Δευτέρα 30 Δεκεμβρίου 2013

Παιδιά στο τρόλεϊ χρονιάρα μέρα



Στο τρόλεϊ υπήρχαν παιδιά χτες το απόγευμα, ελληνόπουλα μάλιστα, με έλληνες γονείς! Πολύ σπάνιο φαινόμενο, δυο ελληνόπουλα ταυτόχρονα σε τρόλεϊ. Να σημειώσω την ημερομηνία. Το ένα δύσκολα θα το ξαναβάλουν οι γονείς του σε δημόσιο μέσο συγκοινωνίας, πάντως, αν κρίνω απο τον τρόπο που το αγκάλιασε ο πατέρας του καθώς προχώρησαν και στάθηκαν όρθιοι οι δυο τους δίπλα σε δυο μετανάστες ασιάτες πολύ ταλαιπωρημένους. Ήταν ένα κοριτσάκι γύρω στα έντεκα, ο μπαμπάς του το τύλιξε κυριολεκτικά για να μην κινδυνέψει να έρθει σε επαφή με τα φθαρμένα ρούχα των ξένων, να τους κρύψει κι απο τη θέα της, να την κρύψει κι αυτήν από τη δική τους θέα. Ήταν πολύ φανερή η αποστροφή του, με έκανε να ντραπώ, και πλησίασα εγώ κοντά τους επίτηδες, να παρεμβληθώ κατά κάποιο τρόπο ανάμεσα στο σοκαρισμένο γονέα με το ωραίο του μοντγκόμερι και τους τρεις ταλαίπωρους ανθρώπους που δεν είχαν τη δυνατότητα να αγοράσουν ρούχα που να τους πηγαίνουν. Και δεν είχαν καθόλου σκεφτεί να μην στέκονται έτσι κοντά- κοντά ο ένας στον άλλον, να τονίζεται η μιζέρια τους. Αν ο καθένας είχε πιάσει απο μια γωνία δεν θα φαίνονταν τόσο τρομαχτικοί, και δεν θα έκαναν τον έλληνα πατέρα να σκεφτεί ότι δεν θα ξαναπάρει ποτέ τρόλεϊ με την κόρη του, όπως θα σκεφτόταν σίγουρα τώρα. 
Ωστόσο, δεν είναι και τόσο φριχτοί αν τους καλοκοιτάξεις. Ο ένας είναι αφρικάνος, σχετικά ηλικιωμένος, πολύ αδύνατος, πολύ ταλαίπωρος. Πώς να βρέθηκε εδώ άραγε, συνήθως είναι νέοι αυτοί που κατορθώνουν να φτάσουν στην Ελλάδα. Φοράει πολύ φθαρμένα σκούρα ρούχα, το πρόσωπό του είναι ταλαιπωρημένο, τα φρύδια του ζορίζονται να κρατήσουν τα μάτια του ανοιχτά κι αυτό του δίνει μια όψη δυσάρεστη. Αν ντυνόταν με κάτι ανοιχτόχρωμο, καθαρό και καινούργιο, αν ηρεμούσε το πρόσωπό του, θα φαινόταν πόσο γέρος και ανήμπορος είναι και δεν θα προκαλούσε φόβο, αν μη τι άλλο. 
Στηρίζομαι στο στύλο των καθισμάτων πίσω απο την πλάτη του κι αισθάνομαι το μπράτσο του μέσα απο το μανίκι του, ή μάλλον δεν το αισθάνομαι καν. Τόσο λεπτό πρέπει να είναι αυτό το μπράτσο, σα να έχει περάσει ένα καλάμι μέσα στο μανίκι για να το κρατάει όρθιο. Θα ήθελα να ανοίξω γραφείο στυλίστα στη γειτονιά μου, να παρέχω συμβουλές εμφάνισης σε μετανάστες μελαχρινούς που ντύνονται με σκούρα, σε χοντρές γυναίκες που φορούν εφαρμοστά. Κρίμα που δεν συνηθίζονται τέτοιες δουλειές, θα άλλαζα το τοπίο της Κυψέλης. Ένα είδος γραμματείας σε λουτρό- χαμάμ σαν αυτά που δεν υπάρχουν πια στην Αθήνα. Το νεαρό δίπλα, που έχει κάνει τον πατέρα να μετατραπεί σε παραβάν, θα τον συμβούλευα να φορέσει κάτι σε πράσινο, αλλά κυρίως θα τον συμβούλευα να μην έχει αυτό το πανικόβλητο ύφος, να προσπαθήσει να δείχνει ήρεμος. Είναι όμορφος στην πραγματικότητα, θα ήθελα να πω στον πατέρα (θα χρειαζόμουν ένα άλλο γραφείο γι αυτή τη δουλειά) απλώς είναι πολύ μαύρος, θα έρχεται μάλλον από τη νότια Ασία καλέ μου κύριε, ανοίξτε το χάρτη με την κορούλα σας. Είναι σαν τον Τζαφάρ στο φιλμάκι που κυκλοφορεί σήμερα στο διαδίκτυο, πριν ξυριστεί και φορέσει ανοιχτόχρωμα ρούχα. 
"Είμαι μαύρη, μα είμαι ωραία, θυγατέρες της Ιερουσαλήμ", θυμάστε;
Δεν χαλάρωσε το παραβάν που είχε φτιάξει με το σώμα του ο έλληνας πατέρας, μέχρι που κατέβηκαν στη Μαυροματαίων. Μπήκε μέσα πολύς κόσμος, πάντα γεμίζει το τρόλεϊ όσο ανεβαίνει προς Κυψέλη. Στριμώχτηκα δίπλα στα πίσω καθίσματα, όπου το άλλο παιδί του τρόλεϊ, κοριτσάκι γύρω στα πέντε, συζητούμε με τον πατέρα του, κι άκουσα τον εξής διάλογο:
-Κοίτα, τώρα θα περάσουμε απο την Κυψέλη. Εδώ μένει τώρα η μαμά με την Κάτια. 
-Μπαμπάααα, εεε, δεν θα έρθει ξανά στο σπίτι;
-Σου λείπει η μαμά σου;
-Μου λείπει πολύ η μαμά μου, πολύ...
-Θέλεις να είσαι μαζί της;
-Θέλω πολύ να είμαι με τη μαμά μου, μωρέ μπαμπά....
-Θέλεις να είσαι μαζί της, ή με μένα;
Θα ήθελα στο σημείο αυτό να έχω γίνει κουφή, να μην ακούω άλλο. Να ήμουν εγώ ασιάτισσα μετανάστρια ή κάτι τέτοιο, να μην καταλαβαίνω αυτόν τον σπαραξικάρδιο διάλογο δίπλα στ' αυτί μου. Τρόλεϊ ήταν αυτό ή φεστιβάλ δραμάτων, πρώτα το κοινότυπο 'καθημερινός ρατσισμός χωρίς λόγια', τώρα το ατομικό, 'παιδί χωρισμένων γονιών που ζει με τον πατέρα και του λείπει η μάνα'; Πόσα ν' αντέξει ο όρθιος επιβάτης; Θα ήθελα κυρίως, να μην ακούσω την απάντηση του παιδιού στην εκβιαστική ερώτηση του πατέρα, 'θέλεις εμένα, ή εκείνη;' Τι να πει το παιδί; Πώς να σκεφτεί τη σωστή απάντηση; 
Μου φαίνεται ότι βουίζουν τ' αυτιά μου. Σωματική άμυνα να μην ακούσω άλλο.
-Έχω μια ιδέα, λέει ο μπαμπάς λίγο μετά, όταν έχει περάσει το βουητό. 
-Τι ιδέα, μπαμπά; λέει το κοριτσάκι με προσδοκία.
-Λέω να κατεβούμε λίγο παρακάτω...
Να κατεβούμε λίγο παρακάτω, να πάμε στη μαμά επίσκεψη να της κάνουμε έκπληξη, αυτό θα πει, περιμένω ν' ακούσω, ταυτισμένη πια με τη μικρή, έτοιμη να χειροκροτήσω την απόφαση του. 
-... να πάμε στην πλατεία και να φάμε οι δυο μας σουβλάκια, θέλεις;
-Τι σουβλάκια, ρωτάει άχρωμα το κοριτσάκι.
Αντί για μαμά, σουβλάκια. Δεν το ρισκάρει το σενάριο που φαντάστηκα ο συμπαθής αυτός νεαρός. Να πάει επίσκεψη στη μαμά εκτός προγράμματος, να δώσει νόημα γιορτινό στη βόλτα, στη χρονιάρα μέρα, στα Χριστούγεννα και την Πρωτοχρονιά. Θα είναι πολύ τσακωμένος με τη μάνα, ή ποιος ξέρει τι άλλο. Κι η Κάτια ποια να είναι, η άλλη κόρη του ζευγαριού; 
Ψυχοπλακώθηκα. Έτσι μούρχεται να γυρίσω να τον αρπάξω απ' το σακάκι, 'βρε άσε τα σουβλάκια και πήγαινε το παιδί στη μάνα του, να χωθεί στην αγκαλιά της, να της κάνετε έκπληξη, δώσε τόπο στην οργή χρονιάρα μέρα!' 
Αυτός κι αν δεν θα ξανάπαιρνε τρόλεϊ ποτέ στη ζωή του, αν έκανα κάτι τέτοιο! Δεν είναι ο τύπος μου να φέρομαι έτσι, νομίζω, αν και έτοιμη είμαι ν' αλλάξω τύπο, ανοίγει το στόμα μου μόνο του, ετοιμάζονται οι φράσεις και κουδουνίζουν στο κεφάλι μου, δεν υπάρχει τίποτε να με συγκρατήσει...
Τελικά δεν λέω λέξη, πλησιάζει κι η στάση που θα κατέβω. Σουβλάκι αντί για τη μαμά, κι αν γίνει το παιδί παχύσαρκο μεγαλώνοντας, θα είναι επειδή το φαγητό προτάθηκε ως λύση στις συναισθηματικές ανάγκες. Προς το παρόν μάλλον από ανορεξία κινδυνεύει, έτσι που το βλέπω, χαμένο στο μπουφάν του, σαν εγγόνι του παρακείμενου υποσιτισμένου αφρικανού. Ο οποίος του χαμογελά κιόλας σαν παππούς του, μακάρια, αλλά κόρη και πατέρας είναι αφοσιωμένοι στο αδιέξοδό τους, οπότε δεν τους ενοχλεί αυτό το χαμόγελο, χαμπάρι δεν παίρνουν.
Αμάν, να κατέβω. Τι διαδρομή ήταν αυτή! Καλύτερα τα καθημερινά children free τρόλεϊ, με τους συνηθισμένους τσακωμούς και το συνηθισμένο στρίμωγμα. Δεν ταιριάζουν τα παιδιά μας σε τέτοιους χώρους. Πρέπει να γίνεται κάτι σαν τελετή ενηλικίωσης, μετά τα 18, με σαμπάνιες. 

Πέμπτη 26 Δεκεμβρίου 2013

Ευρωπαϊκό τανγκό

Μόλις νυχτώσει φέρνουν τ' αυτοκίνητα και παρκάρουν δίπλα στο εστιατόριο  εκεί, στο καφέ, ό,τι είναι. Πολύ μου τη δίνει. Μην κάνουν ένα βήμα. Θυμώνω κάθε βράδυ που περνάω, κι εκείνο το βράδυ ήταν πολυ περισσότερα τ' αυτοκίνητα και θύμωσα περισσότερο. Περνάνε τη μπάρα, βγάζουν την αλυσίδα, τι ατιμία σκαρώνουν; Εκεί μπροστά στη Σχολή Ευελπίδων, που την ημέρα παίζουν τα παιδιά, μεταμορφώνουν το χώρο σε κανονικό πάρκινγκ. Υπάρχει ένα κέντρο, πολύ δροσερό το καλοκαίρι, αλλά το χειμώνα μου φαίνεται μάλλον απωθητικό, ωστόσο ήταν γεμάτο κόσμο. Ήταν μεσάνυχτα, περασμένη η ώρα του χορού της Σταχτοπούτας, κι έπρεπε να κάνω σλάλομ ανάμεσα στ' αυτοκίνητα για να περάσω. Έτσι παρασύρθηκα προς τη τζαμαρία, να δω τι γινόταν τέλος πάντων εκεί μέσα κι είχε τόση προσέλευση. Ακουγόταν και μουσική παράξενη, κάτι σαν ταγκό. Το τανγκό της Αθήνας; Το πιο παράξενο, ήταν ταγκό. Στάθηκα και χάζευα ξεχνώντας ότι ήμουν θυμωμένη κι ότι κρύωνα και βιαζόμουν. Κάμποσα ζευγάρια, όχι όλα νεαρά, χόρευαν με τις μικρές, προσεκτικές κινήσεις του ευρωπαϊκού τάνγκο, όπως έμαθα να τα ξεχωρίζω. Άλλο το ευρωπαϊκό, άλλο το αργεντίνικο με τις τολμηρές περιπτύξεις. Έκαναν βήματα μετρημένα, προσηλωμένοι οι καβαλιέροι στις ντάμες και τούμπαλιν, με κάτι σαν ευλάβεια στο βλέμμα όλοι τους, οι άντρες κυρίως. Έτσι είναι το ταγκό, αν δεν προσέχεις τον άλλον και χάσεις το ρυθμό θα ρεζιλευτείτε και οι δυο. Οι άνδρες υποτίθεται οδηγούν, οπότε πρέπει να είναι διπλά συγκεντρωμένοι. Λέω 'υποτίθεται' γιατί ούτως ή άλλως τα βήματα είναι δεδομένα, και δίνουν αυτή τη θεατρική υπεροχή στον καβαλιέρο, τον επενδύουν με το ρόλο του καθοδηγητή.  Αφού μάθεις τα βήματα λοιπόν, πρέπει να συντονιστείς με τον παρτενέρ σου. Διαδικασίες που δεν περάσαμε ποτέ εμείς, η γενιά του Πολυτεχνείου, δηλαδη του σέικ. Να κάτι που θα χαρακτήριζε τη γενιά με μεγαλύτερη ακρίβεια. Κι όσο νάναι δεν είναι και πολύ του τανγκό οι Έλληνες, οπότε ήταν φυσιολογική και απαραίτητη η προσήλωση, η οποία έδινε ένα ξεχωριστό ύφος στο χορό, που τον  κοιτούσα εγώ έξω από το τζάμι.   
Το σέικ που χόρεψε μετά μανίας η γενιά μου ήταν απελευθερωμένο απο βήματα και κανόνες, ήταν ο θρίαμβος του αυθορμητισμού και της αμεσότητας. Κουνιόμασταν τρελά σα μανιασμένοι πίθηκοι, μόνοι ο καθένας και παρέα όλοι, πολυ περήφανοι για το κατόρθωμα μας. Μήπως η επιστροφή στο τανγκό των γονιών μας είναι επιστροφή στο συντηρητισμό, όπως η επιστροφή στη θρησκεία και σε άλλα οπισθοδρομικά πράγματα; Πόσο θα ήθελα όμως, πόσο λαχτάρησα και ζήλεψα εκείνο το βράδυ, να μπορούσα να μπω κι εγώ να χορέψω! Αν είχα μάθει τανγκό, ίσως ακόμα να συνήθιζα να βγαίνω έξω για χορό, αλλά σέικ δεν χορεύεις όταν μεγαλώνεις. Είναι έκφραση νεότητας που χάνει το νόημα της όταν τα χρόνια περνάνε. 
Ηθικόν δίδαγμα πρώτον: χορέψτε όσο είστε νέοι, αλλά  μάθετε και βήματα για τα γεράματα, να βρίσκονται.  Και δεύτερον: λίγο τανγκό σε κάνει να ξεχνάς ακόμα και τις αυστηρές αρχές σου εναντίον του παράνομου παρκαρίσματος. Πράγμα που δεν ξέρω πια αν είναι καλό ή κακό, χρονιάρα μέρα. 

Τρίτη 17 Δεκεμβρίου 2013

Ελα να μάθεις, στην πλατεία Βάθης

Τι μπορείς να μάθεις τώρα πια στην πλατεία Βάθης; Πολλά πράγματα, ας πούμε τις φθηνότερες τιμές σε δωμάτια ξενοδοχείου καθώς περιμένεις τα φαλάφελ σου στο γωνιακό μαγαζάκι, που δεν έχει ουρά όπως εκείνο στην Αιόλου. Και τι άλλο; Τη φιλολογική λεπτομέρεια ότι το όνομα του κτηματία κυρίου Βάθη κοντεύει να αντικαταστήσει τη μυστηριώδη και σκοτεινή θηλυκή λέξη "η Βάθη, της Βάθης" που πάντα κάτι θα είχε να μας διδάξει στα βάθη της. Ή μάλλον στη διαρκή και αενάως ματαιωμένη προσπάθεια να φτάσουμε τα βάθη αυτά της Βάθης, κι όλο να μην το κατορθώνουμε, κι όλο να νιώθουμε ρηχοί. 
Πάνε αυτά τα ωραία τώρα και τα τραγουδισμένα, διότι οι κληρονόμοι των παλιών κτηματιών διεκδίκησαν και πέτυχαν την αποκατάσταση του ονόματος του προπάππου τους, πράγμα που φαίνεται στα λεωφορεία. Η απύθμενη κι απίθανη Βάθη (γενική, της Βάθης) έγινε κ. Βάθης, όπως το πολυσήμαντο Γουδί που θα μας κοπανάει στον αιώνα τον άπαντα την ανάμνηση μιας φριχτής εκτέλεσης, έγινε ο κ. Γουδής, τουλάχιστον για τα λεωφορεία που αμέσως συμμορφώθηκαν στις επιταγές αυτές, ενώ δυσκολεύονται τόσο να συμμορφωθούν στα ωράρια τους, πχ. Τέλος πάντων. 
Και τι σπουδαίο έκαναν αυτοί οι κτηματίες για να πρέπει να τους θυμόμαστε με το σωστό επίθετο τους, καταστρέφοντας αυθόρμητες αλλοιώσεις που δίνανε  κάποιο νόημα σε γειτονιές; Είχαν τα κτήματα απλώς, τα οποία αν δεν τα βρήκαν κληρονομιά, τα είχαν ίσως αγοράσει, όπως είχαν κάνει πολλοί στην περιοχή που θα χτιζόταν η πρωτεύουσα, κοψοχρονιά απο τους Τούρκους κατοίκους που έφευγαν βιαστικά μετά την απελευθέρωση. Πολύ έξυπνη κίνηση για πλουτισμό, αφού τα φτηνά κτήματα, όσα δεν ανήκαν στο μικρό, ένδοξο και θρυλικό, πρώτο και μοναδικό, σχέδιο πόλης των Κλεάνθη- Σάουμπερτ, μοσχοπουλήθηκαν σαν ζεστοί μπακλαβάδες σε ταψί, και με παρόμοιο τεμαχισμό. Ούτε πλατείες, ούτε νησίδες, ούτε παρκάκια, ούτε εσοχές, ούτε πεζοδρόμια της προκοπής χαλάλισαν εκείνοι οι κτηματίες στα σχέδια που υπέβαλαν για έγκριση, αφού πρώτα πουλούσαν τα κομμάτια. Γιατί λοιπόν να τους θυμόμαστε; Ακριβώς γι αυτό, θα μου πείτε ίσως, για να βάλουμε ανάμεσα στον Σωκράτη, όστις διασχίζει υπό μορφήν στενής και βρωμεράς οδού την εν λόγω πλατεία, και σε μας, ένα κομμάτι σύγχρονης Ιστορίας γεμάτο κυνισμό. Θα ήταν χρήσιμο αν ξέραμε, αλλά δεν ξέρουμε, ούτε την ιστορία του Βάθη, ούτε την ιστορία του ποταμού Μάρνη, που είναι κι αυτός παρακείμενη οδός, κι έχει γίνει δια παντός θηλυκός, η Μάρνη της Μάρνης (μια Μάρνη. Μα ποια Μάρνη; Αυτή που μάρναται για πάρτη μας; Δεν θα μάθουμε ποτέ)  
Να μάθαινες λοιπόν τέτοια πράγματα στην πλατεία Βάθης, καλά θα ήταν. Φοβάμαι όμως ότι η άμεση αποκατάσταση των ονομάτων των κτηματιών έγινε απο κάποιο βαθύ σεβασμό στους θεσμούς που συνόδευαν και προωθούσαν την γεωκτησία στον ευρωπαϊκό μεσαίωνα, και οι οποίοι σα να έλειψαν υποσυνείδητα απο το σύγχρονο φιλελεύθερο κράτος που ξεκίνησε το 1821. Βρε θες να πρέπει να περάσουμε όλη τη διαδικασία, απο τη φεουδαρχία μέχρι τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο για να πειστούμε ψυχικά ότι αξίζει η δημοκρατία κι ο εκσυγχρονισμός; Φτου, δεν προλαβαίνω να το ζήσω!
Και μην νομίζετε ότι αργούσαν τα φαλάφελ και τα σκεφτόμουν ολ' αυτά. Κάθε άλλο.
 

Τρίτη 10 Δεκεμβρίου 2013

Το σπίτι και το παράσπιτο

Ισορροπώντας πάνω σε τάβλες και τουρτουρίζοντας από το κρύο είδαμε τις εργασίες αναστήλωσης στο αρχοντικό της Πούλκως, στη συνοικία Γεράνεια της Σιάτιστας. Μεγάλη τύχη να μας στείλουν συστημένους εκεί, σε μία από τις συντηρήτριες. Αμύθητος καλλιτεχνικός πλούτος σε ντουλάπες, τοίχους, πόρτες και παράθυρα, σε τζάκια, ταβάνια, σε κάθε γωνιά που μπορεί να βρεθεί σ” ένα σπίτι. Αργότερα, στην πλατεία, δίπλα στην επιγραφή που έδειχνε τη θέση του αρχοντικού για τους μελλοντικούς επισκέπτες, πρόσεξα άλλη μια με τηλέφωνο, «επισκέψιμο παλιό σπίτι». Πήρα το νούμερο και μας οδήγησαν ξανά στο ίδιο μέρος, από την άλλη πλευρά του αρχοντικού που ανακαινίζεται, εκεί που ήταν το παράσπιτο, για τους υπηρέτες της οικογένειας.

 

Ωστόσο θα μπορούσε να είναι από μόνο του ένα αρχοντικό κι αυτό το παράσπιτο, δίπατο, με πολλά δωμάτια. Το οποίο δεν ανήκει στο υπουργείο Πολιτισμού, το αγόρασε πριν από καιρό ένα ζευγάρι που το ανακαίνισε μόνο του. Μέσα συγκέντρωσε αντικείμενα που συνέλεγε χρόνια -παλιά κρεβάτια, κούνιες, φορεσιές, καθρέφτες, φωτογραφίες, μπακίρια κάθε λογής, έπιπλα και λευκά είδη, προίκες ολόκληρες για πολυτελή ζωή πριν από εκατό χρόνια.

 

Ηταν σαν να συνάντησα εκεί πέρα χαμένα κι απαρνημένα μεράκια μου, κι ακόμα χαμένες αλλά αξέχαστες φίλες. Συλλογές είχα κι εγώ ξεκινήσει στη νεανική μου λαογραφική περίοδο, πάσχοντας από αγιάτρευτη νοσταλγία για τρόπους ζωής που δεν γνώρισα, και που σίγουρα δεν έμοιαζαν τόσο ρομαντικοί παρά επειδή είχαν εξαφανιστεί. Καταλαβαίνω τους συλλέκτες, ειδικά αντικειμένων που συνθέτουν έναν ολοκληρωμένο πίνακα. Θαύμασα και ζήλεψα την Τατιάνα Ντέρου που μας ξενάγησε στο στημένο με τα χεράκια, τα δικά της και του συζύγου της, αυτό «παράσπιτο». Μας διηγήθηκε την ιστορία της προσπάθειάς τους, η οποία περιλάμβανε κι έναν οκταετή αγώνα άγονο να πείσουν το ΥΠΠΟ να αναλάβουν να ανακαινίσουν και να χρησιμοποιήσουν ένα από τα σπίτια που του ανήκουν. Αλίμονο, οι άνθρωποι με μεράκι προφανώς δημιουργούν αμηχανία στα υπουργεία. Αλλες συμπεριφορές εκτιμά απ’ όσο ξέρω. Ας πούμε, ένα αρχοντικό στο χωριό της γιαγιάς μου, τη Δράκεια Πηλίου, έχει ανακαινιστεί με υπουργική επιδότηση για να επιδεικνύεται σαν μουσείο στους επισκέπτες, πλην όμως ουδέποτε οι ιδιοκτήτες του άνοιξαν την πόρτα ή δέχτηκαν να ξεναγήσουν άνθρωπο, προφασιζόμενοι διάφορα, μέχρι να ξεχαστεί και να πάψει να γράφεται στους τουριστικούς οδηγούς η ύπαρξή του.

Φύγαμε με την ευχή, σπίτι και παράσπιτο όταν τελειώσει η ανακαίνιση να καταφέρουν να έρθουν σε επαφή, να μη γυρίζει την πλάτη το αρχοντικό σε κείνο που υπήρξε κάποτε κατοικία των υπηρετών του, να συνεργαστούν σε νέα βάση. Να βρουν τρόπους να ξεπεράσουν τα γραφειοκρατικά εμπόδια και τη δυσπιστία τους οι… υπουργικοί, να αξιοποιήσουν τα σπάνια μεράκια των ανθρώπων, όπου τα συναντούν. Αλλιώς πώς θα επιζήσουν σε όλα τα μέρη όπου συντηρήθηκαν παραδοσιακά σπίτια και κομμάτια πόλεων, αν δεν αναγνωριστεί η αφοσίωση όσων τ” αγαπούν; Την εποχή της ένδειας αυτά τα πράγματα θεωρούνται πολυτέλεια και χωρίς το δικό τους πάθος είναι καταδικασμένα.


Πέμπτη 5 Δεκεμβρίου 2013

Οι Κινέζοι είναι παράξενοι άνθρωποι

Πήγα στο Πεκίνο ταξίδι πριν καμιά δεκαπενταριά χρόνια και τους είδα. Αντί να είναι με ποδήλατα στους δρόμους, όπως στις φωτογραφίες που έβλεπα απο μικρό παιδάκι, είχαν αυτοκίνητα και ανέπνεαν καυσαέριο. Τα ποδήλατα στην άκρη, σα να ήσουν στην Αθήνα, στο πιο φαρδύ. Σα να μην είχαν καθόλου εκτιμήσει την πολιτιστική επανάσταση που πέρασαν, έχτιζαν με μανία ουρανοξύστες, με τους εργάτες ανεβασμένους σε σκαλωσιές από μπαμπού. Άπληστοι, σαν αμερικάνοι, σαν ευρωπαίοι, σαν όλους τους ανθρώπους, χωρίς καμιά έγνοια να αποδείξουν την πολιτιστική τους ιδιαιτερότητα, βιάζονταν να αποκτήσουν όλοι ντουσιέρες, μπουφάν, κινητά. Κι είχαν ριχτεί με τα μούτρα στις παλιές τους θρησκείες, ξαναχτίζανε παγόδες. Πλούσιες γυναίκες στο ξενοδοχείο έκαναν σκηνές σε εργαζόμενους με υστερικές φωνές. Ίδιοι, ίδιοι κι απαράλλαχτοι με όλους. Μεγάλη απογοήτευση. Διάβαζα και για τον Μπαρτ που είχε πάει ταξίδι επι Μάο μαζί με άλλους διανοούμενους, προβληματιζόταν κι αυτός. Στην καρδιά της επανάστασης. Αν ζούσε τώρα θα του φαίνονταν όλα πολύ θλιβερά στην απλότητά τους.
Ύστερα, σ' ένα άλλο ταξίδι, πολύ αργότερα, στη Βενετία αυτό, παρατήρησα μαγαζιά με πολύ φτηνά πράγματα ιταλικού ντιζάιν και πωλητές Κινέζους. Τι στο καλό, τόσο τέλειες μαϊμούδες πώς τις έφτιαχναν; Κάποια στιγμή διάβασα ότι υπάρχουν στην Ιταλία ολόκληρες αποικίες μεταναστών χωρίς χαρτιά που δουλεύουν σε άθλιες συνθήκες. Έτσι λύθηκε το μυστήριο. Είδα και μια ταινία πέρσι, στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Με την ιστορία μιας Κινέζας που φτάνει στην Ιταλία μετανάστρια, τα έλεγε όλα: για την ανασφάλιστη και μαύρη, κατάμαυρη δουλειά, τις κινέζικες μαφίες και τις συνήθειες τους. Μαφίες φυσικά υπάρχουν όπου υπάρχει η σκληρότερη παρανομία. Στην Ευρώπη που η μετανάστευση απαγορεύεται ενώ συμβαίνει, οι μαφίες βασιλεύουν, πώς αλλιώς θα γινόταν;   
Και να η ατυχία με την πυρκαγιά που αποκαλύπτει πια πολύ ενοχλητικά την ύπαρξη αυτών των εργοστασίων. Μα γιατί δεν τους φτάνει η ανάπτυξη της Κίνας κι έρχονται οι Κινέζοι να ζήσουν σα σκλάβοι στην Ευρώπη; Μυστήριο. Κι οι Ιταλοί γιατί κάνουν τα στραβά μάτια τόσον καιρό; Άλλο μυστήριο. Γιατί τα συνδικάτα δεν ασχολούνται με τους εργαζόμενους αυτού του τύπου; Επίσης μυστήριο. Γιατί οι ευρωπαίοι δεν παραδέχονται την κατάσταση για να μπορέσουν να την αντιμετωπίσουν με άλλο τρόπο; Και γιατί να μην είναι πυρίμαχοι εν τέλει αυτοί οι εργάτες, αφού παριστάνουν τους διαφορετικούς; Δεν θα ώφειλαν;
Οι Κινέζοι είναι παράξενοι άνθρωποι. Φημισμένοι για την αντοχή τους και τη συνήθεια να υπακούουν, θα μπορούσαν να περιμένουν το κόμμα, τον άγριο καπιταλισμό, την ιλιγγιώδη ανάπτυξη της χώρας τους, αντί να έρχονται εδώ σε μας και να μας μπερδεύουν. Δεν φτάνει που κατασκευάζουν στην Κίνα τα φτηνά αντικείμενα, καθώς και τα ακριβά αλλά με φτηνά μεροκάματα; Τι κακό κι αυτό να μην τους συγκρατεί η κουλτούρα τους, οι οικογενειακοί δεσμοί, η σκέψη του Μάο,  τίποτε, να ταξιδεύουν και για τα μέρη μας. Και θα θέλουν σε λίγο ασφάλιση, κρατήσεις, συντάξεις, όλ' αυτά τα τρομερά, να μου το δείτε. Παράξενοι, αλλά όχι αρκετά, ίδιοι με μας εν τέλει.

Πέμπτη 28 Νοεμβρίου 2013

Μοναξιές στη Ρώμη

Πήρα εισιτήριο για Λονδίνο μέσω Ρώμης. Στον πηγαιμό είχε στάση έξι ώρες, ευκαιρία για μια μικρή βολτίτσα στην αιώνια πόλη. Πήρα το τρένο, για να διαπιστώσω μόλις κατέβηκα στο σταθμό ότι ξετυλίγεται μπροστά μου σα να μην την έχω δει ποτέ πριν. Άγνωστη ξανά, δύσκολη μεγαλούπολη. Δεν θυμάμαι πού είναι η Φοντάνα ντι Τρέβι και η πιάτσα ντι Σπάνια, δεν μπορώ να προσανατολιστώ. Το Τραστέβερε που σταμάτησε το τρένο, δεν έμοιαζε με το Τραστέβερε που εγώ θυμόμουν. Μόνο μια εικόνα είναι οικεία, τα πεύκα  που υψώνονται στους αρχαιολογικούς χώρους. Απέναντι ακριβώς απο τον τεράστιο και πολύβουο σταθμό, μισός αρχαίος θολωτός τοίχος κοκκινίζει στον ήλιο και τα πεύκα ρίχνουν τη σκιά τους σε μια ήσυχη αυλή. Είναι το μουσείο στις Θέρμες του Διοκλητιανού.
Τα πεύκα της Ρώμης θα πρέπει να ανήκουν σε κάποιο είδος μοναδικό. Μοιάζουν με τα πρώτα δέντρα που θα ζωγράφιζε ένα παιδί. O κορμός προχωρά γυμνός και σε μεγάλο ύψος ξεκινούν τα κλαριά και το φύλλωμα που απλώνεται σαν ομπρέλα. Γέρνουν στοργικά πάνω απο βίλες, πάνω απο παγκάκια, δίπλα σε ερείπια. Πινελιές φύσης που την άφησαν να εμφανιστεί εκεί που κάποτε άστραφτε η ισχύς της αυτοκρατορίας. Της επέτρεψαν να θυμίζει ότι το πράσινο παραμονεύει να κατακτήσει την ανθρώπινη φθορά. Συγκρατημένα όμως, ίσα που δίνουν μια ρομαντική πινελιά. Λίγο παραπέρα η πόλη συνεχίζει να ζει το σύγχρονο πυρετό της, δρόμοι με τρελή κυκλοφορία, επιβλητικές προσόψεις του 19ου αιώνα, θάμνοι κουρεμένοι αυστηρά, παρτέρια πειθαρχημένα γεμάτα μαύρη σκόνη. Παρακάτω, στο επόμενο αρχαίο ερείπιο πάλι τα ίδια χαλαρά πεύκα, με την ψευδαίσθηση της ελευθερίας κινήσεων στην ακινησία τους, τη λυρική συστροφή του κορμού τους, το άπλωμα της πράσινης ομπρέλας τους σαν αγκαλιά αφ' υψηλού. 
Αχ Ρωμαίοι, Ρωμαίοι, γιατί να σας λένε Ρωμαίους; Ρωμαίους εσάς κι εμάς Ρωμιούς; Αχ, Ρωμαίοι, Ρωμαίοι, αλλάξτε τον τόνο στ' όνομα σας, να γίνουμε ένα, Ρωμιοί κι εσείς, Ρωμιοί κι εμείς. Ή μάλλον, Ρωμαίοι γιατί να σας λένε Ιταλούς εσάς κι εμάς Έλληνες; Γιατί εσείς βρήκατε να πάρετε ένα δικό σας σύγχρονο όνομα, ενώ εμείς έπρεπε να σηκώσουμε το αρχαίο; Και γενικά, γιατί δεν γίνατε ψωνάρες όσο εμείς, ενώ έχετε υποτίθεται κι εσείς μια εξίσου βαριά κληρονομιά;
Ίσως βέβαια και να εμβολιαστήκατε για τα καλά με τον Μουσολίνι, ο οποίος πήγε να αναβιώσει πολύ συστηματικά τη ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Ακόμα και τη λέξη φασισμό τη βρήκε στα αρχαία σύμβολα, αυτό το μάτσο βέλη μέσα στη φαρέτρα και τις κορδέλες είναι οι fasces. Φάγανε τότε ρωμαϊκό κλέος οι Ιταλοί με την κουτάλα, τους βγήκε απο τ' αυτιά, δεν θα πάρουν άλλο. Αλλά κι εμείς δεν έχουμε καταναλώσει αρχαιοπληξία με το φασισμό του μεσοπολέμου, και του μεταπολέμου, και της χούντας, γιατί δεν εμβολιαστήκαμε αρκετά; Ούτε για το φασισμό, ούτε για την αρχαιοπληξία;
Μανία κι αυτή με τις συγκρίσεις. Είναι λάθος σκέψη, το έχουμε πει. Κάθε πόλη έχει τη δική της ιστορία, τις δικές της αιτίες κι αποτελέσματα, τα δικά της συναισθήματα. Αυτή είναι η Ρώμη, η μία και αληθινή, που δεν θα προλάβω να θυμηθώ στις λίγες ώρες που διαθέτω. Όπως και τα κύματα των τουριστών που ξεχύνονται στα πεζοδρόμια, προσπαθώ κι εγώ να αποθηκεύσω λίγες εικόνες κι εντυπώσεις. Ακολουθώ μηχανικά ένα πλήθος εγγλέζων, ακούω διάφορα σχόλια για την κοσμοσυρροή. This is insane, λέει μια γυναίκα πίσω μου. Έχει πραγματικά κάτι το νοσηρό η μανία των τουριστών, αλλά δεν είναι αστείο να συμμετέχεις και να το διαπιστώνεις ο ίδιος;  
Κανονικά δεν έχω λόγο να τρέχω με τους τουρίστες να δω τ' αξιοθέατα, τα επισκεφτήκαμε όλα σχολαστικά στο τελευταίο ταξίδι, πριν εφτά χρόνια. Είχαμε έρθει οικογενειακώς, μείναμε στο φοιτητικό σπίτι του γιου μου που έκανε Εράσμους, ακόμα κι η μαμά μου ακολούθησε στο εξοντωτικό τουριστικό πρόγραμμα Έκανε κρύο τότε, έριχνε διαρκώς χιονόνερο, τουρτουρίζαμε  κάτω απο τις ομπρέλες, αλλά τα είδαμε όλα. Έτσι αναπλήρωσα τη φοιτητική μου χαζομάρα, τότε που έκανα σεμινάριο εδώ αλλά δεν είχα βρει καιρό και ενδιαφέρον να πάω στα μουσεία. Κλασσικό σπασικλάκι ελληνικού σχολείου, άργησα να καταλάβω τι σημαίνει η Ρώμη.
 Μεγαλώνουμε με μια έλλειψη απέναντι στη ρωμαϊκή ιστορία, στη ρωμαϊκή σημασία μάλλον, κι ας μαθαίνουμε στο σχολείο και λατινικά και Ρωμαϊκή Ιστορία. Δεν καταλαβαίνουμε γιατί τα μαθαίνουμε αυτά. Το σχολείο μας έχει πείσει ότι οι Ρωμαίοι ήταν κατακτητές, ότι οι Έλληνες ήταν ανώτεροι τους, ότι τους κατέκτησαν οι κατακτημένοι με τον πολιτισμό τους, οπότε γιατί μαθαίνουμε τον κατώτερο πολιτισμό εμείς οι ανώτεροι; Αυτή η απορία διατρέχει το σχολικό πνεύμα και δεν μας αφήνει ουσιαστικά να καταλάβουμε τι νόημα έχει ο κόπος μας για τα λατινικά. Στην αποξένωση βοηθάει το μίσος των ορθόδοξων παπάδων για τους καθολικούς, που καταφέρνει να επηρεάζει ακόμα και τους μη θρήσκους. Οι παπάδες ζουν πάντα στο Σχίσμα, χίλια χρόνια πριν. Έχουν παγώσει το χρόνο γενικότερα, αυτή είναι η ζωή τους. Το αποτέλεσμα είναι να μην έχουμε συνείδηση της κοινής ρωμαϊκής  κληρονομιάς που έχουν όλοι οι Ευρωπαίοι. Τσάμπα παιδευόμαστε με τη λατινική γραμματική.
Ουσιαστικά άρχισα να καταλαβαίνω τη σημασία της Ρώμης διαβάζοντας σχολική ιστορία με τα παιδιά μου. Μαζί τους θυμήθηκα, κατά κάποιο τρόπο, τα δικά μου κενά κατανόησης των ευρωπαϊκών γεγονότων, κι άρχισα να τα καλύπτω όπως- όπως καταφεύγοντας σε εγκυκλοπαίδιες και τόμους γενικής ιστορίας στο σπίτι. Όχι τίποτε ψαγμένο δηλαδή. Κατάφερα να συνδέσω τη στέψη του Καρλομάγνου στη Ρώμη με τη στέψη των αυτοκρατόρων της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, μέχρι και τη στέψη του Ναπολέοντα. Οι ηγεμόνες προσπαθούσαν διαρκώς μέσα στους αιώνες να συνδεθούν με το παρελθόν της Ρώμης, της αυτοκρατορίας που είχε ενώσει την Ευρώπη κι είχε βρει τον τρόπο να επιβάλει ειρήνη στα εδάφη της. Μετά την κατάλυση της Ρώμης, οι ίδιοι οι Βάρβαροι που την κατέλυσαν προσπαθούσαν να την ξαναφτιάξουν. Μέσα απο τον Χριστιανισμό η αρχαία αυτοκρατορία συνέχισε να ζει, καλούνταν να απονέμει ισχύ, να κατευνάζει και να πείθει. 
Θα μου πείτε, δεν είναι πασίγνωστα όλ' αυτά και αυτονόητα; Την Αμερική ανακάλυψες; Είναι πασίγνωστα, αλλά στο βάθος ένας απόφοιτος Λυκείου με καλούς βαθμούς τα αγνοεί, δεν έχουν περάσει στη συνείδηση του. Αν και Ρωμιοί, δεν μας αφήνει η Παιδεία μας να δεχτούμε ότι έχουμε σχέση με την κοινή ρωμαϊκή παράδοση της Ευρώπης. Μας πείθει ότι οι Ρωμαίοι, όπως και οι Βενετοί, οι Οθωμανοί, και οι Γερμανοί, ήταν κατακτητές. Απλώς πέρασαν, καταπίεσαν, σκλάβωσαν, κι ύστερα εκδιώχθηκαν. Το 'Ρωμιοί' λοιπόν είναι πλήρως εξελληνισμένο, δηλαδή δεν έχει νόημα, έχει ξεχάσει τη σχέση με τη Ρώμη. 
Στέκομαι να δω το χάρτη, ξέχασα τις αποστάσεις, τα σημεία, τα πάντα. Μόνο τα μνημεία θα γνωρίσω όταν τα δω, αλλά θα μου χρειάζονταν μέρες για ν' αποκτήσω την κάποτε κεκτημένη οικειότητα. Πάνε τα κεκτημένα, πάνε. Με μπερδεύει το πλήθος, η ανάδειξη του παρελθόντος κάθε φορά και πιο οργανωμένη, σαν επαρχιώτισσα είμαι στην πόλη που θα έπρεπε να βλέπω ως μεγάλη ευρωπαϊκή πατρίδα. Μόνο τα δέντρα της με ησυχάζουν, αυτά τα ζωγραφισμένα πεύκα. Ίσως γι αυτό τους επιτρέπουν να ψηλώνουν έτσι, να ηρεμούν ανθρώπους μόνους και χαμένους σαν εμένα. Να πηγαίνουμε ήσυχα στο πλησιέστερο καφενείο και να παίρνουμε το θάρρος να παραγγείλουμε έναν καπουτσίνο που θα πληρώσουμε περήφανα με το κοινό ευρωπαϊκό μας νόμισμα.  

Πέμπτη 21 Νοεμβρίου 2013

Ιδέες για την Αθήνα

Στο εργαστήρι "Αθήνα πάλι ξεκίνα" (μεταφράζω σωστά το reactivate Athens;) δέχονται ιδέες πολιτών για να ζωντανέψει η πόλη. Έχω πολλές κι ελπίζω να περάσω να τις βάλω στη λίστα. Μια ιδέα θα ήταν πάντως να άρχιζαν με κάποιο μαγικό τρόπο να γίνονται σεβαστοί οι κανόνες που ήδη υπάρχουν. Καλά, δεν εννοώ τις μοτοσικλέτες στα πεζοδρόμια, τη μέρα που θα φτάσουμε να συζητάμε κάτι τέτοιο θα έχει γίνει η μεγαλύτερη επανάσταση από καταβολής πόλης. 
Κάτι πιο απλό, ας πούμε τις περιφράξεις πεζοδρομίων και στοών από διάφορους που ενοχλούνται να περνάει ο καθένας ελεύθερα στα πεζοδρόμια. Σου λέει, εγώ μένω εδώ, να μη βάλω κι ένα κάγκελο να το καταλάβει ο κάθε άσχετος, να αισθανθεί με ποιον έχει να κάνει; Έτσι, άντε- άντε όλοι να περπατάνε στο πεζοδρόμιο; Με ποιο δικαίωμα; 
Θα το έχετε παρατηρήσει, ιδιοκτήτες σπιτιών φράζουν με κάγκελο ακόμα και χώρο που υποτίθεται έχουν παραχωρήσει για να πάρουν αντάλλαγμα με χτίσιμο παραπάνω ορόφους. Ε, τώρα τους έχτισαν, δεν θα πάει κανείς να τους γκρεμίσει! Βάλε κι ένα κάγκελο να νιώθουμε ασφαλείς.
Κανονικά η Πολεοδομία μπορεί να πάει να ξηλώσει κάθε τέτοιο κάγκελο που ιδιοποιείται δημόσιο χώρο. Τι κάνει όμως όταν ο παραβάτης είναι το ίδιο το κράτος; (θεωρητική είναι η ερώτηση. Έτσι κι αλλιώς η Πολεοδομία δεν ασχολείται με τέτοια πεζά πράγματα) 
Θαυμάστε εδώ τι έχει κάνει το Υπουργείο απασχόλησης και κοινωνικής προστασίας έξω από τα γραφεία του ΟΑΕΔ, στην οδό Σολωμού, στην καρδιά της Αθήνας, απέναντι από το αγωνιστικό Πολυτεχνείο. Όλο το χώρο της στοάς τον έχει κλείσει με κάγκελο, το οποίο κλειδώνει όταν κλείνει το μαγαζί. Προσέξτε, το κτίριο αυτό είναι πολύ ψηλό και ογκώδες, και προφανώς κατάφερε να πάρει άδεια να χτιστεί έτσι επειδή παραχώρησε στοά για πεζοδρόμιο. Τώρα όμως το κρατικό κτίριο έφραξε το πεζοδρόμιο. Κατέβα στο δρόμο πεζέ, όπου δεν χωράς, γιατί είναι πολύ στενός. Κι απέναντι είναι ένα κτίριο σαβανωμένο με λαμαρίνα που εξέχει, ούτε κι εκεί χωράς. 
Είναι όμως η οδός Σολωμού, του εθνικού ποιητού το όνομα! Ουάου! Και τι ωραίο χώρο έχουν φτιάξει! Ψάλε τον ύμνο στην ελευθερία δίπλα στο υπουργικό κάγκελο πριν απομακρυνθείς, για να γεμίσει η ψυχή σου μεγαλείο. 
Αυτή είναι η ιδέα μου. Τι λέτε, να πάω να την καταθέσω;

Τετάρτη 20 Νοεμβρίου 2013

Kαφές με μύρτιλλο

Στο Ηράκλειο Αττικής, στην πλατεία δίπλα στο σταθμό του Ηλεκτρικού, έφαγα την Κυριακή σφακιανή πίττα στο Μύρτιλλο, το πιο πρωτοποριακό καφέ που έχω γνωρίσει. Δεν θα καθήσω να ψάξω εντυπωσιακές λέξεις να περιγράψω το ντεκόρ, γιατί δεν είναι αυτό το θέμα, αλλά η ιδέα που το ξεκίνησε: να προσφέρει εργασία σε άτομα με ειδικές ανάγκες και σε προερχόμενα από ευάλωτες ομάδες. Όχι απλώς βοήθεια και απασχόληση σαν ίδρυμα που προστατεύει και απασχολεί τους ανθρώπους, προσπαθώντας να γεμίσει τις ατέλειωτες ώρες μιας ζωής που δεν μπορεί να ενταχθεί κοινωνικά κάπου. Κανονική δουλειά, με ωράριο, με απαιτήσεις και με αμοιβή. Δουλειά μάγειρα, σερβιτόρου, ζαχαροπλάστη, κι όποιας άλλης ειδικότητας χρειάζεται ένα καφενείο που σερβίρει και φαγητό, στην οποία θα μπορεί να εκπαιδεύεται κανείς πριν ξεκινήσει να εργάζεται. 
Την ιδέα την έφερε απο το Εδιμβούργο όπου ζούσε μέχρι πρόσφατα η Γεωργία Βαμβουνάκη, ιδρύοντας μια επιχείρηση παρόμοια με κάποια που λειτουργεί εκεί από καιρό και που έχει τις ίδιες αρχές. Για την Ελλάδα είναι πιλοτική. Το καφενείο έχει δυο βδομάδες που άνοιξε, πιλοτάρει λοιπόν αργά και προσεκτικά στα άγνωστα νερά του ανταγωνιστικού τοπίου της ψυχαγωγίας, με πολύ συγκεκριμένο πρόγραμμα και σχέδιο: Θέλει να εκπαιδεύσει τους ανθρώπους που έχουν ανάγκη από εκπαίδευση και ταυτόχρονα αυτούς που νομίζουν ότι δεν έχουν: τους κατοίκους του Ηρακλείου Αττικής ας πούμε, που μπορεί να περνούν αδιάφοροι ή δύσπιστοι έξω από το μαγαζί και να μην φαντάζονται τι είδους φιλοδοξίες έχει, να ακούνε μια γεμάτη προκατάληψη κουβέντα και να κοιτάνε με μισό μάτι. Εκπαίδευση προς τα μέσα, και προς τα έξω. 
Παντρεμένη χρόνια με Σκωτσέζο, η κα Βαμβουνάκη φέρνει από το Εδιμβούργο τις συνήθειες των οργανωμένων σχεδίων που βασίζονται σε συγκεκριμένους αριθμούς. Στο μαγαζί εκπαιδεύονται 15 ενήλικες με μέτριες μαθησιακές δυσκολίες, για δύο χρόνια, από 15 εκπαιδευτές -σπουδαστές σχολών ειδικής αγωγής, ψυχολογίας κλπ που κάνουν την πρακτική τους, και οι οποίοι αξιολογούνται και παίρνουν πιστοποιητικά από δυο επόπτες. Ταυτόχρονα, για τις ανάγκες λειτουργίας του καφενείου,  εργάζονται επαγγελματικά δέκα άτομα, οι πέντε τουλάχιστον θα πρέπει να ανήκουν πάντα σε ευάλωτες ομάδες. 
Οι εκπαιδευόμενοι μαθαίνουν όχι μόνο τις τεχνικές γύρω απο το μαγείρεμα, το σερβίρισμα και την υποδοχή που απαιτεί το καφενείο, αλλά και γενικότερα κοινωνική συμπεριφορά, συμμετέχοντας ως εθελοντές σε κοινωνικές δράσεις της γειτονιάς. Ειδικοί θεραπευτές και καλλιτέχνες συμπληρώνουν την εκπαίδευση τους, τη δική τους και τη δική μας όπως είπαμε, που αρχίζει μαζί με τον καφέ, με μια γουλιά ξεπέρασμα ταμπού, μια γουλιά συζήτηση και αναγνώριση της απλής αλήθειας που ξεχνάμε, και που είναι το μότο της επιχείρησης: οι άνθρωποι στο βάθος έχουν όλοι τις ίδιες επιθυμίες, την ίδια ψυχική δομή, την ίδια ανάγκη κοινωνικότητας. Οι μη συνηθισμένοι άνθρωποι πρέπει να βρίσκουν τους δικούς τους τρόπους, οι προνομιούχοι που μπορούν να μοιάζουν με συνηθισμένους οφείλουν να προσπαθούν να βοηθούν και να αποδέχονται.
Βάλτε στο γκουγκλ το "μύρτιλλο" και θα δείτε περισσότερο. Ξέχασα να ρωτήσω τι συμβολίζει το όνομα, αλλά ξέρω ότι το μύρτιλλο είναι ένας σπάνιος καρπός με ιδιότυπη γεύση που θέλει ειδική μεταχείριση για να προσφέρει ανεκτίμητες βιταμίνες


Κυριακή 17 Νοεμβρίου 2013

Σαράντα χρόνια παρεξήγηση

Σαράντα χρόνια στρογγυλά, δεν λέω, είναι κάτι. Μια ολόκληρη ζωή. Αλλά δεν έχει σημασία, και δέκα χρόνια μετά, το 83 ας πούμε, όταν έλεγα σε νεώτερους φίλους μου ότι δεν έπρεπε να μας ζηλεύουν που "είχαμε ζήσει το Πολυτεχνείο", ότι αυτοί ήταν πολύ πιο τυχεροί γιατί πρόλαβαν να περάσουν φοιτητικά χρόνια χωρίς χούντα, ότι περνούσαμε άσχημα στην επταετία, ότι θα ήθελα πολύ να μην έχω ζήσει κανένα Πολυτεχνείο, αλλά να νιώθω πιο ελεύθερη στην εφηβεία και στη νεανική ηλικία μου, δεν με πίστευαν. 
Τη θυμάμαι αυτή τη συζήτηση γιατί με είχε ξαφνιάσει. Γινόταν με νεαρούς μουσικούς, δέκα χρόνια μικρότερους από μένα. Ήμουν τριάντα κι ήταν είκοσι, είχα μείνει κατάπληκτη που μου έλεγαν ότι ήμουν τυχερή που είχα αντισταθεί στη χούντα! Ίσως είχαν φανταστεί μια αντιστασιακή ζωή, όχι μια ζωή φοβισμένη, γεμάτη θυμό που δεν βρίσκει διέξοδο, με πολλή υποταγή και ανοχή αυθαιρεσιών, πολλή καχυποψία και πνευματική φτώχεια, πολλή μοναξιά και επιφύλαξη, σαν αυτή που είχαμε ζήσει για εφτά χρόνια. Δεν ξέρω τι είχαν φανταστεί. Υπήρχε μια τεράστια παρεξήγηση ήδη. 
Φοβάμαι πως αν ξαναπώ τα ίδια πράγματα, τώρα, σαράντα χρόνια μετά, πάλι στου κουφού την πόρτα θα τα λέω. Με ξεκουφαίνουν κλαψιάρικα τραγούδια στα μεγάφωνα, πανό κρεμασμένα στη μάντρα με κάνουν να ντρέπομαι που τα κοιτάζω. Όλο αυτό το μελό, με τα σιχαμένα κύματα των κλισέ που κάλυψαν την εξέγερση του 73 ήδη από την πρώτη επέτειο, και δεν του αντιστάθηκε κανένας, μας σάρωσε γλιτσερό κι ακαταμάχητο. Άντε να μιλήσεις για τις επιφυλάξεις, και τις απογοητεύσεις, και τις αμφιβολίες κι όλ' αυτά. 
Διάβασα ένα άρθρο του Δημήτρη Φύσσα σήμερα που μιλάει για πράγματα τα οποία έχω επίσης σκεφτεί και τα οποία, παρόλη τη φλυαρία δεν τα είπαμε ποτέ, δεν τολμήσαμε. Ας πούμε, αν δεν είχε γίνει το Πολυτεχνείο, τι θα συνέβαινε με τη 'σταδιακή μετάβαση στη δημοκρατία' που είχε αναγγείλει η χούντα και είχε αναλάβει ο Μαρκεζίνης; Τότε πάντως, την 18η Νοεμβρίου του 1973, όταν είχαμε βγει από το Πολυτεχνείο της Θεσσαλονίκης εμείς, και δεν είχαμε πάει ακόμα στο σπίτι μας, μέναμε σε μιας φίλης κάμποσοι μαζί από το φόβο μας, μέσα στη σιωπή και στην κατήφεια, εκείνη τη μέρα και τις επόμενες, σκεφτόμασταν μερικοί και το κουβεντιάζαμε μεταξύ μας, πόσο λάθος είχαμε κάνει μ' εκείνη την εξέγερση. Η χούντα είχε σκληρύνει, υπήρχαν νεκροί, είχε κηρυχτεί ξανά στρατιωτικός νόμος, τι είχαμε καταλάβει; Είχαμε ελπίσει κάτι βλέποντας στην Αθήνα να γεμίζουν κόσμο οι δρόμοι,  νομίσαμε απλό να πέσει η χούντα έτσι; 
Δεν ήμασταν στελέχη, δεν ανήκαμε σε οργάνωση, τίποτε δεν ήμασταν. Απλοί φοιτητές και φοιτήτριες, χωρίς επαφή με κανέναν, μόνοι με τις σκέψεις και τα σχέδιά μας. Ήταν πολύ δύσκολο να βρεις παρέες που να ταιριάζεις. Δεν υπήρχαν τραπεζάκια πολιτικών οργανώσεων, να διαλέξεις πού θα πας. Στα τυφλά, στα κρυφά, αν ήσουν τυχερός μπορεί να δικτυωνόσουν. Πολλοί έχουν περιγράψει στιγμές συγκινητικές με  φίλους, οργανωμένοι σε νεολαίες, αλλά την αμηχανία των ανοργάνωτων, που ήταν οι περισσότεροι, δύσκολα την περιγράφεις. 
Στη δική μας μικρή παρέα, που δεν είχε καταφέρει να κάνει μια αληθινή πολιτική συζήτηση  σοβαρή επί τρία χρόνια στο πανεπιστήμιο, αν και το ήθελε διακαώς, εκείνες τις μαύρες μέρες κλαίγαμε τη μοίρα μας. Αν και ανοργάνωτοι και απομονωμένοι, νιώθαμε τύψεις φριχτές που είχαμε γυρίσει το ρολόι πίσω, στις πρώτες σκληρές μέρες της δικτατορίας. Τύψεις για λογαριασμό όλων, αφού για λίγες μέρες είχαμε αποκτήσει συλλογική ταυτότητα, αυτό ίσως μας είχε λείψει περισσότερο, έκαναν τους μήνες που ακολούθησαν το Πολυτεχνείο να φαινεται εκ του αποτελέσματος φριχτό λάθος. Ξανάνοιξαν οι φυλακές, ξαναπιάστηκαν άνθρωποι, ξαναμπήκε λογοκρισία, ξανά, ξανά, πίσω στη δικτατορία, φόβο, στρατοκρατία, φτου κι απ΄την αρχή. 
Όταν έπεσε η χούντα τον Ιούλιο του 74 ήταν τόση η χαρά που δεν κάτσαμε να το ψειρίσουμε. Γιατί και πώς. Τα κάνανε θάλασσα στην Κύπρο οι δικτάτορες, το σκληρό καρύδι ο Ιωαννίδης ήταν μια χάρτινη τίγρη, έπεσε απλώς από ανικανότητα. Τι γύρευε στην Κύπρο ακριβώς δεν είπαμε ποτέ. Ούτε καν τι έκανε ακριβώς εκεί. Δεν έχει ανοίξει ο φάκελος. 
Κι άμα ανοίξει τι θα μάθουμε άραγε; Θα ειπωθούν τα δύσκολα κι απλά;  Ταυτίζοντας το καθεστώς εκείνο με το απόλυτο κακό, δεν ψάχναμε λογική στις κινήσεις του, όμως ο Ιωαννίδης, ο Σαμψών, είχαν κάποια σχέση με τα ελληνικά ιδανικά, δεν ήταν εξωγήινοι. Εθνικιστές και μιλιταριστές, κάπως θα είχαν φανταστεί να επιβάλουν στο Κυπριακό τη δική τους λύση. Δικτατορία, ένωση, και ποιος ξέρει τι ονειρεύονταν για την τουρκική μειονότητα.
Μετά το Πολυτεχνείο, που προφανώς ήταν αποτυχία του Παπαδόπουλου, τον ανέτρεψε ο Ιωαννίδης. Πήρε την εξουσία, δοκίμασε να κάνει πραξικόπημα εναντίον του κράτους εκείνου στην Κύπρο που είχε δυο κοινότητες, τούρκο αντιπρόεδρο, τουρκική μειονότητα με αναγνωρισμένα δικαιώματα, κλπ κλπ. Πολύ αβάσταχτα και απαράδεκτα πράγματα όλ' αυτά για μιλιταριστές εθνικιστές σκληροπυρηνικούς σαν τον Ιωαννίδη. Αποφάσισε να επιτεθεί στο πολυεθνικό -ας το πούμε- αυτό κράτος, να φτιάξει μια Κύπρο κατ' εικόνα και ομοίωση του. Αν πετύχαινε, θα ξεχνούσαν όλοι το Πολυτεχνείο, θα έμενε στην Ιστορία ως ο άνθρωπος που ένωσε την Κύπρο με την Ελλάδα. 
Μάλλον δεν ήταν πρακτοριλίκι των αμερικάνων εκείνο το πραξικόπημα. Το έκανε για να κερδίσει τις καρδιές των Ελλήνων, που είχε χάσει στο Πολυτεχνείο. Έχασε τα πάντα αυτός, έχασε πολλά η Κύπρος, κέρδισε η Ελλάδα τη δημοκρατία, βγήκε εκ των υστέρων η εξίσωση πως το Πολυτεχνείο έριξε τη χούντα. Εξίσωση των βιαστικών που από τη μανία τους για συντομεύσεις χάνουν την ουσία. 
Ίσως ποτέ δεν θα μιλήσουμε σαν άνθρωποι για όλ' αυτά,  δεν θα ξεπεράσουμε τα κλισέ των ηρωισμών και τα ταμπού των εθνικισμών.  Χαλάει η σούπα και της επανάστασης και της προδομένης Κύπρου.  
Ώρες ώρες νομίζω ότι τα χρόνια δεν πέρασαν καθόλου, ότι είμαι πάντα στον προθάλαμο της ζωής, είκοσι χρονών, και προσπαθώ να καταλάβω τις βασικές έννοιες: τι είναι δημοκρατία, ανθρώπινα δικαιώματα, ισότητα, ελευθερία, άσε πια και την αδερφοσύνη. Άστην αυτήν, μου φτάνουν τα υπόλοιπα για να στέκομαι  στον προθάλαμο.  Έφτασα εξήντα κι ακόμα δεν έχω προχωρήσει, διευκρινίζω τα βασικά. Κάποιο λάθος έχετε κάνει σας λέω. Θα περάσει η ζωή όλη και δεν θα το έχουμε ξεκαθαρίσει ακόμα.
http://www.protagon.gr/?i=protagon.el.ellada&id=29324 

Τρίτη 12 Νοεμβρίου 2013

Μανία με τις ανακωχές

-Εχουμε αργία τη Δευτέρα, μου είπε στο τηλέφωνο η φίλη από το Παρίσι, μας έρχεται τριήμερο, γιορτάζουμε την Ανακωχή!
Κι ότι κόντευαν να με πείσουν ότι μόνο στην Ελλάδα έχουμε τριήμερα.
-Ποιαν ανακωχή γιορτάζετε πάλι; Στις 9 Μαΐου δεν είν' αυτό; 
-Είναι η ανακωχή του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου!
-Καλά, δεν το πιστεύω, κι αυτή τη γιορτάζετε;
Μανία με τις ανακωχές αυτοί οι Γάλλοι. Χαριτολογούμε λίγο για τη γνωστή αντίθεση, εκείνοι να γιορτάζουν τις ανακωχές κι εμείς την είσοδο μας στον πόλεμο. Είναι κάτι ενδεικτικό, που ποτέ δεν αναλύσαμε βέβαια επαρκώς τι σημαίνει για την εκπαίδευση και την ψυχολογία των παιδιών. 
Αν το καλοσκεφτείτε, η ανακωχή ως έννοια θα πρέπει να ακούγεται πολύ περίπλοκη για μια σχολική γιορτή. Με τι καρδιά, με τι πνοή να οργανώσεις παρέλαση πίσω από το στρατό; Ενώ το κάνεις τόσο απλά για την επέτειο της εισόδου στον πόλεμο: τι έκανε τότε ο κόσμος; Πήγαινε να πολεμήσει. Άντε λοιποί στοιχηθείτε κι εσείς παιδιά, κι εν δυο. Απλά πράγματα, οι άνθρωποι είναι λαός, ο λαός γίνεται στρατός, ο ηγέτης έχει απόλυτη ευθύνη, η ιεραρχία είναι απαραίτητη, μπροστά πηγαίνει ο σημαιοφόρος κι από πίσω οι άλλοι, να εθίζονται στον μιλιταρισμό. 
Αλλά στην ανακωχή; Εκεί ο κόσμος έπρεπε να αποδεχτεί τις εκατέρωθεν απώλειες, ειδικά στον Πρώτο Πόλεμο που ήταν εκατόμβη ανθρώπινων θυμάτων για κάθε πλευρά, να ξεκινήσει να κλείνει τις πληγές, να ξαναβάλει μπρος την κανονική ζωή στην μη ηρωική της καθημερινότητα, να παραδεχτεί την ύπαρξη του άλλου δίπλα που είχε επιζήσει. Να ψάξει να βρει δουλειά. Να ξυπνά το πρωί νωρίς και να τρέχει να προλάβει το τραμ, να προσέχει τις σχέσεις που αναπτύσσονται με τους ανθρώπους γύρω του. Δύσκολη, περίπλοκη κατάσταση. Οι άνθρωποι αποκτούν ξανά την ατομικότητα τους, την προσωπική ευθύνη για τη ζωή τους. Τα ερωτικά τραγούδια που είχαν γίνει εμβατήρια, ξαναγίνονται ερωτικά τραγούδια. Στις γιορτές για τις ανακωχές χορεύουν ζευγαρωτά. Δεν ονειρεύονται να ξαναβρεθούν στοιχημένοι πίσω από τον ηγέτη και μπρος μαρς και εν δυο, να μη χρειάζεται να σκέφτονται και να παίρνουν αποφάσεις. Γιατί πρέπει να το παραδεχτούμε, ο πόλεμος με όλη του την αγριότητα σε απαλλάσσει, υποτίθεται, από το βάρος της ύπαρξης, μετέχεις σε κάτι μεγάλο, δεν έχεις να ζεις την ασημαντότητα των καθημερινών προσπαθειών της ειρήνης. Είναι τόσο απλή και καθαρή υπόθεση. Ή μάλλον μοιάζει έτσι όταν είσαι μικρούλης και μαθαίνεις το εν δυο. 
Αυτό το ωραίο αιματηρό μεθύσι είναι που έζησαν οι Ευρωπαίοι μέχρι σκασμού στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο κι αποφάσισαν να απεξαρτηθούν στο τέλος του, έστω κι αν άργησαν να το κατορθώσουν. Μέσα στα μουσκεμένα χαρακώματα ξεσηκώθηκαν οι περίπλοκες ατομικότητές τους και διεκδίκησαν στο εξής, για ολόκληρες τις ζωές τους, την πολυπλοκότητα της ειρήνης. 
Εμείς όμως ακόμα ονειρευόμαστε συλλογικά μεθύσια, ηγέτες που θα μας απαλλάσσουν από τη σκέψη, τους ανθρώπους να γίνονται μάζα, λαός και στρατός, και περιγελάμε τους Γάλλους και τη μανία τους για τις ανακωχές.
Αλλά δεν τα είπα όλ' αυτά στη φίλη μου.


Δευτέρα 11 Νοεμβρίου 2013

Δύση ή Ανατολή;

 Δεν κράτησα το λόγο μου, να γράφω για όλα τα βιβλία που διαβάζω. Προσπαθώ να επανέλθω. Αυτό που τέλειωσα χτες μου πήρε λίγες μέρες παραπάνω, λόγω πυκνού ύφους και πολλών σημειώσεων. 
 Παναγιώτης Γεννηματάς, "Ελλάς, Δύση ή Ανατολή;"
Είναι απ' αυτά που σε βοηθάνε να σκεφτείς τις βαθύτερες αιτίες των σημερινών ανεξήγητων καταστάσεων, τις οποίες πάντα προσπαθώ να ερμηνεύσω. Για τα σημερινά κολλήμματα ο συγγραφέας πιστεύει ότι βαραίνει υποσυνείδητα η παρακμή του Βυζαντίου, η αρτηριοσκλήρωση με την οποία αντιμετώπισε, ή μάλλον δεν αντιμετώπισε κανένα από τα προβλήματα του. Το πώς άφησε το εμπόριο, οικειοθελώς, στους Ιταλούς, το πώς έλεγχε τη μία και μίζερη ανώτατη σχολή που είχε δημιουργήσει μόνο για τις γραφειοκρατικές του ανάγκες, το πώς αναμασούσε τα περασμένα μεγαλεία, το πώς είχε παραδοθεί στην απόλυτη θεοκρατία, στην εκκλησία η οποία τελικά έρριξε το ζάρι για την πλήρη του κατάρρευση προτιμώντας στα ίσα το σαρίκιον του Τούρκου που θα της εξασφάλιζε απρόσκοπτη και μεγαλύτερη από όση είχε εξουσία. 
Υπάρχει ακόμα κάτι από θεοκρατικό καθεστώς στη σύγχρονη μανία καταδίκης των πολιτικών αντιπάλων πχ, σαν αιρετικών κάποιας θρησκείας, ή στην προσκόλληση στον κρατισμό, στο σημερινό αναμάσημα των περασμένων μεγαλείων, στην παθητικότητα των πολιτών που ακόμα και τώρα δεν αισθάνονται υπεύθυνα πολιτικά υποκείμενα, σε όλες αυτές τις συμπεριφορές που μας ταλανίζουν ενίοτε ανεξήγητα. Μπορούμε ν' αλλάξουμε συνειδητοποιώντας το βάθος και την προέλευση των προβλημάτων; Αυτό είναι το ερώτημα.

Queen on sea

 H ταινία «Βασίλισσα της θάλασσας» μου κόστισε μια ταραγμένη νύχτα. Δεν ήταν τόσο η άνοια της γριάς μητέρας που με σόκαρε, όσο η άγνοια της ...