Σάββατο 24 Μαΐου 2014

Κούνια που σε κούναγε

Εχω μερικές αφελείς απορίες τις οποίες διατυπώνω κάθε τόσο με τρόπο που προσπαθώ να είναι διαφορετικός, αλλά μπορεί και να μην είναι. Ωστόσο, αφού έχουμε δεύτερο γύρο δημοτικών εκλογών την Κυριακή, θα διατυπώσω πάλι μία απ' αυτές – πού ξέρεις, ίσως η στιγμή να είναι κατάλληλη για απαντήσεις.
 Δεν παρακολούθησα τις προεκλογικές εκστρατείες, αλλά νομίζω πως κανένας υποψήφιος δήμαρχος δεν υποσχέθηκε ότι θα ασχοληθεί με τις στάσεις των λεωφορείων. Δεν ξέρω καν αν οι στάσεις των λεωφορείων ανήκουν στην αρμοδιότητα του δήμου. Ισως δεν το ξέρουν ούτε οι δήμαρχοι. Η τρομερή μπερδεψούρα αρμοδιοτήτων στο ελληνικό κράτος είναι εγγύηση μακροημέρευσης των προβλημάτων και εξοικείωσής μας με αυτά. Συνηθίζουμε αργά και μοιρολατρικά να μη λύνεται κανένα, συνηθίζουμε να μην έχουμε απαιτήσεις, κι όταν κάποια ελπίδα μέσα μας ξυπνάει ότι μπορούμε να αποκτήσουμε, μας έρχεται η πιο απίθανη απαίτηση, η οποία δεν έχει καμία σχέση με καμία αρμοδιότητα, ούτε καν με το κράτος, την αυτοδιοίκηση ή οτιδήποτε άλλο έχει σχέση με την πολιτική.

Προχτές βρέθηκα σε μια άγνωστη γειτονιά, έψαξα να βρω λεωφορείο να γυρίσω, δεν υπήρχε επιφάνεια χωρίς μουντζούρα στη μικρή πινακίδα με τις στάσεις. Μόνον αυτοί που ξέρουν μπορούν να περιμένουν εκεί. Αυτοκόλλητα ποδοσφαιρικών συλλόγων σκέπαζαν τα πάντα σε πυκνές στρώσεις. Τώρα που οι ιδιοκτήτες ομάδων ποδοσφαίρου γίνονται δήμαρχοι δηλαδή, τι θα γίνει; Θα βάλουν κι άλλες ταμπέλες για να μπορούν να τις γεμίζουν οι οπαδοί τους; Θα τις παραγγείλουν μεγαλύτερες για να ευχαριστιούνται επιφάνειες, να παραγγέλνουν μεγαλύτερα αυτοκόλλητα, να αβγαταίνουν οι δουλειές των κατασκευαστών τους; Ή μήπως θα καθαρίσουν τις ταμπέλες γιατί δεν υπάρχει λόγος να μουντζουρώνεις τα πάντα όταν έχεις γίνει εξουσία, για να πω και μια αισιόδοξη εκδοχή.

Κατά πάσα πιθανότητα τίποτε δεν θα συμβεί, διότι ουδείς ασχολείται με κάτι τόσο ταπεινό όπως είναι οι στάσεις λεωφορείων. Οι πολιτικοί στην Ελλάδα δεν μπαίνουν σε μέσα μαζικής συγκοινωνίας, κι οι πολίτες όταν μπαίνουν αισθάνονται τόσο ξεπεσμένοι που δεν μιλάνε γι' αυτό. Καλύτερα να μη θίγουν το γεγονός ότι αναγκάζονται να τα χρησιμοποιούν, διότι το κύρος τους κινδυνεύει. Το μετρό εξαιρείται. Γι' αυτό κι έχει και πολύ διαφωτιστικές ταμπέλες, μέχρι και τις ονομαστικές γιορτές μαθαίνεις εκεί. Ισως γι' αυτό εξαιρείται, ή ίσως γι' αυτό έχει διαφωτιστικές ταμπέλες. Μέχρι και στους σταθμούς ΗΣΑΠ μπήκαν πίνακες που γράφουν σε πόση ώρα φτάνει ο συρμός. Είναι σαν να βρίσκουμε λίγη ευρωπαϊκή αντιμετώπιση μόλις χωνόμαστε κάτω από τη γη και μας κάνει την επιφάνειά της δυσκολότερη.
 Λέξη λοιπόν από τους υποψηφίους για πεζά θέματα τέτοιου τύπου, γενικά στις προεκλογικές περιόδους τιναζόμαστε ψηλά, σαν επιβάτες λεωφορείων του Καναδά που περιμένουν στη στάση καθισμένοι σε κούνιες. Η φωτογραφία είναι αληθινή, υπάρχουν τέτοιες στάσεις στο Μόντρεαλ, και κυκλοφόρησε στη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου. Δυστυχώς δεν ενέπνευσε κανέναν να κλέψει την ιδέα. Η απομάκρυνση από την πραγματικότητα όπως την εφαρμόζουμε εμείς είναι εντελώς άλλου τύπου. Κρίμα, γιατί μια τέτοια κούνια σαν αυτή, σε μια γεμάτη πληροφορίες στάση λεωφορείου, θα ήταν ακριβώς η κούνια που με κούναγε.
http://www.efsyn.gr/?p=199415 

Δευτέρα 19 Μαΐου 2014

Δημοκρατία και καπετανάτα

 Η δημοκρατία είναι κουραστική και πολύπλοκη. Η διαφάνεια που απαιτεί γεννά διαρκώς γραφειοκρατία. Νομοθετώντας για την ισότητα, παράγει ανισότητες στο πέρασμα του χρόνου, το ζούμε στην Ελλάδα πολύ έντονα. Χρειάζεται ανανέωση που θα παίρνει ρίσκα, χρειάζεται συμμετοχή, αναθεωρήσεις, ψυχραιμία. Η φιλοσοφική της βάση μπαίνει και ξαναμπαίνει στα σύμβολα, στους θεσμούς, στα έργα τέχνης.

Ακόμα και η φιλοσοφική αυτή βάση είναι περίπλοκη. Γιατί να παραχωρείς μέρος της ελευθερίας σου αν δεν είσαι, ας πούμε, μητέρα (για να αναφέρουμε και τη Γιορτή της) κι είσαι νέος, δυνατός και ανυπόμονος;

Θέλω να πω, μια μητέρα που βγάζει το μωρό της βόλτα με το καροτσάκι, είναι σε θέση εκ των πραγμάτων να καταλάβει πολύ περισσότερο τη λογική (και την ανάγκη) του φαναριού της Τροχαίας από τον νεαρό που βιάζεται να πάει το ντελίβερι.

Ωστόσο, ζούμε σε μια πόλη όπου οι ντελιβεράδες δεν σταματούν στα φανάρια και οι μανάδες μωρών αποφεύγουν να βγουν βόλτα έχοντας γνώση του πράγματος. Η κατάστασή μας, η έλλειψη αναγνώρισης της αξίας των κανόνων, η συκοφάντηση και η απαξίωση της δημοκρατίας, δημιουργεί ατμόσφαιρα που ευνοεί τα καπετανάτα. Τα όρια είναι ρευστά, οι λέξεις απατηλές. Τα όρια δεν είναι τόσο απλά όσο το πέρασμα από τη μια πλατεία στην άλλη ή το ένα χωριό στο άλλο. Πλατείες, εξοχικές τοποθεσίες και χωριά πάντως γίνονται συχνά βάσεις για οιονεί καπετανάτα που καταλύουν τις συμβάσεις της δημοκρατίας στο όνομα της λεβεντιάς, της μαγκιάς, του ανδρισμού, τέτοιων γοητευτικών εννοιών. Υπάρχει διάχυτη νοσταλγία των καπετανάτων, ως σύστημα πιο απλό και κατανοητό, πιο άμεσο. Είναι τοπίο της κρίσης η νοσταλγία αυτή και τα τέρατα που γέννησε.

Οι θαυμαστές μεγάλων ηγετών, αυτοί που τους θεωρούν πιο σημαντικούς από την εκπαίδευση των πολιτών στα δημοκρατικά δικαιώματα και υποχρεώσεις, φαντάζονται ότι θα ήταν πιο απλά τα αυταρχικά καθεστώτα από την κουραστική δημοκρατία που όλα τα ψειρίζει και πλέκει σαν δαντέλα τους θεσμούς της. Οταν όμως ήμουν έφηβη, τον καιρό εκείνο, μας τρομοκρατούσαν για την απειρία μας στον χειρισμό των καπεταναίων. Ο κόσμος ήταν περίπλοκος, ακριβώς επειδή δεν αναγνώριζε τους νόμους της συνύπαρξης, δεν δεχόταν κοινούς κανόνες δημοκρατικού σεβασμού, έκρυβε αυταρχισμό πίσω από δήθεν διαχείριση συμβόλων. Περνούσαμε χούντα και μαθαίναμε να φυλάμε τα ρούχα μας και τη γνώμη μας.

Οι νέοι σήμερα δεν ψαρώνουν έτσι. Πιστεύω ότι όση γοητεία κι αν ασκεί η ιδέα των καπετανάτων -σε κείνους που είναι σίγουροι ότι θα ήταν καπετάνιοι κυρίως- οι νέοι προτιμούν τους ξεκάθαρους κανόνες. Αν έχω δίκιο, αν είναι έτσι τα πράγματα, σημαίνει ότι είναι πολύ πιο ώριμοι από τους μεγάλους, που κανονικά θα έπρεπε να έχουν ξεπεράσει την ανάγκη για παραβιάσεις των κανόνων ως ψυχραιμότεροι και πιο έμπειροι. Νομίζω ότι οι νέοι σήμερα, ακόμα και με ελλείψεις στην πολιτική αγωγή, διαθέτουν το κεκτημένο του δημοκρατικού νοήματος μέσα τους, επειδή έζησαν από παιδιά σε μη απειλούμενη δημοκρατία.

Μπορεί να κάνω λάθος βέβαια, μπορεί η δημοκρατία τόσο να απαξιώθηκε που η επιστροφή στα πεφιλημένα καπετανάτα να είναι θέμα χρόνου. Θα δείξει.

Κυριακή 11 Μαΐου 2014

Ωραίες πόρτες

Δεν πρόσεξα ποτέ τις παλιές πόρτες των πολυκατοικιών όσο τώρα. Δηλαδή για την ακρίβεια δεν είμαι εγώ που τις προσέχω, αλλά οι φωτογράφοι. Είναι που οι εικόνες μετράνε τη δύναμη τους πλέον σε μεγάλο κοινό μεσω Ιντερνετ και χτίζουν θέματα, πρόσωπα, ζώα και πράγματα ομαδοποιούνται και κατευθύνουν το βλέμμα μας εκεί που πάντα κοίταζε αλλά δεν έβλεπε, δεν παρατηρούσε. Μαθαίνουμε να προσέχουμε τις λεπτομέρειες του περιβάλλοντος, κατηγορώντας και λίγο το αδιάφορο βλέμμα που μέχρι τώρα προσπερνούσε.
Παράδειγμα λοιπόν οι περίτεχνες πόρτες στις παλιές πολυκατοικίες. Αρ νουβώ, κι Αρ ντεκό, και σφυρήλατα σίδερα, και μπρούντζα και μάρμαρα και κολώνες, επιστύλια, καθρέφτες, πράματα και θάματα. Γύρω, πάνω, στους τοίχους ή στα τζάμια μπορεί να διακρίνεις βέβαια και την παρακμή των συνοικιών που ξεκίνησαν με υψηλές φιλοδοξίες, τις ακαλαίσθητες επιγραφές, τη σκόνη και τα γκράφιτι, την απαξίωση και την εγκατάλειψη. Ακόμα κι έτσι το παλιό υλικό, το παλιό ξόδεμα και το σχέδιο του ξεχωρίζει.
Γιατί δεν πρόσεξα ποτέ αυτή την πόρτα τόσο κοντά στις καθημερινές μου διαδρομές, αναρωτιέμαι για παράδειγμα, καθώς τη βλέπω τώρα φωτογραφία σε άλμπουμ και παραδέχομαι πόσο ωραία είναι. Μα γιατί, αν κοιτάξει κάποιος και το πεζοδρόμιο που περνά μπροστά της θα το καταλάβει, δεν υπήρχε δυνατότητα να στρίψω το κεφάλι. Είναι ένα μέτρο πλάτος, ίσως και ογδόντα πόντους, κι όταν περπατάς πρέπει να συγκεντρώνεσαι στα βήματα σου, μη σου ξεφύγει κανένα και βρεθείς κάτω από τις ρόδες του τρόλεϊ που ανεβαίνει το δρόμο, ή σου πάρει κανα χέρι ο βιαστικός μηχανόβιος.

Είχαν όντως οι κατασκευαστές υψηλή αισθητική, ή έστω μεγάλα σχέδια για επιβλητική όψη, έδωσαν λεφτά, έφτιαξαν κάτι όμορφο, αλλά τι να το κάνεις όταν δεν μπορείς να σταθείς ένα δευτερόλεπτο μπροστά του να το κοιτάξεις και να το χαρείς; Για ποιον ήταν, αφού ο περαστικός δεν έπρεπε να χρησιμοποιεί τα πόδια του εκεί πέρα, δεν είχε χώρο να σταθεί- κι ακόμα δεν έχει;
Υπάρχουν στην πόλη αυτή ένα σωρό λεπτομέρειες ομορφιάς που τις προσπερνάμε χωρίς να τις προσέχουμε. Είναι σπουδαία η δουλειά των φωτογράφων, όμως πώς θα μπορούσαν τα μοντέλα τους, οι ίδιες αυτές οι γωνιές, οι λεπτομέρειες, να μπουν στον καθημερινό ορίζοντα των βλεμμάτων μας; Πώς θα μπορούσαμε να σηκώσουμε τα μάτια και να κοιτάξουμε δίπλα, πάνω, παραπέρα, όταν δεν υπάρχει πρόβλεψη για κάτι τέτοιο; Δεν έχει χώρο να σταθώ, σοκκάκι να περάσω.
Ένα είδος τρομακτικής σεμνοτυφίας υποβόσκει στην έλλειψη του δημόσιου χώρου. Δεν είναι εδώ για χάζεμα και παρατήρηση, άντε προχώρα γρήγορα να πας στο σπίτι, στη δουλειά σου, φωνάζουν τα στενότατα πεζοδρόμια. Η έλλειψη χώρου απαγορεύει και το χρόνο που θα μπορούσες να διαθέσεις να κοιτάς ωραίες λεπτομέρειες, να απολαμβάνεις αυτά που δημιουργήθηκαν για απόλαυση. Κι ύστερα μου λέτε για πουριτανούς βορειοευρωπαίους!
Κι έτσι η μοίρα των ωραιότατων κατασκευών σε οικόπεδα που δεν άφησαν γύρω τους περιθώρια να περνά ο άσχετος, ο γείτονας, ο τουρίστας, να κυκλοφορεί ο πολίτης σαν άνθρωπος, να χρησιμοποιεί τα μάτια του, ήταν προδιαγεγραμμένη. Κάποια στιγμή θα γίνονταν ασφυκτικά, θα εγκαταλείπονταν, θα ερχόταν η παρακμή. Υπήρχε από την αρχή μεγάλη αντίφαση ανάμεσα στο ιδιωτικό καμάρι και στο δημόσιο δικαίωμα. Κι ακόμα δεν την έχουμε καταλάβει, και δεν την παραδεχόμαστε.

Δευτέρα 5 Μαΐου 2014

Επιστροφή

Πωλητές λουκουμιών στη λάντζα για τη Σύρο
Επιστρέψαμε απο το νησί με ένα γεμάτο πλοίο, άνετα όμως. Κάθε τραπέζι ήταν πιασμένο, αλλά καρέκλες ευτυχώς περίσσευαν. Έκανα βόλτα, το πλοίο δεν κουνούσε, μεγάλο, πολυτελές. Πολλές φορές έχω ταξιδέψει τα τελευταία χρόνια έτσι, κι ακόμα με ξαφνιάζει η πολυτέλεια. Δεν μπορώ να ξεχάσω τα βρωμερά καταστρώματα της νιότης μου, εκείνα τα εσωτερικά που μύριζαν εμετίλα, τα λίγα και ξεκοιλιασμένα καθίσματα, τις απερίγραπτες μεταλλικές επιφάνειες. Ωστόσο αγαπούσαμε εκείνα τα άθλια πλοία, και θυμάμαι τα ταξίδια στα νησιά σαν τις ωραιότερες εμπειρίες. Είχα έναν υπνόσακκο αγορασμένο στο Μοναστηράκι, μεταχειρισμένο, τον έστρωνα σε μια ακρούλα κι έπεφτα σε ύπνο πανικού, για να γλιτώσω τη ναυτία. Μόλις νότιζε η αλμύρα το χακί του ύφασμα μύριζε κατραμίλα, αλλά εγώ εκεί, ακίνητη. Καμιά φορά άνοιγα μια χαραμάδα να πάρω αέρα, να δω λίγο ουρανό, λίγη θάλασσα, ν' ακούσω τις κιθάρες των τυχερών που δεν ζαλίζονταν. Δεν έτρωγα, δεν έπινα, δεν σάλευα, μέχρι να ακινητοποιηθεί το πλοίο δίπλα στην προβλήτα. Καμιά φορά όμως δεν υπήρχε προβλήτα, κι έπρεπε να τα μαζέψω πριν σταματήσει το κούνημα, να μπούμε στις λάντζες. Πόσο ρεζίλι, να σε περιλαμβάνουν οι θαλασσόλυκοι πελιδνή και τρεκλίζουσα και να σου μιλούν αγγλικά επιπλέον.
Χειρότερα ήταν τα καΐκια, ο εφιάλτης μου όταν ήθελαν οι άλλοι να πάνε βόλτα. Κι όμως γύρισα τη Σκύρο με καΐκι κάποτε, κι έπεσα σε θαλασσοταραχή, βγήκαμε αναγκαστικά σε ξέρα και μας φιλοξένησε ο φαροφύλακας. Ευτυχώς υπήρχαν τότε φάροι. Άλλη λυπητερή ιστορία, η τύχη των φάρων.
Και τώρα άρχισα να φωτογραφίζω καΐκια, δεύτερη αποστολή διάσωσης εικόνων που βάζω στον εαυτό μου. Μετά τα σπίτια που γκρεμίζονταν, τώρα τα καΐκια που καταστρέφονται, ως όρος για άδεια νέων αλιευτικών. Ευρωπαϊκή οδηγία. Και δεν βρέθηκε μια ελληνική ευρωβουλευτική ιδέα να τα σώσει. Τι διάολο κάνουν οι έλληνες ευρωβουλευτές;
Δεν το πιστευα, εν ολίγοις, ότι μπορούσα, όχι μόνο να περπατώ στο καράβι, αλλά και να τρώω, να πίνω, ακόμα και να διαβάζω. Άλλαξαν οι θάλασσες, άλλαξα κι εγώ. Να μην υπήρχε και η υποχρεωτική τηλεόραση θα ήταν τέλεια. Όμως δεν μπορεί να τα έχει όλα κανείς.
Στη Σύρο μπήκε ένας πωλητής λουκουμιών με άσπρο σακκάκι κι άσπρη επένδυση σ' ολόκληρο το καλάθι του και διαλαλούσε την πραμάτεια του. Ακριβώς όπως έμπαιναν και σε κείνα τα αξέχαστα σαπιοκάραβα οι πωλητές λουκουμιών, πάντα με τη λευκή στολή, άψογοι επαγγελματίες.. Κυκλοφορούν στα γυαλιστερά σαλόνια όπως άλλοτε δρασκελούσαν τους ξύλινους πάγκους, με την ίδια πεποίθηση ότι οι κουρασμένοι ταξιδιώτες χρειάζονται μερικά κουτιά λουκούμια και ατομικές χαλβαδόπιττες για να εξαντλήσουν τις δυνατότητες των διακοπών τους. Να γυρίσουν σπίτι τους και να είναι σίγουροι ότι έκαναν τα πάντα, δεν παρέλειψαν τίποτε. Ή ακόμα κι αν δεν πέρασαν τις διακοπές τόσο καλά όσο ήθελαν, τουλάχιστον επέστρεψαν μ' ένα κουτί λουκούμια.
Μαζί τους εισβάλει στο άνετο φωταγωγημένο παρόν το παρελθόν της ταλαιπωρίας. Κι είναι πιο γλυκό κι απο λουκούμι, πιο λιγωτικό από χαλβαδόπιττα. Ανεξήγητο φαινόμενο.

Δευτέρα 28 Απριλίου 2014

Ας μιλήσουμε λοιπόν για μειονότητες


2011 μαθητές της Σμίνθης, νικητές πανελλήνιου διαγωνισμού
Θα μπορούσε να βγει και κάτι καλό απ' αυτή την ιστορία με την Σεντιχά Σουλεϊμάν. Αφού ξεκίνησε η συζήτηση περί μειονοτήτων θα μπορούσε να συνεχιστεί, να προχωρήσει και να τις αναφέρει όλες, να απαριθμήσει τα προβλήματά τους.
Πολλοί όμως φωνάζουν ακριβώς το αντίθετο, να σταματήσει αμέσως, διότι είναι επικίνδυνη. Αν βλέπεις τις μειονότητες σαν εσωτερικό εχθρό, βεβαίως, κάθε αναφορά στην ύπαρξή τους είναι επικίνδυνη, κι η ίδια τους η ύπαρξη ακόμα πιο επικίνδυνη. Αν θεωρείς ότι είναι εν δυνάμει Σουδήτες που θα δώσουν κάποια στιγμή την αφορμή στην εχθρική χώρα που τους διεκδικεί να εισβάλει στο έδαφός σου, βεβαίως, τους κάνεις τη ζωή μαύρη, μέχρι να φύγουν, ή να μείνουν και να γίνουν στ' αλήθεια εχθρός, έστω κι αν δεν είναι εποχή τέτοιων εισβολών. (Αν και δεν ξέρουμε ποτέ τι εποχή είναι, όπως αποδεικνύει ο Πούτιν). Κάθε καταπιεσμένος άνθρωπος μπορεί να γίνει εχθρός ενός αυταρχικού καθεστώτος.
Αν δεν μιλήσουμε τώρα για όλ' αυτά, που είναι ευρωεκλογές, πότε θα μιλήσουμε; Η Ευρώπη αυτό κάνει, προσπαθεί να δημιουργήσει τις συνθήκες για κάθε εθνότητα, πλειονότητα και μειονότητα, να ζει αρμονικά στην επικράτειά της. Με ειρήνη, πρωτίστως, και με ίσα δικαιώματα. Λοιπόν η στιγμή είναι θαυμάσια να μιλήσουμε για τη μειονότητα Ρομά και για όλες τις άλλες. Πομακική, τουρκική, μακεδονική, βλαχική, κλπ.
Ουπς, έγραψα ήδη δυο απαγορευμένες λέξεις. Τουρκική και μακεδονική μειονότητα! Ορίστε, πώς να μιλήσεις για κάτι που δεν επιτρέπεται καν να το αναφέρεις με τις λέξεις που αυτοπροσδιορίζεται; Διότι ναι μεν το ελληνικό κράτος διδάσκει τούρκικα στα σχολεία ολόκληρης της μουσουλμανικής μειονότητας (με δική του απόφαση όμως, όχι με πιέσεις του τουρκικού προξενείου, όπως δημιουργήθηκε η εντύπωση) αλλά δεν επιτρέπει να λέγονται τούρκοι οι μαθητές. Είναι αυτή η παράξενη κατάσταση που δεν κάνει να θίξουμε διότι ο εχθρός καραδοκεί. Δεν μιλάμε γι αυτά, αισθανόμαστε απειλούμενοι, αγοράζουμε όπλα, ύστερα καταρρέουμε οικονομικά, και μόλις πιάσουμε δυο φράγκα ξαναγοράζουμε όπλα. Έτσι τα βρήκαμε, έτσι θα τ' αφήσουμε. Τα παιδιά μαθαίνουν τούρκικα λοιπόν στο σχολείο, και βεβαίως ελληνικά, και με λίγο ταλέντο και πολλή μελέτη μπορεί να βγουν πολύγλωσσα στο τέλος της εκπαίδευσής τους. Ειδικά αφότου με το “πρόγραμμα εκπαίδευσης μουσουλμανοπαίδων” γίνεται σοβαρή προσπάθεια να μάθουν ελληνικά. Διότι την εποχής της μπάρας (ας την ονομάσουμε έτσι χάριν συντομίας, υπήρχαν ένα σωρό ακόμα θεσπισμένες διακρίσεις μέχρι την τολμηρή αλλαγή πολιτικής που έκανε ο Γιώργος Παπανδρέου επί κυβέρνησης Σημίτη, και δεν ξέρω αν έχουν όλες καταργηθεί) ο στόχος ήταν να μη μαθαίνουν τίποτε. Έχω συναντήσει φοιτητές με εξαιρετικές ικανότητες που μπόρεσαν να μορφωθούν και να γίνουν πολύγλωσσοι χάρις σ' αυτή τη συγκυρία. Είναι πραγματικά ενδιαφέρουσα κατάσταση. Άλλοι όμως δυσκολεύονται πολύ, και θα ήταν δίκαιο κι ακόμα πιο ενδιαφέρον να διδάσκονται στο σχολείο εκτός από ελληνικά τη μητρική τους γλώσσα ο καθένας. Όχι μόνο τούρκικα και όχι μόνο εκεί πάνω, επειδή έτσι λέει η συνθήκη της Λωζάννης. Πομακική, ρομά, σλαβομακεδονική, βλάχικη. αλβανική, όποια είναι αυτή. Κάτι είχε προσπαθήσει να κάνει στο σχολείο της, στην Αθήνα, η Στέλλα Πρωτονοταρίου, όχι με μειονότητα, με τα παιδιά των μεταναστών, να τους διδάσκει τις μητρικές τους γλώσσες, και παύθηκε, κατηγορήθηκε, πέρασε από δίκη, και γενικά υπέφερε αρκετά για να μάθει να κάνει την προοδευτική σε χώρα που σέβεται τις παραδόσεις. Του αυταρχισμού κυρίως.

Έχουμε ευρωεκλογές, είναι καλή στιγμή να θυμηθούμε ότι είμαστε ευρωπαίοι, που σημαίνει ότι ζούμε ειρηνικά με όλες τις ποικίλες μας ταυτότητες, ότι προσπαθούμε να βρούμε πώς γίνεται κάτι τέτοιο. Με φοβέρες δεν γίνεται. Με ραμμένο στόμα δεν γίνεται. Με απαγορευμένες λέξεις δεν γίνεται. Αν βλέπεις τη μειονότητα σαν εσωτερικό εχθρό, κι αναδεικνύεις καταπιεστικά της χαρακτηριστικά πριν παραδεχτείς την καταπίεση που της ασκείς ως κράτος, πάλι δεν γίνεται. Δεν έχει καν νόημα.
Αντί για τη συνθήκη της Λωζάννης, θα έλεγα να κοιτάζαμε την ίδια τη Λωζάννη. Την Ελβετία γενικότερα. Στη χώρα με τις τέσσερις επίσημες γλώσσες δεν μιλάνε καν για πλειονότητες και μειονότητες, κι ας υπάρχουν περισσότεροι γερμανόφωνοι και πολύ λίγοι ρωμανόφωνοι. Η Ευρώπη έχει πρότυπα. Εμείς πάλι, αν θέλουμε, μπορούμε να συνεχίσουμε να βλέπουμε τον εαυτό μας ως ευαίσθητο, ευερέθιστο, επικίνδυνο και απειλούμενο ταυτόχρονα, Βαλκάνιο. Είναι θέμα απόφασης, πολιτικής βεβαίως.

Παρασκευή 25 Απριλίου 2014

Grandola Villa Morena

Θυμάμαι σαν τώρα το πρωινό που είδα στα περίπτερα την είδηση για την πτώση της δικτατορίας στην Πορτογαλία. Είχε πάρει νόημα η άνοιξη, απομακρύνθηκα πετώντας με ανάμικτη χαρά, ζήλεια και αισιοδοξία. Θα ερχόταν και στην Ελλάδα, δεν μπορεί, θα έπεφτε κι εδώ η χούντα. Αλλά αν εδώ μας ξεχνούσε ο άνεμος της αλλαγής; ρωτούσε ο φόβος μέσα μου. Όχι, όχι, δεν μπορεί! Ένιωθα απολύτως βέβαια για το ανήκειν μας στην Ευρώπη, έστω κι αν εδώ είχαμε δικτατορία κι εκεί την πιο ξέφρενη ελευθερία της Ιστορίας, στις ευρωπαϊκές χώρες εννοώ.
Στο Παρίσι λίγα χρόνια αργότερα, όταν παρακολουθούσα τη Σχολή Δημοσιογραφίας αγαπηθήκαμε πολύ με τους Πορτογάλους. Ήταν δυο επαγγελματίες, κοντά στα τριάντα και ήδη γονείς, μικρόσωμοι, κεφάτοι, δημοφιλέστατοι, η ψυχή της πολυεθνικής μας παρέας. Μια μέρα που επισκεπτόμασταν με πούλμαν τα νεκροταφεία του Α Παγκοσμίου Πολέμου, τους άκουσα να τραγουδάν το Grandola Villa Morena. Πείτε το πάλι, παρακάλεσα, ήταν τόσο ωραίο. Τι είναι; Μου εξήγησαν ότι ήταν το τραγούδι της "επανάστασης των γαρυφάλλων". Το ξαναείπαν γελώντας. Τους έβαλα να μου γράψουν τα λόγια. Έμαθα να το τραγουδώ μαζί τους.

Σήμερα μου θύμισαν στο διαδίκτυο ότι συμπληρώνονται σαράντα χρόνια από την επανάσταση των γαρυφάλλων. Και πόσα χρόνια πάνε από κείνη την εκδρομή; Κι από τότε που είδα τους αγαπημένους μου Πορτογάλους; κάμποσα. Στέλνουμε ευχές κάθε Χριστούγεννα, ακόμα.
 Το τραγούδι το ξέρω πάντα. Το τραγουδούσα στα παιδιά μου όταν ήταν μικρά, και σ' όποιον ήθελε να το ακούσει. Δεν λέω σωστά όλους τους στίχους βέβαια, αλλά ίσως τώρα με το Γιουτιουμπ ήρθε η
στιγμή να τους μάθω τέλεια.

Χρήστες του λαού

Αγιο είναι το φως στο ξημέρωμα
Ταξίδευα σε θέση πούλμαν με καράβι, ακίνητη σαν τιμωρημένη κάτω από μια τηλεόραση, όπου αγανακτισμένοι δημοσιογράφοι κατακεραύνωναν τον Νίκο Δήμου για το άρθρο του περί θείου φωτός. Μιλούσαν εξ ονόματος του λαού, που είχε θιχτεί, πληγωθεί, προσβληθεί χρονιάρα μέρα, και δεν σηκώναν μύγα στο σπαθί τους. Ο κατηγορούμενος δεν εκλήθη να απολογηθεί, γιατί αυτές οι δίκες λανσάρουν δικές τους διαδικασίες. Ο λαός από κάτω, εμείς οι ταξιδιώτες δηλαδή, μιλιά δεν έβγαζε. Κάποια στιγμή κοιτάχτηκε, νομίζω, μεταξύ του. Ο λαός εννοώ. Το πολυκέφαλο τέρας. Το κεφάλι της διπλανής μου γύρισε και με κοίταξε με μισόκλειστα μάτια, σαν να ρωτούσε τι γνώμη είχα. Ή μήπως ήταν για να ελέγξει αν ήμουν όσο έπρεπε θιγμένη, πληγωμένη, αγανακτισμένη κι έτοιμη να σηκώσω πέτρα; Δεν θα μάθω ποτέ γιατί δεν έβγαλε άχνα, κι ούτε κι εγώ έβγαλα. Δεν ρισκάρισε καμιά μας να εκτεθεί στον αόρατο έλεγχο πίστης, αγανάκτησης κ.λπ. κ.λπ. στον οποίο μας υπέβαλε η εικόνα εκ του μεγίστου ύψους της. Κρατήσαμε κι οι δυο μας πισινή, επιτρέποντας στην υπενθύμιση του φόβου να γλιστρήσει ύπουλα μέσα μας. Καλύτερα να μη μιλάς σε τέτοιες εποχές, όχι δηλαδή κι ότι υπήρχαν καλύτερες για να μιλάει κανείς. Αλλά ετούτες εδώ, για να αγανακτεί έτσι η κομμένη κεφαλή της τηλεόρασης, πρέπει να είναι απολύτως ακατάλληλες. Φυσικά υπάρχει ελευθερία λόγου, αλλά φύλαγε τα ρούχα σου να “χεις τα μισά. Κι αν μεθαύριο συμβεί κάποια στραβή, ο μη γένοιτο, και ομάδες νεαρών θελήσουν κάπου να ξεσπάσουν; Μάθε το πιστεύω σου καλά από στήθους, κι αν ξεχάσεις λεπτομέρειες, εκεί είναι οι αρχιερείς των «ειδήσεων» να σου κάνουν επανάληψη.

Αχ, ο λαός τι ωραίο και εύπλαστο υλικό, αφελές, αθώο, ελαφρώς αγράμματο, χρήζον προστασίας για να μπορεί να απεκδύεται προσωπικότητας και ευθυνών. Αν δεν συμφωνείς με την εικόνα του λαού που σου σερβίρουν, να το κοιτάξεις, το καλό που σου θέλω. Αν πηγαίνεις σχολείο, ή σε χώρους μαζικούς, το κεφάλι κάτω και το στόμα ραμμένο. Μη σε πάρουν είδηση ότι δεν ανήκεις στο αγνό και τόσο εύκολα θιγόμενο αυτό είδος που λέγεται λαός. Δεν θα περάσεις καλά, αυτό σ” το εγγυώνται οι θεοί της οθόνης. Θυμήσου τη μαμά, θυμήσου τη γιαγιά, τι έλεγαν; Κράτα το στόμα σου κλειστό, παιδί μου, για καλό και για κακό. Μην εκδηλώνεσαι. Εκπαιδευμένες εκείνες στο ανήκειν στο μέγα τέρας. Είχαν δει τα ματάκια τους τιμωρίες των παραστρατημένων που δεν ήσαν αρκετά λαϊκοί άνθρωποι. Θυμάται τον φόβο τους η κομμένη κεφαλή και σ” τον θυμίζει. Μπες στο σώμα του τέρατος, του μυστηριώδους και απειλητικού λαού κι εσύ, που μπορεί να κυβερνηθεί με τελετές και ευλάβεια, και προσκυνά τις τιμές αρχηγού κράτους. Κομμένο και ραμμένο το μοντέλο στο πατρόν του ψυχαναγκασμού. Η συνταγή είναι βυζαντινή, είναι αυτοκρατορική, κι άμα δεν σου αρέσει, μήπως έχεις ίχνη προτεσταντικών αποκλίσεων στην ψυχή σου; Τίποτε χειρότερο για μια ταξιδιώτισσα του Αιγαίου.

Και να πηγαίνω για γιορτές του Επιταφίου και της Ανάστασης, για ευλάβεια και κατάνυξη. Πάει, τα πήραν όλα οι γοργόνες.

Παρασκευή 11 Απριλίου 2014

Καντάτα ανάμεσα σε δυο πολέμους


Φέτος συμπληρώνονται εκατό χρόνια από τον Πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, την αρχή του πολέμου, εκείνη την τόσο επιπόλαια αρχή. Με πόση ελαφρότητα μπλέχτηκαν τα κράτη, με πόση απερισκεψία έστειλαν οι κυβερνήσεις χιλιάδες ανθρώπους να περάσουν στα χαρακώματα χρόνια και χρόνια φρίκης, να σκοτωθούν μαζικά, ποτέ δεν θα το κατανοήσουμε πλήρως. Όμως το προσπαθούμε, κι αυτό έχει σημασία έναν αιώνα αργότερα. Ο πόλεμος εκείνος ήταν σφαγείο για τα νιάτα της Ευρώπης. Αλλά ήταν και ο πρώτος ίσως πόλεμος που ξεσήκωσε τις συνειδήσεις σε τέτοιο βαθμό, που οι πολίτες τον βίωσαν ως το απόλυτο κακό, που οδήγησε τους ανθρώπους να αποφασίσουν ότι δεν θέλουν να πολεμούν. Αυτούς που είχαν εμπλακεί τουλάχιστον.
Μετά από τον πόλεμο αυτό, μετά απο εκατομμύρια νεκρούς, μετά από κινήματα ειρήνης, έργα τέχνης, καταγγελίες, απώλειες απερίγραπτες, οι εμπόλεμοι έγιναν πολίτες, οι επιζήσαντες έγιναν πολίτες, και η βούληση που επικράτησε ήταν να μην ξαναγίνει πόλεμος.
Αν το καλοσκεφτούμε, δηλαδή ανατρέξουμε στους περασμένους πολέμους, ίσως να μην ήταν και ο πιο πολύνεκρος. Η Ευρώπη έχει ποτιστεί αίμα επί αιώνες. Όμως έγινε σε μια στιγμή που οι κάτοικοι της ηπείρου αποκτούσαν πολιτική δύναμη. Κάποτε δεν μπορούσαν ν' αντιδράσουν, τους έστελνε στον πόλεμο ο βασιλιάς, ο πάπας, ο φεουδάρχης, δεν υπήρχε δυνατότητα αμφισβήτησης. Αυτή είναι η διαφορά του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου από τους προηγούμενους.
Στο σχολείο στην Ελλάδα μαθαίνουμε τον Πρώτο παγκόσμιο πόλεμο υπό το πρίσμα των ελληνικών συμφερόντων. Οι Έλληνες πολεμούσαν και πριν, για να μεγαλώσουν την επικράτεια της χώρας στους Βαλκανικούς, κι όταν ξεκίνησε ο Α' παγκόσμιος το θέμα ήταν τι συνέφερε τη χώρα. Πάνω εκεί συγκρούστηκε ο Βενιζέλος με τον Κωνσταντίνο και ξεκίνησε ο διχασμός. Άλλο θέμα είχε δηλαδή η Ελλάδα. Βρέθηκε στο πλευρό των νικητών, είχε κέρδη, και ζημίες μετά λόγω της Μικρασιατικής εκστρατείας που οδήγησε στην Καταστροφή. Η εικόνα που έχουμε είναι ότι οι Έλληνες δεν είχαν ακριβώς μπουχτίσει και σιχαθεί τον πόλεμο, δεν είχαν πάρει την απόφαση να μην ξαναπολεμήσουν. Δεν μετέχουμε στην ευρωπαϊκή συνείδηση με τα βιβλία της Ιστορίας.
Με τον τρόπο αυτό δεν καταλαβαίνουμε γιατί οι Γάλλοι, ας πούμε, έλεγαν Pourquoi? όταν ο πόλεμος τους ξαναχτύπησε την πόρτα, γιατί οι Γερμανοί του Χίτλερ μπόρεσαν να προχωρήσουν τόσο γρήγορα εισβάλλοντας σε κάθε κατεύθυνση, γιατί άργησαν τόσο πολύ οι άλλοι ν'αντιδράσουν. Ερμηνεύουμε ότι οι Γάλλοι και οι άλλοι ήταν δειλοί, λαπάδες, κλπ, ξεχνώντας την ιστορική συνέχεια, την απόφαση να μην πολεμήσουν ξανά, αυτή που οδήγησε ουσιαστικά στην Ευρωπαϊκή Ένωση μετά από τις νέες περιπέτειες.
Μαθαίνοντας τον Α' πόλεμο με αυτή την οπτική δεν τον καταλαβαίνουμε και δεν καταλαβαίνουμε την Ευρώπη, την ιστορική συνείδηση των Ευρωπαίων.
Τα σκέφτομαι συνέχεια όλ' αυτά τους τελευταίους μήνες, καθώς μαθαίνουμε στη χορωδία Αthens Singers την καντάτα του άγγλου συνθέτη RalphVaughn Williams, “Dona nobis pacem”. Φράσεις ικεσίας για ειρήνη από το Ευαγγέλιο, πασίγνωστες φράσεις, “ Δος ημίν ειρήνη, και Δόξα εν υψίστοις θεώ και επι γης ειρήνη εν ανθρώποις ευδοκία”, λατινικά στο πρώτο μέρος και αγγλικά στο τελευταίο, πλαισιώνουν τρία ποιήματα του Ουώλτ Ουίτμαν με αναφορές στον πόλεμο. Για μένα ήταν μια εξαιρετική μαθητεία όλο αυτό, και στη μουσική, και στο νόημα της επετείου του Α' πολέμου. Θυμόμουν, μαθαίνοντας τις νότες και τους στίχους, πόσα κείμενα έχω διαβάσει για τον πόλεμο αυτό χωρίς όμως να τα εντάσσω κάπου, συνειδητοποιούσα πόσο βαθιά είναι χαραγμένος στην ευρωπαϊκή ταυτότητα.
Και στην Ελλάδα; δεν μάτωνε, δεν υπέφερε ο κόσμος εδώ; Οι κραυγές του διχασμού και ο θρήνος της Καταστροφής θολώνουν τη γνώση μας. Δεν ξέρουμε λεπτομέρειες.
Απόψε, Παρασκευή 11 Απριλίου το αποτέλεσμα των προσπαθειών της χορωδίας θα ακουστεί στο Μέγαρο Μουσικής, με διεύθυνση του Ρότζερ Τάιλι και σολίστ την σοπράνο Χέδερ Χέλιγκερ και τον βαρύτονο Βαγγέλη Μανιάτη. Στο πιάνο θα είναι ο Δημήτρης Βεζύρογλου. Θα ακουστούν και άλλα έργα του συνθέτη πριν την Καντάτα αυτή, που απορεί κανείς, καθώς η μουσική τον παρασέρνει στο μεγαλείο της ικεσίας, της επιθυμίας για ειρήνη, πώς είναι δυνατόν να γράφτηκε ανάμεσα στους δυο μεγάλους πολέμους, πώς είναι δυνατόν να έγινε ξανά πόλεμος μετά.
Αλλά έτσι έχουν τα πράγματα. Η τέχνη δεν σώζει. Παρηγορεί και βοηθά την κατανόηση μόνο, του εαυτού μας και των άλλων.
http://www.protagon.gr/?i=protagon.el.mousiki&id=33166
 

Πέμπτη 10 Απριλίου 2014

Αξιον εστί

Άξιον εστί το κορίτσι που ξεκινα
βαμμένο και καλοντυμένο να δουλέψει στην καφετέρια
το αγόρι που αμύνεται με τ' ακουστικά στ' αυτιά
η γυναίκα που βγαίνει στις κεντρικές αγορές και χαζεύει τα φτηνά ρούχα στη Ζάρα και το ΗΜ
ο άντρας που περνά βιαστικά χωρίς να ξέρει γιατί ακριβώς το καθήκον τον χτυπάει στο κεφάλι
αλλά και πάντα γυρίζει το κεφάλι να χαζέψει λίγο μια ωραία
κι αναζητά στο μυαλό του λέξεις ταπεινωτικές να μειώσει την επιθυμία
Ο λαχειοπώλης που επιμένει
Οι εργάτες που ξαναφτιάχνουν τα σπασμένα τζάμια
Τα μαγαζιά με τις τυρόπιτες που ξανανοίγουν
Οι μετανάστριες που ανεβαίνουν τα σπασμένα σκαλιά της καθολικής μητρόπολης
Οι κουρασμένοι επιβάτες που περιμένουν το τρόλει
Άξιον εστί η ζωή στο κέντρο
Κάθε ειρηνική στιγμή εκτεθειμένη στην προσδοκία
Κάθε βλέμμα, κάθε βήμα, κάθε συναλλαγή
η παρηγοριά του ανοιχτού δρόμου
η κάθε στολισμένη βιτρίνα
η μοναξιά μέσα στο πλήθος, η ανεμελιά, η βιασύνη, το χάζι,
τα καινούργια παπούτσια
Νυν και αεί

Τετάρτη 9 Απριλίου 2014

Kάποιος με φώναξε Ελένη

Δεν είμαι αυτή
-Ελένη! Ακούω μια φωνή καθώς περπατώ προς το σπίτι φορτωμένη σακούλες του σούπερ μάρκετ. Συνεχίζω το δρόμο μου, δεν γυρίζω το κεφάλι, διότι δεν με λένε Ελένη. Όμως η φωνή απευθύνεται σε μένα, είναι σαφές. Δεν υπάρχει άλλη καμία στο πεζοδρόμιο, και στο δρόμο ένα και μοναδικό αυτοκίνητο με ακολουθεί με την άνεση του. Ένας άντρας με πυκνά μαλλιά έχει βγάλει το κεφάλι από το παράθυρο και με φωνάζει με τόσο ενθουσιασμό που μου κόβεται η φόρα.
-Δεν με γνωρίζεις, Ελένη; Δεν με θυμάσαι;
Έχει τέτοια θέρμη η φωνή του που τον κοιτάζω προσεχτικά, μήπως και τον θυμηθώ, κι ας μη με λένε Ελένη.
-Πέρασαν χρόνια βέβαια, προσθέτει με θλίψη περιμένοντας την αναγνώριση.
Κοντοστέκομαι. Φόρεσα τα καλά μου τακούνια στο σούπερ μάρκετ, να δω πώς τα πάω μαζί τους. Σίγουρα το περπάτημα μου δεν είναι αυτό που συνηθίζω. Δεν είμαι απολύτως ο εαυτός μου αυτή τη στιγμή. Φέρνω στην άγνωστη Ελένη. Θα είναι ψηλότερη από μένα, αυτό είναι βέβαιο.
Δυστυχώς όμως δεν είμαι η Ελένη. Κάτι ενδιάμεσο ίσως; Να το αναζητήσω μπαίνοντας στο αυτοκίνητο δίπλα σ' αυτόν τον άγνωστο, να τον αφήσω να με πάει κάπου αλλού, να παραστήσω πως είμαι η Ελένη; Έτσι μούρχεται για δευτερόλεπτα να το κάνω. Ν' αφήσω τις σακούλες στο πίσω κάθισμα, να ελευθερώσω τα χέρια μου, να αναπαύσω τα πόδια μου, να ξεχάσω το πρόγραμμα με τα καθήκοντα που με περιμένουν, και να γευτώ τον ενθουσιασμό για μια συνάντηση που δεν είναι πραγματική. Να παριστάνω την Ελένη μέχρι να βρεθούμε αλλού, μακριά, σε μια άλλη ζωή, άλλη πόλη, άλλη χώρα, όπου δεν χρειάζεται να καταλάβεις τι γίνεται γύρω σου, αφού θα είσαι απλώς η Ελένη. Μια Ελένη με ελαφρά αμνησία, πρόσχαρη, ευδιάθετη, που θα κουνάει το κεφάλι της ακούγοντας τις αναμνήσεις τις οποίες υποτίθεται ότι έχει μοιραστεί με τον οδηγό του αυτοκινήτου. Μια Ελένη από κάπου αλλού, ανάλαφρη, που δεν θα είχε τη βλακώδη ιδέα να δοκιμάσει τακούνια στα ρημαγμένο πεζοδρόμιο ανασαίνοντας το βαρύ αέρα της πόλης, θα τα φορούσε μόνο να βγαίνει έξω τα βράδια. Ανέμελη Ελένη τέλος πάντων, με καλύτερες επιλογές, σε ωραιότερη χώρα, η οποία μπορεί να την περιμένει στην άκρη της βόλτας, μπορεί να βρίσκεται εκεί που πάει το αυτοκίνητο. Για ένα δευτερόλεπτο αισθάνομαι έτοιμη και ώριμη, και απολύτως κατάλληλη να γίνω η Ελένη.
-Με ξέχασες τελείως Ελένη, λέει πικραμένα ο οδηγός του αυτοκινήτου, καθώς περιμένει να δει αν τον αναγνωρίζω. Αλλιώς τι τον κοιτάζω τόση ώρα προσεχτικά, προσπαθώντας να μου θυμήσει κάτι;
-Δεν είμαι η Ελένη, λέει με το στόμα μου μια ξερή τραχιά φωνή, που δεν είναι η δική μου. ΄Ισως να είναι της Ελένης. Αυτή θα είναι έτσι σκληρή και στριμένη, κι αποφάσισε να διαλύσει την εντύπωση του περαστικού.
-Α, συγγνώμη, λέει αποσβολωμένος, και μου ρίχνει μια τελευταία ματιά σα να μην το πιστεύει αυτό που του είπα. Πώς γίνεται να λέω ότι δεν είμαι η Ελένη; Τότε τι τον κοίταζα και τι προσπαθούσα να θυμηθώ;
Πατάει γκάζι μαλακά και προλαβαίνει το φανάρι. Συνεχίζω με τα πόδια. Ένα καροτσάκι να είχα πάρει μαζί μου για τα ψώνια, θα το έπαιρνα λιγότερο βαριά το όλο συμβάν.

Παρασκευή 4 Απριλίου 2014

'Ηθελα να γράψω για την άνοιξη

Ήθελα να γράψω για την άνοιξη σήμερα, καθότι δεν υπάρχει τίποτε πιο σημαντικό στο βάθος, και να ψάξω για το σκοπό αυτό ωραίες, ποιητικές φράσεις. Πλην όμως, έστω κι αν η άνοιξη επείγει, γιατί βιαστική χαμογελά κι ανθίζει και διαβαίνει, ενίοτε χρειάζεται να βάζουμε την ποίηση στην άκρη, όπως σας είχα ξαναπεί, γιατί σε μια κρίσιμη γωνιά της ύπαρξης μας οι λέξεις χάνουν το νόημα τους, κι απειλούνται στην ουσία τους. Πεζογραφία και πεζότητα, και κείμενα νομικά χρειάζονται, τα στοιχειώδη. Τα θεμέλια της συνεννόησης που μας επιτρέπουν να ζούμε σε πολυκατοικίες χωρίς να ορμάμε να ξεκοιλιάζουμε τον αντιπαθητικό γείτονα, έστω κι αν συχνά αισθανόμαστε την παρόρμηση.
Έχουμε στην Ελλάδα πόσους φοιτητές Νομικής κάθε χρόνο; Δεκάδες χιλιάδες, αφού στον καιρό μου ήμασταν 11.000 κι έχουν περάσει σαράντα χρόνια. Σκεφτείτε τους αποφοίτους μόνο, και μαζί τους καθηγητές, και τους μαθητές των σχολείων σε όλες τις βαθμίδες, την Πολιτική Αγωγή που διδάσκονται, συν την πολιτικοποίηση που κυριαρχεί στην ανήσυχη κι ωραία μας χώρα. Όλοι αυτοί θα έπρεπε να στριφογυρίζουμε στον ύπνο μας μετά την ανακοίνωση της αιτίας θανάτου ενός δολοφόνου στις φυλακές μας. Από ξυλοδαρμό, και βασανιστήρια, και ηλεκτροσόκ, στις φυλακές μέσα. Εκεί που το κράτος φυλάει, φυλακίζει, τιμωρεί και αναμορφώνει, διαλέχτε όποια έννοια θέλετε. Καμία δεν περιλαμβάνει την ποινή θανάτου. Την έχουμε καταργήσει, κι αυτό συνέβη με περίπλοκες και περισπούδαστες αποφάσεις, μετά από αιώνες που τα κράτη τη δοκίμαζαν και την ξαναδοκίμαζαν.
Αν για κάτι θα έπρεπε να πλημμυρίσουμε τους δρόμους σε πάνδημη διαμαρτυρία, είναι το γεγονός ότι συνέβη αυτός ο θάνατος έτσι όπως συνέβη. Γιατί η έννοια του νόμου, του κράτους, του κοινωνικού συμβολαίου, όλες αυτές οι έννοιες ποδοπατιούνται αν αδιαφορήσουμε. Θα έπρεπε να περνάνε τώρα ανάκριση όλοι οι υπάλληλοι των φυλακών. Ας έχουν όλα τα ελαφρυντικά του κόσμου, ας επικαλεστεί ο δικηγόρος τους βρασμό ψυχής, όποια δικαιολογία θέλει. Όμως να χρειαστούν δικηγόρο. Να περάσουν ανάκριση, δίκη, κάτι. Δεν γίνεται να το δεχόμαστε αυτό το πράγμα ως πολίτες χωρίς κιχ. Πληρώνουμε φόρους, συζητάμε, ψηφίζουμε, βγάζουμε νόμους, ζούμε με τους νόμους. Τι έννοια έχουν όλ' αυτά αν δεν ισχύει ο στοιχειώδης νόμος εκεί ακριβώς που τιμωρείται η παραβίαση του;
Δεν μπορούμε να δεχτούμε ως κοινωνία αυτή τη σιωπή. Αν δεχόμαστε να συμβιώνουμε με τους μισητούς γείτονες, είναι επειδή κάναμε αυτή τη ελάχιστη συμφωνία, να δεχόμαστε τους νόμους. Δεν είναι δυνατόν μέσα στη φυλακή, εκεί που έχει κράτος κι εξουσία το ίδιο το κράτος, να πεθαίνει από ξυλοδαρμό ένας κρατούμενος. Κατάπιαμε πολλά. Αν έχουν νόημα οι συμβιβασμοί με την ανάγκη για να υπάρξουμε και να συνυπάρξουμε, κάπου πρέπει να βρούμε το κατώφλι του ανεπίτρεπτου.

Queen on sea

 H ταινία «Βασίλισσα της θάλασσας» μου κόστισε μια ταραγμένη νύχτα. Δεν ήταν τόσο η άνοια της γριάς μητέρας που με σόκαρε, όσο η άγνοια της ...