργιο, ή έτσι μοιάζει. Οι τάφοι είναι από μαύρο γρανίτη, γυαλιστερό κι αναλλοίωτο, καμία σχέση με το υποβλητικό μάρμαρο ή την πέτρα που μαυρίζουν από το χρόνο. Η εκκλησία βέβαια είναι εξαιρετική, σε γιούγκενστιλ, αλλά γενικά η ατμόσφαιρα δεν ήταν υποβλητική όπως περιμέναμε.
Πήγαμε πρώτα στο ελληνορθόδοξο κομμάτι, ύστερα στους μουσικούς. Μπετόβεν και Σούμπερτ πλαισιώνουν το μνημείο για τον Μότσαρτ. Κάπου εδώ κοντά θα είναι κι αυτός, βεβαιώνει η ιστορία. Και για τον Γκλουκ υπάρχει μνημείο, άρα μάλλον κι αυτόν τον έχουν χάσει. Μπραμς, Στράους, κι άλλοι σπουδαίοι τριγύρω. Παραπέρα φωτογραφίζουμε τον τάφο του Θεόφιλου Χάνσεν που παριστάνεται στην επιτύμβια στήλη του ντυμένος αρχαιοπρεπώς. Είναι ο αρχιτέκτονας που μετά την αθηναϊκή Ακαδημία, τη Βιβλιοθήκη, το Ζάππειο και διάφορα άλλα αθηναϊκά κτίρια, σχεδίασε το αυστριακό Κοινοβούλιο σε άψογο νεοκλασικό ρυθμό. Η προτομή του υπάρχει στην πρόσοψη του μεγαλοπρεπούς και αρχαιοπρεπούς αυτού κτιρίου. Συναντήσαμε το όνομά του τις μέρες αυτές σε
διάφορα νεοκλασικά κτίρια της Βιέννης. Είναι ο δικός μας άνθρωπος σ’ αυτό το νεκροταφείο.
Το οποίο είναι τεράστιο, δεν περπατιέται, γι αυτό έχει λεωφορείο που κάνει το γύρο κάθε μισή ώρα. Αλλά δεν το περιμένουμε, προχωράμε μόνοι μας προς το παλιό εβραϊκό κομμάτι, το προπολεμικό. Περνάμε το κομμάτι των Βουδιστών, είναι μάλλον άδειο, αλλά σίγουρα έχει μέλλον. Το μουσουλμανικό κομμάτι δεν το συναντήσαμε. Μέχρι και τμήμα Μορμόνων έχει αυτό το πολυεθνικό και πολυθρησκευτικό νεκροταφείο.
Το παλιό εβραϊκό καταλαμβάνει μεγάλο χώρο. Δεν είναι οι τάφοι στριμωγμένοι εδώ όπως στην Πράγα. Οι άνθρωποι εδώ ζούσαν κανονικά μέχρι να ξεκινήσει να συμβαίνει το αδιανόητο. Δεν υπήρχε γκέτο και τέτοια. Εκατοντάδες χιλιάδες εβραίοι ζούσαν στη Βιέννη πριν τον πόλεμο. Το μόνο που ξεχωρίζει το κομμάτι αυτό από τα άλλα είναι η εγκατάλειψη. Οι τάφοι έχουν χορταριάσει, σε πολλούς ο κισσός έχεις ανέβει στην πέτρα, μερικούς τους τύλιξε τελείως, άλλοι ξεχωρίζουν λίγο, ελάχιστοι είναι περιποιημένοι κανονικά. Από τις διακόσιες χιλιάδες των Εβραίων της Βιέννης, αναγκάστηκαν -και μπόρεσαν- να φύγουν πολλοί, από όσους έμειναν οι περισσότεροι εξοντώθηκαν.
Ποιος να προλάβει να φροντίσει αυτό το απέραντο νεκροταφείο;
Περπατάμε για ώρα πάνω σε σωριασμένα χόρτα στα μονοπάτια ανάμεσα στις ταφόπλακες, και πού και πού ξεχωρίζουμε ένα όνομα γραμμένο, ένα επίθετο, μια ιδιότητα, μια φράση αγάπης. Χάνονται στο βάθος οι στήλες, τόσα ονόματα, τόσοι άνθρωποι. Παιδευόμαστε να φτάσουμε στην ακριανή είσοδο. Είναι σα να μπήκαμε σε κείνη τη ζούγκλα με τα τυλιγμένα στον κισό αρχαία ιερά, κάπου στη Βιρμανία βρίσκεται; Εδώ δεν είναι ιερά, είναι οι μνήμες των ανθρώπων που δεν έχουν απογόνους να τους φροντίσουν, δεν έχουν αρκετούς αρχαιολόγους να τους συντηρήσουν, να τους ερευνήσουν. Ίσως κάποτε να γίνουν έρευνες εδώ από ακούραστους νεαρούς κοινωνιολόγους, ή ιστοριοδίφες, ποιος ξέρει; Τίποτε δεν δείχνει όσο το χορταριασμένο αυτό κομμάτι του νεκροταφείου πόσο έχει αδειάσει η Βιέννη από τους εβραίους της.
Φτωχό νεκροταφείο τελικά, παρά την πολυτελέστατη εκκλησία. Δεν λείπει μόνο ο Μότσαρτ απο εδώ, λείπει ο Φρόιντ, ο Γιόζεφ Ροτ, ο Στέφαν Τσβάιχ, ο Μούζιλ, λείπουν οι χιλιάδες ανήσυχοι διανοούμενοι και καλλιτέχνες που έκαναν την πόλη αυτό που ήταν. Καημένη Βιέννη, ποτέ δεν συνήλθε από τη χιτλερική λαίλαπα. Πανέμορφη πάντα, αλλά το φάρμακο δεν το έχει βρει να ξαναγίνει εκείνη η ευαίσθητη ψυχή της Ευρώπης που υπήρξε.

Τρίτη 26 Αυγούστου 2014

Διακοπές στην πόλη

Παρκάκι στην Καρλπλατς
Τα τελευταία χρόνια κάθε καλοκαίρι κάνουμε λίγες μέρες διακοπές στην πόλη. Όχι στη δική μας, σε άλλες πόλεις, ευρωπαϊκές. Πηγαίνουμε σε σπίτια οικογενειών που θέλουν να έρθουν στην Ελλάδα, εκείνοι μένουν στο οικογενειακό εξοχικό μας στο Πήλιο κι εμείς στο κανονικό τους σπίτι στην πόλη.
Εκείνοι κάνουν μπάνια στη θάλασσα και ίσως βόλτες στο βουνό, εμείς παίρνουμε λεωφορεία, τραμ, μετρό, πηγαίνουμε σε μουσεία, σε πάρκα, σε άλλες πόλεις με το τρένο, σε μαγαζιά. Κι εγώ βέβαια χάνομαι διαρκώς και κοιτάζω τους χάρτες στις πλατείες.
Με το που φτάνουμε, πρώτη δουλειά να αγοράσουμε εισιτήρια απεριορίστων διαδρομών για τα μέσα συγκοινωνίας. Πότε εβδομαδιαία, πότε ημερήσια, πότε μηνιαία, ανάλογα με το τι προσφέρεται. Περνάμε ώρες μέσα σε τραμ, μετρό, λεωφορεία, τρόλεϊ. Μάλλον περισσότερες απ’ όσες περνούν στη θάλασσα όσοι ανταλλάσσουν το σπίτι τους με το δικό μας.
Ο κάθε άνθρωπος αναπτύσσει παράξενα γούστα στη διάρκεια της ζωής του. Να μην πω βίτσια δηλαδή. Δεν φανταζόμουν ότι θα γινόμουν κάτι σαν τζάνκι των λεωφορείων, των τρένων, των διαβάσεων για πεζούς. Κι όμως εκεί κατάντησα. Δεν μου φτάνει να υποφέρω όλο το χειμώνα στην Αθήνα με τα λεωφορεία καθημερινά, πηγαίνω σε ξένες πόλεις τα καλοκαίρια και τα απολαμβάνω. Λεωφορεία που τσουλάνε απαλά, δεν τραντάζονται, με ευγενικούς οδηγούς, με νεαρούς που σηκώνονται να καθήσουν οι ηλικιωμένοι, με σκυλάκια να μπορούν να μπαίνουν μαζί με τ’ αφεντικά. Στις στάσεις διαβάζω τους χάρτες ξανά και ξανά. Απομνημονεύω τα ονόματά τους, τις ώρες που περνούν, μαθαίνω ποια έχουν θέσεις για αναπηρικά καροτσάκια και με πόση συχνότητα εμφανίζονται. Την πρώτη φορά που είδα τον οδηγό να κατεβαίνει για να διευκολύνει το αναπηρικό καροτσάκι χωρίς βιασύνη, χωρίς να δείχνει κανένας επιβάτης ανυπόμονος, έπαθα πολιτιστικό σοκ. Και να είναι ο οδηγός κατάξανθος ντόπιος, κι ο ανάπηρος μετανάστης με γυναίκα μαντηλοφορούσα, και να μην εισπράξει ούτε βαρυγκόμια, παρά μόνο ένα φιλικό χαμόγελο, πόσο ν’ αντέξω; Με πήραν τα ζουμιά, και σκέφτηκα ότι θα έπρεπε να υπάρχουν χαρτομάντηλα δωρεάν στα μέσα συγκοινωνίας, πράγμα που ακόμα δεν έχουν σκεφτεί αυτοί οι άκαρδοι δυτικοί υπουργοί συγκοινωνιών.
Περπατώ πολύ και στους δρόμους, μ’ αρέσουν τα πλατιά πεζοδρόμια με το υλικό που δεν χρησιμοποιούμε πουθενά εδώ εμείς, οι οπαδοί της πλακόστρωσης. Περνώ απέναντι σε διαβάσεις με διαγράμμιση χωρίς φανάρι. Εκεί που τα αυτοκίνητα σταματούν μόλις σε δουν να στέκεσαι μπροστά τους, πριν κάνεις βήμα στο δρόμο. Μπαίνω διακριτικά στις εσωτερικές αυλές των μεγάρων, όταν δεν έχουν αμπαρώσει τις πόρτες, πράγμα που δυστυχώς κάνουν όλο και πιο συχνά. Στο Παρίσι πριν τριάντα χρόνια μπορούσες να δεις όλες τις εσωτερικές αυλές, τώρα ελάχιστες. Φέτος στη Βιέννη ανακάλυψα ότι οι περισσότερες είναι ανοιχτές, μερικές έχουν μέσα ταβερνάκια, οπότε δεν θα κλείσουν ποτέ.
Πηγαίνω και στα μουσεία, και στ’ αξιοθέατα, κυρίως επειδή χρειάζεται να πάρεις λεωφορείο για να πας. Κι επειδή είναι στο κέντρο, έχουν γύρω πεζόδρομους, και μπορεί μετά να πετύχεις κάποιο υπαίθριο δωρεάν φεστιβάλ, σαν αυτό που φέτος απόλαυσα κάθε βράδυ μπροστά στο βιεννέζικο δημαρχείο. Ένα πανηγύρι με κλασσική μουσική σε γιγαντοοθόνη. Τελείωνε αργά κι έπρεπε να παίρνουμε το νυχτερινό λεωφορείο για το σπίτι. Άλλες χαρές εκεί.
Δυστυχώς οι διακοπές τελείωσαν, εμείς ξαναγυρίσαμε στην Ελλάδα, και οι Βιεννέζοι στο σπίτι τους, ν’ αρχίσουν τις διακοπές τους για ολόκληρο το χρόνο.


Τετάρτη 20 Αυγούστου 2014

Tα πράσινα κύματα του Δουνάβεως

Συγγνώμη για την καθαρεύουσα. Μοιάζει λίγο με κύμα αυτή η κατάληξη -εως και μου έχει μείνει απο παλιά. Από τότε που πρωτοακούσαμε τα βαλς του Στράους στο ραδιόφωνο. Ακούμε χρόνια εξάλλου την ειρωνία σχετικά με το Δούναβη, που δεν είναι γαλάζιος αλλά καφέ ή πράσινος, όπως διαπίστωσα επιτέλους κι εγώ με τα ίδια μου τα μάτια. Και κύματα δεν έχει, αφού είναι ποτάμι, τουλάχιστον όσο τον είδα, δηλαδή ανάμεσα στις πόλεις Μελκ και Κρεμς της Αυστρίας, κοντά στη Βιέννη, όπου δεν είναι ακόμα πολύ φαρδύς.
Εκείνο που δεν είχα ακούσει και δεν είχα φανταστεί είναι οι πεζούλες με αμπέλια στις όχθες του, αυτά τα πράσινα κύματα άλλου είδους. Είχα ακούσει για κρασιά του Ρήνου, για κρασιά του Δούναβη όμως ποτέ. Και μάλιστα από κλήματα καλλιεργημένα έτσι, σε αναβαθμίδες, σε αιμασιές, όπως τις λένε σε μερικά ελληνικά νησιά. Κι όποια άλλο ονομασία τους ξέρετε, τη γράφετε παρακαλώ στα σχόλια, διότι ήξερα κάποιες ακόμα κι εγώ, τις οποίες έχω ξεχάσει.
Ολόκληρη αυτή η περιοχή έχει κηρυχθεί από την Unesco παγκόσμια πολιτιστική κληρονομιά. Οι πεζούλες καλλιεργούνται κανονικά, και στα χωριά στις όχθες του Δούναβη (εδώ δεν χρειάζεται η καθαρεύουσα) υπάρχουν ταβέρνες που μπορείς να δοκιμάσεις το κρασί του παραγωγού. Δεν είναι ακριβώς ταβέρνες αλλά ένα είδος δοκιμαστηρίων του κρασιού. Μικρά πρατήρια, ας πούμε, των παραγωγών. Σιγά -σιγά βέβαια έχουν εξελιχτεί σε ταβέρνες.
Δεν κατάλαβα αν η προστασία της Unesco περιλαμβάνει μισθούς εργατών για τη δύσκολη περιποίηση των αμπελιών πάνω στις βαθμίδες. Αμφιβάλλω. Αλλά θα βλέπω με άλλο μάτι στο εξής τις πεζούλες στα νησιά που περιζώνουν λόφους και ρεματιές, τις περισσότερες φορές παρατημένες, και θα αναρωτιέμαι πλέον αν η Unesco μπορεί να τις συμπεριλάβει στην παγκόσμια πολιτιστική κληρονομιά και πώς θα μπορούσαν να οργανωθούν κρουαζιέρες ή βόλτες μόνο και μόνο για να τις θαυμάζουν και να τις εκτιμούν περισσότερο επισκέπτες και ντόπιοι. Ή πώς θα μπορούσαν να στηθούν πρατήρια- ταβέρνες μόνο για να δοκιμάζουν τα προϊόντα τους και να γίνουν σιγά -σιγά κανονικές ταβέρνες. Και τι ωραία που θα ήταν, να φτάνεις ως εκεί όχι με ποταμόπλοια αλλά με καΐκια, να ανεβαίνεις τα μονοπάτια ανάμεσα στις ξερολιθιές, να δοκιμάζεις κρασιά σε προ- ταβέρνες, και να μη χρειάζεσαι τραίνο για να πας στην πρωτεύουσα του νησιού αλλά κάτι σαν γαϊδουράκι ας πούμε, άλλη παγκόσμια πολιτιστική κληρονομιά αυτό. 
http://www.protagon.gr/?i=protagon.el.ta3idia&id=35915  

Τρίτη 12 Αυγούστου 2014

Eπιστροφή στις ρίζες

Αχ η απλότητα της φύσης στην Ελλάδα, τι ωραία καλοκαιρινή πολυτέλεια! Μπορείς να τη βγάζεις μ’ ένα καρπούζι κι ένα σλίπινγκ μπαγκ, ίσως γι' αυτό τα περιττά γεμίζουν τις παραλίες άμα τη αναχωρήσει σου, δεν φανταζόσουν ότι θα ήταν τόσο πολλά, τόσο άχρηστα. Κι οι συνηθισμένες στη λιτότητα δημοτικές αρχές δεν προκάνουν να μαζέψουν, και πώς να φτάσουν στους εγκρεμούς και στις πλαζ τις απόμακρες; Με γαϊδουράκια; Πάνε αυτά, τα πήραν οι Εγγλέζοι τα τελευταία, να τα αναπαραγάγουν στα πάρκα των πύργων τους, εκεί κατέληξα. Τελευταία φορά που είδα γαϊδουράκι ήταν σε τέτοιο πάρκο, πλήρωνες μάλιστα και εισιτήριο. Δεν τα λένε Ελγίνεια, να τα ζητήσουμε πίσω, κρίμα. Τα φώναξα, «ε, Παλικάρι», όπως ονομάζονταν κάποτε διεθνώς τα γαϊδουράκια εξ Ελλάδος, ξέρουν όσοι διάβασαν σε νεαρή ηλικία το μπεστ σέλερ του Εκτορος Μαλό «Με οικογένεια». Κι εκείνα έκαναν ότι δεν αναγνώριζαν το όνομα, τη γλώσσα, την προφορά, μου γύρισαν την πλάτη. Πολύ περιποιημένη, γυαλιστερή, ξεκούραστη, ήταν η πλάτη τους. Εκεί καταντήσαμε.

Αχ η ομορφιά της φύσης στην Ελλάδα, προσηλωνόμαστε σ’ αυτήν κάθε Αύγουστο, μη σου πω ότι αρχίζουμε από Ιούλιο, πολλοί μάλιστα νωρίτερα αφού δεν έχουν τι άλλο να κάνουν, μας τρελαίνει η αδράνεια, το κενό, παίρνουμε τα βουνά, τις θάλασσες, μικροί εξερευνητές της τραγουδισμένης πατρίδας. Εχει ομορφιές πράγματι, να ήταν και η βενζίνη πιο φτηνή, τα διόδια λιγότερα, θα είχαμε ξαναγίνει νομάδες… Θ’ ανοίξουμε μονοπάτια με τις αναζητήσεις μας. Επιστρέφουμε στις ρίζες, στα πατρικά, στα μητρικά, στα γιαγιαδικά. Στο μεταξύ στην Αθήνα και σε άλλες έδρες ειρηνοδικείων και λοιπών αρχών, ακούραστοι οι νομοθέτες, κυβερνήτες, συντάκτες κ.λπ. εργάζονται για ακόμα βαθύτερη επιστροφή στις ρίζες. Διάφοροι καλοί άνθρωποι, δημιουργικοί επιχειρηματίες, απλοί υπερασπιστές της ελληνικής λεβεντιάς (ή και παλικαριάς) που κατηγορήθηκαν για εγκλήματα εν τη ρύμη μιας ελπίδας που συνόδευσε την έλλειψη πλεονάσματος, αθωώνονται πανηγυρικά, εξάλλου έχουμε τώρα πολύ πλεόνασμα, και μάλιστα πρωτογενές. Οπότε αποκαταστάθηκαν οι μισθοί των ενστόλων, γιατί χωρίς αυτό το βαθιά ελληνικό και ριζωμένο χαρακτηριστικό πώς θα επιστρέφαμε; Θα μέναμε με το φτυάρι στο χέρι, θα ανοίγαμε λάκκους να πέσουμε οι ίδιοι μέσα. Οι ισχυρισμοί των ξένων εργατών, που έδειξαν διάφορες πληγές από το ξύλο ή νοσηλεύτηκαν στα πέριξ, θα ήταν μάλλον πολιτιστικές διαφορές που θέλουν να επιβάλουν στα αγνά μας ήθη ή κακώς πληροφορήθηκαν ότι στην Ελλάδα όταν δουλεύεις, παίρνεις και μεροκάματα. Μήπως περίμεναν και ΙΚΑ; Ολα να τα περιμένει κανείς από το παγκοσμιοποιημένο σύστημα πληροφόρησης.

Γενικά οι ρίζες θριαμβεύουν, αθωώνονται και οι Βατοπεδινοί. Αυτό έλειπε, να κατηγορούνται άγιοι πατέρες που προσπάθησαν να αξιοποιήσουν ολυμπιακά ακίνητα. Ευγνωμοσύνη να τρέφουμε, ήταν οι μόνοι που τα σκέφτηκαν στις δύσκολες ώρες των όρθρων και άλλων ασκητικών συνηθειών. Επιστρέφουμε μανιωδώς στις ρίζες, άλλοι φυτεύουν ντομάτες, άλλοι ζυμώνουν ψωμί, άλλοι ψαρεύουν, άλλοι καταργούν διάφορους δήθεν προοδευτικούς νόμους που είχαν περάσει εν τη ρύμη κ.λπ. Ολ’ αυτά θα φέρουν παραπάνω τουρισμό, έστω κι αν μερικοί Αγγλοι θα πρέπει να κουβαλάνε και τα δικά τους γαϊδούρια για ν’ ανεβαίνουν τους γκρεμούς, διότι δεν θα έχει μείνει κανένα στην ύπαιθρο εξαιτίας τους.

Αυτοί φταίνε για όλα, απορώ γιατί τα βάζουμε με τους Γερμανούς.


Τετάρτη 23 Ιουλίου 2014

Σαράντα χρόνια μαθητεία

Η αλήθεια είναι ότι συμπαθώ ιδιαίτερα την εικοσάχρονη που ξεκινά τις διακοπές της πριν σαράντα χρόνια χωρίς να υποψιάζεται ούτε τι θα ζήσει, ούτε από τι θα απαλλαγεί. Το τελευταίο που περιμένει είναι ότι μέχρι το φθινόπωρο η Χούντα θα έχει πέσει, ότι θα τρέχει μέσα στη ζέστη στο Ελληνικό να υποδεχτεί τον Μίκη Θεοδωράκη, θα στριμωχτεί για να του σφίξει το χέρι και θα το καταφέρει, ότι θα περάσει το φθινόπωρο μήνες και μήνες σε αμφιθέατρα με ατελείωτες πολιτικές συζητήσεις χωρίς τον κίνδυνο να μπουκάρουν από μια πόρτα ομάδες τραμπούκων και να σπάσουν κεφάλια, όπως είχε γίνει την τελευταία φορά στο Χημείο της Θεσσαλονίκης, ότι θ' ανοίξει επιτέλους η πόλη αυτή στα μάτια της, η Θεσσαλονίκη, που μέχρι τώρα ήταν σαν ταφόπλακα από πολυκατοικίες με αγριόχορτα παλιών ανεξήγητων σπιτιών γύρω τους.
Παίρνει το πλοίο παρέα με την κολλητή της από το λιμάνι της Θεσσαλονίκης για τη Σκύρο με ένα μικρό σακκίδιο κι ένα σλίπιν μπαγκ. Οι στίχοι του Ελύτη περί των νησιών με όλες τις μουσικές τους επενδύσεις είναι στο μυαλό της ολόφρεσκοι και τη συνοδεύουν ακατάπαυστα. Φαντάζεται την ελευθερία, τη δημοκρατία που δεν ελπίζει να δει σύντομα, κάπως σαν τον εαυτό της στο νησιώτικο τοπίο, ξένοιαστη, λιτή, χαρούμενη, ηλιόλουστη, με το σώμα ελεύθερο να δοκιμάζει χαρές, την ψυχή ελεύθερη να δοκιμάζει έρωτες, το μυαλό οπλισμένο με δυο ξένες γλώσσες να συνεννοείται με κάθε νεαρό ρομαντικό τουρίστα που αναζητά την ίδια απόλυτη ελυτική αλήθεια στο υπέρλαμπρο τοπίο (έστω κι αν δεν ξέρει τον Ελύτη). Είναι η εποχή που οι Χίππις έχουν αρχίσει να κουράζονται, να δυσφημούνται επίσης, τα κοινωνικά κινήματα να προβληματίζονται, αλλά τίποτε περί καμπής δεν έχει περάσει στη στερημένη ντόπια φοιτήτρια που παρακολουθούσε υποχρεωτικά τις εορτές περί πολεμικής αρετής των Ελλήνων στο Στάδιο όταν οι τόσο όμοιες στην όψη φίλες που κάνει στο καράβι και τα νησιά, έτρεχαν στο Μάη του 68, έστηναν κοινόβια ακραίου κοινωνικού πειραματισμού, έκαιγαν τα σουτιέν τους, κλπ κλπ.
Συμπαθώ τη νεαρή επειδή είναι νέα και αφελής. Δεν καταλαβαίνει τι ακριβώς συμβαίνει με την επιστράτευση για την Κύπρο, αν και παρακολούθησε τα νέα για το πραξικόπημα κατά του Μακαρίου. Φοβάται πολύ όταν μπαίνει σε άλλο καράβι από άλλο νησί για να γυρίσει πίσω στην Αθήνα. Τι περιμένει τη χώρα αυτή σ' έναν πόλεμο που δεν είχε καμιά δικαιολογία να ξεκινήσει;  Αποφάσισε να παίξει την "πολεμική της αρετή" έξω από το Καλλιμάρμαρο, με αληθινές ζωές ανθρώπων. Επτά χρόνια έβλεπε τη χούντα σαν χούντα, δεν πίστεψε το 'πείραμα Μαρκεζίνη', κανείς δεν το είχε πιστέψει. Τώρα η χούντα έχει σκληρύνει περισσότερο, αλλά δεν μπορεί να το συνδυάσει με τα προηγούμενα, με τις προθέσεις της χούντας, με το τι επιδιώκει ανατρέποντας τον Μακάριο. Είναι όπως οι συνομήλικοί της – και λίγο μεγαλύτεροι- που επιστρατεύονται και φέρονται στο στρατό ακριβώς όπως στην ταινία του Περράκη, σαν από άλλο κόσμο. Είναι από άλλο κόσμο.  Ίσως όλοι τους να πιστεύουν εξίσου ρομαντικά ότι δεν έχει παρά να ξεκουμπιστεί η χούντα, τόσο ηλίθια, τόσο οπισθοδρομική, τόσο ακαλαίσθητη και αυταρχική, για να εγκατασταθεί η ελευθερία ακριβώς όπως την υμνεί, όχι ο Σολωμός αλλά ο Ελύτης. Μοντέρνα και τολμηρή, ευρωπαϊκή πιο πολύ από την Ευρώπη, σάμπως δεν είναι εδώ η κοιτίδα της Ευρώπης; πάνδημη και ενθουσιώδης.
Σαράντα χρόνια μετά βέβαια η αφέλεια έχει γίνει επίγνωση, χαμογελώ επιεικώς μ' αυτή την εικοσάχρονη. Διαπίστωσε στο μεταξύ πως ούτε η Ελλάδα, ούτε οι Έλληνες, ούτε η ελευθερία και η δημοκρατία, ούτε καν η χούντα ήταν όπως νόμιζε. Μάλιστα οι ιδέες της, οι γοητευτικές εκείνες -ως απαγορευμένες και ηττημένες κομμουνιστικές ιδέες- μπορεί να ήταν κι επικίνδυνες αν εφαρμόζονταν, το χώνεψε κι αυτό. Άλλο τα νησιά στις διακοπές, άλλο οι πόλεις το χειμώνα. 
 Ωστόσο, παρά τις δυσκολίες, παρά την πολυπλοκότητα της Δημοκρατίας, παρά την κρίση, παρά τις απογοητεύσεις και τις πικρές διαπιστώσεις, τη νύχτα της επετείου της Μεταπολίτευσης θα ήθελα να πάω σε μια γιορτή για τη Δημοκρατία, σε κήπο κατά προτίμηση, όπως έκανε παλιά ο πρόεδρος της, και να γιορτάσω με τον ενθουσιασμό, με τη χαρά εκείνης της νύχτας που την υποδεχτήκαμε σαν ανέλπιστο δώρο, αυτό το πολύτιμο απόκτημα, τη Δημοκρατία.

Δευτέρα 21 Ιουλίου 2014

Ταξιδεύουμε πάντα στο παρελθόν

Κάθε ταξίδι είναι ταξίδι στο χρόνο, ταξίδι στο παρελθόν. Βλέπουμε τις ξένες χώρες όπως βλέπουμε αστέρια στον ουρανό που μπορεί να έχουν σβήσει.
Ξέρουμε από παιδιά τα ονόματα των πόλεων, τα μνημεία και τα μεγάλα αξιοθέατα, Υπομονετικά περιμένουμε σε ουρές για να τα δούμε με τα μάτια μας. Λες κι αμφιβάλουμε αν βρίσκονται στη θέση τους. Ιερή στιγμή της τρισδιάστατης διαπίστωσης, τίποτε δεν την αντικαθιστά, ούτε το σινεμά, ούτε η φαντασία.
Τα ταξίδια στην Ευρώπη είναι κατ' εξοχήν ταξίδια στην Ιστορία, οι ευρωπαίοι φροντίζουν και αναδεικνύουν το παρελθόν τους. Όσο το αντέχουν βέβαια, ας πούμε στο Παρίσι δεν υπάρχει οδός Ροβεσπιέρου, είναι απόφαση του συμβουλίου της πόλης. Η μνήμη του ναι, οδός όχι.
Το Εδιμβούργο δεν είναι γνωστό ακριβώς για τα μνημεία του, είναι ολόκληρη η πόλη που προσφέρει γνήσιο μεσαιωνικό περιβάλλον για καθημερινή χρήση. Οι φοιτητές του ζουν ανάμεσα σε κτίρια στυλ Χόγκουαρτς, του σχολείου του Χάρυ Πότερ, σαν αληθινοί μαθητευόμενοι μάγοι. Κι η Ρόουλινγκ εδώ έγραψε το βιβλίο της, χαζεύοντας το κάστρο από το παράθυρο του καφενείου το οποίο τώρα έχει ουρά πελατών που θέλουν να καθήσουν λίγο στο τραπέζι της.
Αιματηρά γεγονότα του παρελθόντος, πολλές θρησκευτικές διαμάχες, πολλοί πόλεμοι ανεξαρτησίας, αναφέρονται ανελλιπώς σε εντοιχισμένες πλάκες, επιγραφές, αγάλματα, μνημεία. Ίσως η συνήθεια αυτή να είναι το φυλαχτό της Ευρώπης από τους πολέμους του μέλλοντος. Ίσως όμως να φτιάχτηκαν στην αρχή για τον αντίθετο λόγο, να εξάπτουν τα πάθη. Ποιος μπορεί να ξέρει; Πάντως τώρα οι ευρωπαίοι είναι τόσο απομακρυσμένοι από τα πάθη που μνημονεύονται στις πόλεις τους, ώστε λειτουργεί αποτρεπτικά η μνήμη.
Είμαι περίεργη για το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος περί απόσχισης από το Ηνωμένο Βασίλειο που θα γίνει στη Σκωτία το Σεπτέμβριο. Θέλω να μην αποσχιστεί. Όπως το βλέπω εγώ, αν αποφασίσουν να παραμείνουν στο Η.Β. οι Σκωτσέζοι θα αποδείξουν ότι έχουν ξεπεράσει τα πάθη του παρελθόντος, τον εθνικισμό που πια δεν προσφέρει τίποτε. Κι αυτό μου φαίνεται μεγάλη πρόοδος, για όλη την Ευρώπη.

Πέμπτη 10 Ιουλίου 2014

Μια ήσυχη φωνή, μια περήφανη δασκάλα

Ήταν πριν πέντε χρόνια που γνωρίσαμε τη Δέσποινα- Σοφία Στάμος, Ελληνοαμερικανίδα χορεύτρια και χορογράφο που ζει στη Νέα Υόρκη και είχε έρθει να στήσει μια παράσταση στη χώρα καταγωγής της. Αναζητούσε χορευτές απ' όλο τον κόσμο, για την ακρίβεια ανθρώπους που θα ήθελαν να χορέψουν, όχι επαγγελματίες απαραίτητα.
Προσφέραμε από τότε μαθήματα ελληνικών σε μετανάστες στην Αγορά της Κυψέλης, κι αυτό το είχε μάθει, εκεί λοιπόν σκέφτηκε να ρωτήσει αν κάποιος ενδιαφερόταν να χορέψει μαζί της. Μιλήσαμε στους μαθητές και τις μαθήτριές μας, εξήγησε κι η ίδια τι ήθελε, πολλοί θα ήθελαν να δοκιμάσουν, όλοι ντρέπονταν. Παροτρύναμε τους μαθητές να ξεπεράσουν τη συστολή τους, τελικά, μετά από αρκετές προσπάθειες πήγαν αρκετοί στην ομάδα της Δέσποινας- Σοφίας και είδαμε στην Αγορά, λίγους μήνες μετά, μια πολύ ωραία παράσταση με θέμα το πέρασμα από τη χώρα τους στη δική μας. Την ίδια την ιστορία τους δηλαδή, εκφρασμένη από κινήσεις που έμαθαν να κάνουν, ή ανακάλυψαν και εμπιστεύτηκαν μόνοι τους. Ήταν μεγάλη πρόοδος για τα παιδιά αυτά που φοβούνταν ν' ανοίξουν το στόμα τους να μιλήσουν, και βέβαια η σωστότερη προσέγγιση, αφού με τη γλώσσα του σώματος εκφράζονταν πολύ καλύτερα, έχοντας την ευκαιρία να αποταθούν στην ταλαντούχα χορογράφο που ήξερε να καταλαβαίνει και να αναδεικνύει.
Κι ύστερα πολλοί απ' αυτούς συνέχισαν την προσπάθεια να μάθουν χορό και χορευτική έκφραση με διάφορους τρόπους, και μερικοί τα κατάφεραν εξαιρετικά. Και να, που την Τρίτη το βράδυ μπορέσαμε να δούμε δύο απ' αυτούς στην παράσταση του Φεστιβάλ Αθηνών A quiet voice, σε σκηνοθεσία της αλβανίδας χορογράφου Ερμίρα Γκόρο, που είχε θέμα πάλι, κατά κάποιο τρόπο, αυτό το πέρασμα. Αυτή τη σκληρή ιστορία που ζουν προσπαθώντας να φτάσουν, να ζήσουν και να δουλέψουν στην Ελλάδα και στην Ευρώπη οι πρόφυγες και οι μετανάστες, και που τη ζούμε εμείς πεισματικά από την άλλη μπάντα, ως αμυνόμενοι σε εισβολείς.
H παράσταση ήταν εξαιρετική, κι ήταν όπως έλεγε ο τίτλος της: Μια ήσυχη φωνή. Χωρίς κραυγές, χωρίς ούτε μια στιγμή ευκολίας ή κοινοτοπίας, τα σώματα των ανθρώπων είπαν όλη την ιστορία τους κι όχι μόνο τη δική τους, χωρίς τη χρήση ούτε μιας κατανοητής λέξης. Ίσως υπήρχαν μαγικά ξόρκια που επένδυαν τη μουσική του Κυπουργού, άλλο μαγικό έργο, θα έπαιρνα όρκο ότι ήταν κάποια βαλκανικά ή αφρικανικά φολκλόρ μπερδεμένα με την αφέλεια τολμηρού παιδιού. Κι όλ' αυτά χωρίς καν ξεκάθαρες αναφορές σε εικόνες μετανάστευσης. Το θέμα είναι τόσο δραματικό που καλλιτεχνικά στήνει παγίδες εύκολης συγκίνησης, κι όμως στην παράσταση αυτή ήταν σα να το αντιμετώπιζες πρώτη φορά, να ανακάλυπτες πρώτη φορά αυτό που ζεις δίπλα του μια ζωή και το αγνοείς.
Δεν ξέρω πού να κατατάξω το έργο, στο μοντέρνο χορό, σε κάτι άλλο; Ίσως οι θεατές που γέμισαν την αίθουσα και τις δυο βραδιές και χειροκρότησαν θερμά για πολλή ώρα, όλοι αυτοί οι νέοι που, αρέσει δεν αρέσει, ήδη διαμορφώνουν την πολυεθνική πρωτεύουσα, να ξέρουν περισσότερα.
Εμένα με πλημμύριζε συγκίνηση, να βλέπω ανάμεσα στους χορευτές τους παλιούς μαθητές μου, να αναπτύσσουν στη μεγάλη σκηνή το ταλέντο της παρουσίας τους, να καμαρώνω τις κινήσεις τους, την έμφυτη και την επίκτητη αρμονία τους, να αναλογίζομαι την πορεία που κατάφεραν να διανύσουν, τόσο διαφορετική από άλλων συντρόφων τους που ακόμα δεν βρίσκουν μέσα έκφρασης, και τόσο ίδια με όλων βέβαια αφού ακόμα δουλεύουν στις πιο βαριές κι ανθυγιεινές δουλειές. Ανήκουν πια στο δυναμικό της (αθηναϊκής; ελληνικής; ευρωπαϊκής; παγκόσμιας;) τέχνης, κι αυτό χάρις στην Ελληνοαμερικανίδα Δέσποινα -Σοφία που τους είχε αναζητήσει πριν πέντε χρόνια, και χάρις στο Σχολείο της Αγοράς όπου μπόρεσε να έρθει να τους συναντήσει. (Και χάρις σ' εμάς τις δασκάλες που πιέζαμε να δοκιμάσουν. Να τα λέμε κι αυτά!)
Κάπου διάβασα ότι το Φεστιβάλ Αθηνών επειδή φέτος προσπαθεί να κάνει οικονομία, στρέφεται περισσότερο προς τις ντόπιες δυνάμεις. Κι έτσι ανακαλύπτουμε πράγματα που μπορεί να χάνουμε ενώ βρίσκονται δίπλα μας, και ζουν ανάμεσά μας, αλλά δεν βρίσκουν τρόπο να μας προσεγγίσουν. Ένα τέτοιο ρόλο αν καταφέρει να παίξει το Φεστιβάλ Αθηνών, με τόλμη και φαντασία, χαλάλι όλα τα διεθνή αστέρια που μπορούμε να τα βλέπουμε και στις οθόνες.

Τρίτη 8 Ιουλίου 2014

Αλλάζουν οι άνθρωποι


Βρήκα ελεύθερο τραπέζι στο πατάρι με θέα, στο καφενείο του βιβλιοπωλείου Waterstones στο Εδιμβούργο, και χάζευα το κάστρο της πόλης προσπαθώντας ν' απαντήσω στο δύσκολο δίλημμα: τι να προτιμήσει κανείς όταν βρίσκεται σε τόσο σπάνια προνομιακή κατάσταση, το διάβασμα, ή το χάζεμα; Το χάζεμα προφανώς, διότι διάβασμα κάνεις και στο σπίτι σου. Καθώς εντρυφούσα στο βαθύ αυτό φιλοσοφικό ερώτημα, φτάνει μια παρέα ελληνίδες με σακούλες από ψώνια και εγκαθίσταται παραπλεύρως όλο χαρά- όλο ζωή. Σε τρία λεπτά τα έμαθα όλα, τι είχαν ψωνίσει, αν είχαν παζαρέψει σωστά, πότε έφευγαν, πότε είχαν έρθει, κλπ. Παράτησα την προσπάθεια να διαβάσω και αποφάσισα υπέρ του χαζέματος της θέας από το παράθυρο, συνοδεία ελληνικής φλυαρίας. Διασκέδαζα που δεν καταλάβαιναν ότι τις καταλάβαινα, αναρωτιόμουν αν η φασαρία που έκαναν θα εντυπωσίαζε άλλους θαμώνες, και γενικά είχα ένα τρίτο θέμα να απασχολεί τα φιλοσοφικά μου ενδιαφέροντα, όταν ξαφνικά μία από τις τρεις τους σηκώνει τα μάτια στο περιβάλλον, κοιτάζει εμένα και καναδυό άλλους μοναχικούς με βιβλία, και λέει:
“Κορίτσια, δεν πρέπει να φωνάζουμε! Εδώ οι άνθρωποι διαβάζουν!”
Οι άλλες δεν απάντησαν, και το τελευταίο που περίμενα να συμβεί ήταν να χαμηλώσουν λίγο -λίγο τις φωνές μέχρι να φτάσουν να ψιθυρίζουν. Κι όμως αυτό συνέβη. Ανεπαίσθητα στην αρχή, κι ύστερα όλο και πιο εντυπωσιακά, χωρίς σχόλια, τα πληθωρικά κορίτσια κατέβασαν την ένταση τόσο πολύ που ούτε κι εγώ τις άκουγα πια, κι ας καθόμουν δίπλα τους. Έμειναν στη μέση όλες οι ιστορίες τους που είχα αρχίσει να παρακολουθώ, τι έγινε με τον άντρα της μιας που βαριόταν τα αξιοθέατα, τον έπεισαν να πάει στο μουσείο; Κι εκείνο το ακριβό ουίσκι, τι θα έκαναν τελικά, θα συνέχιζαν να το ψάχνουν φτηνότερο, ή θα ενέδιδαν να το πάρουν από τον τουριστικό δρόμο;
Έτσι μου ήρθε να σηκώσω εγώ τη φωνή μου αυτή τη φορά: Κορίτσια μην ανησυχείτε, πατριωτάκι είμαι κι εγώ, αν την κάνετε για μένα την ησυχία, αφείστε την, εκφραστείτε ελεύθερα, μην καταπιέζεστε, μια φωνή την έχουμε, και δεν τα έχουμε και κάθε μέρα τέτοια ταξίδια, δεν τις ζούμε συχνά πια τέτοιες προνομιακές μέρες, αφείστε το γέλιο σας μωρέ ελεύθερο, που ψαρώσατε με μια έκδοση τσέπης που είδατε στα χέρια! Σιγά πια! Κι εγώ χάζι κάνω, και συγγνώμη κιόλας που δεν έδωσα γνωριμία με την πρώτη, αλλά είμαστε τόσο πολλοί παντού, γέμισε ο κόσμος έλληνες, οι νέοι δουλεύουν, οι μεγάλοι συμπαρίστανται και περιηγούνται λιγάκι όπως καλή ώρα, καταλαβαίνετε, δεν ήθελα να το κάνω θέμα που σας άκουσα, ωστόσο σας χαιρόμουν, αλήθεια!
Φυσικά δεν είπα τίποτε, μάλιστα επέστρεψα στο διάβασμα για να μην εκνευρίζομαι από την ησυχία που είχε επικρατήσει. Μια ώρα μείναμε ακόμα, εγώ τέλειωσα το βιβλίο, εκείνες τέλειωσαν τους καφέδες, έφυγαν πρώτες στις μύτες των ποδιών για να μην ενοχλήσουν, κι έμεινα να θαυμάζω τις ικανότητες προσαρμοστικότητας των ανθρώπων που θεωρούνται γενικά αδιόρθωτοι και κολλημμένοι στις συνήθειες τους. Λάθος. Αλλάζουν οι άνθρωποι όταν θεωρήσουν ότι χρειάζεται.

Queen on sea

 H ταινία «Βασίλισσα της θάλασσας» μου κόστισε μια ταραγμένη νύχτα. Δεν ήταν τόσο η άνοια της γριάς μητέρας που με σόκαρε, όσο η άγνοια της ...