Κυριακή 30 Νοεμβρίου 2014

Επιστροφή της Ηλέκτρας

Είχα δει όλες τις ταινίες της Φρίντας Λιάππα όταν πρωτοπαίχτηκαν. Περισσότερα από είκοσι χρόνια έχουν περάσει. Το βράδυ της Τρίτης είδα και τη μοναδική που δεν είχα δει, “Τα χρόνια της μεγάλης ζέστης”. Καταπώς φαίνεται, την είδα σε πρώτη προβολή, έστω κι αν είχε γυριστεί πριν 24 χρόνια. Κι αυτή η απόσταση την έκανε να μοιάζει με ταξίδι στο χρόνο, γιατί υπήρχε η αίσθηση αυτή, της πρώτης προβολής μιας ταινίας 24 χρόνια μετά που γυρίστηκε.
Ατόφια ξαναβρίσκω στην οθόνη τις μεγάλες αγάπες της νεότητας μας, τη φύση, τον έρωτα, τα πάθη, την ειλικρίνεια και την ελευθερία. Βλέπω στην πρώτη νιότη τους ηθοποιούς που είχα τότε γνωρίσει, την Ηλέκτρα Αλεξανδροπούλου, τη Μαριτίνα Πάσαρη, βλέπω τη θάλασσα όπως τη βλέπαμε, το παρελθόν, τις αφηγήσεις, τα ερείπια, όπως τα βλέπαμε. Όπως εγώ τα έβλεπα τουλάχιστον. Με μπόλικο δέος, σαν ιερουργία κάπως ακατανόητη. Όμως ο καιρός έχει περάσει, έχω αλλάξει, κι ενώ ξαναβρίσκω κομμάτια του νεαρού μου εαυτού στις εικόνες της οθόνης, βλέπω το έργο με τα μάτια που έχω τώρα, τόσα χρόνια μετά.
Η ηρωίδα λέγεται Ηλέκτρα, κι όχι μόνο επειδή έτσι λένε και την ηθοποιό. Είναι αναφορά στην αρχαία Ηλέκτρα, την κόρη του πατέρα της, εκείνη που εκδικήθηκε το θάνατό του. Στο παρελθόν αυτής της Ηλέκτρας υπάρχουν επίσης νεκροί, αλλά εκείνη δεν τους θυμάται. Δεν της έχουν πει την αλήθεια. Δεν είναι θεματοφύλακας της μνήμης, όπως η αρχαία Ηλέκτρα. Θεματοφύλακας ίσως άλλων πραγμάτων ναι, του πώς καθαρίζεις τα λαχανικά ας πούμε, πώς ανοίγεις τους αχινούς. Στην παραλία όπου ζει φτάνουν διάφοροι άνθρωποι που ίσως αναζητούν καταφύγιο από τη ζέστη, η οποία διευκολύνει την εξάπλωση ενός ιού που χτυπάει τα κέντρα της μνήμης. Οι άνθρωποι ξεχνάνε. Φτάνει ένας νεαρός με μεγάλα κενά μνήμης, τη συναντά, ερωτεύονται. Κι ενώ οι άλλοι ξεχνούν η Ηλέκτρα θυμάται σιγά -σιγά. Θυμάται τι ήταν αυτό που την άφησε χωρίς μνήμη: ένας φόνος. Ο πατέρας της δολοφόνησε τη μητέρα της και τον εραστή της μπροστά στα μάτια της όταν ήταν νήπιο. Με αυτή την ανάμνηση τελειώνει η αναζήτηση της μνήμης για την Ηλέκτρα. Δεν έχει να εκδικηθεί για τίποτε, δεν έχει να κάνει τίποτ' άλλο παρά να ζήσει τη δική της ζωή. Ξέρει πια τι συνέβη. Δεν έχει καθήκον άλλο απέναντι στο παρελθόν. Συγκλονίζεται, αλλά συνεχίζει. Ερωτεύεται τον νέο με τα κενά της μνήμης, μένει μαζί του κοντά στη θάλασσα.
Έχει ένα έγκλημα πίσω της η νέα Ηλέκτρα, ένα έγκλημα ανάμεσα στους γονείς της, όπως η αρχαία Ηλέκτρα. Δεν είναι η μητέρα που σκότωσε τον άντρα της με τη βοήθεια του εραστή της, είναι ο πατέρας της που σκότωσε τη μητέρα της και μαζί και τον εραστή της. Και ο φόνος όταν πια έρχεται στη μνήμη της, όταν τον ξαναβλέπει, δεν την αφορά. Ελευθερώνεται με την ανάμνηση από το βάρος της άγνοιας. Στην τελευταία σκηνή στέκεται με τον δικό της εραστή στο σημείο που είχε γίνει ο φόνος χρόνια πριν, γεμάτη θλίψη, αλλά ελευθερωμένη. Ελευθερωμένη από το παρελθόν, ελευθερωμένη από το καθήκον απέναντί του, ελευθερωμένη από τη μνήμη.
Έτσι είδα σήμερα την ταινία αυτή για πρώτη φορά. Φορτωμένη σύμβολα με πολύ πραγματικό βάρος, το ωραίο και σκληρό τοπίο του νησιού, τα ερείπια από κερκίδες αρχαίου θεάτρου όπου η άλλη Ηλέκτρα εγκλωβισμένη στο φόνο και την εκδίκηση τριγυρίζει μέχρι να εκδικηθεί στο όνομα του πατέρα, την τόσο γνώριμη και απελπιστική ζέστη που είχε καταφέρει να βάλει στην εικόνα η σκηνοθέτης. Σ' αυτή την τραγωδία όμως, που ο φόνος κινηματογραφείται, η μητέρα είναι το θύμα. Και η κόρη δεν εκδικείται. 
Πάντα με αφήνει αμήχανη η Ηλέκτρα των τραγικών, αυτή η προσήλωση στο στόχο να εκδικηθεί για τον πατέρα της, αυτή η αφοσίωση στον πατέρα. Βάζει τον έρμο τον Ορέστη να σκοτώσει τη μάνα τους χωρίς έλεος. Μια εξήγηση του Λεκατσά μόνο με φώτιζε, ότι η Ηλέκτρα είναι παιδι της νέας, πατριαρχικής τάξης πραγμάτων, και δεν αναγνωρίζει την αξία της μητερας. Πρέπει οπωσδήποτε να αποδώσει τη δικαιοσύνη αρνούμενη τη σχέση της με τη μητέρα της. 
Γι αυτό μου φάνηκε λυτρωτική η ταινίας της Λιάππα, αυτή η αντιστροφή των φόνων. Τα πράγματα είχαν γίνει ανάποδα στο παρελθόν της δικής της Ηλέκτρας, κι επιπλέον, ακόμα πιο λυτρωτικό, η σημερινή Ηλέκτρα δεν έχει καθήκον να εκδικηθεί. 
Μπορεί αν έβλεπα την ταινία τότε που γυρίστηκε, όπως είχα δει τις άλλες, να είχα σκεφτεί άλλα πράγματα. Θα με γοήτευαν περισσότερο οι εικόνες, φαντάζομαι. Ίσως δεν διέκρινα τον παραλληλισμό με τις Ηλέκτρες. Και ήθελε να τον κάνει η Φρίντα Λιάππα; Δεν θα μάθουμε ποτέ. Αλλά δεν έχει σημασία. Τα αληθινά έργα τέχνης προσφέρονται σε πολλές αναγνώσεις.
Το βέβαιο είναι ότι πέρασε μια σπουδαία καλλιτέχνης από το ελληνικό σινεμά, η οποία αντιμετώπισε ατέλειωτες δυσκολίες στη ζωή και στην καριέρα της μόνο και μόνο επειδή ήθελε να μιλήσει ελεύθερα. Φυλακή στη χούντα, κι εξορία, κι ύστερα, αφού είχε δουλέψει, και βραβευτεί και καταξιωθεί, και πια θα ήταν λογικό να συνεχίσει να εργάζεται σαν καταξιωμένη σκηνοθέτης, ξέσπασε εκείνο το σκάνδαλο με την κατηγορία για κακοποίηση παιδιού που πίκρανε τα τελευταία της χρόνια. Τι κρίμα κι άδικο.
Η ταινιοθήκη της Ελλάδος πρόβαλε τις ταινίες της στα πλαίσια φεστιβάλ Πρωτοπορειακού κινηματογράφου. Ήταν πρωτοποριακή, ήταν μοντέρνα, ποιητική και τολμηρή, ήταν απλώς δυνατή καλλιτέχνης που έψαχνε το δικό της δρόμο έκφρασης; Τουλάχιστον η προβολή αυτή που ανέσυρε το έργο της από τη λήθη ήταν μια μικρή δικαίωση. Άσε που η περιπέτεια της ταινίας θα μπορούσε να είναι ένα άλλο σενάριο από μόνη της, μια άλλη ταινία, με τον τρόπο του Φασμπίντερ μάλιστα, σε κείμενο Χάινριχ Μπελ.
Υπάρχει ακόμα κάτι. Όπως προσπαθώ να φέρω στη μνήμη μου το πρόσωπο της Φρίντας Λιάππα, την οποία είχα γνωρίσει, μου έρχεται στο νου μόνο η εικόνα της με το μπερέ, τότε που είχε χάσει τα μαλλιά από τις χημειοθεραπείες, και τη συναντήσαμε μια μέρα σε κάποιο καφέ, ή ταβέρνα, δεν θυμάμαι. Φορούσε αυτό το μπερέ, και κατάλαβα τι σήμαινε. Να πάρει η ευχή, μόνο αυτή η εικόνα της απέμεινε καθαρή, τις άλλες φορές που την έβλεπα γερή και δυνατή, το πρόσωπό της να θολώνει από το χρόνο.



Παρασκευή 28 Νοεμβρίου 2014

Ας ξανασκεφτεί και το rethink Athens

Όταν ήμουν φοιτήτρια μια θαρραλέα φίλη μας έδινε ραντεβού στο Πικαντίλυ. Ήταν ένα καφενείο στο βαλσαμωμένο κτίριο που βρίσκεται απέναντι από το Ρεξ, στην Πανεπιστημίου. Μια μεγάλη, χορταστική, ψηλοτάβανη αίθουσα, όπου θα ήμουν πολύ ευτυχής να μπαίνω, αν δεν ήταν γεμάτη με άντρες. Σήκωναν το κεφάλι και μας κοίταζαν ειρωνικά, σαρκαστικά, απαξιωτικά ή απλώς αρπακτικά, κι εμείς περήφανες περνούσαμε ανάμεσα από το ναρκοπέδιο των εχθρικών εκείνων τραπεζιών για να βρούμε μια γωνιά να καθήσουμε σα να μη συνέβαινε τίποτε. Φαντασιωνόμασταν πως ήμασταν στο Παρίσι μάλλον, κι ότι θ' άνοιγε κάποια στιγμή η πόρτα να μπει ο Σαρτρ μέσα αυτοπροσώπως και μ' ένα του μαγικό βλέμμα να κατακεραυνώσει μια και καλή όλα τ' αρσενικά. Επίσης ονειρευόμασταν, εγώ τουλάχιστον, ότι με τα χρόνια θα αποκτούσαμε αρκετή αυτοπεποίθηση για να μη μας νοιάζουν εκείνα τα βλέμματα, ή στη χειρότερη περίπτωση, θα γερνούσαμε κάποτε βρε αδερφέ και κανείς δεν θα μας έδινε σημασία όταν θα πηγαίναμε να πιούμε σ' εκείνη την ωραία αίθουσα τον καφέ μας.
Και όντως γεράσαμε, αλλά πολύ καιρό πριν απ' αυτό το προσωπικό επίτευγμα, το Πικαντίλυ είχε κλείσει. Και να ήταν μόνο αυτό; Ολόκληρο το κέντρο εγκαταλείφθηκε σταδιακά από τους άντρες που πήγαιναν στα καφενεία, κι οι γυναίκες δεν έσπευσαν να τους αντικαταστήσουν. Τα ωραία κτίρια τα έπιασαν Τράπεζες, μερικά απλώς εγκαταλείφθηκαν. Το εστιατόριο Ιντεάλ αντιστάθηκε μέχρις εσχάτων, τελικά έσκυψε κι αυτό το κεφάλι. Μόνο το ξενοδοχείο έμεινε ανοιχτό, μακάρι να μην προλαβαίνουν οι ξένοι εκεί να καταλαβαίνουν σε τι αναγάπητη πόλη έχουν έρθει. Τη λέξη τη μουρμουρίζω μόνη μου εδώ και δεκαετίες. Η πόλη που δεν αγαπιέται από τους κατοίκους της.
Δεν ήμουν αισιόδοξη για το Rethink Athens. Με ωραία σχέδια δεν αλλάζεις τις συνήθειες των ανθρώπων, όμως πάντα ελπίζει κανείς, κι έλπιζα ότι δεν θα γινόταν ό,τι έγινε στο πάρκο μας, το Πεδίο του Άρεως, το οποίο αφού το καθυστέρησαν οι “αγωνιστές” τρία χρόνια, κι αφού ξοδεύτηκαν ένα σωρό λεφτά σε σχέδια Τομπάζη, τώρα είναι χειρότερα από πριν, διότι, είπαμε, αν δεν μαζεύει κόσμο, αν δεν έχει ένα καφενείο να καθήσει άνθρωπος, κάτι να κάνει, πώς να διατηρηθεί ζωντανός ένας δημόσιος χώρος;
Όμως υπάρχει πεδίο δράσης έστω και χωρίς το μεγαλεπήβολο σχέδιο. Ας πούμε, αυτό το καφενείο, αυτό το σαβανωμένο κτίριο, αν το αγόραζε το ίδρυμα Ωνάση περιορίζοντας το στόχο του σε κάτι εντελώς συγκεκριμένο, κι έφτιαχνε εκείνη την εξαίσια αίθουσα στο ισόγειο με κάτι που θα προσέλκυε κόσμο, δεν θα άλλαζε η εικόνα του κέντρου; Δίπλα, εκείνη η έρημη πλατεία με το βαθούλωμα, δεν θα μπορούσε να γεμίσει χώμα και να φυτευτεί γρασίδι, να γίνει πόλος έλξης για βόλτα; Μικρές παρεμβάσεις δεν θα μπορούσαν να έχουν την αίγλη που ταιριάζει σ' ένα μεγάλο ίδρυμα; Δεν θα έδιναν ένα παράδειγμα που μπορεί να άλλαζε έστω κι ένα χιλιοστό την εχθρική στάση των Αθηναίων απέναντι στην πόλη τους;
 

Δευτέρα 24 Νοεμβρίου 2014

Σημείο εξυπηρέτησης πολίτη

 Ο υπάλληλος του ΣΕΔ βαριέται. Πολύ σπάνια μπαίνει κόσμος στο γραφείο του. Απέναντι το ΚΕΠ είναι γεμάτο, αλλά εδώ στο ΣΕΔ βαράνε μύγες. Κανείς δεν ξέρει τι να ζητήσει από το ΣΕΔ. 

Σημείο εξυπηρέτησης του πολίτη. Βγαίνει έξω και κόβει βόλτες. Μας πιάνει συζήτηση. Σε ένα χρόνο παίρνει σύνταξη. Μια δυο φορές μας είπε: "Σας θαυμάζω, σας θαυμάζω!" και "Χαρά στην υπομονή σας!" Εμείς κάνουμε εγγραφές για μαθήματα που δίνουμε εθελοντικά, ελληνικά σε μετανάστες. 

Σήμερα είμαι μόνη μου και βαριέμαι κι εγώ. Δεν έρχεται κανείς. Άρχισα να τρώω μήλα. Ο υπάλληλος του ΣΕΔ βγήκε έξω και κάθισε στο πεζούλι. Του πρόσφερα μήλο, αλλά δεν ήθελε. Έβαλε κι άκουγε μουσική σε ένα τρανζίστορ. "Βρέχει στη φτωχογειτονιά/ βρέχει και στην καρδιά μου"

Καθόλου δεν βρέχει στη φτωχογειτονιά βεβαίως. Έχει να βρέξει μέρες, μήνες. Κάθε μέρα λιακάδα κι η φτωχογειτονιά δεν χρειάζεται πετρέλαιο θέρμανσης, ευτυχώς. Αλλά κι όταν βρέξει ο στίχος δεν θα ταιριάξει. Εδώ ξεκίνησε για πλουσιογειτονιά, ειδικά η Φωκίωνος. Χτίζονταν πυρετωδώς οι πολυκατοικίες, ανέβαινε το επίπεδο με ταχύτητα ιλιγγιώδη. Όλοι, όλοι να μπουν σε διαμέρισμα, να περιβληθούν καθαρούς τοίχους

Παρασκευή 21 Νοεμβρίου 2014

Βόλτες στην Πατησίων

Απέφυγα να περάσω χτες απο την Πατησίων. Πάντα την αποφεύγω όταν περπατώ. Μόνο με τρόλεϊ περνάω και προσπαθώ να μην βλέπω τα οχυρωμένα παράθυρα του Ιταλικού Ινστιτούτου και τη χορταριασμένη αυλή του Πολυτεχνείου απέναντι. Έμαθα ιταλικά στο Ινστιτούτο αυτό, στη δε πλευρά του Πολυτεχνείου κατέβαινα βόλτα ως έφηβη, να χαζέψω τα ωραιότερα αγόρια της Αθήνας. Εκεί τα έβλεπες τότε μαζεμένα, ήταν προνόμιο της γενιάς μου. Μπορεί τα περιοδικά να είχαν φωτογραφίες διαφόρων νεαρών από ντισκοτέκ, από πλαζ, μπορεί να έβρισκαν καλούτσικα μανεκέν, αλλά τα αληθινά ωραία, μοντέρνα, εμπνευστικά αγόρια, αυτά που παρακολουθούσε η γενειάδα τους το Παρίσι και το Μπέρκλεϊ, αυτά που πρότειναν την αθηναϊκή και γενικώς νοτιοευρωπαϊκή εκδοχή του απελευθερωμένου κάλλους της νεότητας, αυτά τα έβλεπες στο Πολυτεχνείο. Πήγαινα λοιπόν, έκανα μια περατζάδα πέρα- δώθε, δυο περατζάδες, τρεις, να γεμίσουν τα μάτια μου όψεις και προτάσεις, φούσκωνε η ψυχούλα μου επιθυμίες, ψήλωνα δέκα πόντους απο τη μία, κόνταινα είκοσι από την άλλη, γιατί είχα μπροστά μου ακόμα τις τάξεις του σχολείου, τις εισαγωγικές στο Πανεπιστήμιο και κάποια εκπαίδευση που δεν ήξερα πού την έπαιρνες για το πώς να πλησιάζεις τα ξεχωριστά αυτά πλάσματα και να τα κάνεις να σε προσέξουν.
Ύστερα επέστρεφα στη μαθητική καθημερινότητα.
Εν συνεχεία, κι αφού η ομορφιά κορυφώθηκε, που λεν και στις ειδήσεις για τις εκδηλώσεις (κορυφώθηκαν οι εκδηλώσεις για την επέτειο του Πολυτεχνείου με την καθιερωμένη πορεία...) άρχισε τα επόμενα χρόνια κάτι σαν επίθεση εναντίον της, σα να ήταν ενοχλητική και έπρεπε να εξαφανιστεί από το συγκεκριμένο δρόμο. Το σεβάσμιο ίδρυμα, το πιο εκτιμημένο της επικράτειας, όφειλε λες να τιμωρηθεί στις δεκαετίες που ακολούθησαν. Επειδή δεν ήταν προσιτό σε όλους; Σα να είχε στερήσει από κάθε άλλο κτίριο, μαγαζί, ίδρυμα, σχολή, ομάδα, τόπο, γιορτή, τη λάμψη, την εκτίμηση και τη χαρά, να τα είχε όλα συγκεντρώσει επάνω του, έπρεπε να πληρώσει τη μοναδικότητα, να καεί, να λεηλατηθεί, να καταληφθεί και να καταστραφεί ξανά και ξανά. Όσο και να έχανε όμως το Πολυτεχνείο, δεν κέρδιζε τίποτε και κανένας άλλος. Υποπτεύομαι ότι η μανία εναντίον του είναι πέρα από την επαναστατική φλόγα, είναι καθαρά καταστροφικός φθόνος, που απλώθηκε κάποια στιγμή προς τα πάνω, από Σταδίου μέχρι Σύνταγμα.
Υπάρχει ένα ταξικό θέμα στο Πολυτεχνείο, υπήρχε πάντα. Είναι σχολή των εκλεκτών, κι η εξέγερση ξεκίνησε από τους εκλεκτούς στο όνομα όλων. Πώς επιστρέφουν οι άλλοι αυτή την προσφορά; Είναι ψυχολογικά περίπλοκο, αν και στο βάθος εξαιρετικά απλό. Δύσκολη μετάβαση, επιχείρηση, μετάθεση, δεν ξέρω πώς θα το έλεγαν οι ψυχαναλυτές. Αλλά κυκλοφορώντας στην πόλη με τα κλειστά μαγαζιά, τις διμοιρίες των ΜΑΤ και τις πορείες των αναμμένων ομάδων με τα παλούκια, θα ήθελα να σβηνόταν η μέρα από το ημερολόγιο μέχρι να κάνουμε τη δέουσα ψυχοθεραπεία.

Τετάρτη 12 Νοεμβρίου 2014

Γηραιά και δύστροπη


Βρε την καημένη την Ευρώπη, να γερνά έτσι ο πληθυσμός της. Τσ, τσ, τσ δράμα. Ακόμα και την ημέρα αφιερωμένη διεθνώς στην Τρίτη ηλικία, κλαίγονταν στα μέντια που τόσο πολλοί ευρωπαίοι ανήκουν στην Τρίτη ηλικία. Γιατί ποιοί θα πληρώνουν τις συντάξεις τόσων ηλικιωμένων; Και μάλιστα όταν υπάρχει υπογεννητικότητα; Πώς να πειστούν οι μανάδες να γεννάνε περισσότερα παιδιά; Δύσκολο, ενώ είναι τόσο γλυκά τα παιδιά. Τα δικά μας, των ευρωπαίων δηλαδή, τα λευκά και γαλανομάτικα. Τα άλλα δεν μας αρέσουν, άσε που γεννιούνται περισσότερα απ' όσα πρέπει, εκείνα. Ένα παράξενο πράγμα δηλαδή.
Ποτέ δεν ακούγονται μαζί αυτά τα δύο στις ειδήσεις, τις αναλύσεις, τα δημογραφικά κλισέ, τις ημέρες τρίτης ηλικίας. Κάθε μέρα ασιάτες κι αφρικανοί, πρόσφυγες ή απλοί μετανάστες, θαλασσοπνίγονται για να φτάσουν στις ακτές της Ευρώπης, να δουλέψουν στις πιο βαριές δουλειές, με μοναδική ελπίδα να ζήσουν τα παιδιά τους καλύτερα από τους ίδιους. Έχουν μαζί τους και παιδιά, τα οποία πνίγονται κι αυτά έξω από τις ακτές της ηπείρου που κλαίει καθημερινά για τα δικά της παιδιά που δεν γεννιούνται.
Μα να πάρουν παιδιά μουσουλμάνων, μελαψά και κολλημένα- ίσως- σε βάρβαρες παραδόσεις τις θέσεις των ευρωπαίων; Τρομερό δεν θα είναι, τα παιδιά που θα μας τρέφουν, εμάς τους προνομιούχους της Τρίτης ηλικίας, να μη μοιάζουνε με μας; Δεν το δεχόμαστε, γι αυτό αρνούμαστε να τους δώσουμε ιθαγένεια, εδώ στην ευλογημένη γωνιά που γεννήθηκε η Ευρώπη. Άντε να δουλεύουν για μας, άντε να πάνε και σχολείο. Άντε να πληρώνουν και ΙΚΑ. Όχι όμως ιθαγένεια. Κι οι βορειότεροι τα ίδια, δίνουν την ιθαγένεια πιο εύκολα, αλλά κι εκεί σοκάρονται οι άνθρωποι. Τόσο παράξενη διαδοχή; Κι η βόρεια, πλούσια Ευρώπη, τόσο ξανθή, να μαζεύει όλους τους μαύρους; Κλωτσάνε κι οι Σουηδοί ακόμα, ανεβαίνουν τα ξενοφοβικά κόμματα.
Περνά ο καιρός, μεγαλώνουν τα παιδιά, τελειώνουν το σχολείο, ενηλικιώνονται κι έχουν προβλήματα με την τυπική ταυτότητα που μπορεί να γίνει ουσιαστική μ' ένα βλέμμα, με μια κουβέντα, έναν αποκλεισμό, μια αδικία, την αναπόφευκτη αδικία. Το μεγαλύτερο πρόβλημα θα είναι στο μέλλον τα παιδιά πληγωμένων γονιών, τα ψυχολογικά τους προβλήματα, οι αναλύσεις που δεν θα έχουν γίνει για τη σημερινή συμπεριφορά των Ευρωπαίων, για τις διακρίσεις που κάνουν αυτή τη στιγμή στις δημοκρατικές τους χώρες. Ακόμα τώρα, εδώ, δίπλα μας, κάθε μέρα τιμωρούμε ανθρώπους γι αυτό που είναι. Αυτούς τους ίδιους που θα στηρίζουν τα ασφαλιστικά ταμεία μας, που ήδη τα στηρίζουν. Δύστροπα γεράματα.

Τετάρτη 5 Νοεμβρίου 2014

Εξ όνυχος την πολιτική


Πριν χρόνια, αρκετό καιρό πριν την κρίση, είχα αναλάβει τη διαχείριση της πολυκατοικίας μας, αφού πρώτα έκανα ό,τι μπορούσα για να το αποφύγω. Παλιά οικοδομή, φορτωμένη προβλήματα.
Πριν περάσει εβδομάδα έσκασε στα χέρια μου το χειρότερο, το αποχετευτικό της. Πέρασα μέρες και μέρες στην Πολεοδομία, το Δήμο, την ΕΥΔΑΠ, ψάχνοντας λύση, κι ατέλειωτες ώρες να εξηγώ το πρόβλημα στους ιδιοκτήτες. Έπρεπε όλοι να ξέρουν, νόμιζα. Έμαθα τότε πολύ καλά την κατάσταση των αποχετευτικών δικτύων της Αθήνας. Οι προηγούμενοι διαχειριστές δεν ήξεραν; Μα πώς, είχαν ενημερωθεί, επέμενε η ΕΥΔΑΠ.
Όταν λύθηκε αυτό το πρόβλημα, έβαλα στόχο να βάψω την πρόσοψη, να αλλάξω πολλούς σωλήνες, να εξωραΐσω την αυλή. Ήθελα επίσης να βάλω φυσικό αέριο, κοινή κεραία τηλεόρασης, και διάφορα άλλα που δεν κατάφερα. Πολλές δαπάνες κάλυψα μόνη μου γιατί οι υπόλοιποι ιδιοκτήτες αρνούνταν να συμμετέχουν, ειδικά στους εξωραΐσμούς. Το δικό τους σπίτι άρχιζε μετά την πόρτα του διαμερίσματος.
Καθώς ο καιρός περνούσε αισθανόμουν ένα είδος υπόκωφης αντίδρασης, μια ηχώ συκοφαντίας στη γειτονιά. Αναίτια έχθρα να εκφράζεται από ανθρώπους που δεν το περίμενα. Συνιδιοκτήτες μου χτυπούσαν το κουδούνι τις πιο απίθανες ώρες, μου έλεγαν τα πιο απίθανα πράγματα. Παλιοί γνωστοί μαγαζάτορες μου μετέφεραν τρομερές κατηγορίες προς το πρόσωπό μου.
Μέχρι τότε οι διαχειριστές δεν είχαν κανένα πρόβλημα. Δεν έκαναν τίποτε, και κανένας δεν τους ενοχλούσε. Κάποια στιγμή εξαφανίστηκε το αποθεματικό, κάποια άλλη στιγμή πληρώσαμε αστρονομικό ποσό για την υποχρεωτική αλλαγή του ασανσέρ, αλλά ποτέ κανείς δεν διαμαρτυρήθηκε και δεν διανοήθηκε να ασχοληθεί με τον έλεγχο των οικονομικών. Εμένα όμως, που είχα προσπαθήσει να εξηγήσω τις ανάγκες και τα προβλήματα της πολυκατοικίας και να προτείνω λύσεις, μου έκαναν έλεγχο όταν παρέδωσα τα χαρτιά στον επόμενο, κάθε απόδειξη και κάθε χαρτί. Ούτε και τότε όμως ρώτησαν ποιος είχε πληρώσει τη μεταλλική πέργκολα και το παγκάκι που είχαν εμφανιστεί μια μέρα στην αυλή χωρίς να τα χρεωθούν, ή ποιος είχε αποζημιώσει τον πρώτο μπογιατζή που αποσύρθηκε από τη δουλειά επειδή δεν τους άρεσε. Αυτά ήταν αυτονόητα.
Δεν ήθελα να πιστέψω ότι μόνο όποιος δεν κάνει τίποτε για να αντιμετωπίσει τα προβλήματα και δεν εξηγεί τίποτε σε κείνους που τους αφορούν, γίνεται δημοφιλής. Πως το να θες να καταστήσεις τους ανθρώπους υπεύθυνους για τις επιλογές τους, να τους ανοίγεις τα μάτια και να εξηγείς, είναι ασυγχώρητο. Ότι προτιμούν να ζουν σε χειρότερες συνθήκες, προτιμούν ακόμα και ν' αφήνουν την περιουσία τους να υποβαθμίζεται, φτάνει να μην ακούσουν τα δυσάρεστα. Κι ότι όποιος προσπαθεί να βελτιώσει κάτι, δεν υπάρχει περίπτωση να μην θεωρηθεί ύποπτος, να μην του σούρουν τα πιο απίθανα, έστω κι αν επωφελούνται τελικά. Σε επίπεδο πολυκατοικίας ή σε επίπεδο χώρας, εκτιμάται η αδράνεια και η καλλιέργεια μυστηρίου και κύρους.
Το εμπέδωσα. Μυαλό δεν έβαλα, αλλά τουλάχιστον ξέρω τι περιμένει όποιον θελήσει να κάνει οποιαδήποτε συγκεκριμένη δουλειά ή βελτίωση, θεωρώντας τους ανθρώπους άξιους να καταλάβουν και να συνεισφέρουν. Κι επίσης πόση αξία έχουν οι κριτικές και οι κακίες προς τον καθένα που επιχειρεί κάτι τέτοιο.

Τρίτη 28 Οκτωβρίου 2014

Βράδυ στην Γ' Σεπτεμβρίου

Η πλατεία Βικτωρίας γεμίζει πάλι πρόσφυγες. Ξεχωρίζουν πως είναι πρόσφυγες, είναι γυναίκες και παιδιά, λίγοι γέροι επίσης. Γυναίκες με τη μαντίλα όχι πολύ σφιχτή, αφήνουν τα μαλλιά να φαίνονται μπροστά. Η ποσότητα μαλλιών που φαίνονται απο τη μαντήλα είναι σήμα του κώδικα αυστηρότητας.
Πρέπει να είναι από το Ιράν κι αυτοί, Αφγανοί από τα στρατόπεδα προσφύγων του Ιράν δηλαδή, όπου ζούν χρόνια τώρα, από την εποχή των Ταλιμπάν. Οι δυο οικογένειες τέτοιων προσφύγων που γνώρισα εγώ πριν φύγουν απο την Ελλάδα, είχαν περάσει εννιά χρόνια στο στρατόπεδο. Τα μικρά παιδιά είχαν γεννηθεί εκεί. Όσοι κατεφέρνουν να φτάσουν εδώ, περιμένουν και προσπαθούν να φύγουν. Τα καταφέρνουν οι περισσότεροι.
Στην πλατεία, πίσω από το άγαλμα, κάτω από τα φώτα, μαζεύονται πολλοί, μιλάνε σε ομάδες, τα παιδιά παίζουν κοντά τους. Τους βλέπω και τη μέρα να τριγυρίζουν, ποιος ξέρει με τι στόχο, τα πιτσιρίκια απο κοντά, να παραπονιούνται στους γονείς, να τους κρατούν από τη φούστα, το παντελόνι. Κι οι γονείς χαμένοι. Don't follow me, I am lost too, θα ήθελαν ίσως να πουν καμιά φορά, αλλά βέβαια αυτά είναι φαντασίες δικές μου. Γιατί οι γονείς παραμένουν ισχυροί απέναντι στα παιδιά τους, τ' αγκαλιάζουν στοργικά, έχουν στο βλέμμα τους τη σιγουριά την ανύπαρκτη. Πρόσφυγες, ανεπιθύμητοι στη χώρα αυτή, θαλασσοπνιγμένοι, άστεγοι, που στοιβάζονται δέκα- δέκα σε διαμερίσματα για να κοιμηθούν, παραμένουν γονείς, παραμένουν προστάτες των μικρών παιδιών τους.
Ένα βράδυ γυρίζαμε από την πλατεία προς την Κυψέλη, περπατούσαμε τρεις φίλες στην οδό 3ης Σεπτεμβρίου. Ήταν σκοτεινά, όπως είναι οι  περισσότεροι δρόμοι, παρόλ' αυτά είδαμε μια γυναίκα ακουμπισμένη σ' εναν τοίχο, στο μικρό πεζούλι που φτιάχνει η βιτρίνα ενός μαγαζιού με κατεβασμένα ρολά.  Ένα στήριγμα για τους γοφούς πέντε εκατοστά πλάτος,όπου μπορεί ενδεχομένως να ξεκουραστεί κάποιος σε ώρα ανάγκης. Καθόταν εκεί και θήλαζε το μωρό της. Κοιταχτήκαμε και προσπεράσαμε. Δεν μπορέσαμε να κάνουμε τίποτ' άλλο. Δεν ξέραμε ούτε τι να πούμε. Μια σκιά στη σκοτεινή πόλη ήταν, τίποτ' άλλο. Μία ακόμα από τις αποφασισμένες και μοιραίες αυτές γυναίκες που δεν κάνουν φασαρία, κινούνται στην πόλη σαν επισκέπτες απο το Διάστημα, περιμένουν την ευκαιρία για τη φυγή στην αληθινή Ευρώπη, το ξέρουν ότι εδώ δεν είναι ακριβώς αυτό που λέει, Ευρώπη.
Μόνο που η γυναίκα αυτή είχε κάτι το ξεχωριστό, πέρα από το γεγονός ότι είχε καθίσει στο σκοτεινό αυτό αλλά εκτεθειμένο σημείο για να θηλάσει ήσυχα το μωρό. Ήταν όμορφη, πολύ εντυπωσιακά όμορφη, κι αυτό φαινόταν παρά το σκοτάδι και παρά τα μαύρα ρούχα που φορούσε. Ήταν τόσο όμορφη που καθώς την προσπερνούσαμε ήταν σα να άλλαζε ξαφνικά γύρω μας ο αέρας, σα να έπρεπε να τον σπρώξουμε για μια στιγμή, να γινόταν βαριά κουρτίνα για λίγα δευτερόλεπτα. Κι αν δεν είχαμε την ετοιμότητα να τραβήξουμε, να φύγουμε, να πάρουμε βαθιά ανάσα μη μας πλακώσει, μπορεί και να μέναμε εκεί για πάντα, να μας κατάπινε ένα παιχνίδι ταξιδιού στο χρόνο και να μεταφερόμασταν ξαφνικά πίσω εκατό χρόνια ή διακόσια, να εγκλωβιζόμασταν σε μια κατάσταση που δεν θα ξέραμε να διευθετήσουμε. Να μην είχαμε ξαφνικά εμείς ούτε ηλεκτρικό, ούτε άσφαλτο, ούτε φώτα στο δρόμο, ούτε πλακάκια στο πεζοδρόμιο, και φυσικά ούτε κινητά στην τσάντα, ούτε διαμέρισμα σε όροφο ν' ανεβούμε με το ασανσέρ, να βρισκόμασταν με την αληθινή μας ηλικία, όχι αυτή που μας προσφέρει ο 21ος αιώνας, σκυφτές και κουρασμένες γιαγιάδες που πρέπει να φυλάξουν εγγόνια, να κάνουν δουλειές στο σπίτι, να, να να.
Όσο κρατάει μια ανατριχίλα που σε πιάνει από τα δάχτυλα και διανύει όλο το σώμα κράτησε αυτή η αίσθηση, τη σπρώξαμε σιωπηλά την αόρατη κουρτίνα και προχωρήσαμε γρήγορα. Ακόμα σκέφτομαι, θα μπορούσαμε άραγε να σταματήσουμε λίγο, να την πλησιάσουμε, να πούμε κάτι σαν "Madam, do you need some help?"
Κι ύστερα; Τι είδους βοήθεια θα μπορούσαμε να προσφέρουμε στη μητέρα που τάιζε το παιδί της μητρικό γάλα μαζί με τη σκόνη, το καυσαέριο, το θόρυβο της 3ης Σεπτεμβρίου; Τι τρόποι έχουν επινοηθεί για να μπορείς να βοηθάς ένα τέτοιο μωρό και μια τέτοια γυναίκα, που μοιάζει ζητιάνα αλλά δεν είναι; Ακριβώς γι αυτό, μην προσβάλουμε, αμήχανες κι ανίκανες να βοηθήσουμε, περάσαμε δίπλα της σα να μην την είχαμε δει.

Τρίτη 21 Οκτωβρίου 2014

Τι συστηματάκι θα σας άρεσε;


Όταν άνθρωποι ισχυροί δηλώνουν πως είναι εναντίον του συστήματος, θα είχε ενδιαφέρον να μας πουν ποιο σύστημα θα προέκριναν οι ίδιοι. Αν ένα σύστημα που τους βοήθησε να διακριθούν, να πλουτίσουν, να καταλάβουν δημόσια θέση, να ακούγονται, αν ένα τέτοιο σύστημα δεν τους αρέσει, τότε τι θα τους άρεσε;
Ή μήπως να τους ρωτήσουμε πώς περιγράφουν το σύστημα; Τι βλέπουν σ' αυτό και τι τους ενοχλεί; Γιατί πρέπει να αποκλείσουμε κατ' αρχήν ότι η κριτική τους γίνεται από σεμνότητα, ότι ενοχλούνται από τον πλούτο ή από τη φήμη που κατάφεραν να κερδίσουν και θέλουν να τ' απαρνηθούν. Η ανθρώπινη φύση τείνει προς τον πλούτο και τη φήμη, αλλά πάλι και να τα απαρνηθεί κάποιος είναι πανεύκολο. Αν πραγματικά θέλει να μονάσει, να χαρίσει την περιουσία του στην εκκλησία, ή στην Ουνέσκο, ή στο Χαμόγελο του Παιδιού και μετά να πάει στην Κέρο να διαλογίζεται, το σύστημα, βασισμένο στην ουτοπική και μεγαλειώδη ιδέα της προσωπικής ελευθερίας και ευθύνης, του το επιτρέπει.
Έχει πολλές αδικίες φυσικά αυτό το ατελές σύστημα, το οποίο βασίζεται στην ουτοπική και μεγαλειώδη ιδέα της ισότητας. Αλλά όταν άνθρωποι ισχυροί το καταγγέλλουν, η λογική λέει ότι ενοχλούνται από την ουτοπική και μεγαλειώδη αυτή ιδέα. Μήπως θα προτιμούσαν κάτι σε φεουδαρχία; Κάτι σε απόλυτη μοναρχία με τους ίδιους στο ρόλο του απόλυτου μονάρχη; Κάτι σε πριγκιπάτο- επισκοπή, σαν αυτό που είχε το Σάλτσμπουργκ την εποχή του Μότσαρτ; Μην το υποτιμάτε καθόλου, ένας τέτοιος άρχων της πόλης, ο πρίγκιπας επίσκοπος του Σάλτσμπουργκ ήταν ο πρώτος εργοδότης του Μότσαρτ. Δεν ξέρεις ποτέ τι μουσικούς θα συναντήσεις όταν έχεις εκκλησιαστικό όργανο στη μπαρόκ σου μητρόπολη και διαθέτεις μισθό για τον συνθέτη- οργανοπαίχτη.
Θαύμαζα τον αντιεξουσιαστικό λόγο ενός συνδαιτυμόνα κάποια ωραία βραδιά επί μία ώρα. Εξαπέλυε μύδρους κατά του συστήματος με τόσο μένος που είχα πιστέψει ότι είναι άνεργος με πλούσια ίσως σύζυγο ή καλούς γονείς οι οποίο του προμήθευσαν το ωραίο λινό κοστούμι που φορούσε και τη δυνατότητα να κυκλοφορεί σε συμπαθητικούς κύκλους. Στο τέλος έμαθα ότι είναι βουλευτής εν ενεργεία. Δεν παραιτήθηκε από τη θέση του, νευραλγική θέση στο σύστημα. Δεν παραιτήθηκε από το μισθό για τον οποίο φορολογούμαστε όλοι, αλλά δεν μπαίνει και στον κόπο να εξηγήσει την ανάγκη του μισθού και της θέσης του. Όχι, θεωρεί ότι μπορεί απέναντι σε ανθρώπους που δεν είναι βουλευτές, που είναι απλοί πολίτες και ίσως τον έχουν ψηφίσει, να κατηγορεί, να κατακεραυνώνει το σύστημα και την εξουσία.
Την επόμενη μέρα διαβάζω και την ατάκα της Γιάννας Αγγελοπούλου, ότι είναι απέναντι στο σύστημα. Και είναι βέβαια η πολλοστή φορά που άνθρωποι ισχυροί παριστάνουν τους επαναστάτες. Αναρωτιέμαι πότε θα αρχίσουμε να ανησυχούμε αρκετά με τέτοιες δηλώσεις ώστε τουλάχιστον να καταλάβουν ότι δεν τους παίρνει να τις κάνουν; Πότε θα ενοχληθούμε αισθητικά, αν μη τι άλλο, από τέτοιες χοντράδες ώστε να μην τις ακούμε; Ας τις σκέφτονται, ας ονειρεύεται ο καθένας τον εαυτό του σε ρόλο μεγάλης Αικατερίνης, Λουδοβίκου του 14ου, Ροβεσπιέρου, Στάλιν, Ναπολέοντα, ή ό,τι άλλο θέλει, αλλά να κρατάνε τουλάχιστον το στόμα κλειστό.

Κεραμεικός ο δυσανάγνωστος

Ερείπια του Πομπείου
Στον Κεραμεικό δεν μας είχαν πάει με το σχολείο ποτέ. Για πρώτη φορά θα πρέπει να πήγα μετά τα τριάντα μου. Μου είχε κινήσει το ενδιαφέρον η πληροφορία ότι από εκεί περνά ο Ηριδανός, έτσι έκανα την πρώτη επίσκεψη. Και όντως ο Ηριδανός περνά. Το μόνο φανερό νερό που είχα δει ως τότε στην Αθήνα. Και πόσο λίγο! Πόσο μικρό το ποταμάκι, πόσο φτωχό το νερό.
Ξαναπήγα μια δυο φορές, αλλά πάντα με μπέρδευε. Ενώ το λένε Κεραμεικό, δεν βλέπεις τίποτε που να σχετίζεται με την κεραμική, εκτός από μερικά βάζα στο Μουσείο. Τα τείχη είναι σε διάφορες κατευθύνσεις, δεν βγάζεις άκρη. Κτίρια δεν υπάρχουν, οι κολώνες είναι θεόκοντες. Ξεκάθαρα είναι μόνο τα μνήματα στην πλευρά έξω από την πόλη, οι επιτύμβιες στήλες, πολλές από τις οποίες είναι αντίγραφα, για να μην καταστρέφονται τα πρωτότυπα.
Στην τελευταία επίσκεψη είχα αναλάβει την ξενάγηση για τους μαθητές και τις δασκάλες της ομάδας μας "Ελληνικά στην Αγορά", κι αναγκαστικά βάλθηκα να καταλάβω πού βρίσκεται η πύλη της αρχαίας πόλης, πού τα τείχη, πού ετοιμάζονταν οι γιορτές. Και συνειδητοποίησα ότι ο χώρος με δυσκολεύει επειδή έχω εκπαιδευτεί, κατά κάποιον τρόπο, στην Ακρόπολη, ένα χώρο όπου έχουν απομείνει ουσιαστικά μόνο τα κλασσικά μνημεία. Όμως κι εκεί, το 1832 που παραδόθηκε στο νέο ελληνικό κράτος ο βράχος, είχε επάνω σπίτια, τζαμιά, εκκλησίες, φρουραρχεία, τον φράγκικο πύργο σίγουρα, και διάφορα άλλα κτίρια μεταγενέστερων εποχών. Όλα έφυγαν, καθαρίστηκαν, κι η κλασσική Αθήνα, ό,τι απέμεινε απ' αυτήν, τα τρία της μνημεία γλειμμένα από ό,τι τα τριγύριζε, σαν σκελετοί δεινόσαυρων ξεγυμνώθηκαν και υψώνονται ξεκάθαρα. Γι αυτό με μπερδεύει ο Κεραμεικός με τα στρώματα εποχών που περιέχει.
Στον Κεραμεικό, το τείχος του Θεμιστοκλή είναι χτισμένο πάνω σε κάποιο άλλο τείχος, κι από πάνω άλλο, και κάποια κρύβονται κάτω απο τη γη, κι άλλα έχουν χαθεί. Εδώ η κλασσική Αθήνα δεν μπορεί να επικρατήσει. Εξάλλου οι αρχαιολογικές απόψεις έχουν αλλάξει. Οι εποχές έχουν όλες ενδιαφέρον. Κι έτσι μπερδεύεται ο επισκέπτης που έχει μυηθεί στον απόλυτο κλασσικισμό της Ακρόπολης.  Αν βέβαια διαβάσεις Ιστορία εξηγούνται όλα.
Υπαίθριο ιερό των προγόνων
Οι στρώσεις του τείχους διηγούνται τα πάθη και τα λάθη της μικρής εκείνης πόλης που υπήρξε η Αθήνα, ακόμα και τον τρόπο που επιβίωσε. Αναγκαστικά μαθαίνεις τις ταπεινές λεπτομέρειες αν θέλεις να καταλάβεις το χώρο του Κεραμεικού. Δεν πέφτεις εδώ στα γόνατα να προσκυνήσεις την κλασσική ομορφιά, όπως ο Ρενάν μπροστά στον Παρθενώνα. Μπορείς να σκύψεις βέβαια για να δεις αγάλματα χτισμένα στο τείχος που έπρεπε να γίνει βιαστικά, ή παγίδες για τους πολιορκητές, ήλούκια σε πέτρα πάνω από τάφους που χρησίμευαν για τις προσφορές, να κυλάνε βαθιά μέσα στη γη, να φτάνουν ως το νεκρό και τις χθόνιες θεότητες.
Κάποτε η πόλη μεγάλωνε, κάποτε μίκραινε, κάποτε τη λεηλατούσαν, κάποτε ξαναχτιζόταν. Οι αγωνίες της αποτυπώνονται στις λεπτομέρειες των ευρημάτων του Κεραμεικού. Κι οι κεραμίστες ήταν σημαντικοί τεχνίτες, αφού η παραγωγή κεραμικών προοριζόταν και για εξαγωγή σε πολλά μέρη, μακρινά και κοντινά.
Όπως είναι σε στρώσεις τα ευρήματα του Κεραμεικού, έτσι μπορεί κανείς, σε στρώσεις, να τον ανακαλύπτει. Κάθε φορά να τον καταλαβαίνει λίγο καλύτερα. Θα ξαναπάω.

Παρασκευή 17 Οκτωβρίου 2014

Το Νόμπελ στα παιδιά

Πολύ συχνά το Νόμπελ Ειρήνης απονεμήθηκε σε πολιτικούς μόνο και μόνο για να τους θυμίσει ότι υπάρχει και η ειρήνη. Τους έβρισκε σε οργασμό πολεμικών περιόδων, κι ήθελε απλώς να φρενάρει την ορμή τους, να τους βάλει σε σκέψεις, να τους τραγουδήσει Ζιλμπέρ Μπεκώ. Ξέρετε εκείνο το τραγούδι που λέει “μετά τον πόλεμο, πρέπει να συντάξουμε και τη συνθήκη ειρήνης”. (Σε ελεύθερη μετάφραση). Άλλοτε προσπαθούσε να δώσει κουράγιο σε αντιπάλους που ήξεραν το τραγούδι αυτό κι επιχειρούσαν τη σύνταξη της συνθήκης, ενώ τα φιλοπόλεμα πλήθη ούρλιαζαν εναντίον τους.
Φέτος το βραβείο βαραίνει τους ώμους ενός κοριτσιού 17 χρονών. Δεν είναι απλή υπόθεση, ξαφνικά μια τόσο νέα κοπέλα αποκτά το καθήκον να μην αλλάξει ρότα στη ζωή της, να την αφιερώσει στην υπόθεση για την οποία κινδύνευσε να πεθάνει όταν ήταν 12, τη μόρφωση των κοριτσιών στην πατρίδα της. Κι αν αλλάξει γνώμη στα 25, στα 30, αν θελήσει ν' ασχοληθεί με κάτι άλλο, αν ερωτευτεί και πάψει να νοιάζεται για τα κοριτσάκια του Πακιστάν, αν απλώς απογοητευτεί και θέλει να τα παρατήσει; Είναι λογικό να τα σκέφτεται κανείς αυτά. Πώς δεν τα υπολόγισαν, νορβηγοί άνθρωποι, τόσο εξελιγμένοι και προβληματισμένοι στο θέμα της ελεύθερης ατομικής επιλογής; Και τότε ακριβώς, κάνοντας αυτές τις σκέψεις, συνειδητοποιεί κανείς ότι τα εκατομμύρια των κοριτσιών χωρίς πρόσβαση στη μόρφωση δεν έχουν καμία πιθανότητα ατομικών επιλογών. Οπότε, ακόμα κι αν βαραίνει το Νόμπελ στους νεανικούς ώμους της Μαλάλας, τουλάχιστον η εικόνα, η πρόταση, η ιδέα, κάπως θα φτάσει στα μάτια και τ' αυτιά τους, το υπόδειγμα κάπως θα λειτουργήσει.
Συχνά λέμε ότι τύποι σαν τη Μαλάλα και τον Σατυάρτι μάχονται για ουτοπίες. Είμαστε ρεαλιστές και προσγειωμένοι. Να μορφώνονται τα κορίτσια του Πακιστάν; Να μη δουλεύουν οι μικροί Ινδοί; Δεν γίνονται αυτά εκεί πέρα. Τα ρεπορτάζ για την παιδική εργασία, δεκαετίες τώρα δεν έβρισκαν καμία λύση να προτείνουν. Κι όμως ο Καϊλάς Σατυάρτι έχει σώσει 80.000 παιδιά από την παιδική εργασία. Άρα κάποιος τρόπος θα υπάρχει. Κάτι θα μπορεί να περνά από την ουτοπία στην πράξη και στις παιδικές ζωές.
“Ινδία και Πακιστάν θα συγκρουστούν καθώς η ένταση ανεβαίνει γύρω από την ισλαμιστική εστία”, διάβαζα σε ένα περισπούδαστο άρθρο λίγο πριν ανακοινωθεί το Νόμπελ. Ίσως η πρόβλεψη βγει σωστή, ίσως όμως και όχι. Και στις δυο χώρες κάποιοι παλεύουν για το μέλλον των παιδιών. Το Νόμπελ φέτος μοιράζεται όχι μόνο σε ένα παιδί και σε έναν προστάτη των παιδιών, αλλά και σε όλα τα παιδιά που γεννιούνται εκεί, ένθεν και ένθεν των συνόρων. Ενώ μοιάζουν καταδικασμένα να στερούνται και να ταλαιπωρούνται, μπορεί και να πέσουν σε κάποιο δάσκαλο, σε κάποιο σχολείο, σε κάποιο χαρισματικό ακτιβιστή, κάποιο κοσμαγάπητο και βραβευμένο προστάτη, που θα τους μάθει ότι έχουν δικαιώματα. Κι ένα απ' αυτά είναι η ειρήνη.

Τετάρτη 8 Οκτωβρίου 2014

Ψητού κρανίου τόπος

Ποτέ κανένας υπουργός συγκοινωνιών, ποτέ κανένας δήμαρχος, ούτε και κανένας απλός βουλευτής δεν περίμενε το τρόλεϊ μπροστά στην Ακαδημία Αθηνών. Και φαίνεται ότι και κανείς από τους ανθρώπους που περίμεναν εκεί το τρόλεϊ κάποια φορά στη ζωή τους, δεν έγινε ποτέ υπουργός, βουλευτής, δήμαρχος και τα ρέστα. Υπάρχει τεράστιο χάσμα ανάμεσα στους ανθρώπους που περιμένουν το τρόλεϊ εκεί, μπροστά σε ένα από τα ενδοξότερα σημεία της σύγχρονης πρωτεύουσας, και σ' εκείνους που σχεδιάζουν, οραματίζονται, έχουν τα μέσα και τη βούληση και αλλάζουν την πόλη. Κι αν υπάρχουν κάποιοι που το κατάφεραν, δεν τολμούν να επικαλεστούν την ανάμνησή τους, να πούν: ξέρετε είναι βασανιστική η αναμονή εκεί μπροστά στην υπέροχη τριλογία, να βάλουμε ένα στέγαστρο, να φυτέψουμε ένα δέντρο. Δεν θα θέλουν να ομολογήσουν το μικρομεσαίο τους παρελθόν. Άλλο να είσαι από χωριό και να ανέβηκες ψηλά, το επικαλείσαι, αλλά να λες ότι περίμενες το τρόλεϊ στην Ακαδημία; Πολύ απομυθοποιητικό.
Άλλη εξήγηση δεν έχω.
Είναι εκεί ένα από τα ωραιότερα σημεία της Αθήνας. Από τα ελάχιστα που κράτησαν την ομορφιά των μεγάλων φιλοδοξιών της εποχής που γεννιόταν. Θα έπρεπε όσοι έχουμε τη συνήθεια, τη δυνατότητα, την ανάγκη τέλος πάντων, να περιμένουμε το τρόλεϊ στο σημείο αυτό, να το απολαμβάνουμε. Να παίρνουμε βαθιές ανάσες, να παίρνουμε κουράγιο, να γεμίζουν τα μάτια μας ομορφιά, αρμονία, να χτίζουμε αξιοπρέπεια πολίτη και δημότη στην ψυχή μας, να νιώθουμε μέσα μας τη χαρά του ανήκειν σε κάποιον τόπο. Αν δεν το νιώσουμε εκεί, τότε πού;
Ή μήπως όχι; Μήπως πρέπει αντίθετα να υποφέρει ο κόσμος, όπως υποφέρει τώρα περιμένοντας, κάτω από το λιοπύρι, χωρίς τόπο να σταθεί και να καθήσει, χωρίς μια σκιά, να στριμώχνεται όρθιος κάτω από τις τσιγκούνικες νερατζιές, να ψήνεται καλά καλά το δεκάλεπτο που κάνει να έρθει το λεωφορείο, ενίοτε εικοσάλεπτο, ενίοτε μισάωρο, για να μπορεί να νιώσει επαρκές δέος απέναντι στις υψηλές έννοιες που εκπροσωπούν τα περίφημα, τα σπουδαία, τα υψηλόφρονα, τα τέλεια κτίρια της Αθηναϊκής τριλογίας; Βιβλιοθήκη! Πανεπιστήμιο! Ακαδημία! Κάτσε ψήσου ανάξιε άνθρωπε στο γκαζόν και στα πλακάκια για να καταλάβεις το μεγαλείο τους!
Έκανε ο Δήμος διαγωνισμούς παγκακιών. Κανένα παγκάκι δεν μπήκε εκεί, πόσο μάλλον να έχει και σκιά. Θα γίνουν ίσως όλες μαζί οι αλλαγές, όταν ξανασκεφτούν την Αθήνα. Rethink Athens. Δεν μπορεί να μπει ένα σκέτο δέντρο, έτσι, χωρίς σκέψη; Ένα στέγαστρο, κάτι. Όχι, εδώ έχουμε τα ωραία, τα μεγάλα, τα ολοκληρωτικά. Και πολλή σκέψη. Όμως το σώμα των σκεπτομένων δεν πέρασε απο δω, δεν στάθηκε να περιμένει ποτέ σ' αυτό το αβίωτο πεζοδρόμιο. Εκτός απο τη σκέψη, υπάρχουν και πόδια, χέρια, ώμοι, και κεφάλια. Σ' αυτό το φαρδύ πεζοδρόμιο, το πιο μεγάλο, το πιο φαρδύ, που έπρεπε ν' ανοίγει τους ορίζοντες, οι σκεπτόμενοι δεν πάτησαν. Γιατί αν είχαν υποφέρει όπως υποφέρουμε, αν είχαν μια φορά αναγκαστεί να σταθούν είκοσι λεπτά στο ωραίο αυτό μέρος να περιμένουν, δεν θα χρειαζόταν πολλή σκέψη, ούτε μελέτη, ούτε think, ούτε rethink.
Είναι τρελό και ταπεινωτικό. Μεγάλα σχέδια, οράματα, και μια μικρή σκέψη για στοιχειώδη σεβασμό στους ανθρώπους που ζουν κι αναπνέουν γύρω από τα σπουδαία αυτά μέρη, να μην είναι σε θέση να την κάνει κανένας.

Queen on sea

 H ταινία «Βασίλισσα της θάλασσας» μου κόστισε μια ταραγμένη νύχτα. Δεν ήταν τόσο η άνοια της γριάς μητέρας που με σόκαρε, όσο η άγνοια της ...