Πέμπτη 10 Ιουλίου 2014

Μια ήσυχη φωνή, μια περήφανη δασκάλα

Ήταν πριν πέντε χρόνια που γνωρίσαμε τη Δέσποινα- Σοφία Στάμος, Ελληνοαμερικανίδα χορεύτρια και χορογράφο που ζει στη Νέα Υόρκη και είχε έρθει να στήσει μια παράσταση στη χώρα καταγωγής της. Αναζητούσε χορευτές απ' όλο τον κόσμο, για την ακρίβεια ανθρώπους που θα ήθελαν να χορέψουν, όχι επαγγελματίες απαραίτητα.
Προσφέραμε από τότε μαθήματα ελληνικών σε μετανάστες στην Αγορά της Κυψέλης, κι αυτό το είχε μάθει, εκεί λοιπόν σκέφτηκε να ρωτήσει αν κάποιος ενδιαφερόταν να χορέψει μαζί της. Μιλήσαμε στους μαθητές και τις μαθήτριές μας, εξήγησε κι η ίδια τι ήθελε, πολλοί θα ήθελαν να δοκιμάσουν, όλοι ντρέπονταν. Παροτρύναμε τους μαθητές να ξεπεράσουν τη συστολή τους, τελικά, μετά από αρκετές προσπάθειες πήγαν αρκετοί στην ομάδα της Δέσποινας- Σοφίας και είδαμε στην Αγορά, λίγους μήνες μετά, μια πολύ ωραία παράσταση με θέμα το πέρασμα από τη χώρα τους στη δική μας. Την ίδια την ιστορία τους δηλαδή, εκφρασμένη από κινήσεις που έμαθαν να κάνουν, ή ανακάλυψαν και εμπιστεύτηκαν μόνοι τους. Ήταν μεγάλη πρόοδος για τα παιδιά αυτά που φοβούνταν ν' ανοίξουν το στόμα τους να μιλήσουν, και βέβαια η σωστότερη προσέγγιση, αφού με τη γλώσσα του σώματος εκφράζονταν πολύ καλύτερα, έχοντας την ευκαιρία να αποταθούν στην ταλαντούχα χορογράφο που ήξερε να καταλαβαίνει και να αναδεικνύει.
Κι ύστερα πολλοί απ' αυτούς συνέχισαν την προσπάθεια να μάθουν χορό και χορευτική έκφραση με διάφορους τρόπους, και μερικοί τα κατάφεραν εξαιρετικά. Και να, που την Τρίτη το βράδυ μπορέσαμε να δούμε δύο απ' αυτούς στην παράσταση του Φεστιβάλ Αθηνών A quiet voice, σε σκηνοθεσία της αλβανίδας χορογράφου Ερμίρα Γκόρο, που είχε θέμα πάλι, κατά κάποιο τρόπο, αυτό το πέρασμα. Αυτή τη σκληρή ιστορία που ζουν προσπαθώντας να φτάσουν, να ζήσουν και να δουλέψουν στην Ελλάδα και στην Ευρώπη οι πρόφυγες και οι μετανάστες, και που τη ζούμε εμείς πεισματικά από την άλλη μπάντα, ως αμυνόμενοι σε εισβολείς.
H παράσταση ήταν εξαιρετική, κι ήταν όπως έλεγε ο τίτλος της: Μια ήσυχη φωνή. Χωρίς κραυγές, χωρίς ούτε μια στιγμή ευκολίας ή κοινοτοπίας, τα σώματα των ανθρώπων είπαν όλη την ιστορία τους κι όχι μόνο τη δική τους, χωρίς τη χρήση ούτε μιας κατανοητής λέξης. Ίσως υπήρχαν μαγικά ξόρκια που επένδυαν τη μουσική του Κυπουργού, άλλο μαγικό έργο, θα έπαιρνα όρκο ότι ήταν κάποια βαλκανικά ή αφρικανικά φολκλόρ μπερδεμένα με την αφέλεια τολμηρού παιδιού. Κι όλ' αυτά χωρίς καν ξεκάθαρες αναφορές σε εικόνες μετανάστευσης. Το θέμα είναι τόσο δραματικό που καλλιτεχνικά στήνει παγίδες εύκολης συγκίνησης, κι όμως στην παράσταση αυτή ήταν σα να το αντιμετώπιζες πρώτη φορά, να ανακάλυπτες πρώτη φορά αυτό που ζεις δίπλα του μια ζωή και το αγνοείς.
Δεν ξέρω πού να κατατάξω το έργο, στο μοντέρνο χορό, σε κάτι άλλο; Ίσως οι θεατές που γέμισαν την αίθουσα και τις δυο βραδιές και χειροκρότησαν θερμά για πολλή ώρα, όλοι αυτοί οι νέοι που, αρέσει δεν αρέσει, ήδη διαμορφώνουν την πολυεθνική πρωτεύουσα, να ξέρουν περισσότερα.
Εμένα με πλημμύριζε συγκίνηση, να βλέπω ανάμεσα στους χορευτές τους παλιούς μαθητές μου, να αναπτύσσουν στη μεγάλη σκηνή το ταλέντο της παρουσίας τους, να καμαρώνω τις κινήσεις τους, την έμφυτη και την επίκτητη αρμονία τους, να αναλογίζομαι την πορεία που κατάφεραν να διανύσουν, τόσο διαφορετική από άλλων συντρόφων τους που ακόμα δεν βρίσκουν μέσα έκφρασης, και τόσο ίδια με όλων βέβαια αφού ακόμα δουλεύουν στις πιο βαριές κι ανθυγιεινές δουλειές. Ανήκουν πια στο δυναμικό της (αθηναϊκής; ελληνικής; ευρωπαϊκής; παγκόσμιας;) τέχνης, κι αυτό χάρις στην Ελληνοαμερικανίδα Δέσποινα -Σοφία που τους είχε αναζητήσει πριν πέντε χρόνια, και χάρις στο Σχολείο της Αγοράς όπου μπόρεσε να έρθει να τους συναντήσει. (Και χάρις σ' εμάς τις δασκάλες που πιέζαμε να δοκιμάσουν. Να τα λέμε κι αυτά!)
Κάπου διάβασα ότι το Φεστιβάλ Αθηνών επειδή φέτος προσπαθεί να κάνει οικονομία, στρέφεται περισσότερο προς τις ντόπιες δυνάμεις. Κι έτσι ανακαλύπτουμε πράγματα που μπορεί να χάνουμε ενώ βρίσκονται δίπλα μας, και ζουν ανάμεσά μας, αλλά δεν βρίσκουν τρόπο να μας προσεγγίσουν. Ένα τέτοιο ρόλο αν καταφέρει να παίξει το Φεστιβάλ Αθηνών, με τόλμη και φαντασία, χαλάλι όλα τα διεθνή αστέρια που μπορούμε να τα βλέπουμε και στις οθόνες.

Τρίτη 8 Ιουλίου 2014

Αλλάζουν οι άνθρωποι


Βρήκα ελεύθερο τραπέζι στο πατάρι με θέα, στο καφενείο του βιβλιοπωλείου Waterstones στο Εδιμβούργο, και χάζευα το κάστρο της πόλης προσπαθώντας ν' απαντήσω στο δύσκολο δίλημμα: τι να προτιμήσει κανείς όταν βρίσκεται σε τόσο σπάνια προνομιακή κατάσταση, το διάβασμα, ή το χάζεμα; Το χάζεμα προφανώς, διότι διάβασμα κάνεις και στο σπίτι σου. Καθώς εντρυφούσα στο βαθύ αυτό φιλοσοφικό ερώτημα, φτάνει μια παρέα ελληνίδες με σακούλες από ψώνια και εγκαθίσταται παραπλεύρως όλο χαρά- όλο ζωή. Σε τρία λεπτά τα έμαθα όλα, τι είχαν ψωνίσει, αν είχαν παζαρέψει σωστά, πότε έφευγαν, πότε είχαν έρθει, κλπ. Παράτησα την προσπάθεια να διαβάσω και αποφάσισα υπέρ του χαζέματος της θέας από το παράθυρο, συνοδεία ελληνικής φλυαρίας. Διασκέδαζα που δεν καταλάβαιναν ότι τις καταλάβαινα, αναρωτιόμουν αν η φασαρία που έκαναν θα εντυπωσίαζε άλλους θαμώνες, και γενικά είχα ένα τρίτο θέμα να απασχολεί τα φιλοσοφικά μου ενδιαφέροντα, όταν ξαφνικά μία από τις τρεις τους σηκώνει τα μάτια στο περιβάλλον, κοιτάζει εμένα και καναδυό άλλους μοναχικούς με βιβλία, και λέει:
“Κορίτσια, δεν πρέπει να φωνάζουμε! Εδώ οι άνθρωποι διαβάζουν!”
Οι άλλες δεν απάντησαν, και το τελευταίο που περίμενα να συμβεί ήταν να χαμηλώσουν λίγο -λίγο τις φωνές μέχρι να φτάσουν να ψιθυρίζουν. Κι όμως αυτό συνέβη. Ανεπαίσθητα στην αρχή, κι ύστερα όλο και πιο εντυπωσιακά, χωρίς σχόλια, τα πληθωρικά κορίτσια κατέβασαν την ένταση τόσο πολύ που ούτε κι εγώ τις άκουγα πια, κι ας καθόμουν δίπλα τους. Έμειναν στη μέση όλες οι ιστορίες τους που είχα αρχίσει να παρακολουθώ, τι έγινε με τον άντρα της μιας που βαριόταν τα αξιοθέατα, τον έπεισαν να πάει στο μουσείο; Κι εκείνο το ακριβό ουίσκι, τι θα έκαναν τελικά, θα συνέχιζαν να το ψάχνουν φτηνότερο, ή θα ενέδιδαν να το πάρουν από τον τουριστικό δρόμο;
Έτσι μου ήρθε να σηκώσω εγώ τη φωνή μου αυτή τη φορά: Κορίτσια μην ανησυχείτε, πατριωτάκι είμαι κι εγώ, αν την κάνετε για μένα την ησυχία, αφείστε την, εκφραστείτε ελεύθερα, μην καταπιέζεστε, μια φωνή την έχουμε, και δεν τα έχουμε και κάθε μέρα τέτοια ταξίδια, δεν τις ζούμε συχνά πια τέτοιες προνομιακές μέρες, αφείστε το γέλιο σας μωρέ ελεύθερο, που ψαρώσατε με μια έκδοση τσέπης που είδατε στα χέρια! Σιγά πια! Κι εγώ χάζι κάνω, και συγγνώμη κιόλας που δεν έδωσα γνωριμία με την πρώτη, αλλά είμαστε τόσο πολλοί παντού, γέμισε ο κόσμος έλληνες, οι νέοι δουλεύουν, οι μεγάλοι συμπαρίστανται και περιηγούνται λιγάκι όπως καλή ώρα, καταλαβαίνετε, δεν ήθελα να το κάνω θέμα που σας άκουσα, ωστόσο σας χαιρόμουν, αλήθεια!
Φυσικά δεν είπα τίποτε, μάλιστα επέστρεψα στο διάβασμα για να μην εκνευρίζομαι από την ησυχία που είχε επικρατήσει. Μια ώρα μείναμε ακόμα, εγώ τέλειωσα το βιβλίο, εκείνες τέλειωσαν τους καφέδες, έφυγαν πρώτες στις μύτες των ποδιών για να μην ενοχλήσουν, κι έμεινα να θαυμάζω τις ικανότητες προσαρμοστικότητας των ανθρώπων που θεωρούνται γενικά αδιόρθωτοι και κολλημμένοι στις συνήθειες τους. Λάθος. Αλλάζουν οι άνθρωποι όταν θεωρήσουν ότι χρειάζεται.

Δευτέρα 7 Ιουλίου 2014

Θεραπευτικό ποδόσφαιρο

Πριν από πολλά χρόνια είχε προσπαθήσει ένας φίλος να με μυήσει στο ποδόσφαιρο, ανεπιτυχώς. Με είχε λυπηθεί που το συνέδεα με την κατάθλιψη των απογευμάτων της Κυριακής, εκείνη τη φωνή που παθιαζόταν για ακατανόητους λόγους στα ραδιόφωνα της γειτονιάς όταν ήμουν παιδί, σαν μελαγχολικό τροπάριο, και μου προκαλούσε σφίξιμο στο στομάχι. Προσπάθησα κι εγώ να μάθω να παρακολουθώ, να ξεπεράσω εκείνη την αλλεργία. Δεν τα κατάφερα. Αν δεν παίξεις ένα παιχνίδι, ή δεν το μάθεις από παιδί, μετά δύσκολα καταλαβαίνεις τη χαρά του. Ηταν ένα βήμα, πάντως.

Κάποια στιγμή διάβασα και το διάσημο δοκίμιο περί της μετάθεσης του πολέμου σε συμβολικό επίπεδο μέσα στο γήπεδο, κι είχα ελπίσει πολλά για την ανθρωπότητα. Πραγματικά, αν όλος ο κόσμος παίζει μπάλα και ξεθυμαίνει την επιθετικότητά του, δεν θα χρειάζεται να πολεμά κανείς. Μόνο που η θεωρία αυτή προϋποθέτει έθνη κάπως οργανωμένα, σε κράτη κατά προτίμηση, που αναπαράγουν συμβολικά διαμάχες, και δεν πιάνει σε τύπους σαν τους ακραίους τζιχαντιστές που ανακήρυξαν το νέο χαλιφάτο στη Ράκα μια μέρα πριν η Ελλάδα χάσει στα πέναλτι στο Μουντιάλ. Αν και Παγκόσμιο δηλαδή, το Κύπελλο ακόμα αφήνει κάποιες επιθετικότητες απ' έξω, πολλές επιθετικότητες δυστυχώς. Δεν μπορεί να τις καλύψει όλες, στο κάτω κάτω παιχνίδι είναι, πόσα θαύματα να κάνει πια;

Την Κυριακή το βράδυ παρακολούθησα το ματς στο Εδιμβούργο, σε βραζιλιάνικη παμπ, πολύ πιο συμπαθητική από τις γνήσιες βρετανικές όπου γινόταν χαμός. Είχε ωραίους φτηνούς μεζέδες και οι φίλαθλοι της οικογένειας, συντριπτική πλειοψηφία, είχαν σχεδόν απαρτία κι έπιναν μπίρες και φώναζαν και παθιάζονταν κάτω από τα γεμάτα κατανόηση βλέμματα των υπόλοιπων θαμώνων. Στον τοίχο η οθόνη σκέπαζε την τοιχογραφία του προσώπου μιας Βραζιλιάνας ντυμένης όπως στο Καρναβάλι του Ρίο, με χρυσοποίκιλτο στηθόδεσμο. Επωφελήθηκα από μερικές έξτρα αγκαλιές την ώρα του ελληνικού γκολ και έφαγα αρκετές αθέλητες σκουντιές και γεμάτα αγωνία σφιξίματα μπράτσων τις ώρες της έντασης. Εχω μάλιστα την εντύπωση ότι κατάλαβα επιτέλους την περίφημη αγωνία του τερματοφύλακα πριν από το πέναλτι. Στο τέλος οι Σκοτσέζοι, Αγγλοι, Βρετανοί γενικώς, Βραζιλιάνοι πιθανώς, και δεν ξέρω τι άλλο, μας έσφιξαν το χέρι χαμογελώντας, λες και ήμασταν οι προπονητές της ομάδας.

Ως τώρα ήξερα το ποδόσφαιρο που ενώνει αγνώστους, να όμως που δουλεύει και με γνωστούς. Φτιάχνει εξαιρετικές περιστάσεις προς χρήση των ανιόντων που αναζητούν ευκαιρίες να συναντούν τους κατιόντες. Οχι βέβαια ότι θα μπορώ να ταξιδεύω στα μέρη όπου ζουν τα παιδιά μου σε κάθε ματς της Εθνικής, αλλά ίσως να τηλεφωνιόμαστε, ή να συμφωνήσουμε να ανταλλάσσουμε φωτογραφίες, κάτι τέλος πάντων. Ας πούμε, να κάθομαι να βλέπω τον αγώνα. Ακόμα κι αυτό μπορεί να το κάνω. Γιατί όχι; Είναι ωραίο να αλλάζει κανείς, έστω κι αν αισθάνεται πως χάνει κάτι που έχει υπερασπιστεί και που τον χαρακτηρίζει. Η πατρίδα είναι πιο γλυκιά όταν είσαι μακριά, κι αν καταφέρνω να μεταφέρομαι νοερά κοντά στους ξενιτεμένους μου, κάποια θεραπευτική ιδιότητα θα ανακαλύψω.

Τετάρτη 25 Ιουνίου 2014

Το ελληνικό μοντέλο

H Μαρία έγινε νονά. Σιγά το σπουδαίο νέο θα πείτε, αλλά εγώ εντυπωσιάστηκα, διότι η Μαρία είναι Αλβανίδα εξ Αλβανίας, δεν ζει πολλά χρόνια στην Ελλάδα, δεν έχει μάθει ακόμα καλά τη γλώσσα, ωστόσο μπήκε στο νόημα και στο κλίμα. Μου θύμησε το κύμα βαπτίσεων μεγάλων και μικρών, εκείνες τις γραφικές εικόνες με τα κομπινεζόν σε πρωτοχριστιανικές δεξαμενές που ακολούθησαν το πρώτο κύμα μετανάστευσης στη δεκαετία του 1990. Δεν ήταν μόνο οι καταπιεσμένοι Βορειοηπειρώτες που μπορούσαν επιτέλους να τιμήσουν την πίστη τους, αλλά κι ένα σωρό Αλβανοί που βαπτίζονταν για να γίνουν αποδεκτοί στην Ελλάδα, να διευκολύνουν τη ζωή τους. Μερικοί έβρισκαν προστασία έτσι απο ανθρώπους που τους βοηθούσαν αφού τους βάφτιζαν, άλλοι περίμεναν κάποια συμπάθεια γενικότερα, μια πιο εύκολη ζωή για τα παιδιά τους, που ήθελαν να είναι σαν όλα τα υπόλοιπα. Συχνά έφταναν σε υπερβολικές εκδηλώσεις θρησκευτικότητας, είτε ως νεοφώτιστοι, είτε για να αποδείξουν την καλή τους πρόθεση, να αρνηθούν κάθε στοιχείο της ταυτότητάς τους και να ενσωματωθούν πλήρως στην ελληνική κοινωνία. Ποιος ξέρει ο καθένας πώς σκέφτεται, τι περνάει από το μυαλό του όταν δηλώνει πίστη σε κάποιο θεό;
Αυτός λοιπόν ήταν ο τρόπος ενσωμάτωσης μεταναστών στην Ελλάδα, άτυπος αλλά ισχυρός, ο οποίος δεν συζητήθηκε ποτέ απ' όσο θυμάμαι, σε κάποιο δημόσιο διάλογο, κάποια επιστημονική ημερίδα. Κι όμως έχει εξαιρετικό ενδιαφέρον και θα άξιζε να μελετηθεί, όπως αξίζει να μελετηθούν πολλά απ' όσα συμβαίνουν στην πολύ παράξενη κοινωνία μας. Και τι σήμαινε για την Ελλάδα κάτι τέτοιο, διότι στο κάτω- κάτω οι Αλβανοί είναι ακόμα οι περισσότεροι, συντριπτική πλειοψηφία, από τους μετανάστες που ζουν εδώ. Δημιούργησε κάποιο προηγούμενο, να περιμένουμε πια όλοι οι μετανάστες να βαφτίζονται ορθόδοξοι με το που φτάνουν; Τι επιπτώσεις θα έχει στα παιδιά μια τέτοια πρακτική; Και πώς το κατάφεραν αυτό οι Αλβανοί, πώς το έκαναν, τι τους κόστισε; Είχε πραγματικά το καθεστώς που έζησαν, η φτώχεια και η καταπίεση, νεκρώσει μέσα τους κάθε θρησκευτικό συναίσθημα ώστε να μπορούν να ασπαστούν το θεό του γείτονα μόνο και μόνο για να επιβιώσουν; Ή μήπως ήταν αληθινή ανάγκη θρησκείας;
Πολλά ενδιαφέροντα, για τα οποία δεν γίνεται λόγος. Κι επειδή ανέφερα τα παιδιά, με απασχολεί πολύ τι συνέπειες θα έχουν οι διακρίσεις που υφίστανται τα παιδιά όλων των μεταναστών από τον ίδιο το νόμο, ο οποίος κατά τα άλλα στη χώρα μας είναι τόσο προστατευτικός για την παιδική ηλικία. Τι ψυχοσύνθεση αποκτούν οι άνθρωποι μεγαλώνοντας αναγκαστικά και επίσημα ως πολίτες δεύτερης κατηγορίας, χωρίς ιθαγένεια, κυνηγημένοι γι αυτό που είναι κι όχι για κάτι που έκαναν. Το πόσο ανέμελα ζούμε την καθημερινότητά μας ανεχόμενοι τέτοιες αδικίες μου φαίνεται πιο ριψοκίνδυνο κι από τη φορολογική αφροσύνη.
Τώρα πιάσαμε κουβέντα για το βρετανικό μοντέλο ανοχής των πολιτισμικών διαφορών και το γαλλικό που είναι αυστηρότερο. Ποιο είναι το καλύτερο; Μεγάλο πάθος στη θεωρητική συζήτηση που έχει ανάψει στα μέντια. Οι μεγάλες και ισχυρές χώρες έχουν κι αυτό το προνόμιο, να γίνονται θέμα αντιπαράθεσης στις μικρές. Προσηλωμένοι στο τι γίνεται στα τζαμιά της Αγγλίας, ξεχνάμε ότι εδώ τα τζαμιά είναι χωρίς επίσημη αναγνώριση, ισόγεια μαγαζιά με κουρτίνες τραβηγμένες. Ριγούμε για τους κινδύνους των δικαιωμάτων που παρέχει μια ανοιχτή κοινωνία, τη στιγμή που εδώ δεν παρέχονται ούτε τα στοιχειώδη. Μεταφράζουμε τη λέξη 'κοινοτισμό' για τη συμπεριφορά των μεταναστών στις ευρωπαϊκές χώρες, αποκρύπτοντας κι απο τον εαυτό μας ότι συμεριφερόμαστε εμείς οι ντόπιοι ως κοινότητα στους ξένους που θέλουν να δουλέψουν και να ζήσουν στη χώρα μας.


Πέμπτη 19 Ιουνίου 2014

Γειτονιά ταξιδιωτών

Αυτή η γειτονιά είναι πέρασμα, οι άνθρωποι μένουν λίγο καιρό κι ύστερα σηκώνονται και φεύγουν. Φτιάχνουν μια ιδέα εγκατάστασης σε διαμερίσματα, στολίζουν ράφια, μαζεύουν πράγματα, κι ύστερα όλα τα πράγματα που μάζεψαν είναι ανεπιθύμητο βάρος και δεν ξέρουν πώς να το ξεφορτωθούν. Δεν τους κρατάει τίποτε εδώ, τους διώχνουν οι σειρές των μπαλκονιών σαν κελιά στους ακάλυπτους, η προσπάθεια να κρατήσουν ανθρώπινο το κουρασμένο τσιμέντο, και τα μούτρα των περαστικών γεμάτα κατηγόρια, με τα φρύδια σουφρωμένα.
Πάντα ήταν έτσι. Τα παιδιά παίζουν ωστόσο στην πλατεία τα βράδια, σ' αυτή τη μικρή πλατεία που κάπως μπέρδεψε τους γεωμέτρες τότε που μοίραζαν τα οικόπεδα στενά- στενά, μην πάει χαμένη ούτε σταγόνα γης για πούλημα. Παιδιά που ίσως μείνουν, κι άλλα που ετοιμάζονται να φύγουν χωρίς να το έχουν καν πληροφορηθεί. Μπορεί να κρυφακούν τα βράδια τη μητρική τους γλώσσα και να το υποπτεύονται. Οι αποφάσεις παίρνονται για το συμφέρον τους, είναι η πρώτη προτεραιότητα, αλλά δεν τα ρωτάνε. Μπορεί μερικά να έχουν φίλους που θα στεναχωρηθούν να χάσουν. Μπορεί να κακοπερνάνε τόσο πολύ που ανυπομονούν ν' αλλάξουν πόλη, χώρα, με την ελπίδα ότι θα κάνουν καλύτερη αρχή, αλλά ούτε αυτό το λένε στους γονείς, για να μην ανησυχήσουν ότι δεν τα βγάζουν πέρα, μην τα υποτιμήσουν. Μπορεί να είναι κι έτσι.
Μια μέρα ένα πολύ παιχνιδιάρικο κοριτσάκι μου είπε: “Στην τάξη σήμερα ένα ελληνικό παιδί φώναζε να μην κάνουμε την άσκηση, γιατί μόνο τα ελληνικά παιδιά πρέπει να κάνουν τις ασκήσεις!” Τι να της έλεγα, ότι είναι κι αυτή ελληνικό παιδί; Αφού δεν είναι, δεν έχει ελληνική ιθαγένεια, κι ας γεννήθηκε στην Ελλάδα. Ότι τα παιδιά δεν είναι ελληνικά ή γαλλικά, ή κάτι άλλο, αυτά τα επίθετα δεν συντάσσονται έτσι; Ότι το παιδί έκανε λάθος; Δεν θυμάμαι τι είχα πει, αλλά δεν ξεχνάω την ψύχραιμη αυτή αναφορά, το πως έθεσε το θέμα της ταυτότητας που ταλανίζει το σύγχρονο κόσμο εξ απαλών ονύχων. Τώρα ετοιμάζεται κι αυτή να φύγει. Ο πατέρας της δουλεύει κιόλας στην Ιταλία, η μητέρα της περνάει μήνες να τρέχει από γραφείο σε γραφείο να πάρει άδεια για να πάει να τον βρει με την κόρη τους. Πέρασμα και γι αυτές η γειτονιά μας, όπως και για τόσους άλλους. Παίξαμε μερικές φορές στην παιδική χαρά της Φωκίωνος, πήγαμε βόλτα στο Πεδίο του Άρεως, φάγαμε στο φαστφουντάδικο της Πατησίων, κι αναρωτιέμαι αν θα θυμάται τίποτε απ' όλ' αυτά όταν μεγαλώσει, κάπου μακριά από δω, στην ωραία Ιταλία της εύχομαι να είναι. Αλλά ποτέ δεν ξέρεις.
Έχω αποχαιρετήσει ήδη αρκετές τέτοιες μικρές φίλες που για λίγο περνάνε απο τη γειτονιά με την οικογένεια τους, προσπαθούν να μάθουν οι γονείς τους ελληνικά με όλους τους κανόνες στην ομάδα μας στην Αγορά, ελπίζουν για λίγο να ριζώσουν, ή και για πολύ, όπως οι γονείς της μικρής που λέγαμε. Προσπαθούν για καιρό, δείχνουν απίστευτη υπομονή, και κάποια στιγμή τους τελειώνει και φεύγουν. Τι μένει από τα ελληνικά που έμαθαν οι μεγάλοι; Τι μένει από τα ελληνικά, τα πολύ καλύτερα, που έμαθαν οι μικροί; Τι γίνονται όλ' αυτά τα ελληνικά που διασπείρονται στον ασταμάτητα κινούμενο κόσμο;
Πιο πολύ με νοιάζει βέβαια αν θα με θυμούνται καμιά φορά οι μικρές μου φίλες όταν μεγαλώσουν, και τι θα λένε; Ήταν μια καλή κυρία εκεί, θα ήθελα να την ξαναδώ κάποτε; Ή, σ' αυτή τη χώρα τη σκληρή υπήρχαν μερικοί που παρίσταναν τους καλούς για άλλοθι; Ή, παρασυρθήκαμε από κάτι καλές κυρίες και μείναμε παραπάνω απ' όσο θα έπρεπε; Ή, τι καλά που ήταν εκείνη τη φορά που μας είχε μάθει η δασκάλα να τραγουδάμε ένα ελληνικό τραγουδάκι, κι ύστερα είχαμε πάει για σουβλάκια στην πλατεία; Ή, πριν φύγω μου είχε δώσει τα λόγια ενός ιταλικού τραγουδιού, γιατί εκεί στην Ιταλία τραγουδάνε πολύ, μου είχε πει, και να είμαι προετοιμασμένη; Και είχε δίκιο;

Δευτέρα 16 Ιουνίου 2014

Αμετανόητος Ντον Τζοβάνι

O Don Giovanni της Λυρικής μου άρεσε πολύ, κι ας πήγα με επιφύλαξη. Συντελέστηκε το θαύμα, να ανακαλύπτεις νέα στοιχεία σε όπερα που την ξέρεις καλά, χωρίς να χάνεις τη συγκίνηση. Πραγματικά ήταν μια βραδιά που δεν χρειάστηκε καθόλου να χρησιμοποιηθεί η συγκατάβαση απέναντι σε ελληνικές δημιουργίες, μα καθόλου Θα συζήταγα μια λεπτομέρεια στο τέλος, στο γεύμα, εκεί που ο υπηρέτης ξαφνικά προσφέρει τις ηρωίδες στον ήρωα να τις φάει. Εκεί μόνο είχα αντίρηση, επειδή γενικά δεν βλέπω πουθενά στον Ντον Τζοβάνι να καταφέρνει να τις ρίξει τις γυναίκες. Είναι φήμη, είναι απειλή, αλλά μπορεί και να μην είναι αλήθεια. Με συγκλονίζει πάντα η τελευταία, μάλλον η προτελευταία σκηνή, που το φάντασμα του ζητά μετάνοια, κι εκείνος λέει Οχι! Αυτό το θάρρος.

Πέμπτη 12 Ιουνίου 2014

Του Αγίου σώματος


Τη γιορτή και αργία του Αγίου Πνεύματος, εγώ προσωπικά την έχω  ονομάσει "του Αγίου Σώματος". Είναι η μέρα που τα σώματα αποκαλύπτονται στις παραλίες μετά τον καλυμμένο χειμώνα, άσπρα, πλαδαρούτσικα, αδέξια, παρθενικά απέναντι στον ήλιο και στην αλμύρα που θα τα λικνίσει και θα τα ψήσει, θα τα γυμνάσει, θα τα ευλογήσει γενικώς όλο το καλοκαίρι. Ωραία μέρα των πρώτων επαφών, σαν φλερτ, με τη συγκίνηση και την αδεξιότητα της πρώτης γνωριμίας. Στο μυαλό μου είχα μια προοδευτική πορεία που θα οδηγούσε αυτή την αργία σε όλους τους εργαζόμενους, και σταδιακά θα της άλλαζε όνομα, θα της έδινε αυτό που χρησιμοποιούσα ήδη σε αρκετά κείμενα κάθε χρόνο τέτοια μέρα με την πεποίθηση ότι εκφράζω το λαϊκό αλλά και το λόγιο αίσθημα. 
Πόσο ήμουν αφελής! Η πρόοδος, κατ' αρχήν, είναι μια έννοια που αμφισβητείται, ειδικά μάλιστα απο τους λογίους για λόγους ανεξιχνίαστους. Κυρίως βέβαια αμφισβητείται απ' αυτούς που πάντα την φοβούνταν, αλλά σημασία έχει ότι έχουν το πάνω χέρι αυτή τη στιγμή. Λίγο η κρίση, λίγο η κριτική, λίγο η τάση για γκρίνια και παράπονο, λίγο το κύμα της ηθικολογίας που μας κάλυψε ως συνέπεια της κρίσης, το βλέπω να κινδυνεύει το Άγιο σώμα μας.
  Η νέα ιδέα, δεν ξέρω αν εφαρμόστηκε ακόμα αλλά κάτι τέτοιες ιδέες εφαρμόζονται με εξαιρετική ταχύτητα και ευκολία σε σχέση με τις άλλες τις προοδευτικές (φτου κακά και πιπέρι στο στόμα) η νέα ιδέα λοιπόν είναι να καταργηθεί η αργία του Αγίου πνεύματος στα σχολεία και να αφιερωθεί σε θρησκευτική κατήχηση περί του Αγίου πνεύματος, της τρισυπόστατης Τριάδας και άλλων μυστηρίων. Οπότε έχε γεια καημένο σώμα εφηβικό και ταραγμένο.
Τώρα πώς θα το πετύχουν αυτό με τα γυμνάσια και τα λύκεια αφιερωμένα στη λατρεία της αρχαίας θεότητας των εξετάσεων δεν ξέρω, αλλά όταν μπαίνουν στη μέση τα θρησκευτικά γίνονται ικανοί για όλα οι υπουργοί Παιδείας (και κυρίως Θρησκευμάτων). Θα διακόπτουν τις εξετάσεις για μια μέρα αφοσίωσης στο Άγιο πνεύμα που θα τις προστατεύει και θα τις ευλογεί, ή απλώς θα βάλουν τη γιορτή και μη αργία στα Δημοτικά, να καταπολεμήσουν την κακιά συνήθεια με τα κουβαδάκια, φτυαράκια, πετσέτες και θάλασσα που μαθαίνει στα παιδιά την τρυφηλότητα  εξ απαλών ονύχων. Γενικά, η τιμωρία για την κρίση θα πάρει άλλο νόημα αν περιβληθεί με έντονη θρησκευτικότητα, αφού η θρησκεία τα κατάφερνε πάντα καλύτερα στις τιμωρίες. Και τα παιδιά που θα πρέπει να πληρώσουν να δάνεια των γονέων καλό είναι να ξεμάθουν απο μικρά να συνδέουν το πνεύμα το Άγιο το κύριο το ζωοποιό με θαλασσίτσα γαλάζια, πλατιά, αναζωογονητική και σώμα που ελευθερώνεται και παραδίδεται στη δύναμη της. 
Εμείς τουλάχιστον οι μεγάλοι μπορούμε να αντιστεκόμαστε ακόμα. Ως την τελευταία ρανίδα του περσινού μας αντιηλιακού. 

Σάββατο 31 Μαΐου 2014

Στο παρελθόν χιονίζει

Της έκανα πλάκα αναφέροντας ξανά και ξανά τις πρώτες εξορμήσεις μας στα χιόνια. Που είχε έρθει με τα ακατάλληλα παππούτσια και κρύωνε και γλιστρούσε, όπως κι εγώ βέβαια την είχα πάθει την πρώτη φορά, σάμπως ξέραμε απο χιόνια; Αν κι εκείνη ήξερε περισσότερα, όπως απεκαλύφθη σιγά- σιγά, ακόμα και σκι ήξερε. Αργότερα με έμαθε κι εμένα να πατινάρω στον πάγο, της το χρωστώ κι αυτό. Ήταν πολύ πιο εξασκημένη σε διάφορες τέχνες του σώματος, αλλά δεν το εκτιμούσε ή δεν το έδειχνε κι επέμενε να έρχεται με ακατάλληλα ρούχα στα χιόνια, ακόμα κι όταν όλοι οι υπόλοιποι είχαμε καταφέρει να προμηθευτούμε όλα τα σωστά παπλωματέ μπουφάν και μπότες και γάντια. Κάθε φορά τη μάλωνα, και γελούσε.
Η Ελένη με τα παιδιά. Όσες φωτογραφίες έχω δικές της είναι τριγυρισμένη με παιδιά. Τις ορειβασίες που κάναμε οι δυο μας δεν σκεφτήκαμε ούτε μια φορά να τις απαθανατίσουμε. Ούτε εκείνα τα μεγάλα κολύμπια στο Πήλιο, ας πούμε τη βραδινή διαδρομή Χόρτο -Μηλίνα που είχαμε κάνει οι δυο μας.
Εδώ είναι στην Πάρνηθα. Τα χρόνια που μεγαλώναμε τα παιδιά μας, η Ελένη ήταν πάντα έτοιμη να ξεκινήσει για δύσκολες βόλτες σε ωραία μέρη. Χαρήκαμε την Πάρνηθα πριν καεί, καλοκαίρια και χειμώνες. Περπατήσαμε πολλές φορές στο μονοπάτι από το Μον Παρνές στο Μπάφι. Το χειμώνα πηγαίναμε από την άλλη πλευρά που είχε τα πλατώματα, να παίξουν τα παιδιά με χιόνια.
Μου τηλεφωνούσε συχνά τότε τα σαββατιάτικα πρωινά κι έλεγε, "Έχω μια ιδέα!" Είχε πολύ συχνά ιδέες, και με ξεσήκωνε, αλλά εγώ ήμουν μεγαλύτερη, πιο δυσκίνητη, καμιά φορά αντιστεκόμουν, ήθελα να μείνω σπίτι, να ξεκουραστώ, έπρεπε να κάνω δουλειές.
Χτες που την αποχαιρετούσαμε στο νεκροταφείο Αχαρνών, στους πρόποδες της Πάρνηθας, κοίταζα τις πλαγιές του βουνού απο το παράθυρο του εντευκτηρίου, καθώς πίναμε τον καφέ της παρηγοριάς κι ευχόμουν να μην είχα ποτέ αντισταθεί σε κείνες τις ιδέες. Ούτε μια φορά να μην με είχε πιάσει το σοβαρό και να μην είχα θεωρήσει καθήκον να πω, "μα όχι, πρέπει να μείνω σπίτι, να βάλω πλυντήριο, να τελειώσω τη μετάφραση.." και διάφορα τέτοια. Ούτε μια μέρα να μην είχα χάσει από τις ιδέες της Ελένης, τα παιδικά χρόνια των παιδιών, την Πάρνηθα πράσινη ή χιονισμένη.

Σάββατο 24 Μαΐου 2014

Κούνια που σε κούναγε

Εχω μερικές αφελείς απορίες τις οποίες διατυπώνω κάθε τόσο με τρόπο που προσπαθώ να είναι διαφορετικός, αλλά μπορεί και να μην είναι. Ωστόσο, αφού έχουμε δεύτερο γύρο δημοτικών εκλογών την Κυριακή, θα διατυπώσω πάλι μία απ' αυτές – πού ξέρεις, ίσως η στιγμή να είναι κατάλληλη για απαντήσεις.
 Δεν παρακολούθησα τις προεκλογικές εκστρατείες, αλλά νομίζω πως κανένας υποψήφιος δήμαρχος δεν υποσχέθηκε ότι θα ασχοληθεί με τις στάσεις των λεωφορείων. Δεν ξέρω καν αν οι στάσεις των λεωφορείων ανήκουν στην αρμοδιότητα του δήμου. Ισως δεν το ξέρουν ούτε οι δήμαρχοι. Η τρομερή μπερδεψούρα αρμοδιοτήτων στο ελληνικό κράτος είναι εγγύηση μακροημέρευσης των προβλημάτων και εξοικείωσής μας με αυτά. Συνηθίζουμε αργά και μοιρολατρικά να μη λύνεται κανένα, συνηθίζουμε να μην έχουμε απαιτήσεις, κι όταν κάποια ελπίδα μέσα μας ξυπνάει ότι μπορούμε να αποκτήσουμε, μας έρχεται η πιο απίθανη απαίτηση, η οποία δεν έχει καμία σχέση με καμία αρμοδιότητα, ούτε καν με το κράτος, την αυτοδιοίκηση ή οτιδήποτε άλλο έχει σχέση με την πολιτική.

Προχτές βρέθηκα σε μια άγνωστη γειτονιά, έψαξα να βρω λεωφορείο να γυρίσω, δεν υπήρχε επιφάνεια χωρίς μουντζούρα στη μικρή πινακίδα με τις στάσεις. Μόνον αυτοί που ξέρουν μπορούν να περιμένουν εκεί. Αυτοκόλλητα ποδοσφαιρικών συλλόγων σκέπαζαν τα πάντα σε πυκνές στρώσεις. Τώρα που οι ιδιοκτήτες ομάδων ποδοσφαίρου γίνονται δήμαρχοι δηλαδή, τι θα γίνει; Θα βάλουν κι άλλες ταμπέλες για να μπορούν να τις γεμίζουν οι οπαδοί τους; Θα τις παραγγείλουν μεγαλύτερες για να ευχαριστιούνται επιφάνειες, να παραγγέλνουν μεγαλύτερα αυτοκόλλητα, να αβγαταίνουν οι δουλειές των κατασκευαστών τους; Ή μήπως θα καθαρίσουν τις ταμπέλες γιατί δεν υπάρχει λόγος να μουντζουρώνεις τα πάντα όταν έχεις γίνει εξουσία, για να πω και μια αισιόδοξη εκδοχή.

Κατά πάσα πιθανότητα τίποτε δεν θα συμβεί, διότι ουδείς ασχολείται με κάτι τόσο ταπεινό όπως είναι οι στάσεις λεωφορείων. Οι πολιτικοί στην Ελλάδα δεν μπαίνουν σε μέσα μαζικής συγκοινωνίας, κι οι πολίτες όταν μπαίνουν αισθάνονται τόσο ξεπεσμένοι που δεν μιλάνε γι' αυτό. Καλύτερα να μη θίγουν το γεγονός ότι αναγκάζονται να τα χρησιμοποιούν, διότι το κύρος τους κινδυνεύει. Το μετρό εξαιρείται. Γι' αυτό κι έχει και πολύ διαφωτιστικές ταμπέλες, μέχρι και τις ονομαστικές γιορτές μαθαίνεις εκεί. Ισως γι' αυτό εξαιρείται, ή ίσως γι' αυτό έχει διαφωτιστικές ταμπέλες. Μέχρι και στους σταθμούς ΗΣΑΠ μπήκαν πίνακες που γράφουν σε πόση ώρα φτάνει ο συρμός. Είναι σαν να βρίσκουμε λίγη ευρωπαϊκή αντιμετώπιση μόλις χωνόμαστε κάτω από τη γη και μας κάνει την επιφάνειά της δυσκολότερη.
 Λέξη λοιπόν από τους υποψηφίους για πεζά θέματα τέτοιου τύπου, γενικά στις προεκλογικές περιόδους τιναζόμαστε ψηλά, σαν επιβάτες λεωφορείων του Καναδά που περιμένουν στη στάση καθισμένοι σε κούνιες. Η φωτογραφία είναι αληθινή, υπάρχουν τέτοιες στάσεις στο Μόντρεαλ, και κυκλοφόρησε στη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου. Δυστυχώς δεν ενέπνευσε κανέναν να κλέψει την ιδέα. Η απομάκρυνση από την πραγματικότητα όπως την εφαρμόζουμε εμείς είναι εντελώς άλλου τύπου. Κρίμα, γιατί μια τέτοια κούνια σαν αυτή, σε μια γεμάτη πληροφορίες στάση λεωφορείου, θα ήταν ακριβώς η κούνια που με κούναγε.
http://www.efsyn.gr/?p=199415 

Δευτέρα 19 Μαΐου 2014

Δημοκρατία και καπετανάτα

 Η δημοκρατία είναι κουραστική και πολύπλοκη. Η διαφάνεια που απαιτεί γεννά διαρκώς γραφειοκρατία. Νομοθετώντας για την ισότητα, παράγει ανισότητες στο πέρασμα του χρόνου, το ζούμε στην Ελλάδα πολύ έντονα. Χρειάζεται ανανέωση που θα παίρνει ρίσκα, χρειάζεται συμμετοχή, αναθεωρήσεις, ψυχραιμία. Η φιλοσοφική της βάση μπαίνει και ξαναμπαίνει στα σύμβολα, στους θεσμούς, στα έργα τέχνης.

Ακόμα και η φιλοσοφική αυτή βάση είναι περίπλοκη. Γιατί να παραχωρείς μέρος της ελευθερίας σου αν δεν είσαι, ας πούμε, μητέρα (για να αναφέρουμε και τη Γιορτή της) κι είσαι νέος, δυνατός και ανυπόμονος;

Θέλω να πω, μια μητέρα που βγάζει το μωρό της βόλτα με το καροτσάκι, είναι σε θέση εκ των πραγμάτων να καταλάβει πολύ περισσότερο τη λογική (και την ανάγκη) του φαναριού της Τροχαίας από τον νεαρό που βιάζεται να πάει το ντελίβερι.

Ωστόσο, ζούμε σε μια πόλη όπου οι ντελιβεράδες δεν σταματούν στα φανάρια και οι μανάδες μωρών αποφεύγουν να βγουν βόλτα έχοντας γνώση του πράγματος. Η κατάστασή μας, η έλλειψη αναγνώρισης της αξίας των κανόνων, η συκοφάντηση και η απαξίωση της δημοκρατίας, δημιουργεί ατμόσφαιρα που ευνοεί τα καπετανάτα. Τα όρια είναι ρευστά, οι λέξεις απατηλές. Τα όρια δεν είναι τόσο απλά όσο το πέρασμα από τη μια πλατεία στην άλλη ή το ένα χωριό στο άλλο. Πλατείες, εξοχικές τοποθεσίες και χωριά πάντως γίνονται συχνά βάσεις για οιονεί καπετανάτα που καταλύουν τις συμβάσεις της δημοκρατίας στο όνομα της λεβεντιάς, της μαγκιάς, του ανδρισμού, τέτοιων γοητευτικών εννοιών. Υπάρχει διάχυτη νοσταλγία των καπετανάτων, ως σύστημα πιο απλό και κατανοητό, πιο άμεσο. Είναι τοπίο της κρίσης η νοσταλγία αυτή και τα τέρατα που γέννησε.

Οι θαυμαστές μεγάλων ηγετών, αυτοί που τους θεωρούν πιο σημαντικούς από την εκπαίδευση των πολιτών στα δημοκρατικά δικαιώματα και υποχρεώσεις, φαντάζονται ότι θα ήταν πιο απλά τα αυταρχικά καθεστώτα από την κουραστική δημοκρατία που όλα τα ψειρίζει και πλέκει σαν δαντέλα τους θεσμούς της. Οταν όμως ήμουν έφηβη, τον καιρό εκείνο, μας τρομοκρατούσαν για την απειρία μας στον χειρισμό των καπεταναίων. Ο κόσμος ήταν περίπλοκος, ακριβώς επειδή δεν αναγνώριζε τους νόμους της συνύπαρξης, δεν δεχόταν κοινούς κανόνες δημοκρατικού σεβασμού, έκρυβε αυταρχισμό πίσω από δήθεν διαχείριση συμβόλων. Περνούσαμε χούντα και μαθαίναμε να φυλάμε τα ρούχα μας και τη γνώμη μας.

Οι νέοι σήμερα δεν ψαρώνουν έτσι. Πιστεύω ότι όση γοητεία κι αν ασκεί η ιδέα των καπετανάτων -σε κείνους που είναι σίγουροι ότι θα ήταν καπετάνιοι κυρίως- οι νέοι προτιμούν τους ξεκάθαρους κανόνες. Αν έχω δίκιο, αν είναι έτσι τα πράγματα, σημαίνει ότι είναι πολύ πιο ώριμοι από τους μεγάλους, που κανονικά θα έπρεπε να έχουν ξεπεράσει την ανάγκη για παραβιάσεις των κανόνων ως ψυχραιμότεροι και πιο έμπειροι. Νομίζω ότι οι νέοι σήμερα, ακόμα και με ελλείψεις στην πολιτική αγωγή, διαθέτουν το κεκτημένο του δημοκρατικού νοήματος μέσα τους, επειδή έζησαν από παιδιά σε μη απειλούμενη δημοκρατία.

Μπορεί να κάνω λάθος βέβαια, μπορεί η δημοκρατία τόσο να απαξιώθηκε που η επιστροφή στα πεφιλημένα καπετανάτα να είναι θέμα χρόνου. Θα δείξει.

Κυριακή 11 Μαΐου 2014

Ωραίες πόρτες

Δεν πρόσεξα ποτέ τις παλιές πόρτες των πολυκατοικιών όσο τώρα. Δηλαδή για την ακρίβεια δεν είμαι εγώ που τις προσέχω, αλλά οι φωτογράφοι. Είναι που οι εικόνες μετράνε τη δύναμη τους πλέον σε μεγάλο κοινό μεσω Ιντερνετ και χτίζουν θέματα, πρόσωπα, ζώα και πράγματα ομαδοποιούνται και κατευθύνουν το βλέμμα μας εκεί που πάντα κοίταζε αλλά δεν έβλεπε, δεν παρατηρούσε. Μαθαίνουμε να προσέχουμε τις λεπτομέρειες του περιβάλλοντος, κατηγορώντας και λίγο το αδιάφορο βλέμμα που μέχρι τώρα προσπερνούσε.
Παράδειγμα λοιπόν οι περίτεχνες πόρτες στις παλιές πολυκατοικίες. Αρ νουβώ, κι Αρ ντεκό, και σφυρήλατα σίδερα, και μπρούντζα και μάρμαρα και κολώνες, επιστύλια, καθρέφτες, πράματα και θάματα. Γύρω, πάνω, στους τοίχους ή στα τζάμια μπορεί να διακρίνεις βέβαια και την παρακμή των συνοικιών που ξεκίνησαν με υψηλές φιλοδοξίες, τις ακαλαίσθητες επιγραφές, τη σκόνη και τα γκράφιτι, την απαξίωση και την εγκατάλειψη. Ακόμα κι έτσι το παλιό υλικό, το παλιό ξόδεμα και το σχέδιο του ξεχωρίζει.
Γιατί δεν πρόσεξα ποτέ αυτή την πόρτα τόσο κοντά στις καθημερινές μου διαδρομές, αναρωτιέμαι για παράδειγμα, καθώς τη βλέπω τώρα φωτογραφία σε άλμπουμ και παραδέχομαι πόσο ωραία είναι. Μα γιατί, αν κοιτάξει κάποιος και το πεζοδρόμιο που περνά μπροστά της θα το καταλάβει, δεν υπήρχε δυνατότητα να στρίψω το κεφάλι. Είναι ένα μέτρο πλάτος, ίσως και ογδόντα πόντους, κι όταν περπατάς πρέπει να συγκεντρώνεσαι στα βήματα σου, μη σου ξεφύγει κανένα και βρεθείς κάτω από τις ρόδες του τρόλεϊ που ανεβαίνει το δρόμο, ή σου πάρει κανα χέρι ο βιαστικός μηχανόβιος.

Είχαν όντως οι κατασκευαστές υψηλή αισθητική, ή έστω μεγάλα σχέδια για επιβλητική όψη, έδωσαν λεφτά, έφτιαξαν κάτι όμορφο, αλλά τι να το κάνεις όταν δεν μπορείς να σταθείς ένα δευτερόλεπτο μπροστά του να το κοιτάξεις και να το χαρείς; Για ποιον ήταν, αφού ο περαστικός δεν έπρεπε να χρησιμοποιεί τα πόδια του εκεί πέρα, δεν είχε χώρο να σταθεί- κι ακόμα δεν έχει;
Υπάρχουν στην πόλη αυτή ένα σωρό λεπτομέρειες ομορφιάς που τις προσπερνάμε χωρίς να τις προσέχουμε. Είναι σπουδαία η δουλειά των φωτογράφων, όμως πώς θα μπορούσαν τα μοντέλα τους, οι ίδιες αυτές οι γωνιές, οι λεπτομέρειες, να μπουν στον καθημερινό ορίζοντα των βλεμμάτων μας; Πώς θα μπορούσαμε να σηκώσουμε τα μάτια και να κοιτάξουμε δίπλα, πάνω, παραπέρα, όταν δεν υπάρχει πρόβλεψη για κάτι τέτοιο; Δεν έχει χώρο να σταθώ, σοκκάκι να περάσω.
Ένα είδος τρομακτικής σεμνοτυφίας υποβόσκει στην έλλειψη του δημόσιου χώρου. Δεν είναι εδώ για χάζεμα και παρατήρηση, άντε προχώρα γρήγορα να πας στο σπίτι, στη δουλειά σου, φωνάζουν τα στενότατα πεζοδρόμια. Η έλλειψη χώρου απαγορεύει και το χρόνο που θα μπορούσες να διαθέσεις να κοιτάς ωραίες λεπτομέρειες, να απολαμβάνεις αυτά που δημιουργήθηκαν για απόλαυση. Κι ύστερα μου λέτε για πουριτανούς βορειοευρωπαίους!
Κι έτσι η μοίρα των ωραιότατων κατασκευών σε οικόπεδα που δεν άφησαν γύρω τους περιθώρια να περνά ο άσχετος, ο γείτονας, ο τουρίστας, να κυκλοφορεί ο πολίτης σαν άνθρωπος, να χρησιμοποιεί τα μάτια του, ήταν προδιαγεγραμμένη. Κάποια στιγμή θα γίνονταν ασφυκτικά, θα εγκαταλείπονταν, θα ερχόταν η παρακμή. Υπήρχε από την αρχή μεγάλη αντίφαση ανάμεσα στο ιδιωτικό καμάρι και στο δημόσιο δικαίωμα. Κι ακόμα δεν την έχουμε καταλάβει, και δεν την παραδεχόμαστε.

Queen on sea

 H ταινία «Βασίλισσα της θάλασσας» μου κόστισε μια ταραγμένη νύχτα. Δεν ήταν τόσο η άνοια της γριάς μητέρας που με σόκαρε, όσο η άγνοια της ...