Τρίτη 16 Ιουλίου 2013

To κάστρο με τα πολλά ονόματα

Παρόλη τη ζέστη συνεχίσαμε τον πολιτιστικό τουρισμό στην Πελοπόννησο πηγαίνοντας ξανά στο κάστρο Χλεμούτσι. Είναι κοντά στην εξ αγχιστείας πατρίδα μου και το παρακολουθώ εδώ και είκοσι χρόνια. Στην αρχή έβλεπα ένα ερείπιο χωρίς όνομα, μου πήρε καιρό να ταυτίσω τον γκρίζο όγκο με κάστρο, να του δώσω το όνομά του, μάλλον τα πολλά του ονόματα, γιατί λέγεται επίσης Καστέλ Τορνέζε και Κλερμόν και επι το ελληνικότερον και νεώτερον Κάστρο Κυλλήνης. Το κάθε όνομα έχει τη σημασία του. Σιγά- σιγά έβλεπα ξεπατωμένα παράθυρα να γεμίζουν και να ξαναγίνονται παράθυρα, οροφές να αποκαθίστανται, σωρούς απο πέτρες να ταχτοποιούνται, χώρους να καθαρίζονται, και τέλος, πρόπερσι, δυο αίθουσες να ανοίγουν με ευρήματα της περιοχής στο πρώτο και μοναδικό μουσείο Φραγκοκρατίας στην Ελλάδα. Τώρα πια ξεχωρίζει σαν αυτό που είναι, μεγάλο, πέτρινο κάστρο σε περίοπτη θέση, που αναδείχθηκε μετά απο εξαιρετική δουλειά χρόνων και χρόνων. Α ναι, κάπου πήρε το μάτι μου λίγο αργότερα και ειρωνικά σχόλια, άκου μουσείο Φραγκοκρατίας στην Ελλάδα! Αυτό μας έλειπε! Ως γνωστόν οι Έλληνες μετά που έγιναν κάπως Ρωμαίοι, αναλήφθηκαν στους ουρανούς με κάποιο διαστημόπλοιο, μαζί με τα άγια τους χώματα, και έμειναν εκεί μέχρι να αποφασίσουν να επανεμφανιστούν φορώντας φουστανέλα και ανεμίζοντας λάβαρα. 
Ωστόσο το κάστρο αυτό δεν το επισκέπτομαι μόνο εγώ που έτυχε να διαβάσω μικρή την πριγκιπέσα Ιζαμπώ του Τερζάκη και αναζητώ απεγνωσμένα τους ψιθύρους του Σγουρού και τις διαδρομές επ' 'ονου της κυράς της Άκοβας. Ήταν γεμάτο κόσμο,  κάστρο και μουσείο, κυρίως παιδιά σε εφηβική ηλικία, διότι, πώς να το κάνουμε, τα παιδιά μαγεύονται με τα κάστρα. Ο Ντίσνεϋ το ήξερε καλά και επειδή στην Αμερική δεν μπορούσε να βρει κανένα αληθινό έφτιαξε τη Ντίσνεϋλαντ, μια χώρα κάστρων όλων των ειδών. Είναι το είδος του κτίσματος, ή είναι η εποχή που ασκεί τόση γοητεία; Ο Μεσαίωνας, οι ιππότες, η φεουδαρχία, οι πριγκίπισσες; Ποιο στοιχείο έλκει περισσότερο; Μήπως τα παραμύθια που πάντα έχουν σκηνικό μεσαιωνικό δημιουργούν αυτή τη μαγεία; Πρώτα έρχονται αυτά και μετά το σκηνικό, ή το ανάποδο; 
Φαίνεται πως κάτι υπάρχει εκεί που έχει να κάνει με το σήμερα. Κάτι που επιζεί στα τραγούδια, στους θρύλους, στις τοπικές συνήθειες, στα παιδικά παιχνίδια, κάτι που συνδέεται ίσως και με το χαρακτήρα των ανθρώπων σε κάθε χώρα και επαρχία της Ευρώπης πολύ περισσότερο από όσο το DNA για παράδειγμα, το οποίο διαρκώς επικαλούνται τα τελευταία χρόνια οι σχολιογράφοι. Η Ελλάδα έχει αρνηθεί γενικά να αντικρίσει τον εαυτό της στην μεσαιωνική ιστορία, και δεν είναι τυχαίο που κανείς δεν διανοήθηκε να ειρωνευτεί, ας πούμε, το δεύτερο και περίλαμπρο αρχαιολογικό μουσείο που χτίστηκε στην Ήλιδα λίγο πριν ή λίγο μετά τους Ολυμπιακούς αγώνες, διότι για τους αρχαίους πάντα λίγα κάνουμε και μόνο αυτούς αναγνωρίζουμε ως προγόνους. Έστω και σαν περαστικούς να τους δεις πάντως, οι Φράγκοι άφησαν αν μη τι άλλο στην Πελοπόννησο σκηνικά παραμυθιών σε μεσογειακό περιβάλλον, όπου τα δυο τρία τελευταία χρόνια γίνονται και αναπαραστάσεις γκιόστρας προς μεγάλη χαρά των παιδιών. 
Ελπίζω οι σύγχρονοι καβαλλάρηδες να προσέχουν. Λεπτομέρειες για τη γκιόστρα ελληνιστί θα βρείτε στο Β του Ερωτόκριτου. 







Πέμπτη 11 Ιουλίου 2013

Τουρισμός επιπέδου

Λένε πως περιμένουμε τουρισμό το καλοκαίρι. Ελπίζω να είναι έτσι, αλλά στη Μεθώνη, στο μικρό ξενοδοχείο που μείναμε, ήμασταν οι μόνοι πελάτες, εμείς και κάποιος ακόμα που θα έμενε δυο μήνες για δουλειά. Υπήρχε διάχυτη ατμόσφαιρα δεκαετίας του 60, και με την καλή και με την κακή έννοια. Ας κρατήσουμε την καλή έννοια, τη γαλήνη της μικρής πόλης, κι ας ξεχάσουμε την πράσινη απο μούχλα μπαταρία του μπάνιου που μας έμεινε στα χέρια. Στην κορφή του Ταϋγέτου το επόμενο βράδυ, σε ένα καταπληκτικό τοπίο, ήμασταν οι μόνοι πελάτες αρχές Ιουλίου στο Τουριστικό περίπτερο. Μείναμε εκεί για να βρισκόμαστε κοντά στο Μυστρά, να προλάβουμε να τον δούμε πριν κλείσει, στις 3 το μεσημέρι. Καταφέραμε να φτάσουμε στην πύλη 9.30 το πρωί, και στις 3 που μας έβγαλαν έξω είχε χρειαστεί να κάνουμε τρεχάλα το τελευταίο κομμάτι. Καθώς φεύγαμε, έρχονταν άνθρωποι να τον επισκεφτούν, υποθέτοντας ότι μένει ανοιχτός ως τη δύση του ηλίου, όπως συνέβαινε κάποτε με τις υπαίθριες αρχαιότητες. Ντρεπόμουν να βλέπω την απογοήτευση τους. 
Όταν διαβάζω κριτικές για την 'ποιότητα του τουρισμού', ότι δεν προσελκύουμε τουρίστες επιπέδου, που σέβονται το περιβάλλον και ξοδεύουν λεφτά (αν και νομίζω κρίνουμε το επίπεδο απο τα λεφτά και μόνο) σκέφτομαι πως προσελκύουμε αυτούς που μας ταιριάζουν. Γιατί να έρθει ο τουρίστας 'επιπέδου' να βασανιστεί σε αρχαιολογικούς χώρους που τον διώχνουν μέσα στη ντάλα;
Ίσως έρθει τον Αύγουστο πολύς κόσμος, δεν ξέρω. Στην ταβέρνα που φάγαμε στη Μεθώνη μας έλεγαν ότι έχουν μικρή τουριστική περίοδο, μόνο τον Αύγουστο. Κι εκεί ήμασταν οι μόνοι πελάτες. Ο σερβιτόρος δεν παραπονιόταν στη συζήτηση, η αξιοπρέπεια του άξιζε περισσότερο κι απο τα ψάρια του. Τόσο όμορφο μέρος όμως, με τέτοιο μοναδικό συνδυασμό αρχιτεκτονικού και ιστορικού ενδιαφέροντας, με ωραία θάλασσα, με καλό και υγιεινό φαγητό, γιατί να έχει μόνο τον Αύγουστο τουρίστες; Τουλάχιστον εκεί το κάστρο μένει ανοιχτό ως τις εφτά το βράδυ. Είναι πιο εύκολο βέβαια, κάποιος ανοίγει την πύλη το πρωί και την κλείνει το απόγευμα. Μπορεί να το κάνει κι ο περιπτεράς της γωνίας εθελοντικά, σιγά τον κόπο. Δεν υπάρχει ψυχή να το φυλάει τις ώρες της μέρας. Στο site του υπουργείου διάβασα ότι έχει πρόσβαση για άτομα με ειδικές ανάγκες, πράγμα που δεν πρόσεξα, ομολογώ. Σίγουρα είναι επίπεδο, δεν έχει ανηφόρες όπως ο Μυστράς, πολύ πιο εύκολο να το γυρίσεις, και δεν πεθαίνεις απο τη ζέστη καθώς σε δροσίζει η θάλασσα, αλλά να εννοούν αυτό;
Στη Σκωτία πριν χρόνια είχαμε πάει σε ένα κάστρο δίπλα στη λίμνη Νες, το Λόχνες δηλαδή, το οποίο είχε μόνο έναν μισογκρεμισμένο πύργο που τον έβλεπες σε τρία λεπτά. Ύστερα έμπαινες δίπλα σε μια αίθουσα προβολών και παρακολουθούσες ντοκιμαντέρ για την ιστορία του. Τέλος χάζευες μια ώρα στο μαγαζί, και μπορούσες να πιεις καφέ στο καφενείο ατενίζοντας τη θέα. Κι όλ' αυτά στο πουθενά, όχι δίπλα σε χωριό. Οι εργαζόμενοι έρχονταν απο μακριά κάθε μέρα. 
Εκεί, στη Μεθώνη, αυτό το κάστρο θέλεις ώρες να το γυρίσεις, αλλά έχει μόνο τρεις επιγραφές απ' έξω για να διαβάσεις την ιστορία του, κι η μια έχει στραβώσει. Θα μου πείτε, ενετικό κάστρο είναι που το πήραν οι Οθωμανοί, με τη θεώρηση που είχαμε των πραγμάτων πάλι καλά που διατηρήθηκε. Μόνο τα τελευταία χρόνια προσέξαμε τα φράγκικα, τα βενετσιάνικα και τα οθωμανικά μνημεία, και μας πρόλαβε η κρίση πάνω που το δικό μας επίπεδο είχε αρχίσει ν' ανεβαίνει. 
Βέβαια οι δυσκολίες για να δεις έναν αρχαιολογικό χώρο θεωρούνται μέρος του επιπέδου, διότι οι αρχαιολόγοι φρίττουν αν τους πεις για καφενεία, σουβενιράδικα, αναπαραστάσεις και προβολές. Αν δεν ιδρώσεις και δεν κινδυνέψεις στα χαλάσματα δεν έκανες τίποτε. Αν δεν πάθεις μια ηλίαση στον πολιτιστικό τουρισμό, δεν θα θεωρηθείς άξιος επισκέπτης, δεν θα καταλάβεις το βαθύτερο νόημα του παρελθόντος. Αναψυκτήρια, μαγαζάκια, ευκολίες, κατεβάζουν το επίπεδο. Κάπως έτσι το βλέπουν το πράγμα. Ίσως όμως να είναι λιγότερο άτεγκτοι με ένα ενετικό κάστρο. Λέω τώρα εγώ.  

Τετάρτη 10 Ιουλίου 2013

Βγείτε από τον πύργο σας

Στο Μυστρά το εισιτήριο έχει πέντε ευρώ, και είναι δωρεάν για παιδιά, φοιτητές, δημοσιογράφους, ηλικιωμένους κι ένα σωρό ακόμα κατηγορίες. Βέβαια δεν ενδείκνυται να σκαρφαλώνουν μέσα στο λιοπύρι ηλικιωμένοι στο απότομο βουνό που διάλεξε ο Βιλαρδουίνος για το κάστρο του. Πόσο μάλλον που κλείνει στις τρεις το μεσημέρι, όπως και όλοι οι αρχαιολογικοί χώροι, ενώ αν έμενε ανοιχτός ως τη δύση του ηλίου θα μπορούσε να προσελκύει και λιγότερο νέους και ρωμαλέους επισκέπτες.
Ανέβηκα δεύτερη φορά στη ζωή μου ως την κορυφή του, και συστηνω θερμά να τον επισκέπτεται κανείς από το φθινόπωρο ως την άνοιξη. Σοφοί ήταν στο  σχολείο που μας είχαν πάει εκεί Νοέμβριο μήνα, κι είχαμε θαυμάσει τη βλάστηση της Πελοποννήσου σε αποχρώσεις του κόκκινου και του κίτρινου. Τότε σκαρφαλώναμε σαν αγριοκάτσικα και ποζάραμε στα άδεια παράθυρα του ανακτόρου του Παλαιολόγου. Τώρα, μερικές δεκαετίες μετά, κατάλαβα γιατί δεν μας προλάβαιναν οι καθηγητές. Το δε ανάκτορο του Παλαιολόγου ανακαινίζεται κι ήταν μεγάλη ανακούφιση για τα πρησμένα πόδια μου ότι δεν μπορούσα να το επισκεφτώ. 
Ο τίτλος μου σήμερα είναι παραπλανητικός, βγείτε απο τον νοερό πύργο σας, τα αδιέξοδα και την περιρέουσα απελπισία, εξερευνώντας αληθινούς πύργους, όχι μόνο στην Πελοπόννησο όπου πήγα εγώ, αλλά σε όλη την Ελλάδα, αυτό θέλω να προτείνω. Τα μεσαιωνικά κάστρα σε νησιά, βουνά και παραλίες, είναι κάτι σαν ανεξερεύνητη ήπειρος, γιατί η σχολική ιστορία, προσπαθώντας να στήσει ένα νήμα συναισθηματικής προσέγγισης διαπερνάει αιώνες και ενδιαφέρουσες καταστάσεις αφήνοντας πίσω της ωραία και σχεδόν ανώνυμα ερείπια. Ο Μυστράς εξαιρείται διότι θεωρείται ελληνικός, αλλά κάνοντας καλοκαιρινό τουρισμό είναι πιο λογικό να επισκεφτεί κανείς το κάστρο της Μεθώνης, ας πούμε, που είναι επίπεδο, ζήτημα αν ανεβοκατεβαίνεις δυο -τρία σκαλιά μαζεμένα, κι όπως βρίσκεται δίπλα στη θάλασσα το δροσίζει τ' αεράκι. Βενετοί, Τούρκοι, Αιγύπτιοι, Γάλλοι και Έλληνες υπήρξαν κατά καιρούς οι κυρίαρχοί του, και τα ίχνη τους βρίσκονται εύκολα με μια βόλτα και λίγο χάζεμα στους οδηγούς. Εκκλησία, τζαμί, λέων του Αγίου Μάρκου, γοτθικές κολόνες, μαυριτανικές πύλες, πυραμιδοειδείς σκεπές. Πολύ αίμα χύθηκε κάποτε στις πέτρες αυτές, αλλά και πολύ περισσότερο νερό χρησιμοποιήθηκε στα χαμάμ που στέκουν ακόμα έρημα μέσα στα ισοπεδωμένα χαλάσματα, για να ευπρεπιστεί η καθημερινή ζωή που κάπως θα πρόλαβε να λάβει χώρα στη χαμένη πλέον πόλη. Εισιτήριο δεν υπάρχει εκεί, απλώς η πύλη ανοίγει το πρωί. Η πόλη είναι σχεδιασμένη από τους Γάλλους που έδιωξαν τους Αιγύπτιους του Ιμπραήμ και παρέδωσαν στους Έλληνες το κάστρο, με μικρές πλατείες και τα απλά σπιτάκια της Πελοποννήσου που μπορείς να τα πεις και νεοκλασικά.
Έτσι λοιπόν οι Βενετσιάνοι έφτιαχναν κάστρα κοντά στη θάλασσα, σταθμούς εμπορίου στην ουσία, οι δε Φράγκοι προτιμούσαν τα βουνά για να επιβλέπουν την αγροτική ζωή στην πεδιάδα, πράγμα που έκανε κι ο Παλαιολόγος μετά που πήρε το Μυστρά ως αντάλλαγμα για ν' αφήσει ελεύθερο τον Βιλαρδουίνο. Τα υπόλοιπα, σχέσης παραγωγής, σχέσεις ζωής και εξουσίας, παρακολούθηση και τιμωρία, θα τα βρείτε  μόνοι σας ταξιδεύοντας στη μεσαιωνική Πελοπόννησο. Λίγη έρευνα στην εποχή της φεουδαρχίας μπορεί να μας γλιτώσει από επανάληψη φεουδαρχικών καταστάσεων, που τις βλέπεις καμιά φορά να ανασταίνονται έστω και σε συμβολικό επίπεδο.

Τρίτη 9 Ιουλίου 2013

Πώς να σε θυμάμαι, Νίκο Ναουμίδη

Πέθανε ο Νίκος Ναουμίδης, στα 63 του από ανακοπή καρδιάς, διαβάζω. Στις φωτογραφίες μέσω Ίντερνετ βλέπω ένα πρόσωπο που μου θυμίζει το Νίκο μόνο στο σχήμα. Στα ζυγωματικά πιο πολύ. Τι σοβαρός που είχες γίνει Νίκο! Αν σ' έβλεπα δεν θα σε γνώριζα, τόσο άλλαξε το ύφος σου, ενώ προφανώς δεν είχες παχύνει, δεν είχες βαρύνει. Μου έρχεσαι στο μυαλό νέος λυγερός όπως ήσουν τότε που κάναμε παρέα στη Θεσσαλονίκη, και τότε που παίζαμε στη Φαύστα του Μποστ το ζευγάρι Ιατρού, στη μόνη της ζωής μου επαγγελματική θεατρική εμπειρία. Εκείνοι οι μήνες, από το Πάσχα ως το Σεπτέμβρη της επόμενης χρονιάς, που γυρίζαμε την Ελλάδα με το Θεατρικό εργαστήρι, ήταν από τους ωραιότερους της ζωής μου. 
Ακούω τη φωνή σου, λίγο θαμπή, λίγο βραχνή, καθώς περπατάμε. Ανεβήκαμε σοκάκια της Κέρκυρας, εξερευνήσαμε παρασκήνια στο θέατρο της Λάρισας, τριγυρίσαμε με τη ντουντούκα να διαφημίσουμε το μετέπειτα πολυπαιγμένο έργο του Μποστ, αλλά τότε αρκετά άγνωστο ακόμα. Σε ποιες πόλεις είχαμε πάει, ξέχασα πια, τι γίνανε αυτές οι πολύτιμες αναμνήσεις; Στο πούλμαν ήμασταν σαν άταχτα παιδιά ανάμεσα στους πιο σοβαρούς ηθοποιούς του θιάσου, εγώ τελειόφοιτη της Νομικής κι εσύ που με περνούσες μόνο τρία χρόνια. Ο πιο μικρός από τους αληθινούς ηθοποιούς εκεί, και φαινόσουν ο πιο εύθραυστος. Εχω δυο φωτογραφίες μόνο, μία έγχρωμη που τρώμε σε μια ταβέρνα στην Κέρκυρα όλοι μαζί, και μια ασπρόμαυρη μεγάλη της παράστασης, από αυτές που κολλούσαμε στη βιτρίνα των θεάτρων, τη μόνη που εμφανιζόμαστε οι δυο, είχαμε μικρό ρόλο. Την είχα φυλάξει για σουβενίρ, γεμάτη κόλλες απο τη χρήση στην περιοδεία εκείνη. Θα ψάξω να τις βρω όταν γυρίσω στην Αθήνα, να τις σκανάρω, πρέπει να απαντήσω στις πρόσφατες φωτογραφίες σου που είδα δημοσιευμένες, να σε θυμηθώ όπως σε είχα γνωρίσει. 
Ταξιδεύαμε με ένα νοικιασμένο πούλμαν, τα σκηνικά φορτωμένα στη σκεπή. Τι πλάκα γινόταν, η ταλαιπωρία δεν μας άγγιζε, ούτε η απογοήτευση για τα λεφτά που δεν έβγαιναν. Στο θίασο ήταν η Σοφία Φιλιππίδου, η Ελένη Γερασιμίδου, ο Χρήστος Στέργιογλου, μεταξύ άλλων ηθοποιών εξίσου σημαντικών που απλώς δεν έκαναν καριέρα στην Αθήνα, του Κώστα Γακίδη, της Λιάνας Οικονόμου, του Φούλη Μπουντούρογλου. Ήταν η Ρούλα Πατεράκη, ξανθιά και χυμώδης τότε, έπαιζε τη Φαύστα. Ο άντρας της ο Γιάννης Παναγιωτόπουλος,  μετέπειτα Γιάννης Πάνου ως συγγραφέας,  ήταν μαζί κι αυτός. Ψηλός, τεράστιος με το μεγάλο του μέτωπο και τη γκρίζα χαίτη να τον στεφανώνει. Τι γοητευτικοί κι οι δυο τους, και τι τυχερή ήμουν που μπορούσα να χάσκω κοντά σε όλους χωρίς εγωισμούς,  ως νεώτερη και προσήλυτη. Τόσο νέοι όλοι τους τότε, και μου φαίνονταν μεγάλοι. Έτρεχα μετά χαράς να προλάβω επιθυμίες κι επικοινωνίες, έφτιαχνα χαμομήλια με μέλι να μαλακώσουν οι ταλαιπωρημένες φωνές τους, έπαιρνα τη ντουντούκα, ακούραστη έκανα τη διαφήμιση στους δρόμους, ταλαντούχα ντελάλης.
Ο χρόνος εκείνη την εποχή ήταν σαν απαλό κυματάκι, δεν έτρεχε, δεν πίεζε, νανούριζε τρυφερά κι υποσχόταν τα πάντα, καθησύχαζε. Απατηλή απαλότητα βεβαίως, διότι ενώ εμείς ονειρευόμασταν και σχεδιάζαμε, εκείνος περνούσε ορμητικός, και να τώρα να έχουν διαβεί τόσα χρόνια, να έχουμε χαθεί Νίκο μου, και να μη μπορώ να σε ξαναδώ ποτέ, και να μην έχουμε βρεθεί τόσο καιρό να γελάσουμε λίγο. Γελούσαμε μαζί πολύ, λέγαμε ανάλαφρα πράγματα που αποδυνάμωναν ό,τι μας φόβιζε, και τα ξεχνούσαμε αυτομάτως, έχοντας στο μεταξύ απελευθερωθεί. Βολτάραμε πολύ στη Θεσσαλονίκη και στις άλλες πόλεις. Κουβεντιάσαμε και φιλοσοφήσαμε. Θέλω να σε θυμάμαι ωστόσο στα παρασκήνια. Να στεκόμαστε οι δυο μας σε μια ακρούλα κι απο την κουρτίνα να κρυφοκοιτάμε τους άλλους που παίζουν, να μη μιλάμε και σιωπηλά να συνενοούμαστε, πριν ακόμα κάνουμε τη μικρή μας εμφάνιση, πριν αναμετρηθούμε όπως ο καθένας μπορούσε, με τα φώτα της τέχνης. 

Τρίτη 2 Ιουλίου 2013

Υλικό για παραμύθια

Mια ζωή σαν παραμύθι, διάβασα κάπου για τον Γιάννη Αντετοκούντο. Παραμυθένιο μπορεί να πει το τέλος κανείς, το αίσιο τέλος. Το φτωχόπαιδο χάρις στο ταλέντο του ξεφεύγει απο τη φτώχεια, τραβάει έξω και τους γονείς του, ακριβώς όπως στα παραμύθια, ειδικά όσα θυμούνται και τους ανιόντες. Συνήθως ξεχνιούνται αυτοί, καθώς το παλικάρι νικάει τους δράκους με τη βοήθεια λίγων φίλων, παντρεύεται τη βασιλοπούλα και γίνεται βασιλιάς. 
Κατά τα άλλα, παραμυθένιες ζωές σαν του Γιάννη μέχρι τα δεκαοχτώ του έχει πολλές τριγύρω. Υλικό παραμυθιού κυκλοφορεί διακριτικά στη μικροαστική καθημερινότητα, με πλαστικές σάκκες και φούτερ σε χαρούμενα χρώματα. Δεν έχει η φτώχεια την όψη που είχε, άδικα παιδεύονται φωτογράφοι και παραμυθάδες να την διακρίνουν στα στενά της πόλης και στα τσιμέντα των σχολικών αυλών. Χιλιάδες φτωχόπαιδα κυκλοφορούν διακριτικά ανάμεσά μας, με εξασφαλισμένο το προνόμιο για το οποίο είχε μιλήσει ο Ρομπέρτο Μπενίνι όταν παρέλαβε το ΄Οσκαρ "Ευχαριστώ τους γονείς μου που με γέννησαν φτωχό!" Το θυμάστε; 
Μερικές φορές ξεχωρίζουν από το χρώμα του δέρματος τα φτωχόπαιδα στην Ελλάδα σήμερα είναι συνήθως παιδιά μεταναστών. Οι προλετάριοι στην Ελλάδα σήμερα είναι συνήθως μετανάστες. Δεν αρκεί η -διακριτική- φτώχεια τους, έχουν και το κυνηγητό του ελληνικού κράτους, με το οποίο οφείλουν να συμβιβάζονται και να συμβιώνουν από τα παιδικά τους χρόνια. Ποιος ηθοποιός, ποιος καλλιτέχνης θα μπορέσει να αποτιμήσει στα μέρη μας κάποια στιγμή το βάρος και την ειδική πίεση αυτού του προνομίου; Ποιος θα μπορέσει να πει στο μέλλον, παραλαμβάνοντας κάτι σαν ΄Οσκαρ, "Ευχαριστώ τους γονείς μου που με γέννησαν φτωχό, και το ελληνικό κράτος που δεν αναγνώριζε την ύπαρξή μου"; 
Ισως να είναι η μελλοντική φιλόσοφος

Ίσως να γίνει το θαύμα βέβαια. Να βρίσκεται κιόλας ανάμεσα στα παιδιά που ετοιμάζονται να περάσουν καλοκαίρι στην Αθήνα, παίζοντας στα στενά πεζοδρόμια, κλεισμένα στα στενά διαμερίσματα, να μεγαλώνει ήδη ένας αυριανός τενόρος, ένας σταρ του ποδοσφαίρου, μια ακοντίστρια, η μελλοντική νικήτρια του "Ελλάδα έχεις ταλέντο" ή μια φιλόσοφος της ύπαρξης που θα φέρει επανάσταση στη σκέψη και γιατρειά σε όλα τα βαριά υπαρξιακά προβλήματα του κόσμου, ακριβώς επειδή επιβειώνει σε μια πόλη που δεν τη βλέπει, δεν καταλαβαίνει ότι υπάρχει, κι ας σκουντουφλάει επάνω της κάθε μέρα. Βιώνει την υλική κατάσταση λανθάνουσας φτώχειας προσπαθώντας να εμφανίζεται αξιοπρεπώς σε μια κοινωνία που συνεχώς επικαλείται τη φτώχεια της, αλλά αρνείται να δει τους φτωχούς της. Παλεύει να γλιτώσει απο τη φτώχεια σε μια χώρα που παριστάνει ότι σέβεται υπερβολικά τη φτώχεια, αλλά αυτόν που τη διαθέτει τον περιφρονεί. Γενικώς κινδυνεύει πολύ περισσότερο να τρελαθεί από το να γίνει φιλόσοφος, αλλά μπορεί μέσα στις χιλιάδες που ταλαιπωρούνται να υπάρξει και η φιλοσοφική πιθανότητα. Ποιος ξέρει; 
Μας λείπει πολύ αυτή η φιλόσοφος, λείπει  στους πολίτες του ελληνικού κράτους που την κυνηγά εκ γεννετής, λείπει σε όσους αντιμετωπίζουν μαζί της υπαρξιακά προβλήματα, λείπει στους φτωχούς και λείπει και στους πλούσιους, λείπει στους ευρωπαίους που δεν ξέρουν γιατί είναι ευρωπαίοι, στους έλληνες που δεν ξέρουν γιατί δεν είναι ευρωπαίοι, λείπει σε όλους μας. Κι όσο σκέφτομαι ότι θα περάσει το καλοκαίρι στην Αθήνα, στα βρωμερά πεζοδρόμια και στα στενά διαμερίσματα, τη στιγμή που τόσα εξοχικά στενάζουν από έλλειψη φιλοσοφίας...

Τρίτη 25 Ιουνίου 2013

Από τη μια Δανία στην άλλη

Από την ΕΡΤ μου άρεσαν τα ξένα σήριαλ που έδειχνε φέτος, παρακολούθησα τα περισσότερα, δείγμα ότι γέρασα, αφού είχα να δω τηλεόραση από τότε που τα παιδιά μου ήταν μωρά κι έβαζα ταινίες μέσα στη νύχτα να με αποκοιμίσουν. Το δανέζικο Μπόργκεν έκλεισε τελευταίο τη σαιζόν, με την πρώην πρωθυπουργό να μην δέχεται νέα θέση πρωθυπουργού σε συμμαχική κυβέρνηση, για λόγους κομψότητας, όπως το είδα τουλάχιστον. "Μα να γίνω πρωθυπουργός με 17%;" αναρωτιόταν η πρωταγωνίστρια λίγο πριν ζητήσει υποχωρήσεις απο το δεξιό κόμμα σε θέματα μετανάστευσης και ποινικής ευθύνης ανηλίκων για να στηρίξει  κυβέρνηση συνεργασίας. Όπως λέμε, μα πάει το ροζ με το πράσινο, τα μυτερά παπούτσια με μπλουτζίν, το σορτς με  πλαδαρά γόνατα; Η απάντηση είναι όντως υποκειμενική, διαφέρει σε μήκη και πλάτη του κόσμου, ωστόσο η ευαισθησία για τα θέματα κομψότητας δεν έχει εξαφανιστεί, αυτό ήταν το μήνυμα της λήξης.
Γενικά στο σήριαλ αυτό γίνονταν τρομερά πράγματα, καταρχήν η πρωταγωνίστρια ήταν ηγέτης ενός κόμματος μετριοπαθών, αν είναι δυνατόν. Η λέξη και μόνο θα σκόρπιζε τρόμο στην ελληνική πολιτική. Άκου, μετριοπαθών! Πέρα από όσα μας έδειχναν στην καθημερινή ζωή της πρωταγωνίστριας, πρωθυπουργός και να μαγειρεύει μόνη της, να κυκλοφορεί στην πόλη σαν πολίτης, να πηγαινοφέρνει τα παιδιά της στο σχολείο κα διάφορα άλλα βόρεια πράγματα που ακόμα κι αν γινόμασταν Δανία του νότου θα αργούσαμε να αποδεχτούμε, υπήρχε κι η φιξιόν των πολιτικών παζαρεμάτων. Τα ζητήματα παζαρεύονταν, σου δίνω τόσο, μου δίνεις όσο αναλογεί στις ψήφους και στην απήχηση σου. Μπορεί να είσαι δεξιός που βγήκες κραδαίνοντας αυστηρότητα απέναντι σε ανήλικους εγκληματίες ή σε παράνομους μετανάστες, αλλά για να σε στηρίξω θα υποχωρήσεις κάπως. Απίστευτο, αλλά να, στο σενάριο ο ξυνός ηθοποιός που παριστάνει τον αντίπαλο της πρωταγωνίστριας, δέχεται το παζάρεμα και συζητάει μαζί της. Πολύ συνδιαλλαγή αδερφάκι μου. Πολύ πάρε- δώσε. Για φαντάσου, ντροπής πράγματα αυτοί οι Δανοί. Και στα πορνό πρώτοι ήταν πάντα, τι περιμένεις;  
Ομολογώ ότι εξεπλάγην με την απήχηση που είχε το σήριαλ στο ελληνικό κοινό. Τόσος κόσμος να βλέπει ιστορίες διαπλοκής του Τύπου με την πολιτική ενός κόμματος μετριοπαθών; Θα πρέπει να σοκαρίστηκαν πολύ οι ψηφοφόροι κομμάτων που μόνο μετριοπαθή δεν είναι, που ποτέ δεν παζαρεύουν, δεν διαπραγματεύονται, δεν υποχωρούν. Αλλά εντάξει, έργο ήταν, κάτι σαν επιστημονική φαντασία. Ένας άλλος πλανήτης με πολλές ξανθές που δεν είναι χαζές και διάφορα παράξενα, με λίγα στοιχεία ανθρώπινης συμπεριφοράς να έχουν διατηρηθεί στο σενάριο, όπως καυγάδες ζευγαριών που χωρίζουν, ή ερωτικές ιστορίες που ξενερώνουν, για να μας ξεγελάσουν, ότι άνθρωποι είναι κι αυτοί σαν εμάς, και θα μπορούσε να συμβαίνει στον καθένα αυτό που συνέβαινε σε πρωθυπουργούς και βεντέτες της τηλεόρασης. 
Κρίμα να μη γυρίζουμε εδώ τέτοια σήριαλ, να εξάγουμε λίγη έλλειψη μετριοπάθειας προς βορρά, λίγο αδιαπραγμάτευτο απ' το τόσο που μας περισσεύει, που μας έχει βγει από τ' αυτιά, λίγο ανυποχώρητο, λίγο τσαμπουκά τέλος πάντων, και κόκκινες γραμμές, πολλές κόκκινες γραμμές. Κάπως πρέπει να κάνουμε ανταλλαγή αξιών οι δυο Δανίες.

Παρασκευή 21 Ιουνίου 2013

Οι μαντήλες των προσφύγων


Σήμερα είναι η Παγκόσμια ημέρα των προσφύγων, αφιερωμένη απο μένα σπέσιαλ στη Λεϊλά απο το Αφγανιστάν που κατάφερε να φύγει για τη Σουηδία. Για λίγους μήνες προσπαθούσε να μάθει ελληνικά, κι εγώ της έκανα μάθημα με βιβλίο Ινστιτούτου που προοριζόταν για αμερικάνους φοιτητές. "Θα πάρουμε ταξί για το Κολωνάκι" έλεγε το βιβλίο, κι εγώ ρωτούσα, "ξέρεις πού είναι το Κολωνάκι;" Είχαμε πλάκα. Ανοίγαμε ένα χάρτη στο τραπέζι και σκύβαμε επάνω, εκείνη και τα παιδάκια της, έχει και τρεις κόρες. Η πιο μικρή είναι πέντε, φέτος έξι, οι μεγαλύτερες, δίδυμες, εννιά, φέτος δέκα. Κοίταζα τα κεφαλάκια τους, τα μικρούτσικα χρωματιστά κοκκαλάκια που βάζαν στα μαλλιά τους, κι αναρωτιόμουν πόσο καιρό ακόμα θα τα είχαν έτσι εκτεθειμένα, πότε θα φορούσαν τη μαντήλα όπως η μαμά τους, και μήπως υπήρχε περίπτωση να μην τη φορέσουν καθόλου; Αντιπαθώ τη μαντήλα όσο δεν παίρνει, και προσπαθώ σκληρά για να μην το δείχνω.
Σκύβαμε λοιπόν στο χάρτη και τους έδειχνα πού είναι η Ομόνοια, όπου έμεναν, πού η Ακρόπολη, πού το Κολωνάκι. Στο χάρτη δεν υπάρχουν διαφορές, κι είναι καλό να μαθαίνει κανείς να διαβάζει χάρτες. Κατά τα άλλα γέμιζαν κι οι τέσσερις τους τετράδια επί τετραδίων με φρασούλες και λεξούλες, φιλότιμα, προσεχτικά, με όμορφα στρογγυλά γραμματάκια. Αναρωτιέμαι στην καινούργια τους ζωή, εκεί στη Σουηδία, αν θα θυμούνται ποτέ καμιά ελληνική λέξη.
Το μάθημα γινόταν στο σπίτι μου. Τις πρώτες φορές η μαντήλα δεν ξεσφίχτηκε, δεν μετακινήθηκε. Ύστερα, καθώς ζέσταινε ο καιρός, η Λεϊλά άρχισε να τη βγάζει, και τη φορούσε μόνο όταν έμπαινε άντρας στο δωμάτιο, της δικής μου οικογένειας άντρας δηλαδή. Κι ύστερα στο τέλος, όταν πια είχε καλοκαιριάσει, η μαντήλα δεν ξανάμπαινε στο κεφάλι μέχρι να φύγουν για το σπίτι, κι ας μπαινόβγαιναν τα αγόρια μου. Την πρώτη φορά έκανε μια κίνηση να σκεπάσει το κεφάλι της, ύστερα σα να το ξανασκέφτηκε, το άφησε ασκέπαστο. Το είδα σαν σεβασμό στη δική μας ιδιαιτερότητα κυρίως, των ανθρώπων που δεν καλύπτουν πια τα μαλλιά τους, γιατί κάποτε, οι γιαγιάδες μας, οι προγιαγιάδες μας σίγουρα τα κάλυπταν. Υπήρξαν παντού βαρύ σύμβολο θηλυκότητας τα μαλλιά των γυναικών, θηλυκότητας που εκτίθεται, που προστατεύεται, που ανήκει, και που κάποια στιγμή, στις δικές μας κοινωνίες, απελευθερώνεται και επιδεικνύεται δημοσίως. Εκείνη τη στιγμή που μετά από ένα δισταγμό άφησε ακάλυπτα τα μαλλιά της, κατάλαβα την αιδώ και την εξέλιξη της, την απόφασή της να στερηθεί αυτή την προστασία, να αλλάξει συνήθεια για το χατήρι μας, αλλά και για το πείραμα: θα ένιωθε κι αυτή κάτι σαν συγκίνηση ελευθερίας; Θα το χαιρόταν; Το ξεσκέπασμα των μαλλιών ήταν ένα βήμα αποφασιστικό προς το μέρος μας, μια μικρή δοκιμή, μια φιλική χειρονομία με δυο αποδέκτες, εμάς κι εκείνη την ίδια.
Δεν ξέρω βέβαια τι ένιωσε, δεν μπορούσαμε να συζητήσουμε πολλά πράγματα με τα φτωχά ελληνικά της. Καλή της ώρα εκεί που βρίσκεται. Στη Σουηδία υπάρχει μεγαλύτερη φροντίδα για τους πρόσφυγες.  Και περισσότερη ανοχή για τις μαντήλες, αν κι εγώ ελπίζω ότι θα αφήσει τα κορίτσια της ξεμαντήλωτα όταν μεγαλώσουν.
Το φετινό σχολικό έτος οι μαθήτριες μου, δυο έφηβες απο το Αφγανιστάν με παρόμοια πορεία, δεν έβγαλαν ποτέ τη μαντήλα τους. Αυτές τις συναντούσα σε χώρο δημόσιο, αλλά αμφιβάλλω αν θα την παραμέριζαν  έστω κι αν μέναμε ολομόναχες. Αδερφές, δεκαπέντε και δεκάξι χρόνων, μαθήτριες στο Διαπολισμικό σχολείο της γειτονιάς τους. Της Ομόνοιας βέβαια. Αυτή είναι η γειτονιά τους, ο φόβος και ο τρόμος των Ελλήνων, η αντιπάθεια μας.  Κι όμως εκεί μένουν παιδιά και έφηβοι, νέες και νέοι που πασχίζουν, ίσως μάταια, με το μολύβι και το τετράδιο, με τα βιβλία και τους δασκάλους, να μάθουν να γράφουν τη δύσκολη γλώσσα μας, μεταξύ άλλων που πασχίζουν. Πιασμένες αγκαζέ πήγαιναν κι έρχονταν οι δυο τους, κουβαλώντας κι αυτές τετράδια γεμάτα με τα στρογγυλά γραμματάκια που κάναμε  στο Δημοτικό, κάποτε παλιά. Φοράνε τη μαντήλα με μια κορδέλα που τη σφίγγει στο μέτωπο και δεν ξεφεύγει τρίχα.
Μεγάλωσαν κι αυτές σαν πρόσφυγες στο Ιράν. Δεν θυμούνται το χωριό τους, που το εγκατέλειψαν όταν έκαψαν οι Ταλιμπάν το σπίτι των παπούδων.  Είναι δεκαεννιά μήνες στην  Ελλάδα και περιμένουν πρόσκληση απο τον αδερφό τους, ο οποίος έχει πάει στη Γερμανία. Θα τα καταφέρουν πιστεύω, αλλά στο μεταξύ οι συνθήκες ζωής τους δυσκόλεψαν, μένουν με άλλες τρεις οικογένειες σε ένα διαμέρισμα. Δεν παραπονιούνται ποτέ, αλλά καταλαβαίνω ότι δυσκολεύονται πολύ. Ουσιαστικά θα πρέπει να ζουν απο τη βοήθεια διαφόρων οργανώσεων.  Έχουν κινητό, αλλά ποτέ μονάδες να μιλήσουν. Έχουν και προφίλ στο Facebook, αλλά μόνο μια φορά τη βδομάδα επισκέπτονται έναν φίλο με κομπιούτερ και Ίντερνετ. Στο προφίλ τους βάλανε μια φωτογραφία φανταστική, ένα κορίτσι διαστημικό με αστέρια γύρω απο τα μάτια και μεταλλικά μαλλιά. Με κάτι τέτοια θυμάμαι πως είναι παιδιά, κι ας φορούν αυτή τη φριχτή μαντήλα, ας έχουν αυτό το σοβαρό ύφος προσπαθώντας να διατηρήσουν την αξιοπρέπεια τους στο σκληρό αθηναϊκό περιβάλλον.
Μια μέρα με τη ζέστη φορούσαν μαντήλες μάλλινες, ίδρωνα μόνο να τις βλέπω. Την επόμενη φορά τους πήγα μερικά δικά μου ελαφρά, βαμβακερά και δροσερά μαντήλια. Ελπίζω να τους αρέσουν, να προτιμήσουν αυτά τα υφάσματα, τουλάχιστον το καλοκαίρι. Γι αυτές είναι η μόνη άμυνα τελικά, ένα είδος προστασίας. Ευχήθηκα να επιτρέψουν στο εαυτό τους να δροσιστεί λιγάκι.

Τρίτη 18 Ιουνίου 2013

Στη χάρη του χρόνου


Στην πλατεία της παλιάς πόλης, στην Πράγα, μαζεύεται πλήθος κάθε φορά που είναι να χτυπήσει το ρολόι του παλιού Δημαρχείου. Έχει κάτι παραθυράκια που ανοίγουν και βλέπεις μέσα να περιστρέφονται ξύλινα αγαλματάκια, οι Απόστολοι και ο Χριστός, να στέκονται ένας- ένας και να χαιρετάνε σα μανεκέν, χαμογελώντας. Ο Χριστός κρατά και το σταυρό του αγκαλιά, αλλά περνά κι αυτός με τους άλλους. Ένας σκελετός που παριστάνει το θάνατο κουνιέται ταυτόχρονα υστερικά, ένας Ανατολίτης με τουρμπάνι δίπλα ζωντανεύει επίσης, παριστάνοντας τον εξωτερικό εχθρό, υποθέτω. Είναι ένα μεγάλο παιχνίδι δηλαδή, ακαταμάχητο ωστόσο. Στέκομαι με τον κόσμο και στραβολαιμιάζουμε επί πέντε λεπτά, κι όσο κι αν ο σνομπ εαυτός μου έχει φρίξει και μου λέει να φύγω, δεν το κουνάω ρούπι. Μα τι μανία είναι αυτή με τα μεσαιωνικά, από τις ιστορίες με ιππότες μέχρι τη λατρεία για κάθε γοτθικό οικοδόμημα, κάθε λιθόστρωτο δρομάκι παλιάς πόλης; Τόσο πολύ γοητεύει  η εποχή που πίστευαν οι άνθρωποι στις μάγισσες, περίμεναν τό τέλος του κόσμου, κοιμόντουσαν μόλις νύχτωνε, νόμιζαν πως η Γη είναι επίπεδη κι ένα σωρό άλλες σαχλαμάρες; Είναι τα μεγέθη των πόλεων που  συγκινούν, αυτές οι πεζοδρομημένες περιοχές που  βεβαιώνουν ότι δικαιούμαστε ανέμελους περιπάτους ή κάποια εξερευνητική αίσθηση, η περιέργεια για το παρελθόν που μπορεί να είναι και ενδοσκόπηση  στο βάθος;
Όσο η ώρα περνάει στριμώχνονται γύρω μου ζευγάρια από την Ισπανία, γκρουπ από την Ιαπωνία και την Κίνα, βιαστικοί Γάλλοι που θα ήθελαν κι αυτοί να σνομπάρουν και τους κακοφαίνεται που δεν το καταφέρνουν, οικογένειες με παιδιά, ήρεμες γιατί έχουν την καλύτερη δικαιολογία για την παιδικότητα τους.
Άνθρωποι που έχουν δει τα μάτια μας πολλά σε σινεμά, τηλεόραση, Ίντερνετ, που συνέχεια βλέπουμε πράγματα και θαύματα, κι όμως προσδοκούμε με λαχτάρα να θαυμάσουμε την επινόηση ενός μηχανικού του 15ου αιώνα με ξύλινες κούκλες και πορτούλες που ανοιγοκλείνουν. Είναι καθήκον του τουρίστα βεβαίως, η φιλομάθεια που  οι σοβαροί  υποτιμούν. Οι σοβαροί  αποφεύγουν τους τουρίστες, ιδίως όταν κάνουν οι ίδιοι τουρισμό. Αποφύγετε το τάδε μέρος, λένε οι τουριστικοί οδηγοί, είναι γεμάτο τουρίστες. Αλλά πώς να τους αποφύγεις, αφού πάντα πηγαίνουν στα μέρη που θέλουν όλοι να δουν;
Στη μέση της πλατείας ένα τεράστιο άγαλμα απο χαλκό ο μεταρρυθμιστής Γιαν Χους απέναντι απο τη μπαρόκ εκκλησία της Αντιμεταρρύθμισης, θυμίζει μια απο τις πολλές αιματηρές περιπέτειες της πόλης. Τον 15ο αιώνα σφάζονταν για το αν πρέπει να λαμβάνεις τη μετάληψη απο κύλικα ή από κάτι άλλο, κι ακόμα βλέπει κανείς το σήμα αυτό, τον κύλικα, σε διάφορα μέρη και μπορεί να νομίζει ότι βρήκε το άγιο δισκοπότηρο και να μπει κατευθείαν σε μια μεσαιωνική ιστορία, να γράψει μπεστ σέλερ. Νταν νταν, έφτασε η στιγμή, χτυπούν οι καμπάνες, ανοίγουν τα πορτάκια, ο χρόνος διαβαίνει, τα πάθη περνούν, και μόνο τα ρολόγια μένουν ίδια και χτυπάνε με το μετρημένο ρυθμό τους, από τότε που τα επινόησαν οι μηχανικοί του Μεσαίωνα. Προσκυνούμε τη χάρη τους λοιπόν, το έργο αυτό δεν ξεπεράστηκε ακόμα.

Τετάρτη 12 Ιουνίου 2013

Οι αδιαλλαξίες δεν βοηθούν

Η βία παγιδεύει τους ανθρώπους στις δικές της συνήθειες. Ποιος υποχωρεί πρώτος; Αν υποχωρήσει ο Ερντογάν θα θεωρηθεί αδύναμος, αν υποχωρήσουν οι διαδηλωτές το ίδιο. Η εξέγερση που άρχισε για το πιο ειρηνικό πράγμα του κόσμου, ένα πάρκο μέσα στην πόλη, δυσκολεύεται να τελειώσει. Αυτό αρέσει σε όσους ονειρεύονται επαναστάσεις, δεν αρέσει σε όλους απολαμβάνουν την καθημεριν.η ζωή στις πόλεις.  Δεν γίνεται οι σεμνοί επαρχιώτες να γίνουν οπαδοί της ελευθεριότητας, ούτε όμως και οι αντίπαλοί τους να παραχωρήσουν τις πολύτιμες ελευθερίες τους. Οι αδιαλλαξίες δεν ωφέλησαν ποτέ τις πλατείες και τα πάρκα. 
Λένε πως ο Ερντογάν εκπροσωπεί τη δυναμική Ανατολή που ξεχειλίζει ασυγκράτητη προς πάσα κατεύθυνση. Φτιάχνει καινουργιες γέφυρες στον Βόσπορο, όταν το ερώτημα είναι αν θα περάσει απο τις παλιές η Δύση ανατολικά, ή το ανάποδο. Μα τι θα απογίνει τόση ορμή αν δεν μπορεί να βρεί ποτέ μπροστά της κάτι αληθινά φθαρμένο, να σταθεί και να κοιτάξει; Να, όπως στον Ιππόδρομο, όλα τα έργα τέχνης που είχε κουβαλήσει ο Κωνσταντίνος από τα πέρατα της αυτοκρατορίας και τα είχε στοιβάξει όπως  βάζουμε στο σύνθετο τα σουβενίρ των ταξιδιών μας. Τι ωραία και τακτικά, ο τρίποδας των Δελφών με τα φίδια του, ο οβελίσκος με τα ιερογλυφικά του, διάφορα παράξενα. Δεν είχαν ακόμα εκτιμήσει τα μενίρ των Γαλατών να κουβαλήσουν κι ένα τέτοιο. Πού να ήξεραν τι δόξα θα κέρδιζαν κάποτε οι βάρβαροι της Δύσης. 
Το κέντρο θυμίζει ακόμα την αυτοκρατορία, αυτό το πολιτικό σύστημα που τόσο πολύ ξεπεράστηκε ώστε μπορούμε να αναγνωρίσουμε τα καλά του στοιχεία: το κυριότερο ήταν ότι ανεχόταν την πολυμορφία, μια ικανότητα πολύτιμη.
Η Πόλη είναι ευρωπαϊκή ακόμα και ως ανατολίτικη. Στο παλιό της κομμάτι πλήθη τουριστών αναγνωρίζουν τα σκηνικά Ιστορίας, μυθιστορημάτων, μύθων και δραμάτων μέσα σε ατμόσφαιρα παρακμής. Θυμίζει ότι υπήρξε πρωτεύουσα αυτοκρατορίας, σε μεγάλες ιστορικές περιόδους ανεχόταν την πολυμορφία. Όταν έπαψε να είναι πρωτεύουσα, αφέθηκε στο περιθώριο του εθνικού κράτους που θα δυσκολευόταν να την αφομοιώσει. Περιφερειακά πνίγεται απο τις ομοιόμορφες γειτονιές που ξεφυτρώνουν σε μια νύχτα, όμως το κέντρο δεν παραχωρεί την πολυτέλεια του παρελθόντος του.
Και τι θα γίνει λοιπόν; Ο Ορχάν Παμούκ δήλωσε ότι ανησυχεί για τη συνεχιζόμενη σύγκρουση. Αν μπορούσε να επινοήσει αυτός έναν τρόπο συμβιβασμού, θα τον άκουγαν οι δυο πλευρές; Είναι πραγματικό παιδί της πόλης, η οποία θα μπορούσε να γραφτεί και με κεφαλαίο σαν πρόταση συμβιβασμού ανάμεσα στο καταργημένο επισήμως Κωνσταντινούπολη και στο απαράδεκτο για την δική μας πολιτική ορθότητα Ισταμπούλ (αλήθεια, δεν άκουσα ποτέ κριτική για τη δική μας πολιτική ορθότητα που απαγορεύει να λέμε Μακεδονία την Π.Γ.Δ.Μ, Ισταμπούλ την Κωνσταντινούπολη, κλπ κλπ, μην τα πιάσουμε ένα- ένα, μόνο την  πολιτική ορθότητα των άλλων ειρωνευόμαστε)

Πέμπτη 6 Ιουνίου 2013

Πρώτες ώρες στην Τσεχία

Για λίγα λεπτά όταν φτάνεις σε μια ξένη χώρα που δεν μιλάς τη γλώσσα, μπορεί και να σε πιάσει πανικός. Εμένα με πιάνει. Παραζαλισμένη όπως είμαι απο το ταξίδι με το αεροπλάνο, και βλέποντας παντού μόνο τσέχικες επιγραφές, αναρωτιέμαι, θα ξέρει κανείς αγγλικά; Θα καταφέρω να βρω τονκέντρο της πόλης; Να αγοράσω εισιτήρια, να καταλάβω πού πηγαίνειτο τραμ; Και δεν μπορώ να προσανατολιστώ. Περπατώ σε μια λεωφόρο με άχαρα κτίρια που έχουν επιβλητικές εισόδους, σοσιαλιστικής δόξας. Πού να πηγαίνω άραγε; 
Τα πιο απλά πράγματα προσφέρουν ικανοποίηση. Βρίσκω μηχάνημα και παίρνω λεφτά, αγοράζω εισιτήριο του τραμ και μπαίνω μέσα, κατεβαίνω σ' αυτό το επιβλητικό κεντρικό μέρος και αισθάνομαι πως έκανα μεγάλο κατόρθωμα. 

Τετάρτη 5 Ιουνίου 2013

Σημαδεύοντας το χρόνο

Έψαξα λίγο, δεν τις βρήκα. Πού τις έχω καταχωνιάσει; Μπορεί να πέταξα τις ατζέντες μου; Να ήμουν τόσο επιπόλαιη; Λες και τα χρόνια θα ξανάρχονταν;
Διάβασα ότι πέθανε η Ελένη Παμπούκη, γι αυτό κι η βιαστική έρευνα. Με το θάνατο καταλαβαίνεις ότι ακόμα και σημειώσεις που δεν βγάζουν νόημα έχουν αξία. Συνθηματικές φράσεις δίπλα σε φωτογραφίες κυριών του περασμένου αιώνα που τόλμησαν πρώτες κάτι. Μερικές απλώς να αφήσουν τα μαλλιά τους ελεύθερα. Υπάρχει τουλάχιστον το βάρος των σελίδων για την κάθε μέρα που έχει περάσει. 
Η δουλειά που έκαναν οι εκδότριες εκείνων των ημερολογίων ήταν να αναδεικνύουν μέρες και γεγονότα, αποσπάσματα και φωτογραφίες συνδεδεμένα με τις γυναικείες διεκδικήσεις. Να βάζουν λέξεις σε φόβους, δισταγμούς, διλήμματα, σε γυναικεία ζητήματα. Σε γυναικεία μέλη του σώματος, σε γυναικείες συνήθειες. Ακούγονται πολύ μακρινά όλ' αυτά. Ο φεμινισμός στην Ελλάδα δεν είχε μαζικότητα. Η ειρωνία εναντίον του, αντίθετα, ήταν πολύ δημοφιλής. Ήταν επιβεβλημένο να απαρνούνται δημοσίως τον φεμινισμό όλες οι διάσημες γυναίκες σε κάθε τους εμφάνιση πριν πουν οτιδήποτε άλλο. Παρόλ' αυτά κέρδισε ήσυχα και χωρίς αντιδράσεις σημαντικά πράγματα, τη νομιμοποίηση των εκτρώσεων, την αλλαγή του Οικογενειακού δικαίου και όλων των διατάξεων σε όλους τους κώδικες που δεν αναγνώριζαν πλήρη ισότητα των δύο φύλων. Ήταν η εποχή τέτοια, ίσως καλύτερα να μην την πολυσκαλίζουμε και ξυπνάμε το τέρας, μη βγει κανας παπάς και θέλει να τα πάρουν όλα πίσω, να φέρουν ξανά την παλιά νομοθεσία παντού και τα προφυλακτικά να τα πουλάνε στα φαρμακεία με χαρτί γιατρού. 
Την εποχή που η Ελένη Παμπούκη έβγαζε την "ατζέντα των γυναικών" δεν υπήρχαν τέτοιοι φόβοι, ζούσαμε τη χαρά της ανακάλυψης και ανατροπής στερεοτύπων καθημερινά, εξού και χρειαζόταν απαραιτήτως ατζέντα. Δεν ξέραμε τότε, νομίζαμε ότι η πορεία είναι ευθύγραμμη και οι κατακτήσεις εξασφαλίζονται. Κι όμως. Όσο ξεκάθαροι ήταν οι νομοθετικοί στόχοι τόσο άγνωστες ήταν οι πτυχές των δυνατοτήτων που σου άνοιγε η αμφισβήτηση των στερεοτύπων. Ο φεμινισμός ερχόταν σαν ποτάμι με κύματα αντίθετων ρευμάτων. Υπήρχε η παλιά κλασική άποψη πως κάθε δραστηριότητα ήταν κατάλληλη για τις γυναίκες, υπήρχε και η νεότερη πως οι κλασικές γυναικείες δραστηριότητες ήταν πολύ πιο σημαντικές από όσο θεωρούσαμε ως τότε. Το γυναικείο κίνημα ήθελε να αναθεωρήσει το βλέμμα και την αξιοπρέπεια, όχι μόνο τους μισθούς. Υπήρχε και η συναρπαστική ουτοπία ότι ο κόσμος θα αλλάξει αν οι γυναίκες κατακτήσουν την αξιοπρέπεια τους. Εδώ που τα λέμε, δεν μπορείς κάτι τέτοιο να το αρνηθείς εντελώς ακόμα και σήμερα, που δεν κάνει να λέμε τη λέξη φεμινισμό, να μην ερεθίζουμε τους αγιατολλάδες. 
Ναι, το υλικό ήταν πλούσιο για καθημερινή καταγραφή, για καθημερινές ανακαλύψεις. Τυχερές που υπήρξαμε για λίγο σαν τον Κολόμβο, πλέοντας για χώρες δήθεν γνωστές κι ανακαλύπτοντας καινούργια νησιά στην πορεία. Μπερδεμένες εξίσου και θαμπωμένες. Αδέξιες και αποφασισμένες, την επόμενη στιγμή αναποφάσιστες. Καμιά φορά οι φράσεις περί δικαιωμάτων ακούγονταν βαρύγδουπες, έμοιαζαν αφιλόξενες, μπερδεύονταν στα πόδια μας και μας πεδίκλωναν, υπονόμευαν τις σχέσεις μας, τίναζαν στον αέρα τις σιγουριές μας.
Έχω δουλειά στην ταχτοποίηση των συρταριών απόψε.   

Queen on sea

 H ταινία «Βασίλισσα της θάλασσας» μου κόστισε μια ταραγμένη νύχτα. Δεν ήταν τόσο η άνοια της γριάς μητέρας που με σόκαρε, όσο η άγνοια της ...