Πέμπτη 28 Απριλίου 2011

Επιστροφή στην πόλη

Σαν τις κάµπιες των πεύκων, τα αυτοκίνητα στον επαρχιακό δρόµο κολλάνε το ένα πίσω από τ’ άλλο. Αργοσέρνονται, καλύτερα να µη σκέφτεσαι ότι µοιάζουν µε τρένο όπου κάθε βαγόνι έχει µηχανή δική του και ξοδεύει δική του βενζίνη, ούτε πόση οικονοµία θα κάνανε δεµένα το ένα πίσω από τ’ άλλο. Πού και πού ο δρόµος ανοίγει κι αρχίζει το κυνήγι,της ταχύτητας δηλαδή, λίγο τρέξιµο µέχρι το επόµενο κόλληµα. Επιτάχυνση, κι ας περνάει ο δρόµος από χωριά, τα λένε «κατοικηµένες περιοχές», µπας και κάνουµε τον συνειρµό «κάτοικος, άρα άνθρωπος». Ετσι διασχίζοντας µια κατοικηµένη περιοχή µε τις προσόψεις των κατοικιών κολληµένες στον δρόµο,κι ας έχουν χώρο πίσωτους, βλέπουµε ένα παιδάκι ναπερπατά στην άκρη, έναν µικρό κάτοικο. Τα αυτοκίνητα περνάνε δίπλα του ξυστά, ίσα που χωρά να περάσει, κρατά στο χέρι µια σακούλα και νοµίζεις ότι θα την παρασύρουν µαζί τους. Γρήγορα το προσπερνάµε, καλύτερα να µη σκέφτεσαι ότι η βόλτα για τα ψώνια που το έστειλαν να κάνει βάζει σε κίνδυνο τη ζωή του µια τέτοια µέρα.

Εφταιγαν αυτοί οι απερίσκεπτοι γονείς που αρχίζουµε να παρατηρούµε τα πεζοδρόµια ή µάλλον τα µη πεζοδρόµια καθώς περνάµε µέσα από χωριά. Παντού ο δρόµος είναι σύρριζα στα σπίτια. Δεν υπάρχει ούτε µισό µέτρο για τους πεζούς. Οικόπεδο περισσεύει πίσω από τα σπίτια, αλλά ο χώρος των κτισµάτων επιλέχτηκε έτσι που να αποκλειστεί η δυνατότητα απαλλοτρίωσης για πεζοδρόµιο στο µέλλον, δηλαδή στο παρόν. Οι ιδιοκτήτες κατοχύρωσαν τα τετραγωνικά τους. Δεν µπορούν να κάνουν βήµα έξω από το σπίτι τους, δεν πειράζει. Παίρνουν αυτοκίνητο για τον φούρνο, για το περίπτερο, για την πλατεία,για επίσκεψη στο διπλανό σπίτι. Αν γεράσουν και δεν οδηγούν, θα περιµένουν τον γιο νακάνει το καθήκον του.

Κι αν καµιά φορά ο γιος είναι µικρός, σαν το παιδάκι που είδαµε να περπατά στον επικίνδυνο δρόµο, πάλι δεν πειράζει. Μαθαίνει εξ απαλών ονύχων πόσο κακός και επικίνδυνος είναι ο κόσµος, για να του φέρεται µεγαλώνοντας ανάλογα.

Στα ΝΕΑ http://www.tanea.gr/default.asp?pid=10&ct=13&artid=4628526

Πάσχα στο χωριό

Προσπάθησα να είµαι στο χωριό εγκαίρως, από τη Μεγάλη Παρασκευή δηλαδή, µε διάθεση συµµετοχής στα εγκώµια του Επιταφίου. Μια διάθεση για θρήνο γενικότερη, θρήνο τελετουργικό που θα έβγαζε και το όποιο πένθος εµφιλοχωρεί εντός µου, θα του έδινε τη δυνατότητα να εκφραστεί λυρικά, να ικανοποιηθεί και να µε αφήσει ελεύθερη στη συνέχεια να απολαύσω τη φύση µε χαρά ανάλαφρη, παιδική, ξεχασιάρα.

Αλλά οι ψαλτάδες γι’ άλλη µια φορά µε απογοήτευσαν. Βιαστικοί και παράφωνοι, γυρνούσαν τις σελίδες χωρίς να τις τελειώνουν, άντε γρήγορα παρακάτω να τον βγάλουµε έξω τον Επιτάφιο, να τελειώνουµε. Αδύνατον να στάξει λίγη κατάνυξη µαζί µε το καυτό κερί στα δάχτυλα, τα περίφηµα εγκώµια σαν ξένο σώµα, το περιτριγυρίζουν αλλά βαριούνται να το αναδείξουν. Πάλι καλά που δεν είχαν βαρελότα, τα φύλαξαν για την εποµένη. Εµεινε η θλίψη παραπονεµένη και ανικανοποίητη πλεκόταν στη χαρά της Ανάστασης. Στο χωριό που επέλεξε να πιάσει ρίζα ο ξάδερφός µου, εκεί όπου έχτισε µε πέτρες του παλιού σπιτιού το καινούργιο, έστησε µε αναµνήσεις των παιδικών µας χρόνων το φετινό Πάσχα. ∆εν παρέλειψε τίποτε από τα απαραίτητα στοιχεία για ρουµελιώτικο πανηγύρι, πιστός στις παραδόσεις και ακούραστος στην αναζήτηση των καλύτερων προϊόντων της περιοχής, που θα τις στήσουν κάθε φορά πιο φρέσκες στην ικανότητά τους αναβίωσης. Αρχιερέας της επανάληψης που χρειάζονται οι τελετές, ψήστης και µάγειρας µαζί. Μάγειρας επειδή, αν και δεν προλάβαινε να το συζητήσει, δούλευε µε τη χηµεία παιδικών εικόνων που εκείνος θεωρεί αυτονόητες κι εγώ διαρκώς προσπαθούσα να βάζω σε φράσεις, να τις διατυπώνω, κόβοντας τη συνέχεια µε περιγραφές και χρονολογίες. Μέσα στη χαρά της µέρας µε διαπερνούσαν γλυκές κλωστές θλίψης κι έµενα ακίνητη, όπως σε κείνο το παιδικό παιχνίδι που µαρµαρώναµε µόλις ο άλλος φώναζε: «Ενα - δυο - τρία, κόκκινο φως». Το Πάσχα που θυµάµαι είχε στ’ αλήθεια τόση θλίψη ή εκ των υστέρων το στόλισα µόνη µου, σαν ασπρόµαυρη φωτογραφία που την επιχρωµατίζεις; Μήπως είναι η θλίψη στοιχείο της χαράς, σιωπηλή σοφία που κρύβεται στις απίστευτες φράσεις της Ανάστασης;

∆εν θα µάθω φέτος.
Στα ΝΕΑ  http://www.tanea.gr/default.asp?pid=10&ct=13&artid=4628348

Ελύτης στο μετρό

Στο Μετρό Ελύτης. Εκατό χρόνια από τη γέννησή του. Φωτογραφίες του από καφενεδάκια, από νησιά, µε το καπέλο, χωρίς καπέλο. Στίχοι µε µεγάλα γράµµατα στα διαφηµιστικά πανό. «…Αρπαξε το “πρέπει” από το ιώτα και γδάρε το µέχρι το πι…» Ανατριχιάζω µε την προστακτική, «γδάρε το...», ας µιλάει για µια λέξη µόνο. Αυτό κάνει η ποίηση, βέβαια, µεταφέρει ανατριχίλες. Πού µας πηγαίνεις, ποιητή, σε τέτοιους δύσκολους καιρούς;

Δεν ξέρεις κι εσύ, σε έσφιγγαν οι λέξεις, είπες λίγο να παίξεις.

Ευτυχώς, δεν πήρα το Μετρό εκεί µε τους κουκουλοφόρους. Μπήκαν στον σταθµό µε ρόπαλα και έσπασαν µηχανήµατα ελέγχου εισιτηρίων. Κράτησαν τον σταθµάρχη ακίνητο.

Είπαν, είπαν λόγια επαναστατικά, ελεύθερες συγκοινωνίες, λέξεις που τους είχαν χρειαστεί για να οπλιστούν.

Εχουν λέξεις πολύ ποιητικές, αλλά δεν τους αρκούν.

Χρησιµοποιούν επιπλέον ρόπαλα για να χτυπάνε µηχανήµατα. Τι αποµένει σε λέξη επενδυµένη µε ρόπαλο.

Τι θα έλεγες στον αιώνα µας, ποιητή; Μπροστά στα ρόπαλα και την καταστροφή, µπροστά στην απειλή προς τον σταθµάρχη, τι θα έλεγες, ποιητή µου, για εµάς που µπαίνουµε στο Μετρό µε βήµατα ρυθµικά, που ακυρώνουµε τα εισιτήριά µας;

Θα έβρισκες τη µουσική των λέξεων για την καθηµερινή µας απόφαση να πληρώσουµε µέσα στο «δεν πληρώνω»;

Εχει ποίηση το βήµα των σιωπηλών επιβατών; Μήπως καλύτερα να κρατούν κλειστό το στόµα τους όλοι αυτοί, να µην αρχίσουν τα ρόπαλα να βαράνε και τίποτε άλλο εκτός από µηχανήµατα;

Εκκολάπτεται άραγε άλλος ποιητής ανάµεσα στο πλήθος που στέκει ακίνητο στην κυλιόµενη σκάλα; Τέτοια φωτογραφία θα αξίζει να µπει στα βαγόνια; Φωτογραφία από το ίδιο το Μετρό. Ας είναι και κάποιος µε σκουλαρίκι στη µύτη, αλλά να µας κάνει να χαµογελάσουµε χωρίς καταναγκασµό, µε ανάδειξη των εννοιών. Να µιλήσει για την τωρινή µας δοκιµασία. Να ξανακοίταζε εκείνο το γδαρµένο «πρέπει» και να αναρωτιόταν αν αξίζει τον κόπο να το ντύσει µε κάτι ανοιξιάτικο, κάτι ελαφρύ και λουλουδισµένο, κάτι πασχαλινό. Ντύνεται το «πρέπει» που έχεις γδάρει, ποιητή µου; Μπορεί η ποίηση να κάνει τέτοιες δουλειές;
Στα ΝΕΑ http://www.tanea.gr/default.asp?pid=10&ct=13&artid=4628158

Πέμπτη 21 Απριλίου 2011

O Φιντέλ σας φιλά

Ο Κάστρο, ο Φιντέλ Κάστρο, για να εξηγούµαστε, αποχαιρετά τον λαό του µε ένα φιλί. Ή αποχαιρετά την Κεντρική Επιτροπή του Κοµµουνιστικού Κόµµατος Κούβας στην οποία δεν συµµετέχει, για πρώτη φορά. Ή αποχαιρετά την εξουσία.

Πόσο γέρος είναι στη φωτογραφία αυτή µε το φιλί, διάφανο έχει γίνει το δέρµα µε τις κηλίδες. Και φαίνεται πιο γέρος µε αυτή την κίνηση. Είναι κίνηση νεανική, ερωτική, δεν ταιριάζει σε ογδονταπεντάρη. Αλλά ο έρως χρόνια δεν κοιτά, ο έρως µε την εξουσία. Λες και ήταν χθες που τη γνώρισε, τη σφιχταγκάλιασε κι αποφάσισε να µην την αφήσει.

Αυτό το φιλί δεν το έδωσε πριν από σαράντα χρόνια, να ταιριάζει στα νιάτα του. Μόλις την πήρε την εξουσία, να τη µεταµορφώσει σε αληθινή ∆ηµοκρατία, να ιδρύσει καθεστώς δίκαιο και ανθρώπινο, χωρίς εξαφανίσεις και κυνηγητά πολιτικών αντιπάλων, χωρίς τις απαγορεύσεις και τον φόβο του χαφιέ. Οι εξεγέρσεις δεν είναι παραµύθια να κάνουν µαγικά, κι ας ενθουσιάζονται οι πιστοί τους πολύ συχνά περισσότερο από ερωτευµένους στις πρώτες συναντήσεις. Καµιά φορά, όταν περάσει η συγκίνηση της πρώτης γνωριµίας, τα χάνουν πολλοί που βρίσκονται σε εχθρικό στρατόπεδο, ενώ είχαν ξεκινήσει µε κείνους που κυριαρχούν, δεν καταλαβαίνουν τι λάθος έκαναν και τους αφήνει το δόγµα απ’ έξω. Πολλοί περάσανε µια τέτοια περιπέτεια στην Κούβα, θύµατα του µεγάλου έρωτα που είχε ο Κάστρο για την εξουσία, κι έχασε την ευκαιρία να της στείλει ένα φιλί όταν ήταν ακόµα νέος και ωραίος.

Βοήθησαν κι οι απέναντι βέβαια, υπήρξαν οι τέλειοι εχθροί οι ΗΠΑ για την Κούβα, έκαναν ό,τι µπορούσαν να µείνει απολίθωµα της πρώτης εξεγερσιακής στιγµής της. Βοήθησαν και οι σύµµαχοί τους, βοήθησε και η εποχή. Ο ψυχρός πόλεµος στα θερµά κλίµατα. Ο κοντινός εχθρός και ο µακρινός σύµµαχος. Κάποτε όλα αυτά θα είναι ένα παράξενο παραµύθι για τα λάθη και τις αυταπάτες των ανθρώπων. Προς το παρόν οι Κουβανοί µπορούν να αγοράζουν σπίτια. Αντε, καλορίζικα, και µε το µαλακό στην αγορά, δεν είναι παίξε - γέλασε.
Στα ΝΕΑ: http://www.tanea.gr/default.asp?pid=10&ct=13&artid=4627788

Τρίτη 19 Απριλίου 2011

To βιβλίο δαγκώνει

Πριν οχτώ χρόνια ο σκύλος µας πρωτοέκανε στο πάρκο επίδειξη των ικανοτήτων του: έπιανε το µπαλάκι που του πετούσες και το έφερνε πίσω. Μεγάλο χάζι. Τα παιδιά παίξανε µαζί του κι ένας µεγάλος µε ρώτησε πώς τον είχα εκπαιδεύσει.
– Αγόρασα ένα βιβλίο, γιατί δεν είχα ιδέα από σκύλους, και έκανα ό,τι έγραφε.
– Βιβλίο; Στραβοµουτσούνιασε εκείνος, κι έφυγε δυσαρεστηµένος.
∆εν θα του άρεσαν τα βιβλία φαίνεται. Σε λίγες µέρες µε ξαναρώτησαν για τον σκύλο. Είπα πάλι την απλή αλήθεια. Είχα διαβάσει ένα βιβλίο.
– Και τι βιβλίο είναι αυτό; Είναι πολύ µεγάλο;
– Ε, όχι, κανονικό βιβλίο. Μάλλον µικρό. Εγγλέζικο είναι, µεταφρασµένο στα ελληνικά. Εχει και φωτογραφίες. Λέγεται η «Εκπαίδευση του σκύλου». Eίναι πολύ ευχάριστο. Είναι κατατοπιστικό. Είναι διασκεδαστικό. Σας το συστήνω ανεπιφύλαχτα.
– Πόσες σελίδες;
– ∆εν θυµάµαι ακριβώς. Και δεν χρειάζεται να το διαβάσετε ολόκληρο. Ας πούµε, το κεφάλαιο «πώς εκπαιδεύεται το κυνηγόσκυλο να κυνηγά µπεκάτσες» µπορείτε να το παραλείψετε. ∆ιαβάζετε µόνο πώς εκπαιδεύεται ένα σκυλί που ζει σε διαµέρισµα να µη λερώνει, να είναι υπάκουο, να φέρνει πράγµατα...
– Μπα δεν νοµίζω...
Οκτώ χρόνια τώρα, κάθε τόσο στη βόλτα µε τον σκύλο, όλο και κάποιος µε ρωτάει πώς τον εκπαίδευσα. Μόλις ακούνε για βιβλίο όμως, όλοι απογοητεύονται. Σα να µη θέλουν να συνδέσουν βιβλία µε σκυλιά. Σαν οι τυπωµένες γνώσεις να µολύνουν την αγνή φύση του ζώου. Μόνο µια γυναίκα κατάφερα να πείσω προς στιγµήν ότι το βιβλίο είναι χρήσιμο και αποτελεσµατικό, αλλά λίγες µέρες µετά µου ανακοίνωσε ότι δεν είχε χρόνο για διάβασµα, έπρεπε να βρεθεί άλλος τρόπος να εκπαιδεύσει το σκυλί της.
Τώρα µια έρευνα του ΕΚΕΒΙ διαπίστωσε πως οι Ελληνες διαβάζουν περισσότερο. Μπορεί.
Πάντως δεν αποκαλύπτω πια το µυστικό της εκπαίδευσης του σκύλου µας. Σε όποιον με ρωτάει λέω πως έχει ζώδιο Υδροχόο µε ωροσκόπο Παρθένο, και σε συνδυασµό µε το δικό µου ταιριάζουµε απόλυτα. Τα πρόσωπα των ανθρώπων φωτίζονται και ψάχνουν να βρουν τα ζώδια του σκύλου τους. Εχουµε κάνει φιλίες επιτέλους, ο σκύλος µου κι εγώ, και προσπαθούµε να ξεχάσουµε πως κάποτε τροµάζαµε τον κόσµο.
Στα ΝΕΑ: http://www.tanea.gr/default.asp?pid=10&ct=13&artid=4627437

Δευτέρα 18 Απριλίου 2011

Φύσηξε Βαρδάρης

Τι είναι ο Βαρδάρης, ήθελα πολύ να ρωτήσω όταν πήγα να µείνω στη Θεσσαλονίκη πρωτοετής φοιτήτρια, αλλά ντρεπόµουν. Είχαν όλοι τόσο βαρύγδουπο ύφος που θα έπρεπε να το ξέρει κανείς αυτό από µόνος του, και δεν υπήρχε το Γκουγκλ τότε. Θα µου πείτε, δεν άνοιγες ένα λεξικό; Ετσι ήµασταν, δεν ανοίγαµε ούτε λεξικά. Για να µάθουµε τις ακατανόητες λέξεις χρειαζόταν ένα είδος θητείας και ο καθένας ό,τι αποκόµιζε. Ο δε Βαρδάρης, βόρειος άνεµος µε όνοµα ποταµού στα βουλγαρικά, ήταν ανεπιθύµητος πολλαπλώς, εθνικά, γλωσσικά, κλιµατικά και δεν συµµαζεύεται. Ωστόσο επιβίωσε, ποιητική αδεία. Χρόνια µετά, ο Παπάζογλου µε την παράξενη φωνή, φωνή που σαν τρυπάνι εισχωρούσε σε είδη µε νεκροφάνεια, το ρεµπέτικο ας πούµε, και ταυτόχρονα σε µυαλά µοντέ ρνα µε άφατες αµηχανίε ς,τον έφερε φρέσκο και αδίστακτο και τον άφησε να φυσήξει στα κεφάλια µας κατά βούληση.

Φύσηξε ο Βαρδάρης και καθάρισε. Κι ύστερα; Προς τι τόση αναστάτωση αφού έµελλε το λεωφορείο να την αρπάξει την ηρωίδα του τραγουδιού; Και να ήταν ένα τρένο, ένα πλοίο, ένα αεροπλάνο έστω, µα λεωφορείο; Τόσο ταπεινό, τόσο ανύπαρκτο πράγµα, τόσο αντιπαθητικό και απρόσωπο; ∆ηλαδή αυτό το όνειδος των µοντέρνων καιρών, το λεωφορείο, µπλε, θορυβώδες, σκονισµένο και γεµάτο κόσµο, δικαιούνταν να αρπάζει τις ωραίες, σαν σύννεφο, σαν άλογο, σαν θεός µε µορφή αετού κ.λπ., κ.λπ.; Και όλες οι ώρες που περιµέναµε να φανεί το περί ου ο λόγος λεωφορείο σε κάποια στάση, µέρα ή νύχτα, νέες ή λιγότερο νέες, κουρασµένοι ή ξεκούραστοι, ορεξάτες ή πτώµατα, όλες αυτές οι στιγµές που τα πόδια µας σκαρφάλωναν τα µεταλλικά σκαλιά του και τα χέρια µας κρεµόντουσαν από τις χειρολαβές που είχαν πιάσει χιλιάδες πριν από µας, όλα αυτά τέλος πάντων τα εξόχως πεζά και άξια λήθης, µπορούσαν να γίνουν αρπαγή κορασίδος σε τραγούδι; Κλέφτικα της πόλης; Ρεµπέτικα του βουνού; Τι στο καλό;

Εµαθα τον Βαρδάρη. Εµαθα επίσης πολλά ρεµπέτικα, από κάποια απόσταση πάντα. Η φωνή του Παπάζογλουµε είχε βρει απροετοίµαστη, ωστόσο, και οµολογώ ότι ακόµα µε εκπλήσσει.

Στα ΝΕΑ:
http://www.tanea.gr/default.asp?pid=10&ct=13&artid=4627232

Πώς τα σβήνουν τα κουλούρια;

Μόλις είδα στο Μετρό την πιο ωραία διαφήµιση της ζωής µου.

«Μάθε στους µεγάλους το Ιντερνετ» προτρέπουν τα σλόγκαν και υπάρχουν διάφορες παραλλαγές: «Μάθε τους να κάνουν τσατ» ή «Σου έφτιαχναν κάποτε τα αγαπηµένα σου κουλουράκια, δείξε τους πώς να σβήνουν cookies». Είχε πολύ κόσµο στο Μετρό και δεν έβλεπα καλά. Η Εθνική Τράπεζα έκανε τη διαφήµιση, δεν κατάλαβα για ποιο λόγο. Τι ακριβώς θα κερδίσει αν τα παιδιά αρχίσουν να µαθαίνουν στους γονείς, τις γιαγιάδες και τους παππούδες τους πώς να χρησιµοποιούν Ιντερνετ; Το τι θα κερδίσουν οι µεγάλοι είναι εύκολο να το φανταστούµε. Πραγµατικά, πιστεύω ότι η πλοήγηση στο Ιντερνετ είναι απασχόληση κατάλληλη για άτοµα άνω των 50. Μόνο η συγκυρία τα έφερε έτσι κι έπεσε στα νύχια των µικρών που την κρατάνε ζηλότυπα και µε χίλια παρακάλια µεταβιβάζουν τις γνώσεις τους. Φταίει απλώς η χρονική στιγµή της ανακάλυψης.

Κανονικά τα παιδιά έπρεπε τον ελεύθερο χρόνο τους να τρέχουν στα λιβάδια, να συναντούν κόσµο και να αγωνίζονται στον δύσκολο στίβο των ανθρωπίνων σχέσεων µε σωµατική παρουσία, όχι να κλείνονται σε ένα δωµάτιο και να ανταλλάσσουν απόψεις σε οθόνη. Αυτά είναι για ανθρώπους που έχουν µειωµένες σωµατικές αντοχές, έχουν µεγαλώσει αρκετά και έχουν δοκιµαστεί στις φιλίες και τους δεσµούς, έχουν λύσει τα βασικά τέλος πάντων. Είναι για µοναχικούς και απελπισµένους ηλικιωµένους. Αλλά ξέρω ένα σωρό πενηντάρηδες αποφασισµένους να µην µπουν στον κόπο να µάθουν να χειρίζονται κοµπιούτερ αν δεν τους χρειάζεται στη δουλειά. Ασε πια τους µεγαλύτερους. Η νέα γενιά είναι τρόπον τινά καταδικασµένη να περιχαρακώνεται στην ψηφιακή ζωή που έµαθε εξ απαλών ονύχων, όπου δεν έχουν πρόσβαση οι αδιάκριτοι κι ανεπιθύµητοι µεγάλοι.

Οµως παιδιά, αλήθεια, λυπηθείτε τους! Θυµηθείτε πόσα έκαναν για σας, βρείτε λίγο χρόνο, µάθετέ τους κόλπα, θα γλιτώσετε την γκρίνια τους. Καθήστε δίπλα τους, θυσιάστε ένα τέταρτο, πιάστε το χεράκι τους και βάλτε το να χειριστεί ποντίκι.

Κουλουράκια, είναι η αλήθεια παιδιά µου, δεν έφτιαξα ποτέ.

Οµως µάθετέ µε, παρακαλώ, πώς να σβήνω cookies...

Στα ΝΕΑ: http://www.tanea.gr/default.asp?pid=10&ct=13&artid=4626831

Να περνάμε καλά

Στις φωτογραφίες του τετραηµέρου χωρίς ειδήσεις να οι υπαίθριες ψησταριές Κερατέας. Ο Μίκης χαµογελαστός πλησιάζει. Πέρασαν πολύ ωραία εκεί µε συναυλίες και λουκάνικα. Ο Λαζόπουλος στην τηλεόραση τούς υποστήριξε επίσης, αυτοί οι άνθρωποι αγωνίζονται για τα παιδιά τους, και για τα δικά µας παιδιά, δήλωσε κοιτάζοντάς µας στα µάτια.

Στο µεταξύ, η κατάσταση αγρίεψε στον άλλον ΧΥΤΑ, της Φυλής, όπου έγινε συµπλοκή συµµοριών µε φόνους. Ισως στη Φυλή δείχνουν τον δρόµο της φυλής: επιστροφή στην αναµέτρηση σώµα µε σώµα.

Πράγµατα που ξέρουµε από τη µακραίωνη ιστορία µας, αλλά µας αποξενώνουν ξενόφερτα πρότυπα και ύπουλοι εχθροί.

Αν ξαναγυρίσουµε στην πάλη σώµα µε σώµα, να περάσουµε µετά κανονικά στις σάρισες, ίσως µας περιµένει η συνέχεια της εξέλιξης όπου εν τω µεταξύ θα έχουµε βρει τον εαυτό µας. Να πειστούν και οι αγανακτισµένοι επιβάτες λεωφορείων και να µην πυροβολούν τους ελεγκτές. Οι µπουνιές αρκούν, για ξεκίνηµα.

Και τέλος πάντων, ας το πάρουµε απόφαση. Ο Μίκης, ο Λαζόπουλος, οι επαναστάτες που κολλήσαν τις αφίσες µε τον κούρο της Κερατέας, κάτι θα ξέρουν παραπάνω. Γιατί να σκάµε; Αν θα γίνει ο ΧΥΤΑ; Για τα πρόστιµα που πληρώνουµε, τον εργολάβο που επίσης πληρώνουµε κ.λπ.; Αφού µια χαρά πήγαµε ώς τώρα, έτσι θα συνεχίσουµε. ∆εν χρειάζεται προγραµµατισµός, είναι υποταγή σε ξένα κέντρα.

Εµείς προστατεύουµε τη φύση διά της καθυστερήσεως. Είµαστε ανέµελοι και ανυπόταχτοι κι η φύση µας αγαπά. Θα εξαφανίσει τα σκουπίδια ή θα µας κάνει να µην τα βλέπουµε. Είναι προφανές το µήνυµα που στέλνουν οι πνευµατικοί άνθρωποι,δεν χρειαζόµαστε την Ευρώπη, τις ιδέες της. Μάθαµε να ζούµε µε τα σκουπίδια µας, και µε τα αυθαίρετά µας. Προφανώς τα οικόπεδα του Οβριόκαστρου θα γίνουνε φιλέτα. Σε λίγα χρόνια θα επισκέπτονται oι τουρίστες βεράντες µε θέα στη γούβα που δεν θα έχει γίνει ΧΥΤΑ και θα πίνουν καπουτσίνο µε εφτά ευρώ.

Και γιατί ευρώ; Να βγάλει νόµισµα δραχµή η Ευρώπη αν µας θέλει. Αυτό το πράγµα πώς το αφήσαµε να περάσει έτσι;
Στα ΝΕΑ:http://www.tanea.gr/default.asp?pid=10&ct=13&artid=4626662

Τετάρτη 13 Απριλίου 2011

Φαγητό στο δρόμο

Οι ουρές δεν µικραίνουν στην Πανεπιστηµίου, µπροστά στον γαλλικό φούρνο. Ας άνοιξε µέσα στην κρίση, τα ωραία του ψωµιά και οι πρωτότυπες τάρτες του ήταν φαίνεται αυτό ακριβώς που έλειπε από τη ζωή µας. Αν ανοίξει και υποκατάστηµα στη γειτονιά µου, δεν θα έχω λόγο να ονειρεύοµαι το Παρίσι. Θα µου µείνει µόνο το απωθηµένο µε τα γερµανικά ψωµιά. Το ψωµί της Γερµανίας είναι λιγότερο δηµοφιλές εν Ελλάδι από τα γαλλικά κρουασάν. Ισως επειδή διαπρέπει σε σκούρους τόνους – µαύρο, ολικής αλέσεως, µε σπόρους κ.λπ. – δηµιουργεί µια εντύπωση λιτότητας και χωριάτικης απλότητας που δεν µας θέλγει. Ο,τι και να λέµε, στην πραγµατικότητα ακόµα είµαστε στερηµένοι από αστική εκλέπτυνση, όχι από χωριάτικη αυθεντικότητα. ∆εν βλέπω ακόµα τον επιχειρηµατία που θα πιάσει τηνέλλειψη και θα ρισκάρει κεφάλαια.

Αλλη έλλειψη στο πρόχειρο φαγητό στον δρόµο, µια συνήθεια που διαδίδεται, είναι τα φελάφελ µε πίτα.

Η αιγύπτια κυρία στην Πλατεία Λαυρίου µετανάστευσε οριστικά σε καλύτερα µέρη και όσα φελάφελ έφαγα έκτοτε αλλού, ήταν χάλια. Αποτέλεσµα, ονειρεύοµαι το Αµστερνταµ, όχι λόγω ποδηλάτων, πάνε οι εποχές εκείνες, αλλά φελάφελ. Εκεί τρως παντού φελάφελπάµφθηνα και δεν καταλαβαίνω γιατί εδώ δεν έχουµε αποκτήσει παρόµοια µαγαζιά. Θα είναι µεγάλο βάσανο µάλλον να ανοίξει ένα τέτοιο µαγαζάκι αλλοδαπός, που λέµε κι εµείς οι ηµεδαποί.

Κινέζικα µαγαζιά µε ρούχα βλέπω παντού, αλλά κινέζικα ταχυφαγεία δεν ξέρω. Τα σάντουιτς πλουτίστηκαν τελευταία, αλλά η ποικιλία παραµένει σταθερή. Τα δοκιµάζω όλα κι ακόµα δεν έχω βρει ένα σάντουιτς εξαιρετικής ποιότητας, όχι σαν του Χάροντς µε 150 λίρες, αλλά σαν αυτά που έφτιαχνα, ας πούµε, στα παιδιά µου όταν πήγαιναν σχολείο (τα έφερναν πίσω πατικωµένα και τα έτρωγα για µεσηµεριανό. Τέλεια ήταν. Θα µπορούσε να γίνει ιδιαίτερο είδος: «πατικωµένο σάντουιτς παιδιού από σχολείο»).

Χαρίζω τις ιδέες µου σε επιχειρηµατίες και εµπόρους για να µη λένε µόνο ότι ανέβηκε ο τζίρος τους όταν ήταν κλειστά τα ΜΜΕ. Εµείς καλλιεργούµε τις ανάγκες των ανθρώπων, θα έπρεπε να µας εκτιµούν περισσότερο.
Στα ΝΕΑ:
http://www.tanea.gr/default.asp?pid=10&ct=13&artid=4626463

Χαμομήλια

Ξανάρχισαν οι ειδήσεις στο ραδιόφωνο, τέρµα οι φευγάτες µουσικές.

Νοµίζατε πως φύγατε επειδή είχαν σιγήσει οι δηµοσιογράφοι και ήρθε η άνοιξη εν τω µεταξύ, ακροπατώντας; Λάθος, η γνωστή φωνή ακούγεται ξανά και µιλάει για εκατοµµύρια. Συγγνώµη, για δισεκατοµµύρια. Επιτόκια, επιµήκυνση, µέτρα, παράταση, λέξεις µε πολλές προθέσεις, σαν τα δάνεια κι αυτές, δεν αρκούνται στη ρίζα και την κατάληξη.

Η πραγµατικότητα επανέκαµψε µε αριθµούς και καµπύλες ακατανόητες. Καλά ήταν τέσσερις µέρες, αν ήθελες ενηµέρωση διάβαζες ξένες εφηµερίδες, έβαζες ξένα κανάλια και τουλάχιστον ένιωθες ότι δεν βρίσκεσαι στο κέντρο του κόσµου. Κάτι είναι κι αυτό, συναίσθηµα που ενίοτε παρηγορεί. Γιατί στις προηγούµενες απεργίες όταν έδειχνε Αθήνα το BBC, µας δηµιουργούσε άγχος. Αυτή τη φορά, είδαµε Πορτογαλία και Λιβύη, Ιαπωνία και Ακτή του Ελεφαντοστού.

Παράξενο να υπάρχει ακόµα ελεφαντοστό, έστω και ως ακτή. Γίνεται εµφύλιος πόλεµος εκεί και µια επέµβαση του ΟΗΕ µε τη γνωστή αµηχανία των επεµβάσεων. Ψάχνω να τη βρω στον χάρτη αυτή τη χώρα, αν δεν γινόταν η απεργία στα ελληνικά ΜΜΕ δεν θα είχα µπει στον κόπο.

Μπροστά σε όλα αυτά τα τροµερά και φοβερά, η Αθήνα φάνταζε υπερβολικά ήσυχη το τετραήµερο. Είχε και λιακάδα, χαµοµηλάκια παντού, στο πάρκο βιολέτες. Πέρασε ένα παιδάκι µε ποδήλατο και δήλωσε: «Θα πηγαίνω γύρω γύρω για να ανασαίνω τη µυρωδιά». Τι ανατρεπτική φράση από ένα παιδάκι της γενιάς των ψηφιακών συγκινήσεων.

Στον χώρο των Εκδόσεων Μεταίχµιο, την Παρασκευή το βράδυ γινόταν µαραθώνιος ανάγνωσης Παπαδιαµάντη. Είχε πολύ κόσµο, οι περισσότεροι ήταν όρθιοι, έµειναν µέχρι τα χαράµατα. Μέσα στα δραµατικά γεγονότα των διηγηµάτων του, ο Παπαδιαµάντης δεν παραλείπει ποτέ να περιγράψει διεξοδικά τη φύση. Τα δε χαµοµηλάκια έχουν την τιµητική τους. Γυρίσαµε σπίτι µας µε άλλα µάτια το Σάββατο το πρωί. Απίστευτο πόσα χαµοµηλάκια τριγύρω.
Αλλά η ενηµέρωση επιστρέφει. Το τσουνάµι στα ελληνικά έγινε λέξη για µεταφορές και παροµοιώσεις της οικονοµίας. Αν και άλλοι ηρέµησαν έτσι όπως εγώ αυτές τις μέρες της απεργίας, µήπως καταλάβουν ότι µπορούν να ζήσουν χωρίς ενηµέρωση; Και τότε τι θα απογίνουµε; Θα µαζεύουµε χαµοµήλια;
Στα ΝΕΑ :
http://www.tanea.gr/default.asp?pid=10&ct=13&artid=4626263

Ξυπόλητοι στο Κολωνάκι

Επειδή έχουµε τρεις τέσσερις µέρες απεργία, κρατάω σηµειώσεις, να µην ξεχάσω να γράφω µέχρι να επανέλθουµε. Κάτι εκφράσεις που µου κολλάνε, η αποτυχία της µεταπολίτευσης, κάτι εικόνες που µου ξεφύγανε, οι ξυπόλητοι στο Κολωνάκι που βγάλανε τα παπούτσια τους και περπάτησαν προσεκτικά πάνω σε κάτι χαρτόνια «για να µην περπατάνε ξυπόλητα τα παιδιά του κόσµου», επίσης στην Οµόνοια γυρίστηκε διαφήµιση χυµών και είχαν βάλει ντεκόρ άµµο µε οµπρέλες και ξαπλώστρες, οπότε όχι µόνο περπάτησαν ξυπόλητοι, αλλά και µε µαγιό. Ωραία θέµατα, τρία στη σειρά, ένα για κάθε µέρα απεργίας. Η µεταπολίτευση βέβαια κρατάει εκτός ψυγείου, αλλά τα άλλα δύο µάλλον µπαγιατεύουν, οπότε πρέπει να καταναλωθούν τάχιστα.

Αλλά έλα που εγώ στη µεταπολίτευση κολλάω. Θα φταίει που θυµάµαι τα ξυπόλητα ελληνόπουλα και τα δένω µε το Κολωνάκι. Πριν ή µετά ήταν που η ξυπολησιά καταργήθηκε σταδιακά λόγω ανόδου του βιοτικού επιπέδου, και τώρα έχει γίνει εκκεντρικότητα και συµβολισµός; Μέχρι ποια χρονιά τα παιδάκια κυκλοφορούσαν ξυπόλητα στα ελληνικά χωριά, κι όταν αποκτούσαν παπούτσια ήταν τρία νούµερα µεγαλύτερα για να τα φοράνε σε εξαιρετικές περιστάσεις µέχρι την ενηλικίωση; Ισως κάπου στη δεκαετία του ‘70 ή ακόµα και στις αρχές του ‘80, το τελευταίο παιδί στο τελευταίο χωριό να φόρεσε παπούτσια στο νούµερό του. Από τότε µέχρι τώρα το βιοτικό επίπεδο ανέβηκε τόσο γρήγορα, έγιναν τόσες αλλαγές που ξεχνάµε εκείνη τη φτώχεια, µερικοί τη νοσταλγούν κιόλας, ήµασταν φτωχοί αλλά τίµιοι σου λένε, τόσο µακρινή και ξένη φαντάζει εκείνη η εποχή που µπορούν να την εξιδανικεύουν κατά βούληση.

Μπορεί η απότοµη αλλαγή να δηµιουργεί ανασφάλεια, η ανασφάλεια να προκαλεί αντικοινωνικές συµπεριφορές, η εκπαίδευση να µην έχει καλύψει ακόµα τα ψυχικά ας πούµε κενά που δηµιούργησε η ταχύτητα µετάβασης σε µια ζωή καλύτερη, αλλά για σκεφτείτε λίγο. ∆εν ήταν για πέταµα όλη η διαδικασία. Μπορεί να ξεπεράστηκαν κάποια όρια που πρέπει να ξαναβρεθούν, αλλά κάτι καλό προέκυψε, και συχνά η κριτική και το αυτοµαστίγωµα δεν το θυµούνται καν.
Στα ΝΕΑ: http://www.tanea.gr/default.asp?pid=10&ct=13&artid=4626043

Queen on sea

 H ταινία «Βασίλισσα της θάλασσας» μου κόστισε μια ταραγμένη νύχτα. Δεν ήταν τόσο η άνοια της γριάς μητέρας που με σόκαρε, όσο η άγνοια της ...