Πέμπτη 2 Οκτωβρίου 2014

Σκεφτείτο το ξανά!

Εκείνο που θα περίμενα από μια νέα και τολμηρή περιφερειάρχη αριστερoύ κόμματος, θα ήταν να πάρει νέες και τολμηρές αποφάσεις για τα σκουπίδια, κι ας ήταν πολύ διαφορετικές από τις συνηθισμένες νοοτροπίες. Να αναγγείλει και να αναλύσει τα δύσκολα, να εκπαιδεύσει τους πολίτες, τους δημότες, τους περιφερειαρχόμενους και περιφερόμενους σε σύγχρονες λύσεις. Κι ας τους ξεβολέψει. Να χρησιμοποιήσει ένα παράδειγμα σαν στόχο, όπως το Σπιτελάου της Βιέννης, τον ενεργειακό σταθμό που χρησιμοποιεί σκουπίδια. Πείτε άλλες λέξεις αν δεν σας αρέσουν. Απορρίμματα. Μεταχειριστείτε τα διαφορετικά αν δεν σας αρέσουν. Μην τα ανακατώνετε με την ανακύκλωση επειδή βαριέστε. Και μην ονειρεύεστε ότι μπορείτε ακόμα να τα πετάτε μακριά, έξω από δω, στην αυλή του γείτονα, στην Κίνα, στο διάστημα, στη Σελήνη. Δεν γίνεται. Όσο αποστρέφετε το πρόσωπο και κλείνετε τη μύτη, τόσο περισσότερο βρωμάνε και τόσο περισσότερο μας πλησιάζουν. Αντιμετωπίστε τα.
Οι φωτογραφίες από το Σπιτελάου είναι δικές μου. Πήγα εκεί με το μετρό κι έφυγα με τα πόδια, από τον ποδηλατόδρομο - περίπατο που έχει δίπλα στο κανάλι. Έκανα ωραίο, ρομαντικό περίπατο ξεκινώντας από τον απίθανο αυτό σκουπιδότοπο. Αν στ' αλήθεια σκύβουμε το κεφάλι οριστικά και λέμε ότι αυτά δεν είναι για μας, ας έχουμε μια εικόνα, τι δεν είναι για μας. Σταθμός ενεργειακός σε σχέδια Χουντερβάσερ, του αρχιτέκτονα που έχει φτιάξει κι εκείνα τα υπέροχα δημοτικά διαμερίσματα. Και μην ξεχνάτε ότι μιλάμε για πόλη υπόδειγμα σοσιαλισμού για δεκαετίες. Αν δεν βάλουμε αυτήν πρότυπο, ποια να βάλουμε;
Σκεφτείτο το ξανά!

Περισσότερες φωτογραφίες στο Πρόταγκον  http://www.protagon.gr/?i=protagon.el.ellada&id=36691

Γαλλικά και σουτζούκια

Στην Ευριπίδου πήγα για μπαχαρικά, και βρέθηκα να φλερτάρω άλλα πράγματα. Μεσημέριαζε, φόρτωναν και ξεφόρτωναν τα μαγαζιά, κουρασμένοι οι πελάτες και οι πωλητές έτρεχαν και σκόνταφταν παντού, στα απίθανα αντικείμενα που εκτίθενται και κυκλοφορούν εκεί πέρα. Στάθηκα απέναντι από το μαγαζί με τα σουτζούκια, ζύγιζα το θέμα, να πάρω ή να μην πάρω; Καθώς στοχαζόμουν σήκωσα το κεφάλι κι είδα πάνω από το μαγαζί ακόμα έναν όροφο με τον τοίχο φτιαγμένο κήπο.

Μήπως δεν έβλεπα καλά; Τεχνική ακριβή και σπάνια αυτή, δεν θυμάμαι να υπάρχει αλλού στην Αθήνα. Ανθισμένες ταράτσες ναι, υπάρχουν μερακλήδες που φτιάχνουν, αλλά ανθισμένο, μάλλον φυτεμένο τοίχο μόνο στο Παρίσι έχω πετύχει, κι εκεί σε μουσείο Φυσικής Ιστορίας. Αρχισα να ψάχνω το κινητό να βγάλω φωτογραφία. Πριν το ψαρέψω από την τσάντα, ένα ζευγάρι Γάλλων σταματά δίπλα μου. Κοιτούσαν κι αυτοί απέναντι, ψάχνονταν.

-«Απίθανο δεν είναι;» ρωτάει η γυναίκα, κι όπως άκουσα καθαρά την κουβέντα, ανακατεύτηκα κι εγώ. «Μοναδικό», τους είπα, «καταπληκτικό, σπάνιο». Πιάσαμε κουβέντα, κι ύστερα κατάλαβα ότι δεν τους είχε εντυπωσιάσει ο τοίχος, δεν τον είχαν καν προσέξει, αλλά τα σουτζούκια και οι παστουρμάδες. Αυτά ήθελαν να βγάλουν φωτογραφία.

-«Να τα βγάλετε, αλλά κυρίως να πάτε ν' αγοράσετε», άρχισα εγώ τη διαφήμιση. «Δεν υπάρχει τίποτε τόσο γνήσιο, τόσο ιδιαίτερο και σπάνιο, τόσο παραδοσιακό…» σκάλιζα τη μνήμη μου, το γαλλικό μου λεξιλόγιο, να βρω λέξεις να περιγράψω. Παλιά συνταγή, ανατολίτικη, με κρέας εκλεκτής ποιότητας, μισό αρνίσιο, μισό βοδινό, ή μήπως ήταν χοιρινό;

Γιατί δεν τη σημείωσα τη συνταγή όταν μου την είχε πει ο πατέρας μου; Τόσο σίγουρο τον είχα, ότι θα βρίσκεται πάντα κοντά μας και κάθε χρόνο θα φτιάχνει τα σουτζούκια του αγοράζοντας ο ίδιος το άπαχο κρέας, περνώντας τον κιμά από τη δική του μηχανή, πλένοντας τα έντερα με τα χεράκια του, ανακατεύοντας τα μπαχαρικά κι ύστερα γεμίζοντας και στριμώχνοντας, και ξεραίνοντας σε δυο φάσεις στον αέρα τα σουτζούκια του, τα οποία ενδιαμέσως τα πατίκωνε με τους τόμους του «Νομικού Βήματος» και των «Ποινικών Χρονικών».

Δεν μπορώ να τα πω όλ' αυτά στους Γάλλους. Δεν μπορώ να εξηγήσω ότι κάθε φορά που πλησιάζω αυτές τις γραφικές σειρές κρεμασμένων αλλαντικών με τρώει η προσδοκία και η αμφιβολία. Θα ξαναβρώ την αγαπημένη γεύση ή θα είναι στο περίπου, όπως κάθε φορά; Θα γίνει το θαύμα κάποτε; Βρίσκω όμως όρεξη να παινέψω τα προϊόντα του μαγαζιού σαν να είναι δικό μου, τόσο που θα σκέφτηκαν ότι έκανα τον κράχτη. Και δώσ' του να μου φέρνουν αντιρρήσεις, μήπως δεν διατηρούνται καλά; Μήπως είναι πολύ πικάντικα; Ε, δεν τα λες και παιδική τροφή, ωστόσο εμείς τα τρώγαμε πριν βγάλουμε δόντια. «Μα δεν είστε Γαλλίδα;» «Οχι δα, ο πατέρας μας βέβαια μας έμαθε από μικρά γαλλικά. Γαλλικά και σουτζούκια, θα ανακαλύψετε πόσο ταιριάζουν».

Δεν ξέρω αν τους έπεισα. Φωτογράφησαν εκείνοι τα αλλαντικά κι εγώ τον κρεμαστό κήπο της Ευριπίδου. Για το χατίρι του θα κάνω σκόντο στις γευστικές απαιτήσεις, θα αγοράζω από κει σουτζούκια. Τουλάχιστον, μέχρι να μάθω να τα φτιάχνω μόνη μου.

Cities are a girl's best friend

Χαζεύω τον κόσμο στις πόλεις, κυρίως στις ξένες πόλεις, επειδή στη δική μου η ρουτίνα δεν μου αφήνει περιθώρια για χάζεμα. Χαζεύω πώς περπατούν οι άνθρωποι, πότε κουρασμένα πότε ζωηρά, ανάλαφρα ή βαριά, άγαρμπα ή κομψά, βιαστικά ή αργά, απρόσεχτα ή μελετημένα, χαρούμενα ή στοχαστικά.
Το κάθε περπάτημα έχει προσωπικότητα, και πιο εντυπωσιακό είναι το περπάτημα των κοριτσιών, με την ευρεία έννοια η λέξη «κορίτσια». Πιο δροσερά από τα συντριβάνια, πιο γοητευτικά από τις βιτρίνες, πιο νέα από τις διαφημίσεις, πιο τολμηρά από τις φωτογραφίες, πιο έτοιμα να γελάσουν, να απολαύσουν, να εκδηλωθούν, ακόμα κι απο αγορίστικες παρέες. Σε πολλά φαίνεται ο προβληματισμός των βημάτων, το πώς βάζουμε το ένα πόδι μπροστά από τ’ άλλο, πώς ζυγίζουμε τον κορμό επάνω τους και την αλλαγή βάρους. Άλλα είναι τελείως ανέμελα κι αδιάφορα, κι όμως κάπου φαίνεται, κάπου προδίνεται ότι κι εκείνα κάποια στιγμή στάθηκαν μπροστά στον καθρέφτη κι έκαναν ό,τι μπορούσαν καλύτερο για την εμφάνιση του πλάσματος που τα κοίταζε από κει μέσα. Πολλά φοράνε σορτς είτε με κρύο είτε με ζέστη. Οι κοιλιές έχουν πια κρυφτεί, πέρασε η μόδα. Τώρα έχουν οι μηροί την πρωτοκαθεδρία, κι όσο αποκαλύπτονται τόσο τελειοποιούνται. Ένα παράξενο πράγμα.
n
Καθώς χαζεύω μου κολλάει το τραγούδι της Μέριλιν Μονρόε Diamonds are a girl’s best friend. Αλλά ο στίχος έχει αλλάξει, cities are a girl’s best friend, λέει και ξαναλέει. Επαναλαμβάνεται επίμονα στο κεφάλι μου, και περνάνε μέρες ώσπου να συνειδητοποιήσω ότι δεν είναι σωστός ο στίχος, δεν λέει έτσι το τραγούδι. Ωστόσο καθώς συνεχίζω να χαζεύω, ο αλλοιωμένος στίχος επιμένει.
Οι πόλεις είναι ο καλύτερος φίλος των κοριτσιών. Στους δρόμους τους τα κορίτσια αναδεικνύονται, είναι σα να φτιάχτηκαν για το σκοπό αυτό. Πεζοδρόμια, δρόμοι, στάσεις λεωφορείων, προσόψεις, δέντρα, λεωφορεία, τραμ, ό,τι συνθέτει μια πόλη, είναι σα να μπήκε στη θέση του για να γίνει ντεκόρ, πλαίσιο, στήριξη και πινελιά, φόντο και υπόδειξη στις βόλτες των κοριτσιών. Σα να δίνουν νόημα τα κορίτσια σ’ όλ’ αυτά, χωρίς την παρουσία τους, θα άξιζαν τίποτε;
Αν ήμουν φωτογράφος θα έστηνα μια κάμερα στους ωραίους ευρωπαϊκούς πεζόδρομους. Τώρα πίνοντας καφέ, ή κάνοντας ενσταντανέ σε αξιοθέατα, βγάζω μερικές τυχαίες φωτογραφίες. Η μηχανή δεν μπορεί να παρακολουθήσει το μάτι. Ωστόσο κάτι πιάνει, μια τούφα ανεμελιά, μια άκρη ελευθερίας. Την ελευθερία διαλαλούν τα κορίτσια στις ωραίες ευρωπαϊκές πόλεις. Κι ακόμα και στις άσχημες εκείνα παραμένουν όμορφα. Έχουν κάτι το μεθυστικό καθώς κυκλοφορούν ελεύθερα, αυτά που πριν δυο ή τρεις γενιές έπρεπε να συνοδεύονται και να κρύβονται για να βγουν στο δρόμο.
n
n
Τι θα πει «κορίτσια»; Είναι οι γυναίκες που δεν έχουν ακόμα δια-κορευτεί, σύμφωνα με την παλιά ιστορία της λέξης. Δηλαδή οι παρθένες. Περιουσία προς διάθεση που έπρεπε να φυλάγεται. Κάλυπταν τα μαλλιά, κάλυπταν το πρόσωπο, δεν έβγαιναν μόνες. Περνούσαν τη συνταρακτική κι επικίνδυνη φάση της διαθεσιμότητας, της αναζήτησης και κατοχύρωσης συζύγου δηλαδή, κι ύστερα παντρεύονταν και γίνονταν γυναίκες. Είναι ακόμα φρέσκια η ελευθερία, και αμφισβητείται σκληρά σε διάφορες φριχτές δικτατορίες που επιτίθενται εξ ανατολών καλύπτοντας τα κεφάλια των γυναικών, και κόβοντας κεφάλια ανδρών. Είναι ακόμα κοντινή η κατάκτηση της ελευθερίας, η συνταρακτική αλλαγή, η υπέροχη αυτή ειρηνική επανάσταση που πέτυχε, αλλά ακόμα αμφισβητείται.
Τα κορίτσια διαθέτουν όπως θέλουν τον εαυτό τους, την παρουσία τους, το βήμα τους, το βλέμμα τους, τα πάντα. Μένουν κορίτσια όσο θέλουν, ακόμα και γερνώντας. Προσφέρουν την εικόνα τους στην πόλη, κι εκείνη τα καλεί αδιάκοπα να τη βελτιώνουν, να τη μελετούν, να την αλλάζουν.
Οι πόλεις, που στολίζουν, πλουτίζουν, γεμίζουν κι εξασφαλίζουν την ελευθερία τους, είναι νομίζω οι καλύτεροι φίλοι των κοριτσιών.
Περισσότερες Φωτογραφίες στην Athens Voice
http://www.athensvoice.gr/article/city-news-voices/%CE%B8%CE%B5%CE%BC%CE%B1/%CE%BF-%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CF%8D%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%BF%CF%82-%CF%86%CE%AF%CE%BB%CE%BF%CF%82-%CF%84%CF%89%CE%BD-%CE%BA%CE%BF%CF%81%CE%B9%CF%84%CF%83%CE%B9%CF%8E%CE%BD

Πόσο αργά με βρήκε το internet

Τα δάχτυλα του δεξιού χεριού άρχισαν να πονάνε από τη χρήση πλήκτρων. Ισως πρέπει να σταματήσω για λίγο καιρό, να φορέσω κι εγώ ναρθηκάκια, όπως οι συνομήλικοι φίλοι μου, και να μη γράφω καθόλου μέχρι να μου περάσουν. Μπορεί να είναι φυσικό να πονά έτσι κάποιος που μεγάλωσε με μολύβια και στυλό. Αραγε τα σημερινά παιδιά που μεγαλώνουν με τα δάχτυλα στα πλήκτρα εξ απαλών ονύχων, θα έχουν τέτοιους πόνους μεγαλώνοντας;

Κάποιο λάθος κάνουμε πατώντας τα κουμπιά. Βάζουμε παραπάνω δύναμη, ή κάτι τέτοιο. Και πάντα είμαστε πίσω σε σχέση με τα παιδιά, εκείνα πετάνε, εμείς σερνόμαστε ξοπίσω τους. Τα βλέπεις να δραπετεύουν με τεράστια ευκολία από το περιβάλλον που οι μεγάλοι κατασκευάζουν γύρω τους, και βλέπεις τους μεγάλους να απελπίζονται, να φοβούνται, ν' ανησυχούν. Κάνουν διαλέξεις, οι κίνδυνοι του Διαδικτύου για τα παιδιά, πώς θα είναι ασφαλές το Ιντερνετ, πώς θα προστατεύσετε τα παιδιά σας. Αντί να κάθονται να ψάχνουν το μαντζούνι που θα μας κάνει εμάς παιδιά, θα μας γυρίσει στα χρόνια που ήμασταν μικροί, αλλά αυτή τη φορά θα μας δώσει στα χέρια κι ένα άιφον να πορευόμαστε.

Πόσο αργά γεννήθηκα, σκέφτηκα πολλές φορές τα τελευταία τριάντα χρόνια, αλλά ειδικά με τα κόλπα τα ιντερνετικά παθαίνω την πλάκα μου. Γιατί να μην υπάρχει το φέισμπουκ τότε που με άλλαξαν σχολείο στην εφηβεία π.χ., και κόντεψα να πάθω παράκρουση από τη μοναξιά για μήνες; Μια χαρά θα λειτουργούσε ως υποκατάστατο σχέσεων για το ντροπαλό πλάσμα που ήμουν αυτό το θαύμα της τεχνολογίας, μέχρι να βρω τους τρόπους, τις τέχνες και τα γράμματα, ναι, κυρίως αυτά, να βγω από το αδιέξοδο της αλαλίας. Ή μετά, στα φοιτητικά χρόνια, τότε που είχαμε τις πιο τρελές και τολμηρές ιδέες και ζούσαμε στο πιο αντιδραστικό καθεστώς, τι παρηγοριά θα είχαμε με τα απίθανα κόλπα που διαθέτει σήμερα κι η πιο μικρούτσικη οθόνη. Νομίζω, θα ήμουν μεγάλο ταλέντο στο τουίτερ, εγώ που στα καφενεία καθόμουν με τα πόδια γυρισμένα προς τα μέσα, την πλάτη σε καμπούρα, τα μάτια κρυμμένα πίσω από τα πελώρια γυαλιά, και τόσο ανίκανη να μιλήσω που όταν το κατόρθωνα πάντα κατέληγα να τσιρίζω. Θα έβγαζα τις σέλφι μου χωρίς γυαλιά και θα έβρισκα βεβαίως τις καλύτερες λεζάντες, αφού όπως απεδείχθη, εκεί ήταν το ταλέντο μου.

Τρίτη 23 Σεπτεμβρίου 2014

Αυτή είναι η δουλειά της κρατικής τηλεόρασης;

Περιμένοντας να συντάξουμε απάντηση, ως Εποπτικό Συμβούλιο για όσα συμβαίνουν στη ΝΕΡΙΤ, διάβασα πολλά και διάφορα, για την παραίτηση Μακρυδημήτρη -Μορώνη και εν συνεχεία Χωμενίδη. Το Εποπτικό, από το οποίο δεν έχουμε παραιτηθεί ούτε η κα Καραπαναγιώτη ούτε οι κ.κ. Φορτσάκης, Ζούλας, Καρυτινός, ούτε εγώ, ερευνά όλα όσα συνέβησαν σχολαστικά, στο μεταξύ οι μέρες περνάνε και στα σόσιαλ μέντια η εικόνα είναι ότι τις κυβερνητικές πιέσεις και παρεμβάσεις τις προσπερνάμε, ή τις θεωρούμε αυτονόητες. Επιπλέον δεν θα πρέπει να είμαστε και τόσο ακέραιοι άνθρωποι όσο οι άλλοι τρεις, που παραιτήθηκαν
Δεν γράφω για να υποστηρίξω την ακεραιότητά μου, συνήθισα τα τελευταία χρόνια σε ακατανόητης κακίας επιθέσεις, αλλά για να εκθέσω κάποια πράγματα και ορισμένες σκέψεις που θα ήθελα να απασχολήσουν ανθρώπους που ασχολήθηκαν με το θέμα και που εκτιμώ
Ωστόσο διευκρινίζω ότι δεν θεωρώ λόγο παραίτησης, για μένα προσωπικά, τα τηλεφωνήματα πολιτικών στον διευθυντή της ΝΕΡΙΤ. Οι πολιτικοί, είτε είναι στην κυβέρνηση είτε στην αντιπολίτευση, έχουν συνηθίσει να θεωρούν την κρατική τηλεόραση ιδιοκτησία τους και δεν θα σταματήσουν να σηκώνουν το τηλέφωνο και να απαιτούν απ' αυτήν. Οι διευθυντές οφείλουν να αντιστέκονται και να χτίσουν την ανεξαρτησία τους μέρα με τη μέρα. Δεν είναι εύκολο, και είναι φυσικό να σηκώνουν τα χέρια ψηλά.
Μα, θα πείτε, το τηλεφώνημα πέρασε και η συνέντευξη δεν μεταδόθηκε! Πάνω σ' αυτή τη λογική, του καθήκοντος της κρατικής τηλεόρασης να μεταδίδει ζωντανά ολόκληρες τις εκδηλώσεις πολιτικών και μάλιστα με δικά της μέσα, θα ήθελα να βάλω κάποια ερωτηματικά. Αυτή είναι η δουλειά της ΝΕΡΙΤ; Αυτό το ερώτημα θα ήθελα να διατυπώσω σε όλους όσοι κατηγορούν τη στάση και την επιλογή της.
Στη συζήτηση που εμείς είχαμε κάνει, από την οποία έλειπε ο κ. Χωμενίδης, είχαμε δεχτεί τη λογική της μιας απευθείας μετάδοσης ανά κόμμα. Παραδοσιακά γίνονταν πολύ περισσότερες μεταδόσεις, σύμφωνοι. Όμως συζητάμε για αλλαγές. Συζητάμε για το πώς θα ξεφύγουμε από παραδοσιακές δουλείες της τηλεόρασης απέναντι στην κομματοκρατία.
Η προσωπική μου γνώμη είναι ότι η ΝΕΡΙΤ δεν θα πρέπει να κάνει καμία τέτοια ζωντανή μετάδοση. Αρκεί να παρακολουθεί δημοσιογραφικά, σύμφωνα με την κρίση των δικών της δημοσιογράφων, την πολιτική κίνηση και τις ομιλίες, των πρωθυπουργών και αρχηγών κομμάτων και να επιλέγει τι και αν θα μεταδώσει. Τα κόμματα, αν θέλουν να ακούγονται λάιβ οι ομιλίες, ας διαθέτουν δικά τους μέσα και ας καλούν τα κανάλια να επιλέγουν ό,τι τα ενδιαφέρει. Ακόμα και η λογική “καλύπτω τον πρωθυπουργό επειδή είμαι κράτος” για μένα είναι η αρχή της κατηφόρας. Μετά τον πρωθυπουργό πρέπει να καλύψεις τον αντιπρόεδρο της κυβέρνησης, κι ύστερα τον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης, και πόσες φορές; Μία ή δύο; Σαν κόμμα ή σαν κυβέρνηση; Κι αν η κυβέρνηση είχε τρία κόμματα, θα ήθελε τρεις καλύψεις η αξιωματική αντιπολίτευση; Κι αν είχε τέσσερα; Και ούτω καθεξής.
Και φτάνουμε στη σημείο η επιλογή της μιας παρουσίασης ανά κόμμα να θεωρείται λογοκρισία. Σαν αυτόματο ξεπηδάει μέσα μας η αντίδραση, ξεχνάμε διάφορες λεπτομέρειες όπως ότι η αξιωματική αντιπολίτευση δηλαδή ο ΣΥΡΙΖΑ, δεν αναγνωρίζει τη ΝΕΡΙΤ από την οποία απαιτεί ζωντανή κάλυψη, και άλλα γκροτέσκα. Τα έχουμε συνηθίσει αυτά. Όπως έχουμε συνηθίσει να αντιδρούμε στην υπόνοια της λογοκρισίας, και καλά κάνουμε, όμως ξαναρωτάω: Αυτή πρέπει να είναι η δουλειά της κρατικής τηλεόρασης;
Η κρατική τηλεόραση οφείλει στο κοινό της υψηλού επιπέδου κάλυψη δημοσιογραφική, αυτό είναι το νόημα της ύπαρξης της. Να προσφέρει την πολυτέλεια της ποιότητας που οι άλλοι δεν μπορούν ή δεν ενδιαφέρονται. Αν αποφασίσει ο διευθυντής της ότι πρέπει να γίνει ζωντανή μετάδοση, να κάνει ζωντανή μετάδοση. Αν όχι, να μην κάνει. Ας πάρουν σαράντα τηλέφωνα υπουργοί και αρχηγοί κομμάτων. Κάποτε θα καταλάβουν ότι δεν έχει νόημα κάτι τέτοιο. Αλλά και να μην το καταλάβουν, οι διευθυντές της ΝΕΡΙΤ απλώς οφείλουν να τους αγνοούν.
Θα μου πείτε ότι αυτό δεν γίνεται; Αν αυτό το πάρουμε απόφαση, τότε όντως πρέπει να παραιτηθούμε όλοι.  Φυσικά είναι μεγάλος ο πειρασμός της παραίτησης. Στο μεταξύ προσπαθούμε.

Τρίτη 16 Σεπτεμβρίου 2014

Οι παλιοί λογαριασμοί χαλάνε τις καλές φιλίες

Κοντεύω να περπατήσω τη μισή Σκωτία, κάθε δυο καλοκαίρια σχεδόν πηγαίνω εκεί, ιδίως αφότου σπουδάζει το παιδί μου. Έχω επισκεφτεί ένα σωρό πόλεις, έχω διαβάσει ξανά και ξανά ηρωικές ιστορίες, έχω καθαρίσει φοιτητικά διαμερίσματα, έχω αλωνίσει το Εδιμβούργο. Δεν χορταίνω να τη φωτογραφίζω, νομίζω ότι η ομορφιά της χώρας αυτής με έκανε να αγοράσω επιτέλους καλή ψηφιακή φωτογραφική μηχανή. Μπορεί να αποφεύγω πια τις αίθουσες βασανιστηρίων των μεσαιωνικών κάστρων, την αιματηρή ιστορία όμως κάθε μνημείου που επισκέπτομαι ως επίμονη τουρίστρια, την ακούω υπομονετικά. Ήρωες που έγιναν αθάνατοι, κι έφτασαν μέχρι τις μέρες μας ως κινηματογραφική σειρά. Μάχες που κόστισαν χιλιάδες ζωές. Κοιλάδες ποτισμένες με πολύ αίμα. Έφιπποι ανδριάντες. Τοίχοι πέτρινοι που υπήρξαν μπουντρούμια, αλλά τώρα είναι φόντο για γαμήλιες πόζες. Ένα σιδερένιο κλουβί κρεμασμένο σε ψηλό πύργο, όπου πέρασε τέσσερα χρόνια η ευγενής που έστεψε βασιλιά τον Μπρους, ο οποίος σκότωσε τον άντρα της αργότερα διότι εκείνος διαφωνούσε. Αποκεφαλισμοί, ακρωτηριασμοί, βασανιστήρια, πυρές. Τρομερά πράγματα, που θυμίζουν αν μη τι άλλο ότι στην αγαπημένη Ευρώπη έχουν γίνει για αιώνες φρικαλεότητες σαν αυτές που κάνει τώρα η ISIS. Μόνο που δεν είχαν τότε κάμερες να τις μεταδίδουν σ' όλο τον κόσμο.
Ίσως οι τουριστικές αυτές επισκέψεις μου δημιουργούν την εντύπωση πως η ιδέα της οριστικής αποχώρησης της Σκωτίας από το Ηνωμένο Βασίλειο είναι στραμμένη στο παρελθόν. Παλιοί λογαριασμοί που μερικοί αισθάνονται ότι δεν διευθετήθηκαν όπως θα έπρεπε, άντε ξανά να τους φέρουμε στο τραπέζι. Και φοβούνται άλλοι, ότι από τέτοιους λογαριασμούς που δεν έκλεισαν σωστά η Ευρώπη είναι γεμάτη. Κι αν αρχίσουν οι αποσχίσεις δεν θα έχουν σταματημό, κι άλλη δουλειά δεν θα κάνουμε από το να βαθαίνουμε τα σύνορα την εποχή ακριβώς που ελπίζαμε ότι θα τα σβήναμε σταδιακά. Ας μη μιλήσουμε και για εκείνους που θέλουν να τ' αλλάξουν, που τ' αλλάζουν ήδη όπως στην Ουκρανία, ας ξορκίζουμε αυτό το ενδεχόμενο.
Οι οπαδοί της απόσχισης έχουν βέβαια σύγχρονα επιχειρήματα, οικονομικά και πολιτικά, που δεν μπορώ να παρακολουθήσω. Όμως κακά τα ψέμματα, τίποτε πιο συμβολικό δεν υπάρχει στις μέρες μας, ακόμα, από τα έθνη και τα κράτη. Γιατί, τι νόημα έχει να δημιουργούνται νέα κράτη στην Ευρώπη που στοχεύει να γίνει συνομοσπονδία επαρχιών, ή κάτι τέτοιο; Εκτός αν αποφασίσουμε πως μόνο αν τελειώσει η δημιουργία μερικών ακόμα κυρίαρχων κρατών (Καταλωνία; Ουαλία; Χώρα των Βάσκων; Βαλωνία; και τι άλλο ακόμα;) κι αποσχιστούν όλοι απ' όλους, θα σκεφτούν μετά να παραιτηθούν από ένα κομματάκι κυριαρχίας για την Ενωμένη Ευρώπη. Ζήσε Μάη μου να φας τριφύλλι.

Τετάρτη 10 Σεπτεμβρίου 2014

Κομπλέ το νομοσχέδιο


Αυτό το αντιρατσιστικό νομοσχέδιο είναι πολύ χρήσιμο για την αντιμετώπιση του διεθνούς ρατσισμού εναντίον των Ελλήνων, αλλά κατά τη γνώμη μου κάπως ελλιπές. Αντιμετωπίζει δηλαδή όσους ενδέχεται να αρνηθούν ως Ολοκαυτώματα  όσα έχει αναγνωρίσει η ελληνική Βουλή, (κι εδώ ανοίγει ένα θαυμάσιο αντικείμενο νέου μαθήματος που πρέπει να μπει στα σχολεία με τίτλο πιο επιστημονικό από την απλή φράση που χρησιμοποιούμε εμείς "τα Ολοκαυτώματα που αναγνωρίζει η ελληνική Βουλή") αλλά δεν αντιμετωπίζει διάφορους άλλους αρνητές διαφόρων άλλων τρομερών και θαυμασίων πραγμάτων που έχουν συμβεί στην ελληνική επικράτεια, είτε και εκτός αυτής, ανάμεσα στους έλληνες το γένος και τους αλλογενείς, τους προαιώνιους και τους μετααιώνιους εχθρούς, στη γη, στον εναέριο χώρο, στις θάλασσες, στο FIR και στην ΑΟΖ. 
Ωστόσο πρέπει να παραδεχτούμε ότι αποτελεί μια εισαγωγή, έναν προϊδεασμό, ένα υπόδειγμα, ένα φάρο, για την αντιμετώπιση όλων αυτών των ιδεών που πρέπει να γίνουν ένα σώμα, ένας νόμος, μια ψυχή, και να δοθούν στη νέα γενιά για να ξέρει τι της γίνεται, πώς βαδίζει, τι να λέει και κυρίως τι να μη λέει. Τα Ολοκαυτώματα που αναγνωρίζει η Βουλή πρέπει να δημοσιευτούν αναλυτικά, κάπου διάβασα ότι είναι αρκετούτσικα. Γιατί στο εξής, κι αφού ο νόμος ψηφιστεί στη Βουλή, (κι έχει προ πολλού ψηφιστεί στις καρδιές μας, εννοείται) ενδέχεται να κυκλοφορούν ακόμα ανάμεσά μας διάφορα αθώα κι άσχετα όντα που δεν ξέρουν κάποιο Ολοκαύτωμα και μπορεί να την πατήσουν είτε σε εξετάσεις πανελλήνιες, ΑΣΕΠ είτε σε πρόταση γάμου, είτε σε βιογραφικό, είτε οπουδήποτε. Να υποχρεωθούν οι εφημερίδες να δημοσιεύσουν όλα τα Ολοκαυτωματα σε συνέχειες, επ' αμοιβή φυσικά, (να βγάλουν κάτι κι αυτές απο την ελληνική Βουλή που μάλλον καλύτερα πορεύεται από τα ΜΜΕ) κι όταν με το καλό τελειώσουν με τα Ολοκαυτώματα, να δημοσιεύσουν τους επόμενους νόμους που θα ψηφίσει ελπίζουμε η ελληνική Βουλή, αφού πρώτα έχουν ψηφιστεί στις καρδιές μας. 
Δηλαδή δεν κατάλαβα γιατί η Βουλή πρέπει να μονοθετεί μόνο για τα Ολοκαυτώματα, κι όχι για κάθε ιστορικό θέμα απ' αυτά που μας κάνουν να τσακωνόμαστε στα κυριακάτικα τραπέζια μας και στις βραδυνές εξόδους και να χαλάμε τις καρδιές μας. Ας πούμε από το αν οι δικοί μας πρόγονοι επινοησαν το αλφάβητο (μερικοί λένε το σκέφτηκαν πρώτοι οι Φοίνικες, αν είναι δυνατόν. Τι λόμπι έχουν πια αυτοί οι τύποι κι έχουν περάσει τέτοιες απόψεις;) αν εφηύραν τον τροχό, αν ο Ναπολέων ήταν Έλληνας, αν η ελληνική γλώσσα είναι η πιο πλούσια του κόσμου, αν μπορεί να συνενοηθεί απευθείας με τα κομπιούτερ, κι ένα σωρό άλλες λεπτομέρειες που έχουν να κάνουν με τη θαυμάσια ελληνική ράτσα. Είπα ράτσα και το θυμηθηκα, το νομοσχέδιο είναι αντιρατσιστικό. Άρα δεν λέμε ράτσα, λέμε αντιράτσα.
  

Κυριακή 31 Αυγούστου 2014

Κάτι φτιάξανε κι οι σοσιαλδημοκράτες

Για να πάμε βόλτα στο βουνό κοντά στη Βιέννη, πήραμε το μετρό 4 όπως συμβούλευε ο τουριστικός οδηγός και κατεβήκαμε στο τέρμα. Απέναντι, σημείωνε ο οδηγός σε δυο σειρές, υπάρχει το ιστορικό συγκρότημα κατοικιών Karl Marx Hof, μνημείο του 20ου αιώνα, όπου δόθηκε μάχη το 1934 μεταξύ αριστερών και ναζί.
Το όνομα είναι γραμμένο ψηλά στον τοίχο με κόκκινα γράμματα και η χρονολογία ανέγερσης δίπλα. 1927- 1930. Συνηθίσαμε πια να βλέπουμε σε κτίρια της Βιέννης αυτά τα γράμματα, την ίδια επιγραφή, μια λέξη που σημαίνει δημοτικές κατοικίες, τις χρονολογίες ανέγερσης. Από το 1918 που διαλύθηκε η αυτοκρατορία, στη Βιέννη κυριαρχούν οι σοσιαλδημοκράτες στο Δήμο της πόλης, εκτός από το θλιβερό διάλειμμα του εθνικοσοσιαλισμού και του πολέμου. Χτίζουν σπίτια ανελλιπώς, όχι απρόσωπες πολυκατοικίες εξορισμένες σε ομοιόμορφα προάστια όπως στο Παρίσι, αλλά συγκροτήματα με αρχιτεκτονική προσωπικότητα, με προτάσεις διαβίωσης και συμβίωσης, με τοιχογραφίες και γλυπτά στους τοίχους, με κοινές αίθουσες, παιδικές χαρές, παιδότοπους, ό,τι μπορεί να φανταστεί κανείς. Είδαμε ήδη πολλά τέτοια στην πόλη, αλλά κανένα σαν αυτό που έχει το όνομα του Μαρξ. Είναι κάτι το τελείως ξεχωριστό, και μόνο με τον όγκο του και το χώρο που διαθέτει. Και μόνο με τη λέξη Karl Marx γραμμένη εκεί σε μια εποχή που στην Ελλάδα ίσως ακόμα δεν ακουγόταν.
Κάνουμε το γύρο. Δεν είναι εύκολη υπόθεση, έχει μήκος ένα χιλιόμετρο και δυο μεγάλες εσωτερικές αυλές. Παίρνει τη θέση της βόλτας στο βουνό. Στοά στο κτίριο μας οδηγεί στην πλατεία, έχει το μπρούτζινο άγαλμα ενός σπορέα- νομίζω είναι σπορέας- το ύφος του θυμίζει τον Δαβίδ του Μικελάντζελο. Στους τοίχους άλλα αγάλματα, λεπτά, εύθραυστα σώματα που όμως μοιάζουν να στηρίζουν τον φέροντα σκελετό αυτού του κολοσσού, θυμίζουν Κλιμτ και Αρ νουβώ.
Μπαίνουμε στις αυλές, χαζεύουμε παιδικές χαρές και παγκάκια, διαβάζουμε επιγραφές με τα ονόματα των αρχιτεκτόνων, άλλες με τα ονόματα των θυμάτων του πολέμου και της εξόντωσης των Εβραίων, ξαναβγαίνουμε, προχωρούμε κάτω από τη σκιά μιας δεντροστοιχίας ως το τέλος που στρογγυλεύει το κτίριο μετά από μια σειρά μαγαζιά. Βγάζω φωτογραφίες συνέχεια. Ανακαλύπτω την Αμερική, βεβαίως, διότι θα έπρεπε να ξέρω την ύπαρξη του συγκροτήματος αυτού, τόσα χρόνια στην αριστερή κουλτούρα έζησα, υποτίθεται, στην Αυγή εργάστηκα μια εικοσαετία. Κι είχα περάσει την Πρωτομαγιά στη Βιέννη το 1967, τότε που ένα εκατομμύριο κόσμος στους δρόμους, με τα ρούχα της δουλειάς, συντεταγμένος, φώναζε και ζητούσε ελευθερία στην Ελλάδα.
Ναι, η Βιέννη από το 1918, από τη διάλυση της αυτοκρατορίας κι ύστερα, είχε πάντα σοσιαλιστές δημάρχους, με εξαίρεση την περίοδο 34-45. Συχνά διέθεταν απόλυτη πλειοψηφία στο Δημοτικό συμβούλιο και προβληματίζονταν τι να φτιάξουν, πώς να παρέμβουν στην καθημερινότητα των ανθρώπων που ήταν ιδιαίτερα δύσκολη σε πολλές περιόδους. Κι αυτό που αποφάσισαν από τότε και το συνεχίζουν μέχρι σήμερα μεταξύ άλλων, ήταν να χτίζουν συγκροτήματα στέγασης, με πρώτο και πιο ξακουστό αυτό που φέρει το όνομα του Μαρξ. Φυσικά είχε αλλάξει την εποχή του Άνσλους, αλλά το ξαναπήρε το 1950 και επισκευάστηκαν οι ζημιές των εμφύλιων συγκρούσεων.
Αυτά όλα δεν τα έμαθα επί τόπου, στο μουσειάκι του κτιρίου, στην έκθεση «Κόκκινη Βιέννη» που στεγάζεται στα παλιά κοινά πλυσταριά (ή πλυντήρια), γιατί παρόλη την εξερεύνηση δεν το ανακαλύψαμε. Το βράδυ, στο σπίτι με την Google, κάλυψα το κενό των γνώσεων. Έμαθα επιπλέον ότι το 1934, στον εμφύλιο εκεί και σε μερικά ακόμα μέρη, μεταξύ σοσιαλιστών και δεξιών εθνικιστών είχε βομβαρδιστεί το κτίριο.
Για τους σοσιαλιστές αυτούς, τους σοσιαλδημοκράτες της Αυστρίας η εικόνα που έχω από την αριστερή μου διαφώτιση είναι αρνητική. Η απόρριψη της λενινιστικής πλευράς είχε περάσει και στην ανανεωτική πτέρυγα όπου ανήκα, και δεν την είχα ποτέ αρκετά αποκαταστήσει στο μυαλό μου. Χρειάστηκε να πέσω πάνω στο εντυπωσιακό αυτό κτίριο, που φέρει με περηφάνια το όνομά του, τυχαία κιόλας, για να ξανακοιτάξω αυτή την περίοδο της σύγχρονης ευρωπαϊκής ιστορίας. Δένονται τώρα οι αναμνήσεις της Πρωτομαγιάς των δεκατεσσάρων μου χρόνων με τα προηγούμενα και τα επόμενα. Αλλά πόσα δεν ξέρουμε, πόσα δεν καταλαβαίνουμε από την ευρωπαϊκή Ιστορία, πόσο ακόμα οι παπαγαλίες κάθε είδους μας θολώνουν το μυαλό.
Κάτι φτιάξανε κι εκείνοι οι σοσιαλδημοκράτες στην πόλη των αυτοκρατόρων. Κι αν δεν μαζεύονται στο Karl Marx Hof τουρίστες, ίσως κάποιος τους λέει ότι το καταπληκτικό συγκρότημα Χουντερβάσερ, αυτό με τα τολμηρά χρώματα και σχέδια όπου στριμώχνονται τα γκρουπ και φωτογραφίζουν μανιωδώς την ονειρεμένη οικιστική πρόταση, είναι επίσης δημοτικές κατοικίες, του 1989 αυτές.
To βράδυ στο προαύλιο του Δημαρχείου, έναν τεράστιο χώρο με πράσινο όπου έχουν στηθεί περίπτερα για πρόχειρο φαγητό όλων των ειδών, καρέκλες, τραπεζάκια, μέχρι και σάκοι πουφ για κουρασμένους (όπως είμαστε του λόγου μας) τρώμε σνίτσελ και βλέπουμε στη γιγαντοοθόνη παράσταση του Ντον Τζοβάνι. Ο Δήμος δεν αρκείται στην παροχή αγαθών πρώτης ανάγκης, φροντίζει και της δεύτερης, και της τρίτης. Είναι η πολιτική φύση των σοσιαλδημοκρατών ή το πολιτιστικό επίπεδο των Βιεννέζων, αναρωτιέμαι καθώς ο Ντον Τζοβάνι αρνείται γενναία να υποχωρήσει στην απειλή της κόλασης για την ακολασία του. 

Από το Protagon http://www.protagon.gr/?i=protagon.el.ta3idia&id=36075 

Rethink Athens via Vienna


Ξαναπήγα φέτος ταξίδι στη Βιέννη μετά από χμ, μερικές δεκαετίες. Ήμουν εκεί την Πρωτομαγιά του 1967. Θυμόμουν μόνο τη διαδήλωση της Πρωτομαγιάς, κυρίως επειδή είχα γράψει γι αυτήν πολλές φορές. Τον κόσμο που φώναζε "Freiheit in Griechenland", «Ελευθερία στην Ελλάδα», το κολοσσιαίο πορτραίτο του Γλέζου μπροστά στο νεογοτθικό Δημαρχείο και του Mίκη Θεοδωράκη μπροστά στη νεοκλασική Βουλή. Το μέγεθος αυτών των φωτογραφιών δυο ανθρώπων που στην Ελλάδα διώκονταν, απαγορευόταν να προφέρεις το όνομά τους.
Αναγνώρισα αμέσως αυτά τα δυο κτίρια, τη Βουλή και το Δημαρχείο, μόλις τα ξαναείδα. Μου φάνηκαν μεγαλύτερα, προφανώς είχαν μικρύνει στη μνήμη μου προσαρμοζόμενα στην εικόνα της πόλης που ζω, στα μεγέθη της Νεοκλασικής Τριλογίας στην Πανεπιστημίου. Ο αρχιτέκτονας είναι ο ίδιος, ο Δανός Θεόφιλος Χάνσεν. Αλλά, βέβαια, τα μεγέθη στη Βιέννη είναι ασύλληπτα.
Τοποθετώ, λοιπόν, σε σωστή θέση τα κτίρια της αξέχαστης εφηβικής μου ανάμνησης. Είναι στη Ρινγκστράσε, τον δρόμο που τριγυρίζει την παλιά πόλη, αυτόν που έγινε στη θέση του παλιού της τείχους. Πολύ εκτεταμένο το παλιό τείχος, πολύ φαρδιά η Ρινγκστράσε, επιβλητικά τα οικοδομήματα. Χώρος άπλετος ανάμεσά τους, ευτυχώς για το μάτι που θα παραξενευόταν πολύ με τη γειτνίαση του νεογοτθικού με το νεοκλασικό. 
Μπροστά στην αυστριακή Βουλή, γύρω από το άγαλμα της Αθηνάς, συναντάμε πάλι μια μικρή πολιτική συγκέντρωση. «Κατά του πολέμου», μας ενημερώνουν. «Τίνος πολέμου;» ρωτάμε. «Όλων των πολέμων». Συμφωνούμε απολύτως. Παραμένει εκεί χώρος πολιτικής έκφρασης.
«Σχεδίασα ένα κτίριο όπου θα λειτουργούσε η Δημοκρατία», είχε πει ο Χάνσεν για τη Βουλή. Η προτομή του βρίσκεται δίπλα στην είσοδο, πολύχρωμη. Δεν θα πρέπει να υπάρχει πιο τέλειο κλασικό κτίριο στον κόσμο, απ' όσο εγώ αντιλαμβάνομαι. Τις δυο πλευρές της κλίμακας (δεν τη λες σκάλα) την πλαισιώνουν καθιστοί ανδριάντες ιστορικών, από τον Θουκυδίδη μέχρι τον Ιούλιο Καίσαρα και τον Πολύβιο. Καλή ιδέα, καθώς ανεβαίνουν, να σκέφτονται οι βουλευτές την Ιστορία.
Στις τοιχογραφίες και στο σύμπλεγμα της κρήνης μπροστά στην κλίμακα πνέει αεράκι αρ νουβώ πάντως. Αλλά δεν καταφέρνουν να μας εμποδίσουν να αισθανθούμε τη συγγένεια που έχουμε με το έργο αυτό και τις φιλοδοξίες του. Αθήνα, Δημοκρατία, κολώνες, τριλογία, Χάνσεν και λοιποί.
Κι ύστερα ανακαλύπτουμε τον Χάνσεν σε διάφορα σημεία της Βιέννης, αλλά δεν είναι εύκολο. Τα έργα του, αν και μεγάλα, αν και χαρακτηριστικά, δεν είναι πια της μόδας, δηλαδή ούτε οι τουρίστες δεν ενδιαφέρονται ιδιαίτερα να μάθουν ποιος σχεδίασε το Musiκverein ή το σημερινό Καζίνο. Όλ' αυτά τα κτίρια είναι εδώ και αιώνες το αυτονόητο περιβάλλον στην πόλη, μάλιστα κάπως άκαμπτο και υπερβολικά αυστηρό, αυτό που έπρεπε να απαντηθεί με τις τολμηρές προτάσεις των επιγόνων. Πολύ πιο ελκυστικά είναι τα κτίρια Γιούγκενστιλ και για τα γκρουπ και για το βιβλιαράκι που μας καθοδηγεί.
Όμως εμείς ως Αθηναίοι συγκινούμαστε από τον Χάνσεν, που έχτισε το πρώτο του κτίριο σε αθηναϊκό λόφο. Είναι το παλιό Αστεροσκοπείο. Κι ύστερα σχεδίασε την Ακαδημία και τη Βιβλιοθήκη της αθηναϊκής τριλογίας, ενώ ο αδερφός του ανέλαβε το Πανεπιστήμιο. Στη Βιέννη ήρθε μετά, κι έφτιαξε αρκετά νεοκλασικά μέγαρα. Αλλά και τον βυζαντινότροπο ναό της Αγίας Τριάδας για τους Οθωμανούς πολίτες Έλληνες τότε, διότι όσο έμεινε στην Αθήνα είχε μελετήσει και τη βυζαντινή αρχιτεκτονική.
Στον τάφο του, που βρίσκεται σε περίοπτη θέση στο κεντρικό νεκροταφείο της πόλης, απεικονίζεται καθιστός φορώντας χλαμύδα, ανακαλώντας κάπως κραυγαλέα τις αρχαίες επιτύμβιες στήλες. Ας πούμε ότι πήγα να επικαλεστώ την ευλογία του για το αθηναϊκό μέλλον. Αρχίζουν όπου να 'ναι οι εργασίες της πεζοδρόμησης στην Πανεπιστημίου, και κάπως πρέπει όχι απλώς να ξανασκεφτούμε, αλλά να ξαναζήσουμε την Αθήνα, τις νεοκλασικές της όψεις, κάπως πρέπει να την ξαναβάλουμε στη ζωή μας.
http://www.protagon.gr/?i=protagon.el.ta3idia&id=36205

Παρασκευή 29 Αυγούστου 2014

Χορταριασμένοι τάφοι

Πήγαμε στο νεκροταφείο της Βιέννης, παρασυρμένοι από τις φωτογραφίες της εκκλησίας του, από την ιστορία για τον τάφο του Μότσαρτ, που δεν υπάρχει πουθενά, κι ίσως από το εβραϊκό νεκροταφείο της Πράγας που είχαμε επισκεφτεί πέρσι. Αυτό το τελευταίο είναι πραγματικά μοναδικό, ένα κομμάτι αρχαιολογίας μέσα στην καρδιά της πόλης, που δεν χρειάζεται ανασκαφή, και το επισκέπτονται οι τουρίστες μαζί με όλη την παλιά εβραϊκή συνοικία και τις παλιές συναγωγές, βρίσκοντας τα πάντα όπως τα περιμένει κανείς σε ένα γκέτο: στριμωγμένα. Οι ταφόπλακες μάλιστα είναι σχεδόν στοιβαγμένες η μια στην άλλη, και δεν μπορείς παρά να απορείς σε όλη τη διάρκεια της επίσκεψης για το πώς γίνονταν οι ταφές, πώς έμπαιναν τα σώματα εκεί;
Γενικά επισκεπτόμαστε τα νεκροταφεία όταν ταξιδεύουμε. Πολύ συχνά είναι σαν αρχαιολογικοί χώροι, με παμπάλαιες επιτύμβιες στήλες και συχνά συναντάς επάνω τους ονόματα γνωστά και σπουδαία. Όμως της Βιέννης μας απογοήτευσε λίγο, είναι τελικά πολύ καινούργιο, ή έτσι μοιάζει. Οι τάφοι είναι από μαύρο γρανίτη, γυαλιστερό κι αναλλοίωτο, καμία σχέση με το υποβλητικό μάρμαρο ή την πέτρα που μαυρίζουν από το χρόνο. Η εκκλησία βέβαια είναι εξαιρετική, σε γιούγκενστιλ, αλλά γενικά η ατμόσφαιρα δεν ήταν υποβλητική όπως περιμέναμε.
Πήγαμε πρώτα στο ελληνορθόδοξο κομμάτι, ύστερα στους μουσικούς. Μπετόβεν και Σούμπερτ πλαισιώνουν το μνημείο για τον Μότσαρτ. Κάπου εδώ κοντά θα είναι κι αυτός, βεβαιώνει η ιστορία. Και για τον Γκλουκ υπάρχει μνημείο, άρα μάλλον κι αυτόν τον έχουν χάσει. Μπραμς, Στράους, κι άλλοι σπουδαίοι τριγύρω. Παραπέρα φωτογραφίζουμε τον τάφο του Θεόφιλου Χάνσεν που παριστάνεται στην επιτύμβια στήλη του ντυμένος αρχαιοπρεπώς. Είναι ο αρχιτέκτονας που μετά την αθηναϊκή Ακαδημία, τη Βιβλιοθήκη, το Ζάππειο και διάφορα άλλα αθηναϊκά κτίρια, σχεδίασε το αυστριακό Κοινοβούλιο σε άψογο νεοκλασικό ρυθμό. Η προτομή του υπάρχει στην πρόσοψη του μεγαλοπρεπούς και αρχαιοπρεπούς αυτού κτιρίου. Συναντήσαμε το όνομά του τις μέρες αυτές σε
διάφορα νεοκλασικά κτίρια της Βιέννης. Είναι ο δικός μας άνθρωπος σ’ αυτό το νεκροταφείο.
Το οποίο είναι τεράστιο, δεν περπατιέται, γι αυτό έχει λεωφορείο που κάνει το γύρο κάθε μισή ώρα. Αλλά δεν το περιμένουμε, προχωράμε μόνοι μας προς το παλιό εβραϊκό κομμάτι, το προπολεμικό. Περνάμε το κομμάτι των Βουδιστών, είναι μάλλον άδειο, αλλά σίγουρα έχει μέλλον. Το μουσουλμανικό κομμάτι δεν το συναντήσαμε. Μέχρι και τμήμα Μορμόνων έχει αυτό το πολυεθνικό και πολυθρησκευτικό νεκροταφείο.
Το παλιό εβραϊκό καταλαμβάνει μεγάλο χώρο. Δεν είναι οι τάφοι στριμωγμένοι εδώ όπως στην Πράγα. Οι άνθρωποι εδώ ζούσαν κανονικά μέχρι να ξεκινήσει να συμβαίνει το αδιανόητο. Δεν υπήρχε γκέτο και τέτοια. Εκατοντάδες χιλιάδες εβραίοι ζούσαν στη Βιέννη πριν τον πόλεμο. Το μόνο που ξεχωρίζει το κομμάτι αυτό από τα άλλα είναι η εγκατάλειψη. Οι τάφοι έχουν χορταριάσει, σε πολλούς ο κισσός έχεις ανέβει στην πέτρα, μερικούς τους τύλιξε τελείως, άλλοι ξεχωρίζουν λίγο, ελάχιστοι είναι περιποιημένοι κανονικά. Από τις διακόσιες χιλιάδες των Εβραίων της Βιέννης, αναγκάστηκαν -και μπόρεσαν- να φύγουν πολλοί, από όσους έμειναν οι περισσότεροι εξοντώθηκαν.
Ποιος να προλάβει να φροντίσει αυτό το απέραντο νεκροταφείο;
Περπατάμε για ώρα πάνω σε σωριασμένα χόρτα στα μονοπάτια ανάμεσα στις ταφόπλακες, και πού και πού ξεχωρίζουμε ένα όνομα γραμμένο, ένα επίθετο, μια ιδιότητα, μια φράση αγάπης. Χάνονται στο βάθος οι στήλες, τόσα ονόματα, τόσοι άνθρωποι. Παιδευόμαστε να φτάσουμε στην ακριανή είσοδο. Είναι σα να μπήκαμε σε κείνη τη ζούγκλα με τα τυλιγμένα στον κισό αρχαία ιερά, κάπου στη Βιρμανία βρίσκεται; Εδώ δεν είναι ιερά, είναι οι μνήμες των ανθρώπων που δεν έχουν απογόνους να τους φροντίσουν, δεν έχουν αρκετούς αρχαιολόγους να τους συντηρήσουν, να τους ερευνήσουν. Ίσως κάποτε να γίνουν έρευνες εδώ από ακούραστους νεαρούς κοινωνιολόγους, ή ιστοριοδίφες, ποιος ξέρει; Τίποτε δεν δείχνει όσο το χορταριασμένο αυτό κομμάτι του νεκροταφείου πόσο έχει αδειάσει η Βιέννη από τους εβραίους της.
Φτωχό νεκροταφείο τελικά, παρά την πολυτελέστατη εκκλησία. Δεν λείπει μόνο ο Μότσαρτ απο εδώ, λείπει ο Φρόιντ, ο Γιόζεφ Ροτ, ο Στέφαν Τσβάιχ, ο Μούζιλ, λείπουν οι χιλιάδες ανήσυχοι διανοούμενοι και καλλιτέχνες που έκαναν την πόλη αυτό που ήταν. Καημένη Βιέννη, ποτέ δεν συνήλθε από τη χιτλερική λαίλαπα. Πανέμορφη πάντα, αλλά το φάρμακο δεν το έχει βρει να ξαναγίνει εκείνη η ευαίσθητη ψυχή της Ευρώπης που υπήρξε.

Τρίτη 26 Αυγούστου 2014

Διακοπές στην πόλη

Παρκάκι στην Καρλπλατς
Τα τελευταία χρόνια κάθε καλοκαίρι κάνουμε λίγες μέρες διακοπές στην πόλη. Όχι στη δική μας, σε άλλες πόλεις, ευρωπαϊκές. Πηγαίνουμε σε σπίτια οικογενειών που θέλουν να έρθουν στην Ελλάδα, εκείνοι μένουν στο οικογενειακό εξοχικό μας στο Πήλιο κι εμείς στο κανονικό τους σπίτι στην πόλη.
Εκείνοι κάνουν μπάνια στη θάλασσα και ίσως βόλτες στο βουνό, εμείς παίρνουμε λεωφορεία, τραμ, μετρό, πηγαίνουμε σε μουσεία, σε πάρκα, σε άλλες πόλεις με το τρένο, σε μαγαζιά. Κι εγώ βέβαια χάνομαι διαρκώς και κοιτάζω τους χάρτες στις πλατείες.
Με το που φτάνουμε, πρώτη δουλειά να αγοράσουμε εισιτήρια απεριορίστων διαδρομών για τα μέσα συγκοινωνίας. Πότε εβδομαδιαία, πότε ημερήσια, πότε μηνιαία, ανάλογα με το τι προσφέρεται. Περνάμε ώρες μέσα σε τραμ, μετρό, λεωφορεία, τρόλεϊ. Μάλλον περισσότερες απ’ όσες περνούν στη θάλασσα όσοι ανταλλάσσουν το σπίτι τους με το δικό μας.
Ο κάθε άνθρωπος αναπτύσσει παράξενα γούστα στη διάρκεια της ζωής του. Να μην πω βίτσια δηλαδή. Δεν φανταζόμουν ότι θα γινόμουν κάτι σαν τζάνκι των λεωφορείων, των τρένων, των διαβάσεων για πεζούς. Κι όμως εκεί κατάντησα. Δεν μου φτάνει να υποφέρω όλο το χειμώνα στην Αθήνα με τα λεωφορεία καθημερινά, πηγαίνω σε ξένες πόλεις τα καλοκαίρια και τα απολαμβάνω. Λεωφορεία που τσουλάνε απαλά, δεν τραντάζονται, με ευγενικούς οδηγούς, με νεαρούς που σηκώνονται να καθήσουν οι ηλικιωμένοι, με σκυλάκια να μπορούν να μπαίνουν μαζί με τ’ αφεντικά. Στις στάσεις διαβάζω τους χάρτες ξανά και ξανά. Απομνημονεύω τα ονόματά τους, τις ώρες που περνούν, μαθαίνω ποια έχουν θέσεις για αναπηρικά καροτσάκια και με πόση συχνότητα εμφανίζονται. Την πρώτη φορά που είδα τον οδηγό να κατεβαίνει για να διευκολύνει το αναπηρικό καροτσάκι χωρίς βιασύνη, χωρίς να δείχνει κανένας επιβάτης ανυπόμονος, έπαθα πολιτιστικό σοκ. Και να είναι ο οδηγός κατάξανθος ντόπιος, κι ο ανάπηρος μετανάστης με γυναίκα μαντηλοφορούσα, και να μην εισπράξει ούτε βαρυγκόμια, παρά μόνο ένα φιλικό χαμόγελο, πόσο ν’ αντέξω; Με πήραν τα ζουμιά, και σκέφτηκα ότι θα έπρεπε να υπάρχουν χαρτομάντηλα δωρεάν στα μέσα συγκοινωνίας, πράγμα που ακόμα δεν έχουν σκεφτεί αυτοί οι άκαρδοι δυτικοί υπουργοί συγκοινωνιών.
Περπατώ πολύ και στους δρόμους, μ’ αρέσουν τα πλατιά πεζοδρόμια με το υλικό που δεν χρησιμοποιούμε πουθενά εδώ εμείς, οι οπαδοί της πλακόστρωσης. Περνώ απέναντι σε διαβάσεις με διαγράμμιση χωρίς φανάρι. Εκεί που τα αυτοκίνητα σταματούν μόλις σε δουν να στέκεσαι μπροστά τους, πριν κάνεις βήμα στο δρόμο. Μπαίνω διακριτικά στις εσωτερικές αυλές των μεγάρων, όταν δεν έχουν αμπαρώσει τις πόρτες, πράγμα που δυστυχώς κάνουν όλο και πιο συχνά. Στο Παρίσι πριν τριάντα χρόνια μπορούσες να δεις όλες τις εσωτερικές αυλές, τώρα ελάχιστες. Φέτος στη Βιέννη ανακάλυψα ότι οι περισσότερες είναι ανοιχτές, μερικές έχουν μέσα ταβερνάκια, οπότε δεν θα κλείσουν ποτέ.
Πηγαίνω και στα μουσεία, και στ’ αξιοθέατα, κυρίως επειδή χρειάζεται να πάρεις λεωφορείο για να πας. Κι επειδή είναι στο κέντρο, έχουν γύρω πεζόδρομους, και μπορεί μετά να πετύχεις κάποιο υπαίθριο δωρεάν φεστιβάλ, σαν αυτό που φέτος απόλαυσα κάθε βράδυ μπροστά στο βιεννέζικο δημαρχείο. Ένα πανηγύρι με κλασσική μουσική σε γιγαντοοθόνη. Τελείωνε αργά κι έπρεπε να παίρνουμε το νυχτερινό λεωφορείο για το σπίτι. Άλλες χαρές εκεί.
Δυστυχώς οι διακοπές τελείωσαν, εμείς ξαναγυρίσαμε στην Ελλάδα, και οι Βιεννέζοι στο σπίτι τους, ν’ αρχίσουν τις διακοπές τους για ολόκληρο το χρόνο.


Queen on sea

 H ταινία «Βασίλισσα της θάλασσας» μου κόστισε μια ταραγμένη νύχτα. Δεν ήταν τόσο η άνοια της γριάς μητέρας που με σόκαρε, όσο η άγνοια της ...