Παρασκευή 6 Σεπτεμβρίου 2019

Το εξοχικό ως κάψουλα του χρόνου



Στο εξοχικό είμαστε παιδιά όσο οι γονείς μας ζουν. Μας υποδέχονται εκεί όπως μας υποδέχονταν στο σπίτι που μεγαλώσαμε, μας φροντίζουν με την ίδια επιμονή, ίσως και λίγο παραπάνω τώρα, έχουν περισσότερο χρόνο. Τους πηγαίνουμε ψώνια από την πόλη όπως κάποτε τους πηγαίναμε τους ελέγχους του σχολείου, περιμένουμε επιδοκιμασία όπως τότε, κι είναι δύσκολοι, όπως ήταν τότε.
Στο εξοχικό ζούμε σε κάψουλα του χρόνου, μένουμε στο παιδικό δωμάτιο. Όταν φέρνουμε μαζί μας τα παιδιά, τα εγγόνια τους, τότε η κάψουλα του χρόνου μετατίθεται στην εποχή που ζούσε μαζί η ευρύτερη οικογένεια, σε κάποιο χωριό κάποτε, σε κάποιο μέγαρο με παράσπιτα. Χαλαρώνουμε σα να μη χρειάστηκε ποτέ ν’ ανοίξουμε τα φτερά μας, να βρούμε δουλειά που θα συντηρούσε δικό μας διαμέρισμα, να αποδείξουμε ότι κάτι αξίζουμε τέλος πάντων, να ικανοποιήσουμε τα στάνταρ για το μισθό, για το σύντροφο, για τους φίλους, για τα παιδιά. Χαλαρώνουμε σα να ήταν πάντα στοργικοί γονείς χωρίς απαιτήσεις, μπορούμε να απλώνουμε τα πόδια στην απέναντι καρέκλα σα να είμαστε φίλοι, σα να ήμασταν λέει πάντα φίλοι. Αποδεκτές οι ανάγκες για σπορ και βόλτες και ξεκούραση και εξόδους, επιτέλους, όλα αυτά που υπήρξαν κάποτε τόσο δύσκολα. Μέχρι και να κουτσομπολέψουμε χωρίς άγχος, κρατά, λέει, γερά η βασική συμμαχία, η οικογένεια, δεν αμφισβητείται η προσωπικότητα, οι βασικές επιλογές. Πάνε αυτά, ξεπεράστηκαν, κι εν πάση περιπτώσει είναι γλυκός ο αέρας, είναι δροσερή η θάλασσα, είναι σωστά αλατισμένο το ψαράκι, κι όλα καλά κι αγαπημένα. Τρεις γενιές, ενίοτε τέσσερεις, χωρίς εντάσεις, χωρίς ανταγωνισμούς, σα να πέρασε η ζωή ολόκληρη βαρκούλα απαλή στο κυματάκι.
Κάποια στιγμή φεύγουν οι γονείς και μένει το σπίτι πολύ παράξενο στα μάτια των παιδιών που είναι ήδη γονείς κι αυτοί, που είναι ήδη παππούδες. Πόσα πράγματα έχουν συσσωρευτεί, αρχίζοντας από τα πρώτα έπιπλα, τις παλιατσαρίες που ήρθαν εδώ από το διαμέρισμα αντί για άλλα έπιπλα όταν δεν υπήρχε το ΙΚΕΑ και τα άλλα φτηνά καταστήματα. Ντιβάνια μεταλλικά, αν είναι δυνατόν, με σωμιέδες. Δεν υπάρχει μουσείο να τα δώσουμε; Γουδί και γαβάνι για την παρασκευή σαλτσών και γλυκών, με αναμνήσεις πίσω στη δεκαετία του 60, πριν εφευρεθούν τα μίξερ. Τα πρώτα τάπερ που τα πουλούσαν σε πάρτι, τόσο συνταρακτική καινοτομία, σε σχήματα απολύτως άβολα, που ήρθαν εδώ μήπως και βρουν προορισμό, γιατί εδώ θα γίνονταν πράγματα πρωτάκουστα, όπως πρωτάκουστο ήταν το ιδιόκτητο σπίτι κοντά στη θάλασσα για τις διακοπές. Μετά τα δωμάτια με τσιμεντένιο πάτωμα και άβαφες πόρτες όπου κοιμόμασταν κι οι τέσσερεις μαζί, τις βρυσούλες που κρέμονταν στο δέντρο με όσο νερό χωρούσε μισός ντενεκές, ξαφνικά ένα σπίτι αληθινό, μετά τις στρωματσάδες και το ξέπλυμα με λάστιχο, ξαφνικά ένα διαμέρισμα με κανονικό νιπτήρα και μπανιέρα, και κουζίνα, και τζάκι, και όλα τα κομφόρ.
Δεν είχε γεμίσει βίλες η ελληνική ύπαιθρος ακόμα και τα νησιά, τα δε παραθεριστικά συγκροτήματα ήταν καινούργια ιδέα. Ίσως ήμασταν η πρώτη γενιά που έζησε την εξοχή σαν περιβάλλον ανάπαυσης και απόλαυσης, όχι μόχθου, τόσο μαζικά, αλλά έβαλε και μια πιατοθήκη στον τοίχο να θυμάται την ωραία πλευρά των στερήσεων. Ύστερα, όλα έπρεπε να επινοηθούν, η άνετη ζωή, οι διακοπές, η ρουτίνα του μπάνιου στη θάλασσα ως τρόπος ζωής. Κι επινοήθηκε η επιστροφή στα παλιά, η διευρυμένη οικογένεια χωρίς τους εξαναγκασμούς και τις εντάσεις της, σαν ντεκόρ πια γενναιοδωρίας και κατανόησης.
Πρώτο καλοκαίρι χωρίς τη μαμά μου, μαζεύω πράγματα στο σπίτι που μας περίμενε και που πάντα πηγαίναμε να τη βρούμε, να συναντηθούμε, νιώθω το βλέμμα της πάνω μου, περιμένω ακόμα την έγκριση της.
Αγαπούσαμε κι οι δυο τη θάλασσα, με έμαθε να κολυμπώ από νήπιο, κι ως τον προηγούμενο Αύγουστο την ξαναβρίσκαμε μαζί.  Ωραία περάσαμε μανούλα. Κι αν καταφέρω να πετάξω παλιά πράγματα από το εξοχικό, τη θάλασσα θα την βρίσκω πάντα καινούργια.

Τετάρτη 4 Σεπτεμβρίου 2019

Mυστικά για τα παιδιά



              Όπως κάθε χρόνο έτσι και φέτος γέμισαν ειρωνεία τα κοινωνικά δίκτυα για τα παιδιά που πέρασαν με χαμηλούς βαθμούς στα Πανεπιστήμια. Ειρωνεία κι ένα ψέμα, ότι περνούν με «κάτω από τη βάση», ενώ όλα έχουν Απολυτήριο, αλλιώς δεν θα περνούσαν. Είναι τόσο απλό, αλλά οι απελπισμένοι με το επίπεδο βαθμολογίας δεν θέλουν να το ξέρουν, κι έχω βαρεθεί τόσα χρόνια να το γράφω και να το ξαναγράφω. Άλλο θέλω να πω σήμερα, έστω κι αν δεν ξέρω αν θα βρεθεί ενδιαφερόμενος να το διαβάσει.
Θα ήθελα να πω στα παιδιά που μπήκαν, έστω κι όχι ακριβώς στη σχολή που ήθελαν, έστω και με βαθμούς που κάνει τους γνωστούς τους να σηκώνουν το φρύδι, αυτό που λέω κατ’ ιδίαν σε όσα παιδιά γνωρίζω, όλων των ηλικιών, για το παρόν τους και για το μέλλον τους. Πρώτον, μπράβο τους και δεύτερον, να μην ξεχνούν ότι είναι πολύ τυχερά.
Είναι πολύ τυχερά διότι δεν μπαίνουν απλώς σε μια σχολή, αλλά σε ένα σύστημα το οποίο τους ανοίγει ορίζοντες που δεν φαντάζονται. Ίσως αυτό δεν είναι τόσο φανερό στην Ελλάδα όπου τα τμήματα είναι κλεισμένα αεροστεγώς, όμως ας μην περιμένουν την εκπαιδευτική επανάσταση, ας τα πάρουν έτσι όπως είναι. Υπάρχει το αντικείμενο που τα περιμένει, υπάρχουν τα κτίρια, η υποδομή, έστω μουτζουρωμένη και βανδαλισμένη, ας μην ασχοληθούν με τη γκρίνια. Καλό θα ήταν να έβρισκαν τελειόφοιτους στην είσοδο να τους ξεναγήσουν, όπως γίνεται σε μερικά ευρωπαϊκά Πανεπιστήμια, αλλά αφού δεν θα βρουν, ας ψάξουν μόνοι τους ανθρώπους που θα απαντήσουν στις ερωτήσεις τους, όχι απαραίτητα από τα κομματικά τραπεζάκια. Αλλά ακόμα κι αυτά, αν υπάρχουν ακόμα, γιατί όχι;
Σημασία έχει ότι κέρδισαν τον κόσμο της διδασκαλίας, πιο πλατύ, πιο ανοιχτό, πιο προνομιακό από ποτέ, και μαζί το χρόνο της και τους ανθρώπους της. Στη σχολή θα βρουν τους δασκάλους, αν θελήσουν να τους δεχτούν για δασκάλους, τους αυριανούς συναδέλφους ή συνεργάτες, τους φίλους και τους εχθρούς. Κι αν δεν είναι αυτή που διάλεξαν, ας δουν τι μπορούν να πάρουν και πού να οδηγηθούν, γιατί δεν είναι μόνο η πόρτα των Πανεπιστημίων της Ελλάδας που τους άνοιξε με το Απολυτήριο τους, αλλά όλου του κόσμου. Κι αν πήραν χαμηλό βαθμό σε κάποιο μάθημα κι οι σοφοί σχολιαστές τους κάνουν να ντρέπονται, δεν έχει καμία σημασία.

Τετάρτη 28 Αυγούστου 2019

Η κουζίνα της μανούλας μου

Πιάνω να ξεκαθαρίσω κάπως την αποθήκη στο εξοχικό, πράγματα χρόνια αχρησιμοποίητα στα ράφια. Παλιά κουτιά από τσάι που σκούριασαν, αλουμινένιες φόρμες για γλυκά, το ξύλινο γουδί. Η κουζίνα της μαμάς μου είναι μάλλον κληρονομιά της από την κουζίνα της γιαγιάς, αυτά τα πράγματα ήταν παλιά αφότου ήμουν παιδί. Στο γουδί έχει γίνει συγκόλληση του ξύλου, ένα τέτοιο κομμάτι δεν πετιέται φυσικά, αλλά πρέπει να το γυαλίσουμε και να το στολίσουμε κάπου στο σαλόνι, και δεν είμαι σίγουρη αν έχουμε σαλόνι.
Στο εξοχικό αυτό που έφτιαξαν οι γονείς μου τη δεκαετία του 70, έφεραν τις παλιτσαρίες του αθηναϊκού διαμερίσματος για να το εξοπλίσουν, αυτό το γουδί ας πούμε έχει να χρησιμοποιηθεί από τότε που βγήκαν τα μίξερ. Έφτιαχναν σ' αυτό τη μαγιονέζα, θυμάμαι να προσπαθώ πολύ μικρή να βοηθήσω τη μαμά μου στάζοντας το λάδι σαν κλωστή, δεν έπρεπε να πέσει παραπάνω ούτε λιγότερο. Πώς το κατάφερνα κι εγώ δεν ξέρω, αλλά το έκανα, με χαρά με ενθουσιασμό, και είχαμε φτιάξει μαγιονέζα, εκείνη χτυπούσε το γουδοχέρι με το σωστό ρυθμό. Πόσες φορές έγινε αυτό; Ελάχιστες, η μαμά μας δεν ήταν της μαγειρικης, όπως φρόντιζε να μας τονίζει ακόμα κι όταν δεν της είχε μείνει άλλη ασχολία από το να μαγειρεύει για μας θέλαμε δεν θελαμε.
Τότε, την εποχή του γουδιού, η δουλειά της δεν της άφηνε χρόνο ν' ασχοληθεί. Λίγες φορές μόνο είχε γίνει αυτό, ίσως μετρημένες στα δάχτυλα. Είχαμε κάποτε πλάσει κουλουράκια σε μια ανοιχτή πήλινη λεκάνη. Με είχε αφήσει να φτιάξω κι εγώ μερικά, και τα είχε ψήσει δίπλα στα δικά της. Ύστερα είχε εκνευριστεί για κάποιο λόγο, θα είχα πασαλείψει μάλλον παραπάνω απ' όσο χρειαζόταν την κουζίνα. Δεν είχε χρόνο για τέτοια, δούλευε στην Τράπεζα το πρωί, και συχνά ξαναπήγαινε το απόγευμα για υπερωρίες, να εξοφληθεί το σπίτι. Λίγες ακριβές αναμνήσεις έχω μαζί της στην κουζίνα.  Είχαμε φτιάξει αυτή τη μαγιονέζα, και στο άλλο γουδί, το γαβάνι, (ή μήπως αυτό είναι το γαβάνι;) με είχε βάλει να κοπανήσω καρύδια για το χαλβά της Ρήνας. Έφτιαχνε στις γιορτές αυτό τον χαλβά για πολλά χρόνια, μέχρι πριν μια πενταετία νομίζω, ένα γλυκό εξαιρετικό, δεν έχω φάει καλύτερο και δεν με συγκίνησε ποτέ κανένα άλλο τέτοιου είδους, ραβανί, πορτοκαλόπιτες, καρυδόπιτες κλπ. Τίποτε, πάντα από ευγένεια τα έτρωγα όλα τούτα. Τώρα που το σκέφτομαι, μπορώ άνετα και να τα κόψω. Ο οποίος χαλβάς έμπαινε σ' αυτή τη φόρμα με το μάνταλο, για να γίνεται σφιχτός, πολύ περίπλοκη διαδικασία που ποτέ δεν συμμετείχα αφότου το μπλέντερ αντικατέστησε το γαβάνι. Ή το γουδί. Μάλλον, και τα δυο.
Ποτέ της δεν μαγείρεψε αργά και περιγραφικά, όπως ο μπαμπάς μας που ανέλυε τα υλικά και τη διαδικασία χαμογελώντας, σα να μας παρουσίαζε κάποιο θίασο ποικιλιών. Όχι ότι έμαθα τίποτε κι απ' αυτόν, τα εξωτικά του φαγητά χάθηκαν δια παντός μαζί του. Η μαμά πάντα βιαζόταν, όλο κάτι καλύτερο είχε να κάνει, ουσιαστικά ασχολήθηκε με τη μαγειρική ως γιαγιά. Τότε καθιέρωσε τη στολισμένη σφυρίδα με μαγιονέζα που έκανε πάταγο σε κάθε της εμφάνιση.
Πρέπει να πετάξω τα σκουριασμένα κουτιά με τις Κινέζες. Θα ήθελα να έχω ένα παραπάνω διαμέρισμα για μουσείο της οικογένειας, θα άρεσε πολύ στα παιδιά μου, θυμώνουν όταν πετάω το παραμικρό. Ελπίζω να συμβιβαστούν με τη φωτογραφία. Το ξύλινο γαβάνι ή γουδί, θα το κρατήσω μάλλον.

Τρίτη 20 Αυγούστου 2019

Κατι που μου άρεσε



Υπήρχαν ακόμα στη δεκαετία του 70 στην Αθήνα ένα σωρό παλιά μεγάλα σπίτια, όπου η ζωή θα έπρεπε να είναι εντελώς διαφορετική από ό,τι στα διαμερίσματα.  Μερικά είχαν εκτός από την κυρίως τους είσοδο, πάνω στο δρόμο, μια ακόμα δίπλα, απ’ όπου έμπαινες στην αυλή και τον πίσω κήπο τους. Αυτή η εξωτερική διαρρύθμιση ήταν αδιανόητη για κάποιον που ζούσε σε διαμέρισμα, άσε δε και την εσωτερική διαρρύθμιση με την εσωτερική σκάλα και την κουζίνα που είχε ίσως κάποια άλλη δική της σκάλα η οποία έβγαζε στο υπόγειο. Κάποια μέρα λοιπόν ο Γιώργος Μπράμος που ήταν καινούργιος φίλος, τον είχα γνωρίσει από μια παλιά φίλη, αλλά με κάποιο τρόπο δημιουργούσε ευχάριστη οικειότητα αμέσως μόλις τον γνώριζες, μου πρότεινε να κάνουμε βόλτα στα Εξάρχεια, στις παρυφές του Λυκαβηττού, θα σου δείξω κάτι που θα σου αρέσει, είπε. Τι, τι, ρωτούσα εγώ καθώς πηγαίναμε, κι εκείνος έλεγε, μα περίμενε λίγο! Ήμουνα πολύ περίεργη τι είχε σκεφτεί ότι θα μου άρεσε, ακόμα και για την ίδια την ιδέα να μου το δείξει, ποιος νοιαζόταν με τέτοια τη στιγμή που είχαμε πάντα πολύ μεγάλα, τεράστια και σοβαρά θέματα να μας απασχολούν; Το τι αρέσει στον καθένα και να του το δείξουμε κιόλας; Γι αυτό τον αγάπησα νομίζω, από εκείνη την πρόταση και μόνο, πολλά χρόνια πριν. Κάτι που μου άρεσε πράγματι, ήταν ένα παλιό σπίτι στο οποίο δεν μπήκαμε από την κυρίως πόρτα αλλά από την πλαϊνή, εκείνη της αυλής, και στο πίσω μέρος υπήρχε ένα άλλο μικρό σπιτάκι               όπου έμεναν ίσως κάποτε οι υπηρέτες του μεγάλου σπιτιού, ποιος ξέρει, και μας υποδέχτηκε εκεί χαμογελαστή μια φίλη του, μια γοητευτική κοπέλα η οποία έγινε αμέσως δική μου, από τις πιο αγαπημένες μου. Το ήξερα, έλεγε μετά, χαμογελώντας ευχαριστημένος. Μα τι ήξερες, ότι θα μου άρεσε το σπιτάκι, ότι θα μου άρεσε η Αλίκη; Είναι δυνατόν να ήταν δημιουργία σου δηλαδή η φιλία μας, επειδή μας σκέφτηκες μαζί, να ήσουν κάτι σαν τους μάγους του Μπόρχες ξέρω γω για μας, να μας φαντάστηκες και να υπήρξαμε; Όπως το σούπερ μάρκετ που έλεγε ότι διαλέγει πριν από μας για μας, αλλά κάτι πολύ πιο δύσκολο και ειδικό;
Τον πίστεψα πάντως, εξάλλου το επιβεβαίωσε κι άλλες φορές αργότερα.  Φανταζόμουν ως πριν λίγες μέρες που πέθανε ο Γιώργος ξαφνικά, ότι πάντα ήξερε κάτι που θα μου άρεσε κι εγώ ακόμα δεν υποπτευόμουν καν ότι υπάρχει, και θα μου το αποκάλυπτε κάποια στιγμή για να  χαμογελάσει.




Σάββατο 17 Αυγούστου 2019

Μνήμη Γιώργου Μπράμου

 Θυμάμαι βόλτες με τον Γιώργο Μπράμο.

Τι δουλειά είχαμε εμείς να κυνηγάμε τους καημούς των πατεράδων μας, να ζητάμε τα ρέστα; Να ζητάμε να βγάλουμε άκρη και θετικό συμπέρασμα από τα αποτυχημενα ήδη συστήματα, να τα επενδύουμε με όλη την ανατρεπτική διάθεση της νιότης μας;
Λάθος όλα, παρεξήγηση από την αρχή, όμως τουλάχιστον συναντηθήκαμε στη συλλογική αυτή αυταπάτη, κι αν την κρίνεις εκ των υστέρων με μετρο τη συγκίνηση της επαφής μας, τις προσπάθειες να ξεπεράσουμε τους εαυτούς μας, την αποκάλυψη της προσωπικότητας μερικών από τους παλιούς φίλους, αυτή την πάντα τόσο δυνατή, τόσο απρόσμενη, τόσο ολόσωμη να το πω έτσι, συγκίνηση, αυτή η συγκίνηση, η κοινή πίστη στον ουτοπικό στόχο υπό το φως των συναντήσεων μαζί τους αξίζει όσο κάθε άλλη.

Toυρίστας αμετανόητος

 Αδειοι είμαστε φέτος –γκρινιάζει ο φούρναρης στο μαγαζί που μπήκαμε για μια τυρόπιτα–, όλος ο κόσμος πάει στην Τουρκία! Εδώ έρχονται και παίρνουνε πακέτο ημιδιατροφή στα ξενοδοχεία, δεν βγαίνουν καθόλου να πάνε στα μαγαζιά!

Κουνάω το κεφάλι με κατανόηση. Οσο θυμάμαι τους εμπόρους πάσης φύσεως, γκρινιάζουν για πτώση στις δουλειές. Ομως για να παρκάρω στο «άδειο» θέρετρο, έπρεπε να περιμένω να φύγει κάποιος, να ελευθερωθεί θέση στο πάρκινγκ. Μπορεί και να έχει δίκιο.

Ποιος ξέρει; Μέχρι να βρει χαρτοσακούλα και να κόψει απόδειξη έχει αποφανθεί ότι με το ζόρι γέμισαν για μια βδομάδα μόνο τα καταλύματα, και πάει, είμαστε χαμένοι, δεν έχει μέλλον η χώρα. Είχα σκοπό να φύγω μετά, αλλά σχεδόν ενοχικά πήγα και κάθισα στο καφενείο της πλατείας. Είχε κόσμο, είχε δροσιά, ήταν ωραία, πήρα ένα χυμό, πήγα και στην τουαλέτα.

Αυτό το τελευταίο απεδείχθη κακή ιδέα. Οχι ότι πρώτη φορά έβλεπα τουαλέτα βρόμικη, γεμάτη χαρτιά, με καζανάκι που δεν έβρισκες πώς δουλεύει και μυρωδιά απλυσιάς ημερών, αλλά μετά τις δυσοίωνες προβλέψεις του φούρναρη, κάπως μου κακοφάνηκε. Το είδα κι εγώ γενικά, και πατριωτικά.

Εχει μέλλον η χώρα; Σίγουρα, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν πρέπει να έχει καθαρές τουαλέτες. Ακόμα κι αν δεν έχει μέλλον, όμως, πες ότι τελειώνει σε λίγους αιώνες, σε λίγες δεκαετίες, σε λίγα χρόνια έστω, τι πειράζει αν ώς την έσχατη στιγμή έχει τουλάχιστον καθαρές τουαλέτες;

Βγαίνοντας και παίρνοντας βαθιές ανάσες του ωραίου ελληνικού αέρα, παρατηρώ τη διαφορά του έξω από το μέσα, το πιο μέσα, αυτά τα μικρά δωμάτια που παριστάνουν τις τουαλέτες. Απ’ έξω δροσοστόλιστη ομορφιά, γλυκιάς σκιάς χειροπιαστό το χάδι, και μέσα στην ολόκλειστη μεριά, την τρύπα αυτή που παίρνει κάθε μέρα την όψη τουαλέτας, με χαλασμένο φως πολύ συχνά, τρεμάμενα ψάχνεις το πόμολο να κλείσεις, λίγο χαρτί γυρεύεις και δεν βρίσκεις… κ.λπ. κ.λπ.

Παράπονο δεν έχω, τόσα χρόνια που τριγυρίζω στην Ελλάδα δεν έπαθα τίποτε από ημιακάθαρτες τουαλέτες. Εξαιρείται ένα είδος ενοχής που πάντα με πλημμυρίζει. Τι δουλειά έχεις εδώ; σα να σου λέει η παραμέληση. Γιατί δεν είσαι σπίτι σου, σουρτουκεύεις, αλητεύεις, βάζεις σε κόπο τους ανθρώπους, είσαι εκτός τόπου, ίσως κι εκτός χρόνου; Βγαίνω με την περιηγητική μου διάθεση ψαλιδισμένη, αλλά όποιος νομίζει ότι το βάζουμε κάτω οι τουρίστες με κάτι τέτοια, κάνει λάθος. Εκτός αν δεν κάνει.

Δευτέρα 12 Αυγούστου 2019

Ο κρυμμένος θησαυρός του Πηλίου

H Δράκια, το χωριό της γιαγιάς μου, είναι το καλύτερα κρυμμένο μυστικό του Πηλίου. Δεν υπάρχει ταμπέλα στην Αγριά να σε οδηγεί να στρίψεις, να βρεις το δρόμο της. Και φυσικά δεν αναφέρεται πουθενά ότι μπορείς να πας εύκολα από εκεί στο Χάνια και στο χιονοδρομικό στις Αγριόλευκες, κι απο τα Χάνια σε όλο το ανατολικό Πήλιο. Ούτε στο χωριό επάνω υπάρχει τέτοια ταμπέλα, ούτε όμως και στα Χάνια ο δρόμος δείχνει από πού να στρίψεις για Δράκια. Λες και γίνεται κάποια συνωμοσία για να μείνει κρυμμένη, άγνωστο για ποιους λόγους.
Όταν φτάσεις τελικώς, και θέλεις να δεις το αρχοντικό της που ανακαινίστηκε με επιδότηση του ΥΠΠΟ, δεν μπορείς διότι οι ιδιοκτήτες λείπουν κι όταν είναι εκεί δεν έχουν όρεξη να το δείχνουν. Κάποια στιγμή εγώ το είδα, όταν γινόταν η ανακαίνιση, και θέλω να σκανάρω τις πολύ πρόχειρες φωτογραφίες που έβγαλα.

Επιπλέον, δεν ήξερα ότι ο Αγιος Σπυρίδωνας, μια εκκλησία πέρα από το ρέμα της, είναι έτσι τοιχογραφημένη. ¨Εβγαλα αυτές τις φωτογραφίες χτες, στο πανηγύρι. Δεν καταφέραμε να μάθουμε χρονολογία, ή ποιος ήταν ο καλλιτέχνης. Σαράντα χρόνια έρχομαι εδώ, κι ακόμα ανακαλύπτω μυστικούς θησαυρούς. 


Πέμπτη 8 Αυγούστου 2019

Παράταση ζωής


Μέρες στο μαγευτικό χωριό, στο σπιτάκι που έφτιαξαν εδώ οι γονείς μας πριν τέσσερεις δεκαετίες αναζητώντας ρίζες, γνήσιες και υιοθετημένες. Κι όπως κάθε καλοκαίρι, εργασίες αναστήλωσης, να κρατηθεί στο δύσκολο βουνό ένα σπίτι που καλά θα ήταν να είναι απλή ξύλινη καλύβα, όπως κάνουν  οι Σουηδοί τα εξοχικά τους, όμως όχι, εμείς εδώ φτιάχνουμε σπίτια αληθινά, όπως ήταν κάποτε στο χωριό, αλλά με όλα τα κομφόρ.
Στο μεταξύ το χωριό φυτοζωεί, πώς να ξαναβρεί τη ζωντάνια που το έχτισε πέτρα πέτρα, εφαρμοστό εργόχειρο στην πλαγιά, με την παράξενη οικονομική ανάπτυξη του 19ου αιώνα; Όταν αγόρασαν πολλοί Αθηναίοι σπίτια, λέγαμε θα ξαναζωντανέψει, αλλά δεν βρίσκονταν εργάτες για τη συντήρηση τους. Ύστερα ήρθαν μετανάστες, πάνω που μερικοί άρχισαν να τα εγκαταλείπουν κουρασμένοι. Δόθηκε γενική παράταση ζωής, μερικοί μάλιστα εγκαταστάθηκαν εδώ, συνέχισε να λειτουργεί το Δημοτικό σχολείο, άνοιξαν ταβέρνες, τα περβόλια κάρπισαν, κάτι κινήθηκε από τουρισμό. Τα σπίτια βέβαια κοστίζουν ακριβά, και στην κρίση επάνω μερικά ακόμα κόντεψαν να εγκαταλειφθούν, ανάμεσα και το δικό μας. Το έβαλα στο  Airbnb πρώτη και καλύτερη, με κοίταζαν με μισό μάτι οι γείτονες, μα θα βάζεις ξένους στο σπίτι σου; Σε λίγα χρόνια οι περισσότεροι είχαν υιοθετήσει την ίδια μέθοδο σωτηρίας. Τα παιδιά των πρώτων ιδιοκτητών έχουμε γίνει ξενοδόχοι, μαθαίνουμε τρόπους υποδοχής και εξυπηρέτησης, κι εκτός από σαπουνάκια και πετσέτες, μαθαίνουμε επιτέλους να υποδεικνύουμε τις ομορφιές του τόπου. Οπότε μπορεί να τις ανακαλύψουμε κι εμείς, ντόπιοι, μετανάστες και παραθεριστές. Πήραμε νέα παράταση ζωής. Αν και η παράξενη αντίσταση των παλιών του κατοίκων επιβιώνει με αυτοκαταστροφική επιμονή απέναντι σε κάθε τι καινούργιο, ίσως αυτή τη φορά τα καταφέρει.
Βέβαια ο τουρισμός δεν αρκεί αν δεν στεριώσει για τα καλά, να δημιουργήσει δουλειές με βάθος χρόνου, να κρατήσει τα παιδιά των μεταναστών και όσων ακόμα ζουν εδώ σε μια ισορροπημένη καθημερινότητα, με λίγη παραγωγή πρωτογενή, κανα μήλο, κανα ροδάκινο, κανα σύκο, λίγο λάδι, και εργαστήριο ξύλου θα μπορούσε, λέμε τώρα. Αλλά ας μην παρασυρόμαστε.
Οι μετανάστες, που τους κατηγορούν για μύρια όσα οι δεξιοί, η μίσθωση κατοικιών, που την κατηγορούν για μύρια όσα οι αριστεροί, έσωσαν προς το παρόν τον όμορφο τόπο. Να δούμε αν θα τα καταφέρουν στο μέλλον, ή θα τους τσακίσουν ένθεν και ένθεν, δεξιοσύνη,  αριστεροσύνη και συντηρητισμός που δεν συντηρεί τίποτε.

Τρίτη 30 Ιουλίου 2019

Παλιά μου τέχνη




Όσο θυμάμαι τον εαυτό μου, στην Ελλάδα μιλάμε για δημογραφικό ζήτημα. Βέβαια, γιατί οι Τούρκοι είναι δεκάδες εκατομμύρια κι αν παλαίψουμε σώμα με σώμα, θα αναλογούν δέκα στον καθένα μας, οπότε πρέπει να είμαστε διαρκώς σε εγρήγορση, ο καθένας μας ένας Διγενής Ακρίτας. Στο μεταξύ οι άνθρωποι πάνω στη Γη έχουν ξεπεράσει τα εφτά δισεκατομμύρια και το μεγάλο ερώτημα πια είναι αν θα φτάνει ο πλανήτης να τους τρέφει, να τους ντύνει, να τους δικτυώνει, κι όλα τα υπόλοιπα που χρειάζονται πλέον όλο και περισσότεροι, όμως εμείς εδώ τα ίδια, το δημογραφικό μας. Πριν τριάντα χρόνια έδιναν πάλι επίδομα τρίτου παιδιού, θυμάμαι, αλλά το πρόβλημα δεν λύθηκε, όλο και λιγοστεύουν τα παιδιά, όλο και ζουν περισσότερο οι γέροι. Εμένα ας πούμε, τα δικά μου παιδιά, έχουν φύγει και τα τρία από την Ελλάδα, όπου γεννήθηκαν, μεγάλωσαν, μορφώθηκαν, βρήκαν την πρώτη τους δουλειά, έκαναν τις πρώτες τους φιλίες, κι όπου θα μπορούσαν να απολαμβάνουν διάφορες ευκολίες όπως κάποιο ιδιόκτητο διαμερισματάκι, κάποιο διαρκώς γεμάτο ταπεράκι, ένα πατρικό αυτοκίνητο, ένα πατρογονικό εξοχικό, κλπ. κλπ. Προτιμούν να ζουν σε δωμάτια μεγάλων σπιτιών όπου μοιράζονται μπάνια και κουζίνες με άλλους πέντε, πληρώνοντας πανάκριβο νοίκι, να δουλεύουν καθημερινά ατελείωτες ώρες, να μην έχουν αυτοκίνητο, να βιώνουν υγρά καλοκαίρια και ατελείωτους συννεφιασμένους χειμώνες. Δεν δίνουν βέβαια μάχες για τα αυτονόητα, όπως εμείς εδώ, από το αν θα τους πάρουν την ουρά στην τράπεζα, την εφορία και τη στάση, μέχρι αν θα μπορέσουν να πάνε μια βόλτα από το πεζοδρόμιο στην πόλη, αλλά αξίζει κάτι τέτοιο τόσες στερήσεις; Σίγουρα όχι, μάλλον μετράει και η ψυχολογία των νέων να θέλουν οπωσδήποτε να σταθούν στα πόδια τους, να ανακαλύψουν τις δυνατότητες τους, να αναμετρηθούν  με όλες τις δυνάμεις τους στον επαγγελματικό στίβο, να μη βολευτούν σε κάτι εύκολο που θα τους αποβλακώσει.
Καθόμαστε και συζητάμε για υπογεννητικότητα και άλλα ανύπαρκτα προβλήματα, ανύπαρκτα σε έναν κόσμο πλημμυρισμένο ανθρώπους, και δεν βλέπουμε ότι η ζωή εδώ δεν είναι ελκυστική ούτε για όσους γεννιούνται ούτε και για όσους έρχονται από φτωχές χώρες. Δεν μπορούμε να τους κρατήσουμε τους ανθρώπους, μορφωμένους κι ανειδίκευτους, οπότε τι να κάνουμε; Επιδιδόμαστε στην αγαπητή μας τέχνη, που τόσο έχουμε καλλιεργήσει, να κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας.

Σάββατο 27 Ιουλίου 2019

Τα κομμένα μπατζάκια

Πριν την Κατοχή, η οικογένεια με τον πατέρα Σπύρο,
 πρώτον αριστερά


Η μητέρα μου πρωτόδε το χωριό της δικής της μητέρας όταν ήταν σαράντα χρονών, κι εντελώς τυχαία, επειδή περνούσαν από κει κοντά, από την Πορταριά του Πηλίου. Το «δικό» της χωριό ήταν η Δράκεια, λίγο πιο κάτω από τα Χάνια, λίγο πιο πάνω από την Αγριά, και δεν το ήξερε κανένας τη δεκαετία του 70. Τότε συνάντησε για πρώτη φορά τα ξαδέρφια που ήξερε ότι είχε, πρώτα ξαδέρφια μάλιστα. Την κάλεσαν για Πάσχα, έτσι την επόμενη χρονιά πήγαμε οικογενειακώς. Θυμάμαι ακόμα το κρύο κάτω από τα βαριά παπλώματα, μέχρι να τα ζεστάνουμε με το κορμί μας. Όμως η φύση ήταν μαγευτική, περπατήσαμε σ’ ένα πετρόχτιστο μονοπάτι ως το απέναντι χωριό, τον Άγιο Λαυρέντη, και μαγευτήκαμε όλοι, μέχρι που άρχισαν οι γονείς μου να ψάχνουν ν’ αγοράσουν σπίτι, πράγμα που έκαναν λίγα χρόνια μετά. Αποκτήσαμε κι εμείς χωριό, έστω με καθυστέρηση.
Τα ξαδέρφια εκείνα είχαν ορφανέψει από πατέρα μικρά, και με τρόπο φριχτό. Τον είχαν μαζέψει οι Γερμανοί στην Κατοχή, το ’43, είχαν εκτελέσει 120 Δρακειώτες, αντίποινα, για δυο Γερμανούς μοτοσυκλετιστές που είχαν σκοτώσει οι αντάρτες στο δρόμο προς τα Χάνια. Είχαν πάρει μαζί και το μεγάλο του γιο. Πόσο χρονών ήταν τότε, δεκαπέντε, δεκαεφτά; Δεν διευκρινίστηκε ποτέ. Έφηβος πάντως, και φορούσε μακρύ παντελόνι όπως οι μεγάλοι, κι εκεί που περίμεναν στο καφενείο την εκτέλεση είχε ο πατέρας την ιδέα να κόψει τα μπατζάκια, να φανεί μικρό το παιδί. Τότε φορούσαν κοντά παντελόνια τ’ αγόρια, και το σήμα ότι είχαν μεγαλώσει ήταν τα μακριά παντελόνια. Κι έτσι γλύτωσε ο Γιάννης, τον πέρασαν για μικρό και τον τράβηξαν στην άκρη. Είδε όμως να σκοτώνουν όλους τους υπόλοιπους, και τον πατέρα του μαζί.
Πώς ζει κάποιος που γλίτωσε το θάνατο παρά τρίχα; Χορεύοντας κάθε μέρα από χαρά, δημιουργώντας, γλεντώντας, στίβοντας την πέτρα; Θα έπρεπε. Ο Γιάννης πέρασε την υπόλοιπη ζωή του ήσυχα, όσο πιο ήσυχα γινόταν, στο πατρικό του σπίτι, καλλιεργώντας τα πατρικά χτήματα, μιλώντας ελάχιστα, τρώγοντας ακόμα πιο ελάχιστα, χαμογελώντας σαν παιδί, πιάνοντας λίγο χώρο με την παρουσία του, σα να ντρεπόταν που είχε επιζήσει από τη μεγάλη σφαγή, ή σα να φοβόταν ότι μπορεί ακόμα να παραφυλάνε οι διώκτες του μήπως ανδρωθεί. Οι έρευνες για την ψυχολογία των επιζώντων του Ολοκαυτώματος έχουν καταγράψει συναισθήματα ενοχής, σα να ενσωματώνουν τα θύματα τη στάση των θυτών και να μην μπορούν να ξεφύγουν. Η βία που αντικρίζει ένας νέος δεν ξεπερνιέται με τίποτε, μπορεί να μην έχουν ακόμα καταγραφεί όλες οι ψυχικές ζημιές που προκαλεί. Ας είναι, ας μείνει μυστήριο, τώρα που χάνονται όλοι οι μάρτυρες των τρομερών αυτών γεγονότων, ας μη δοθεί ποτέ ξανά η ευκαιρία να μελετηθούν οι επιπτώσεις τους. Ας μείνουμε με τις παρατηρήσεις που μπόρεσε να κάνει ο καθένας.
Δεκαετία του 50 με επισκέπτες στα κτήματα. Ο Γιάννης είναι
ο τρίτος από αριστερά

Πέρασαν χρόνια για να συνέλθει το χωριό, αν ποτέ συνήλθε, γιατί σα να μην έφτανε η εκτέλεση εκείνη, έζησε και το σεισμό του Βόλου ως επίκεντρο, οπότε ούτε τις αναμνήσεις τους οι άνθρωποι δεν είχαν καιρό και διάθεση να διηγούνται. Μετά τη μεταπολίτευση πια, όταν δόθηκαν συντάξεις ‘εθνικής αντίστασης’ και αναγνωρίστηκε το βάρος εκείνης της μαζικής δολοφονίας, άρχισε κι εκείνος, ο επιζών, να μιλά περισσότερο, να θυμάται, να διηγείται, αλλά πάντα αποσπασματικά, σα να είχαν τραυματίσει το νου του οι σφαίρες που σκότωσαν τους άντρες γύρω του. Έφτιαξε ένα ντοσιέ και φυλούσε τα δημοσιεύματα, τον καλούσαν στην κατάθεση στεφάνου, μίλησε στην τηλεόραση. Αδύνατος όσο δεν έπαιρνε, τρεφόταν με μπισκότα Μιράντα βουτηγμένα σε γάλα, προς απελπισία της αδερφής του που κάθε μέρα μαγείρευε. Εκείνη του σιδέρωνε καθημερινά και τα γαλάζια πουκάμισα, έφτιαχνε την τσάκιση στα παντελόνια με τα οποία εμφανιζόταν στην πλατεία για καφέ όταν τέλειωνε τις δουλειές στα κτήματα. Έτσι αδύνατος και γερός πέρασε τα ενενήντα, με διαρκές χαμόγελο που σα να ευχαριστούσε για τη ζωή, σα να ντρεπόταν που ζούσε ακόμα, που απολάμβανε στις δεκαετίες της άνεσης τη δροσιά του πλάτανου και τη μυρωδάτη ζεστασιά της μασίνας. Άσε πια το αιρκοντίσιον στο σπίτι.
Πρώτη συνάντηση των ξαδέρφων στη δεκαετία του 70


Τον είδα τελευταία φορά το Πάσχα, είχε σπάσει το γοφό, δεν ξεχώριζε κάτω από τα σκεπάσματα, τόσο ελάχιστος είχε απομείνει. Πέθανε χτες. Ιωάννης ο ήσυχος, ο λάθρα βιώσας. Φιλοσοφική στάση, ας πούμε.

https://www.athensvoice.gr/greece/566626_ta-kommena-mpatzakia

Τετάρτη 24 Ιουλίου 2019

Χρόνια πολλά στη Δημοκρατία



Ήμουν ήδη εικοσιενός, είχα ήδη περάσει μέσα στη χούντα την εποχή που γίνεσαι άνθρωπος, και ποτέ δεν θα τους το συγχωρέσω, ήμουν στην Αθήνα και τριγυρίζαμε τη νύχτα σα χαμένοι, μην καταλαβαίνοντας πολύ καλά τι συμβαίνει, πράγμα που νομίζω ακόμα δεν έχει γίνει πλήρως κατανοητό: το πώς έπεσε η χούντα αφού προσπάθησε να κάνει κάτι σαν ενοποίηση της Κύπρου με την Ελλάδα με πραξικόπημα και επιθέσεις, και απέτυχε με τον τραγικό τρόπο που απέτυχε, είχαμε τρομερή αγωνία αλλά στο βάθος- βάθος πίστευα σε κάτι χωρίς λέξεις, δεν το είχα διατυπώσει όμως το πίστευα μέσα μου, το περίμενα, ότι δεν θα μας άφηναν έτσι, να χαθούμε σε πόλεμο, κάτι θα γινόταν, ήμασταν στην Ευρώπη, έστω μόνο γεωγραφικά ακόμα τότε. Και όντως κάτι έγινε, πιο ανέλπιστο κι απο τις ελπίδες μας, τώρα που το σκέφτομαι. Βρέθηκαν οι πολιτικοί που πήραν το τιμόνι, φέρανε το σκάφος στο λιμάνι και μας έβαλαν στην Ευρώπη επίσημα, μνημονεύετε Κωνσταντίνο Καραμανλή. Ναι, σα να γινόταν πραγματικότητα, να έπαιρνε σάρκα και οστά εκείνη η σιωπηλή ελπίδα που τότε είχα στο βάθος της ψυχής μου, εκείνη τη νύχτα, 24 Ιουλίου 1974.
Χρόνια πολλά στη Δημοκρατία, την εύθραυστη και πολύτιμη, που τόσο την έβρισαν και την απαξίωσαν τα τελευταία χρόνια, να μεγαλώνει απρόσκοπτα και να μη γερνάει. Γερνάμε εμείς και γινόμαστε σοφότεροι, αυτό αρκεί.

Queen on sea

 H ταινία «Βασίλισσα της θάλασσας» μου κόστισε μια ταραγμένη νύχτα. Δεν ήταν τόσο η άνοια της γριάς μητέρας που με σόκαρε, όσο η άγνοια της ...