Παρασκευή 11 Απριλίου 2014

Καντάτα ανάμεσα σε δυο πολέμους


Φέτος συμπληρώνονται εκατό χρόνια από τον Πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, την αρχή του πολέμου, εκείνη την τόσο επιπόλαια αρχή. Με πόση ελαφρότητα μπλέχτηκαν τα κράτη, με πόση απερισκεψία έστειλαν οι κυβερνήσεις χιλιάδες ανθρώπους να περάσουν στα χαρακώματα χρόνια και χρόνια φρίκης, να σκοτωθούν μαζικά, ποτέ δεν θα το κατανοήσουμε πλήρως. Όμως το προσπαθούμε, κι αυτό έχει σημασία έναν αιώνα αργότερα. Ο πόλεμος εκείνος ήταν σφαγείο για τα νιάτα της Ευρώπης. Αλλά ήταν και ο πρώτος ίσως πόλεμος που ξεσήκωσε τις συνειδήσεις σε τέτοιο βαθμό, που οι πολίτες τον βίωσαν ως το απόλυτο κακό, που οδήγησε τους ανθρώπους να αποφασίσουν ότι δεν θέλουν να πολεμούν. Αυτούς που είχαν εμπλακεί τουλάχιστον.
Μετά από τον πόλεμο αυτό, μετά απο εκατομμύρια νεκρούς, μετά από κινήματα ειρήνης, έργα τέχνης, καταγγελίες, απώλειες απερίγραπτες, οι εμπόλεμοι έγιναν πολίτες, οι επιζήσαντες έγιναν πολίτες, και η βούληση που επικράτησε ήταν να μην ξαναγίνει πόλεμος.
Αν το καλοσκεφτούμε, δηλαδή ανατρέξουμε στους περασμένους πολέμους, ίσως να μην ήταν και ο πιο πολύνεκρος. Η Ευρώπη έχει ποτιστεί αίμα επί αιώνες. Όμως έγινε σε μια στιγμή που οι κάτοικοι της ηπείρου αποκτούσαν πολιτική δύναμη. Κάποτε δεν μπορούσαν ν' αντιδράσουν, τους έστελνε στον πόλεμο ο βασιλιάς, ο πάπας, ο φεουδάρχης, δεν υπήρχε δυνατότητα αμφισβήτησης. Αυτή είναι η διαφορά του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου από τους προηγούμενους.
Στο σχολείο στην Ελλάδα μαθαίνουμε τον Πρώτο παγκόσμιο πόλεμο υπό το πρίσμα των ελληνικών συμφερόντων. Οι Έλληνες πολεμούσαν και πριν, για να μεγαλώσουν την επικράτεια της χώρας στους Βαλκανικούς, κι όταν ξεκίνησε ο Α' παγκόσμιος το θέμα ήταν τι συνέφερε τη χώρα. Πάνω εκεί συγκρούστηκε ο Βενιζέλος με τον Κωνσταντίνο και ξεκίνησε ο διχασμός. Άλλο θέμα είχε δηλαδή η Ελλάδα. Βρέθηκε στο πλευρό των νικητών, είχε κέρδη, και ζημίες μετά λόγω της Μικρασιατικής εκστρατείας που οδήγησε στην Καταστροφή. Η εικόνα που έχουμε είναι ότι οι Έλληνες δεν είχαν ακριβώς μπουχτίσει και σιχαθεί τον πόλεμο, δεν είχαν πάρει την απόφαση να μην ξαναπολεμήσουν. Δεν μετέχουμε στην ευρωπαϊκή συνείδηση με τα βιβλία της Ιστορίας.
Με τον τρόπο αυτό δεν καταλαβαίνουμε γιατί οι Γάλλοι, ας πούμε, έλεγαν Pourquoi? όταν ο πόλεμος τους ξαναχτύπησε την πόρτα, γιατί οι Γερμανοί του Χίτλερ μπόρεσαν να προχωρήσουν τόσο γρήγορα εισβάλλοντας σε κάθε κατεύθυνση, γιατί άργησαν τόσο πολύ οι άλλοι ν'αντιδράσουν. Ερμηνεύουμε ότι οι Γάλλοι και οι άλλοι ήταν δειλοί, λαπάδες, κλπ, ξεχνώντας την ιστορική συνέχεια, την απόφαση να μην πολεμήσουν ξανά, αυτή που οδήγησε ουσιαστικά στην Ευρωπαϊκή Ένωση μετά από τις νέες περιπέτειες.
Μαθαίνοντας τον Α' πόλεμο με αυτή την οπτική δεν τον καταλαβαίνουμε και δεν καταλαβαίνουμε την Ευρώπη, την ιστορική συνείδηση των Ευρωπαίων.
Τα σκέφτομαι συνέχεια όλ' αυτά τους τελευταίους μήνες, καθώς μαθαίνουμε στη χορωδία Αthens Singers την καντάτα του άγγλου συνθέτη RalphVaughn Williams, “Dona nobis pacem”. Φράσεις ικεσίας για ειρήνη από το Ευαγγέλιο, πασίγνωστες φράσεις, “ Δος ημίν ειρήνη, και Δόξα εν υψίστοις θεώ και επι γης ειρήνη εν ανθρώποις ευδοκία”, λατινικά στο πρώτο μέρος και αγγλικά στο τελευταίο, πλαισιώνουν τρία ποιήματα του Ουώλτ Ουίτμαν με αναφορές στον πόλεμο. Για μένα ήταν μια εξαιρετική μαθητεία όλο αυτό, και στη μουσική, και στο νόημα της επετείου του Α' πολέμου. Θυμόμουν, μαθαίνοντας τις νότες και τους στίχους, πόσα κείμενα έχω διαβάσει για τον πόλεμο αυτό χωρίς όμως να τα εντάσσω κάπου, συνειδητοποιούσα πόσο βαθιά είναι χαραγμένος στην ευρωπαϊκή ταυτότητα.
Και στην Ελλάδα; δεν μάτωνε, δεν υπέφερε ο κόσμος εδώ; Οι κραυγές του διχασμού και ο θρήνος της Καταστροφής θολώνουν τη γνώση μας. Δεν ξέρουμε λεπτομέρειες.
Απόψε, Παρασκευή 11 Απριλίου το αποτέλεσμα των προσπαθειών της χορωδίας θα ακουστεί στο Μέγαρο Μουσικής, με διεύθυνση του Ρότζερ Τάιλι και σολίστ την σοπράνο Χέδερ Χέλιγκερ και τον βαρύτονο Βαγγέλη Μανιάτη. Στο πιάνο θα είναι ο Δημήτρης Βεζύρογλου. Θα ακουστούν και άλλα έργα του συνθέτη πριν την Καντάτα αυτή, που απορεί κανείς, καθώς η μουσική τον παρασέρνει στο μεγαλείο της ικεσίας, της επιθυμίας για ειρήνη, πώς είναι δυνατόν να γράφτηκε ανάμεσα στους δυο μεγάλους πολέμους, πώς είναι δυνατόν να έγινε ξανά πόλεμος μετά.
Αλλά έτσι έχουν τα πράγματα. Η τέχνη δεν σώζει. Παρηγορεί και βοηθά την κατανόηση μόνο, του εαυτού μας και των άλλων.
http://www.protagon.gr/?i=protagon.el.mousiki&id=33166
 

Πέμπτη 10 Απριλίου 2014

Αξιον εστί

Άξιον εστί το κορίτσι που ξεκινα
βαμμένο και καλοντυμένο να δουλέψει στην καφετέρια
το αγόρι που αμύνεται με τ' ακουστικά στ' αυτιά
η γυναίκα που βγαίνει στις κεντρικές αγορές και χαζεύει τα φτηνά ρούχα στη Ζάρα και το ΗΜ
ο άντρας που περνά βιαστικά χωρίς να ξέρει γιατί ακριβώς το καθήκον τον χτυπάει στο κεφάλι
αλλά και πάντα γυρίζει το κεφάλι να χαζέψει λίγο μια ωραία
κι αναζητά στο μυαλό του λέξεις ταπεινωτικές να μειώσει την επιθυμία
Ο λαχειοπώλης που επιμένει
Οι εργάτες που ξαναφτιάχνουν τα σπασμένα τζάμια
Τα μαγαζιά με τις τυρόπιτες που ξανανοίγουν
Οι μετανάστριες που ανεβαίνουν τα σπασμένα σκαλιά της καθολικής μητρόπολης
Οι κουρασμένοι επιβάτες που περιμένουν το τρόλει
Άξιον εστί η ζωή στο κέντρο
Κάθε ειρηνική στιγμή εκτεθειμένη στην προσδοκία
Κάθε βλέμμα, κάθε βήμα, κάθε συναλλαγή
η παρηγοριά του ανοιχτού δρόμου
η κάθε στολισμένη βιτρίνα
η μοναξιά μέσα στο πλήθος, η ανεμελιά, η βιασύνη, το χάζι,
τα καινούργια παπούτσια
Νυν και αεί

Τετάρτη 9 Απριλίου 2014

Kάποιος με φώναξε Ελένη

Δεν είμαι αυτή
-Ελένη! Ακούω μια φωνή καθώς περπατώ προς το σπίτι φορτωμένη σακούλες του σούπερ μάρκετ. Συνεχίζω το δρόμο μου, δεν γυρίζω το κεφάλι, διότι δεν με λένε Ελένη. Όμως η φωνή απευθύνεται σε μένα, είναι σαφές. Δεν υπάρχει άλλη καμία στο πεζοδρόμιο, και στο δρόμο ένα και μοναδικό αυτοκίνητο με ακολουθεί με την άνεση του. Ένας άντρας με πυκνά μαλλιά έχει βγάλει το κεφάλι από το παράθυρο και με φωνάζει με τόσο ενθουσιασμό που μου κόβεται η φόρα.
-Δεν με γνωρίζεις, Ελένη; Δεν με θυμάσαι;
Έχει τέτοια θέρμη η φωνή του που τον κοιτάζω προσεχτικά, μήπως και τον θυμηθώ, κι ας μη με λένε Ελένη.
-Πέρασαν χρόνια βέβαια, προσθέτει με θλίψη περιμένοντας την αναγνώριση.
Κοντοστέκομαι. Φόρεσα τα καλά μου τακούνια στο σούπερ μάρκετ, να δω πώς τα πάω μαζί τους. Σίγουρα το περπάτημα μου δεν είναι αυτό που συνηθίζω. Δεν είμαι απολύτως ο εαυτός μου αυτή τη στιγμή. Φέρνω στην άγνωστη Ελένη. Θα είναι ψηλότερη από μένα, αυτό είναι βέβαιο.
Δυστυχώς όμως δεν είμαι η Ελένη. Κάτι ενδιάμεσο ίσως; Να το αναζητήσω μπαίνοντας στο αυτοκίνητο δίπλα σ' αυτόν τον άγνωστο, να τον αφήσω να με πάει κάπου αλλού, να παραστήσω πως είμαι η Ελένη; Έτσι μούρχεται για δευτερόλεπτα να το κάνω. Ν' αφήσω τις σακούλες στο πίσω κάθισμα, να ελευθερώσω τα χέρια μου, να αναπαύσω τα πόδια μου, να ξεχάσω το πρόγραμμα με τα καθήκοντα που με περιμένουν, και να γευτώ τον ενθουσιασμό για μια συνάντηση που δεν είναι πραγματική. Να παριστάνω την Ελένη μέχρι να βρεθούμε αλλού, μακριά, σε μια άλλη ζωή, άλλη πόλη, άλλη χώρα, όπου δεν χρειάζεται να καταλάβεις τι γίνεται γύρω σου, αφού θα είσαι απλώς η Ελένη. Μια Ελένη με ελαφρά αμνησία, πρόσχαρη, ευδιάθετη, που θα κουνάει το κεφάλι της ακούγοντας τις αναμνήσεις τις οποίες υποτίθεται ότι έχει μοιραστεί με τον οδηγό του αυτοκινήτου. Μια Ελένη από κάπου αλλού, ανάλαφρη, που δεν θα είχε τη βλακώδη ιδέα να δοκιμάσει τακούνια στα ρημαγμένο πεζοδρόμιο ανασαίνοντας το βαρύ αέρα της πόλης, θα τα φορούσε μόνο να βγαίνει έξω τα βράδια. Ανέμελη Ελένη τέλος πάντων, με καλύτερες επιλογές, σε ωραιότερη χώρα, η οποία μπορεί να την περιμένει στην άκρη της βόλτας, μπορεί να βρίσκεται εκεί που πάει το αυτοκίνητο. Για ένα δευτερόλεπτο αισθάνομαι έτοιμη και ώριμη, και απολύτως κατάλληλη να γίνω η Ελένη.
-Με ξέχασες τελείως Ελένη, λέει πικραμένα ο οδηγός του αυτοκινήτου, καθώς περιμένει να δει αν τον αναγνωρίζω. Αλλιώς τι τον κοιτάζω τόση ώρα προσεχτικά, προσπαθώντας να μου θυμήσει κάτι;
-Δεν είμαι η Ελένη, λέει με το στόμα μου μια ξερή τραχιά φωνή, που δεν είναι η δική μου. ΄Ισως να είναι της Ελένης. Αυτή θα είναι έτσι σκληρή και στριμένη, κι αποφάσισε να διαλύσει την εντύπωση του περαστικού.
-Α, συγγνώμη, λέει αποσβολωμένος, και μου ρίχνει μια τελευταία ματιά σα να μην το πιστεύει αυτό που του είπα. Πώς γίνεται να λέω ότι δεν είμαι η Ελένη; Τότε τι τον κοίταζα και τι προσπαθούσα να θυμηθώ;
Πατάει γκάζι μαλακά και προλαβαίνει το φανάρι. Συνεχίζω με τα πόδια. Ένα καροτσάκι να είχα πάρει μαζί μου για τα ψώνια, θα το έπαιρνα λιγότερο βαριά το όλο συμβάν.

Παρασκευή 4 Απριλίου 2014

'Ηθελα να γράψω για την άνοιξη

Ήθελα να γράψω για την άνοιξη σήμερα, καθότι δεν υπάρχει τίποτε πιο σημαντικό στο βάθος, και να ψάξω για το σκοπό αυτό ωραίες, ποιητικές φράσεις. Πλην όμως, έστω κι αν η άνοιξη επείγει, γιατί βιαστική χαμογελά κι ανθίζει και διαβαίνει, ενίοτε χρειάζεται να βάζουμε την ποίηση στην άκρη, όπως σας είχα ξαναπεί, γιατί σε μια κρίσιμη γωνιά της ύπαρξης μας οι λέξεις χάνουν το νόημα τους, κι απειλούνται στην ουσία τους. Πεζογραφία και πεζότητα, και κείμενα νομικά χρειάζονται, τα στοιχειώδη. Τα θεμέλια της συνεννόησης που μας επιτρέπουν να ζούμε σε πολυκατοικίες χωρίς να ορμάμε να ξεκοιλιάζουμε τον αντιπαθητικό γείτονα, έστω κι αν συχνά αισθανόμαστε την παρόρμηση.
Έχουμε στην Ελλάδα πόσους φοιτητές Νομικής κάθε χρόνο; Δεκάδες χιλιάδες, αφού στον καιρό μου ήμασταν 11.000 κι έχουν περάσει σαράντα χρόνια. Σκεφτείτε τους αποφοίτους μόνο, και μαζί τους καθηγητές, και τους μαθητές των σχολείων σε όλες τις βαθμίδες, την Πολιτική Αγωγή που διδάσκονται, συν την πολιτικοποίηση που κυριαρχεί στην ανήσυχη κι ωραία μας χώρα. Όλοι αυτοί θα έπρεπε να στριφογυρίζουμε στον ύπνο μας μετά την ανακοίνωση της αιτίας θανάτου ενός δολοφόνου στις φυλακές μας. Από ξυλοδαρμό, και βασανιστήρια, και ηλεκτροσόκ, στις φυλακές μέσα. Εκεί που το κράτος φυλάει, φυλακίζει, τιμωρεί και αναμορφώνει, διαλέχτε όποια έννοια θέλετε. Καμία δεν περιλαμβάνει την ποινή θανάτου. Την έχουμε καταργήσει, κι αυτό συνέβη με περίπλοκες και περισπούδαστες αποφάσεις, μετά από αιώνες που τα κράτη τη δοκίμαζαν και την ξαναδοκίμαζαν.
Αν για κάτι θα έπρεπε να πλημμυρίσουμε τους δρόμους σε πάνδημη διαμαρτυρία, είναι το γεγονός ότι συνέβη αυτός ο θάνατος έτσι όπως συνέβη. Γιατί η έννοια του νόμου, του κράτους, του κοινωνικού συμβολαίου, όλες αυτές οι έννοιες ποδοπατιούνται αν αδιαφορήσουμε. Θα έπρεπε να περνάνε τώρα ανάκριση όλοι οι υπάλληλοι των φυλακών. Ας έχουν όλα τα ελαφρυντικά του κόσμου, ας επικαλεστεί ο δικηγόρος τους βρασμό ψυχής, όποια δικαιολογία θέλει. Όμως να χρειαστούν δικηγόρο. Να περάσουν ανάκριση, δίκη, κάτι. Δεν γίνεται να το δεχόμαστε αυτό το πράγμα ως πολίτες χωρίς κιχ. Πληρώνουμε φόρους, συζητάμε, ψηφίζουμε, βγάζουμε νόμους, ζούμε με τους νόμους. Τι έννοια έχουν όλ' αυτά αν δεν ισχύει ο στοιχειώδης νόμος εκεί ακριβώς που τιμωρείται η παραβίαση του;
Δεν μπορούμε να δεχτούμε ως κοινωνία αυτή τη σιωπή. Αν δεχόμαστε να συμβιώνουμε με τους μισητούς γείτονες, είναι επειδή κάναμε αυτή τη ελάχιστη συμφωνία, να δεχόμαστε τους νόμους. Δεν είναι δυνατόν μέσα στη φυλακή, εκεί που έχει κράτος κι εξουσία το ίδιο το κράτος, να πεθαίνει από ξυλοδαρμό ένας κρατούμενος. Κατάπιαμε πολλά. Αν έχουν νόημα οι συμβιβασμοί με την ανάγκη για να υπάρξουμε και να συνυπάρξουμε, κάπου πρέπει να βρούμε το κατώφλι του ανεπίτρεπτου.

Παρασκευή 21 Μαρτίου 2014

Τα χρώματα στο χάρτη

Χάζεψα το πρωί στο ίντερνετ έναν χάρτη της Ευρώπης με τίτλο «1.000 χρόνια ευρωπαϊκές αλλαγές συνόρων» και εννοείται ότι ζαλίστηκα. Με ιλιγγιώδη ταχύτητα τα χρώματα άλλαζαν, τα σχήματα κατακερματίζονταν κι ύστερα ομαδοποιούνταν, κι άντε ξανά. Αυτοκρατορίες, δουκάτα, βασίλεια, πριγκιπάτα, εξαρχάτα, δημοκρατίες φανερώνονταν και ξεδιπλώνονταν και συρρικνώνονταν και φτου κι απ” την αρχή, καθώς περνούσαν τα χρόνια μέσα σε δευτερόλεπτα στον ψηφιακό χάρτη. Μέχρι και τις αλλαγές της Γιουγκοσλαβίας είχε, κάπου εκεί θα πρέπει να αποφάσισαν οι κατασκευαστές του χάρτη ότι μπορεί και να κλείσει αυτή η υπόθεση για τη μικρή παλιά ήπειρο, που θα πρέπει να είχε τα πιο πυκνά σύνορα από κάθε άλλη στη διάρκεια της παγκόσμιας Ιστορίας. Και για κάθε μετακίνηση, για κάθε αλλαγή σ” αυτά τα ζωηρά χρώματα του χάρτη, να έχουν άνθρωποι σκοτωθεί, χωριά καεί, οικογένειες ξεσπιτωθεί, ο πόλεμος να έχει ρημάξει δηλαδή τους τόπους που πολύ παιχνιδιάρικα αλλάζουν τα χρώματά τους.

 

Είμαστε οι τυχερές γενιές που τα βλέπουν όλα αυτά στον χάρτη και τα διαβάζουν στα βιβλία χωρίς να υποχρεώνονται να τα ζήσουν, εξαιρουμένων των πρώην Γιουγκοσλάβων. Αλλά κάτι μέρες σαν αυτές δικαιούμαστε να μας ζώσουν τα φίδια. Λέτε την ώρα που οι Ευρωπαίοι παλεύουμε να ξεπεράσουμε τις ιστορικές κληρονομιές των συνόρων και των εθνικών ταυτοτήτων, και των κριμάτων και αιμάτων με το συμπάθιο, οι άλλοι που θεωρούν τις αξίες αυτές δεδομένες να αποδειχτούν πιο δυνατοί, και άρα πιο σωστοί; Δηλαδή, το να αφήνουμε τα σύνορα στην ησυχία τους και να προσπαθούμε να τα αποδυναμώνουμε ουσιαστικά, όπως κάνουν οι χώρες της Ε.Ε. ανάμεσά τους, να είναι ουτοπικό και υποκριτικό, επίσης πληκτικό μπροστά στην αέναη προσπάθεια να ανακαλύπτεις πληθυσμούς που νιώθουν κοντινοί και ίσως θέλουν να τους λυτρώσεις, να προσαρτήσεις τα μέρη που ζουν, κ.λπ. κ.λπ.;

 

Τι την κόφτει την Ευρώπη για την Κριμαία; Το παρελθόν, που αποφάσισε να προωθήσει διά παντός σε ταινίες, βιβλία, ποδοσφαιρικές ομάδες και διαγωνισμούς τραγουδιών, έρχεται και της χτυπάει την πόρτα. Κι εδώ αρχίζει το δράμα της χαλαρής υποτίθεται υπερδύναμης που φοβάται μήπως επιδείξει παρακμιακή στάση. Ο άλλος, ο γυμνόστηθος με το ανέκφραστο πρόσωπο, την προκαλεί στο γήπεδο που εκείνη θέλει να αποφύγει. Στα μαρμαρένια αλώνια του παρελθόντος.

 

Σε μερικούς όλα αυτά αρέσουν. Με περίσσια τεστοστερόνη και καλλιέργεια εθνικών ταυτοτήτων, κατηγορούν νυχθημερόν την Ευρώπη για τη μαλθακότητά της, καθώς νιώθουν και κάπως αποκλεισμένοι από τους περίπλοκους κώδικές της, δεν εκτιμούν την εσωτερική της δύναμη, τη συγκρίνουν με αρχαίες αυτοκρατορίες που υποχώρησαν στους βαρβάρους έχοντας φτάσει σε επίπεδο εκλέπτυνσης που δύσκολα άντεχε. Ισως νοσταλγούν την απλότητα του αυταρχισμού που δείχνουν να εγγυώνται τα γυμνά μπράτσα του Πούτιν.

 

Εχεις και το Βένετο που θέλει να αποσχιστεί από την Ιταλία, την Καταλονία από την Ισπανία, τη Σκοτία από τη Μεγάλη Βρετανία, διάφορα τέτοια. Αλλά αυτά νομίζω τα κάνουν για να έχουν διπλή ψήφο στη Γιουροβίζιον.

Τρίτη 11 Μαρτίου 2014

Βλέμμα αντί βλέμματος




H καλλιτέχνης Μαρίνα Αμπράμοβιτς κάθεται σε μια καρέκλα μπροστά σε ένα τραπέζι και οι επισκέπτες του μουσείου μπορούν να σταθούν απέναντι της και να την κοιτάξουν στα μάτια. Αυτή η περφόρμανς έγινε στο ΜοΜΑ της Νέας Υόρκης, και πολλοί απ' όσους την κοίταξαν για λίγη ώρα στα μάτια έφευγαν κλαμμένοι. Το να κοιτάς στον άλλον τα μάτια είναι ισχυρή επαφή, αν και το πιο σημαντικό είναι ο χρόνος που του δίνεις. Τα μάτια απλώς προδίδουν την ένταση της επαφής. Δεν πιστεύω ότι μπορεί να εκφράσουν περίπλοκα συναισθήματα. Πολύ συχνά δεν είναι παρά αναμέτρηση αντοχής. Ποιος μπορεί ν' αντέξει περισσότερο το βλέμμα του άλλου. 
Το βλέμμα, όπως και το άγγιγμα, αποκαλύπτει σαν κάθε έργο τέχνης το πόσο ανίσχυρος και ανυπεράσπιστος είναι ο άλλος απέναντι στον καθένα, ακόμα κι όταν μοιάζει δυνατός.
Ήταν μια παράξενη εβδομάδα, η Αμπράμοβιτς εμφανίστηκε στη Στέγη Γραμμάτων και ο Γερμανός πρόεδρος στις Λιγκιάδες Ιωαννίνων κοίταξε στα μάτια τους δυο επιζώντες Εβραίους της συνοικίας και ζήτησε συγγνώμη για το ολοκαύτωμα. Η συγγνώμη δεν αρκεί, έσπευσαν όλοι να πουν πριν και μετά, θέλουμε και αποζημιώσεις, που κι αυτές δεν θα αρκούν, γιατί πώς επιδιορθώνεις τις ζωές που χάθηκαν; Δεν υπάρχει τρόπος.
Ωστόσο αυτή η συγγνώμη, που δεν είναι παρά μια συγγνώμη, μια περφόρμανς κατώτερη σίγουρα απο της Αμπράμοβιτς, αυτή η συγγνώμη των Γερμανών πολιτικών είναι μια εξέλιξη της στάσης απέναντι στην Ιστορία που θα μπορούσε να σταθεί δίπλα σε μεγάλες επινοήσεις πανανθρώπινου ενδιαφέροντος. Οι Γερμανοί φτιάχνουν και εξάγουν καταπληκτικά προϊόντα, αλλά αν μπορούσαν να εξάγουν και την επίγνωση των εγκλημάτων τους στον πόλεμο η ανθρωπότητα θα είχε μεγάλες ελπίδες ν' αλλάξει σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης. Γιατί, κακά τα ψέμματα, συγγνώμη δεν μπορεί να πει ο καθένας. Είναι δύσκολο πράγμα, θέλει μεγάλη ταπεινότητα και μεγαλείο ψυχής ταυτόχρονα. Εγκλήματα γίνονται στο κόσμο των ανθρώπων απο τη στιγμή του Κάιν, αλλά συγγνώμη πολλοί λίγοι έφτασαν στο σημείο να μπορέσουν να πουν. Είναι το σπάνιο δώρο που κατακτά κανείς με δυσκολία, τσακίζοντας τον εγωισμό του, το έργο της ζωής του, τη στάση του ολόκληρη. Μπορεί να ζήσει κανείς μια ζωή έξω απο τα τείχη του κάστρου που θα ήταν η ικανότητα να την προφέρει και να τη νοιώσει, και να μη μπορέσει ποτέ να δει το φώς που κρύβουν.
Πολλές κριτικές ειπώθηκαν για τη συγγνώμη του Ιωακείμ Γκάου, πολλή ειρωνία ξοδεύτηκε και γκρίνια για τις αποζημιώσεις. Για μένα οι αποζημιώσεις είναι απαράδεκτη ιδέα, δεν μιλούσε κανείς γι αυτές όταν ήμουν παιδί κι ο κόσμος πάλευε να σταθεί στα πόδια του, το θεωρώ παρακμή να μιλάμε τώρα. Αλλά η γερμανική συγγνώμη είναι μια κίνηση που όσο κι αν δεν αποζημιώνει, αποκαθιστά στην ευρωπαϊκή ζωή που επιδιώκουμε μια βαθύτερη ισορροπία επίγνωσης. Είμαι περήφανη που ζω στην εποχή μιας τέτοιας προσπάθειας. Όσο χαζό κι αν είναι να νοιώθεις περήφανος για κάτι που δεν κατάφερες ο ίδιος, μερικές φορές με ξεπερνά.

Παρασκευή 7 Μαρτίου 2014

Εικόνες με λευκή λεζάντα


Μοιάζει δύσκολο να καταλάβουμε τι ακριβώς συμβαίνει στην Ουκρανία, αν και η στρατιωτική εισβολή μάλλον είναι κάτι ξεκάθαρο, και πόσες ερμηνείες πια να δώσεις; Μαζεύω σχεδόν άθελά μου μακροσκελή ξενόγλωσσα άρθρα κι αναρωτιέμαι αν θα καθήσω να τα διαβάσω. Θέλω βέβαια να καταλάβω τι γίνεται, αλλά πόσο πολύ το θέλω;
Θυμάμαι μια άλλη δύσκολη να την κατανοήσεις κατάσταση, κάμποσα χρόνια πριν. Θυμάμαι ένα βράδυ στην τηλεόραση να βλέπουμε τρομερές σκηνές με χωρικούς που έφευγαν από τα χωριά τους κακήν κακώς, ενώ πίσω τους σηκώνονταν μαύροι καπνοί από τα καμμένα τους σπίτια. Ήταν στο Κόσοβο, η μέρα που είχαν αρχίσει οι βομβαρδισμοί του ΝΑΤΟ. Τα αμερικανικά πολεμικά αεροπλάνα βομβαρδίζουν τα χωριά, έλεγαν στις ειδήσεις, και δεν καταλάβαινα. Δεν κολλούσε η εικόνα και η φράση με τις προηγούμενες διαπραγματεύσεις, την προσφυγή των Αλβανών στους Ευρωπαίους και τους Αμερικάνους, δεν είχε νόημα να βομβαρδίζουν οι νατοϊκοί τα χωριά των πληθυσμών που είχαν ζητήσει τη βοήθειά τους. Ουρές δυστυχισμένων προσφύγων με τους μπόγους στο χέρι, σέρνοντας κάρα, έφευγαν σε άγνωστη κατεύθυνση. Μα τόσο τυφλά βομβάρδιζαν αυτοί οι νατοϊκοί;
Χρειάστηκε να περάσω ώρες διαβάζοντας εφημερίδες και περιοδικά αγγλικά και γαλλικά για να καταλάβω τι συνέβαινε. Το ΝΑΤΟ βομβάρδιζε στόχους στο Βελιγράδι. Οι φυγάδες των χωριών ήταν θύματα σέρβικων ομάδων που έβαζαν φωτιά από ξηράς, κι εμείς τους βλέπαμε, τους παρουσίαζαν οι ειδήσεις στα ελληνικά κανάλια, ως θύματα του ΝΑΤΟ.
Χωρίς κανένας να τους υποχρεώνει, οι έλληνες δημοσιογράφοι διαστρέβλωναν τις ειδήσεις, ειδικά τις πρώτες μέρες. Πιστεύω ότι το έκαναν ασυνείδητα, έχοντας τόσο πολύ καρφωμένη στο μυαλό τους την ιδέα ότι το μόνο πρόβλημα της Γιουγκοσλαβίας ήταν οι ξένες επεμβάσεις και δη οι δυτικές, δεν μπορούσαν να δουν τίποτε άλλο σε μια εικόνα πολέμου. Δεν άκουγαν την περιγραφή, δεν καταλάβαιναν, δεν μπορούσαν. Ήταν μια απίστευτη στάση, η οποία δεν ξεσήκωσε τους τηλεθεατές, δεν αναστάτωσε την ΕΣΗΕΑ, κάποιες συζητήσεις μόνο αρκετά περιθωριακές προκάλεσε, και ξεχάστηκε γρήγορα.
Είχα τότε σοκαριστεί καταλαβαίνοντας σε τι είδους διαστρέβλωση επιδίδονταν οι συνάδελφοί μου, έγραφα άρθρα που τα νόμιζα διαφωτιστικά, και προκαλούσα αντιδράσεις που δεν είχα φανταστεί. Μερικοί συνάδελφοι με έβρισαν κατάμουτρα, άλλοι μου έκοψαν την καλημέρα, ψυχράθηκα με αρκετούς παλιούς φίλους, και γενικά πέρασα απρόσμενα δύσκολες μέρες. Θα μου πείτε, οι άλλοι σκοτώνονταν κι εσύ μας λες για την απομόνωσή σου; Σωστό κι αυτό. Γενικά στην Ελλάδα υπήρχε μια ομοψυχία που μου κόστιζε να μην τη συμμερίζομαι.
Αλλά πάλι, δεν έχω δίκιο να αναρωτιέμαι αν αντέχω να ξαναπεράσω παρόμοιες δοκιμασίες στην προσπάθειά μου να καταλάβω τι γίνεται στην Ουκρανία; Αφού κατά βάθος ξέρω, ξέρουμε όλοι, ότι όποια ερμηνεία και να δώσεις στα γεγονότα, υπάρχει αυτή η λεπτή κόκκινη γραμμή που χωρίζει την αποφασισμένα ειρηνική πολιτική ζωή από την άλλη, αυτή που αφήνει μπόσικα και μπάζει αδίστακτους, φιλόδοξους πολιτικούς έτοιμους να παίξουν πόλεμο. Τόσο λεπτή γραμμή που δεν τη βλέπουμε καν αν υπάρχει, παρά μόνο όταν έχει χαθεί μέσα στο αίμα.

Παρασκευή 28 Φεβρουαρίου 2014

Παστίλιες για το φόβο του άλλου

Για τον πόνο του άλλου συνενοούμαστε κάπως, το σώμα μας έχει εκπαιδεύσει παιδιόθεν, αναγνωρίζουμε, καταλαβαίνουμε, μπορεί και να συγκινηθούμε, να καταφέρουμε νοερά να βρεθούμε στην ίδια πλευρά, να βάλουμε το χέρι στην τσέπη, να πληρώσουμε λίγες παστίλιες για τον πόνο του άλλου, που και το δικό μας λαιμό θα μαλακώσουν. Το φόβο του άλλου όμως πώς να τον βοηθήσεις να ξεπεραστεί;
Το φόβο του άλλου δεν τον καταλαβαίνεις. Είναι μεταμφιεσμένος, κι όχι μόνο τις Απόκριες. Συνήθως ντύνεται το αντίθετο του, θάρρος, τόλμη, επιθετικότητα. Είναι περίπλοκο πράγμα, κι αν δεν μαντέψεις κάτω απο τη μεταμφίεση την αληθινή του φύση, αρχίζεις να φοβάσαι κι εσύ. Οπότε δεν σε σώζουν ούτε παστίλιες, ούτε ο Χαβιέ Μπαρδέμ αυτοπροσώπως να σε διδάσκει ελεύθερο ουρλιαχτό. Δεν προλαβαίνεις κιόλας. Ενίοτε όπλοφορεί ο φόβος του άλλου, και μέχρι να του εξηγήσεις την ψυχολογική αντιστροφή φόβου- επιθετικότητας, έχει τραβήξει τη σκανδάλη. 
Κι όμως ο φόβος είναι σαν τον πόνο, βοηθάει να επιβιώνουμε ειδοποιώντας για τους κινδύνους, είναι στοιχείο ζωτικό και βαθύ, αναμετριόμαστε μαζί μου συνέχεια, απο παιδιά. Παίζοντας μετράμε δόσεις φόβου σαν καθημερινή βιταμίνη ή διεγερτικό και μεγαλώνοντας ευτυχούμε να ξεπερνάμε έναν- έναν τους παιδικούς  φόβους. Η δεξαμενή βέβαια βρίσκεται πάντα μέσα μας, έτοιμη να προμηθεύσει νέα προϊόντα σε κάθε ευκαιρία, ο ενδιαφέρων διάλογος του φοβισμένου παιδιού με τον ψύχραιμο ενήλικα μπορεί να συνεχίζεται δια βίου. Είναι ο τρόπος να μένεις παιδί χωρίς να παλιμπαιδίζεις, να εξοικονομείς δυνάμεις έναντι των  πάσης φύσεως υποψήφιων  διαχειριστών -ή και υποψήφιων δημιουργών- του φόβου χωρίς να παριστάνεις ότι τον νίκησες για πάντα. Δεν γίνεται να νικηθεί, κι ας έλεγε ο Καζαντζάκης πως τα είχε καταφέρει.
Ως παράγων ερμηνείας πολιτικών συμπεριφορών, ο φόβος του άλλου θέλει πολλές παστίλιες για να τον καταλάβουμε. Φοβούνται οι άνθρωποι που δεν έχουν λόγο να φοβηθούν, κι εκείνοι που θα έπρεπε να προσέχουν μοιάζει να έχουν άγνοια κινδύνου. Φοβούνται οι ασφαλείς συχνά πολύ περισσότερο από τους εκτεθειμένους σε χίλιους κινδύνους, κι αυτό εκδηλώνεται πολιτικά χωρίς καμία λογική. Σπάμε το κεφάλι μας να καταλάβουμε πώς καταφέρνουν διάφοροι πολιτικάντες να αποκτούν κοινό και εξουσία ψάχνοντας λογικές εξηγήσεις, γιατί δεν ξέρουμε τι μπορεί να φοβούνται οι άλλοι. Κι ας έχουμε κάθε πρωί να αντιμετωπίσουμε  πρωτοσέλιδα φόβητρα κρεμασμένα στα περίπτερα, κι ακόμα πιο υποβλητικά στα ραδιόφωνα, και οικεία στην τηλεόραση τα βράδια. Ζούμε μαζί τους, τα συνηθίσαμε, παίρνουμε μεγάλα σκυλιά στα μικρά διαμερίσματα να μας φυλάνε, επεξεργαζόμαστε λεξιλόγιο μίσους και πορευόμαστε. 
 Οι Γαλάτες φοβόντουσαν μήπως τους πέσει ο ουρανός στο κεφάλι, αλλά έχασαν αυτή την ωραία πίστη όταν ηρθαν οι Ρωμαίοι απο ξηράς. Εμείς εδώ φοβόμαστε τους γείτονες,  κάποιος που δεν μας ξέρει δύσκολα θα καταλάβαινε τι μας συμβαίνει με τους εξοπλισμούς, ας πούμε, και τα σκάνδαλα δισεκατομμυρίων, τους ένστολους και τα επιδόματα, όλο το πακέτο. 
Μυστήριο πράγμα ο φόβος του άλλου. Από διακριτικότητα και σεβασμό δυσκολευόμαστε να τον καταλάβουμε, κι ας είναι κραυγαλέος σα μικρού παιδιού. Κάποτε θα βρεθούν θεραπευτικές παστίλιες, θα θυμίζουν καθώς τις πιπιλάς πόσο παράλογοι είναι οι δικοί σου φόβοι. Κάποιος πιο τολμηρός και πιο ωραίος κι απ' τον Χαβιέ Μπαρδέμ θα τις πλασάρει, και τότε θα καταλάβουμε την υπέρβαση κι ίσως ξεπεράσουμε, κι εμείς κι οι άλλοι, ακόμα έναν φόβο.


Παρασκευή 21 Φεβρουαρίου 2014

Δίαιτα του αιθιοπικού μπαχαρικού

Κατεβαίνουμε στα στενά κάτω απο την Πατησίων εις αναζήτηση κάποιου σπάνιου μπαχαρικού. Ακολουθώ ως μαθήτρια μια νεαρή που θα με διδάξει τα μυστικά της αιθιοπικής κουζίνας σε αντάλλαγμα για τη διδασκαλίας ελληνικής γλώσσας που προσφέρω εγώ. Έγινα δασκάλα στα γεράματα και μ'αρέσει, οι δεδομένου ρόλοι σου προσφέρουν απίστευτη ελευθερία, αλλά πού να το καταλάβουμε τότε που ταλαιπωρούσαμε  τους καθηγητές μας με εμφισβητήσεις; Τάντεμ λέγεται η μέθοδος, διδάσκεις σε κάποιον αυτό που ξέρεις κι εκείνος σε διδάσκει αυτό που ξέρει εκείνος. Η τέχνη μου-γράψιμο μικρών κειμένων, διάβασμα και κατανόηση μεγαλύτερων- έχει πολλούς θεράποντες, κι αν δεν ήταν οι φιλομαθείς Αιθίοπες της γειτονιάς δεν θα έβρισκα πολλούς προθύμους να ανταλλάξουν γνώσεις μαζί μου. Υπήρξα τυχερή χωρίς να το περιμένω στη φάση αυτή της ανασφάλειας και της ασυναρτησίας.
Περνάμε την Αριστοτέλους, την Αχαρνών, την Αλκαμένους. Πού πάμε ακριβώς; Σ' ένα μαγαζάκι μια πιτσιρίκα μασάει το κοτσιδάκι της καθώς χαζεύει τηλεόραση, με το αναγνωστικό της ελληνικής γλώσσας ανοιγμένο μπροστά της. Αυτήν δεν θα την έχω πελάτισα όταν μεγαλώσει, ότι επωφεληθώ απο τους ενήλικες. Ο μπαμπάς της μιλάει μια ώρα με τη δασκάλα μου σε άγνωστη γλώσσα. Της δίνει ένα σακουλάκι με κόκκινη σκόνη μετά από διαπραγματεύσεις, ύστερα άλλο ένα με κίτρινο πολτό. Δεν έχω ιδέα τι είναι όλ' αυτά, και ξεχνάω τα ονόματα μόλις τ' ακούσω. Φοβάμαι πως είμαι πολύ κακή μαθήτρια.
Ύστερα ταξιδεύουμε στη βόρεια πλευρά της συνοικίας για την ειδική πίτα που συνοδεύει το φαγητό. Μόνο μια γυναίκα φτιάχνει τέτοια σε όλη την Αθήνα. Είναι υγρή, λεπτή και βαριά, με ξινούτσικη γεύση. Τυλίγεις το μαγειρεμένο κρέας με λίγη σάλτσα και το τρως με το χέρι. Στην αρχή ανάβεις απ' το πιπέρι, κοκκινίζεις ξεφυσάς, τινάζεσαι πάνω, γουρλώνεις τα μάτια. Ύστερ' από λίγο καταλαβαίνεις τη νοστιμιά του συνδυασμού. Θέλεις κι άλλο, σύντομα όμως, πριν τελειώσεις τη μερίδα, αισθάνεσαι πως έχεις σκάσει.
Το αληθινό μυστικό  δεν είναι η γεύση αλλά το αίσθημα κορεσμού που φέρνει το δυνατό μπαχαρικό. Διότι στην Αιθιοπία η τροφή δεν περισσεύει. Με μια λιτή μερίδα χορταίνεις για όλη την ημέρα, κι έχεις ένα ευχάριστο αίσθημα πληρότητας στο σώμα. Μετά απο λίγο είναι σα να ανασαίνεις μέντα. Την επόμενη μοιάζεις τρία κιλά ελαφρύτερος. 
Έλα όμως που είμαι ανεπίδεκτη. Τόσο ωραία μου έδειξε το κορίτσι τις διευθύνσεις και την παρασκευή του φαγητού, κι εγώ τα ξέχασα αμέσως. Φαίνεται έπαθα σοκ με την ανάμιξη των υλικών, ή με την ανάδειξη, τι να πω πια; Το κρέας ως υγρόν πυρ και τη ντομάτα ως φυτίλι. Άσε πια το απολύτως μοναδικό συνοδευτικό που ονομάσαμε συμβατικά πίτα, με τη σπογγώδη όψη.
Δεν ξέρουν την αξία τους οι Αιθίοπες και δεν την φαντάζονται οι Ευρωπαίοι. Σοφία και διατροφικές συνήθειες αιώνων που τους κρατούν ωραίους και χορτάτους, χάνονται άμα τη αφίξει τους στην παχύσαρκη ήπειρο. Πώς θα πείσω τώρα τη δασκάλα μου να επαναλάβει το μάθημα; Πρέπει να το ανταλλάξω με κάτι βαρύ, τα πέντε ι, τα δυο ο, τα δυο ε δεν ξέρω αν επαρκούν για την περίπτωση μας.

Τρίτη 11 Φεβρουαρίου 2014

Οι Ελβετοί δεν μας θέλουν


Πάντα ονειρευόμουν ότι η Ευρώπη κάποια στιγμή θα ενσωματωθεί στην Ελβετία.  Φαινόταν νά χει μια τάση για τους  θεσμούς και τις συνήθειες που πρέπει να είναι οι πιο επεξεργασμένοι στον κόσμο με βάση τη συνύπαρξη και τον αλληλοσεβασμό. Στην Ελβετία εδώ και πολύν καιρό καταφέρνουν και ζουν σε ένα κράτος ανθρωποι που μιλούν τέσσερεις διαφορετικές γλώσσες. Γερμανικά, γαλλικά, ιταλικά και ρομανικά θεωρούνται ισότιμες γλώσσες χωρίς να είναι. Τα παιδιά στα σχολεία μαθαίνουν τουλάχιστον δυο ακόμα εκτός απο τη μητρική τους, με αποτέλεσμα να γίνονται πολύγλωσσα και να αποκτούν ευκολία εν γένει στις ξένες γλώσσες. Θα ήταν σα να είχαμε επίσημες γλώσσες στην Ελλάδα τα βλάχικα, τα αρβανίτικα, και δεν ξέρω τι άλλο, ή μάλλον προτιμώ να μην πω καν τι άλλο, για να μην πιάσουμε καυγάδες από την πρώτη παράγραφο και  χάσουμε το νήμα της συζήτησης.
Η κατάσταση αυτή δεν δημιουργεί κανένα πρόβλημα στους Ελβετούς, οι οποίοι έχουν να πολεμήσουν για οτιδήποτε μερικούς αιώνες. Αφότου αποφάσισαν ότι δεν τους αρέσει ο πόλεμος και προτιμούν να ζήσουν συσσωρεύοντας πλεόνασμα, πρωτογενές, δευτερογενές, και τριτογενές, ψάχνουν και βρίσκουν τρόπους να συμβιώνουν με τους διαφορετικούς, πολλών ειδών ανθρώπους, με άλλες γλώσσες, θρησκείες, συνήθειες, κλπ. Πρωτοπορεία σε θέματα δικαιωμάτων και συνδυασμών τους, δεν είναι τυχαίο που ο Ζαν Ζακ Ρουσώ ήταν απο την πόλη της Γενεύης, όπως ο ίδιος τόνιζε "την ελεύθερη πόλη της Γενεύης", γιος ρολογά. Ακόμα και τώρα οι Ελβετοί συμμετέχουν σε τακτικές αμεσοδημοκρατικές συνελεύσεις που αφορούν τοπικές υποθέσεις, με διαδικασίες που θυμίζουν Εκκλησία του Δήμου. Όλ' αυτά είναι θαυμάσιες εφαρμογές για λάτρεις της δημοκρατίας και των δικαιωμάτων κι αφού η Ελβετία δεν σκόπευε να μπει στην Ευρώπη, με το δίκιο της δηλαδή, θα ήταν σα να ζητούσε η Ευρώπη να μπει στην Ασία, το λογικό θα ήταν να μπει η Ευρώπη στην Ελβετία, με κάποιο ευφάνταστο τρόπο τέλος πάντων, ήρεμα, πολιτισμένα και χωρίς φασαρίες.
Κι εκεί που θα μπορούσαμε να συνεχίσουμε να ονειρευόμαστε τη διάταση των ελβετικών συνόρων σε όλη την ήπειρο με διάφορα ονόματα και τερτίπια που οικογένειες δεν θα έθιγαν και σπίτια δεν θα έκλειναν, νά' σου η Ελβετία που αποφασίζει ότι μπούχτισε κάπως από ανυπόμονους ευρωπαίους μετανάστες, νέους που δεν αντέχουν να περιμένουν την επέκταση της ελβετικής νοοτροπίας στην υπόλοιπη ήπειρο και πάνε να τη ζήσουν επί τόπου. Περιορισμό στον αριθμό μεταναστών από ευρωπαϊκές χώρες αποφάσισαν οι Ελβετοί, και είναι κάπως σα να σήκωσαν το χέρι να σταματήσουν τα ρολόγια τους. Ομολογώ πως δεν ήξερα καν ότι δέχονται ευρωπαίους απεριόριστα. Αλλά για δες, οι κάτοικοι της ζηλευτής αυτής ηπείρου, που έχει κάνει επιστήμη -και τέχνη βεβαίως, τον αποκλεισμό των άλλων, της υπόλοιπης γης κατοίκων, ξαφνικά να βρίσκονται ανεπιθύμητοι από μια τόση δα κουτσουλιά στο χάρτη, που θα έπρεπε να έχει δημογραφικό πρόβλημα και να τους παρακαλάει... Κάπως ακούγεται αυτό, κάπως προσλαμβάνεται. Σε προσβολή φέρνει, σε υποτίμηση, τέτοια πράγματα.
Είναι στιγμές που όλα φαίνονται πολύ μίζερα, η Ελβετία δεν μπαίνει στην Ευρώπη, αλλά ούτε και βγαίνει, ακόμα χειρότερα η Ευρώπη δεν μπαίνει στην Ελβετία, κανένας δεν αναγνωρίζει κανέναν, και τα πολύγλωσσα παιδιά παθαίνουν γλωσσοδέτη και βλέπουν εφιάλτες στον ύπνο τους.

Σάββατο 8 Φεβρουαρίου 2014

O μπαμπάς καθαρίζει...

-Θέλω να κάνω μήνυση, μπήκε φωνάζοντας στα γραφεία του ΟΑΣΑ ένας πολύ καλοβαλμένος μεσήλιξ. Περίμεναν να πληρώσουν πρόστιμο καμιά εικοσαριά νεαροί και νεαρές, κεφάτοι, συζητούσαν μεταξύ τους στην ουρά, μερικοί τον κοίταξαν με την προσδοκία ίσως ενός μικρού συμβάντος που θα τους διασκέδαζε. Τον είδαν να προχωρά ορμητικά προς ένα γραφείο, λέγοντας δυνατά τον πόνο του να τον ακούσουμε όλοι.
-Πήρε το παιδί μου το λεωφορείο στην Κηφισίας για δυο στάσεις, για να πάει στο Κολλέγιο, και του βάζει ο ελεγκτής πρόστιμο! Ε, όχι, δεν υποφέρεστε!
Θα κάνω μήνυση! Πείτε μου πού να κάνω τη μήνυση!
-Εδώ μόνο παράπονα δεχόμαστε, του είπε μια υπάλληλος που σηκώθηκε να τον υποδεχτεί και να σταματήσει την εισβολή του. 
-Όχι, όχι, το παράπονο δεν αρκεί, θα κάνω μήνυση!
Περίμενα να πάρω την κάρτα μου σε μια ουρά πολύ πιο μικρή από των προστίμων, και σκέφτηκα ότι τον καταλαβαίνω τον τύπο, να πρέπει να εξηγήσει στο παιδί του ότι χρειάζεσαι εισιτήριο για να μπεις σε λεωφορείο. Είναι η στιγμή που του αποκαλύπτει το μυστικό ότι οι κοινωνία είναι σκληρή, ή τέλος πάντων έχει κάποιους κανόνες που θα τον καταπιέζουν μια ζωή. Προτιμούσε να αγανακτήσει, να το διαβεβαιώσει ότι εκείνος, ο πατέρας, ο προστάτης, ο ψημμένος στην καθημερινότητα, θα τον απάλλασσε απο τέτοιους ενοχλητικούς σωφρονισμούς. Θα καθάριζε για πάρτη του, θα φόβιζε τους υπαλλήλους του ΟΑΣΑ, θα απάλλασε το παιδί του απο πρόωρους προβληματισμούς περί νομιμότητας.
Νόμιζα θα άκουγα από την υπάλληλο κάτι αυτονόητο, πως οι επιβάτες πρέπει να πληρώνουν εισιτήριο όσο κοντά κι αν πηγαίνουν, πως το μαθητικό είναι πολύ φτηνό, κάτι τέτοιο. Όμως αυτή άρχισε να του λέει κάτι άσχετα, να περιμένει λίγο, να περάσει μέσα, να μιλήσει με τον προϊστάμενο. Μπήκε, βγήκε, οι νεαροί κι οι νεαρές στην ουρά έπαψαν να τον προσέχουν, ένας είπε το μόνο λογικό πράγμα που θα μπορούσε να πει κανείς, "Η αλήθεια είναι ότι δύσκολα βρίσκεις ν' αγοράσεις εισιτήριο όταν το χρειάζεσαι".
-Θέλω να βρεθούμε οι δυο μας να μιλήσουμε, είπε ο μεσήλιξ στην υπάλληλο όταν ξαναβγήκε απο το γραφείο της. Η δαιδαλώδης γραφειοκρατική κατάσταση του είχε κόψει λίγο την ορμή.
-Α, δύσκολα πράγματα ζητάτε, απάντησε εκείνη.
Ήρθε η σειρά μου να πάρω την κάρτα και μπήκα στο γραφείο. Δεν ξέρω τι απέγινε ο έξαλλος πατέρας, αν θα την κάνει τελικά τη μήνυση, και τι έγκλημα θα επικαλεστεί; Τον λυπόμουν λίγο, κανείς να μην έχει διάθεση να του εξηγήσει τα πιο απλά πράγματα του κόσμου, να τον αφήνουν έτσι να βολοδέρνει με τις έννοιες του δικαίου. Και το παιδί του λυπόμουν, όλα τα παιδιά που τόσο μπερδεύονται με το τι δικαιούνται και τι όχι, επειδή κάποτε οι γονείς υπήρξαν τόσο υπερβολικά αυστηροί και τα παιδιά τους μεγαλώνοντας, όταν έγιναν αυτά γονείς, έχασαν το μπούσουλα. Ώρες -ώρες νομίζω ότι αυτό το μπέρδεμα που βγήκε στην επιφάνεια με την κρίση, το τι δικαιούμαστε, το τι θέλουμε, πώς το απαιτούμε, είναι χειρότερο κι απο το χρέος.

Queen on sea

 H ταινία «Βασίλισσα της θάλασσας» μου κόστισε μια ταραγμένη νύχτα. Δεν ήταν τόσο η άνοια της γριάς μητέρας που με σόκαρε, όσο η άγνοια της ...