Κυριακή 8 Φεβρουαρίου 2015

O Hansen και η Ελλάδα

Rethink Athens. Το σχέδιο πεζοδρόμησης της Πανεπιστημίου δεν θα χρηματοδοτηθεί τελικά. Θα πρέπει χωρίς λεφτά να ξανασκεφτούμε την Αθήνα, πράγμα δύσκολο. Στο κέντρο, στην περίφημη νεοκλασική τριλογία που θα αναδείκνυε το Rethink Athens, το κτίριο της Ακαδημίας εδώ και μήνες προστατεύεται από τα γκράφιτι και τις λοιπές εκδηλώσεις μίσους κατοίκων της πόλης με ένα πανό κατσαρής λαμαρίνας που ξεπερνά το ανθρώπινο ανάστημα. Οι μπογιές των συνθημάτων που έγραφαν στους τοίχους της απαιτούσαν όλο και βαθύτερο, όλο και πιο καταστροφικό καθάρισμα. Να κάτι που δεν θα μπορούσε να φανταστεί ο αρχιτέκτονας που τη σχεδίασε, ο Θεόφιλος Χάνσεν.
Στο ίδρυμα Θεοχαράκη έγινε από τον Οκτώβριο ως τον Ιανουάριο έκθεση σχεδίων του συγκεντρωμένων από ιδρύματα ευρωπαϊκών πόλεων όπου έζησε και εργάστηκε, η οποία θα μπορούσε να βοηθήσει να ξανασκεφτούμε την Αθήνα με λιγότερα μέσα. Έστω και χωρίς πεζοδρόμηση της Πανεπιστημίου. Να ξανασκεφτούμε ακόμα και την ανάγκη εντυπωσιακών παρεμβάσεων. Χωρίς αυτές, αναδεικνύοντας μόνο ό,τι υπάρχει ήδη επιτόπου, μπορούμε να σκεφτόμαστε;
Ο Θεόφιλος Χάνσεν υπήρξε ένας από τους διασημότερους αρχιτέκτονες της Ευρώπης. Ήταν Δανός αλλά εργάστηκε περισσότερο στη Βιέννη. Σπούδασε στην Κοπεγχάγη, ταξίδεψε σε όλη την Ευρώπη, βρέθηκε στην Αθήνα το 1838 και ξανασπούδασε, κατά κάποιον τρόπο, παρακολουθώντας τις ανασκαφές και το καθάρισμα της Ακρόπολης, περπατώντας συχνά στην πόλη και τα προάστειά της, μελετώντας τις αρχαιότητες και τις βυζαντινές εκκλησίες. Στην Αθήνα άρχισε και να διδάσκει, στο Σχολείο των Τεχνών. Ήταν Ευρωπαίος, όπως οι περισσότεροι αρχιτέκτονες της εποχής του που δεν αισθάνονταν ότι θα μπορούσαν να δημιουργήσουν νέα κτίρια στις πόλεις τους αν δεν ταξίδευαν πρώτα νότια, αν δεν μελετούσαν τα ρωμαϊκά ερείπια και στη συνέχεια, ακόμα καλύτερα, τα ελληνικά. Το καθιερωμένο αυτό ταξίδι, συμπλήρωμα απαραίτητο σχεδόν στις σοβαρές αρχιτεκτονικές σπουδές τότε, δημιούργησε τις ευρωπαϊκές πόλεις όπως τις ξέρουμε, αλλά δημιούργησε και την Αθήνα. Μελετώντας στην πηγή των πηγών, την ολοκαίνουργια πρωτεύουσα του ολοκαίνουργιου κράτους, οι αρχιτέκτονες εμπνέονταν και σχεδίαζαν όχι μόνο τις περίφημες νεοκλασικές πόλεις, ή τις νεοκλασικές επεμβάσεις στο Μόναχο, στη Βιέννη, στο Βερολίνο, στο Παρίσι, σε κάθε πόλη της Ευρώπης, αλλά πρότειναν και για την Αθήνα το καινούργιο της πρόσωπο.
Rethink Athens. Να ξανασκεφτούμε την Αθήνα. Να τη σκεφτούμε σαν σημείο ενός δικτύου πόλεων στην Ευρώπη οι οποίες την ίδια ταραγμένη εποχή, που τα έθνη αναδύονται ως ενσάρκωση των δημοκρατικών ιδεωδών, ως ιδανικά πλαίσια ελευθερίας των πολιτών, πασχίζουν να φτιάξουν το πολιτικό τους πρόσωπο με βάση τη θεωρούμενη κοιτίδα της δημοκρατίας. Να τη σκεφτούμε σαν τον ιδανικό προορισμό φοιτητών που ταξίδευαν με δυσκολίες αλλά και ενθουσιασμό κι είχαν την ευκαιρία να παρακολουθούν τη γέννηση μιας καινούργιας πόλης με αρχαίο όνομα. Πεζόδρομο ακριβοπληρωμένο από Άγγλους -Γάλλους -Πορτογάλους και λοιπούς λαούς της Ευρώπης δεν θα έχουμε. Ο προστατευτικός φράχτης από λαμαρίνα μπροστά στην Ακαδημία μπορεί να μείνει για πολύ, πολύ καιρό. Όπως και το μαυρισμένο ερείπιο του κινηματογράφου “Αττικού” ακριβώς από κάτω μπορεί να μείνει για πολύ καιρό ερείπιο. Τα ξέρουμε αυτά, αλλά δεν τα συζητάμε πολύ. Ωστόσο το ερώτημα έχει τεθεί: Υπάρχει ταύτιση των πολιτών με την πόλη; Έχουν υπόσταση τα κτίρια αυτά στα σύγχρονα πολιτικά οράματα; Τα βλέπει κανείς; Κάποιος άλλος εκτός απ' όσους μπανίζουν τα μάρμαρα των σκαλοπατιών που σπάνε εύκολα και γίνονται πυρομαχικά στις αψιμαχίες των δρόμων;
Ας την ξανασκεφτόμαστε την Αθήνα καθώς περνάμε ανάμεσα στο Πανεπιστήμιο, έργο του Χριστιανού Χάνσεν, του μεγαλύτερου αδερφού, και την Ακαδημία, έργο του Θεόφιλου Χάνσεν, του μικρότερου αδερφού, ο οποίος σχεδίασε αργότερα και τη Βιβλιοθήκη. Εξάλλου πρόκειται για ιδρύματα που προάγουν τη σκέψη. Το γιατί δεν καταφέρνουν να ενσωματωθούν στη ζωή και την καθημερινότητα της πόλης, γιατί τα κοιτάμε μόνο σαν προσόψεις, γιατί δεν ανεβαίνουμε τα σκαλιά, δεν περνάμε το κατώφλι τους, θέλει πολλή σκέψη. Έχουν γεννηθεί τα τελευταία χρόνια κινήματα ξενάγησης, ας τα ονομάσουμε έτσι, εθελοντικές προσπάθειες εξοικείωσης με την πόλη και την ιστορία της, που θα μπορούσαν, αν απλωθούν, ν' αλλάξουν το βλέμμα πολλών αθηναίων, και σταδιακά την ίδια την πόλη.
Τα σχέδια που εκτέθηκαν στην έκθεση του ιδρύματος Θεοχαράκη για τον Θεόφιλο Χάνσεν βοηθούν πολύ, όπως και η έκθεση που είχε γίνει πριν μερικά χρόνια στην Εθνική Πινακοθήκη με τα σχέδια του Τσίλερ. Μαθαίνοντας τη ζωή, την πορεία, τις επιτυχίες και τις αποτυχίες των ανθρώπων που σχεδίασαν και ξεκίνησαν να φτιάχνουν την καινούργια Αθήνα ίσως μπορέσουμε να την ξανασκεφτούμε καλύτερα. Μπορούμε να φανταστούμε τον εικοσιπεντάχρονο αρχιτέκτονα να ξεκινά από την πατρίδα του, όπου είχε ήδη εργαστεί ως τεχνίτης οικοδόμος κατά τη διάρκεια των σπουδών του, με αρκετά βραβεία αλλά χωρίς τη μεγάλη υποτροφία που θα του επέτρεπε να ταξιδέψει όπως ήθελε μέχρι την Αθήνα. Για πέντε μήνες περιόδευε στις πόλεις της Γερμανίας, όπου ο νεοκλασικισμός ήταν η τελευταία λέξη της πρωτοπορίας, κι ύστερα κατάφερε να φύγει νοτιότερα, στην Ιταλία, στη Βερόνα και τη Βενετία. Δεν κατέβηκε στη Ρώμη, όπως συνηθιζόταν. Από την Τεργέστη πήρε το πλοίο για τον Πειραιά, να συναντήσει στην Αθήνα τον αδερφό του Χριστιανό, ο οποίος ήταν εδώ αρχιτέκτονας της βασιλικής αυλής. Έκανε δηλαδή τη σωστή χρονολογικά πορεία, πρώτα στην Αθήνα, ύστερα στη Ρώμη, όπως παρατηρούν οι επιμελητές της έκθεσης Γιώργος Πανέτσος και Μαριλένα Κασιμάτη στο εισαγωγικό κείμενο του καταλόγου.
Για λίγα χρόνια αυτός ο πολύ εργατικός άνθρωπος, ο οποίος πριν σπουδάσει αρχιτεκτονική είχε μάθει τεχνική οικοδομών και είχε άδεια χτίστη, που στη ζωή του σχεδίασε άπειρα φιλόδοξα σχέδια και επέβλεψε την ανέγερση πολλών απ' αυτά, έμεινε στην Αθήνα παρακολουθώντας απλώς τις εργασίες στην Ακρόπολη. Σχεδίασε τον Παρθενώνα με το τζαμί που είχαν χτίσει μέσα μετά τον βομβαρδισμό του Μοροζίνη, πολλές αρχιτεκτονικές λεπτομέρειες και γλυπτά, αλλά και πανοράματα της Αττικής. Μελέτησε βυζαντινές εκκλησίες, επισκέφτηκε τη μονή Οσίου Λουκά , τη σχεδίασε κι αυτή. Οι πρώτες παραγγελίες που πήρε ήταν το Αστεροσκοπείο που αποφάσισε να δωρήσει ο βαρώνος Σίνας στο ελληνικό κράτος και το ιδιωτικό μέγαρο Δημητρίου στην τότε πλατεία Ανακτόρων. Η πλατεία ονομάστηκε “Συντάγματος” λίγο αργότερα, το μέγαρο Δημητρίου κατεδαφίστηκε για να μεγαλώσει και είναι το γνωστό ξενοδοχείο “Μεγάλη Βρετανία”, μόνο το Αστεροσκοπείο μένει ολόιδιο στο λόφο των Νυμφών και δεσπόζει με το παράξενο σχήμα του στο τοπίο γύρω από την Ακρόπολη. Θυμίζει λίγο εκκλησία, με τον τρούλο του, αλλά και αρχαίο ναό, με τις κολώνες, τα αετώματα του, και τις διακοσμητικές λεπτομέρειες που αναπαράγουν αρχαία μοτίβα. Ας πούμε ότι προτείνεται κάπως σαν ναός της επιστήμης, προς την οποία θα στρεφόταν το νέο κράτος βγαίνοντας από την οθωμανική άγνοια και οπισθοδρόμηση.
Με το Σύνταγμα του 1843 οι ξένοι υπήκοοι δεν μπορούσαν να εργάζονται σε δημόσιες θέσεις. Ο Χριστιανός και ο Θεόφιλος Χάνσεν έφυγαν από τις θέσεις του στην αυλή και στο Σχολείο των Τεχνών, ο Σάουμπερτ επίσης. Ο Θεόφιλος έπρεπε να εγκαταλείψει και τα σχέδια της Μητρόπολης που είχε κάνει. Πήγε στη Βιέννη, όπου μια άλλη νέα πόλη γεννιόταν, η αυτοκρατορική πρωτεύουσα του Φραγκίσκου Ιωσήφ, ο οποίος αποφάσισε ότι καλώς είχαν γκρεμιστεί τα τείχη της στους Ναπολεόντειους πολέμους, θα έπεφταν όλα και στη θέση τους να γινόταν η περιφερειακή οδός, η ωραία και επιβλητική Ringstrasse. Ο Χάνσεν έκανε προτάσεις για πολλά κτίρια και ανέλαβε το Κοινοβούλιο, το Χρηματιστήριο και διάφορα ιδιωτικά μέγαρα αστών που εγκαθίσταντο μεγαλοπρεπώς στην ανοιχτή πόλη. Έχτισε στη Βιέννη σε όλα τα ιστορικά στυλ, μεταφράζοντας τα στο δικό του τρόπο που είχε να ερμηνεύει την εποχή του: κλασικό, αναγεννησιακό, μεσαιωνικό, ακόμα και βυζαντινό. Ο επισκέπτης της πόλης δύσκολα συνειδητοποιεί ότι το Μουσείο των Όπλων που θυμίζει το βενετσιάνικο Αρσενάλε, η ελληνική εκκλησία της Αγίας Τριάδας, ένα μικρό βυζαντινό κομψοτέχνημα στην καρδιά της πόλης, το αναγεννησιακό Χρηματιστήριο και το Κοινοβούλιο που μοιάζει με αρχαίο ελληνικό συγκρότημα είναι σχεδιασμένα από το χέρι του ίδιου αρχιτέκτονα. Η πρώτη εντύπωση είναι πως ο αρχιτέκτονας επαναλαμβάνει παλιότερα στυλ προσφέροντας στα νέα κράτη τα χαρακτηριστικά της ταυτότητας που αναζητούν. Για την αυτοκρατορική Αυστρία η ιδέα αυτή περιλαμβάνει τα πάντα. Όμως το σύγχρονο βλέμμα μας, συνηθισμένο στο ριζοσπαστικό μοντέρνο, εμποδίζει να διακρίνουμε τον μοντέρνο για την εποχή του τρόπο με τον οποίο μεταχειρίστηκε ο Χάνσεν τα στοιχεία της αρχαιότητας, και των υπολοίπων ιστορικών περιόδων.
Η Αθηναϊκή τριλογία περιλαμβάνει μια πλήρη τέτοια πρόταση. Κλασική Ελλάδα με αναγεννησιακά στοιχεία δίπλα στο βυζαντινό Οφθαλμιατρείο και στη Μητρόπολη που δεν έγινε ποτέ, αλλά είχε ένα βλέμμα ανανέωσης του βυζαντινού ρυθμού με στροφή προς το κλασικό και μια ανεπαίσθητη πινελιά γοτθικότητας. Τη σχεδιάζει το 1856 και ξεκινά τη μελέτη της Ακαδημίας με χορηγία του Σίμωνος Σίνα. Η κατασκευή αρχίζει το 1859 με διευθυντή έργου τον μαθητή του Τσίλερ, ο οποίος θα εγκατασταθεί στην Ελλάδα. Η ανέγερσή της έχει αποτυπωθεί φωτογραφικά, οι δυο αρχιτέκτονες διακρίνονται στο εργοτάξιο. Στο κτίριο αυτό αποτύπωσε τις θεωρίες του περί πολυχρωμίας, ένα θέμα που ξεσήκωνε τότε μεγάλες συζητήσεις ανάμεσα σε αρχαιολόγους και αρχιτέκτονες. Χρησιμοποίησε στοιχεία του Ερεχθείου και του ναού της Αθηνάς Νίκης. Λένε πολλοί πως είναι το ωραιότερο νεοκλασικό κτίριο του κόσμου, κι αν σκεφτείτε πόσα υπάρχουν σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης, δεν είναι μικρό πράγμα ακόμα και ο ισχυρισμός για κάτι τέτοιο. Ίσως να είναι και το πιο κλειστό του κόσμου, κλειστό στο κοινό και στην πόλη, αλλά αυτό δεν έχει μετρηθεί ακόμα.
Η Βιβλιοθήκη σχεδιάστηκε το 1885 και το Ζάππειο το 1880. Την κατασκευή τους επέβλεπε ο Τσίλερ, καθώς ο Χάνσεν εργαζόταν πια κυρίως στη Βιέννη. Ήταν και διευθυντής εκεί στο τμήμα Αρχιτεκτονικής της Ακαδημίας Καλών τεχνών, κι οι μαθητές του έγιναν αργότερα οι σχεδιαστές των κτιρίων κοινωνικής κατοικίας της “κόκκινης Βιέννης”, πράγμα που επίσης δύσκολα φαντάζεται ο σημερινός επισκέπτης της πόλης αν δεν διαβάσει κάπου όλες αυτές τις ιστορίες.
Στον τόμο που εξέδωσε το ίδρυμα Θεοχαράκη για την έκθεση Χάνσεν μπορεί κανείς να βρει αυτές και άλλες πολλές ιστορίες, να σκεφτεί ξανά την Αθήνα, να αναλογιστεί πάνω στο μέγα μυστήριο της σχέσης της με τους κατοίκους της. Ίσως ακόμα και να ονειρευτεί το πιο απλό και τολμηρό σχέδιο, καθημερινές ξεναγήσεις στο κτίριο της Ακαδημίας, το Ζάππειο, το Αστεροσκοπείο από αρχιτέκτονες (και δυνατότητα επίσκεψης σε μαγαζάκι με σουβενίρ εν συνεχεία, με δυνατότητα κατανάλωσης καφέ) Περνάμε καθημερινά δίπλα από θησαυρούς και πρέπει ο καθένας ατομικά να αποφασίσει αν τον αφορά η ομορφιά τους, η πρόταση τους, οι ιδέες τους και οι μορφές τους, ή όχι.



Η αρχιτεκτονική του Θεοφίλου Χάνσεν (1813- 1891)
Hellenische Renaissance
The Architecture of Theophil Hansen

κατάλογος της έκθεσης, επιμέλεια Μαριλένα Ζ. Κασιμάτη, Γεώργιος Α. Πανέτσος
Ίδρυμα Εικαστικών τεχνών και Μουσικής Β & Μ Θεοχαράκη


Τετάρτη 4 Φεβρουαρίου 2015

Ως παιδίσκη δωδεκαετής

Το πρώτο μου ταξίδι σε ευρωπαϊκές πόλεις το έκανα όταν ήμουν δώδεκα χρονών. Μια βδομάδα Βιέννη- Μόναχο Βενετία. Με πούλμαν, τα αεροπλάνα ήταν τότε πανάκριβα. Από τότε πίστεψα και έλπισα ότι στην Ελλάδα έχουμε στόχο ζωής και ύπαρξης να γίνουμε σαν τους Ευρωπαίους. Έτσι έδειχναν όλα. Κυρίως, έτσι έλεγαν όλοι.
Με είχαν τότε συγκλονίσει οι λεπτομέρειες στη ζωή των πόλεων. Το πώς κυκλοφορούσαν τ' αυτοκίνητα και σταματούσαν στις διαβάσεις πεζών, πόσο ευγενικοί ήταν οι άνθρωποι παντού, πώς επινοούσαν διάφορα για να κάνουν τη ζωή απολαυστική, οι τακτικές συγκοινωνίες και οι χάρτες στις στάσεις, οι οδηγοί που απαντούσαν στις ερωτήσεις, οι πινακίδες παντού, οι ευχάριστες γωνιές με πράσινο και παγκάκια. Ολόκληρες πόλεις και γειτονιές με ωραία παλιά σπίτια που δεν απειλούνταν να γκρεμιστούν ένα - ένα, όπως στην Αθήνα που μεγάλωνα. Προβολή και περιποίηση της παλιάς ομορφιάς και ανάδειξη της καινούργιας. Υπέροχες βιτρίνες με παραδοσιακά πράγματα, από τυριά μέχρι παιχνίδια, και χαρούμενη περιέργεια για τα μοντέρνα. 
Ταξίδεψα ξανά, ευτύχησα να κάνω και μεταπτυχιακό στο Παρίσι, συνεχίζοντας να πιστεύω ότι οι Έλληνες δεν είχαν παρά να δουν κάποια πράγματα για να δεχτούν να τα εφαρμόσουν. Τι εμπόδιζε να είμαστε εξίσου ευγενικοί στους δρόμους, στα μαγαζιά και στα γραφεία, να διατηρούμε κι εμείς μερικά στοιχεία του παρελθόντος στις πόλεις, να τιμάμε και να προβάλουμε τα προϊόντα μας, να έχουμε ταμπέλες, να σταματάμε στις διαβάσεις;  Έφταιγε που ήμασταν φτωχότεροι, δεν ξέραμε, έπρεπε να σταθούμε στα πόδια μας, να λαδώσει το άντερό μας πρώτα, είχα σκεφτεί τότε. 
Περνούσαν τα χρόνια, λάδωνε το άντερο, αλλά χάρτες στις στάσεις δεν έμπαιναν. Ακόμα κι όταν έγινε το μετρό, στις στάσεις των λεωφορείων η σιωπή και περιφρόνηση παρέμενε. Στις διαβάσεις τα αυτοκίνητα δεν σταματούν. Κυρήχτηκαν διατηρητέα τα παλιά κτίρια, όμως μόνο τα νεοκλασικά. Κι οι ιδιοκτήτες τους πολλές φορές τα άφηναν να ρημάζουν. Συζητήσαμε πολύ για την ευγένεια, δεν μας αρέσει, τη θεωρούμε υποκρισία. Τα προϊόντα μας τα αναδεικνύουμε τώρα πια, αλλά ακόμα χρειάζεται ηρωισμός για να τα παράγουμε. Η Ευρώπη δεν έπρεπε να είναι στόχος αλλά εχθρός, μας είχε αλλοιώσει, μας είχε καταπιέσει, θέλαμε πίσω το Βυζάντιο, την Ορθοδοξία, λες και μας ζήτησε κανείς Ευρωπαίος ποτέ να αλλαξοπιστήσουμε. Μπλέξαμε βαθιά στα στερεότυπα, τα δικά μας και των άλλων. Το πως μας έβλεπαν, το πως θέλαμε να φαινόμαστε, το πώς τους βλέπαμε. Ψυχόδραμα.
Κάτι άλλο χρειαζόταν λοιπόν για να γίνουμε ως Έλληνες Ευρωπαίοι, το οποίο δεν το δεχόμαστε εύκολα: να σεβόμαστε και να αποδεχόμαστε ο ένας τον άλλον, τα δικαιώματα του, την ύπαρξή του, τις ανάγκες του, κι όλοι μαζί το δημόσιο. Κι άλλοι λένε ότι φταίει που δεν περάσαμε Διαφωτισμό, που δεν είχαμε αστικη τάξη, η Τουρκοκρατία οπωσδήποτε, ο καλβινισμός των άλλων, διάφορα δύσκολα και ακατανόητα γενικώς. 
Ωστόσο επειδή εγώ ακόμα πιστεύω, ως παιδίσκη δωδεκαετής, ότι χρειαζόμαστε ένα πρότυπο για να τείνουμε και να πιστεύουμε στην καλύτερη ζωή, σας παρακαλώ κύριε Τσίπρα τώρα που ταξιδεύετε στα Παρίσια και στις Ρώμες, μην την αλλάξετε πολύ απότομα την Ευρώπη. Σιγά σιγά. Με τρόπο. 


Τετάρτη 28 Ιανουαρίου 2015

Η ψυχολογία του θύματος


Με όλα τα συνταρακτικά γεγονότα και τις εκλογές, μου έμεινε στο μυαλό ένα μικρούλι γεγονός της προηγούμενης εβδομάδας. Ο υπουργός Παιδείας (της προηγούμενης εβδομάδας) έσπευσε να δηλώσει ότι θα αποσυρθεί το βιβλίο Ιστορίας της Τέχνης της Γ Λυκείου (μάθημα επιλογής) διότι δεν έχει τη λέξη “κλοπή” για τα μάρμαρα του Παρθενώνα από τον Έλγιν, αλλά τη λέξη “μεταφορά”. Κι έσπευσαν πολλοί να δηλώσουν τον αποτροπιασμό τους που 11 χρόνια τώρα τα παιδιά μαθαίνουν ότι ο Έλγιν “μετέφερε” τα μάρμαρα του Παρθενώνα, κι όχι τα έκλεψε.
Σα να είναι η ψυχολογία του θύματος το υψηλότερο εκπαιδευτικό αγαθό που παρέχει το ελληνικό κράτος στα παιδιά της, βρίσκει σύμφωνους τους πάντες. Άλλα προβλήματα της Παιδείας μπορεί να λύνονται πολύ πιο δύσκολα, να υπάρχουν διαφωνίες, αλλά σε αυτό όλοι συμφωνούν με χαρά, κάθε φράση σε κάθε σχολικό βιβλίο πρέπει να καλλιεργεί τον ύψιστο αυτό σκοπό, να διαμορφώνει στην ψυχή του ελληνόπουλου, που ίσως δεν έχει τα μέσα για φροντιστήρια, ιδιαίτερα κλπ, κι ίσως δεν μάθει ποτέ καλά ορθογραφία, ή μαθηματικά, την εθνική ψυχολογία του θύματος. Ακόμα και ο πιο φτωχός μαθητής θα αποκτήσει την επίσημη σφραγίδα της ελληνικής παιδείας, αυτή τη βαριά πνευματική αρχή της, την ψυχολογία του θύματος. Αυτό τουλάχιστον το εμπεδώνει ένα παιδί που τελειώνει ελληνικό σχολείο. Ας τα έχει όλα στο μυαλό του λίγο φλου, ξέρει πως η πατρίδα του πάντα υπήρξε θύμα των μεγάλων δυνάμεων, ότι αφού έδωσε τα φώτα στον κόσμο δεν πήρε ποτέ την ανάλογη αντιπαροχή, όλοι την επιβουλεύονται και την απειλούν, γείτονες κοντινοί και μακρύτεροι, κι οφείλει να ζει με την καχυποψία και τη δυσπιστία ως έλλην απέναντι στην υφήλιο.
Σήμερα αναρωτιούνται πολλοί πώς γίνεται και η Χρυσή Αυγή είναι ακόμα τρίτο κόμμα, με τόσα που γίνανε, με τους αρχηγούς της στη φυλακή, κλπ. Η απάντηση όμως έχει δοθεί προ πολλού, δίνεται καθημερινά στη διάπλαση των παίδων, και των μη παίδων, με αυτή τη θεμελιώδη αντίληψη. Όλοι θέλουν το κακό μας από αρχαιοτάτων χρόνων.
Θα μου πείτε ότι όλα τα έθνη καλλιεργούν κάτι παρόμοιο στα σχολεία, γι αυτό και παντού υπάρχουν ακροδεξιοί, εθνικιστές και μανίες καταδίωξης. Νομίζω ότι το παρακάνουμε στην Ελλάδα. Ο λόγος του σχολείου και ο πολιτικός λόγος γενικά είναι γεμάτος από την αυτονόητη ιδέα ενός λαού- θύματος των ισχυρών. Κι όπως μπορεί να εξηγήσει κάθε ψυχολόγος, το να νιώθει κάποιος θύμα είναι πολύ επικίνδυνο πράγμα. Ρέπει αυτομάτως προς τη βία, την εκδίκηση, τον αποκλεισμό και την αντικοινωνικότητα. Το υλικό που παραδίδει το ελληνικό σχολείο είναι η καλύτερη πρώτη ύλη για τη Χ.Α. Ο πολιτικός λόγος θεωρεί δεδομένη αυτή την κατάσταση. Όποιος πάει να τη μετριάσει, την πληρώνει, όπως ξέρουμε, πολύ άσχημα.

Πέμπτη 22 Ιανουαρίου 2015

Τι θα πει ξενιτιά;

Περάσαμε την πρωτοχρονιά όλοι μαζί στο σπίτι, ξανά μετά από χρόνια. Παράξενη αίσθηση της παρουσίας των παιδιών που δεν είναι πια παιδιά, αλλά σα να ξαναγίνονται για λίγο, την ώρα που εσύ ο γονιός αισθάνεσαι το ξαναφορεμένο κοστούμι του γονιού να σε στενεύει. Πάντα οι γονείς βλέπουν τα παιδιά τους σαν παιδιά, έλεγε ο πατέρας μου, αλλά δεν είμαι σίγουρη ότι έγινα τέτοιος γονιός. Βλέπω τα παιδιά μου σαν ανθρώπους, με ξαφνιάζουν ευχάριστα όταν αποκαλύπτεται πως έχουμε τα ίδια γούστα στα τραγούδια, λες και ξέχασα ότι ήμουν εγώ που τα νανούρισα συστηματικά με όσα μου άρεσαν. Συμβαίνουν διάφορα περίεργα με την αίσθηση του χρόνου καθώς προσπαθούμε να συντονίσουμε τις φωνές μας πάνω από το πιάνο, κάτι κύματα πύκνωσης ημερών, κάτι ίλιγγοι αραίωσης δεκαετιών. Δεν μπορείς να το διαχειριστείς αυτό το πράγμα, αν και πολλοί νομίζουν ότι φτάνει να φορέσεις μια ποδιά ως μητέρα, και ν' αρχίσεις να σερβίρεις μελομακάρονα.
Τραγουδάμε πολύ Χατζιδάκη, ακριβώς όπως κι όταν πηγαίναμε παρέα εκδρομές, ή όταν προσπαθούσαμε να ξεχάσουμε τον πόνο από χτυπήματα και να αποκοιμηθούμε μια νύχτα μετά από έντονη δράση. Δοκιμάσαμε και μερικά Θεοδωράκη, της ξενιτιάς, αλλά δεν πάνε στις φωνές μας. Επιπλέον η ξενιτιά δεν είναι αυτή που ήταν, γι αυτό ίσως βγαίνουν φάλτσα τα συγκεκριμένα τραγούδια. Αν κι έχω σκεφτεί σε ανύποπτο χρόνο ότι ποτέ η ξενιτιά δεν ήταν αυτό που λένε τα τραγούδια, ειδικά εκείνος ο στίχος που έβρισκε τα ξένα βαρύτερα από την ερημιά, τη φτώχεια, την ορφάνια, και δεν ξέρω τι άλλο. Πιο αληθινά έμοιαζαν τα παραμύθια που πάντα θεωρούσαν αυτονόητο ότι οι μικροί ήρωες φεύγουν κάποια στιγμή από το σπίτι τους να πάνε να βρούνε την τύχη τους.
Είναι αναγκαίο όταν μεγαλώνεις να απομακρύνεσαι, να δοκιμάζεσαι σε περιβάλλον χωρίς προστασία, να επιστρατεύεις τις δυνάμεις σου χωρίς να φοβάσαι τις δυσκολίες, να χτίζεις κάτι δικό σου, κι αφού η Ελλάδα έγινε για πολλά παιδιά ένα είδος γυάλας ασφυκτικής προστασίας, θα έπρεπε να αποφασίσουν κάποια άλλα να απομακρυνθούν αρκετά για να βρουν ζωτικό χώρο δημιουργίας. Δεν είναι η κρίση, όχι μόνο αυτή, που οδηγεί πολλούς νέους να φύγουν από την Ελλάδα, αλλά η υπερβολική πρόνοια των γονιών να τα απαλλάξουν από δυσκολίες και ρίσκα, να τα εξασφαλίσουν, να τα διορίσουν, να τους προμηθεύουν την κότα με τα χρυσά αυγά. Ακόμα και η οικονομική κρίση από τις εξαιρετικές αυτές προθέσεις προστασίας των ελλήνων γονιών δημιουργήθηκε εδώ σε μας, την αγωνία τους να τα προφυλάξουν από τις κακοτοπιές της ζωής. Πολλοί διορισμοί, αλλεργία στην αξιολόγηση, περίεργοι κανόνες, μη κανόνες μάλλον. Τρελάθηκαν τα παιδιά, γέμισαν ενοχές. Καλύτερα να ταξιδέψουν μακριά, να γλιτώσουν από μας και τις καλές μας προθέσεις, να βρουν τον εαυτό τους και τις ικανότητές τους. Το τι θα τους λείπει, το ποιοι θα είναι, πόσο θ' αλλάξουν, είναι ζητήματα που θα πλουτίζουν εξασφαλισμένα τη ζωή τους.
Πάντως στις εκλογές που θα έχουν επιστρέψει στις μακρινές ευρωπαϊκές πόλεις όπου εργάζονται, δεν θα ψηφίσουν, για να το γυρίσουμε στο πολιτικό, κι αυτό φαίνεται ότι είμαστε η μόνη χώρα στην Ευρώπη που το εφαρμόζει, κι ας έχουμε εκλογές κάθε χρόνο, τουλάχιστον.


Παρασκευή 16 Ιανουαρίου 2015

Παρίσι, πόλη του φωτός

Kάπως παρηγορήθηκε η ψυχή μου βλέποντας τη διαδήλωση στο Παρίσι. Και στις άλλες πόλεις, όχι μόνο της Ευρώπης, μέχρι κι απο την Ανταρκτική ήρθαν μηνύματα και φωτογραφίες με πλακάτ συμπαράστασης “Είμαστε Σαρλί”. Χρειάζεται ενίοτε να θυμόμαστε πως δεν είμαστε αθύρματα των καιρών και των μικρών συμφερόντων μας, χρειάζεται να ξαναβλέπουμε το ουσιώδες στη ζωή μας, τον πυρήνα της κοινωνίας μας, το βαθύτερο νόημα της έννοιας “πολιτισμένες χώρες”. Το τι σημαίνει να είμαστε Ευρωπαίοι, τι υπερασπιζόμαστε, γιατί ελπίζουμε σε πολιτική ένωση, τι κοινό έχουμε.
Εντάξει, υπάρχουν κι αυτοί που θα βγουν να πουν ότι οι ηγέτες που συμμετείχαν ήταν υποκριτές, ή κάποιοι άλλοι που πήραν το Σαρλίμετρο, όχι δεν είστε αρκετά Σαρλί άρχισαν να λένε. Κι απο την άλλη μερικοί που διαχώρισαν τη θέση τους, δεν θα περπατούσαν για τίποτε δίπλα στη Μέρκελ, τη στιγμή που στην Αφρική την ίδια μέρα σκότωσε η Μπόκο Χαράμ χιλιάδες ανθρώπους κι οι Ευρωπαίοι δεν αντέδρασαν. Οι οποίοι υπήρξαν και αποικιοκράτες όπως ξέρουμε, κι αυτά πληρώνουν τώρα, είπαν άλλοι.
Και πώς να είναι όλοι Σαρλί; Πρόκειται για έντυπο ακραίο, για χιούμορ κατεδαφιστικό, απ' αυτό που δημιουργεί εχθρούς. Οι οποίοι χρειάζονται προσπάθεια για να γίνουν φίλοι, ή απλώς για να μαθαίνουν να ανέχονται. Η Μέρκελ ας πούμε, δεν θα είχε γίνει στόχος επίθεσης του Σαρλί σε κάποιο σκίτσο, ή ο Ολάντ; Δεν έχω καμιά αμφιβολία, ωστόσο ήταν εκεί κι έγερναν ο ένας στον ώμο του άλλου, επειδή δεν είναι μόνο πολιτικοί που εκτίθενται σε κριτική, σε ψήφο με συγκεκριμένα κόμματα, αλλά και ηγέτες των χωρών τους. Όπως κι ο Σαμαράς. Είχε αξία το ότι πήγε εκεί πέρα, εκπροσωπούσε την Ελλάδα. Η Ελλάδα όπως κι οι άλλες ευρωπαϊκές χώρες δήλωσε ότι υπερασπίζεται τη δημοκρατική καθημερινότητα, την ανοχή, την αξία της ανθρώπινης ζωής, την ελευθερία της έκφρασης.
Στο Αφγανιστάν έγινε και μια διαδήλωση υπέρ των δραστών, διάβασα. Προφανώς έχουν κι αυτοί τους οπαδούς τους. Αλλά και στο Αφγανιστάν, και στην Αφρική, στα πιο μακρινά χωριά, στις πιο καταπιεσμένες ζωές, το φως της ευρωπαϊκής κατάφασης φτάνει κι ας μην το υποπτευόμαστε. Όπως κάποτε μαθαίνουν όλοι οι άνθρωποι, όπου κι αν ζουν, ότι στο φεγγάρι έφτασε διαστημόπλοιο και πάτησε ανθρώπινο πόδι, έτσι και με την υπεράσπιση του Σαρλί. Αφορά όλον τον κόσμο, όπως η κατάκτηση της Σελήνης. Παντού πηγαίνει το μήνυμα και παρηγορεί και προβληματίζει και δίνει ελπίδες, κι οδηγεί αποφάσεις, κι αλλάζει τα πάντα. Είναι το μέτρο της ανθρώπινης προόδου. Ως εκεί φτάσαμε προς το παρόν. Στον Άρη δεν έχουμε πάει, στη Σελήνη όμως ναι. Τόσο τολμηρό χιούμορ, τόσο ασίγαστη αναίδεια, τόσο διεισδυτικό βλέμμα και τέτοια δυνατότητα έκφρασης δεν έχουν παντού, ούτε καν σε όλες της Ευρώπης. Δεν είναι όλες οι πόλεις Παρίσι, δεν είναι όλοι οι σκιτσογράφοι άξιοι για Σαρλί, ούτε τ' αστεία μας όλα τόσο έξυπνα. Δεν είμαστε όλοι τολμηροί, ούτε πιάνει τόσο το χέρι μας. Γι αυτό είμαστε Σαρλί, επειδή έχει τους καλύτερους, τους πιο ασύδοτους, που μετράνε την αντοχή του πολιτισμού μας, και τους θέλουμε, ασφαλείς και δημιουργικούς. Αμήν. 

http://www.efsyn.gr/arthro/parisi-poli-toy-fotos

Πόσο σας αγάπησα, κύριε Βολινσκί!

Έζησα στο Παρίσι δυο χρόνια σπουδάζοντας, το θεωρώ μεγάλο προνόμιο. Κάθε μέρα, περπατώντας στους δρόμους, έβλεπα τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων και των περιοδικών. Τα εξώφυλλα του Σαρλί ήταν συχνά γροθιά στο στομάχι. Δεν τα βγάζεις εύκολα πέρα με τέτοια πρόκληση. Είχα πάει στη Γαλλία γεμάτη ευλάβεια, αυτοί οι τύποι δεν σέβονταν τίποτε. Ωστόσο δεν μπορούσες να τους αντισταθείς. 

Αιρετικοί, τολμηροί, σκατολόγοι, ερωτομανείς, συχνά με απωθητικό σκίτσο, οι σκιτσογράφοι του Σαρλί και των υπόλοιπων παρεμφερών περιοδικών ήταν σαν τους Σαντ της εποχής μας. Κάθε σκοτεινή πλευρά των ανθρώπων την έβγαζαν στη φόρα, την προσωπική τους πρώτα απ' όλα. Αυτό κάνουν όλες οι τέχνες βέβαια, αλλά η δική τους σύμπλευση με τη δημοσιογραφία, την πολιτική, την επικαιρότητα, δοκίμαζε τις αντοχές σε μηνύματα και σε ανοχή κατεδάφισης των ιερών και των οσίων. Επιπλέον, χρησιμοποιούν σκίτσο, γλώσσα που απευθύνεται στον καθένα, που υποκαθιστά τα παιδικά καρτούν πριν καν το παιδί μεγαλώσει, κατά κάποιο τρόπο. Αν και δεν είναι εύκολες στην ανάγνωση, οι εικονογραφημένες σειρές του Σαρλί αγαπιούνται από εφήβους, η ρηξικέλευθη ματιά τους ικανοποιεί την ασίγαστη ανάγκη για πρόκληση που έχουν οι νεαροί.
Αγάπησα και μίσησα το Σαρλί τα χρόνια εκείνα για την αναμέτρηση που με ανάγκαζε να κάνω με την ουσία των ταμπού και των αρχών μου. Κορόιδευε κυρίως τους γάλλους πολιτικούς που εγώ σεβόμουν, κι όχι μόνο αυτούς, άσε δε τις σεξουαλικές αναφορές και εμμονές των σκιτσογράφων του. Κι όμως, ο Reiser ας πούμε, που πέθανε νέος, και ο Wolinski, που έζησε για να τον σκοτώσουν οι τρομοκράτες, κολλημένοι με τις γκόμενες, ήταν ακαταμάχητοι στην ειλικρίνεια τους. Κι ενώ θα μπορούσε να τους κατηγορήσει κανείς εύκολα για σεξισμό, με μια δεύτερη ματιά θα καταλάβαινε ότι ήταν πολύ λιγότερο σεξιστές μπροστά σε διάφορους άλλους που χρησιμοποιούν στερεότυπα. Ίσως αυτή η λέξη να είναι το μυστικό, η λέξη 'στερεότυπα'. Μπερδευόμαστε συχνά, αλλά κατά βάθος ξέρουμε τι είναι αυτό που προσβάλει και τι είναι αυτό που αποκαλύπτει και που τελικά καταγγέλλει τις προσβολές.
Ως δημοσιογράφος βέβαια είχα την τύχη να γνωρίσω από κοντά σκιτσογράφους στην Ελλάδα, και να ξέρω πόσο δίκιο έχει ο Φιλίπ Βαλ, παλιός διευθυντής του Σαρλί που αισθάνθηκε την ανάγκη να πει στην τηλεόραση πόσο καλόκαρδοι άνθρωποι, πόσο αφελείς και φιλικοί ήταν οι νεκροί φίλοι του. Αλλά δεν έχει αυτό σημασία, γιατί μπορεί να υπάρχουν και στριμμένοι, παράξενοι, αλκοολικοί, ξερωγωτί τύποι. Η δουλειά που κάνουν, αυτή η διαρκής πρόκληση, μας χρειάζεται; Είναι οι πιο βλάσφημοι, οι πιο ακραίοι, οι πιο προκλητικοί δημιουργοί που υπάρχουν αυτή τη στιγμή στον κόσμο, πιθανότατα. Ίσως στο θέατρο να ακούγονται χειρότερα, αλλά πρέπει να μπεις μέσα, να πληρώσεις να το δεις. Αυτούς τους βλέπεις στο παρισινό περίπτερο κρεμασμένους κάθε μέρα. Μπορείς να μην αγοράσεις το Σαρλί βέβαια, αλλά ο μέγας κι ο μικρός λογοκριτής, ιεροεξεταστής κλπ μέσα σου τινάζεται. Κι αναρωτιέσαι αν πρέπει να επιτρέπεται τόση αναίδεια, τόσο θράσος, μήπως βγάζει το καπάκι από την κόλαση της ανθρώπινης υπόστασης; Μήπως δεν κάνει να το κουνάμε αυτό το καπάκι, γιατί θα ξεχυθούν οι διαβόλοι να μας φάνε; Οι δικοί μας διαβόλοι, αυτοί που κρατάμε δεμένους για να μην ξαναγίνουμε ζώα, να μην αφεθούμε στα ένστικτα, να συνεχίζουμε να ζούμε σε κοινωνίες, να μην αφήσουμε το μίσος και τις ορμές να κυριαρχήσουν, να μην αρπάζουμε τον εχθρό στο δρόμο να του φάμε την καρδιά, και να μην κινδυνεύουμε αυτός να μας αρπάξει.
Αυτό είναι το ερώτημα με την τέχνη γενικά. Μήπως το παρακάνει να αποκαλύπτει τη σκοτεινιά των ανθρώπων; Οι λογοκριτές κάθε εποχής και κάθε τάσης φοβούνταν πως ο λαός δεν θα είναι σε θέση να ελέγχει τις κακές δυνάμεις που αποκάλυπτε η τέχνη, πως έπρεπε να προστατεύεται από την αποκάλυψη της σκοτεινής πλευράς. Κι όταν στις δημοκρατίες η λογοκρισία υποχώρησε, βρέθηκαν ομάδες να ενοχλούνται, να διαμαρτύρονται, να νοσταλγούν τις λογοκρισίες. Κι όταν οι πολίτες των δημοκρατιών αποφάσισαν να υιοθετήσουν πλήρως, κι επίσημα, την ελευθερία στην έκφραση, φτάνουν στο σημείο να βρίσκουν εχθρούς απ' όλον τον κόσμο.
Ωστόσο η τέχνη συνεχίζει τη δουλειά αυτή, την οποία την ξεκινά από τα παιδικά παραμύθια. Τα χειρότερα τέρατα υπάρχουν εκεί, και στο τέλος οι ήρωες τα νικούν. Μπορεί να μην είναι τόσο ξεκάθαρο στον Σαίξπηρ όπως στους αδερφούς Γκριμ, γιατί οι ενήλικες οφείλουν να κάνουν μόνοι τους τη δουλειά που το παραμύθι την προσφέρει έτοιμη στο παιδί. Οι καλοί δεν νικάνε πάντα στα έργα για μεγάλους. Μέσα τους γίνεται η επεξεργασία, ποιος νικά, ποιος χάνει. Και στο τέλος η τέχνη πάντα είναι με το μέρος της κοινωνίας, με το μέρος του πολιτισμού, όσο άγρια πράγματα κι αν δείχνει. Διότι οι άνθρωποι είναι όντα πολύπλοκα, όσο κουραστικό κι αν είναι αυτό για απλοϊκά και εγκληματικά μυαλά. Λέω αυτονόητα πράγματα μάλλον, αλλά καμιά φορά μ' αυτά που διαβάζω κι ακούω γύρω μου αρχίζω ν' αναρωτιέμαι τι είναι το αυτονόητο κι αν υπάρχει κάτι τέτοιο. Η διαφορά είναι στην ηλικία. Στα παραμύθια για παιδιά το τέλος οφείλει να είναι ξεκάθαρο, στα παραμύθια κάθε είδους για μεγάλους δεν οφείλει τίποτε κανείς παρά μόνο να βάζει τα δυνατά του να το κάνει ελκυστικό.
Αυτή τη σύνθεση ευτύχησα να κάνω στη νεότητά μου διαβάζοντας συστηματικά το Σαρλί και τα παρεμφερή. Η πρόκληση τους σε οδηγούσε να ξεκαθαρίζεις μέσα σου εν τέλει την ουσία από τη φιγούρα, τη βασική αξία από τις υποκριτικές διακηρύξεις, κι ακόμα βαθύτερα, σε επίπεδο προσωπικό καλλιεργούσε τη γνώση του άλλου και την αποδοχή. Γελούσα, αλλά όχι εύκολα. Όπως και στη λογοτεχνία πρέπει να κάνεις τον κόπο της ανάγνωσης για να την απολαύσεις, έτσι και στα κόμιξ αυτά. Πρέπει να κάνεις τον κόπο της αποδοχής της δικής τους γλώσσας. Σε προκαλούν να ταχτοποιήσεις μέσα σου πράγματα. Κι είναι χρήσιμη ταχτοποίηση. Είναι το μεγάλο ανοιξιάτικο καθάρισμα, ας πούμε. Ίσως να μην το αντέχει ο καθένας, κι είναι κρίμα. Στη Δημοκρατία που διαρκώς ονειρεύομαι (και τα κόμιξ έχουν τόσο πολύ να κάνουν με τα όνειρα) θα το μπορούσε ο καθένας. Αλλά η βασική αρχή της Δημοκρατίας αυτής είναι πως τα όνειρά σου δεν αφορούν τους άλλους. Οπότε οφείλεις να σέβεσαι αυτούς που δεν αντέχουν το Σαρλί.
Κι ως εκεί. Κι όχι να ανέχεσαι τη λογοκρισία που θέλουν να επιβάλουν κάποιοι, ή να δικαιολογείς τις δολοφονίες των τζιχαντιστών. Διότι η δυνατότητα να κυκλοφορεί το Σαρλί ελεύθερα, να κρεμιέται στα περίπτερα, και να μη σκιάζει φόβος την έμπνευση των δημιουργών του, είναι από τις μεγαλύτερες κατακτήσεις της Γαλλίας και των άλλων ευρωπαϊκών χωρών. Είναι ο λόγος που η Γαλλία βρίσκεται στην πρωτοπορεία του κόσμου κι είναι πρότυπο για κάθε ανθρωπιστή και δημοκράτη. Είναι η ουσία της ύπαρξης της Ευρώπης και του ευρωπαϊκού οράματος πολύ περισσότερο από κάθε οικονομική πολιτική και κάθε νομισματική ένωση. Είναι ό,τι πολυτιμότερο έχουμε. Πρέπει να το υπερασπιστούμε ενωμένοι και αδιάλλακτοι. Φροντίζοντας να μην πέφτουμε στις παγίδες των ρατσιστών, με το αιχμηρό βλέμμα που μας καλλιέργησαν τα θύματα της επίθεσης, μεταξύ άλλων. 

http://www.athensvoice.gr/the-paper/article/509/je-suis-charlie 

Παρασκευή 2 Ιανουαρίου 2015

Στάσου, μύγδαλα!

Θυμάμαι πολύ καλά ότι στην Άνδρο έχει μυγδαλιές. Έχει βέβαια κι αλλού, ακόμα και στον κήπο του σπιτιού μας, αλλά της Άνδρου μου έχουν μείνει, από έναν περίπατο καλοκαιρινό πριν λίγα χρόνια, που είχαμε σταθεί μέσα στη ντάλα και μαζεύαμε μύγδαλα, τα σπάγαμε στις χούφτες μας μέσα και τα τρώγαμε σαν παιδιά, κι ήταν τόσο γλυκά κι ωραία. Αφού λοιπόν έχει η Ανδρος μύγδαλα, κι ο κήπος του σπιτιού μας, αφού θυμάμαι τα παιδικά μας χρόνια γεμάτα μυγδαλιές προσβάσιμες σε κήπους χαμένους μυστηριωδώς, γιατί δεν μπορώ να βρω τέτοια μύγδαλα στο σούπερ μάρκετ;
Πηγαίνω για μύγδαλα πολύ αποφασισμένη να αγοράσω ελληνικά, για λόγους οικονομικούς, εθνικούς, και τοπικιστικούς, κι επειδή πρέπει να ενισχύουμε τις αμυγδαλιές ως ιδέα και ως πράξη. Χώρια η σκηνή εκείνη με τα μύγδαλα στο σινεμά, που κυνηγά ο Γιάννης Βόγλης την Ανν Λόμπεργκ στο “Κορίτσια στον ήλιο” Μπορεί να μου έχει μείνει απωθημένο, ποτέ δεν κατάλαβα γιατί δεν σταματούσε αμέσως η Λόμπεργκ για τα ωραία μύδγαλα. Αλλά ου παντός πλειν ες Κόρινθον κι αγοράζειν μύγδαλα εξ Ελλάδος. Επεξεργασμένα και συσκευασμένα στην Ελλάδα, είναι η πλησιέστερη εκδοχή. Από πού είναι, ρωτάω τις πωλήτριες, και σηκώνουν τους ώμους τους. Πού να ξέρουν οι πωλήτριες από πού είναι το κάθε πράγμα που πουλά ένα μεγάλο μαγαζί;
Με πιάνει το πείσμα και ψάχνω όλες τις συσκευασίες με τα μύγδαλα. Την καλύτερη όψη την έχουν κάτι αμερικάνικα. Δεν είναι υπερβολικό να αγοράζουμε ξηρούς καρπούς από την Καλιφόρνια, λες και δεν έχουμε εδώ τον ίδιο ήλιο; Κι όμως, και τα δαμάσκηνα και διάφορα άλλα προϊόντα των εύκρατων κλιμάτων τα βρίσκεις παντού καλιφορνέζικα. Όχι, αποφασίζω, θα ψάξω κι αλλού.
Εκεί που αποκλείεται να βρω φυσικά, είναι το μαγαζάκι της γειτονιάς. “Από την Ινδία είναι” μου λέει τίμια ο έμπορος, και τόσο με συγκινεί η άμεση απάντηση, που αγοράζω λίγα. Δεν είναι λεία σαν τ' αμερικάνικα, αλλά τουλάχιστον δεν σήκωσε τους ώμους ο άνθρωπος. Συμβιβάζομαι. Κάποια άλλη στιγμή θα κατέβω στο κέντρο, θα ψάξω στα καλά μαγαζιά, ίσως στην κεντρική αγορά, θα συνεχίσω την έρευνα. Αλλά τι τα θες, το συμπέρασμα βγαίνει για μια ακόμα φορά. Οι αγορές είμαστ' εμείς, οι επιλογές μας που μοιραία καθορίζονται πρώτα από τις τιμές κι ύστερα από τα υπόλοιπα. Κι όταν είναι φτηνότερα τα μύγδαλα της Καλιφόρνιας πόσο ν' αντισταθεί κανείς; και με ποιον τρόπο; Πώς να το οργανώσεις έτσι ώστε να έχει αποτέλεσμα χωρίς να χρειάζεται κάθε φορά ο αγοραστής να είναι σαν εμένα γεμάτος πατριωτισμό και νοσταλγία;
Αυτή τη σκηνή από τα “Κορίτσια στον ήλιο” πώς δεν την έχουν βάλει σε διαφήμιση ακόμα; Κάτι για αμυγδαλωτά με ονομασία προέλευσης, ας πούμε;

Πέμπτη 25 Δεκεμβρίου 2014

Αγαπημένη γιορτή

Άρχισε η μέρα να μεγαλώνει μετά το χειμερινό ηλιοστάσιο που μόλις πέρασε. Στις μεγάλες αυτές χειμωνιάτικες νύχτες οι Ρωμαίοι γιόρταζαν τη γέννηση του Μίθρα. Στο σχολείο μαθαίναμε ότι οι Ρωμαίοι είχαν πολύ συγκινηθεί με τον ελληνικό πολιτισμό, για τις ανατολικές θρησκείες δεν μας έλεγαν. Φαίνεται ότι είχαν κι αυτές τη γοητεία τους, η οποία επίσης κατέκτησε τους κατακτητές. Αν το καλοσκεφτείς, οι Ρωμαίοι θα μπορούσαν να είναι εξίσου οπαδοί του Αχούρα Μάζδα, και ο Νίτσε τότε δεν θα είχε γράψει το “Τάδε έφη Ζαρατρούστρα” αλλά το“Τάδε έφη Ιωάννης” ή κάτι παρεμφερές. Όμως κέρδισε η θρησκεία του ταξιδιώτη Παύλου που δεν μπορούσε να περιμένει, πήγε κατευθείαν στην πρωτεύουσα να βρει την τύχη του. Και τη βρήκε με το παραπάνω. Κι αυτός και οι ξενοδόχοι που ζουν μια ξανακερδισμένη άνοιξη με τον θρησκευτικό τουρισμό.
Σε κάθε περίπτωση τα Χριστούγεννα ενώνουν όλο τον κόσμο, και τους θρήσκους και τους μη θρήσκους που οφείλουν να παραδεχτούν ότι οι μέρες αρχίζουν να μεγαλώνουν ακριβώς τη στιγμή που γεννιέται ο Χριστός, δηλαδή τη στιγμή που γεννιόταν ο θεός του ήλιου, κι αυτό μας φέρνει ενώπιον μιας πραγματικότητας που δεν έχουμε αντιμετωπίσει με αρκετή ταξική ανάλυση: υπάρχει μια διαφορά στο νότιο ημισφαίριο, όπου οι εποχές είναι ανάποδα. Αυτοί του νοτίου είναι καταπιεσμένοι πολιτιστικά από εμάς του βορείου. Μπορούμε να λέμε πως τους δώσαμε τα φώτα, αλλά θα μας απαντούν πως δεν τα χρειάζονταν, διότι κάνουν τα μπάνια τους στους ωκεανούς τους την εποχή που εμείς τουρτουρίζουμε γύρω απ' τη φάτνη. Μας εκδικούνται όμως πλημμυρίζοντας με φωτογραφίες αγιοβασίληδων που φορούν μαγιώ και άλλα τέτοια απαράδεκτα. Τι να κάνουμε; Είναι το τίμημα της ανωτερότητάς μας.
Νότιοι καλοκαιρινοί αγιοβασίληδες και αγιοβασίλισσες μπορεί να μας θυμίζουν την ασωτεία του καλοκαιριού, την ανεμελιά και τη ρηχότητά της. αλλά εμείς πάντα θα ξέρουμε, κάθε Χριστούγεννο, ότι είμαστε αρχαιότεροι, βαθύτεροι, στοχαστικότεροι, ιστορικότεροι από τους νότιους. Που δεν μας ρώτησαν καν για να γίνουν τόσο νότιοι. Αν οι Ρωμαίοι είχαν κατακτήσει και το νότιο ημισφαίριο θα είχαν σίγουρα απελπιστεί από την ποικιλομορφία της γης και δεν θα είχε κανείς αυτοκράτορας ποτέ την ιδέα να ενώσει όλους τους λαούς του σε μια θρησκεία, καθιερώνοντας για κάθε βασιλιά Ήλιο την ίδια γιορτή. Και τώρα δεν θα ξέραμε τη συνταγή για τα μελομακάρονα. Πιθανότατα.
Πλανητικά, αστρολογικά ου μην αλλά και αστρονομικά, θρησκευτικά και κοσμικά, τα Χριστούγεννα είναι μαγικά. Ευχές για πετυχημένες γιορτές, πολλά κάλαντα, καλά μαγειρέματα, σωστές δόσεις ζάχαρης, τέλειο φούσκωμα, κι έχει ο θεός, καθώς κι η επιστήμη.



Παρασκευή 19 Δεκεμβρίου 2014

Ονειρεύτηκα τον καπιταλισμό

Δύσκολο να θυμάσαι τα όνειρά σου για δεκαετίες. Συνήθως τα ξεχνάς λίγα λεπτά μετά το ξύπνημα, εκτός αν τα σημειώσεις, ή αν τα ανακαλείς συχνά. Θυμάμαι ένα όνειρο που είχα δει πριν πολλά χρόνια, κυρίως επειδή ήθελα να το κρατήσω μυστικό.
Ταξιδεύαμε για την Κούβα, για ένα “Φεστιβάλ νεολαίας και φοιτητών”. Ήταν καλοκαίρι του 1978. Η πτήση έγινε μέσω Μόσχας, με την Αεροφλότ. Το όλο πράγμα ήταν οργανωμένο από την τότε Σοβιετική Ένωση.  Συμμετείχαν μέλη από πολιτικές νεολαίες πολλών αποχρώσεων, γενικά αριστερής κατεύθυνσης. Νομίζω μέχρι το ΠαΣοΚ, αλλά δεν παίρνω και όρκο.
Πολύωρη πτήση, πολύ δύσκολη για μένα που ζαλίζομαι και φοβάμαι, όπου όλοι κάπνιζαν διαρκώς.
Προσπαθούσα να κοιμηθώ, έπαιρνα τη μια δραμαμίνη πίσω απ' την άλλη, κι όποτε άνοιγα τα μάτια έβλεπα σιλουέτες να κινούνται μέσα στην ομίχλη των τσιγάρων. Οι περισσότεροι δεν κάθονταν, περιφέρονταν και συζητούσαν καπνίζοντας αδιάκοπα, επιδεικνύοντας γνώσεις, κάνοντας πλάκα, εισπνέοντας νικοτίνη αχόρταγα, φλερτάροντας και παριστάνοντας τους πολύ άνετους. Δεν άκουγα τίποτε, κάθε τόσο γύριζα πλευρό όπως- όπως στο άβολο κάθισμα. Το οποίο πάντως ήταν πολύ καλύτερο από τα μοντέρνα που συνηθίζονται τώρα στην οικονομική θέση.
 Με ξυπνούσαν τα σερβιρίσματα, το φαγητό ήταν πάντα κοτόπουλο, έτρωγα λίγο και ξανακοιμόμουν. Στο τελευταίο κομμάτι ύπνου, αφού άκουσα ότι κοντεύαμε να φτάσουμε πια στην Κούβα, είδα ένα όνειρο. Είδα ότι το αεροπλάνο είχε κάνει λάθος κι αντί να πάει στην Κούβα είχε πάει στο Μαϊάμι, απέναντι. Στο απαγορευμένο για τους Κουβανέζους αμερικανικό έδαφος. Είχε, λέει, ξεφύγει από την πορεία του, και προσγειώθηκε σε μια πολύ χαρούμενη ακτή, όπου όλοι έκαναν μπάνιο, υπήρχαν φοίνικες, μεγάλες παραλιακές λεωφόροι, διαφημιστικά παντού, κτίρια σαν αυτά που έχουμε δει στο σινεμά, αστραφτερές καλλονές, λεφτάδες με χαβανέζικα πουκάμισα, τέτοια πράγματα. Το πιο παράξενο ήταν ότι ένοιωθα πολύ ευτυχισμένη, απρόσμενα χαρούμενη. Με πλημμύριζε ευδαιμονία γι αυτό το λάθος του αεροπλάνου. Τόσο που όταν ξύπνησα ένοιωθα σχεδόν τύψεις. Τι διάολο, είχα καταφέρει- με μεγάλη προσπάθεια και πολλές αντιξοότητες- να πάρω μέρος στο ταξίδι αυτό στην Κούβα, κι εγώ ονειρευόμουν το Μαϊάμι;
Δεν το είπα σε κανέναν, άρχισα όμως να προβληματίζομαι. Εκείνη την εποχή συμμεριζόμασταν όλοι τον διάχυτο αντιαμερικανισμό που θεωρούνταν αυτονόητος και μας γέμιζε προκαταλήψεις πολύ κουραστικές μέσα στις αντιφάσεις που γεννούσαν ακόμα και στην καθημερινότητά μας. Βλέπαμε αμερικανικές ταινίες, όχι τόσο πολλές και τόσο αποκλειστικά αμερικανικές βέβαια όπως τώρα, αλλά βλέπαμε πάμπολλες και πολύ καλές. Ακούγαμε ροκ μουσική, διαβάζαμε αμερικανική λογοτεχνία, εξυπηρετούμαστε με αμερικανικές εφευρέσεις και κατασκευές, τα γνωστά τέλος πάντων.
Θεωρούσαμε όμως τις ΗΠΑ υπεύθυνες για τη χούντα στην Ελλάδα, και για κάθε κακό πάνω στον πλανήτη. Ακόμα και όσα δημιουργούσαν οι αντίπαλοι τους, έφταιγαν οι Αμερικανοί γιατί τα είχαν προκαλέσει με την επιθετικότητά τους. Κάπως έτσι σκεφτόμασταν, ήμασταν ποτισμένοι μ' αυτή την ιδέα.
Εν πάση περιπτώσει, πηγαίναμε να δούμε την εφαρμογή του σοσιαλισμού σε μια χώρα που ήταν καρφί στο μάτι των ΗΠΑ, και δεν είχα καμιά δουλειά να βλέπω τέτοια όνειρα. Κράτησα την απορία μου κρυφή, την επιθυμία που μου αποκάλυψε το όνειρο προσπάθησα να την κρύψω κι από τον εαυτό μου, και αφοσιώθηκα στην επίσκεψη, για την οποία είχα αναλάβει μάλιστα να γράψω στο περιοδικό "Ο πολίτης" που εξέδιδε ο Άγγελος Ελεφάντης.
Στην Κούβα ήταν πολύ ωραία, το ταξίδι είχε μεγάλο ενδιαφέρον, έγραψα ένα μεγάλο κείμενο όταν επιστρέψαμε, αλλά δεν έπαψε να με απασχολεί το παράξενο εκείνο όνειρο και η σημασία του. Αναγκάστηκα να παραδεχτώ ότι με ενδιέφεραν οι ΗΠΑ, ότι θα ήθελα πολύ να πάω εκεί, το όνειρο απλώς εξέφρασε μια υποσυνείδητη επιθυμία, έλεγε η απλή φροϋδική ανάλυση. Ζούσα μέσα στην αμερικανική κουλτούρα, δεν μπορούσα να είμαι διαρκώς εναντίον της, κάπως αλλιώς έπρεπε να σκεφτώ τον ιμπεριαλισμό, το σοσιαλισμό, κι όλα τα υπόλοιπα. Οι προκαταλήψεις δεν είχαν νόημα, αποφάσισα ότι έπρεπε ν' απαλλαγώ από δαύτες.
Με λιγότερη σιγουριά αποφάσισα να ψάξω τις βαθύτερες επιθυμίες και τις τάσεις μου, αυτό είναι πάντα πιο δύσκολο. Ήμουν ούτως ή άλλως σε αναθεωρητική πολιτική διαδικασία, αναθεωρητές μας έλεγαν, ρεβιζιονιστές μάλιστα που ήταν και βρισιά, οπότε διαρκώς αναθεωρούσα. Και συνεχίζω να αναθεωρώ. Όσο ζω αναθεωρώ, κάνει τη ζωή συναρπαστική και σας το συστήνω.
Δεν πήγα ποτέ στο Μαϊάμι. Δεν μίλησα ποτέ πριν σε κανέναν γι αυτό το όνειρο και την παράξενη ευδαιμονία που μου είχε δημιουργήσει. Το θυμήθηκα απόψε διαβάζοντας για την αλλαγή πολιτικήςτης Κούβας απέναντι στις ΗΠΑ και τούμπαλιν, με απόφαση του Ραούλ Κάστρο και του Ομπάμα.  Τα δρομολόγια που γίνονταν παράνομα και επικίνδυνα θα ξεκινήσουν κανονικά, οι Κουβανοί θα μπορούν να πηγαίνουν απέναντι, οι Αμερικανοί θα κάνουν τουρισμό στην Κούβα, όλα θ' αλλάξουν ανάμεσα στις δυο αυτές χώρες που κάποτε κόντεψε η έχθρα τους να προκαλέσει παγκόσμιο πόλεμο. Είχα ονειρευτεί τελικά ένα διαδεδομένο κουβανέζικο όνειρο, απ' αυτά που κάνουν οι άνθρωποι στον ξύπνιο τους, να μπορούν να ταξιδεύουν ελεύθερα στην εχθρική γείτονα, να μην υπάρχει η απαγόρευση, ούτε η έχθρα. Ένα ακόμα τείχος έπεσε με τη συμφωνία Ραούλ Κάστρο και Ομπάμα, κι η ευδαιμονία που είχα νιώσει στον ύπνο μου τόσα χρόνια πριν, τώρα θα πλημμυρίζει τους Κουβανούς, και σίγουρα κάποιους Αμερικάνους.
Πολύ σπουδαίος πρόεδρος ο Ομπάμα, ουσιαστικά τολμηρός. Kαι ο Ραούλ Κάστρο ευτυχώς που υπάρχει, έχει το όνομα αλλά έχει και τον πραγματισμό να απαλλάξει την Κούβα από τα βαρίδια του αποκλεισμού και των απαγορεύσεων.

Τρίτη 16 Δεκεμβρίου 2014

Our european face

Παρατήρησαν πολλοί και σωστά ότι ήταν πολύ τριτοκοσμικό θέαμα οι Σύροι πρόσφυγες στο Σύνταγμα, κι ευτυχώς που απομακρύνονται για να ξαναβρεί η Αθήνα το ευρωπαϊκό της πρόσωπο. Κάτι λεπτομέρειες απομένουν να διορθωθούν, κάτι ξηλωμένα πεζοδρόμια, κάτι καμένα κτίρια λίγο πιο κάτω, κάτι παρατημένα που σαπίζουν πίσω από ξεσκισμένες λινάτσες, κάτι αδιαπέραστα οδοφράγματα από παρκαρισμένα μηχανάκια, κάτι συμπεριφορές οδηγών σε διαβάσεις, αλλά εντάξει, αυτά είναι εύκολα. Η αγάπη προς την πόλη και την ευταξία είναι πάντα συγκινητική, ειδικά τις εορταστικές μέρες που έχουμε την τάση να κυκλοφορούμε στο κέντρο αναζητώντας τη χαμένη του λάμψη.
Βέβαια και οι ίδιοι οι Σύροι αυτό ήθελαν, μια ευρωπαϊκή ζωή να ζήσουν, δηλαδή να φύγουν από την Ελλάδα, κι ίσως να ονειρεύονταν μια βόλτα επίσης σε ευρωπαϊκούς δρόμους χωρίς το φόβο ότι κάποιος θα τους ζητήσει τα χαρτιά τους κι εκείνοι δεν θα έχουν. Είναι περίεργο πως άνθρωποι που έρχονται από χώρα με πόλεμο, έχουν τόσο παράξενη ιδέα περί της Ελλάδας, ότι δεν είναι ακριβώς Ευρώπη δηλαδή, αν και μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και στο σκληρό πυρήνα του ευρώ, κι άλλα τέτοια σκληρά.
Αλλά πάλι κι αυτό δεν είναι απόλυτο. Ας πούμε, πέρσι τέτοιον καιρό έτυχε να γνωρίσω ένα νεαρό πρόσφυγα απο τη Συρία. Είχε έρθει με τους φίλους του δια θαλάσσης, περνώντας περιπέτειες αντάξιες ενός Ρόμπερτ Λούις Στήβενσον ή Ιουλίου Βερν, ό,τι προτιμάτε, και δεν καταλάβαινε γιατί οι φίλοι του ήθελαν σώνει και καλά να συνεχίσουν τις περιπετειώδεις αυτές μετακινήσεις τους προς Βορράν. Εγώ θα μείνω στην Ελλάδα, μου είχε πει, ξεκινώ αύριο τις αιτήσεις για πολιτικό άσυλο. Η πίστη του στην ευρωπαϊκή υπόσταση της πατρίδας μας και η αποφασιστικότητά του, με είχαν γεμίσει αισιοδοξία. Πριν λίγες μέρες που τον συνάντησα ξανά όμως, με πληροφόρησε ότι είχε περάσει πολλές μέρες σε ουρές και σε γραφεία, μήνες ολόκληρους για την ακρίβεια, να καταθέτει χαρτιά και βεβαιώσεις και κόντρα χαρτιά και κόντρα βεβαιώσεις, δεν του είχαν δώσει τελικά άσυλο και δεν έλπιζε πια να το πάρει. Το κακό ήταν ότι δεν πίστευε ούτε τις διαβεβαιώσεις των αρμοδίων και αναρμοδίων στους πρόσφυγες του Συντάγματος, ότι θα δώσουν άσυλο στους απεργούς πείνας που ήταν εκεί.
Μου διηγήθηκε τις περιπέτειες των φίλων του που ταξίδεψαν βόρεια με τα πόδια, περνώντας από τη Σερβία, αφού είχαν πληρώσει χρήματα που θα τους εξασφάλιζαν πολυτελή κρουαζιέρα αν είχαν την τύχη να γεννηθούν στη σωστή χώρα, ας πούμε στη δική μας, οι οποίοι κατάφεραν να φτάσουν στη Βιέννη. Κι εκείνος τώρα ψάχνει τρόπους να φύγει. Τα κυκλώματα που υπάρχουν. Παράνομα, ακριβά και επικίνδυνα. Αφού αλλιώς δεν γίνεται, δεν επιτρέπεται, δεν προβλέπεται, τι να κάνουν οι άνθρωποι;
Νέος, μορφωμένος, με θαυμάσια αγγλικά, γεμάτος όρεξη για δουλειά, κοινωνικός, φιλικός, ζεστός, ταλαντούχος άνθρωπος, θα μπορούσε να μείνει εδώ, να κάνει κάτι, να δημιουργήσει, να πληρώσει και ένσημα, αν θέλετε να το δούμε καθαρά πρακτικά. Αλλά όχι, δεν αφήνουμε περιθώρια παρά μόνο σε όσους αντέχουν να ζουν συνεχώς στην παρανομία και την άγρια εκμετάλλευση που συνεπάγεται.
Του ευχήθηκα καλή τύχη με βαριά καρδιά, και σημειώνω κάπου για τους παρατηρητές των δημοσίων πραγμάτων, να έχουν το νου τους μ' εκείνο το άσυλο που έχουμε υποσχεθεί στους Σύρους του Συντάγματος, αν θα δοθεί τελικά.

Σάββατο 13 Δεκεμβρίου 2014

Ήρωες στο πάρκο

 Τρία πιτσιρίκια χάζευαν τις προτομές το πρωί στο Πεδίο του Άρεως, έλεγαν τα ονόματα, μετρούσαν πόσα χρόνια είχε ζήσει ο καθένας από τους ήρωες, παίζοντας ταυτόχρονα πάνω -κάτω τη μπάλα. Μπροστά στον Καραϊσκάκη αναφώνησαν θριαμβευτικά:

-Αααα, ρε συ ο Καραϊσκάκης!
-Αυτός που έχτισε το γήπεδο είναι, ε; ρώτησε ο ένας τον άλλον.
-Ναι, είπε ο άλλος με ύφος όλο σεβασμό.


Queen on sea

 H ταινία «Βασίλισσα της θάλασσας» μου κόστισε μια ταραγμένη νύχτα. Δεν ήταν τόσο η άνοια της γριάς μητέρας που με σόκαρε, όσο η άγνοια της ...