Τετάρτη 20 Αυγούστου 2014

Tα πράσινα κύματα του Δουνάβεως

Συγγνώμη για την καθαρεύουσα. Μοιάζει λίγο με κύμα αυτή η κατάληξη -εως και μου έχει μείνει απο παλιά. Από τότε που πρωτοακούσαμε τα βαλς του Στράους στο ραδιόφωνο. Ακούμε χρόνια εξάλλου την ειρωνία σχετικά με το Δούναβη, που δεν είναι γαλάζιος αλλά καφέ ή πράσινος, όπως διαπίστωσα επιτέλους κι εγώ με τα ίδια μου τα μάτια. Και κύματα δεν έχει, αφού είναι ποτάμι, τουλάχιστον όσο τον είδα, δηλαδή ανάμεσα στις πόλεις Μελκ και Κρεμς της Αυστρίας, κοντά στη Βιέννη, όπου δεν είναι ακόμα πολύ φαρδύς.
Εκείνο που δεν είχα ακούσει και δεν είχα φανταστεί είναι οι πεζούλες με αμπέλια στις όχθες του, αυτά τα πράσινα κύματα άλλου είδους. Είχα ακούσει για κρασιά του Ρήνου, για κρασιά του Δούναβη όμως ποτέ. Και μάλιστα από κλήματα καλλιεργημένα έτσι, σε αναβαθμίδες, σε αιμασιές, όπως τις λένε σε μερικά ελληνικά νησιά. Κι όποια άλλο ονομασία τους ξέρετε, τη γράφετε παρακαλώ στα σχόλια, διότι ήξερα κάποιες ακόμα κι εγώ, τις οποίες έχω ξεχάσει.
Ολόκληρη αυτή η περιοχή έχει κηρυχθεί από την Unesco παγκόσμια πολιτιστική κληρονομιά. Οι πεζούλες καλλιεργούνται κανονικά, και στα χωριά στις όχθες του Δούναβη (εδώ δεν χρειάζεται η καθαρεύουσα) υπάρχουν ταβέρνες που μπορείς να δοκιμάσεις το κρασί του παραγωγού. Δεν είναι ακριβώς ταβέρνες αλλά ένα είδος δοκιμαστηρίων του κρασιού. Μικρά πρατήρια, ας πούμε, των παραγωγών. Σιγά -σιγά βέβαια έχουν εξελιχτεί σε ταβέρνες.
Δεν κατάλαβα αν η προστασία της Unesco περιλαμβάνει μισθούς εργατών για τη δύσκολη περιποίηση των αμπελιών πάνω στις βαθμίδες. Αμφιβάλλω. Αλλά θα βλέπω με άλλο μάτι στο εξής τις πεζούλες στα νησιά που περιζώνουν λόφους και ρεματιές, τις περισσότερες φορές παρατημένες, και θα αναρωτιέμαι πλέον αν η Unesco μπορεί να τις συμπεριλάβει στην παγκόσμια πολιτιστική κληρονομιά και πώς θα μπορούσαν να οργανωθούν κρουαζιέρες ή βόλτες μόνο και μόνο για να τις θαυμάζουν και να τις εκτιμούν περισσότερο επισκέπτες και ντόπιοι. Ή πώς θα μπορούσαν να στηθούν πρατήρια- ταβέρνες μόνο για να δοκιμάζουν τα προϊόντα τους και να γίνουν σιγά -σιγά κανονικές ταβέρνες. Και τι ωραία που θα ήταν, να φτάνεις ως εκεί όχι με ποταμόπλοια αλλά με καΐκια, να ανεβαίνεις τα μονοπάτια ανάμεσα στις ξερολιθιές, να δοκιμάζεις κρασιά σε προ- ταβέρνες, και να μη χρειάζεσαι τραίνο για να πας στην πρωτεύουσα του νησιού αλλά κάτι σαν γαϊδουράκι ας πούμε, άλλη παγκόσμια πολιτιστική κληρονομιά αυτό. 
http://www.protagon.gr/?i=protagon.el.ta3idia&id=35915  

Τρίτη 12 Αυγούστου 2014

Eπιστροφή στις ρίζες

Αχ η απλότητα της φύσης στην Ελλάδα, τι ωραία καλοκαιρινή πολυτέλεια! Μπορείς να τη βγάζεις μ’ ένα καρπούζι κι ένα σλίπινγκ μπαγκ, ίσως γι' αυτό τα περιττά γεμίζουν τις παραλίες άμα τη αναχωρήσει σου, δεν φανταζόσουν ότι θα ήταν τόσο πολλά, τόσο άχρηστα. Κι οι συνηθισμένες στη λιτότητα δημοτικές αρχές δεν προκάνουν να μαζέψουν, και πώς να φτάσουν στους εγκρεμούς και στις πλαζ τις απόμακρες; Με γαϊδουράκια; Πάνε αυτά, τα πήραν οι Εγγλέζοι τα τελευταία, να τα αναπαραγάγουν στα πάρκα των πύργων τους, εκεί κατέληξα. Τελευταία φορά που είδα γαϊδουράκι ήταν σε τέτοιο πάρκο, πλήρωνες μάλιστα και εισιτήριο. Δεν τα λένε Ελγίνεια, να τα ζητήσουμε πίσω, κρίμα. Τα φώναξα, «ε, Παλικάρι», όπως ονομάζονταν κάποτε διεθνώς τα γαϊδουράκια εξ Ελλάδος, ξέρουν όσοι διάβασαν σε νεαρή ηλικία το μπεστ σέλερ του Εκτορος Μαλό «Με οικογένεια». Κι εκείνα έκαναν ότι δεν αναγνώριζαν το όνομα, τη γλώσσα, την προφορά, μου γύρισαν την πλάτη. Πολύ περιποιημένη, γυαλιστερή, ξεκούραστη, ήταν η πλάτη τους. Εκεί καταντήσαμε.

Αχ η ομορφιά της φύσης στην Ελλάδα, προσηλωνόμαστε σ’ αυτήν κάθε Αύγουστο, μη σου πω ότι αρχίζουμε από Ιούλιο, πολλοί μάλιστα νωρίτερα αφού δεν έχουν τι άλλο να κάνουν, μας τρελαίνει η αδράνεια, το κενό, παίρνουμε τα βουνά, τις θάλασσες, μικροί εξερευνητές της τραγουδισμένης πατρίδας. Εχει ομορφιές πράγματι, να ήταν και η βενζίνη πιο φτηνή, τα διόδια λιγότερα, θα είχαμε ξαναγίνει νομάδες… Θ’ ανοίξουμε μονοπάτια με τις αναζητήσεις μας. Επιστρέφουμε στις ρίζες, στα πατρικά, στα μητρικά, στα γιαγιαδικά. Στο μεταξύ στην Αθήνα και σε άλλες έδρες ειρηνοδικείων και λοιπών αρχών, ακούραστοι οι νομοθέτες, κυβερνήτες, συντάκτες κ.λπ. εργάζονται για ακόμα βαθύτερη επιστροφή στις ρίζες. Διάφοροι καλοί άνθρωποι, δημιουργικοί επιχειρηματίες, απλοί υπερασπιστές της ελληνικής λεβεντιάς (ή και παλικαριάς) που κατηγορήθηκαν για εγκλήματα εν τη ρύμη μιας ελπίδας που συνόδευσε την έλλειψη πλεονάσματος, αθωώνονται πανηγυρικά, εξάλλου έχουμε τώρα πολύ πλεόνασμα, και μάλιστα πρωτογενές. Οπότε αποκαταστάθηκαν οι μισθοί των ενστόλων, γιατί χωρίς αυτό το βαθιά ελληνικό και ριζωμένο χαρακτηριστικό πώς θα επιστρέφαμε; Θα μέναμε με το φτυάρι στο χέρι, θα ανοίγαμε λάκκους να πέσουμε οι ίδιοι μέσα. Οι ισχυρισμοί των ξένων εργατών, που έδειξαν διάφορες πληγές από το ξύλο ή νοσηλεύτηκαν στα πέριξ, θα ήταν μάλλον πολιτιστικές διαφορές που θέλουν να επιβάλουν στα αγνά μας ήθη ή κακώς πληροφορήθηκαν ότι στην Ελλάδα όταν δουλεύεις, παίρνεις και μεροκάματα. Μήπως περίμεναν και ΙΚΑ; Ολα να τα περιμένει κανείς από το παγκοσμιοποιημένο σύστημα πληροφόρησης.

Γενικά οι ρίζες θριαμβεύουν, αθωώνονται και οι Βατοπεδινοί. Αυτό έλειπε, να κατηγορούνται άγιοι πατέρες που προσπάθησαν να αξιοποιήσουν ολυμπιακά ακίνητα. Ευγνωμοσύνη να τρέφουμε, ήταν οι μόνοι που τα σκέφτηκαν στις δύσκολες ώρες των όρθρων και άλλων ασκητικών συνηθειών. Επιστρέφουμε μανιωδώς στις ρίζες, άλλοι φυτεύουν ντομάτες, άλλοι ζυμώνουν ψωμί, άλλοι ψαρεύουν, άλλοι καταργούν διάφορους δήθεν προοδευτικούς νόμους που είχαν περάσει εν τη ρύμη κ.λπ. Ολ’ αυτά θα φέρουν παραπάνω τουρισμό, έστω κι αν μερικοί Αγγλοι θα πρέπει να κουβαλάνε και τα δικά τους γαϊδούρια για ν’ ανεβαίνουν τους γκρεμούς, διότι δεν θα έχει μείνει κανένα στην ύπαιθρο εξαιτίας τους.

Αυτοί φταίνε για όλα, απορώ γιατί τα βάζουμε με τους Γερμανούς.


Τετάρτη 23 Ιουλίου 2014

Σαράντα χρόνια μαθητεία

Η αλήθεια είναι ότι συμπαθώ ιδιαίτερα την εικοσάχρονη που ξεκινά τις διακοπές της πριν σαράντα χρόνια χωρίς να υποψιάζεται ούτε τι θα ζήσει, ούτε από τι θα απαλλαγεί. Το τελευταίο που περιμένει είναι ότι μέχρι το φθινόπωρο η Χούντα θα έχει πέσει, ότι θα τρέχει μέσα στη ζέστη στο Ελληνικό να υποδεχτεί τον Μίκη Θεοδωράκη, θα στριμωχτεί για να του σφίξει το χέρι και θα το καταφέρει, ότι θα περάσει το φθινόπωρο μήνες και μήνες σε αμφιθέατρα με ατελείωτες πολιτικές συζητήσεις χωρίς τον κίνδυνο να μπουκάρουν από μια πόρτα ομάδες τραμπούκων και να σπάσουν κεφάλια, όπως είχε γίνει την τελευταία φορά στο Χημείο της Θεσσαλονίκης, ότι θ' ανοίξει επιτέλους η πόλη αυτή στα μάτια της, η Θεσσαλονίκη, που μέχρι τώρα ήταν σαν ταφόπλακα από πολυκατοικίες με αγριόχορτα παλιών ανεξήγητων σπιτιών γύρω τους.
Παίρνει το πλοίο παρέα με την κολλητή της από το λιμάνι της Θεσσαλονίκης για τη Σκύρο με ένα μικρό σακκίδιο κι ένα σλίπιν μπαγκ. Οι στίχοι του Ελύτη περί των νησιών με όλες τις μουσικές τους επενδύσεις είναι στο μυαλό της ολόφρεσκοι και τη συνοδεύουν ακατάπαυστα. Φαντάζεται την ελευθερία, τη δημοκρατία που δεν ελπίζει να δει σύντομα, κάπως σαν τον εαυτό της στο νησιώτικο τοπίο, ξένοιαστη, λιτή, χαρούμενη, ηλιόλουστη, με το σώμα ελεύθερο να δοκιμάζει χαρές, την ψυχή ελεύθερη να δοκιμάζει έρωτες, το μυαλό οπλισμένο με δυο ξένες γλώσσες να συνεννοείται με κάθε νεαρό ρομαντικό τουρίστα που αναζητά την ίδια απόλυτη ελυτική αλήθεια στο υπέρλαμπρο τοπίο (έστω κι αν δεν ξέρει τον Ελύτη). Είναι η εποχή που οι Χίππις έχουν αρχίσει να κουράζονται, να δυσφημούνται επίσης, τα κοινωνικά κινήματα να προβληματίζονται, αλλά τίποτε περί καμπής δεν έχει περάσει στη στερημένη ντόπια φοιτήτρια που παρακολουθούσε υποχρεωτικά τις εορτές περί πολεμικής αρετής των Ελλήνων στο Στάδιο όταν οι τόσο όμοιες στην όψη φίλες που κάνει στο καράβι και τα νησιά, έτρεχαν στο Μάη του 68, έστηναν κοινόβια ακραίου κοινωνικού πειραματισμού, έκαιγαν τα σουτιέν τους, κλπ κλπ.
Συμπαθώ τη νεαρή επειδή είναι νέα και αφελής. Δεν καταλαβαίνει τι ακριβώς συμβαίνει με την επιστράτευση για την Κύπρο, αν και παρακολούθησε τα νέα για το πραξικόπημα κατά του Μακαρίου. Φοβάται πολύ όταν μπαίνει σε άλλο καράβι από άλλο νησί για να γυρίσει πίσω στην Αθήνα. Τι περιμένει τη χώρα αυτή σ' έναν πόλεμο που δεν είχε καμιά δικαιολογία να ξεκινήσει;  Αποφάσισε να παίξει την "πολεμική της αρετή" έξω από το Καλλιμάρμαρο, με αληθινές ζωές ανθρώπων. Επτά χρόνια έβλεπε τη χούντα σαν χούντα, δεν πίστεψε το 'πείραμα Μαρκεζίνη', κανείς δεν το είχε πιστέψει. Τώρα η χούντα έχει σκληρύνει περισσότερο, αλλά δεν μπορεί να το συνδυάσει με τα προηγούμενα, με τις προθέσεις της χούντας, με το τι επιδιώκει ανατρέποντας τον Μακάριο. Είναι όπως οι συνομήλικοί της – και λίγο μεγαλύτεροι- που επιστρατεύονται και φέρονται στο στρατό ακριβώς όπως στην ταινία του Περράκη, σαν από άλλο κόσμο. Είναι από άλλο κόσμο.  Ίσως όλοι τους να πιστεύουν εξίσου ρομαντικά ότι δεν έχει παρά να ξεκουμπιστεί η χούντα, τόσο ηλίθια, τόσο οπισθοδρομική, τόσο ακαλαίσθητη και αυταρχική, για να εγκατασταθεί η ελευθερία ακριβώς όπως την υμνεί, όχι ο Σολωμός αλλά ο Ελύτης. Μοντέρνα και τολμηρή, ευρωπαϊκή πιο πολύ από την Ευρώπη, σάμπως δεν είναι εδώ η κοιτίδα της Ευρώπης; πάνδημη και ενθουσιώδης.
Σαράντα χρόνια μετά βέβαια η αφέλεια έχει γίνει επίγνωση, χαμογελώ επιεικώς μ' αυτή την εικοσάχρονη. Διαπίστωσε στο μεταξύ πως ούτε η Ελλάδα, ούτε οι Έλληνες, ούτε η ελευθερία και η δημοκρατία, ούτε καν η χούντα ήταν όπως νόμιζε. Μάλιστα οι ιδέες της, οι γοητευτικές εκείνες -ως απαγορευμένες και ηττημένες κομμουνιστικές ιδέες- μπορεί να ήταν κι επικίνδυνες αν εφαρμόζονταν, το χώνεψε κι αυτό. Άλλο τα νησιά στις διακοπές, άλλο οι πόλεις το χειμώνα. 
 Ωστόσο, παρά τις δυσκολίες, παρά την πολυπλοκότητα της Δημοκρατίας, παρά την κρίση, παρά τις απογοητεύσεις και τις πικρές διαπιστώσεις, τη νύχτα της επετείου της Μεταπολίτευσης θα ήθελα να πάω σε μια γιορτή για τη Δημοκρατία, σε κήπο κατά προτίμηση, όπως έκανε παλιά ο πρόεδρος της, και να γιορτάσω με τον ενθουσιασμό, με τη χαρά εκείνης της νύχτας που την υποδεχτήκαμε σαν ανέλπιστο δώρο, αυτό το πολύτιμο απόκτημα, τη Δημοκρατία.

Δευτέρα 21 Ιουλίου 2014

Ταξιδεύουμε πάντα στο παρελθόν

Κάθε ταξίδι είναι ταξίδι στο χρόνο, ταξίδι στο παρελθόν. Βλέπουμε τις ξένες χώρες όπως βλέπουμε αστέρια στον ουρανό που μπορεί να έχουν σβήσει.
Ξέρουμε από παιδιά τα ονόματα των πόλεων, τα μνημεία και τα μεγάλα αξιοθέατα, Υπομονετικά περιμένουμε σε ουρές για να τα δούμε με τα μάτια μας. Λες κι αμφιβάλουμε αν βρίσκονται στη θέση τους. Ιερή στιγμή της τρισδιάστατης διαπίστωσης, τίποτε δεν την αντικαθιστά, ούτε το σινεμά, ούτε η φαντασία.
Τα ταξίδια στην Ευρώπη είναι κατ' εξοχήν ταξίδια στην Ιστορία, οι ευρωπαίοι φροντίζουν και αναδεικνύουν το παρελθόν τους. Όσο το αντέχουν βέβαια, ας πούμε στο Παρίσι δεν υπάρχει οδός Ροβεσπιέρου, είναι απόφαση του συμβουλίου της πόλης. Η μνήμη του ναι, οδός όχι.
Το Εδιμβούργο δεν είναι γνωστό ακριβώς για τα μνημεία του, είναι ολόκληρη η πόλη που προσφέρει γνήσιο μεσαιωνικό περιβάλλον για καθημερινή χρήση. Οι φοιτητές του ζουν ανάμεσα σε κτίρια στυλ Χόγκουαρτς, του σχολείου του Χάρυ Πότερ, σαν αληθινοί μαθητευόμενοι μάγοι. Κι η Ρόουλινγκ εδώ έγραψε το βιβλίο της, χαζεύοντας το κάστρο από το παράθυρο του καφενείου το οποίο τώρα έχει ουρά πελατών που θέλουν να καθήσουν λίγο στο τραπέζι της.
Αιματηρά γεγονότα του παρελθόντος, πολλές θρησκευτικές διαμάχες, πολλοί πόλεμοι ανεξαρτησίας, αναφέρονται ανελλιπώς σε εντοιχισμένες πλάκες, επιγραφές, αγάλματα, μνημεία. Ίσως η συνήθεια αυτή να είναι το φυλαχτό της Ευρώπης από τους πολέμους του μέλλοντος. Ίσως όμως να φτιάχτηκαν στην αρχή για τον αντίθετο λόγο, να εξάπτουν τα πάθη. Ποιος μπορεί να ξέρει; Πάντως τώρα οι ευρωπαίοι είναι τόσο απομακρυσμένοι από τα πάθη που μνημονεύονται στις πόλεις τους, ώστε λειτουργεί αποτρεπτικά η μνήμη.
Είμαι περίεργη για το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος περί απόσχισης από το Ηνωμένο Βασίλειο που θα γίνει στη Σκωτία το Σεπτέμβριο. Θέλω να μην αποσχιστεί. Όπως το βλέπω εγώ, αν αποφασίσουν να παραμείνουν στο Η.Β. οι Σκωτσέζοι θα αποδείξουν ότι έχουν ξεπεράσει τα πάθη του παρελθόντος, τον εθνικισμό που πια δεν προσφέρει τίποτε. Κι αυτό μου φαίνεται μεγάλη πρόοδος, για όλη την Ευρώπη.

Πέμπτη 10 Ιουλίου 2014

Μια ήσυχη φωνή, μια περήφανη δασκάλα

Ήταν πριν πέντε χρόνια που γνωρίσαμε τη Δέσποινα- Σοφία Στάμος, Ελληνοαμερικανίδα χορεύτρια και χορογράφο που ζει στη Νέα Υόρκη και είχε έρθει να στήσει μια παράσταση στη χώρα καταγωγής της. Αναζητούσε χορευτές απ' όλο τον κόσμο, για την ακρίβεια ανθρώπους που θα ήθελαν να χορέψουν, όχι επαγγελματίες απαραίτητα.
Προσφέραμε από τότε μαθήματα ελληνικών σε μετανάστες στην Αγορά της Κυψέλης, κι αυτό το είχε μάθει, εκεί λοιπόν σκέφτηκε να ρωτήσει αν κάποιος ενδιαφερόταν να χορέψει μαζί της. Μιλήσαμε στους μαθητές και τις μαθήτριές μας, εξήγησε κι η ίδια τι ήθελε, πολλοί θα ήθελαν να δοκιμάσουν, όλοι ντρέπονταν. Παροτρύναμε τους μαθητές να ξεπεράσουν τη συστολή τους, τελικά, μετά από αρκετές προσπάθειες πήγαν αρκετοί στην ομάδα της Δέσποινας- Σοφίας και είδαμε στην Αγορά, λίγους μήνες μετά, μια πολύ ωραία παράσταση με θέμα το πέρασμα από τη χώρα τους στη δική μας. Την ίδια την ιστορία τους δηλαδή, εκφρασμένη από κινήσεις που έμαθαν να κάνουν, ή ανακάλυψαν και εμπιστεύτηκαν μόνοι τους. Ήταν μεγάλη πρόοδος για τα παιδιά αυτά που φοβούνταν ν' ανοίξουν το στόμα τους να μιλήσουν, και βέβαια η σωστότερη προσέγγιση, αφού με τη γλώσσα του σώματος εκφράζονταν πολύ καλύτερα, έχοντας την ευκαιρία να αποταθούν στην ταλαντούχα χορογράφο που ήξερε να καταλαβαίνει και να αναδεικνύει.
Κι ύστερα πολλοί απ' αυτούς συνέχισαν την προσπάθεια να μάθουν χορό και χορευτική έκφραση με διάφορους τρόπους, και μερικοί τα κατάφεραν εξαιρετικά. Και να, που την Τρίτη το βράδυ μπορέσαμε να δούμε δύο απ' αυτούς στην παράσταση του Φεστιβάλ Αθηνών A quiet voice, σε σκηνοθεσία της αλβανίδας χορογράφου Ερμίρα Γκόρο, που είχε θέμα πάλι, κατά κάποιο τρόπο, αυτό το πέρασμα. Αυτή τη σκληρή ιστορία που ζουν προσπαθώντας να φτάσουν, να ζήσουν και να δουλέψουν στην Ελλάδα και στην Ευρώπη οι πρόφυγες και οι μετανάστες, και που τη ζούμε εμείς πεισματικά από την άλλη μπάντα, ως αμυνόμενοι σε εισβολείς.
H παράσταση ήταν εξαιρετική, κι ήταν όπως έλεγε ο τίτλος της: Μια ήσυχη φωνή. Χωρίς κραυγές, χωρίς ούτε μια στιγμή ευκολίας ή κοινοτοπίας, τα σώματα των ανθρώπων είπαν όλη την ιστορία τους κι όχι μόνο τη δική τους, χωρίς τη χρήση ούτε μιας κατανοητής λέξης. Ίσως υπήρχαν μαγικά ξόρκια που επένδυαν τη μουσική του Κυπουργού, άλλο μαγικό έργο, θα έπαιρνα όρκο ότι ήταν κάποια βαλκανικά ή αφρικανικά φολκλόρ μπερδεμένα με την αφέλεια τολμηρού παιδιού. Κι όλ' αυτά χωρίς καν ξεκάθαρες αναφορές σε εικόνες μετανάστευσης. Το θέμα είναι τόσο δραματικό που καλλιτεχνικά στήνει παγίδες εύκολης συγκίνησης, κι όμως στην παράσταση αυτή ήταν σα να το αντιμετώπιζες πρώτη φορά, να ανακάλυπτες πρώτη φορά αυτό που ζεις δίπλα του μια ζωή και το αγνοείς.
Δεν ξέρω πού να κατατάξω το έργο, στο μοντέρνο χορό, σε κάτι άλλο; Ίσως οι θεατές που γέμισαν την αίθουσα και τις δυο βραδιές και χειροκρότησαν θερμά για πολλή ώρα, όλοι αυτοί οι νέοι που, αρέσει δεν αρέσει, ήδη διαμορφώνουν την πολυεθνική πρωτεύουσα, να ξέρουν περισσότερα.
Εμένα με πλημμύριζε συγκίνηση, να βλέπω ανάμεσα στους χορευτές τους παλιούς μαθητές μου, να αναπτύσσουν στη μεγάλη σκηνή το ταλέντο της παρουσίας τους, να καμαρώνω τις κινήσεις τους, την έμφυτη και την επίκτητη αρμονία τους, να αναλογίζομαι την πορεία που κατάφεραν να διανύσουν, τόσο διαφορετική από άλλων συντρόφων τους που ακόμα δεν βρίσκουν μέσα έκφρασης, και τόσο ίδια με όλων βέβαια αφού ακόμα δουλεύουν στις πιο βαριές κι ανθυγιεινές δουλειές. Ανήκουν πια στο δυναμικό της (αθηναϊκής; ελληνικής; ευρωπαϊκής; παγκόσμιας;) τέχνης, κι αυτό χάρις στην Ελληνοαμερικανίδα Δέσποινα -Σοφία που τους είχε αναζητήσει πριν πέντε χρόνια, και χάρις στο Σχολείο της Αγοράς όπου μπόρεσε να έρθει να τους συναντήσει. (Και χάρις σ' εμάς τις δασκάλες που πιέζαμε να δοκιμάσουν. Να τα λέμε κι αυτά!)
Κάπου διάβασα ότι το Φεστιβάλ Αθηνών επειδή φέτος προσπαθεί να κάνει οικονομία, στρέφεται περισσότερο προς τις ντόπιες δυνάμεις. Κι έτσι ανακαλύπτουμε πράγματα που μπορεί να χάνουμε ενώ βρίσκονται δίπλα μας, και ζουν ανάμεσά μας, αλλά δεν βρίσκουν τρόπο να μας προσεγγίσουν. Ένα τέτοιο ρόλο αν καταφέρει να παίξει το Φεστιβάλ Αθηνών, με τόλμη και φαντασία, χαλάλι όλα τα διεθνή αστέρια που μπορούμε να τα βλέπουμε και στις οθόνες.

Τρίτη 8 Ιουλίου 2014

Αλλάζουν οι άνθρωποι


Βρήκα ελεύθερο τραπέζι στο πατάρι με θέα, στο καφενείο του βιβλιοπωλείου Waterstones στο Εδιμβούργο, και χάζευα το κάστρο της πόλης προσπαθώντας ν' απαντήσω στο δύσκολο δίλημμα: τι να προτιμήσει κανείς όταν βρίσκεται σε τόσο σπάνια προνομιακή κατάσταση, το διάβασμα, ή το χάζεμα; Το χάζεμα προφανώς, διότι διάβασμα κάνεις και στο σπίτι σου. Καθώς εντρυφούσα στο βαθύ αυτό φιλοσοφικό ερώτημα, φτάνει μια παρέα ελληνίδες με σακούλες από ψώνια και εγκαθίσταται παραπλεύρως όλο χαρά- όλο ζωή. Σε τρία λεπτά τα έμαθα όλα, τι είχαν ψωνίσει, αν είχαν παζαρέψει σωστά, πότε έφευγαν, πότε είχαν έρθει, κλπ. Παράτησα την προσπάθεια να διαβάσω και αποφάσισα υπέρ του χαζέματος της θέας από το παράθυρο, συνοδεία ελληνικής φλυαρίας. Διασκέδαζα που δεν καταλάβαιναν ότι τις καταλάβαινα, αναρωτιόμουν αν η φασαρία που έκαναν θα εντυπωσίαζε άλλους θαμώνες, και γενικά είχα ένα τρίτο θέμα να απασχολεί τα φιλοσοφικά μου ενδιαφέροντα, όταν ξαφνικά μία από τις τρεις τους σηκώνει τα μάτια στο περιβάλλον, κοιτάζει εμένα και καναδυό άλλους μοναχικούς με βιβλία, και λέει:
“Κορίτσια, δεν πρέπει να φωνάζουμε! Εδώ οι άνθρωποι διαβάζουν!”
Οι άλλες δεν απάντησαν, και το τελευταίο που περίμενα να συμβεί ήταν να χαμηλώσουν λίγο -λίγο τις φωνές μέχρι να φτάσουν να ψιθυρίζουν. Κι όμως αυτό συνέβη. Ανεπαίσθητα στην αρχή, κι ύστερα όλο και πιο εντυπωσιακά, χωρίς σχόλια, τα πληθωρικά κορίτσια κατέβασαν την ένταση τόσο πολύ που ούτε κι εγώ τις άκουγα πια, κι ας καθόμουν δίπλα τους. Έμειναν στη μέση όλες οι ιστορίες τους που είχα αρχίσει να παρακολουθώ, τι έγινε με τον άντρα της μιας που βαριόταν τα αξιοθέατα, τον έπεισαν να πάει στο μουσείο; Κι εκείνο το ακριβό ουίσκι, τι θα έκαναν τελικά, θα συνέχιζαν να το ψάχνουν φτηνότερο, ή θα ενέδιδαν να το πάρουν από τον τουριστικό δρόμο;
Έτσι μου ήρθε να σηκώσω εγώ τη φωνή μου αυτή τη φορά: Κορίτσια μην ανησυχείτε, πατριωτάκι είμαι κι εγώ, αν την κάνετε για μένα την ησυχία, αφείστε την, εκφραστείτε ελεύθερα, μην καταπιέζεστε, μια φωνή την έχουμε, και δεν τα έχουμε και κάθε μέρα τέτοια ταξίδια, δεν τις ζούμε συχνά πια τέτοιες προνομιακές μέρες, αφείστε το γέλιο σας μωρέ ελεύθερο, που ψαρώσατε με μια έκδοση τσέπης που είδατε στα χέρια! Σιγά πια! Κι εγώ χάζι κάνω, και συγγνώμη κιόλας που δεν έδωσα γνωριμία με την πρώτη, αλλά είμαστε τόσο πολλοί παντού, γέμισε ο κόσμος έλληνες, οι νέοι δουλεύουν, οι μεγάλοι συμπαρίστανται και περιηγούνται λιγάκι όπως καλή ώρα, καταλαβαίνετε, δεν ήθελα να το κάνω θέμα που σας άκουσα, ωστόσο σας χαιρόμουν, αλήθεια!
Φυσικά δεν είπα τίποτε, μάλιστα επέστρεψα στο διάβασμα για να μην εκνευρίζομαι από την ησυχία που είχε επικρατήσει. Μια ώρα μείναμε ακόμα, εγώ τέλειωσα το βιβλίο, εκείνες τέλειωσαν τους καφέδες, έφυγαν πρώτες στις μύτες των ποδιών για να μην ενοχλήσουν, κι έμεινα να θαυμάζω τις ικανότητες προσαρμοστικότητας των ανθρώπων που θεωρούνται γενικά αδιόρθωτοι και κολλημμένοι στις συνήθειες τους. Λάθος. Αλλάζουν οι άνθρωποι όταν θεωρήσουν ότι χρειάζεται.

Δευτέρα 7 Ιουλίου 2014

Θεραπευτικό ποδόσφαιρο

Πριν από πολλά χρόνια είχε προσπαθήσει ένας φίλος να με μυήσει στο ποδόσφαιρο, ανεπιτυχώς. Με είχε λυπηθεί που το συνέδεα με την κατάθλιψη των απογευμάτων της Κυριακής, εκείνη τη φωνή που παθιαζόταν για ακατανόητους λόγους στα ραδιόφωνα της γειτονιάς όταν ήμουν παιδί, σαν μελαγχολικό τροπάριο, και μου προκαλούσε σφίξιμο στο στομάχι. Προσπάθησα κι εγώ να μάθω να παρακολουθώ, να ξεπεράσω εκείνη την αλλεργία. Δεν τα κατάφερα. Αν δεν παίξεις ένα παιχνίδι, ή δεν το μάθεις από παιδί, μετά δύσκολα καταλαβαίνεις τη χαρά του. Ηταν ένα βήμα, πάντως.

Κάποια στιγμή διάβασα και το διάσημο δοκίμιο περί της μετάθεσης του πολέμου σε συμβολικό επίπεδο μέσα στο γήπεδο, κι είχα ελπίσει πολλά για την ανθρωπότητα. Πραγματικά, αν όλος ο κόσμος παίζει μπάλα και ξεθυμαίνει την επιθετικότητά του, δεν θα χρειάζεται να πολεμά κανείς. Μόνο που η θεωρία αυτή προϋποθέτει έθνη κάπως οργανωμένα, σε κράτη κατά προτίμηση, που αναπαράγουν συμβολικά διαμάχες, και δεν πιάνει σε τύπους σαν τους ακραίους τζιχαντιστές που ανακήρυξαν το νέο χαλιφάτο στη Ράκα μια μέρα πριν η Ελλάδα χάσει στα πέναλτι στο Μουντιάλ. Αν και Παγκόσμιο δηλαδή, το Κύπελλο ακόμα αφήνει κάποιες επιθετικότητες απ' έξω, πολλές επιθετικότητες δυστυχώς. Δεν μπορεί να τις καλύψει όλες, στο κάτω κάτω παιχνίδι είναι, πόσα θαύματα να κάνει πια;

Την Κυριακή το βράδυ παρακολούθησα το ματς στο Εδιμβούργο, σε βραζιλιάνικη παμπ, πολύ πιο συμπαθητική από τις γνήσιες βρετανικές όπου γινόταν χαμός. Είχε ωραίους φτηνούς μεζέδες και οι φίλαθλοι της οικογένειας, συντριπτική πλειοψηφία, είχαν σχεδόν απαρτία κι έπιναν μπίρες και φώναζαν και παθιάζονταν κάτω από τα γεμάτα κατανόηση βλέμματα των υπόλοιπων θαμώνων. Στον τοίχο η οθόνη σκέπαζε την τοιχογραφία του προσώπου μιας Βραζιλιάνας ντυμένης όπως στο Καρναβάλι του Ρίο, με χρυσοποίκιλτο στηθόδεσμο. Επωφελήθηκα από μερικές έξτρα αγκαλιές την ώρα του ελληνικού γκολ και έφαγα αρκετές αθέλητες σκουντιές και γεμάτα αγωνία σφιξίματα μπράτσων τις ώρες της έντασης. Εχω μάλιστα την εντύπωση ότι κατάλαβα επιτέλους την περίφημη αγωνία του τερματοφύλακα πριν από το πέναλτι. Στο τέλος οι Σκοτσέζοι, Αγγλοι, Βρετανοί γενικώς, Βραζιλιάνοι πιθανώς, και δεν ξέρω τι άλλο, μας έσφιξαν το χέρι χαμογελώντας, λες και ήμασταν οι προπονητές της ομάδας.

Ως τώρα ήξερα το ποδόσφαιρο που ενώνει αγνώστους, να όμως που δουλεύει και με γνωστούς. Φτιάχνει εξαιρετικές περιστάσεις προς χρήση των ανιόντων που αναζητούν ευκαιρίες να συναντούν τους κατιόντες. Οχι βέβαια ότι θα μπορώ να ταξιδεύω στα μέρη όπου ζουν τα παιδιά μου σε κάθε ματς της Εθνικής, αλλά ίσως να τηλεφωνιόμαστε, ή να συμφωνήσουμε να ανταλλάσσουμε φωτογραφίες, κάτι τέλος πάντων. Ας πούμε, να κάθομαι να βλέπω τον αγώνα. Ακόμα κι αυτό μπορεί να το κάνω. Γιατί όχι; Είναι ωραίο να αλλάζει κανείς, έστω κι αν αισθάνεται πως χάνει κάτι που έχει υπερασπιστεί και που τον χαρακτηρίζει. Η πατρίδα είναι πιο γλυκιά όταν είσαι μακριά, κι αν καταφέρνω να μεταφέρομαι νοερά κοντά στους ξενιτεμένους μου, κάποια θεραπευτική ιδιότητα θα ανακαλύψω.

Τετάρτη 25 Ιουνίου 2014

Το ελληνικό μοντέλο

H Μαρία έγινε νονά. Σιγά το σπουδαίο νέο θα πείτε, αλλά εγώ εντυπωσιάστηκα, διότι η Μαρία είναι Αλβανίδα εξ Αλβανίας, δεν ζει πολλά χρόνια στην Ελλάδα, δεν έχει μάθει ακόμα καλά τη γλώσσα, ωστόσο μπήκε στο νόημα και στο κλίμα. Μου θύμησε το κύμα βαπτίσεων μεγάλων και μικρών, εκείνες τις γραφικές εικόνες με τα κομπινεζόν σε πρωτοχριστιανικές δεξαμενές που ακολούθησαν το πρώτο κύμα μετανάστευσης στη δεκαετία του 1990. Δεν ήταν μόνο οι καταπιεσμένοι Βορειοηπειρώτες που μπορούσαν επιτέλους να τιμήσουν την πίστη τους, αλλά κι ένα σωρό Αλβανοί που βαπτίζονταν για να γίνουν αποδεκτοί στην Ελλάδα, να διευκολύνουν τη ζωή τους. Μερικοί έβρισκαν προστασία έτσι απο ανθρώπους που τους βοηθούσαν αφού τους βάφτιζαν, άλλοι περίμεναν κάποια συμπάθεια γενικότερα, μια πιο εύκολη ζωή για τα παιδιά τους, που ήθελαν να είναι σαν όλα τα υπόλοιπα. Συχνά έφταναν σε υπερβολικές εκδηλώσεις θρησκευτικότητας, είτε ως νεοφώτιστοι, είτε για να αποδείξουν την καλή τους πρόθεση, να αρνηθούν κάθε στοιχείο της ταυτότητάς τους και να ενσωματωθούν πλήρως στην ελληνική κοινωνία. Ποιος ξέρει ο καθένας πώς σκέφτεται, τι περνάει από το μυαλό του όταν δηλώνει πίστη σε κάποιο θεό;
Αυτός λοιπόν ήταν ο τρόπος ενσωμάτωσης μεταναστών στην Ελλάδα, άτυπος αλλά ισχυρός, ο οποίος δεν συζητήθηκε ποτέ απ' όσο θυμάμαι, σε κάποιο δημόσιο διάλογο, κάποια επιστημονική ημερίδα. Κι όμως έχει εξαιρετικό ενδιαφέρον και θα άξιζε να μελετηθεί, όπως αξίζει να μελετηθούν πολλά απ' όσα συμβαίνουν στην πολύ παράξενη κοινωνία μας. Και τι σήμαινε για την Ελλάδα κάτι τέτοιο, διότι στο κάτω- κάτω οι Αλβανοί είναι ακόμα οι περισσότεροι, συντριπτική πλειοψηφία, από τους μετανάστες που ζουν εδώ. Δημιούργησε κάποιο προηγούμενο, να περιμένουμε πια όλοι οι μετανάστες να βαφτίζονται ορθόδοξοι με το που φτάνουν; Τι επιπτώσεις θα έχει στα παιδιά μια τέτοια πρακτική; Και πώς το κατάφεραν αυτό οι Αλβανοί, πώς το έκαναν, τι τους κόστισε; Είχε πραγματικά το καθεστώς που έζησαν, η φτώχεια και η καταπίεση, νεκρώσει μέσα τους κάθε θρησκευτικό συναίσθημα ώστε να μπορούν να ασπαστούν το θεό του γείτονα μόνο και μόνο για να επιβιώσουν; Ή μήπως ήταν αληθινή ανάγκη θρησκείας;
Πολλά ενδιαφέροντα, για τα οποία δεν γίνεται λόγος. Κι επειδή ανέφερα τα παιδιά, με απασχολεί πολύ τι συνέπειες θα έχουν οι διακρίσεις που υφίστανται τα παιδιά όλων των μεταναστών από τον ίδιο το νόμο, ο οποίος κατά τα άλλα στη χώρα μας είναι τόσο προστατευτικός για την παιδική ηλικία. Τι ψυχοσύνθεση αποκτούν οι άνθρωποι μεγαλώνοντας αναγκαστικά και επίσημα ως πολίτες δεύτερης κατηγορίας, χωρίς ιθαγένεια, κυνηγημένοι γι αυτό που είναι κι όχι για κάτι που έκαναν. Το πόσο ανέμελα ζούμε την καθημερινότητά μας ανεχόμενοι τέτοιες αδικίες μου φαίνεται πιο ριψοκίνδυνο κι από τη φορολογική αφροσύνη.
Τώρα πιάσαμε κουβέντα για το βρετανικό μοντέλο ανοχής των πολιτισμικών διαφορών και το γαλλικό που είναι αυστηρότερο. Ποιο είναι το καλύτερο; Μεγάλο πάθος στη θεωρητική συζήτηση που έχει ανάψει στα μέντια. Οι μεγάλες και ισχυρές χώρες έχουν κι αυτό το προνόμιο, να γίνονται θέμα αντιπαράθεσης στις μικρές. Προσηλωμένοι στο τι γίνεται στα τζαμιά της Αγγλίας, ξεχνάμε ότι εδώ τα τζαμιά είναι χωρίς επίσημη αναγνώριση, ισόγεια μαγαζιά με κουρτίνες τραβηγμένες. Ριγούμε για τους κινδύνους των δικαιωμάτων που παρέχει μια ανοιχτή κοινωνία, τη στιγμή που εδώ δεν παρέχονται ούτε τα στοιχειώδη. Μεταφράζουμε τη λέξη 'κοινοτισμό' για τη συμπεριφορά των μεταναστών στις ευρωπαϊκές χώρες, αποκρύπτοντας κι απο τον εαυτό μας ότι συμεριφερόμαστε εμείς οι ντόπιοι ως κοινότητα στους ξένους που θέλουν να δουλέψουν και να ζήσουν στη χώρα μας.


Πέμπτη 19 Ιουνίου 2014

Γειτονιά ταξιδιωτών

Αυτή η γειτονιά είναι πέρασμα, οι άνθρωποι μένουν λίγο καιρό κι ύστερα σηκώνονται και φεύγουν. Φτιάχνουν μια ιδέα εγκατάστασης σε διαμερίσματα, στολίζουν ράφια, μαζεύουν πράγματα, κι ύστερα όλα τα πράγματα που μάζεψαν είναι ανεπιθύμητο βάρος και δεν ξέρουν πώς να το ξεφορτωθούν. Δεν τους κρατάει τίποτε εδώ, τους διώχνουν οι σειρές των μπαλκονιών σαν κελιά στους ακάλυπτους, η προσπάθεια να κρατήσουν ανθρώπινο το κουρασμένο τσιμέντο, και τα μούτρα των περαστικών γεμάτα κατηγόρια, με τα φρύδια σουφρωμένα.
Πάντα ήταν έτσι. Τα παιδιά παίζουν ωστόσο στην πλατεία τα βράδια, σ' αυτή τη μικρή πλατεία που κάπως μπέρδεψε τους γεωμέτρες τότε που μοίραζαν τα οικόπεδα στενά- στενά, μην πάει χαμένη ούτε σταγόνα γης για πούλημα. Παιδιά που ίσως μείνουν, κι άλλα που ετοιμάζονται να φύγουν χωρίς να το έχουν καν πληροφορηθεί. Μπορεί να κρυφακούν τα βράδια τη μητρική τους γλώσσα και να το υποπτεύονται. Οι αποφάσεις παίρνονται για το συμφέρον τους, είναι η πρώτη προτεραιότητα, αλλά δεν τα ρωτάνε. Μπορεί μερικά να έχουν φίλους που θα στεναχωρηθούν να χάσουν. Μπορεί να κακοπερνάνε τόσο πολύ που ανυπομονούν ν' αλλάξουν πόλη, χώρα, με την ελπίδα ότι θα κάνουν καλύτερη αρχή, αλλά ούτε αυτό το λένε στους γονείς, για να μην ανησυχήσουν ότι δεν τα βγάζουν πέρα, μην τα υποτιμήσουν. Μπορεί να είναι κι έτσι.
Μια μέρα ένα πολύ παιχνιδιάρικο κοριτσάκι μου είπε: “Στην τάξη σήμερα ένα ελληνικό παιδί φώναζε να μην κάνουμε την άσκηση, γιατί μόνο τα ελληνικά παιδιά πρέπει να κάνουν τις ασκήσεις!” Τι να της έλεγα, ότι είναι κι αυτή ελληνικό παιδί; Αφού δεν είναι, δεν έχει ελληνική ιθαγένεια, κι ας γεννήθηκε στην Ελλάδα. Ότι τα παιδιά δεν είναι ελληνικά ή γαλλικά, ή κάτι άλλο, αυτά τα επίθετα δεν συντάσσονται έτσι; Ότι το παιδί έκανε λάθος; Δεν θυμάμαι τι είχα πει, αλλά δεν ξεχνάω την ψύχραιμη αυτή αναφορά, το πως έθεσε το θέμα της ταυτότητας που ταλανίζει το σύγχρονο κόσμο εξ απαλών ονύχων. Τώρα ετοιμάζεται κι αυτή να φύγει. Ο πατέρας της δουλεύει κιόλας στην Ιταλία, η μητέρα της περνάει μήνες να τρέχει από γραφείο σε γραφείο να πάρει άδεια για να πάει να τον βρει με την κόρη τους. Πέρασμα και γι αυτές η γειτονιά μας, όπως και για τόσους άλλους. Παίξαμε μερικές φορές στην παιδική χαρά της Φωκίωνος, πήγαμε βόλτα στο Πεδίο του Άρεως, φάγαμε στο φαστφουντάδικο της Πατησίων, κι αναρωτιέμαι αν θα θυμάται τίποτε απ' όλ' αυτά όταν μεγαλώσει, κάπου μακριά από δω, στην ωραία Ιταλία της εύχομαι να είναι. Αλλά ποτέ δεν ξέρεις.
Έχω αποχαιρετήσει ήδη αρκετές τέτοιες μικρές φίλες που για λίγο περνάνε απο τη γειτονιά με την οικογένεια τους, προσπαθούν να μάθουν οι γονείς τους ελληνικά με όλους τους κανόνες στην ομάδα μας στην Αγορά, ελπίζουν για λίγο να ριζώσουν, ή και για πολύ, όπως οι γονείς της μικρής που λέγαμε. Προσπαθούν για καιρό, δείχνουν απίστευτη υπομονή, και κάποια στιγμή τους τελειώνει και φεύγουν. Τι μένει από τα ελληνικά που έμαθαν οι μεγάλοι; Τι μένει από τα ελληνικά, τα πολύ καλύτερα, που έμαθαν οι μικροί; Τι γίνονται όλ' αυτά τα ελληνικά που διασπείρονται στον ασταμάτητα κινούμενο κόσμο;
Πιο πολύ με νοιάζει βέβαια αν θα με θυμούνται καμιά φορά οι μικρές μου φίλες όταν μεγαλώσουν, και τι θα λένε; Ήταν μια καλή κυρία εκεί, θα ήθελα να την ξαναδώ κάποτε; Ή, σ' αυτή τη χώρα τη σκληρή υπήρχαν μερικοί που παρίσταναν τους καλούς για άλλοθι; Ή, παρασυρθήκαμε από κάτι καλές κυρίες και μείναμε παραπάνω απ' όσο θα έπρεπε; Ή, τι καλά που ήταν εκείνη τη φορά που μας είχε μάθει η δασκάλα να τραγουδάμε ένα ελληνικό τραγουδάκι, κι ύστερα είχαμε πάει για σουβλάκια στην πλατεία; Ή, πριν φύγω μου είχε δώσει τα λόγια ενός ιταλικού τραγουδιού, γιατί εκεί στην Ιταλία τραγουδάνε πολύ, μου είχε πει, και να είμαι προετοιμασμένη; Και είχε δίκιο;

Δευτέρα 16 Ιουνίου 2014

Αμετανόητος Ντον Τζοβάνι

O Don Giovanni της Λυρικής μου άρεσε πολύ, κι ας πήγα με επιφύλαξη. Συντελέστηκε το θαύμα, να ανακαλύπτεις νέα στοιχεία σε όπερα που την ξέρεις καλά, χωρίς να χάνεις τη συγκίνηση. Πραγματικά ήταν μια βραδιά που δεν χρειάστηκε καθόλου να χρησιμοποιηθεί η συγκατάβαση απέναντι σε ελληνικές δημιουργίες, μα καθόλου Θα συζήταγα μια λεπτομέρεια στο τέλος, στο γεύμα, εκεί που ο υπηρέτης ξαφνικά προσφέρει τις ηρωίδες στον ήρωα να τις φάει. Εκεί μόνο είχα αντίρηση, επειδή γενικά δεν βλέπω πουθενά στον Ντον Τζοβάνι να καταφέρνει να τις ρίξει τις γυναίκες. Είναι φήμη, είναι απειλή, αλλά μπορεί και να μην είναι αλήθεια. Με συγκλονίζει πάντα η τελευταία, μάλλον η προτελευταία σκηνή, που το φάντασμα του ζητά μετάνοια, κι εκείνος λέει Οχι! Αυτό το θάρρος.

Πέμπτη 12 Ιουνίου 2014

Του Αγίου σώματος


Τη γιορτή και αργία του Αγίου Πνεύματος, εγώ προσωπικά την έχω  ονομάσει "του Αγίου Σώματος". Είναι η μέρα που τα σώματα αποκαλύπτονται στις παραλίες μετά τον καλυμμένο χειμώνα, άσπρα, πλαδαρούτσικα, αδέξια, παρθενικά απέναντι στον ήλιο και στην αλμύρα που θα τα λικνίσει και θα τα ψήσει, θα τα γυμνάσει, θα τα ευλογήσει γενικώς όλο το καλοκαίρι. Ωραία μέρα των πρώτων επαφών, σαν φλερτ, με τη συγκίνηση και την αδεξιότητα της πρώτης γνωριμίας. Στο μυαλό μου είχα μια προοδευτική πορεία που θα οδηγούσε αυτή την αργία σε όλους τους εργαζόμενους, και σταδιακά θα της άλλαζε όνομα, θα της έδινε αυτό που χρησιμοποιούσα ήδη σε αρκετά κείμενα κάθε χρόνο τέτοια μέρα με την πεποίθηση ότι εκφράζω το λαϊκό αλλά και το λόγιο αίσθημα. 
Πόσο ήμουν αφελής! Η πρόοδος, κατ' αρχήν, είναι μια έννοια που αμφισβητείται, ειδικά μάλιστα απο τους λογίους για λόγους ανεξιχνίαστους. Κυρίως βέβαια αμφισβητείται απ' αυτούς που πάντα την φοβούνταν, αλλά σημασία έχει ότι έχουν το πάνω χέρι αυτή τη στιγμή. Λίγο η κρίση, λίγο η κριτική, λίγο η τάση για γκρίνια και παράπονο, λίγο το κύμα της ηθικολογίας που μας κάλυψε ως συνέπεια της κρίσης, το βλέπω να κινδυνεύει το Άγιο σώμα μας.
  Η νέα ιδέα, δεν ξέρω αν εφαρμόστηκε ακόμα αλλά κάτι τέτοιες ιδέες εφαρμόζονται με εξαιρετική ταχύτητα και ευκολία σε σχέση με τις άλλες τις προοδευτικές (φτου κακά και πιπέρι στο στόμα) η νέα ιδέα λοιπόν είναι να καταργηθεί η αργία του Αγίου πνεύματος στα σχολεία και να αφιερωθεί σε θρησκευτική κατήχηση περί του Αγίου πνεύματος, της τρισυπόστατης Τριάδας και άλλων μυστηρίων. Οπότε έχε γεια καημένο σώμα εφηβικό και ταραγμένο.
Τώρα πώς θα το πετύχουν αυτό με τα γυμνάσια και τα λύκεια αφιερωμένα στη λατρεία της αρχαίας θεότητας των εξετάσεων δεν ξέρω, αλλά όταν μπαίνουν στη μέση τα θρησκευτικά γίνονται ικανοί για όλα οι υπουργοί Παιδείας (και κυρίως Θρησκευμάτων). Θα διακόπτουν τις εξετάσεις για μια μέρα αφοσίωσης στο Άγιο πνεύμα που θα τις προστατεύει και θα τις ευλογεί, ή απλώς θα βάλουν τη γιορτή και μη αργία στα Δημοτικά, να καταπολεμήσουν την κακιά συνήθεια με τα κουβαδάκια, φτυαράκια, πετσέτες και θάλασσα που μαθαίνει στα παιδιά την τρυφηλότητα  εξ απαλών ονύχων. Γενικά, η τιμωρία για την κρίση θα πάρει άλλο νόημα αν περιβληθεί με έντονη θρησκευτικότητα, αφού η θρησκεία τα κατάφερνε πάντα καλύτερα στις τιμωρίες. Και τα παιδιά που θα πρέπει να πληρώσουν να δάνεια των γονέων καλό είναι να ξεμάθουν απο μικρά να συνδέουν το πνεύμα το Άγιο το κύριο το ζωοποιό με θαλασσίτσα γαλάζια, πλατιά, αναζωογονητική και σώμα που ελευθερώνεται και παραδίδεται στη δύναμη της. 
Εμείς τουλάχιστον οι μεγάλοι μπορούμε να αντιστεκόμαστε ακόμα. Ως την τελευταία ρανίδα του περσινού μας αντιηλιακού. 

Queen on sea

 H ταινία «Βασίλισσα της θάλασσας» μου κόστισε μια ταραγμένη νύχτα. Δεν ήταν τόσο η άνοια της γριάς μητέρας που με σόκαρε, όσο η άγνοια της ...