Τρίτη 31 Αυγούστου 2010

Αγγίζοντας την Εφεσία Αρτέμιδα

Πάντα ζήλευα τα γκρουπ όταν επισκεπτόµουν αρχαιολογικούς χώρους. Κάτι έλεγε ο ξεναγός που εγώ δεν θα άκουγα, και καµιά φορά, αν µιλούσε γλώσσα που καταλαβαίνω, κολλούσα δίπλα να κλέψω πληροφόρηση.

Τώρα πήγα κι εγώ µε ξεναγό στην Εφεσο, πραγµατοποιώντας, πέρα από το όνειρο της ξενάγησης, και το όνειρο της επίσκεψης στον χώρο αυτό, που φαίνεται τόσο µοναδικής οµορφιάς στις φωτογραφίες. Οµως, αν και φροντίσαµε να είµαστε νωρίς το πρωί, η ζέστη ήταν τέτοια που ούτε την ξεναγό, ούτε τα αρχαία µπορούσα να απολαύσω.
Ευτυχώς είχα το κουράγιο να χαµογελάσω στον επαγγελµατία φωτογράφο, κι έτσι έπειτα από χρόνια µπορεί να καταφέρω να εξωραΐσω την ανάµνηση, µε τις φωτογραφίες που αγόρασα στην έξοδο.
Πιο πολύ ονειρευόµουν να δω την πολύµαστη Αρτέµιδα, αυτό το µυστηριώδες άγαλµα που µε εντυπωσίαζε από µικρό παιδί, σε µια φωτογραφία της δίτοµης «Ελληνικής Μυθολογίας» που είχαµε στο σπίτι. Αλλά το γκρουπ καθυστέρησε και δεν θα προλαβαίναµε το µουσείο, είπε η ξεναγός.
Τελικά, το καλύτερο µε τα γκρουπ είναι είτε να τα ακολουθείς λαθραία στα µουσεία, είτε να τους ξεφεύγεις όταν ανήκεις σ' αυτά.

Καταφέραµε να πάµε πέντε άτοµα στο Μουσείο της Εφέσου, µια µικρή παρασπονδία στο οµαδικό πνεύµα. Για ελάχιστα λεπτά σταθήκαµε µπροστά στα παράξενα αυτά αγάλµατα, της θεάς που θα ήταν κάποια ασσυριακή µεγάλη θεά πριν µεταµορφωθεί σε Αρτέµιδα, τι να κάνει κι αυτή, όλοι προσαρµόζονται στις πραγµατικότητές τους. Τώρα οι αρχαιολόγοι λένε, δεν κρέµονται µαστοί στο στήθος της, αλλά αφιερώµατα, όρχεις µεγάλων ζώων, και µου το χαλάνε.
Κανείς δεν επιτρέπεται να αγγίζει πια αυτά τα έργα, αλλά αν τα κοιτάξεις εντατικά νιώθεις µια σχεδόν απτική αίσθηση, σαν να τα έχεις τυλίξει στην αγκαλιά σου.
Συγκεντρώθηκα για να μπορέσω μέσα στα λίγα κλεμένα λεπτά που μας είχαν παραχωρηθεί να μείνω μόνο με το βλέμμα μόνη με το άγαλμα, νοερά να αγγίξω τους μυστηριώδεις μαστούς. Και για δευτερόλεπτα, χάρις στις σκιές τους, στο ημίφως, στην ένταση που τα μάτια πετυχαίνουν καμιά φορά, ένοιωσα ότι το πέτυχα, σα να συμμετέχω σε μυστική διαδικασία απαγορευμένης θρησκείας. Ύστερα φύγαµε τρεχάλα
(Δημοσιεύτηκε στα ΝΕΑ 31 Αυγούστου 2010) http://www.tanea.gr/default.asp?pid=2&ct=13&artid=4591771

Δευτέρα 30 Αυγούστου 2010

Ένα βράδυ στη Σμύρνη


Είναι δύσκολο να επισκεφθείς τη Σµύρνη, ένα µέρος τόσο βαριά φορτισµένο. Η αίσθηση της απώλειας στην ελληνική συνείδηση την έχει πάει πολύ µακρύτερα από χίλια µύρια κύµατα µακριά κι ακόµα παραπέρα. Κάτι σαν έλξη και απώθηση µαζί στέλνει τα παράλια της Μικρασίας σε άλλον πλανήτη.
Ωστόσο είναι εύκολο να επισκεφθείς τη Σµύρνη.
Υπάρχει µια πτήση εδώ κι ένα µήνα, απευθείας από Αθήνα, και σε σαράντα λεπτά είσαι εκεί. Φτάνεις σε µια πόλη µε το ίδιο κλίµα, δηλαδή ζεστή, που έχει όµως µια µεγάλη παραλία να σε περιµένει µόλις ο ήλιος πέσει. Είναι δέκα χρόνια τώρα, µας είπε η ξεναγός, που η παραλία αυτή διαπλατύνθηκε κι έχουν τα σπίτια µπροστά τους, µετά τον χώρο για πάρκινγκ, µια µεγάλη διπλή λεωφόρο µε νησίδα, ύστερα παρτέρι γκαζόν όπου κάνουν πικνίκ µε τις κουβέρτες τους, ύστερα πεζόδροµο για βόλτες, τραπεζάκια καφενείων, πάγκους µικροπωλητών, χάζι µεγαλοπρεπές. Οι ψαράδες ρίχνουν πετονιές, κι αν δεν έχεις µπορείς να αγοράσεις, οι πλανόδιοι πουλάνε νερό παγωµένο, «οθωµανικό µατζούνι» (µια µαλακιά καραµέλα που την τυλίγουν σε ξυλάκι), φραγκόσυκα που τα καθαρίζουν επιδέξια επιτόπου µε µισό ευρώ το ένα, µύδια µε λεµόνι, πασατέµπο, φωσφορίζοντα παιχνίδια κι ό,τι άλλο µπορείτε να φανταστείτε.
Την πρώτη µας νύχτα στη Σµύρνη, εκεί που ρωτούσαµε τον δρόµο σε έναν ταξιτζή, σταµάτησε ένα γιωταχί µε δυο κοπέλες µέσα, δυο µοντέρνες αγγλοµαθείς επιχειρηµατίες και προσφέρθηκαν να µας πάνε εκεί όπου θέλαµε. Ηµασταν τέσσερις γυναίκες, άδειασαν αστραπιαία το πίσω κάθισµα και στριµωχτήκαµε όλες, κάναµε τη βόλτα στην παραλιακή και µας άφησαν στο Ασανσέρ.
-Πώς να σας ευχαριστήσουµε; ρωτά η ξαδέρφη µου.
- Τεσεκιούρ εντερίµ, λέει η οδηγός µέσα στα γέλια.
Κι έτσι έµαθε την πρώτη της τούρκικη λέξη.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στα ΝΕΑ: 30 Αυγούστου 2010 http://www.tanea.gr/default.asp?pid=2&ct=1&artid=4591536

Τετάρτη 4 Αυγούστου 2010

Τα μπάνια του λαού

 Γέμισαν οι παραλίες αδειούχους, οικογένειες που κατεβαίνουν µε όλον τον εξοπλισµό στην αµµουδιά και κάνουν τους νεαρούς να τρέπονται σε φυγή, ζαλωµένοι τα δικά τους τα συµπράγκαλα, να βρούνε µέρη ερηµικά. Η νεολαία σαρκάζει όταν χαζεύει την επαφή των πολύ µικρότερων και των πολύ µεγαλύτερων µε το νερό, κι όµως είναι συγκινητική. Κάτι σαν ενιαύσια ιεροτελεστία που κρατά µέρες ολόκληρες, µετρηµένα πρωινά, κι αρχίζει τώρα ακριβώς, αρχές Αυγούστου, µε τα κορµιά ακόµα ασυνήθιστα, αν και περίµεναν να ωριµάσει το καλοκαίρι. Οµπρέλες, αλουµινένιες πολυθρόνες, αντηλιακά, ένα σωρό πράγµατα επιστρατεύονται για να µοιάζουν όλοι µεταξύ τους, κι όµως ο καθένας είναι µοναδικός και ολοµόναχος δέχεται την κρυάδα της πρώτης βουτιάς, την εξοικείωση, την αργή απελευθέρωση από το βάρος του µέσα στο αλµυρό νερό. Θα µπορούσαµε να ψάλουµε όλοι µαζί έναν ύµνο στον Αύγουστο, µήνα και θεό που λέει ο ποιητής, και να βουτάµε στο κύµα µε διάφορα στεφάνια λουλουδιών, όπως οι Τσιγγάνοι στο Εντερλέζι σε κείνη την ταινία του Κουστουρίτσα, αλλά βλέπετε τα έχουµε ξεπεράσει αυτά. Εκτός αν δούµε τις κουλούρες, τις σαµπρέλες, κι όλα τα φουσκωτά παιχνίδια τελικά σαν υποκατάστατα των προσφορών στην υποβρύχια θεά της θάλασσας και το βόλεϊ σε κύκλο σαν ένα είδος οµαδικής λατρείας.

Εδώ που τα λέµε, χρωστάµε ευγνωµοσύνη στις καινοτοµίες του εικοστού αιώνα, στις µαζικές του επαναστάσεις. Ηταν αυτός που καθιέρωσε τη θάλασσα σα µαζική διασκέδαση.

Ισως ύστερα από πολύ πολύ καιρό, όταν η ανθρωπότητα θα επιστρέψει στη θαλάσσια ζωή, πράγµα που δεν αποκλείεται εντελώς, να έχουν όλα τα άλλα ξεχαστεί, οι πόλεµοι, οι ιδεολογίες, και µην έχει µείνει στη µνήµη για τίποτε άλλο ο εικοστός αιώνας παρά µόνο γι αυτό, ότι µετέτρεψε την πικροθάλασσα σε γλυκοθάλασσα και γλυκοκυµατούσα.

https://www.tanea.gr/2010/08/04/opinions/analwsima-ta-pania-toy-laoy/

Παρασκευή 30 Ιουλίου 2010

Παιδιά το καλοκαίρι

 Τα καλοκαίρια στις επαρχίες που συχνάζουµε, συναντάµε και µερικά παιδιά, έτσι για να θυµόµαστε ότι ακόµα παράγεται το είδος. Πάνε για µπάνιο µε τους γονείς, κυκλοφορούν στους δρόµους πιο ελεύθερα, κάνουν ποδήλατο, παίζουν στις αυλές. Και µόνο να τα βλέπεις να δοκιµάζουν διστακτικά και µε φωνές τη θάλασσα, να ενθουσιάζονται µε αυτό που οι µεγάλοι έχουν συνηθίσει, σε κάνει να εκτιµήσεις ξανά την αξία των πραγµάτων, την αξία του κόσµου ολόκληρου όταν προσέχεις πώς παίζουν µε τα χώµατα ή µε µινιατούρες σπιτιών, ανθρώπων και αυτοκινήτων. Τι καλά που θα ήταν να µπορούσαµε να βλέπουµε συχνότερα παιδιά, να κλέβουµε λίγη από τη συγκίνηση της γνωριµίας τους µε το περιβάλλον.

Ισως να µαθαίναµε να το αγαπάµε ξανά µέσα από τα δικά τους µάτια.

Αλλά αυτό παραµένει προνόµιο του καλοκαιριού.

Περπατάς νωρίς το πρωί ή το απόγευµα και τα παρατηρείς µέσα στον κήπο τους καµιά φορά να µην κάνουν τίποτα απολύτως, να κοιτάνε γύρω τους σαν εξωγήινοι που προσπαθούν να συνηθίσουν το νέο µέρος που βρέθηκαν. Είναι µερικά τόσο έκπληκτα ακόµα από αυτά που αντικρύζουν, τόσο καινούργια και άφθαρτα, τόσο άσχετα µε οτιδήποτε, που αναρωτιέσαι αν θα τα καταφέρουν να ζήσουν στον τόπο που έπεσαν σαν από αλεξίπτωτο. Κι άλλα πάλι, ήδη εξοικειωµένα και ώριµα, δεν εντυπωσιάζονται µε τίποτα, πιστεύουν ότι χειρίζονται ήδη τα πάντα.

Αραγε ποια θα εξελιχθούν σε ανθρώπους µε κριτική µατιά, καλλιτέχνες ή σκεπτικιστές, και ποια θα γίνουν άνθρωποι της δράσης; Νοµίζεις ότι το µαντεύεις βλέποντας τα ράθυµα ή διστακτικά, νοµίζεις ότι βλέπεις κιόλας εκείνους που αρπάζουν τη ζωή χωρίς πολλά πολλά, κι εκείνους που αναρωτιούνται και επινοούν, δηµιουργούν και αναλύουν. Αλλά τίποτα σίγουρο δεν υπάρχει στα παιδιά, όλα µπορεί να αλλάξουν.














http://www.tanea.gr/opinions/all-opinions/article/4586941/?iid=2

Παρασκευή 23 Ιουλίου 2010

Πέστροφες στο Πήλιο

Πριν από χρόνια ένας πηλιορείτης φίλος μάς πήγε σε μια ταβέρνα κοντά στα Λεχώνια όπου εκτρέφονται και προσφέρονται στο μενού πέστροφες ποταμίσιες. Ενα μέρος βαθύσκιωτο, μοναδικό, τόσο όμορφο για τις καλοκαιρινές μέρες. Τώρα διαβάζω το βιβλίο του Κώστα Ακρίβου «Ποιος θυμάται τον Αλφόνς» και αναρωτιέμαι αν οι πέστροφες αυτές είναι απόγονοι εκείνων που είχε βάλει ο ΑλφόνςΑνδρέας Χοχάουζερ, ένας αυστριακός φυσιολάτρης που κατά καιρούς οργάνωνε οικοτουρισμό στο Πήλιο πριν καν ακουστεί η λέξη. Μπορεί λοιπόν στη λογοτεχνία να βρήκα τον πατέρα των ψαριών που φάγαμε, και το αληθινό πρόσωπο διαφόρων μύθων που κυκλοφορούν για έναν αυστριακό και άλλους ξένους που αγάπησαν το βουνό. Με βιβλία συμπληρώνω την εικόνα για έναν τόπο που η γιαγιά μου εγκατέλειψε σε νεαρότατη ηλικία και δεν ξανάδε ποτέ της, εγώ όμως θεωρώ πατρίδα μου και επισκέπτομαι κάθε χρόνο από τότε που τον ανακάλυψα. Πολλές βόλτες, συζητήσεις, γνωριμίες και τσίπουρα, δεν μου έμαθαν όσα το βιβλίο του Χαρατσή για τα μονοπάτια, ας πούμε. Πολλά γραφτά ελπίζω να κρύβει ακόμα το Πήλιο στα πλούσια φυλλώματά του.

Ο Αλφόνς λοιπόν, όπως διαβάζω τώρα στο βιβλίο του Ακρίβου, είχε ρίξει πέστροφες στα ποτάμια, είχε κάνει προτάσεις να εκπαιδευτούν νέοι στην Αυστρία για να προστατεύουν το δάσος, είχε συγκεκριμένες ιδέες για το πώς κυνήγι και ψάρεμα δεν θα κατέστρεφαν κάθε ζωή σε ξηρά και θάλασσα, είχε και την αφέλεια να τις προωθεί επισήμως στις αρχές του τόπου. Φυσικά πολλές φορές βρήκε τον μπελά του.

Ισως όμως οι προσπάθειες κάθε πεισματάρη φυσιολάτρη που περνάει από κει να κρατάνε ισορροπία με την απληστία των ανθρώπων που θέλουν να εκμεταλλευτούν το γενναιόδωρο αυτό βουνό χωρίς μέτρο και πρόληψη για το μέλλον. Το πείσμα, σαν εκείνο του Αλφόνς, είναι πολύτιμο.


https://www.tanea.gr/2010/07/23/opinions/analwsima-pestrofes-sto-pilio/

Τρίτη 20 Ιουλίου 2010

Μια ελληνοαμερικανίδα στην Κυψέλη

Δέσποινα- Σοφία Στάμος. Παιδί ελλήνων μεταναστών στις ΗΠΑ. 

Νέα, ωραία, χορογράφος και χορεύτρια. Μια μέρα ζήτησε συνεργασία με μετανάστεςμαθητές του Ανοιχτού Σχολείου Αγοράς Κυψέλης. Βρέθηκαν μερικοί που ενδιαφέρονταν. Τρεις νεαροί Σενεγαλέζοι που κινήθηκαν αμέσως σαν έμπειροι χορευτές, μια γοητευτική νεαρή από το Μπανγκλαντές, η αγέλαστη ώς τότε γυναίκα από την Αλβανία. 

Μερικοί ακόμα Ασιάτες, Ευρωπαίοι, Αφρικανοί. Δεν έμειναν όλοι ώς τη μέρα της πρώτης παράστασης. Κάποιοι έφυγαν, ήρθαν καινούργιοι. Παρακολούθησα τη Δέσποινα- Σοφία να διδάσκει χορό, και να με διδάσκει, μαζί με όποιον ήθελε να δεχτεί το μάθημα, πώς να χρησιμοποιείς σεβασμό και αξιοπρέπεια στη συνεργασία με ανθρώπους κλειστούς, επιφυλακτικούς, ταλαιπωρημένους. 

Δεν πίστευα ότι θα κατάφερνε να ταιριάξει όλους αυτούς τους ξένους στο ίδιο θέαμα. 

Αν με ρώταγες θα μπορούσα να βρω τριάντα λόγους για τους οποίους θα ήταν αδύνατον να ελευθερώσει τις κινήσεις του σώματος, των χεριών και των ποδιών σε ανθρώπους που έχουν λόγους να είναι απολύτως ανέκφραστοι. Να απλώσει η γυναίκα το χέρι στον άγνωστο νεαρό από άλλη ήπειρο; Δεν υπήρχε περίπτωση, κατά τη γνώμη μου. 

Η Δέσποινα όμως τα κατάφερε. Στο Αντιρατσιστικό Φεστιβάλ παρουσιάστηκε το μικρό δρώμενο που είχε ετοιμάσει, με ηθοποιούς και χορευτές μετανάστες από τη γειτονιά μας. Σαν παιδί μετανάστη κι αυτή, που μεγάλωσε σε μια πόλη όπως η Νέα Υόρκη, έχει φαίνεται αναπτύξει τα ταλέντα να προσεγγίζει ανθρώπους από κάθε κουλτούρα, χώρα και γλώσσα, να τους κάνει να βρίσκουν μέσα έκφρασης στο σώμα τους, να τους πείθει να συνεργάζονται. Ισως οι άνθρωποι να έχουν κατά βάθος απλή κοινή γλώσσα, αλλά δεν είμαστε σε θέση όλοι να τη μεταχειριστούμε. 

Σ΄ εκείνη την παράσταση η γυναίκα από την Αλβανία χαμογέλασε! 
https://www.tanea.gr/2010/07/20/opinions/analwsima-mia-ellinoamerikanida-stin-kypseli/

Τρίτη 6 Ιουλίου 2010

Kυριλλικό αλφάβητο

 Nα είχαµε και στην Αθήνα έναν πεζόδροµο σαν αυτόν που βρέθηκα απόψε, µετά από ταξίδι που αποφασίστηκε χωρίς πρόγραµµα, σε µια πόλη που δεν θυµάµαι το αληθινό της όνοµα.

Περπατώ και χαζεύω γύρω µου χωρίς να φοβάµαι ότι θα πέσει πάνω µου µηχανάκι, αυτοκίνητο, ούτε καν ποδήλατο, ούτε καν πατίνι, και δεν ξέρω να πω το όνοµα της πόλης στη δική της γλώσσα. Αν είναι δυνατόν! Ευτυχώς στα ελληνικά είναι εύκολο, τη λέµε Φιλιππούπολη, και βρίσκεται στη Βουλγαρία.

Προσπαθώ να διαβάσω το όνοµά της µε το κυριλλικό αλφάβητο και πάλι δυσκολεύοµαι, δεν ξέρω ούτε να συλλαβίζω το αλφάβητο αυτό, κι ας το χρησιµοποιούν γειτονικές χώρες. Βγάζω οδηγό, φοράω γυαλιά, µε τα πολλά µαθαίνω τα κεφαλαία, λείπουν ακόµα τα µικρά. Θαυµάσια εγκεφαλική άσκηση, να προσπαθείς να διαβάσεις γρήγορα άγνωστες λέξεις σε αλφάβητο που µόλις έµαθες και που έχει µερικά γράµµατα ίδια µε το ελληνικό, οπότε το µυαλό πρέπει να πηγαίνει µπρος - πίσω στην οικειότητα µαζί τους.

Γιατί παρασέρνοµαι από τα γράµµατα όµως, και διαβάζω λέξεις που δεν καταλαβαίνω, αντί να χαζεύω τις προσόψεις απλώς, να ξεχνιέµαι για µια µέρα, αφού αύριο κιόλας φεύγω; Αντί να απολαύσω τη βόλτα, τη γλώσσα των κτιρίων που είναι παγκόσµια, γιατί σε όλους αρέσουν τα αναπαλαιωµένα κτίρια σε ήσυχους δρόµους µε αγάλµατα, παιδιά που παίζουν και νεολαία που πίνει µπίρες, κολλάω στις επιγραφές, στις ταµπέλες, και προσπαθώ να καταλάβω το νόηµά τους. Θα πρέπει να είναι η κλίση προς τους κρυπτογραφικούς κώδικες, όλα τα παραµύθια µυστηρίου που διαβάσαµε παιδιά και συνηθίσαµε να πιστεύουµε ότι µέσα στο ακατανόητο κρύβονται οι αλήθειες. Τελικά καταλαβαίνω ότι οι άγνωστες λέξεις κρύβουν διαφηµίσεις µπίρας, εκπτώσεις µαγαζιών και ονόµατα δηµοσίων υπηρεσιών. Δηλαδή κοινότοπες αλλά παγκόσµιες αλήθειες.

https://www.tanea.gr/2010/07/06/opinions/analwsima-kyrilliko-alfabito/

Δευτέρα 28 Ιουνίου 2010

Και η πίτα αφάγωτη

Μάλλον ένα διακριτικό ευχαριστώ για τη δωρεάν αγγελία θα έπρεπε να πει η κυβέρνηση στην «Guardian», αντί να διαμαρτύρεται και να ζητά να ανακαλέσει για την ιδέα της πώλησης νησιών. Το κράτος είναι χρεωμένο, τα νησιά είναι πολλά και όσοι τα αγοράσουν δεν μπορούν να τα πάρουν και να φύγουν. Κάτι σαν μίσθωση μπορούν να κάνουν, να φτιάξουν μια βίλα, ένα λιμανάκι, δεν μπορούν να ιδρύσουν ανεξάρτητο κράτος. Ενα σωρό βραχονησίδες ακατοίκητες έχουν τα μεγάλα νησιά δίπλα τους και η ανθρώπινη παρουσία κάτι μπορεί να τους προσφέρει, πέρα από το χρήμα της αγοράς. Γιατί τόση σπουδή πια να μπουν και τα νησιά στα ταμπού του πατριωτισμού, λες και έχουμε έλλειψη; Ολα ιερά και όσια είναι πλέον στη χώρα αυτή, από το θωρηκτό «Αβέρωφ» μέχρι τις βραχονησίδες, περνώντας κι από ένα σωρό μέρη. Ονόματα, χρονολογίες, σύμβολα, λέξεις, έμμονες ιδέες, αυταπάτες συλλογικές. Ολα είναι ταμπού και μην αγγίζετε, με εξαίρεση τα δάση που καίγονται κάθε χρόνο, την Πάρνηθα, το πολύτιμο βουνό της Αθήνας που δεν μπορεί να συνέλθει από την καταστροφή, τα αυθαίρετα που χτίζονται στα δάση, τα όμορφα κτίρια που γκρεμίζονται σε πόλεις και χωριά για να χτιστούν άσχημα, παράνομα, τα πεζοδρόμια που γεμίζουν σκουπίδια, τις παραλίες που καταπατούνται, τα ποτάμια που μολύνονται, τις λίμνες που ξεραίνονται, τα ζώα που χάνονται, τα φυτά που εξαφανίζονται, διάφορα τέτοια. Αλίμονο. Αυτά είναι δικά μας, η Ελλάδα ανήκει στους Ελληνες για να την κάνουν ό,τι θέλουν και να την καταστρέφουν μόνοι τους. Κι ακούγεται πιο λογικό να κόβονται μισθοί και συντάξεις, να καταργούνται σχολές, παρά να πουληθεί ένα νησί που δεν χρησιμοποιείται από κανέναν. Θα δώσουμε το αίμα μας, την ποιότητα ζωής μας, αλλά τα ταμπού μας τα κρατάμε. 

Σάββατο 5 Ιουνίου 2010

H Αθήνα είναι γερμανική. Αλλά όχι αρκετά.



(Δημοσιεύτηκε στο Athens Review of books, τεύχος 8 Ιουνιος 2010)

Πόσο να τα βάλουμε με τους Γερμανούς, ειδικά χρησιμοποιώντας τα στοιχεία εθνικής ταυτότητας; Ζούμε με τα χαρακτηριστικά που μας έδωσαν αυτοί, ακριβώς την εποχή που επιλέγαμε ποιοι θα είμαστε και τι πρόσωπο θα έχουμε. Το πρώτο πληθυντικό που χρησιμοποιώ είναι για εθνική χρήση. Η Αθήνα είναι γερμανική, είναι μια πόλη που οραματίστηκαν, σχεδίασαν και κατασκεύασαν Γερμανοί συχνά κόντρα στο, ας το πούμε, ντόπιο στοιχείο. Το παρελθόν της πόλης, που νοσταλγούμε, το παρόν της που δεχόμαστε ως κοινό από όλες τις γωνιές της Ελλάδας και του κόσμου, είναι λίγο- πολύ μια γερμανική, και γενικότερα ευρωπαϊκή κατασκευή που έχει αντισταθεί σε κάθε προσπάθεια να αντικατασταθεί από κάτι πιο ιθαγενές και αυτόχθονο. Ό,τι αγαπάμε κι ό,τι πιστεύουμε για μας, όποιο κομμάτι της πόλης μας προσφέρει ανοιχτό ορίζοντα και λίγη ομορφιά στην οποία αναγνωριζόμαστε, είναι ευρωπαϊκή κατασκευή. Και πρωτίστως γερμανική.


Aπλό νεοκλασσικό σπίτι Ύδρας και Σπετσών
Η Αθήνα έχει κακή σχέση με το παρελθόν της, παρά την προσήλωσή της σε αυτό. Ο τουρίστας μπορεί να έρθει εύκολα σε επαφή με τον πέμπτο αιώνα προ Χριστού, αν και οι περισσότεροι δεν εκμεταλλεύονται τις ευκαιρίες καθώς φεύγουν κυνηγημένοι από τη σύγχρονη μεγαλούπολη αφού δουν βιαστικά την Ακρόπολη. Και η σύγχρονη μεγαλούπολη δεν έχει αναφορές στον εαυτό της. Τα τελευταία 180 χρόνια ζωής της είναι πολύ πιο δύσκολο να την παρακολουθήσεις και να την καταλάβεις από ότι το χρυσό αιώνα του Περικλή, ακόμα κι αν σπαταλήσεις μέρες και χρόνια ή μια ολόκληρη ζωή. Λίγο πριν τους Ολυμπιακούς Αγώνες η αυτοεκτίμηση ανέδειξε αρκετά τα ωραία της κομμάτια, αλλά τώρα με την κρίση αρχίζει να την καλύπτει πάλι η λινάτσα της περιφρόνησης. Στην Πανεπιστημίου τα μαρμάρινα σκαλιά των παλιών ιστορικών κτιρίων έχουν κοπεί άγαρμπα στις άκρες από τους νεαρούς των συγκρούσεων με την Αστυνομία στα πλαίσια ενός εθίμου καταστροφής του δημόσιου χώρου που μέχρι τώρα σεβόταν τα μνημεία, και κανένας δεν φαίνεται να ενοχλείται. Από το κέντρο της πόλης λείπει η αγάπη, το χάδι του βλέμματος. Αυτοί που το αγαπούν κουράστηκαν, ή δεν είναι αρκετοί. Ίσως ποτέ δεν ήταν.



Μια διπλή ζωή

Ανοίγοντας το βιβλίο του Μπίρη, στην πρώτη κιόλας σελίδα του πρώτου κεφαλαίου με τίτλο Η ΠΟΛΙΣ ΕΡΕΙΠΙΟΝ, πέφτει το μάτι στην πρώτη παράγραφο, στην τελευταία φράση: ‘Οι δε εντόπιοι Τούρκοι, αναχωρούντες έχυνον πικρότατα δάκρυα…» Είναι ένα απόσπασμα από την Ιστορία των Αθηνών, του Διον. Σουρμελή, (εκδ Β 1853) και δίνει μια εικόνα της Αθήνας που δεν έχουμε συνηθίσει να φανταζόμαστε. Κάποιοι άνθρωποι ζούσαν εδώ και αναγκάστηκαν να φύγουν: είναι κάτι που ξεχνάμε όταν για παράδειγμα επαναλαμβάνουμε το κλισέ που θέλει την Αθήνα να είναι ένα ασήμαντο χωριό το 1830. Ένας χώρος δηλαδή έρημος, που μπορούσε να σχεδιαστεί από την αρχή με την αισθητική και τις απόψεις των κατοίκων ενός καινούργιου κράτους, μιας καινούργιας χώρας ουσιαστικά.
Τοπογραφικό σχέδιο της ΑΘήνας 1670, επιχρωματισμένη
χαλκογραφία. Αποδίδεται στους καπουτσίνους μοναχούς.
Μουσείο Μπενάκη.

Ωστόσο τα πράγματα ήταν πιο περίπλοκα. Η Αθήνα ήταν μια μικρή πόλη κι όχι χωριό, όπως συνήθως λέμε, αλλά υπήρχε σαν φαντασιακή αναφορά στην πνευματική και καλλιτεχνική ζωή των Ευρωπαίων από αιώνες ήδη. Ζούσε ένα είδος παράλληλης ζωής, διπλής ζωής. Ζούσε μια ζωή στην πραγματικότητα, στην ξερή Αττική με τις κακουχίες του επαναστατικού πολέμου που ακολούθησαν τους δύσκολους τελευταίους αιώνες της οθωμανικής περιόδου, και μία άλλη ζωή στα οράματα των διανοουμένων της Ευρώπης, στις αναζητήσεις των εικαστικών καλλιτεχνών, αρχιτεκτόνων και πολεοδόμων, στις αναφορές των ηγεμόνων, των φιλοσόφων, των ποιητών. Η Αθήνα ήταν ουσιαστικά στον πληθυντικό, αι Αθήναι. Δυο –τουλάχιστον- παράλληλες πόλεις και παράλληλες ζωές που δυσκολεύτηκαν πολύ να συγκατοικήσουν.

Στην πραγματική Αθήνα του 1830, οι Τούρκοι έκλαιγαν φεύγοντας, αφού είχαν πουλήσει τα κτήματα τους. Με το πρωτόκολλο του Λονδίνου οι δυο αντίπαλοι, η Οθωμανική αυτοκρατορία και η Ελλάδα, έδιναν αμνηστία στους εκατέρωθεν κατοίκους που είχαν πάρει μέρος σε εχθροπραξίες, και επιτρεπόταν για ένα χρόνο η μετανάστευση όσων ήθελαν σε αντίστοιχα μέρη. Μπορούσαν να πουλήσουν τα κτήματά τους και να φύγουν. Οι Τούρκοι της Αθήνας πουλούσαν πολύ φτηνά με δεδομένες τις συνθήκες. Η πόλη άλλαζε χέρια με τεράστια ταχύτητα και μεγάλη ευκολία. Ένα σωρό άνθρωποι από όλη την Ευρώπη και την Οθωμανική Αυτοκρατορία έρχονταν και αγόραζαν εκτάσεις. Ο στρατηγός Μακρυγιάννης ήταν ανάμεσα σε αυτούς που αγόρασαν κτήματα, ο ναύαρχος Μάλκολμ αγόρασε ένα χτήμα πολύ μακριά από την πόλη, τότε, το σημερινό Άσυλο Ανιάτων, πλούσιοι Χιώτες τραπεζίτες και έμποροι, ο Φαναριώτης ηγεμών της Μολδοβλαχίας Σούτσος, άνθρωποι που έβλεπαν την πόλη να έχει λαμπρό μέλλον εν ολίγοις, και ταυτόχρονα μεγάλες προοπτικές κέρδους.

Ανάμεσα στους αγοραστές ήταν οι αρχιτέκτονες Σταμάτης Κλεάνθης και Εδουάρδος Σάουμπερτ, σπουδαγμένοι και οι δυο στο Βερολίνο. Κι εδώ, με αυτούς τους δυο περισσότερο από όσο με κάθε άλλον επενδυτή και οραματιστή, γίνεται η πρώτη συνάντηση μεταξύ των δυο Αθηνών.

Η πορεία του Κλεάνθη είναι ιδανική για να φέρει σε επαφή τον οραματισμό με την πράξη. Γεννημένος στο Βελβεντό της Κοζάνης είχε μεταναστεύσει πολύ νέος στο ανθηρό Βουκουρέστι. Ανήκε σε εκείνη τη λαμπρή και ενθουσιώδη νεολαία που στρατεύτηκε στον Ιερό Λόχο του Υψηλάντη και αποδεκατίστηκε στο Δραγατσάνι. Εκεί είχε πιαστεί κι εκείνος αιχμάλωτος, αλλά κατάφερε να δραπετεύσει και να πάει στη Βιέννη. Ύστερα σπούδασε αρχιτεκτονική πρώτα στη Λειψία και μετά στο Βερολίνο. Εκεί του έδωσαν το επίθετο Κλεάνθης, Σταματίου τον έλεγαν κανονικά. Τον ονόμασαν Κλεάνθη προς τιμή του αρχαίου φιλοσόφου- και προς ταύτιση βέβαια μαζί του, πράγμα που δείχνει πώς έβλεπε το ευρωπαϊκό περιβάλλον έναν Έλληνα της εποχής που αγωνιζόταν σε όλους τους τομείς, και πώς έβλεπε και ο ίδιος τον εαυτό του: απευθείας απόγονο των αρχαίων.

Στην αρχιτεκτονική ο Σταμάτης Κλεάνθης είχε δάσκαλο το μεγαλύτερο όνομα του νεοκλασικού ρεύματος, τον Χανς Ντίτριχ Σίνκελ. Το κίνημα της νεοκλασικής αρχιτεκτονικής είχε απλωθεί στην Ευρώπη σαν αντίδραση στο ροκοκό και το μπαρόκ, σαν μια ανάγκη για λιτότητα στις φόρμες των κτιρίων, και νέα επιστροφή στις πηγές, εκεί που είχε στραφεί και η αναγέννηση. Πίσω, στους Ρωμαίους. Ακόμα καλύτερα, στους Έλληνες. Στο γερμανικό χώρο το κίνημα είχε βρει τους πιο ενθουσιώδεις οπαδούς. Κι όχι τυχαία. Η ευγενική απλότητα και το ήρεμο μεγαλείο του πνεύματος της κλασικής εποχής, όπως το έβλεπε ο νεοκλασικισμός και ήθελε να το αναπαράγει, ήταν ιδανικά για να εκφράσουν την αντίθεση των νέων εθνικών πολιτικών ιδεωδών της εποχής εκείνης με το κατεστημένο των αυτοκρατοριών ή των πολλών μικρών κρατιδίων που δεν ήταν ακόμα εθνικά κράτη. Ακόμα και των αυτοκρατοριών που ένοιωθαν την ανάγκη για ανανέωση. Και το περίεργο είναι ότι αυτή η φάση που έμελλε να είναι θυελλώδης για την Ευρώπη, όπου τα έθνη έπρεπε να βρουν τα χαρακτηριστικά τους και να συσπειρωθούν σε κράτη, εκφράστηκε αρχιτεκτονικά ενιαία, δηλαδή με το αρχαίο ελληνικό ιδεώδες, το νεοκλασικισμό. Στις ΗΠΑ χτίστηκε νεοκλασικό το κτίριο του Καπιτωλίου. Νεοκλασική χτίστηκε η Πετρούπολη, το Βερολίνο, το Μόναχο, νεοκλασική και η Αθήνα.

Προπάντων η Αθήνα.

Παναγιώτη Ζωγράφου, η πολιορκία της Αθήνας
του 1827, κατά την περιγραφή του στρατηγού
Μακρυγιάννη

Ο Κλεάνθης με το φίλο του τον Σάουμπερτ είχαν έρθει από το 1828 στην Ελλάδα και εργάζονταν με τον Καποδίστρια. Είχαν τίτλο «Αρχιτέκτονες της Κυβέρνησης» Σχεδίαζαν δημόσια κτίρια, επέβλεπαν και ταυτόχρονα δίδασκαν, «όσους νέους του ορφανοτροφείου Αιγίνης είχαν την κλίση». Όταν ο Καποδίστριας δολοφονήθηκε, εγκατέλειψαν το δημόσιο και εγκαταστάθηκαν πρώτα στο Ναύπλιο και μετά στην Αθήνα. Κι εκεί στην Αθήνα αγόρασαν από έναν από εκείνους τους Τούρκους που «έκλαιαν φεύγοντες» ένα κτήμα στο Ριζόκαστρο με ένα σπίτι μισογκρεμισμένο επάνω, το οποίο επισκεύασαν και το επέκτειναν, το γνωστό μας Πρώτο Πανεπιστήμιο.

Το όραμα και το χώμα

Με τι μοιάζει η πόλη την εποχή εκείνη, που οι δυο ζωές της αρχίζουν να συγκλίνουν; Είναι γκρεμισμένη η μισή από την πολιορκία του Κιουταχή και από όλα τα χρόνια του επαναστατικού πολέμου. Στην Ακρόπολη υπάρχει ακόμα τουρκική φρουρά, κι ας φεύγει ο άμαχος πληθυσμός. Σε πολλά σημεία δεν μπορείς να περάσεις το δρόμο από τα σωριασμένα οικοδομικά υλικά των γκρεμισμένων σπιτιών. Οι ρεπόρτερ της εποχής, περιηγητές και συνοδοί των στρατηγών που την επισκέπτονται, δηλώνουν την απογοήτευσή τους. Δεν αναγνωρίζουν «τας ιοστεφείς Αθήνας» βλέποντας τα καινούργια ερείπια πεσμένα πάνω στα παλιά. Αναζητούν την Αγορά και το Λύκειο και διάφορα μέρη για τα οποία είχαν διαβάσει, και βρίσκουν σωρούς από πέτρες, που δεν ξέρουν πότε κι από πού σωριάστηκαν.

Είχαν την απαίτηση να βρουν ανέγγιχτη μια πόλη του 5ου αιώνα προ Χριστού, άντε και με τις ρωμαϊκές της βελτιώσεις και προεκτάσεις, αγνοώντας τους έντεκα αιώνες που πέρασαν, τους πολέμους που την είχαν καταστρέψει πολλές φορές, και αυτή και την Ακρόπολη, τις αλλαγές θρησκειών και τα άλλα δεινά που πέρασαν από πάνω της. Όπως και οι σημερινοί Αθηναίοι, είχαν κι εκείνοι ένα κενό στην ιστορική τους γνώση, σαν η Αθήνα να είχε κοιμηθεί όχι για εκατό χρόνια όπως η βασιλοπούλα του παραμυθιού, αλλά τουλάχιστον για χίλια.

Η κοινή γνώμη της Ευρώπης, που ήδη έπαιζε ρόλο πολιτικό, απόδειξη το πώς άλλαξε η ευρωπαϊκή πολιτική μετά τη σφαγή της Χίου, οι καλλιτέχνες και οι διανοούμενοι της ανυπομονούσαν να δεχτούν τη νέα χώρα στην αγκαλιά τους, και να τους ανοίξει κι εκείνη τη δική της, όχι για να εντρυφήσουν στο νότο των Βαλκανίων, αλλά για να μελετήσουν σε βάθος και επί τόπου τις ρίζες τους. Η αρχαιότητα είχε την αίγλη. Η Ελλάδα ήταν πια κάτι σαν τους Άγιους Τόπους που θα έδινε την ευλογία της στους πιστούς του πνεύματος, φέρνοντας κάτι από τη δροσιά των προχριστιανικών ιδεών στους άπληστους πλέον για γνώση αλλά και ιστορική συνείδηση ευρωπαίους. Τι απογοήτευση η Αθήνα!

Μια πόλη γκρεμισμένη λοιπόν. Καταθλιπτικό, αλλά αν το σκεφτεί κανείς, τι καλύτερο για να χτιστεί η νέα, σχεδιασμένη από την αρχή, φιλόδοξη πρωτεύουσα ενός νέου φιλόδοξου κράτους; Οι δυο δραστήριοι αρχιτέκτονες άρχισαν αμέσως να κάνουν το τοπογραφικό της. Θα μπορούσαν να φτιάξουν ένα σχέδιο για μια πόλη που θα αναδείκνυε επιτέλους τα ερείπια σαν μνημεία. Τα αρχαία ερείπια, εννοείται. Τέρμα τα κάστρα και οι πυριταδοποθήκες, τέρμα τα τζαμιά αλλά και οι χριστιανικές εκκλησίες μέσα στους αρχαίους ναούς. Η αρχαία Αθήνα θα ελευθερωνόταν από τη σύγχρονη πόλη, που ήταν και μισογκρεμισμένη επιπλέον. Και γύρω της θα σχεδιαζόταν μια υπέροχη ευρωπαϊκή πόλη, με αναφορά στην αρχαία, εμπνευσμένη από αυτήν.

Το τρίγωνο του αθηναϊκού σχεδίου

Τι θαυμάσια ιδέα! Όλοι εκείνοι οι κτηματίες που είχαν αγοράσει γη, και οι παλιοί ιδιοκτήτες μαζί, πήγαν στους δυο φίλους και ζήτησαν το σχέδιο να είναι για πρωτεύουσα, να διεκδικήσουν τη θέση αυτή από το νέο βασιλιά στον οποίον είχαν υποβληθεί μερικές ακόμα υποψηφιότητες.

Και αλήθεια, γιατί έπρεπε να γίνει η Αθήνα πρωτεύουσα; Υπήρχαν πολύ πιο ενδιαφέρουσες προτάσεις. Η Ερμούπολη ήταν μια πόλη ολοκαίνουργια, αμιγώς ελληνική, χτισμένη από τους πρόσφυγες της Χίου μέσα σε λίγα χρόνια, και την κατοικούσε εκείνη η αστική τάξη που χρειαζόταν το καινούργιο κράτος. Το Ναύπλιο και η Αίγινα είχαν ήδη παίξει το ρόλο της πρωτεύουσας, τα Μέγαρα, η Κόρινθος, το Άργος και η Τρίπολη τον διεκδικούσαν. Ίσως να είχε προτιμηθεί κάποια από αυτές αν δεν ήταν ο Λουδοβίκος της Βαυαρίας.

Αν η Βαυαρία δεν ήταν ένα μικρό βασίλειο το 1830, πιθανότατα η Αθήνα να μην ήταν τόσο πολύ βαυαρική (και γερμανική γενικότερα, οι αρχιτέκτονες και οι πολεοδόμοι που τη σχεδίασαν είχαν σπουδάσει και σε άλλες γερμανικές πόλεις εκτός Βαυαρίας, κυρίως στο Βερολίνο). Αλλά οι μεγάλες δυνάμεις που υπέγραψαν το πρωτόκολλο του Λονδίνου αναζητούσαν το μικρό ουδέτερο κράτος που θα προμήθευε ηγεμόνα στην καινούργια χώρα. Μικρό και ουδέτερο, ανίσχυρο και ακίνδυνο για τις Μεγάλες Δυνάμεις, να μη γέρνει σε καμία πλευρά από τις τρεις τους. Στα μέρη της σημερινής Γερμανίας υπήρχαν άφθονα τέτοια. Ο Λεοπόλδος της Σαξωνίας αρνήθηκε το θρόνο, και τότε ήρθε η σειρά του νεαρού Όθωνα, γιου του Λουδοβίκου της Βαυαρίας. Η Βαυαρία είχε γίνει βασίλειο μόλις λίγα χρόνια πριν, το 1806. Ο Λουδοβίκος είχε εκδηλώσει τον φιλελληνισμό του από την αρχή της επανάστασης, είχε πολύ ξεκάθαρες ρομαντικές απόψεις, ήταν συλλέκτης, φιλότεχνος, ο άνθρωπος που γέμισε το Μόναχο με νεοκλασικά κτίρια.

Επίσης ο άνθρωπος αυτός ήταν ο κύριος υπεύθυνος για την επιλογή της Αθήνας. Ας ήταν γεμάτη ερείπια, ας μη βρισκόταν σε βολική θέση για να ελέγχει το χώρο (ακόμα και σήμερα δεν είναι άβολο να πρέπει να ταξιδέψεις από την πρωτεύουσα οπουδήποτε αλλού;). Η Αθήνα ήταν απλώς η Αθήνα. Είχε την αίγλη του μακρινού παρελθόντος, πολύ σημαντική στο κοινό αίσθημα των Ευρωπαίων και στη στάση τους υπέρ της επανάστασης. Ήταν από τις πόλεις η πιο φιλολογική και πιο καλλιτεχνική, οπότε δεν έπαιζε ρόλο αν δεν είχε μείνει δρόμος όρθιος από τον πόλεμο. Εξάλλου, όπως απεδείχθη τα ερείπια ήταν μάλλον προς όφελός της, άλλα πράγματα την κατάστρεψαν ήδη από τις πρώτες της ώρες. Τα ερείπια ήταν η μεγαλύτερη ευκαιρία που μπορούσε να της τύχει. Μια πόλη από την αρχή; Πότε θα της ξανασυνέβαινε;

Και ήταν όντως η στιγμή. Μπορεί σήμερα το κέντρο της να μας φαίνεται μικρό και κουρασμένο, ωστόσο είναι το μοναδικό της κομμάτι που σχεδιάστηκε από την αρχή, με μεγάλες φιλοδοξίες. Το μόνο που ξεκίνησε με βάση ένα αληθινό πολεοδομικό σχέδιο.

Ήταν η πρώτη και τελευταία ευκαιρία της Αθήνας. Να σχεδιαστεί και να κτιστεί καινούργια, ξεκινώντας μέσα από τα ερείπια και πάνω στις ερημιές.

Τώρα πια που τόσο πολύ έχει αλλάξει το κέντρο της και με τόσες ελλείψεις χτίστηκε η περιφέρειά της, πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι οι Γερμανοί και ειδικά οι Βαυαροί ήταν μια ευτυχής συγκυρία. Δεν κινδύνευαν να πέσουν στον πειρασμό να την σχεδιάσουν πιο «γερμανική», γιατί εκείνη τη στιγμή λάτρευαν ακριβώς αυτό το στυλ, το ελληνικό. Δεν είχαν μεγάλο κράτος σαν τους άλλους τρεις, τα ιδεώδη λοιπόν του νεοκλασικισμού, που ενσωμάτωνε συμβολικά τη λειτουργία ενός εθνικού κράτους, ήταν ακριβώς αυτά που τους κινούσαν. Κι αυτά που είχε ανάγκη ακόμα περισσότερο κι από τους ίδιους, η Ελλάδα. Είχε ανάγκη αυτές τις καθαρές γραμμές που αναδείκνυαν τις έννοιες του έθνους και του νόμου, του κράτους και της κυβέρνησης μέσα σε μια πόλη που θα λειτουργούσε αποτελεσματικά και θα ήταν κέντρο, όχι μόνο της εξουσίας αλλά και του εθνικού χώρου.

Πλατεία Κοτζιά, σήμερα, με την καινούργια λιμνούλα


Και ίσως επειδή ήταν γερμανοί να τη σχεδίασαν με τόσο αυστηρή προσήλωση στα κλασσικά της πρότυπα.

Αυτό αναζητούσαν εξάλλου στην Αθήνα. Την πηγή της έμπνευσης τους για το νεοκλασικό στυλ, έναν ρυθμό αρχιτεκτονικό που συνδύαζε απλές γραμμές- απλές σε σχέση με το μπαρόκ και το ροκοκό- με επίσημο ύφος που θα εξέφραζε τη σιγουριά των νέων εθνικών εξουσιών απλά και λειτουργικά. Οι γερμανοί, ηγεμόνες και αρχιτέκτονες, είχαν ανάγκη αυτό το κίνημα. Δημιούργησαν νεοκλασικές πόλεις σαν το Μόναχο και το Βερολίνο. Όποιος έχει περπατήσει στη λεωφόρο «Υπό τας φιλύρας» (Unter den Linden) θα έχει οπωσδήποτε σκεφτεί τις ομοιότητες με κάποια ιδεατή Αθήνα στον αρχιτεκτονικό ρυθμό των κτιρίων. Υπάρχει βέβαια μια μεγάλη διαφορά, μεγαλύτερη και από το γεγονός ότι στην Αθήνα έχουν απομείνει ενιαία μόνα τα τρία κτίρια του κέντρου, η Βιβλιοθήκη, το Πανεπιστήμιο και η Ακαδημία. Κι αυτή η διαφορά είναι το πλάτος των πεζοδρομίων. Στο Βερολίνο οι οικοπεδούχοι μάλλον δεν θα πλούτισαν τόσο όσο στην Αθήνα, αλλά επέτρεψαν ανοιχτούς ορίζοντες στους περιπατητές των επόμενων γενεών και άνετο χώρο στις ρίζες των μεγάλων αυτών δέντρων που τις λέμε φλαμουριές ή φιλύρες.

Το μοναδικό σχέδιο πόλης που είχαμε ποτέ

Αυτή η γερμανική ευκαιρία δόθηκε στην καινούργια πόλη. Αν ήταν Γάλλοι ή Άγγλοι οι δημιουργοί της, είναι πιθανό να μην τη σχεδίαζαν τόσο αυστηρά νεοκλασική. Αν ήσαν Ρώσοι, για να αναφέρουμε μόνο τις τρεις εγγυήτριες Δυνάμεις, πιθανόν να την προτιμούσαν πιο βυζαντινή. Ίσως και οι τρεις απ’ αυτούς να προσπαθούσαν να την κάνουν περισσότερο αντιπροσωπευτική του δικού τους προσώπου, να θέσουν περισσότερο τη σφραγίδα τους. Δεν μπορούμε να ξέρουμε.

Από τη μια μεριά λοιπόν ο Λουδοβίκος με τον κλασικό ρομαντισμό του ή τον ρομαντικό κλασικισμό του (ισχύουν και τα δυο το ίδιο) από την άλλη το σύμπαν έτοιμο να τον βοηθήσει επειδή ήθελε κάτι τόσο πολύ. Το σύμπαν με τη μορφή της κοινότητας των Αθηναίων που πρότειναν μια σειρά διευκολύνσεις για να προτιμηθεί η πόλη τους, τις οποίες με διάφορες δικαιολογίες αργότερα τις ακύρωσαν ουσιαστικά, αλλά τότε τις εμφάνισαν συνημμένες στο σχέδιο Κλεάνθη- Σάουμπερτ.





Το σχέδιο συντάχθηκε και υποβλήθηκε τον Δεκέμβριο του 1832, εγκρίθηκε από την Αντιβασιλεία, και επικυρώθηκε με Βασιλικό Διάταγμα στις 6 Ιουλίου 1833



Η πολεοδομική πρόταση των Κλεάνθη-Σάουμπερτ για την πόλη των Αθηνών του 1833 (Πηγή: Κ. Μπίρης, Αι Αθήναι από του 19ου εις τον 20όν αιώνα, Αθήνα 1966)



Ήταν ένα σχέδιο που προέβλεπε να απαλλοτριωθεί η μισή παλιά πόλη για να γίνουν ανασκαφές. Και πάλι λίγο ήταν για τις ασίγαστες όπως αποδείχτηκαν αρχαιολογικές ανάγκες της Αθήνας. Το άλλο μισό κομμάτι της παλιάς πόλης έμπαινε στο σχέδιο αλλά όχι όπως ήταν. Θα γίνονταν νέοι δρόμοι και κανονικά τετράγωνα.

Υπήρχε ένα ισοσκελές τρίγωνο με κορυφή τη σημερινή πλατεία Ομονοίας, σκέλη τις οδούς Πειραιώς και Σταδίου, και βάση την οδό Ερμού. Οι άκρες ήταν ο Πειραιάς, το Στάδιο και η Ακρόπολη. Στα πόδια της άνοιγε και απλωνόταν η πόλη. Στην κορυφή του τριγώνου θα γίνονταν τα ανάκτορα, κορυφή της κρατικής εξουσίας

Ο προσανατολισμός των σκελών του τριγώνου δεν ήταν τυχαίος: «Συναντώνται», σημειώνουν οι Κλεάνθης και Σάουμπερτ στο υπόμνημά τους, «κατά τοιούτον τρόπον ώστε ο εξώστης των Βασιλικών ανακτόρων να απολαμβάνει ταυτοχρόνως του γραφικού Λυκαβηττού, του Παναθηναϊκού Σταδίου, της πλούσιας εις υπερήφανους αναμνήσεις Ακροπόλεως, και των πολεμικών και εμπορικών πλοίων του Πειραιώς» (Μπίρης). Οι οδοί Πειραιώς και Σταδίου διακόπτονταν, συμμετρικά ως προς τα Ανάκτορα, από τις αντίστοιχες τετράγωνες πλατείες Μπόρσας (Χρηματιστηρίου) και Θεάτρου. Είναι οι σημερινές Πλατείες Κουμουνδούρου και Κλαυθμώνος, οι οποίες πράγματι είναι συμμετρικές, κάτι που δεν το συνειδητοποιεί κανείς εύκολα μέσα στο σημερινό χάος της Αθήνας. Οι Πειραιώς και Σταδίου κατέληγαν σε δυο κυκλικές πλατείες-όρια της Πόλης: η μεν πλατεία Κέκροπος στη μεγάλη διασταύρωση των δυτικών παραδοσιακών υπεραστικών οδών της παλιάς πόλης κοντά στο σημερινό Γκάζι, η δε πλατεία Μουσών στην ανατολική Πύλη των Μεσογείων, τη σημερινή πλατεία Συντάγματος. Το πιο ωραίο ήταν τα βουλεβάρτα που ένωναν τις πλατείες δημιουργώντας ένα τετράγωνο. Θα είχαμε κι εμείς βουλεβάρτο υπό τας φιλύρας, τους κέδρους, ή τους ευκαλύπτους, τι προτιμάτε;



Οργανωμένα συμφέροντα ανοργανωσιάς

Το σχέδιο εγκρίθηκε, ξεκίνησαν οι εργασίες, αλλά μόλις χαράχτηκαν οι γραμμές στο έδαφος και είδαν πόσες πολλές απαλλοτριώσεις έπρεπε να γίνουν, αμέσως άρχισαν οι αντιρρήσεις από τους οικοπεδούχους. Αυτοί που είχαν αγοράσει 70 λεπτά το στρέμμα ήθελαν τώρα να γίνει η εκτίμηση με τιμή 3 δραχμές. Έκαναν επιτροπές, προτάσεις ελιγμούς, κόψε ράψε το σχέδιο, να στενέψει η Ερμού, να φαγωθεί μια στοά, μια αγορά, να γίνουν 12 μ. οι δρόμοι αντί για 15 από την Αιόλου και ανατολικά, να στενέψει η Σταδίου, να στενέψει η Πειραιώς. Τα δέχτηκαν αυτά, ξαναεγκριθηκε το σχέδιο. Μετά άρχισαν να διαμαρτύρονται οι οικοπεδούχοι που θα απαλλοτρίωναν, κοντά στην Ακρόπολη, γιατί η πρόταση για την απαλλοτρίωση ήταν για 20 λεπτά.



Βρήκαν και γι αυτό μια λύση συμβιβαστική, δόθηκε η υπόσχεση ότι θα το αναλάβει ο Δήμος που θα δημιουργούνταν με λεφτά του κράτους. Και μετά έγινε η θεμελίωση με χαρές και πανηγύρια. Πάει να ξεκινήσει η χάραξη, αλλά βγαίνει ένας μηχανικός και λέει, δεν γίνεται, δεν χαράζεται αυτό το σχέδιο. Αδύνατον. Δεν είναι καλά σχεδιασμένο, θα δημιουργηθούν διαφορές στους οικοπεδούχους. Σταμάτησαν όλες οι εργασίες, περίμεναν τα καράβια με τα οικοδομικά υλικά, δεν κινούνταν τίποτε.


Το βασανιστήριο της αργής ερείπωσης των διατηρητέων

Ο Μάουρερ, ο νομομαθής αντιβασιλιάς, ήρθε επειγόντως στην Αθήνα. Το θέμα στην ουσία ήταν τα οικόπεδα, πώς δεν θα χάνανε εκτάσεις όταν θα περνούσαν οι δρόμοι. Υπήρχαν ιδιοκτήτες που έσπερναν φήμες. Ακουγόταν ας πούμε ότι θα ερχόταν ο Κριεζώτης από την Εύβοια με στρατό, με τα παλικάρια του, για να μην αφήσει να περάσει ο δρόμος από το κτήμα του το Ροδακιό, Ερμού και Βουλής.

Τους ερχόταν βαριά τόση ρυμοτομία, τόση οργάνωση, όλων αυτών των ανθρώπων που είχαν συνηθίσει προφανώς να ζουν με άλλες συνθήκες.

Για να λυθεί το αδιέξοδο ειδοποιήθηκε ο Λουδοβίκος της Βαυαρίας, κι έστειλε τον Λέον Φον Κλέντσε εδώ να βοηθήσει την κατάσταση. Ήταν ο βασιλικός αρχιτέκτονας και πολεοδόμος. Το σχέδιο Κλεάνθη- Σάουμπερτ ήταν πολύ φιλόδοξο για τα μέσα που διέθετε το κράτος και για τις απαιτήσεις των οικοπεδούχων. Δεν υπήρχαν λεφτά για τόσες απαλλοτριώσεις.

Ο Κλέντσε μίκρυνε την πόλη. Λιγότερο σχέδιο. Λιγότερα προβλήματα. Στένεψε τους φαρδείς δρόμους. Έστριψε σε κάποια σημεία που υπήρχαν κτήματα πολύ δύσκολο να απαλλοτριωθούν, γενικά υποχώρησε σε έκταση δημόσιων χώρων. Επίσης κατάργησε τα βουλεβάρτα, και δυστυχώς δεν λείψανε σε κανέναν να τα ζητήσει και να γίνουν. Έτσι έγινε η Αθήνα χωρίς βουλεβάρτα. Ακόμα και η λέξη εξαφανίστηκε από τη γλώσσα πριν καν φυτευτεί. Ας στεναχωρηθούν και οι φιλόλογοι λίγο. Ήρθε μετά ως μπουλβάρ, θεατρικό είδος, και άντε να σου θυμίσει χαμένες λεωφόρους με δενδροστοιχίες.

Και στην παλιά πόλη, είπε ο Κλέντσε, δεν χρειάζεται να γίνουν ευθείες οι δρόμοι. Ας μείνουν όπως είναι. Γενικά του άρεσαν τα γραφικά μεσαιωνικά δρομάκια.

Έτσι κουτσουρεμένο το σχέδιο εγκρίθηκε ξανά. Ο Κλέντσε είχε αλλάξει και όλα τα ονόματα των Κλεάνθη Σάουμπερτ, δημιουργώντας κάποιο χάος στην πρώτη πολεοδόμηση της Αθήνας.

Πολύ συχνά οι ιστορικοί, τα βάζουν με τον Κλέντσε. Αυτός φταίει για όλα, που στένεψε τους δρόμους, έκανε λοξή τη Σταδίου, τη λένε Σταδίου και στο Στάδιο δεν φτάνει. Ο Μπίρης τον κατηγορεί για τις απόψεις του γενικότερα και για το ότι άλλαξε τα ονόματα των δρόμων. Υποπτεύεται ότι ήθελε να εκμεταλλευτεί τη δουλειά των προηγούμενων, αφού εξέδωσε μετά στη Γερμανία το σχέδιο χωρίς να τους αναφέρει. Αυτόν λοιπόν πρέπει να καταριόμαστε για το χάλι μας το σημερινό!

Και το κάνουμε με ευκολία, γιατί ήταν και γερμανός. Ενώ ο έλληνας είχε κάνει το καλό το σχέδιο που δεν άφησε η Βαυαροκρατία να εφαρμοστεί! Αυτές οι απόψεις είναι αρκετά διαδεδομένες, έχουν υποστηριχτεί πολύ σοβαρά από πολλούς συγγραφείς πχ τον Δημήτρη Φωτιάδη στο έργο του «Όθων», που είχε μεγάλη διάδοση στο αριστερό κοινό, και ακόμα συχνά ανακυκλώνονται. Στη γνωστή πια ανάγκη να φορτωθούν όλα στους κακούς ξένους αφήνονταν έκδηλες και οι αντιφάσεις της άποψης αυτής. Λες και δεν ήταν η στάση των κατοίκων που έκανε αδύνατη την υλοποίηση του σχεδίου. Ο Κλέντσε απλώς πρότεινε έναν συμβιβασμό με το κύρος μάλιστα του «βασιλικού αρχιτέκτονα» για να μπορέσουν να ξεκινήσουν να χτίζουν.

Τα βιβλία πάντως που αναφέρω εδώ είναι πολύ πιο νηφάλια και παραδέχονται ότι η κυριότερη αιτία για τη διαρκή μείωση των δημόσιων χώρων ήταν η αντίσταση των ιδιοκτητών, κι αν έφταιγαν σε κάτι οι Βαυαροί ήταν το ότι δεν μπορούσαν να τους παρακολουθήσουν σε όλους τους τρομερούς ελιγμούς που έκαναν και τις καθυστερήσεις που προκαλούσαν.

Για να χτιστεί η Αθήνα προσέφεραν πολλοί εθνικοί ευεργέτες χρήματα για τα δημόσια κτίρια. Χρειάζονταν όμως περισσότεροι ευεργέτες. Όλοι οι κτηματίες, οι οικοπεδούχοι, όλοι οι ιδιοκτήτες έπρεπε να είναι ευεργέτες, για να προσφέρουν στους δρόμους και στις πλατείες το χώρο που χρειάζονταν. Έκαναν ακριβώς το αντίθετο. Πολέμησαν σθεναρά για κάθε μέτρο πεζοδρομίου που ζητούσε το σχέδιο. Τέσσερις φορές κόντεψαν να καταφέρουν να μικρύνει το Σύνταγμα, και χρειάστηκε ο Όθων να επέμβει για να σταματήσουν. Η μισητή απόλυτη μοναρχία είχε και αυτή την πλευρά, που προφανώς την έκανε ακόμα πιο μισητή. Ανάγκαζε τους ιδιοκτήτες να απαλλοτριώνουν μέτρα των οικοπέδων τους και των κτημάτων τους για να γίνονται δρόμοι. Δέκα χρόνια ακόμα να είχε κρατήσει η μισητή μοναρχία, η Αθήνα πιθανότατα θα είχε μεγαλύτερες πλατείες και πεζοδρόμια. Εξάλλου πολλές μεγάλες πόλεις ευρωπαϊκές απέκτησαν μεγάλους δρόμους χάρις σε απόλυτους μονάρχες. Ίσως η έννοια της φωτισμένης μοναρχίας να δικαιώνεται εκ των υστέρων χάρις στο φως που μπορεί να απολαμβάνει κανείς όταν ζει και κυκλοφορεί σε δρόμους φαρδείς, σε πόλεις με πλατείες.


Η Ομόνοια σήμερα

Η μοίρα της Αθήνας

Η Αθήνα δυστυχώς δεν μπόρεσε να αποκτήσει άλλα τέτοια σχέδια, πέρα από το βασικό της τρίγωνο. Στα όρια του τα μεγάλα χτήματα ρυμοτομήθηκαν με τον στενότερο και πυκνότερο δυνατό τρόπο από τους ίδιους τους κτηματίες. Μικρά οικόπεδα, για να πουληθούν εύκολα, στενοί δρόμοι αλλά πυκνοί δρόμοι, για να έχει να τους φροντίζει το κράτος, στενά πεζοδρόμια, για να μη χαθούν εκτάσεις, καθόλου πλατείες ούτε και τίποτε που να μοιάζει με χώρο δημόσιο. Με βάση τα σχέδια αυτά πουλούσαν τα οικόπεδα, στη συνέχεια με την πολιτική πίεση των πολλών ιδιοκτητών το σχέδιο εγκρινόταν. Έτσι επεκτάθηκε η Αθήνα, έτσι χτίστηκε η Ελλάδα σε γενικές γραμμές.

Στα μικρά εκείνα οικόπεδα χτίστηκαν σπίτια που φάνταζαν δυσανάλογα επιβλητικά με το ασφυκτικό τους πλαίσιο, είχαν ωστόσο σε πρώτη φάση το νεοκλασσικό τους στυλ πολύ συχνά, τα φουρούσια και τα ακροκέραμά τους, τις καρυάτιδες και τα αετώματα τους, ακόμα και λίγη αυλίτσα ή κηπάκι. Δεν είχαν δρόμο μπροστά, δεν είχαν αρκετό πεζοδρόμιο, αλλά η έλλειψη αυτή ξεχνιόταν για να κληρονομηθεί στα παιδιά που θα έχτιζαν την πολυκατοικία.

Είκοσι χρόνια ακόμα αν είχε κρατήσει η μισητή απόλυτη μοναρχία, μπορεί να είχαν αποκτήσει σχέδιο τα Εξάρχεια και η Κυψέλη. Όμως η Ιστορία δεν έχει «αν». Ο Όθων έφυγε αφήνοντας το τρίγωνο του Κλεάνθη συμβιβασμένο με την πραγματικότητα ακόμα περισσότερο από όσο το είχε συμβιβάσει ο Κλέντσε. Για να το γλεντήσουν, την ίδια νύχτα που επιβιβάστηκε στο πλοίο, οι πολιτικοί του εχθροί, ή απλώς κάποιοι νεαροί που ήθελαν να ξεδώσουν, βγήκαν κι έσπασαν όλα τα φανάρια της Αθήνας.



«Ως τον Ξέρξην οι αρχαίοι υπό τον Θεμιστοκλέα

Κατετρόπωσαν και ούτοι τον απόντα βασιλέα,

Κι έθραυσαν αρειμανίως, αντιστάσεως μη ούσης,

Εν μια νυχτί και μόνη τους φανούς της πρωτευούσης».

Δ. Οικονομίδης.



(Σας θυμίζει τίποτε αυτό; Βρε πώς δεν αλλάζουν οι καιροί)

Μόλις έδιωξαν τον Όθωνα άρχισαν να στενεύουν δρόμους. Οι πρασιές της λεωφόρου Κηφισιάς από 30 μέτρα έγιναν 15. Με διάταγμα μεγάλωσαν τα οικόπεδα της πλατείας Ομονοίας σε βάρος της πλατείας. Με άλλα διατάγματα στένεψαν την οδό Γεωργίου Σταύρου από 20 μέτρα σε 12. Στένεψαν δρομάκια της παλιάς πόλης, Τη Βορέου, Θεάτρου και Παλλάδος.

Τα Αναφιώτικα χτίστηκαν ακριβώς εκείνη την εποχή, στη Μεσοβασιλεία..
Μεταξουργείο, σπίτια ζωντανά- νεκρά



Οι Γερμανοί έπρεπε να είναι πιο Γερμανοί.

Παρ’ όλες αυτές τις δυσκολίες η Αθήνα χτίστηκε νεοκλασική. Για μερικές δεκαετίες, μέχρι τη μικρασιατική καταστροφή τουλάχιστον, υπήρξε η πόλη που πραγμάτωνε το κλασικό ιδανικό, ειδικά αν την έβλεπες σε φωτογραφίες και δεν χρειαζόταν να περπατάς στη σκόνη της και να ανασαίνεις τη βρώμα από τα μολυσμένα ποτάμια της, γιατί οι υποδομές ακολουθούσαν με μεγάλη καθυστέρηση την πραγμάτωση του οράματος. Εδώ οι Γερμανοί δεν ήταν τόσο αποτελεσματικοί θα θέλαμε, ούτε τόσο γρήγοροι. Τους έφαγε κι αυτούς το όραμα.

Η έννοια του νεοκλασικισμού βέβαια έχασε σιγά- σιγά το χαρακτηριστικό της λιτότητας. Ο Τσίλερ, άλλος γερμανός που αγαπήθηκε στην Ελλάδα από φτωχούς και πλούσιους, ελάφρωσε το ύφος των κτιρίων και στόλισε τους τοίχους, τις κολώνες, τα μπαλκόνια, ό,τι μπορούσε. Ξέχασε τις πολλές αυστηρότητες και λιτότητες, εξάλλου στον τόπο αυτό η εξουσία δεν είχε ευθείες. Αυτό που θεωρούμε παραδοσιακό στυλ είναι πάνω- κάτω η δική του άποψη για τον κλασικισμό, με τις καρυάτιδες και τα ακροκέραμά του, τα φουρούσια και τις στοές, τα ένθετα μοτίβα, όλα αυτά τα διακοσμητικά στοιχεία που πουλιόνταν αργότερα σε μάντρες για όποιον ήθελε να στολίσει το σπίτι του.

Αυτή είναι η αθηναϊκή παράδοση, τα ιδεώδη των γερμανών κι εν συνεχεία οι επινοήσεις και οι αποκλίσεις τους από το στυλ που ανακάλυψαν εκείνοι στην Ελλάδα. Μια παράδοση που υποτίθεται ότι αγαπήθηκε, αλλά καταστράφηκε με τρομερή ευκολία, γιατί έπρεπε οι νέοι οικοπεδούχοι να βγάλουν κι αυτοί κέρδη από

τη γη τους αντίστοιχα με όσα είχαν βγάλει οι παλιότεροι.


Η κριτική του ελληνοκεντρισμού

Πριν αρκετές δεκαετίες μου είχε κάνει εντύπωση μια ρήση του Χατζιδάκη σχετικά με την Αθήνα. Κατηγορούσε όλα τα νεοκλασικά με το γνωστό αφοριστικό ύφος που έπαιρνε όταν ήθελε να σοκάρει. Και τουλάχιστον εμένα με είχε σοκάρει, τόσο που δεν ξέχασα ποτέ τη φράση εκείνη, κι ας μην την ανέφερε ξανά κανείς. «Θα γκρέμιζα ευχαρίστως όλα τα νεοκλασικά της Αθήνας» είχε πει. Τι εννοούσε; Και γιατί το έλεγε σε μια εποχή που τα νεοκλασικά γκρεμίζονταν ούτως ή άλλως με ρυθμούς ιλιγγιώδεις; Χρόνια προσπαθούσα να καταλάβω. Τον ενοχλούσε το γεγονός ότι το νεοκλασικό στυλ ήταν αυτό που λέμε «ξενόφερτο»; Ότι είχε παραγίνει το κακό (κακό;) με τις γύψινες Καρυάτιδες και τα φουρούσια; Ήταν απλώς μια δήλωση πίστης στο μοντερνισμό την οποία ένιωθε ότι όφειλε ως καλλιτέχνης να την κάνει;

Επειδή ακόμα το σκέφτομαι, έχω καταλήξει στο συμπέρασμα ότι πίστευε, όπως πολλοί καλλιτέχνες σε κείνη τη φάση, πως υπήρχε κάποια ελληνική αρχιτεκτονική, γνήσια, λαϊκή που θα ήταν καλύτερη από την πλαστή αναβίωση των κλασικών γραμμών. Ήταν η εποχή που οι μουσικοί ανακάλυπταν το ρεμπέτικο και οι ποιητές το Αιγαίο, υπήρχε μια σχεδόν μεταφυσική αφοσίωση στην «ελληνικότητα» που δεν μας έκανε και τόσο καλό εν τέλει, αν σκεφτούμε σε τι είδους νοοτροπίες εξέβαλαν αυτά τα ρεύματα. Ίσως βέβαια να είχε δίκιο. Τα κτίρια πριν τους οραματιστές γερμανούς ήταν πιο απλά, και ίσως θα μπορούσε κανείς να αναπαράγει διάφορους ρυθμούς αρχιτεκτονικούς από την ίδια την Αθήνα ή από άλλες πόλεις, χωρίς τα οράματα του νεοκλασικισμού. Και τότε μπορεί να ανακάλυπτε ότι το γνήσιο ελληνικό θα ήταν κατά βάθος βενετικό ή ρώσικο, δεν ξέρω. Είπαμε στην Ιστορία δεν υπάρχει «αν»

Προσωπικά έχω καταλήξει στο συμπέρασμα ότι κι αν ακόμα οι Γερμανοί δεν σχεδίαζαν τίποτε σαν αρχιτέκτονες και άφηναν τους απλούς γνήσιους Έλληνες να φτιάξουν την Αθήνα με απλά κτίρια, θα έπρεπε τουλάχιστον να παρέμβουν σαν πολεοδόμοι, γιατί οι απλοί γνήσιοι έλληνες θα επινοούσαν ίσως ανεμόσκαλες ή κάτι τέτοιο για να κυκλοφορούν από ιδιοκτησία σε ιδιοκτησία προκειμένου να απαλλοτριώσουν λίγες λουρίδες από τα οικόπεδά τους. Τέλος πάντων, ευτυχώς που η φίλη του Χατζιδάκη, η Μελίνα Μερκούρη ως υπουργός Πολιτισμού δεν τον άκουσε κι έφτιαξε το νόμο για τα διατηρητέα, να απομείνει και κάτι από κείνο το παράξενο όραμα.. Γερμανικό, Βαυαρικό, ευρωπαϊκό, όπως και να το ονομάσουμε δεν παύει να είναι στο βάθος μιας εικόνας που έχουμε για την Αθήνα και αναδύεται από τις γωνιές της ακόμα και μας στοιχειώνει και μας ψιθυρίζει ότι μπορούσαμε, ίσως ακόμα μπορούμε, ίσως και να αξίζουμε, ένα περιβάλλον καλύτερο, μια αληθινά όμορφη πόλη.

Αλλοιωμένο, νοθευμένο, συμβιβασμένο το σχέδιο των Κλεάνθη Σάουμπερτ και μετέπειτα Κλέντσε υπήρξε το μόνο που πρόλαβε να γίνει πριν την πόλη. Οι επεκτάσεις πέρα από τα όρια του γίνονταν με βάση τα σχέδια που υπέβαλαν οι κτηματίες μαζί με τους αγοραστές τους. Στενοί και πολλοί δρόμοι, καθόλου πλατείες, καμία πρόβλεψη για ένταξη στις υπάρχουσες δομές. Έτσι σχηματίστηκε η τεράστια αυτή πόλη, και όταν τα παλιά της σπίτια έδωσαν τη θέση τους στις πολυκατοικίες, η κατάσταση έγινε ασφυκτική. Τα μόνα μέρη όπου μπορείς να πας μια βόλτα και αντικρίσεις ανοιχτούς ορίζοντες είναι αυτό το κομμάτι που σχεδίασαν κάποτε οι γερμανοί και οι γερμανοσπουδαγμένοι, τιμώντας τα ιδανικά τους.

Κυψέλη, δεκαετία 1970
Αλλά φυσικά φταίνε για όλα. Aφού ξεκίνησαν να κάνουν τη δουλειά, δεν έπρεπε να φύγουν τόσο γρήγορα.

Κυριότερη βιβλιογραφία:
Κώστας Μπίρης, Αι Αθήναι απο του 19ου εις τον 20ον αιώνα, α έκδοση ΑΘήνα 1966
Αλέξανδρος Παπαγεωργίου Βενετάς, ΑΘήνα, ένα όραμα του κλασικισμού, μτφρ Παναγιώτα ΣΙέτη, εκδόσεις Καπόν, Αθήνα 2001.

Παρασκευή 28 Μαΐου 2010

Ανεμος Μέρκελ να ήταν;

Σύνταγµα, ώρα καθηµερινή, πρωί µε απεργία και διαδήλωση, τα συνηθισµένα. Οι αστυνοµικοί κλείνουν τον δρόµο µε τη γνωστή κορδέλα, οι τελευταίοι εποχούµενοι προσπαθούν να ξεφύγουν. Φυσάει, διάφορα χαρτιά σε πετυχαίνουν στο πρόσωπο καθώς προσπαθείς να περάσεις ανάµεσα στην απερίγραπτη λαµαρινοσαλάτα. Ενα µηχανάκι καβαλάει το πεζοδρόµιο και τότε συµβαίνει το αναπάντεχο. Ενας αστυνόµος του φωνάζει να γυρίσει πίσω.

Βρισκόµαστε στο πεζοδρόµιο πέντε - έξι άνθρωποι και γυρίζουµε µηχανικά να δούµε. Ακούµε την απίστευτη φράση από τα αστυνοµικά χείλη, να προφέρεται καθαρά, µε δυνατή φωνή. «Γιατί ανέβηκες στο πεζοδρόµιο;».

Το γράφω και σχεδόν δεν το πιστεύω, ας έγινε µπροστά στα µάτια µου. Ο οδηγός στο µηχανάκι έµεινε άφωνος. Προφανώς δεν το περίµενε, πόσες φορές θα έχει ξαναχρησιµοποιήσει το πεζοδρόµιο κι ούτε πεζοί δεν θα έχουν πει κιχ; Και µέσα στον χαµό της απεργίας και της διακοπής κυκλοφορίας ο αστυνοµικός να θυµηθεί κάτι τόσο ασήµαντο; Λες και βρισκόταν στη Γερµανία ξαφνικά και έπρεπε όλοι να τηρούµε τον νόµο βρέχει χιονίσει.

Ανεµος Μέρκελ σα να φυσούσε µπροστά στη Βουλή κι έπαιρναν τα µυαλά µας αέρα. Οτι λέει γίναµε Γερµανία κι εµείς, σεβόµαστε τον Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας. «Να πας από τον δρόµο», είπε ο αστυνοµικός κι ακούστηκαν αµέσως πέντε µπράβο από τους πεζούς. Κοιταχτήκαµε και χαµογελάσαµε συγκινηµένοι, σαν άνθρωποι που ζουν αναπάντεχα µια σπάνια εµπειρία. Μήπως να ανταλλάσσαµε τηλέφωνα, να µαζευόµαστε και να θυµόµαστε πώς ακριβώς είχε γίνει;

Για µια στιγµή µας χτύπησε ο αέρας µε την ψευδαίσθηση ότι θα ζητήσει η «γερµανίδα νοικοκυρά» κι άλλες προδιαγραφές για να µας δώσει δάνειο, δεν τη νοιάζει µόνο για τα λεφτά, θέλει γενικότερες αλλαγές στη ζωή µας, κι ήρθε η ώρα να τις κάνουµε, δεν πάει άλλο.

Υστερα αποµακρυνθήκαµε και τα ξεχάσαµε όλα.

Δευτέρα 24 Μαΐου 2010

Τι είναι η πατρίδα μου; Τα πεζοδρόμια της Κυψέλης

Η πατρίδα μου είναι κυρίως οι λάκκοι του πεζοδρομίου. Εκεί που το σώμα μου πρέπει να προφυλάσσεται από την πτώση, εκεί που ουσιαστικά προσαρμόζεται σε απρόσμενες καμπύλες, σε ελλοχεύοντες κινδύνους, και ανάλογα διαμορφώνεται. Πόσες ώρες της μέρας περνώ περπατώντας σε σπασμένα πεζοδρόμια, προσέχοντας να μη σκοντάψω; Δεν υπολογίζονται. Αλλά αυτά είναι ο κόσμος που με τριγυρίζει.
Η γειτονιά ήταν πάντα έτσι. Λένε πολλοί πως κάποτε ήταν καλύτερη. Ζούσαν εδώ αστοί και μικροαστοί, σε μονοκατοικίες. Όντως, το θυμάμαι αυτό, είμαι πια μεγάλος άνθρωπος, σε ηλικία. Υπήρχαν κήποι και μονοκατοικίες, όμως τα πεζοδρόμια ήταν πάντα το ίδιο στενά. Μάλιστα τότε ήταν και στενότερα. Από ένα σημείο κι έπειτα οι πολυκατοικίες παραχωρούσαν αναγκαστικά χώρο στο πεζοδρόμιο, την περίφημη στοά.
Γιατί ήταν τόσο στενά τα πεζοδρόμια, γιατί ήταν τόσο στενοί οι δρόμοι; Η Κυψέλη δεν ήταν πόλη της Τουρκοκρατίας, να έχει φτιαχτεί από την αρχή με δρόμους όπου χωράνε να διασταυρωθούν μόνο δυο μουλάρια. Δεν ήταν ορεινή, να μη μπορείς να χαράξεις δρόμους φαρδύτερους. Για ποιο λόγο σχεδιάστηκε έτσι αυτή η γειτονιά; Αυτό ήταν κάτι που προσπαθούσα να καταλάβω από την εποχή που συνειδητοποίησα ότι οι άνθρωποι σχεδιάζουν τις πόλεις και θα μπορούσαν θεωρητικά να έχουν σχεδιάσει ακόμα και την Κυψέλη. Ή τις άλλες γειτονιές της Αθήνας.
Όμως βέβαια το μυστικό είναι ότι οι γειτονιές της Αθήνας δεν σχεδιάστηκαν ποτέ. Το κέντρο, το περίφημο τρίγωνο με την Ακρόπολη στην άκρη, αυτό ναι, σχεδιάστηκε κάποτε, κι όσο κι αν το σχέδιο αλλοιώθηκε, αισθάνεται κανείς ακόμα και σήμερα ότι οι άνθρωποι είχαν δεχτεί την ανάγκη, χτίζοντας μια πόλη, να έχει πλατείες και λεωφόρους, ανοίγματα, κήπους, ανάσες. Όμως οι γειτονιές δεν έγιναν έτσι. Χτίστηκαν πριν προλάβουν να σχεδιαστούν, και δεν ήταν θέμα χρόνου. Υπήρχε κάτι εκεί που ίσως τώρα μόνο μπορούμε να καταλάβουμε, τώρα που υφιστάμεθα τις συνέπειες της αδυναμίας – και ίσως και αδιαφορίας- των πολιτικών να ρυθμίσουν βασικούς κανόνες.
Πάνω στη χυμένη μπογιά κόλλησαν σπασμένα τζάμια
Οι γειτονιές χτίστηκαν πάνω σε χτήματα. Υπάρχουν ακόμα μερικά ονόματα ιδιοκτητών, Ζωγράφου, Γουδί, Κυπριάδου, κλπ, που θυμίζουν ότι οι γειτονιές ήταν στην αρχή ιδιοκτησίες. Μεγάλα χτήματα που είχαν πουληθεί όσο- όσο από τους Τούρκους που έφυγαν βιαστικά το 1830. Αυτοί που τα αγόρασαν τότε με ελάχιστα σχετικά χρήματα, εννοούσαν να βγάλουν από αυτά το μέγιστο δυνατό κέρδος.
Δεν ξέρω ποιοι ακριβώς άνθρωποι είχαν ποια ακριβώς χτήματα και πώς συμπεριφέρθηκε πολεοδομικά ο καθένας, αλλά η γενική εικόνα δεν επιτρέπει να φανταστούμε πολλές εξαιρέσεις. Στην Κυψέλη ας πούμε είχε το σπίτι του ο Κανάρης, άρα μπορούμε να υποθέσουμε ότι θα είχε κάποιο μεγάλο χτήμα εδώ το οποίο έκοψε και πούλησε ακριβώς όπως έκαναν όλοι, αυτός ή οι κληρονόμοι του. Δηλαδή, με βάση ένα σχέδιο του ίδιου του κτηματία πουλιόνταν τα οικόπεδα, κι όταν μαζεύονταν αρκετοί αγοραστές γίνονταν μια μικρή πολιτική δύναμη που μπορούσε να πιέσει για να αποσπάσει την έγκριση. Έτσι απέκτησε ‘σχέδιο’ η Αθήνα.
Και φυσικά ήταν ένα σχέδιο με πολλούς δρόμους, για να μπορούν να κοπούν πολλά οικόπεδα που θα πουλιόνταν εύκολα, στενούς δρόμους, για να μη χάνει γη ο ιδιοκτήτης, χωρίς πλατείες και λεωφόρους για τον ίδιο λόγο, με στενά πεζοδρόμια για να μη χάνουν χώρο τα οικόπεδα, κοκ.
Οι ιδιοκτήτες λοιπόν έκαναν τη δουλειά τους. Οι πολιτικοί όμως, οι κυβερνήσεις, οι πολεοδομίες, όλοι όσοι το επέτρεπαν αυτό, δεν έκαναν καλά τη δική τους. Εκείνη την πρώτη στιγμή δεν αντιστάθηκαν σε αυτή την απαίτηση, κανένας, ποτέ. Μπήκαν οι βάσεις στραβά. Κι άντε μετά να το διορθώσεις.
Βέβαια, τα πρώτα σπίτια ήταν μικρά, και η κατάσταση ήταν πιο υποφερτή. Όμως από τότε τα πεζοδρόμια ήταν στενά, δεν υπήρχαν χώροι, ασφυκτιούσε ο διαβάτης. Εγώ ας πούμε, θυμάμαι πολύ καλά ότι ακόμα και πριν σαράντα χρόνια δεν μπορούσαμε να παίξουμε στην Κυψέλη, ακόμα και τότε υπήρχαν μόνο οι αυλές μερικών σπιτιών, και το πάρκο. Το Πεδίο του Άρεως. (Πάρκο το λέγαμε. Πολύ μεγάλη έμαθα ότι λέγεται Πεδίο του Άρεως).
Από τότε λοιπόν το συμφέρον του μεγάλου, ας πούμε έτσι τον πρώτο ιδιοκτήτη γης, σε συνδυασμό με το συμφέρον του μικρού, του αγοραστή οικοπέδου που ο μεγάλος είχε σχεδιάσει, κατάφεραν να υπερισχύουν μιας λογικής σχεδίου πόλεως. Τους δρόμους τους χάραζαν ‘γεωμέτρες’, άνθρωποι εμπειρικοί που ήξεραν την πιάτσα και κυρίως τα όρια των ιδιοκτησιών, και έχαιραν σεβασμού εκατέρωθεν: από τους ιδιοκτήτες κι από τις Υπηρεσίες όπου μάλλον οι υπάλληλοι θα βαριούνταν να πολυασχοληθούν. Ή δεν θα τους άφηναν.
Έτσι έγινε η Κυψέλη, κι όλα τα υπόλοιπα. Αν και η Κυψέλη παράγινε. Αν ήταν του Κανάρη δηλαδή τα χτήματα, τι να πω; Πρέπει να το ψάξω, αλλά ο ναύαρχος θα μας έχει κληροδοτήσει μεγάλο βάσανο, αν ήταν αυτός λέμε. Δεν ξέρω πώς να το ανακαλύψω, θα θέλει μεγάλη δουλειά φαντάζομαι, και δε με βλέπω να την κάνω. Αλλά θα μου πεις, ήταν στρατηγός, ναύαρχος, πολέμαρχος και πυρπολητής, δεν ήξερε να χτίζει συνοικίες. Σωστό. Άλλοι έπρεπε να αναλάβουν τη δουλειά, κι αυτοί οι άλλοι μάλλον έσπασαν τα μούτρα τους, όσοι νοιάστηκαν, στη μανία των ιδιοκτητών να θησαυρίσουν γρήγορα.
Στενά λοιπόν ήταν πάντα τα πεζοδρόμια, αλλά και από την εποχή του μεσοπολέμου που άρχισαν να χτίζονται οι πρώτες πολυκατοικίες, μέχρι τώρα που γράφουν διάφορες εξυπνάδες του στυλ ‘η Κυψέλη είναι η πιο πυκνοκατοικημένη του κόσμου μετά το Χονγκ Κονγκ’ (οπότε, αφού υπάρχει το Χονγκ Κονγκ έχουμε περιθώρια) δεν έγινε και καμιά εξαίρεση στους πολεοδομικούς κανόνες. Όχι. Η ζήτηση ήταν πάντα για πιο πολύ χτίσιμο, αξιοποίηση, εκμετάλλευση. Κανείς δεν είχε ζωτικό (ζωτικό;) συμφέρον για λιγότερο. Θα έπρεπε δηλαδή ο ΓΟΚ να βάλει από την αρχή όρια, αυστηρά όρια, αφού όλοι έσπρωχναν να στενέψουν, τα όρια. Αλλά γιατί να το κάνει; Αφού από την αρχή η πίεση ήταν για λιγότερα;
Ήρθαν και μένουν στην Κυψέλη χιλιάδες άνθρωποι, αλλα είναι σαν μην κυκλοφορούν στα πεζοδρόμια, να μην τα βλέπουν, να μην υπάρχουν. Ζουν υπεράνω, δεν νοιάζονται, είναι περαστικοί, μέχρι να πεδικλωθούν και να σπάσουν τα μούτρα τους.
Ακόμα και τώρα χτίζονται στην Κυψέλη πολυκατοικίες χωρίς θέσεις πάρκινγκ, χωρίς ουσιαστικά να παραδίνουν πεζοδρόμιο, όπως υποτίθεται ότι δεσμεύονται να κάνουν, και με τη δυνατότητα μεγαλύτερης κάλυψης αν το οικόπεδο είναι γωνιακό. Αυτό πάλι βάσει ποιας λογικής θεσπίστηκε; Μα είπαμε, της λογικής των πιέσεων. Δεν υπήρχε άλλη. Θα έπρεπε να είχαν σιδερένιο χαρακτήρα ακόμα κι εκείνοι οι γεωμέτρες, για να καταφέρουν να χαράξουν δρόμους με τη μανία των ιδιοκτητών να τους καταδιώκει.
Έτσι, με την έχθρα του ιδιωτικού προς το δημόσιο χτίστηκε η γειτονιά αυτή και χτίστηκε ολόκληρη η πόλη. Κάθε μέτρο πεζοδρομίου θεωρείται κλεμμένο από κάποιον ιδιοκτήτη. Λες και θα μπορούσαμε να πετάμε από πάνω, από σπίτι σε σπίτι κι από μπαλκόνι σε μπαλκόνι για να κυκλοφορούμε. Τα υπόγεια των πρώτων πολυκατοικιών, δηλωμένα για αποθήκες, τα έκαναν κατοικίες. Ύστερα οι κατοικίες νομιμοποιήθηκαν και πουλήθηκαν, κι έβγαλαν παράθυρα στα πεζοδρόμια. Οι σκάλες βγήκαν κι αυτές στα πεζοδρόμια. Η ποιότητα ζωής τσαλαπατήθηκε μαζί με την έννοια της πολεοδομίας.
Μίσος και στο δημόσιο και στο ιδιωτικό
 Aκόμα τώρα η έχθρα ανάμεσα στο δημόσιο και στο ιδιωτικό υπάρχει και τη βλέπεις κάθε μέρα. Μια γυναίκα πετά από το μπαλκόνι της μια σακούλα σκουπίδια στο δρόμο. Ένας άντρας δένει τη μηχανή του στο πεζοδρόμιο και το κλείνει τελείως. Αυτοκίνητα χτυπάνε τα δέντρα, σπάνε τις τσιμεντόπλακες, καβαλάνε πεζοδρόμια.
Αν το καλοσκεφτούμε, τα πράγματα θα μπορούσαν να είναι χειρότερα. Να μην υπάρχουν οι ακάλυπτοι ας πούμε. Θα πρέπει να δόθηκε μεγάλη μάχη για τους ακάλυπτους..
Σε αυτά τα στενά πεζοδρόμια υπάρχουν και φρεάτια, ΕΥΔΑΠ, ΔΕΠΑ, κουτιά του ΟΤΕ και δε συμμαζεύεται. Ο δημόσιος χώρος φαγώθηκε από τον ιδιωτικό, με τη συνεργασία και την κατανόηση των δημόσιων οργανισμών. Οι κάδοι των σκουπιδιών είναι άλλη μια νίκη του ιδιωτικού στο δημόσιο, και μάλιστα από τις τελευταίες. Ο πόλεμος συνεχίζεται.
Είναι αξιοθαύμαστο το πώς μπόρεσαν τόσο μαζικά οι ιδιοκτήτες των μονοκατοικιών να ανταλλάξουν τα σπίτια τους με διαμερίσματα και να σηκωθούν μετά να φύγουν, αφού έγινε η κατάσταση αφόρητη. Διευκόλυνε και ο νόμος της αντιπαροχής, απλώς όμως διευκόλυνε. Υπήρχε ζήτηση, αυτή η τάση για γκρέμισμα και χτίσιμο, και χωρίς το νόμο θα έβρισκαν τρόπο οι ορμητικοί εργολάβοι και οι βιαστικοί να αλλάξουν τη ζωή τους ιδιοκτήτες. Για είκοσι χρόνια χτιζόταν η γειτονιά πυρετωδώς, άκουγες σε κάθε γωνιά τις μπετονιέρες να δουλεύουν, μπορούσες να τρελαθείς από το θόρυβο.
Οι ιδιοκτήτες έδιναν το σπίτι τους και να αποκτήσουν ένα ή δυο διαμερίσματα που θα νοίκιαζαν και θα μπορούσαν να φύγουν για καλύτερες γειτονιές. Αυτό έκαναν, έριχναν πίσω τους μαύρη πέτρα. Δεν τους ένοιαζε αν αυτά τα διαμερίσματα, που αποκτούσαν χωρίς να χρειάζεται να δώσουν μετρητά, δεν είχαν χώρο για ένα ποδήλατο, δεν είχαν φως, δεν είχαν αέρα. Είχαν ζήτηση, αυτό μετρούσε.
Έφυγαν όλοι οι παλιοί ιδιοκτήτες. Ύστερα έφυγαν και οι νέοι, εκείνοι που είχαν κάποτε αγοράσει ωραία διαμερίσματα, κι ύστερα κλείστηκαν οι βεράντες τους γύρω- γύρω. Έφυγα κι εγώ, αλλά ξαναγύρισα σε μερικά χρόνια για οικογενειακούς λόγους. Τα πρώτα χρόνια είχα μοτοσικλέτα. Ανέβαινα πάνω κι έφευγα τρέχοντας από την Κυψέλη, να μη τη βλέπω.
 Όπως κάνουν όλοι. Ακόμα και τώρα αυτό κάνουμε, φεύγουμε τρέχοντας. Φεύγουμε, όσο μπορούμε, όσοι μπορούμε. Φεύγουμε, ή ελπίζουμε ότι θα φύγουμε, μέχρι να καταλάβουμε ότι διαφυγή δεν υπάρχει.
Δεν πάμε πουθενά. Εδώ μένουμε. Στα ταλαίπωρα, στα στενά και περιφρονημένα, βρώμικα και σπασμένα, σκατωμένα και σκαμμένα πεζοδρόμια της Κυψέλης.

Queen on sea

 H ταινία «Βασίλισσα της θάλασσας» μου κόστισε μια ταραγμένη νύχτα. Δεν ήταν τόσο η άνοια της γριάς μητέρας που με σόκαρε, όσο η άγνοια της ...