Σάββατο 6 Οκτωβρίου 2012

H μπλε ιστορία

Τα μπλε παντελονάκια

Ο Ξένιος Ζευς βγήκε παγανιά, το είπαν οι ειδήσεις. Ψάχνει να βρει παράνομους μετανάστες, να δείξει πόσο φιλόξενος είναι, τι άλλο; Ακόμα δεν συνήθισα τον ευφημισμό του, κάποια ευαίσθητη αρχαιολάτρης μέσα μου, μια  έφηβη που διάβαζε, ένα παιδί που πίστευε αντάμα στην Αθηνά, στον Άγιο Βασίλη, στον Ποσειδώνα και στο Χριστούλη, στριφογυρίζει ενοχλημένη και μουδιάζει τη σκέψη μου.
Αν είναι εκεί έξω ο Ζευς, εγώ καλύτερα να μείνω μέσα. Να μην ξανασυναντηθούμε σε τέτοια κατάσταση, δεν υπάρχει λόγος. Έχουμε περάσει και καλύτερες μέρες μαζί.
Καλύτερα να κάνω μια δουλίτσα ανώδυνη, καθημερινή, να βεβαιωθώ ότι λειτουργώ κανονικά, να βγάλω κι εγώ παγανιά την κανονικότητα. Να ποτίσω, ας πούμε, τις γλάστρες. Έχουν φουντώσει από τη ζέστη, τώρα μόλις αρχίζουν να κιτρινίζουν τα φύλλα του αμπέλωπα. Ή μήπως είναι θηλυκό, η αμπέλωψ της αμπέλωψης; Να κοιτάξω λεξικό. Να βάλω το Γκουγκλ. Τόσα πράγματα μπορεί κανείς να κάνει χωρίς να τον αντιληφθεί ο Ζευς, ξένιος ή άλλος. Δεν είναι κανένας θεός που τα πανθ’ ορά. Τίποτε δεν ορά, φασαρία κάνει μόνο.
Την άνοιξη που πέρασε, όποτε άκουγα για την επιχείρηση αυτή της Αστυνομίας, φοβόμουν για την Αφγανή μου φίλη και τα παιδάκια της. Ερχόταν κάθε Τετάρτη για μάθημα ελληνικών, από την Ομόνοια που έμεναν, η μαμά κι οι τρεις κόρες της. Οι δυο μεγάλες ήταν δίδυμες, εννιά χρονών, ολόιδιες. Τις έντυνε ίδια, έμοιαζαν και τα ονόματα, αδύνατον να τις ξεχωρίσω. Ο μόνος τρόπος ήταν να γράφουν. Είχαν διαφορετικό γραφικό χαρακτήρα, διαφορετικό τετράδιο, η κάθε μια αποτύπωνε εκεί τη δική της προσωπικότητα. Ας παραδεχτώ ότι αυτός ο παλιοκαιρίσιος τρόπος να διδάσκω γραφή και ανάγνωση, με μπόλικη αντιγραφή και επαναλήψεις, μου θύμιζε τα παιδικά μου χρόνια περισσότερο από τον τρόπο που είχαν μάθει τα δικά μου παιδιά γράμματα, ο οποίος ήταν πιο μοντέρνος, λιγότερο χειροποίητος, ας πούμε. Γράφανε αυτά τα κοριτσάκια με την ψυχή τους, ακούραστα, αδιαμαρτύρητα, σελίδες επί σελίδων στρογγυλά γραμματάκια, με μια προθυμία που με άφηνε κατάπληκτη κάθε φορά.
Κάποια στιγμή η μια δίδυμη έπαψε να έρχεται. Τι έγινε; ρώτησα τη μαμά της, που μάθαινε κι αυτή μαζί με τα παιδιά. Έφυγε, μου είπε. Σουηδία. Και βούρκωσαν τα μάτια της. Δεν μπορούσα να ρωτήσω λεπτομέρειες, αλλά κατάλαβα ότι αφού έφυγε το ένα παιδί, θα έφευγαν όλοι. Θα στείλανε το ένα δίδυμο μήπως ο χωρισμός ήταν πιο απλός επειδή έμενε το άλλο ίδιο παιδί. Η καρδούλα της το ήξερε, της μάνας.
Ερχόταν κι ένα πιτσιρίκι μαζί τους, ένα λεπτεπιλεπτο πεντάχρονο κοριτσάκι που άλλαζε δόντια και μου τα έδειχνε κάθε φορά. Της είχα πάρει ένα βιβλίο ζωγραφικής να χρωματίζει. Μόλις το γέμισε, μου το έφεραν πίσω, δεν το έπαιρναν με τίποτε. Δεν ήθελαν κανένα δώρο ποτέ, κανένα κέρασμα. Μια φορά που έφυγε η μαμά για δουλειές λίγη ώρα, βρήκα ευκαιρία και μπούκωσα τα παιδιά κουλούρια και φρούτα, με πρόσχημα να μάθουμε πώς λέγονταν τα φαγητά.
Έφυγαν λοιπόν όλες το καλοκαίρι για τη Σουηδία. Καλή τους ώρα, μακάρι να ησυχάσουν πια οι άνθρωποι. Εννιά χρόνια είχαν περάσει σε στρατόπεδο προσφύγων στο Ιράν. Τι ζωή κάνουν, τι βάσανα τραβήξανε, και πώς διατηρούσαν με τέτοιες συνθήκες την αξιοπρέπεια τους… Ασύλληπτα πράγματα.
«Μένω στην Ομόνοια», είχε μάθει να λέει η μικρούλα, και δεν χρειάστηκε, ευτυχώς, ποτέ να της εξηγήσω τι θα σκέφτονταν οι Έλληνες, που την έβλεπαν έτσι γλυκούλα και καλοβαλμένη, αν την άκουγαν να το λέει αυτό.
Το μόνο που κράτησαν είναι ένα βιβλιαράκι της Παυλίνας Παμπούδη, «Η μπλε ιστορία». Ευτυχώς δεν θα χρειαστεί ποτέ να τους εξηγήσω τους μπλε ελληνικούς συνειρμούς. Θα μάθουν τους σουηδικούς κατευθείαν, έχουν κι οι Σουηδοί γαλάζια σημαία. Το βιβλιαράκι θα μείνει αθώο μπλε.
 Ίσως ξεχάσουν τα ελληνικά τελείως. Ή μπορεί να θυμούνται να διαβάζουν τους πρώτους στίχους της Μπλε ιστορίας:
Ήταν μια ωραία μέρα
Κι όλοι λέγαν καλημέρα
Ήταν μπλε ο ουρανός
Μπλε γαλάζιος γαλανός
Είχε ήλιο κι αρκετούς
Μπλε ριγέ χαρταετούς
http://www.protagon.gr/?i=protagon.el.8emata&id=18775

Τρίτη 2 Οκτωβρίου 2012

Κούντου λούνα βίνι, τραγουδάν οι βλάχοι

Στη βρυση τη βουνισια, στην είσοδο του Συρράκου

Ένα λόγιο χωριό
Τον περασμένο Ιούλιο επισκέφτηκα το Συρράκο μαζί με δυο κοινωνιολόγους που πριν τριάντα χρόνια  είχαν κάνει εκεί μια έρευνα. Σπάνια ευκαιρία, να ξαναβλέπεις ένα χωριό που μελέτησες επιστημονικά σε μια διαφορετική εποχή και με διαφορετική οπτική. Μεγάλες αλλαγές είχαν γίνει στο μεσοδιάστημα, στο τοπίο και τους ανθρώπους, ίσως και στους ίδιους τους παρατηρητές, όπως παραδέχτηκαν οι ίδιοι μιλώντας στο συνέδριο, που τους είχαν καλέσει, το οποίο γινόταν για «Τα 100 χρόνια ελεύθερου βίου της περιοχής».
Πριν τριάντα χρόνια η ομάδα των κοινωνιολόγων αναζητούσε ένα χωριό κτηνοτρόφων στο οποίο θα μελετούσε τις επιπτώσεις των αλλαγών του τρόπου παραγωγής, από τους παραδοσιακούς στους σύγχρονους. Επέλεξαν το Συρράκο ίσως απλώς επειδή το είδαν. Το θέαμα του χωριού καθώς το πλησιάζεις, τα πέτρινα σπίτια  πάνω στην πλαγιά του βουνού,  εντυπωσιάζει βαθιά. Ή μπορεί να το είχαν ακουστά με κάποιο τρόπο, γιατί δεν είναι άσημο χωριό που περιμένει τον επισκέπτη να το ανακαλύψει. Το όνομα του είναι γνωστό από τον Κωλέττη, τον Κρυστάλλη και τον Ζαλοκώστα, που κατάγονταν από εκεί, τα έργα και την ιστορία τους.
Για τρία καλοκαίρια τα μέλη της ομάδας έμειναν στο χωριό μελετώντας έναν τρόπο ζωής που ήδη έσβηνε: τον τρόπο ζωής που βασιζόταν στην περιοδική μετακίνηση. Κάθε χειμώνα όλοι οι κάτοικοι του χωριού κατέβαιναν στα χειμαδιά του κάμπου με τα κοπάδια τους, για έξι μήνες. Μόνο ένας άνθρωπος, ο φύλακας, έμενε στο ορεινό, 1100 μέτρα υψόμετρο, χωριό. Το χιόνι μπορούσε να τον αποκλείσει για μήνες. Ο πληθυσμός επέστρεφε το θερινό εξάμηνο. Το σχολείο λειτουργούσε ανάποδα, έκλεινε τους κρύους μήνες του χειμώνα κι άνοιγε το καλοκαίρι. Τα παιδιά έμεναν λίγο περισσότερο στο χωριό,  πριν και μετά την αναχώρηση των γονιών τους, για να μπορούν να συμπληρώνουν το σχολικό έτος. Τους μήνες που οι γονείς έλειπαν, έμεναν σε ένα οικοτροφείο, το οποίο φιλοξενούσε και μαθητές των γειτονικών χωριών όταν υπήρχε ανάγκη.
 Όλα ήταν παράξενα στο Συρράκο, όλες οι συνήθειες που πρόλαβαν οι ερευνητές  να καταγράψουν πριν χαθούν εντελώς. Η καταγραφή  αφορούσε μια χρονική περίοδο, τη δεύτερη ή τρίτη φάση της ιστορίας του χωριού. Οι προηγούμενες φάσεις ωστόσο δεν είχαν περάσει στη λήθη. Το Συρράκο δεν ήταν πάντα έτσι, χωριό αποκλειστικά νομάδων, που ζωντάνευε το καλοκαίρι και έπεφτε σε νάρκη το χειμώνα. Όπως μαρτυρούν τα λαμπρά πέτρινα σπίτια, είχε υπάρξει κάποια άλλη εποχή έδρα εμπόρων με οικονομικές διασυνδέσεις μέχρι και τη Βενετία, μέχρι και την Τεργέστη, καθώς έδρα τεχνιτών. «Ραφτάδες» ονομάζονταν συλλήβδην όλοι αυτοί οι αστοί, ας τους πούμε αστούς, οι οποίοι συνεργάζονταν, αλλά και συγκρούονταν διαρκώς με τους κτηνοτρόφους. Για την εξυπηρέτηση των δραστηριοτήτων τους υπήρχε το πλούσιο δίκτυο μουλαρόδρομων και βοηθητικών μονοπατιών τα απομεινάρια του οποίου σήμερα επισκέπτονται  τουρίστες από όλο τον κόσμο για να γνωρίσουν τις ομορφιές του βουνού. Τα ταξίδια των εμπόρων που έχει περιγράψει ο Νίκος Θέμελης στο βιβλίο του Η Αναζήτηση, με τα καραβάνια μουλαριών που περνούν από τα βουνά για να ταξιδέψουν σε πόλεις της Ρωσίας και της Ευρώπης, θα μπορούσαν να έχουν γραφτεί και για το Συρράκο. Ωστόσο οι «ραφτάδες» εγκατέλειψαν το χωριό σταδιακά, για να εγκατασταθούν σε μέρη πιο πρόσφορα για τις δουλειές τους και τον τρόπο ζωής τους, ειδικά μετά την απελευθέρωση.
Το Συρράκο υπήρξε δηλαδή λόγιο χωριό από την εποχή της Επανάστασης.  
Από τους τρεις διάσημους άνδρες του περισσότερη φήμη του έδωσε, πιστεύω, ο ανίσχυρος πολιτικά Κώστας Κρυστάλλης, ο οποίος πρόλαβε να γράψει πολλά βουκολικά δημοτικοφανή ποιήματα μέχρι τα 26 του χρόνια, που πέθανε, ώστε να το αναδείξει σε ένα είδος νέας Αρκαδίας. Η ζωή του κτηνοτρόφου τραγουδήθηκε πιο ρομαντικά από ποτέ, σε μια εποχή που οι Έλληνες βιάζονταν υπερβολικά να ξεχάσουν τα χωριά τους.
In Arcadia ego
Το καμπαναριό στην εκκλησία της πλατείας
Ο ποιητής αυτός, που έχει σήμερα μάλλον ξεχαστεί, είχε μεγάλη απήχηση στο αναγνωστικό κοινό, τουλάχιστον για τις γενιές μέχρι τον πόλεμο. Στο Συρράκο θα βρείτε το σπίτι του συντηρημένο και ανοιχτό σαν Λαογραφικό Μουσείο, προτομή και ανδριάντα του, και μια αίθουσα συγκεντρώσεων με το όνομα του, στην οποία γινόταν και το συνέδριο για  τα 100 χρόνια ελεύθερου βίου των περιοχών του Δήμου Δυτικά των Χρούσια - Καλαρρύτικου – Αράχθου.
 Οι ερευνητές του ΕΚΚΕ βρήκαν το χωριό αλλαγμένο με πολλούς τρόπους. Το σχολείο του, ένα επιβλητικό τριώροφο που δεσπόζει στα άλλα σπίτια, έχει γίνει ξενώνας. Οι οικογένειες δεν μένουν εδώ και πολύν καιρό πια στο Συρράκο, έχουν όλες εγκατασταθεί στα παλιά χειμαδιά τους, σε πεδινές πόλεις, κι έρχονται μόνο για διακοπές. Το παλιό Οικοτροφείο, στο οποίο οι ίδιοι ερευνητές είχαν μείνει  στη δεκαετία του 80, χωρίς τρεχούμενο νερό και άλλες ανέσεις, έγινε ξενώνας κι αυτό. Τα σπίτια είναι ανακαινισμένα, τα καλντερίμια και οι δημόσιοι χώροι επίσης. Είναι πολύ εντυπωσιακά διατηρημένο, για ένα χωριό που δεν έχει στην ουσία μόνιμους κατοίκους. Πολύ λίγα κάποτε όμορφα ορεινά χωριά είναι σε τόσο καλή κατάσταση, και μάλιστα χωρίς αρκετό τουρισμό.
Καινούργιες πέτρες έχουν μπει σε βρύσες και σε τοιχία στήριξης. Και το γύρω κατάξερο τοπίο έχει πάρει να πρασινίζει. Είναι φυσικό. Δεν υπάρχουν πια πολλοί κτηνοτρόφοι με πρόβατα και γίδια να τρώνε ότι πράσινο βλαστάρι βρουν. Μόνο ένας έχει απομείνει με τέτοια κοπάδια. Καναδυό πήραν γελάδες, οι περισσότεροι νοικιάζουν τους βοσκότοπους. Το χωριό μεγάλωσε, νέα σπίτια έχουν κτιστεί, όλα με πέτρα, ίσως όχι με άψογα παραδοσιακά σχέδια, πέτρινα πάντως.  Στην ανακαινισμένη πλατεία όμως μαζεύεται λιγότερος κόσμος. Κι αυτός ο κόσμος ανεβαίνει στο χωριό μόνο για λίγες μέρες το καλοκαίρι, κάθε χρόνο και λιγότερες. Σπάνια πια θα πετύχεις παρέες γέρων να μιλάνε βλάχικα μεταξύ τους, η γλώσσα ξεχνιέται σιγά- σιγά.
Το χειμώνα πάλι το χωριό αδειάζει, κι ακόμα μένει εκεί ένας φύλακας. Του κρατά τώρα συντροφιά και η ταβερνιάρισα και ξενοδόχος του «Σταυραετού», που κρατάει ανοιχτά ξενώνα και μαγαζί όλο το χρόνο. Υπάρχει τουρισμός, αλλά όχι τόσος που θα μπορούσε να κρατήσει περισσότερο κόσμο στο χωριό. Ίσως το μέλλον να βρίσκεται στον τουρισμό, στον παραθερισμό, κάποια λύση να βρεθεί για να μην εγκαταλειφθούν ξανά αυτά τα ανακαινισμένα σπίτια, να μην πάει χαμένη όλη αυτή η προσπάθεια αναβίωσης. Η ίδια η ιστορία του χωριού, το υπόδειγμα ενός μικρόκοσμου που προσφέρει, θα μπορούσε, ιδανικά, να συνεχίσει να είναι αντικείμενο μελέτης, να διατηρηθεί ως αντικείμενο μελέτης.

Σαλόνι ενός απο τα σπίτια των ραφτάδων που έχει γίνει μουσείο
(Μουσείο Ερμηνείας Φωτιάδου)
Δυσκολίες προσαρμογής
Έρημο λοιπόν το χωριό το χειμώνα, δύσκολα θα κατοικηθεί ξανά, δύσκολα θα ζωντανέψει. Όπως σε όλη την Ευρώπη, οι νομάδες σταμάτησαν την περιοδική κίνηση, εγκαταστάθηκαν κατά προτίμηση στα πιο εύκολα μέρη, στους κάμπους. Καθώς το συνέδριο με θέμα το Συρράκο πλησίαζε στο τέλος του, κι ενώ είχε ολοκληρωθεί πολύ ζωντανά και λεπτομερειακά η εικόνα του παρελθόντος, κι είχαμε απογειωθεί στα φτερά του τραγουδισμένου σταυραετού,  η προτελευταία ομιλήτρια, η Ελευθερία Γκαρτζονίκα, διδάκτωρ Πανεπιστημίου Αθηνών- Σχολική Σύμβουλος Φυσικής Αγωγής),ανέλαβε να μας προσγειώσει αφήνοντας τις κορφές και τις αετοφωλιές που στα σημερινά μάτια είναι αδύνατον να απεκδυθούν του ποιητικού ρομαντισμού τους. Μας κατέβασε στον κάμπο, στα χειμαδιά που δεν είναι πια απλώς χειμαδιά αλλά μόνιμες κατοικίες, στην περίοδο προσαρμογής όπως τη βίωσαν οι σύγχρονοι μας. Η εγκατάσταση έγινε στο περιθώριο των πόλεων, σε γειτονιές που τις περιέγραψε γλαφυρά, σε καλύβες στην αρχή, τις παλιές κτηνοτροφικές καλύβες, χειροποίητα σπίτια στη συνέχεια, πέρα κι από τους γυφτομαχαλάδες ενίοτε. Εκεί τις πρώτες δεκαετίες της σταδιακής  μετανάστευσης οι Βλάχοι του Συρράκου αντιμετώπισαν την εχθρότητα και το ρατσισμό των σταθερών κατοίκων σε κάθε έκφανση της ζωής τους. Πιο σκληρά ήταν τα παιδιά για τα παιδιά, η ζωή στο σχολείο ήταν για καιρό πολύ δύσκολη και τραυματική, αλλά και οι μεγάλοι των μικρών πόλεων γύρω από τον Αμβρακικό αντιστάθηκαν σθεναρά στην προσπάθεια των Βλάχων για ενσωμάτωση. Η οποία γινόταν παράλληλα με την παράλληλη προσπάθεια τους να μην αλλοιωθεί εντελώς η πολιτιστική τους κληρονομιά, να διατηρηθούν κάποιες γιορτές, κάποια έθιμα, κάποια στοιχεία προέλευσης.

Το Συρράκο όπως φαίνεται απο το δρόμο
O θάνατος της γλώσσας
Τελευταία ομιλήτρια στο συνέδριο ήταν η νεαρότερη, η Μαρία Μαγκλάρα, υποψήφια διδάκτωρ Κοινωνιογλωσσολογίας. Το θέμα της ήταν μια έρευνα που είχε κάνει σε βλαχόφωνους πληθυσμούς στην περιοχή της Φιλιππιάδας και του Κάμπου για το επίπεδο γνώσεων τους στη βλάχικη γλώσσα. Είχε χωρίσει τους 24 ομιλητές που πήραν μέρος στην έρευνα της σε τρεις ηλικιακές ομάδες, με τη μεγαλύτερη, ηλικίας 50 και άνω, φυσικά να διαθέτει τους πιο επαρκείς ομιλητές της βλάχικης, την μεσαία, των ηλικιών 30-50, με πολύ μικρότερες ικανότητες, και τη νεώτερη, την κάτω των 30, με ανθρώπους που γνωρίζουν μόνο κάποιες λέξης, αλλά δεν καταλαβαίνουν ούτε μια απλή συζήτηση στα βλάχικα. Δεν είχε μπορέσει να βρει νέους κάτω των 30 χρονών που να μπορούν να επικοινωνήσουν στοιχειωδώς στη γλώσσα.  Η έρευνα της επικεντρώθηκε στη παραγωγική μορφολογία, δηλαδή το γλωσσικό μηχανισμό που ελέγχει την παραγωγή  λέξεων, και βέβαια τα συμπεράσματα της ήταν ότι η γλώσσα χάνει τους παραγωγικούς της μηχανισμούς και συρρικνώνεται.
Το συμπέρασμα της έρευνας ήταν κάτι που το ακροατήριο γνώριζε εκ πείρας: οι ομιλητές των βλάχικων λιγοστεύουν, οι μεγάλοι δεν μαθαίνουν τη γλώσσα στα παιδιά τους, ακόμα και οι ίδιοι την ξεχνούν σιγά- σιγά. Πιο πολύ ενδιαφέρον είχε η παράθεση των επιχειρημάτων υπέρ της προσπάθειας να μην αφήνονται οι γλώσσες να χάνονται. Μετά από αρκετές γενιές που προσπάθησαν συστηματικά να ξεχάσουν τη γλώσσα που μιλούσαν στο σπίτι, αν ήταν διαφορετική από την επίσημη, που διδάχτηκαν στο σχολείο ότι έτσι έπρεπε να κάνουν, κι αφού τέλος πάντων η προσπάθεια απέφερε καρπούς, και τα σημερινά παιδιά δεν καταλαβαίνουν γρυ βλάχικα, κι ούτε έχουν ευκαιρίες να τ’ ακούσουν κάπου δημόσια, ήταν μια στιγμή ανατροπής να ακούγεται στο βήμα της αίθουσας «Κώστας Κρυστάλλης», από  μια νεαρή επιστήμονα η τόσο θετική άποψη για τη γλώσσα αυτή «του σπιτιού» που τελούσε υπό περιφρόνηση αν όχι υπό δίωξη.  
Τα πράγματα έχουν αλλάξει από την εποχή που τα ευρωπαϊκά κράτη επεδίωκαν να εξαφανίσουν τις τοπικές γλώσσες και η ύπαρξη τους ήταν απειλή ύπαρξης μειονότητας που θα μπορούσε να προκαλέσει πολέμους. Η Ευρωπαϊκή Ένωση κάνει συστάσεις για τη διατήρηση των περιφερειακών και λιγότερο ομιλούμενων γλωσσών τις οποίες θεωρεί «άυλη πολιτιστική κληρονομιά». Όπως είπε και η Μ. Μαγκλάρα, πολλές  κοινωνιογλωσσικές και ανθρωπολογικές μελέτες σε διάφορες γλώσσες στον κόσμο έχουν δείξει ότι η κάθε γλώσσα διατέμνει τον κόσμο με διαφορετικό τρόπο. «Αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο σε μεγάλο βαθμό μέσα από τη γλώσσα που μιλάμε. Κάθε γλώσσα είναι ένας πολιτισμικός πλούτος που αποτυπώνει και δείχνει και διαφορετική οπτική του κόσμου και η απώλειά της είναι απώλεια πολιτισμική»
Το πιο βιωματικό επιχείρημα της ήταν η δική της σχέση με τις ευρωπαϊκές γλώσσες. Τα βλάχικα είναι γλώσσα λατινογενής, οπότε όποιος τα μιλάει μπορεί να μάθει εύκολα όλες τις λατινογενείς γλώσσες. Η ίδια έμαθε με ευκολία γαλλικά, ιταλικά, ισπανικά χάρις στη μητρική της γλώσσα. Πέρα από αυτό το χρησιμοθηρικό επιχείρημα, κατέθεσε τις απόψεις της ψυχογλωσσολογίας που υποστηρίζουν ότι η διγλωσσία βοηθάει την ανάπτυξη της γλωσσικής δημιουργικής ικανότητας, και τα συμπεράσματα μελετητών που παρατήρησαν ότι  τα δίγλωσσα παιδιά έχουν μεγαλύτερη ικανότητα να αναλύσουν τις γλωσσικές πληροφορίες και μπορούν να αντιληφθούν καλύτερα κάποιες πτυχές της διαπροσωπικής επικοινωνίας. Ενώ οι παλιότερες αντιλήψεις θεωρούσαν πως η διγλωσσία από μικρή ηλικία ήταν παράγοντας κακών σχολικών επιδόσεων και κοινωνικής στασιμότητας, (χρησιμοποιούνταν μάλιστα οι όροι ‘mental confusion’και  ‘language handicap’, δηλαδή διανοητική σύγχυση και γλωσσική υστέρηση) υπάρχουν συμπεράσματα  προς την εντελώς αντίθετη κατεύθυνση: στα παιδιά που μαθαίνουν καλά δύο ή περισσότερες γλώσσες φαίνεται να ενεργοποιούνται πτυχές στον εγκέφαλο που στην περίπτωση  της μονογλωσσίας παραμένουν μη ενεργοποιημένες.
.
Προσωπικά αναρωτιόμουν κατά πόσον οι σημερινές έρευνες σε δίγλωσσα παιδιά αντιμετωπίζουν και νοοτροπίες διαφορετικές από τις παλιότερες, τότε που το να μιλάς διαλέκτους ή γλώσσες διαφορετικές από την κυρίαρχη επέφερε κοινωνική περιφρόνηση και απομόνωση, πράγματα που από μόνα τους δημιουργούν και γλωσσική υστέρηση και διανοητική σύγχυση.
Δεν ξέρω αν στο ακροατήριο υπήρχαν νεαρές μητέρες που πείστηκαν να χρησιμοποιήσουν με τα παιδιά τους τη βλάχικη γλώσσα την οποία ίσως είχαν μάθει στο σπίτι τους. Ίσως να είναι πολύ αργά για τις δυνατότητες της γλώσσας να επιβιώσει.  Άλλες ανησυχίες εκδηλώθηκαν στο ακροατήριο. «Είναι τα βλάχικα ίδια γλώσσα με τα ρουμάνικα» θέλησε να μάθει κάποιος από το κοινό, ίσως για να μπορέσει να εκτιμήσει ελεύθερα, χωρίς το φόβο ότι θα γινόταν αντικείμενο ρουμάνικης προπαγάνδας όπως είχαν γίνει οι Βλάχοι πριν 100 περίπου χρόνια,  την πολυγλωσσία του. Η Μ. Μαγκλάρα τον βεβαίωσε πως δεν είναι ίδιες οι δυο γλώσσες, τα βλάχικα έχουν πολύ περισσότερες λέξεις που προέρχονται από τα ελληνικά και τα ρουμάνικα λέξεις από τις σλαβικές γλώσσες.  Δεν ξέρω αν τον καθησύχασε. Θαύμασα τη σταθερότητα που έχει η ίδια κερδίσει χάρις στη γνώση και τις αναζητήσεις της, την κατάληξη της εισήγησης της, που ακόμα κι αν δεν άλλαξε τις νοοτροπίες σίγουρα φώτισε διαφορετικά την ίδια την ιστορία των ανθρώπων που την άκουγαν.
«Η γλώσσα φέρνει μέσα από τους αιώνες τη λαϊκή σοφία, τον τρόπο αντίληψης του κόσμου, τον τρόπο ζωής των προηγούμενων γενεών, την πορεία τους μέσα στο χρόνο, κατέληξε.  Δεν μπορώ λοιπόν να φανταστώ πώς θα μπορούσα να μην γνωρίζω τη γλώσσα ή μια από τη γλώσσες που μιλούσαν οι προγονοί μου και που μεταφέρθηκε μέσα από τα στόματα των γονιών μου, του Γιώργου και της Λαμπρινής, σε εμένα.  Θα  ήταν σα να σπάει ένας συνδετικός κρίκος της αντίληψης και της  παρουσίας μου στον κόσμο.»
Η Μαρία Μαγκλάρα με τους γονείς της στην πλατεία 
Γνώρισα τους γονείς της Μαρίας, το Γιώργο και τη Λαμπρινή, μόλις το συνέδριο τέλειωσε και βγήκαμε στην πλατεία. Μου είπαν ότι μιλούν βλάχικα μεταξύ τους, αφού κι οι δύο ήταν Συρρακιώτες, έτσι και η κόρη τους μεγάλωσε με τη γλώσσα αυτή. Ο πατέρας ξυλουργός, με δάχτυλα να λείπουν από το δεξί χέρι, η μητέρα μια λιπόσαρκη γυναίκα που είπε χαμογελώντας: «Είχα κάτι να πω κι εγώ μετά την ομιλία, αλλά φοβήθηκα ότι δεν θα το έλεγα σωστά..»
-Έπρεπε να το πεις στα βλάχικα, της είπε η κόρη της. Οι πιο πολλοί καταλάβαιναν εκεί μέσα, κι εγώ θα το μετέφραζα για τους υπόλοιπους!
Χαμήλωσε τα μάτια γελαστά η κυρία Λαμπρινή, χωρίς να πιστεύει ακόμα ότι οι γνώσεις της κόρης της έχουν ανοίξει τέτοιους ορίζοντες δικαίωσης και αξιοπρέπειας. Την επόμενη φορά ίσως.
Όταν βγήκε το φεγγάρι (κουντου λούνα βίνι)
Το ίδιο βράδυ πήγαμε επίσκεψη σε μια παλιά γνωριμία των κοινωνιολόγων, στο σπίτι που έχτισε σχεδόν μόνος του πάνω στα ερείπια του πατρικού του, ένας συνταξιούχος καθηγητής σε ΤΕΙ. Η ηλικία του είναι κοντά στα εξήντα, είχε προλάβει τη λειτουργία του σχολείου και του Οικοτροφείου. Καθίσαμε στη φεγγαράδα της αυλής του κι ακούγαμε τον ήχο του Καλαρρύτικου που έτρεχε στο βάθος της χαράδρας.. Μιλώντας έπιασε να μας περιγράφει αναμνήσεις από τα παιδικά του χρόνια.
«Εμείς μέναμε στο Οικοτροφείο από τον Οκτώβρη που κατέβαιναν οι γονείς με τα ζώα στην Πρέβεζα, μέχρι τα Χριστούγεννα που κατεβαίναμε κι εμείς να τους βρούμε. Να σας πω πώς έφευγα από το σπίτι. Έφτιαχνε η μάνα μου ένα στρώμα με φύλλα. Μάζευε τα φύλλα, το έραβε, και γινόταν το στρώμα. Το τίναζε, το δίπλωνε, ετοίμαζε κι ένα κασελάκι με τα πράγματά μου. Το Οικοτροφείο ήταν μικρό, τα στρώματα μπαίνανε στη σειρά, το ένα δίπλα στ’ άλλο, δεν είχε χώρο για τίποτε άλλο. Ένα –ένα έρχονταν τα παιδιά. Έφευγαν μία- μία οι οικογένειες, μεγάλωνε η σειρά με τα στρώματα. Το καλοκαίρι, που γυρνούσαν μία- μία οι οικογένειες, μίκραινε σιγά-σιγά η σειρά.
Το σχολείο ήταν αυστηρό, οι τιμωρίες έπεφταν βροχή. Ο δάσκαλος είχε μια βίτσα κι έδινε μια βιτσιά για κάθε λάθος που έκανες. Κατέγραφε τα λάθη της ημέρας και τις έδινε στο τέλος μαζεμένες τις βιτσιές. Εγώ ήμουν καλός μαθητής, δεν έτρωγα πολύ ξύλο. Οι πιο πολλές που έφαγα ποτέ ήταν δώδεκα, επειδή είχα κλίνει λάθος τη λέξη «πλημμύρα». Η πλημμύρα, της πλημμύρης είχα πει, το είχα μπερδέψει με τη θάλασσα. Η θάλασσα της θαλάσσης. Δεν ξέραμε και καλά ελληνικά βλέπεις. Α, βλάχικα απαγορευόταν να μιλάς, αν σε άκουγαν έστω και στο διάλειμμα, έτρωγες χαστούκι. Μερικά παιδιά έκαναν τόσα λάθη κι έτρωγαν τόσες βιτσιές που τα χέρια τους αναισθητοποιούνταν πια, δεν καταλάβαιναν πόνο…
Θυμάμαι τη χαρά όταν γύριζαν οι δικοί μας από τον κάμπο, το καλοκαίρι πια. Καθόμασταν στην τάξη και το μυαλό στο παράθυρο, ποιος φάνηκε πέρα στο δρόμο, και τίνος η οικογένεια είναι… Ο δάσκαλος βουρλιζόταν, δεν είχαμε μυαλό για μάθημα.
Στον κάμπο εμάς μας κατέβαζαν με φορτηγά. Ταξιδεύαμε στην καρότσα. Έκανε διανομή το φορτηγό στα χωριά που ήταν οι γονείς μας. Φορούσαμε κάτι κοντές κάπες, όχι τις μεγάλες τις μακριές τις διάσημες. Κάτι μικρούλες. Τα πόδια μας από κάτω κρύωναν. Όταν φτάναμε και κατεβαίναμε από το φορτηγό, μαζεύονταν οι ντόπιοι και κορόιδευαν, κοίτα τους βλάχους, έλεγαν και γελούσε ο κόσμος μαζί μας…
Τα βλάχικα πεθαίνουν, ναι, βέβαια, τι να κάνουμε; Ε, δεν χάλασε κι ο κόσμος αν τα ξεχάσουμε πια. Την άκουσα τη Μαρία, αλλά εντάξει, πάνε αυτά τώρα. Δεν θα κλάψω και για τα βλάχικα…»
Ο συνομιλητής μας ήταν ένας άνθρωπος που είχε καταφέρει να μορφωθεί με μεγάλες δυσκολίες, να γίνει καθηγητής, όπως και η Μαρία Μαγκλάρα. Τους χωρίζει μια γενιά, εξού και οι διαφορές στις εμπειρίες και τις αντιλήψεις. Κρίσιμη γενιά της αυτογνωσίας. Τώρα που οι δάσκαλοι δεν έχουν βίτσες, τώρα που απαγορεύονται τα χαστούκια, τα παιδιά δε μιλάνε πια βλάχικα. Άλλες γλώσσες ίσως, και τα προβλήματα αναπαράγονται με νέα όψη. 
Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Book's journal Οκτωβρίου 2012

Τρίτη 25 Σεπτεμβρίου 2012

Λαύριο -Αθήνα αλλά με ΚΤΕΛ

Θάλασσα του Λαυρίου όπισθεν του παλιου πολυβολείου
Ερημιά το μεσημέρι στη στάση του ΚΤΕΛ για Λαύριο. Περίμενα μόνη μου στην αρχή, σε λίγο φάνηκε μια γυναίκα. Πιάσαμε κουβέντα. Δούλευε σ' ενα σπίτι πιο πάνω, είχε μείνει εκεί έξι χρόνια μου είπε, αλλά τώρα είχε δικό της στην Αθήνα κι ερχόταν με το λεωφορείο για μεροκάματο. Αλβανή μάλλον, μιλούσε τέλεια, της ξέφευγαν μερικά ουδέτερα.
-Κάθε μέρα παρακαλάω το Θεό να έχει καλά τα παιδιά μου, άρχισε να μου λέει. Κάθε μέρα απο το πρωί παρακαλάω. Να έχει καλά τα παιδιά μου, να έχει καλά την κυρία που δουλεύω εδώ, να πάνε καλά τα πράγματα, να μη μας βρει κακό..."
-Πολλή δουλεια για το θεό, αστειεύτηκα. Κούνησε το κεφάλι της. Εμφανίστηκε κι άλλος για το ΚΤΕΛ, ένας άντρας χωρίς φανέλα, ήρθε περπατώντας απο μακριά, μεσήλικας. Μόλις πλησίασε άρχισε τις ερωτήσεις:
-Λαυριώτισες είστε;
-Όχι, είπαμε κι οι δυο. 
-Μοιάζετε, αδερφές είστε;
-Όχι! 
Πραγματικά μοιάζαμε, είχαμε κι οι δυο άσπρα άβαφα κοντά μαλλιά, άβαφα πρόσωπα και κάπως μακρουλά, μαυρισμένες σχετικά απο τον ήλιο. 
-Από πού είστε;
-Από την Αθήνα, είπε η άλλη, κι εγώ κούνησα το κεφάλι μου. Επίσης απο την Αθήνα. 
Δεν είπε ότι είναι ξένη, που ήταν φανερό. Από την Αθήνα. Αυτή είναι η πατρίδα μας, ο τόπος που χάνονται οι ιδιαιτερότητες. Η πόλη που θα γινόταν μητρόπολη, σταυροδρόμι πολιτισμών, τέτοια. Αμπελόκηποι, είπε σε λίγο, όταν ο τύπος ρώτησε πού μένουμε, συνεχίζοντας την ανάκριση. Εγώ δεν είπα πού μένω. Του αρκούσε εκείνη, άρχισε να της λέει πόσο χάλια είναι η Αθήνα και πόσο την αποφεύγει. Ειδικά το κέντρο, σκέτο έγκλημα. 
-Εμείς κοιτάμε τη δουλειά μας, είπε η γυναίκα.
Ήρθε το λεωφορείο και γλιτώσαμε. Μπήκε μέσα, φόρεσε και τη φανέλα του. Βρωμοκοπούσε, αλλά ευτυχώς κατέβηκε στο Λαύριο. 
Το δρομολόγιο αυτό κάνει το γύρο απ' όλα τα χωριά των Μεσογείων. Δεν αφήνει κανένα παραπονεμένο. Απο το Λαύριο ως το Πεδίο του Άρεως κάνει 2 ώρες. Ανεβαίνει Μαρκάτι, Πλάκα Θωρικού, Καμάριζα, Μαρκόπουλο, Καλύβια, Κερατέα, Κορωπί, Παιανία. Κάνει στάσεις, στριφογυρίζει, περιμένει ανταποκρίσεις, και γενικά χρησιμοποιεί δρόμους στενούς, γεμάτους στροφές. Ο οδηγός, μόλις ξεκινήσαμε απο Λαύριο, έβγαλε ένα κινητό και το κόλλησε στ' αυτί του, δεν είχε καν ακουστικό, το κράταγε με το ένα χέρι και με το άλλο έκανε κύκλους στο τιμόνι σ' όλα αυτά τα βουνά και τα λαγκάδια. Έλεγε, έλεγε, έλεγε, γελούσε του σκοτωμού, διπλωνόταν απο τα γέλια, καμιά φορά έπιανε το τιμόνι σταυρωτά, με το αριστερό, κρατώντας το κινητό με το δεξί, και γύριζε το τεράστιο τιμόνι με το αριστερό. Και δώστου γέλια. 
Μ' έπιασε αγωνία. Είχα καθίσει στο δεύτερο κάθισμα, να σηκωθώ να πάω πίσω, να μη βλέπω; Είχε αρχίσει να γεμίζει το λεωφορείο. Έμεινα στη θέση μου, σε λίγο κάθισε και δίπλα μου μια που είχε όρεξη για κουβέντα. Ερχόταν απο Πόρτο -Ράφτη.
-Στο προηγούμενο λεωφορείο ήταν ένας που έλεγε ότι όταν τρώμε κρέας τρώμε πτώματα, μου είπε σκανδαλισμένη. Κι ένας τον ρώτησε, και το γάλα που πίνουμε; Χαχα, το γάλα δεν είναι πτώμα;
-Είναι πτώμα το γάλα; πήγα να πω, αλλά σκέφτηκα καλύτερα να κουνήσω απλώς το κεφάλι μου, κι αυτό έκανα. Η γυναίκα συνέχισε να λέει ό,τι της κατέβαινε, κι εγώ κουνούσα το κεφάλι. Την εντυπωσίαζαν διάφορα, μου έδειχνε ας πούμε ένα τρακτέρ στο δρόμο, μα πώς βγαίνουν τα τρακτέρ έτσι στο δρόμο; Ε, δεν είναι κι εθνική οδός, πήγα να της πω, αλλά κούνησα πάλι το κεφάλι. Μόνο ο οδηγός με το κινητό δεν της έκανε εντύπωση.
Ο οδηγός μιλούσε ακατάπαυστα. Δεν είχε κουραστεί το αυτί του; Γελούσε, διηγόταν, έγερνε λίγο προς το παράθυρο, άλλαζε χέρι, έλεγε αστείες ιστορίες, έβγαζε επιφωνήματα. Τα πτώματα των ζώων τουλάχιστον τρώγονται, άρχισα να σκέφτομαι, τα δικά μας θα πάνε και χαμένα στο χαντάκι που θα πέσουμε όπου νάναι.. Κάποια στιγμή έκλεισε. Ουφ, πήγα να ανασάνω, κι εισέπνευσα καπνό. Είχε ανάψει τσιγάρο. 
Ο άνθρωπος ήταν νέος, νευρικός, τι να κάνει; Έπληττε. Κάπνισε, περάσαμε το Κορωπί, ξαναπήρε τηλέφωνο, περάσαμε την Παιανία. Το έκλεισε στο Σταυρό και άναψε κι άλλο τσιγάρο. 
Στην Αθήνα μέσα είχε κίνηση. Όποιος ήθελε να κατέβει ερχόταν μπροστά και ζητούσε στάση. Σταμάτησε όπου του ζήτησαν, ευγενικός, εξυπηρετικός. Ακόμα κι εκεί που δεν είχε στάση. Να ήταν η τακτική του για να αποφεύγει τις παρατηρήσεις; Πάντως κανείς δεν είχε πει κουβέντα για το κινητό, ή για τα τσιγάρα. Φαίνεται πως μόνο εγώ είχα φοβηθεί, είχα μάλιστα βάλει και τη ζώνη. Μόνο εγώ. Οι άλλοι όλοι προφανώς παρακαλέσαν το θεό εγκαίρως. 
Κάθε πρωί όταν σηκώνομαι θα πρέπει ίσως κι εγώ να παρακαλάω το θεό, όπως είχε μάθει πολύ καλά η ξένη γυναίκα. Αυτή που μου μοιάζει, κι αν ο θεός μας μπερδέψει απο μακριά, μπορεί να πιάσουν και για μένα οι προσευχές της. Αντε να είναι εδώ είκοσι χρόνια, έμαθε, εγώ ανεπίδεκτη. Να παρακαλάω το θεό να μη γίνει κανένα δυστύχημα με τους οδηγούς που μιλάνε στο κινητό, και τα σχετικά. Να τον ευχαριστώ όταν όλα πάνε καλά. Αυτή τη μέθοδο έχουμε, μια χαρά δεν δουλεύει;


Πέμπτη 20 Σεπτεμβρίου 2012

H υπόσχεση


Σα να πλησιάζει ένας μεγεθυντικός φακός στις φωτογραφίες πλήθους, κυνηγημένου, τρομαγμένου πλήθους, να βρίσκει ένα μικρό κορίτσι χαμένο για ώρες από το σπίτι του, να παίρνει ανάσα και να διηγείται μια ιστορία, έτσι είναι το παιδικό βιβλίο της Anna Conomos Η υπόσχεση. Τα χρώματα που έχει βάλει επάνω στις παλιές ασπρόμαυρες φωτογραφίες η Ντανιέλα Σταματιάδη ζωντανεύουν τα δυο μικρά κοριτσάκια. Δυο φιλενάδες, δυο γειτονοπούλες αντιστέκονται στον υποχρεωτικό χωρισμό, στο υποχρεωτικό μίσος, με μια απλή υπόσχεση. Θα καταφέρουν να την τηρήσουν;
Τα χρώματα στις φωτογραφίες είναι που με κάνουν να θυμάμαι τη γιαγιά μου, ή ο απλός τρόπος αφήγησης μιας ιστορίας ζωής; Διηγόταν κι εκείνη παράξενα πράγματα από τη μακρινή της πατρίδα. Για τη φιλία της με τους τούρκους γείτονες, για τη βοήθεια που της έδωσαν, για το θυμό της με την ελληνική πολιτική. Καμιά φορά τη μάλωναν τα ίδια της τα παιδιά, ο πατέρας και οι θείες μου. Ήταν απόψεις αιρετικές, μακριά από την επίσημη εκδοχή, όπως κατάλαβα πολύ αργότερα, όταν προσπαθούσα να λύσω το μυστήριο των διαφορών τους. Εξηγήσεις δεν μου έδιναν. Ήμουν όμως αφοσιωμένη στη γιαγιά όπως σε μια προφήτισσα, σε μια θεότητα που φυλάς τα λόγια της για να σου αποκαλύψουν αργότερα τη σημασία του. Η γιαγιά μιλούσε για τον πόνο των ανθρώπων, για την αμηχανία και τη σκληρότητα του πανικού τους, για την ειρηνική της συνύπαρξη με αλλόθρησκους στην ίδια πόλη και στην ίδια ζωή μέχρι ο πόλεμος να τους χωρίσει, εκδήλωνε πεισματικά τη διαφωνία της για την απόφαση να χωριστούν οι χριστιανοί από τους μουσουλμάνους σαν κοπάδια εριφίων και προβάτων. Είχε δίκιο η γιαγιά, σκέφτομαι συχνά, όλο και συχνότερα όσο περνούν τα χρόνια.
Είναι πολύ δύσκολο ακόμα και τώρα, ενενήντα χρόνια μετά, να μιλήσουμε για λογαριασμό και των δυο πλευρών, να αντιμετωπίσουμε με ψυχραιμία την άποψη του άλλου. Οι παλιοί γείτονες χώρισαν για πάντα κι έζησαν σε διαφορετικά μέρη, σε δυο διαφορετικές χώρες με πληθυσμούς που είχαν ύψιστο στόχο την ομοιομορφία. Είναι δύσκολο να φανταστούμε μια κατάσταση διαφορετική, είναι δύσκολο να κάνουμε το ταξίδι προς τα πίσω. Το βιβλίο της Anna Conomos προτείνει το ταξίδι αυτό με πολύ απλά μέσα, και μάλιστα το προτείνει για παιδιά. Είναι μια καλλιτεχνική αστραπή αισιοδοξίας. Τα παιδιά έχουν τη δυνατότητα να ακούσουν πράγματα που κάποτε δεν επιτρεπόταν  να ακούγονται. Όπως, ας πούμε, ότι μπορείς να έχεις μια φιλενάδα που δεν έχει την ίδια θρησκεία με σένα, και να μην θέλεις να τη χάσεις. Κάτι τόσο απλό και τόσο σημαντικό. Κι ακόμα και κάποιες ιστορικές λεπτομέρειες της μεγάλης εκείνης ανθρωπιστικής καταστροφής που δεν ήταν μόνο ελληνική τελικά, πήρε σβάρνα και πληθυσμούς μουσουλμάνων στον ελληνικό χώρο που τους έστειλε στην Τουρκία με το στανιό, λεπτομέρεια την οποία θα αγνοούσαμε αν δεν επιμέναμε να μάθουμε ιστορικές λεπτομέρειες, γιατί μόνο οι έλληνες έπρεπε να κρατήσουν το προνόμιο του πόνου.
Ναι, τα παιδιά μπορούν να καταλάβουν την αξία της φιλίας και το βάρος μιας υπόσχεσης.  Μπορούν μάλιστα να το προχωρήσουν το πράγμα, να δουν την απλή μικρή ιστορία μέσα στο πλαίσιο της μεγάλης Ιστορίας. Κι αν τα βεβαιώσουμε πως αξίζει τον κόπο η παιδική φιλία και η τήρηση των υποσχέσεων θα καταφέρουν κάποτε καλύτερα να προσεγγίσουν και την επιστημονική, τη ‘μεγάλη’ Ιστορία.
Μικρασιατικής καταγωγής κι εγώ, πήγα μόλις πριν δυο χρόνια στην πατρίδα του μπαμπά μου, επειδή πάντα υπάρχει μια υπόσχεση, μια εκκρεμότητα. Κι εκεί, χωρίς να τον αναζητήσω, συνάντησα έναν άνθρωπο δίπλα στην ερειπωμένη εκκλησία των ελλήνων, ο οποίος μιλούσε ελληνικά που τον είχε μάθει η γιαγιά του, μουσουλμάνα των Γρεβενών ανταλλαχθείσα. Δεν ήταν η γιαγιά του φίλη της δικής μου, αλλά η εκκρεμότητα υπήρχε, και κάπως την αντιμετωπίσαμε, κάπως προσπαθήσαμε. Μπορεί και να ανανεώσαμε την υπόσχεση.
Θα ήθελα να έχω διαβάσει αυτό το βιβλίο όταν ήμουν παιδί. Κατά προτίμηση στα γόνατα της γιαγιάς μου. Δεν πειράζει όμως, κάποια λουλούδια χρειάζονται χρόνο για ν’ ανθίσουν, όπως χρειάστηκε χρόνο κι εκείνη η υπόσχεση.

Τρίτη 18 Σεπτεμβρίου 2012

Το μακρύ χέρι


Ακούω μια φράση κι αναρωτιέμαι αν ακούω καλά:
«Θεωρούμε ότι αυτή η οργάνωση, (Χρυσή Αυγή) που η δράση της βρίσκεται έξω από τα όρια της νομιμότητας, δεν είναι μια τυχαία οργάνωση, αλλά είναι το μακρύ χέρι του συστήματος…»

Απόσπασμα από το λόγο του Τσίπρα. Κάτι μου θυμίζει… α, ναι, το είδα προχτές γραμμένο σε κάποιο άρθρο. «Η Χρυσή Αυγή είναι συστημική».
Δεν πρόκειται για ρητορικό σχήμα εν τη ρύμη του λόγου, αλλά για μια ιδέα που κυκλοφορεί και γράφεται, για ένα κλισέ περίπου αυτονόητο.
Τι πάει να πει αυτό; Ποιανού συστήματος είναι μακρύ χέρι η ΧΑ;
Υποθέτω ότι εννοούν το καπιταλιστικό σύστημα. Τι άλλο; Να εννοεί κάποιο άλλο σύστημα; Κάποιο μυστικό σύστημα που λειτουργεί εντός του φανερού συστήματος; Κάποιο σύστημα που δεν το αντιλαμβανόμαστε εμείς οι κοινοί θνητοί, το οποίο κρύβεται ύπουλα στους θεσμούς και τους νόμους κι όταν τα βρίσκει σκούρα βγάζει το μακρύ του χέρι για να σκεπάσει τη γύμνια του;
Θα ήθελα να καταλάβω περισσότερα. Αν το δημοκρατικό πολίτευμα είναι το σύστημα, τότε δεν μπορεί αυτό το ίδιο να έχει μακρύ χέρι μια ναζιστική οργάνωση. Ο ναζισμός ήταν απόλυτος εχθρός της δημοκρατίας, όπως ξέρουμε. Ή μήπως δεν το ξέρουμε; Το πρώτο πράγμα που κατάστρεψε στη Γερμανία ήταν η Βουλή. Στο όνομα της δημοκρατίας τον πολέμησαν και τον νίκησαν το ναζισμό και το φασισμό οι Άγγλοι κι οι υπόλοιποι ευρωπαίοι, με τους Έλληνες μαζί. Ο ναζισμός μισεί τη δημοκρατία, η δημοκρατία είναι εξ ορισμού αντίθετη με το ναζισμό.
Αλλά μπορεί ο Τσίπρας και οι διάφοροι αρθρογράφοι που μεταχειρίζονται το κλισέ αυτό, να μην εννοούν τη δημοκρατία όταν μιλάνε για σύστημα, να εννοούν απλώς τον καπιταλισμό. Οι ναζί συνεργάζονταν με το κεφάλαιο, απόδειξη η βιομηχανία των όπλων. Όμως οι ναζί είχαν στόχο την επιστροφή στη δουλοκτητική κοινωνία, κι είχαν αρχίσει να εφαρμόζουν το όραμα τους σε κατακτημένες χώρες όπως η Πολωνία και η Ουκρανία. Χρησιμοποιούσαν δούλους, είχαν ξαναδημιουργήσει από την τέφρα του, από τη σκόνη του, από τη νοσταλγία τους, το δουλοκτητικό σύστημα της αρχαιότητας, με βάση τη ρατσιστική ιδεολογία. Το οποίο δεν έχει καμία σχέση με την αστική δημοκρατία, όσο διεφθαρμένη κι αν είναι, όσο ατελής κι αν είναι, όσο ταξική, άνιση, άδικη και υποκριτική κι αν είναι.
Ο ρατσισμός, ο οποίος κάποτε ήταν επίσημη ιδεολογία σε συντάγματα και καθεστώτα, ο οποίος στηριζόταν σε επιστημονικές εργασίες που απασχολούσαν επί αιώνες στρατιές σοφών, έχει εξοβελιστεί από τους νόμους και τα συντάγματα. Οι εκδηλώσεις του απαγορεύονται και σε πολλές νομοθεσίες τιμωρούνται. Μπορεί να είναι υποκριτικό αυτό, γιατί μέσα τους οι άνθρωποι παραμένουν αρκετά ρατσιστές, αλλά είναι μια διεθνής κατάσταση που δεν επιβλήθηκε εύκολα κι αυτόματα. Επί χιλιετίες οι άνθρωποι πολεμούσαν για τις φυλές τους, κι έγινε μεγάλος αγώνας για να ξεπεραστεί αυτή η φάση της ανθρωπότητας. Η Ευρώπη πέρασε έναν φριχτό πόλεμο για να πάρει απόφαση να δηλώσει επίσημα, με τα κράτη, τις κυβερνήσεις της, τις ενώσεις της, τις συνθήκες της, ότι δεν δέχεται το ρατσισμό πουθενά. Ακόμα κι αν δεν τα έχει καταφέρει να τον ξεπεράσει εντελώς, αγωνίζεται πάντως. Η ύπαρξη του ΟΗΕ, κάθε προσπάθεια για συνεννόηση, ειρήνη, συνεργασία, βασίζεται σ’ αυτή την αρχή. Δεν έχει επιβληθεί παντού, πάρα πολλοί άνθρωποι δεν την αναγνωρίζουν μέσα τους, το σύστημα όμως, θες να το πεις καπιταλισμό, θες να το πεις αστικό και ταξικό, όπως και να το πεις, το Σύστημα δεν έχει καμία σχέση με την δηλωμένη, γραμμένη, επισημότατη ναζιστική άποψη περί ανώτερης φυλής, με το στόχο για δουλοκτητικές κοινωνίες που θα στηρίζουν τις στρατιωτικού τύπου ζωές των ανώτερων.
Το Σύστημα αυτό στο οποίο ζούμε είναι προϊόν πολέμων και επαναστάσεων, διεργασιών προόδου με μεγάλο κόστος, αποφάσεων με μεγάλο βάρος. Κάποτε το σύστημα είχε ευγενείς και δουλοπαροίκους, είχε τάξεις ανώτερες και κατώτερες, είχε ανισότητες θεσμοθετημένες. Χύθηκε πολύ αίμα, δούλεψαν πολλοί φιλόσοφοι για να αλλάξουν και να είναι βασισμένοι στην ισότητα οι θεσμοί του. Δεν τους έκανε δώρο κανένας θεούλης γραμμένους σε πλάκες. Και κάθε στιγμή υπάρχει δουλειά για φιλοσόφους, νομικούς, δημοσιογράφους και πολιτικούς που θέλουν να εντοπίζουν ανισότητες και να προσπαθούν να πετύχουν μεγαλύτερη ισότητα.
Εν ολίγοις, δεν γίνεται να λέτε τέτοια πράγματα, κύριε Τσίπρα και κύριοι όλοι εσείς αρθρογράφοι που τα λέτε σαν αυτονόητα και θεωρώντας τα μεγάλη εξυπνάδα. Το παρόν σύστημα και ο ναζισμός είναι παλιοί εχθροί. Κι όταν μιλάτε για νομιμότητα και τα όρια της, τι εννοείτε δηλαδή; Αυτή η ίδια νομιμότητα δεν είναι το σύστημα; Οι αντιφάσεις, οι σοφιστείες και τα λογικά άλματα είναι το μακρύ χέρι του Καραγκιόζη –πολιτικού που ψαρεύει στα θολά νερά.





Παρασκευή 14 Σεπτεμβρίου 2012

Σταυροί στο ντεκολτέ

Κάποτε φορούσα σταυρουδάκι κι εγώ
Τα φαρμακεία είχαν αργία γιατί σήμερα είναι του Σταυρού. Στην αρχή δεν κατάλαβα, νόμιζα ότι ήταν απεργία. Το πρώτο που είδα κλειστό είχε απέξω μια αγωνιστική αφίσα. Ύστερα, ψάχνοντας διημερεύον, διαπίστωσα πως είναι η αργία. Επειδή τα φαρμακεία βάζουν ένα σταυρό απέξω, γιορτάζουν του Σταυρού και κλείνουν. Προστάτης τους όχι ο κάθε άγιος, αλλά το ίδιο το σύμβολο της θρησκείας, και ο θεός βοηθός. Υποθέτω ότι πρόκειται για παγκόσμια πρωτοτυπία.
Καθώς λοιπόν περπατούσα στην υγρή ζεστή πόλη για να βρω ανοιχτό φαρμακείο, δεν έριχνα σταυροπαναγίες, διότι είμαι άτομο ευπρεπές και καλλιεργημένο, απλώς στοχαζόμουν το σταυρό. Ένα όργανο εκτελέσεων της ρωμαϊκής περιόδου που έχει γίνει παγκόσμιο σύμβολο όχι μόνο του Χριστιανισμού, αλλά και διαφόρων άλλων πραγμάτων, όπως ας πούμε, του θανάτου. Βάζεις ένα σταυρό δίπλα σε ένα όνομα και καταλαβαίνεις ότι ο άλλος έχει πεθάνει. Αλλά και της κοινωνικής αλληλεγγύης, με τον Ερυθρό Σταυρό που αφού άλλαξε όλα τα χρώματα έγινε και ημισέληνος για να θυμηθούμε περί τίνος επρόκειτο απο την αρχή, περί θρησκευτικού συμβόλου.
Την εποχή που οι Ρωμαίοι σταύρωσαν τον Ιησού, σταύρωναν όλους τους καταδικασμένους σε θάνατο. Σταύρωσαν στην Αππία οδό όλους τους επαναστατημένους δούλους του Σπάρτακου. Το είχαν σκεφτεί, το είχαν οργανώσει, θα είχαν υποθέτω υπολογίσει τι κερδίζουν και τι χάνουν με το σύστημα αυτό. Προσέφεραν θέαμα της επιθανάτιας αγωνίας, της αργής και βασανιστικής. Δεν άφηναν τίποτε στην τύχη οι Ρωμαίοι ειδικά όταν επρόκειτο για θέματα εξουσίας και κρατικού μονοπωλίου της βίας, όπως θα το θέταμε σήμερα.
Πολλούς αιώνες αργότερα οι Γάλλοι, πολύ πιο ανθρωπιστές, περιορίστηκαν να προσφέρουν ένα γρήγορο κόψιμο του κεφαλιού στην καρμανιόλα, στερώντας απο το σαδισμό του κοινού μεγάλες απολαύσεις.
Φαντάζομαι ότι σαν σύμβολο ο σταυρός έκανε σπουδαία καριέρα όχι μόνο επειδή συμβολίζει τη θυσία του Ιησού, αλλά επειδή έχει και βολικό σχήμα. Και η κίνηση με τα δάχτυλα στο σώμα μας θα πρέπει να μιμούνταν κάποια παλιότερη συμβολική κίνηση, ίσως νοήματα οπαδών διαφόρων θρησκειών για να αναγνωρίζονται μεταξύ τους.
Δεν φόρεσα ποτέ σταυρουδάκι τα τελευταία σαράντα χρόνια και δεν μου αρέσει να βλέπω να φοράνε. Μου φαίνεται αιχμηρό πράγμα για τους ανθρώπινους λαιμούς, πολύ μυτερό, σχεδόν επικίνδυνο.
Άραγε, αν κάποιος φαρμακοποιός ήθελε να ανοίξει σήμερα, αν ας πούμε είναι μουσουλμάνος βρε αδερφέ, ή ινδουιστής, λέμε τώρα, θα μπορούσε;



Πέμπτη 13 Σεπτεμβρίου 2012

Να κλείσουν την πληγή

Έξι χρόνια πριν είχαμε πάει κι εμείς στο Ground Zero

Στη Νέα Υόρκη φέτος δεν οργάνωσαν πολλές εκδηλώσεις για την επέτειο της καταστροφής των Δίδυμων πύργων, άκουσα στις ειδήσεις. Οι λόγοι που εκφωνήθηκαν ήταν πιο μικροί από τις προηγούμενες χρονιές, οι συγκεντρώσεις μικρότερες, οι τελετές χαμηλότερων τόνων. Έτσι αποφάσισαν κι έτσι έκαναν. Οι κάτοικοι της πόλης αισθάνονται την ανάγκη να μη μιλάνε πια τόσο πολύ για όσα συνέβησαν, έβαλαν στόχο να κλείσουν την πληγή, να δουν πώς θα προχωρήσουν με τα νέα σχέδια στο σημείο που βρίσκονταν οι πύργοι, να δουν πώς θα εντάξουν τα νέα έργα στην καθημερινότητά τους. Στη θέση των Δίδυμων πύργων υψώνεται ο μονογενής πύργος τώρα, που είναι λίγο στριφτός, ίσως παρακολουθώντας τον ασταμάτητο διάλογο που συνοδεύει την ανέγερση του.
Παράξενοι άνθρωποι αυτοί οι αμερικάνοι. Μέχρι τώρα παραδέχονταν ότι δεν έχουν παρελθόν, όχι αρκετό τέλος πάντων, κι έπασχαν υποτίθεται από σύνδρομο κατωτερότητας απέναντι στους Ευρωπαίους, που είχαν πολύ περισσότερο. Δηλαδή δεν το θέλουν και τόσο πολύ τελικά το παρελθόν τους; Γιατί συρρικνώνουν την επέτειο αντί να την αναπτύσσουν; Να την κάνουν σχολική γιορτή, να την κάνουν σχολική αργία, να την κάνουν παρέλαση; Μια η αργία, δυο η γιορτή, νάτο το διήμερο. Άμα πέσει και Πέμπτη- Παρασκευή, τέλεια, γίνεται τετραήμερο. Να γράφουν εκθέσεις, να τσακώνονται ποιος θα παίξει στο σκετς, ποιος θα κρατάει τη σημαία; Τόσο πολύ συνήθισαν να ζουν χωρίς παρελθόν που δεν μπορούν ν’ αφομοιώσουν ούτε αυτό που τους ανήκει; Μήπως προτιμούν κατά βάθος το ευρωπαϊκό, το συνήθισαν τόσο που δεν τους πειράζει να έχουν κάποιο έλλειμμα οι ίδιοι σ’ αυτό το θέμα;
Με βάζουν σε σκέψεις. Μήπως ξέρουν κάποια υγιεινή συνταγή στην αντιμετώπιση τέτοιων θεμάτων; Μήπως έχουν δίκιο; Μήπως είναι κάπως ψυχοφθόρο να αναμασάς και να κλώθεις συνέχεια τον πόνο σου, παρά τα οφέλη συμπάθειας που ίσως σου προσπορίζει;. Ή μήπως μέτρησαν και τη συμπάθεια που μπορεί να δείξει κανείς στα θύματα των πολέμων- επιθέσεων- συγκρούσεων- λιμών- σεισμών και καταποντισμών και βγάλανε το συμπέρασμα ότι επέρχεται κορεσμός, ότι από ένα σημείο και μετά η συμπάθεια είναι απλώς ψυχαναγκασμός, ότι είναι πιο ψυχωφελές να προσπαθείς να κλείσεις τις πληγές, να μιλάς για νέο ξεκίνημα και κάποιου είδους λήθη;
Μήπως ξέρουν κάτι που δεν ξέρουμε αυτοί οι τύποι; Μήπως πάλι έχουν βρει τη θαυματουργή συνταγή; 
Από το Protagon  http://www.protagon.gr/?i=protagon.el.8emata&id=18140

Τετάρτη 12 Σεπτεμβρίου 2012

Γιατί έκλαιγαν τα παιδιά;

Μια από τις πρώτες μέρες της Α΄ Δημοτικού ήρθε στο σχολείο ένας φωτογράφος και μας φωτογράφισε στην τάξη. Να’ μαι με τους μισούς συμμαθητές και συμμαθήτριες, το μόνο παιδάκι που φορούσε γυαλιά. «Τα ωραία μάτια μπαίνουν σε βιτρίνα» μου έλεγαν κοροϊδευτικά, και μετά το πρώτο ξάφνιασμα συμφώνησα με το γράμμα του πειράγματος. Ακριβώς αυτό: τα ωραία μου μάτια είχαν μπει σε βιτρίνα.
Δεν μπορούσε τίποτε να με πειράξει εκείνη τη σχολική χρονιά. Με έγραψαν σε ένα μικρό ιδιωτικό σχολείο, τρία τετράγωνα από το σπίτι μου. Μπορούσα να πηγαίνω μόνη μου, με τα πόδια. Ευτυχία  αφάνταστη. Δεν με ένοιαζε που δεν ήξερα καλή μπάλα, που η δασκάλα τραβούσε αυτιά, ή συνήθιζε να ζουλάει το λοβό με το ακονισμένο της νύχι, για λόγους  δυσεξήγητους.
Η προσδοκία μου ήταν να μάθω να διαβάζω, να μη χρειάζομαι μεγάλους να μεσολαβούν στα βιβλία. Το λαχταρούσα χρόνια, από την πρώτη φορά που μου είχαν προσφέρει την ανάγνωση  εικονογραφημένου παραμυθιού. Περίμενα να χειραφετηθώ επιτέλους από αυτή την εξάρτηση, κι όταν μας ζήτησαν να βγάλουμε τα Αλφαβητάρια και να τα ανοίξουμε, άρπαξα το μυστικό του μηχανισμού ανάγνωσης στον αέρα, πριν καλά- καλά η δασκάλα το αναλύσει. Διάβαζα, γύριζα τις σελίδες εκείνου του υπέροχου βιβλίου, κι όλα τα γράμματα δεν ήταν πια μαύρα ακατανόητα σημάδια, ήταν ένα μονοπατάκι που μπορούσα να ακολουθήσω, σα να παραμέρισαν τα αγκάθια γύρω από τον πύργο της κοιμισμένης βασιλοπούλας. Το μεγάλο ξύπνημα. Λύθηκαν τα μάγια σε τεύχη Κλασσικών Εικονογραφημένων, σε περιοδικά κι εφημερίδες, σε βιβλία, παντού. Τέτοια λυσσασμένη ευτυχία δε θυμάμαι να έχω ξανανιώσει στη ζωή μου.
Υπήρχαν βέβαια εκπλήξεις εκείνη την αξέχαστη πρώτη μέρα. Η πιο μεγάλη, για μένα, ήταν ότι πολλά παιδιά έκλαιγαν. Κρεμόντουσαν στη φούστα της μαμάς τους, η οποία, ακόμα πιο μεγάλη έκπληξη, τα παρηγορούσε σα να τους είχε τύχει κάτι πολύ κακό. Δεν ξεγαντζώνονταν με τίποτε. Εμένα με είχαν πείσει ότι έπρεπε να είμαι περήφανη κι ευτυχισμένη που πήγαινα Α΄Δημοτικού, κι αυτό το θέαμα ήταν απολύτως ανεξήγητο. Είχα μείνει άναυδη να κοιτάζω. Μα γιατί έκλαιγαν τα παιδιά; Δεν ξέρουν ότι θα περνάμε υπέροχα εδώ, ότι θα μάθουμε πράγματα που δεν τα μαθαίνεις αλλού;
Εντάξει, ήμουν παιδί αφελές και εύπιστο. Επιπλέον μεγάλωνα σε πολυκατοικία, δεν είχα κήπο, δεν είχαν καιρό οι γονείς να με πάνε σε πάρκο, ασφυκτιούσα. Με άφηναν με χίλια στανιά να βγω λίγη ώρα στο δρόμο. Τα γειτονόπουλα ήταν όλα μεγαλύτερα και πολύ σκληρά, έπεφτε ξύλο εκεί ανεξέλεγκτο, πλήρωνα ακριβά το παιχνίδι μαζί τους. Γύριζα σπίτι μου μελανιασμένη, δαγκωμένη, (από παιδιά, όχι από σκυλιά) γδαρμένη, κι επιπλέον έπρεπε να τα κρύβω όλ’ αυτά, γιατί δεν ήθελε πολύ να αποφασίσουν οι γονείς να με κρατάνε κλεισμένη μέσα, για να μην παθαίνω τίποτε.
Μπροστά στο κάτεργο της γειτονιάς λοιπόν, το σχολειάκι ήταν παράδεισος. Επιτέλους είχα να κάνω με συνομήλικους, τέρμα τα αρχηγιλίκια και η τυραννία των μεγαλύτερων. Μετά τη βαρβαρότητα, ο πολιτισμός.
Σκέφτομαι καμιά φορά τα παιδιά που έκλαιγαν την πρώτη μέρα. Το σχολείο μπορεί να έχει χίλια στραβά, αλλά πώς είναι δυνατόν να τα ξέρεις πριν καν πατήσεις το πόδι σου; Γιατί λοιπόν; Τα είχαν φοβίσει οι γονείς; Τους είχαν μεταφέρει κάτι σαν δέος που συνδεόταν με τη γνώση; Είχαν οι ίδιοι δυσπιστία και πικρή πείρα από τον τρόπο που οι γραμματιζούμενοι τους είχαν ταλαιπωρήσει ή απλώς τους είχαν επιβληθεί; Τα είχαν απειλήσει με δυσκολίες; Είναι μυστήριο που δεν έχω λύσει. Μέχρι και την εχθρότητα των γονιών προς τον κρατικό θεσμό αναλογίζομαι, τώρα που αναβλύζει πανταχόθεν εχθρότητα προς το κράτος. Ίσως ενυπήρχε από παλιά. Ή απλώς ήταν η υπερβολική αγάπη των μανάδων που έκανε τα παιδιά  αδύναμα μπροστά στο καινούργιο. Δεν ξέρω. 
Εκείνο που ξέρω είναι ότι κάθε φορά που τα σχολεία ανοίγουν, κι αρχίζει η μοντέρνα γκρίνια τώρα πια, που δεν έχουν βιβλία, που δεν έχουν αίθουσες, που απεργούν, που τα διδάσκουν στραβά, που το σύστημα είναι χάλια, που δεν μαθαίνουν τίποτε, που οι αγαθές προθέσεις είναι ψεύτικες, που η υποκρισία περισσεύει, κάθε φορά μου έρχεται να σκουντήσω τα πρωτάκια και να τους πω το μυστικό που έπρεπε τότε να ψιθυρίσω στα κλαμένα παιδιά: μην κλαις μωρέ, πετάνε καραμέλες εδώ, να έχεις το νου σου να τις πιάσεις στον αέρα.
https://www.athensvoice.gr/politics/25827_giati-eklaigan-ta-paidia 

Πέμπτη 6 Σεπτεμβρίου 2012

Προσωπική μαρτυρία απο τη Δημοτική Αγορά της Κυψέλης


Είχα αποφασίσει να μη γράψω τίποτε για τη Δημοτική Αγορά της Κυψέλης. Τίποτε αυτή τη φορά. Τόσα χρόνια που πήγαινα εκεί και έκανα μαθήματα ελληνικών σε μετανάστες, έγραφα και ξανάγραφα. Έγραψα άρθρα στα ΝΕΑ, στο ΒΗΜΑ, στο μπλογκ μου, μίλησα στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών. Πριν μερικούς μήνες ωστόσο, όταν προσπάθησα να πείσω τους άλλους εθελοντές της ομάδας να πάρουμε πρωτοβουλία συνεργασίας με το Δήμο, δεν τα κατάφερα, και αποχώρησα από την ομάδα. Αποχώρησα ακριβώς επειδή πιστεύω αυτά που έγραψε ο δήμαρχος Αθηναίων στο άρθρο του στα ΝΕΑ κατά των καταλήψεων. Και θα ήταν πολύ μπερδεμένο να εξηγώ γιατί δούλεψα εθελοντικά με τέτοιο πάθος σε μια κατάληψη. Πολύ μπερδεμένο σε μια εποχή που οι απλοποιήσεις ισοπεδώνουν τα πάντα.
Υπάρχουν όμως όρια. Δεν είναι δυνατόν να διαβάζω σε έγκυρη εφημερίδα ότι στα μαθήματα σε μετανάστες είχαμε δασκάλους τους φίλους της 17 Νοέμβρη, κι ότι επιλέγαμε τους μαθητές με κριτήριο να υποστηρίζουν το ΣΥΡΙΖΑ. Αυτά τα πράγματα είναι τερατώδη, και προσβάλουν τους ανθρώπους που επί χρόνια έρχονταν στην Αγορά να προσφέρουν χρόνο και δουλειά για να στήσουμε μια γέφυρα επαφής με τους μετανάστες βασισμένη στη διδασκαλία. Μπορεί να διαφωνήσαμε με πολλούς, μπορεί η ίδια η βάση της δουλειάς μας να είχε πρόβλημα λόγω του χώρου,  αλλά οι συκοφαντίες που γράφτηκαν ξεπερνάνε κάθε φαντασία.
Το άρθρο του Δημάρχου είναι απολύτως σωστό, οι καταλήψεις δημόσιου χώρου ακυρώνουν το δημόσιο χαρακτήρα του. Τα σχολεία και τα Πανεπιστήμια κλείνουν αντί να λειτουργούν. Από την άλλη, στην Κυψέλη η περίπτωση της Αγοράς δεν ήταν ακριβώς το ίδιο. Η Αγορά δεν λειτουργούσε. Ήταν κλειστή για αρκετό καιρό, παρατημένη. Θα γκρεμιζόταν, ύστερα κρίθηκε διατηρητέα κι έμενε έτσι. Τρέξαμε εκεί πέρα με ενθουσιασμό μόλις μάθαμε πως την άνοιξαν. Μαζεύτηκαν χιλιάδες υπογραφές. Για να ανοίξει, όχι για να κλείσει.
Μπορεί να πει κανείς ότι στο δυναμικό αυτό ξεκίνημα κρύβονταν τα προβλήματα της παρατυπίας, εν τέλει της παρανομίας. Μπορεί αυτή να είναι η βαθιά αλήθεια, αλλά επίσης είναι λιγότερο από τη μισή αλήθεια. Γιατί ο δημόσιος χώρος λείπει τραγικά στην Κυψέλη. Είναι άδικο απέναντι σε ανάγκες συμμετοχής μας στα κοινά όλες οι προσπάθειες που έγιναν στην Αγορά να σβηστούν μονοκοντυλιά, να αγνοηθούν πλήρως, κι είναι απαράδεκτο να συκοφαντηθούν.
Κι όμως η συκοφαντία άρχισε γρήγορα, με ελαφριά καρδιά. Μια μέρα πριν χρόνια άκουσα δυο βουλευτές στο δημοτικό ραδιόφωνο να λένε ότι στην Αγορά γίνεται διακίνηση ναρκωτικών, κι όσο κι αν προσπάθησα να τηλεφωνήσω στην εκπομπή δεν κατάφερα. Και χτες διάβασα στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, σε άρθρο του κ Διονύση Γουσέτη ότι είχαμε δασκάλους φίλους της 17 Ν!
Λοιπόν για σταθείτε. Μαθήματα κάναμε εμείς, τρεις δημοσιογράφοι, έκαναν τρεις καθηγητές φιλόλογοι, τρεις δασκάλες, πολλές φοιτήτριες και φοιτητές, νέοι εργαζόμενοι, συνταξιούχοι. Να συζητήσουμε τη λάθος επιλογή του χώρου; Σύμφωνοι, αλλά από εκεί ξεκίνησε μια διαφορετική πρόταση για την αντιμετώπιση των μεταναστών με τους οποίου ζούμε μαζί στην Κυψέλη.
Έλεγα να μη γράψω τίποτε λοιπόν, γιατί οι αποχρώσεις χάνονται μέσα στη βασιλεία του άσπρου- μαύρου, κι όσοι θέλουν να είναι συμβιβαστικοί γίνονται αντικείμενο επίθεσης κι από τις δυο μεριές.  Έχω όμως υποχρέωση απέναντι στα κορίτσια της Νομικής που με δυσκολίες μέσα στην εξεταστική τους συνέχιζαν τα μαθήματα, έχω  υποχρέωση απέναντι στα αγόρια που δούλευαν ως τις εφτά το βράδυ κι έρχονταν κουρασμένα για το μάθημα, απέναντι στις συναδέλφους μου που ενημέρωσα για τη δουλειά που κάνουμε κι ήρθαν με ενθουσιασμό να συμμετάσχουν. Δεν μπορεί να τους λέτε συνεργάτες τρομοκρατών. Ως εδώ.
Υπάρχουν άνθρωποι που ενοχλούνται με τον περιρρέοντα ρατσισμό και θέλουν να αντιδράσουν ειρηνικά, δημιουργικά και θετικά. Υπάρχουν πολίτες που προσβάλλονται από την έλλειψη ανθρωπισμού σε μια χώρα που έχει υπογράψει ανθρωπιστικές συνθήκες, κι αισθάνονται την ανάγκη να κάνουν κάτι για να αναπληρώσουν το κενό. Ο ρατσισμός δεν καταπιέζει μόνο όσους τον υφίστανται, αλλά κι εκείνους που τον ανέχονται γιατί δεν μπορούν να κάνουν αλλιώς. Προσπαθήσαμε να αντιδράσουμε για πέντε χρόνια, με βάση ένα πρόγραμμα διδασκαλίας. Δεν ζητούσε κανείς από τους μετανάστες να υποστηρίζουν τον ΣΥΡΙΖΑ, κύριε Γουσέτη. Δεν ήξεραν καν τι είναι ο Συριζα. Ούτε είχαμε δασκάλους τον « καταδικασμένο για συμμετοχή στην επίσης τρομοκρατική οργάνωση ΕΛΑ Χρήστο Τσιγαρίδα και τον θαυμαστή του Κουφοντίνα Πέτρο Γιώτη.»  Ρωτείστε να μάθετε, ήμουν κάθε μέρα εκεί και ξέρω πολύ καλά τους δασκάλους. Δεν τους κάναμε μάθημα για τα καράβια στη Γάζα. Τους κάναμε ελληνική γλώσσα. Αγοράσαμε τα βιβλία με δικά μας λεφτά, κουβαλήσαμε τους πίνακες, καθαρίσαμε τα μαγαζιά για να γίνουν τάξεις, δεν πήραμε δραχμή από πουθενά, για να προσφέρουμε ένα υπόδειγμα συνύπαρξης στη γειτονιά. Μπορεί να διαφώνησα με τη στάση απέναντι στο Δήμο, μπορεί να αποχώρησα από την ομάδα, αλλά δηλώνω ότι είμαι πολύ ευτυχής που μπόρεσα να  κάνω μαθήματα σε μετανάστες για πέντε χρόνια. Κι ελπίζω ότι τα εξαιρετικά παιδιά που συμμετείχαν θα κρατήσουν μια καλή ανάμνηση, παρά τη συκοφαντική επίθεση.
Και κάτι ακόμα. Λυπάμαι πάρα πολύ για όσα άκουσα από ανθρώπους που θα έπρεπε να έχουν ένα επίπεδο. Λυπάμαι για τους πολιτικούς που είχαν πει τότε ότι γίνεται στην Αγορά διακίνηση ναρκωτικών, λυπάμαι για σας κε Γουσέτη που τόσο επιπόλαια γράψατε και δημοσιεύσατε αυτές τις συκοφαντίες. Είστε φιλελεύθερος; Πίστευα ότι έχει ανέβει το επίπεδο των ανθρώπων στο χώρο σας.
Εύχομαι ο Δήμος της Αθήνας να βρει το κουράγιο να παλέψει τις εκατέρωθεν αδιαλλαξίες και τους φανατισμούς να ξαναστήσει καλύτερα ένα πολιτιστικό κέντρο. Το εύχομαι από την καρδιά μου. Μένω ακόμα στην Κυψέλη, και προσπαθώ να διατηρήσω σώας τας φρένας. 
http://www.protagon.gr/?i=protagon.el.8emata&id=17983

Τρίτη 4 Σεπτεμβρίου 2012

Ιδέες για αναπλάσεις



Κατέβηκα στο κέντρο της Αθήνας μετά από καιρό. Ο κόσμος είναι αραιός. Πάντα ήταν λιγότερη η κίνηση μέχρι τη μέρα που ανοίγουν τα σχολεία. Λες κι ο μισός πληθυσμός είναι μαθητές, και μάλιστα στο κέντρο. Ένα μυστήριο.
Αλλά τώρα ο κόσμος έχει αραιώσει γενικότερα. Δεν υπάρχει χρήμα για βενζίνη, δεν κυκλοφορείς εύκολα με αυτοκίνητο. Δεν κυκλοφορείς γενικώς. Πολλοί μετανάστες φεύγουν, μερικοί ντόπιοι μεταναστεύουν, ερημώνουν οι γειτονιές.
Πέρασα από την Πανεπιστημίου, επειδή διάβασα ότι άρχισαν οι αναπλάσεις. Όντως τα κτίρια φασκιώθηκαν. Δεν ξέρω τι άλλο θα κάνουν και τι δεν θα κάνουν. Τα σχέδια για πεζοδρόμηση μου φαίνονταν από τρελά έως σαδιστικά. Δεν θα περνάει λέει ούτε το τρόλει, θα πρέπει να αλλάζεις τρία οχήματα για να πας από την Κυψέλη στο Παγκράτι; Σχέδια που έφτιαξαν άνθρωποι οι οποίοι ποτέ τους δεν περπάτησαν στην Αθήνα.
Κάτω από τις νεραντζιές της πρόσοψης, τα μόνα δέντρα στο χώρο, καθόταν ένας άνθρωπος στη σκιά. Τη μοναδική σκιά. Μεγάλος άνθρωπος, όχι κανας νέος. Για να αποφασίσει να καθίσει χάμω ένας μεγάλος άνθρωπος, πρέπει να είναι ξεθεωμένος. Δεν είναι καθόλου απλό να καθίσεις κι ύστερα να σηκωθείς. Αλλά παγκάκι δεν υπάρχει στη σκιά, και το θέμα σκιά είναι ζωτικό. Κάποιοι άλλοι στέκονταν όρθιοι, με μπουκαλάκια νερό στο χέρι, ιδρωμένοι, ξαναμμένοι. Τόσα σχέδια και προτάσεις, τόσες δωρεές και προοπτικές, ένα παγκάκι για τους ανθρώπους που περιμένουν  λεωφορείο μέσα στο λιοπύρι δεν έχουν ποτέ σκεφτεί να βάλουν.
Μόνο σε φωτογραφίες τον βλέπουν το χώρο που αναπλάθουν οι αρχιτέκτονες; Φωτογραφίες και τοπογραφικά, όπου απομονώνεται η ένδοξη Τριλογία; Έχει κι άπλα γύρω της, φαντάζονται ότι κι οι άλλοι δρόμοι είναι έτσι; Μάλλον γι αυτό δεν ασχολούνται ποτέ με κάτι πιο μικρό και λιγότερο ένδοξο.
Ας πούμε, λίγο παραπάνω, το σαφώς λιγότερο ένδοξο Χημείο, αναπλασμένο και φραγμένο από καιρό, προφανώς για να μην το ρημάξουν έτσι και ξεφραχτεί, πράγμα που όλοι ξέρουμε με βεβαιότητα ότι θα γίνει, έχει μπροστά πεζοδρόμιο μισό μέτρο όπου χωράς να περάσεις με το πλάι. Απέναντι υπάρχει ένα παλιό οικοδομικό τετράγωνο με εξίσου στενό πεζοδρόμιο. Αυτό το κομμάτι της πόλης στη Σόλωνος ουδείς ουδεπώποτε φιλοδόξησε να αναπλάσει.
Πέρασα το πεζοδρόμιο από την απέναντι μεριά του Χημείου. Το μισό είναι με στοά, δηλαδή χτισμένο μετά τον ΓΟΚ εκείνο που έβαζε υποχρεωτική τη στοά στο κτίριο για να δώσει ορόφους. Αυτή η ρύθμιση θεωρώ ότι ήταν η μεγαλύτερη και μοναδική επανάσταση στην υπόθεση της αθηναϊκής πολεοδομίας. Μια ήσυχη επανάσταση που εξοικονόμησε δημόσιο χώρο και βεβαίως πολεμήθηκε λυσσαλέα, όπως όλες οι επαναστάσεις. Στοά λοιπόν το μισό τετράγωνο, η οποία σταματά απότομα σε τοίχο. Ακολουθεί άλλο μισό τετράγωνο με πεζοδρόμιο μισού μέτρου, που πρέπει να το περνάς περπατώντας με το πλάι, όπως και το απέναντι.
Λοιπόν για μένα το πιο μεγαλειώδες, φιλόδοξο, σχεδόν ουτοπικό και πάντως ρηξικέλευθο, θαρραλέο και ρομαντικό σχέδιο θα ήταν να πιάσουν αυτό το μισό τετράγωνο και να του φαρδύνουν το πεζοδρόμιο. Υπάρχουν εκεί τρία μαγαζιά, το να τα αγοράσουν θα κόστιζε στο Ίδρυμα Ωνάση, ας πούμε, που χρηματοδοτεί τις μελέτες  για την Πανεπιστημίου λιγότερο από όσο μια ακριβή υπογραφή. Υπάρχει και ένα παλιό παρατημένο κτίριο, το οποίο μπορεί να εμπνεύσει μια μελέτη για το πώς περνάς ένα πεζοδρόμιο μέσα από ένα παλιό παρατημένο, ενίοτε και διατηρητέο κτίριο.
Θα έχετε προσέξει ότι η Αθήνα είναι γεμάτη τέτοια. Οι πρόγονοι μας χτίζανε σύρριζα στο δρόμο, ήταν χειρότεροι από μας. Το πεζοδρόμιο το θεωρούσαν ακατανόητη πολυτέλεια. Και καλά τα περιποιημένα νεοκλασσικά, λες ας κατέβω να κινδυνέψει λίγο η ζωή μου στο δρόμο μέσα στ’ αυτοκίνητα, τουλάχιστον βλέπω κάτι ωραίο. Αλλά τα ερείπια να μην τολμάμε να τα αγγίξουμε μέχρι να μας πέσουν στο κεφάλι, κρίμα δεν είναι;
Νομίζω θα ήταν πολύ πρωτότυπο και άκρως ευεργετικό να σκέφτονταν κάτι τέτοιο οι υποψήφιοι ευεργέτες και να άλλαζαν τη συζήτηση από τα ένδοξα κέντρα προς τα άδοξα τετράγωνα της καθημερινότητάς μας.

Κυριακή 2 Σεπτεμβρίου 2012

Ο μικρόκοσμος στη φαντασία του

Το πηλίκιο είναι πολύ μεγάλο στην εικόνα του εξωφύλλου και με απωθούσε. Έχω αλλεργία στα στρατιωτικά σύμβολα φαίνεται, έτσι δεν πλησίαζα να ανοίξω το βιβλίο. Δεν πρόσεχα ότι παρακάτω το κλισέ άλλαζε. Κάποια στιγμή πάντως δεν υπήρχε τίποτε άλλο στο επαρχιακό βιβλιοπωλείο, κι έτσι πλήρωσα το βιβλίο του Χωμενίδη ένα 25% παραπάνω από ό,τι θα έδινα στην Αθήνα, αλλά εντάξει, άξιζε τα λεφτά του. Και τελικά η προσέγγιση στο πηλίκιο, στο μιλιταρισμό, δεν ενόχλησε την αλλεργία μου.
Προσέγγιση στο μιλιταρισμό εννοώ την προσέγγιση σε πολλά χαρακτηριστικά της νεοελληνικής δημόσιας ζωής, και κάμποσα της ιδιωτικής βεβαίως πλεγμένα ανάμεσα, μιλάμε για λογοτεχνία. Θαύμασα το εύρημα του συγγραφέα: η Ελλάδα κάτοχος νησιού στον Ατλαντικό, αποικιακή χώρα με αποικιακές συμπεριφορές. Σάτιρα και αλληγορία μαζί. Στο νησί να συμβαίνουν απίθανα πράγματα, σαν σε ένα μικρό παραμορφωτικό καθρέφτη. Η φαντασία οργιάζει με υλικό πραγματικά στοιχεία της ελληνικής ιστορίας και κουλτούρας, φαντασία δημιουργική που ανακαλύπτει κρυμμένες όψεις των πραγμάτων, ή απλώς τα παραμορφώνει έτσι που να συναντάς μέσα τους άλλες αλήθειες. Τέτοιο παιχνίδι με τα σύμβολα, με τα κλισέ, με τις πινακοθήκες ηρώων και μύθων, εμένα με κράτησε χαμογελαστή, με ένα πικρό αν και- λόγω μεγάλης απόστασης του νησιού απο την Ελλάδα- αποστασιοποιημένο χαμόγελο.
Το διάβασα τον Ιούλιο, κι έκτοτε τραγουδάω φανατικά όλο το ρεπερτόριο του Χιώτη που θυμάμαι. Το γιατί θα το καταλάβετε.
 Προς το παρόν ακούστε το τραγούδι αυτό του Χιώτη, που είναι απο τα πιο ρεμπέτικα και προσπαθείστε να φανταστείτε τη λέξη 'Πατρίδες' αντί για 'παρτίδες'.


Queen on sea

 H ταινία «Βασίλισσα της θάλασσας» μου κόστισε μια ταραγμένη νύχτα. Δεν ήταν τόσο η άνοια της γριάς μητέρας που με σόκαρε, όσο η άγνοια της ...