Σάββατο 14 Μαΐου 2011

Tο κράτος μέσα μας

Τη στιγµή που ξεκινάς να πας να γεννήσεις αισθάνεσαι ευάλωτη και σηµαντική, απορείς που ο κόσµος συνεχίζει την καθηµερινή ρουτίνα. Τι να λέµε… Αν βλέπαµε σε ταινία αυτή τη δολοφονία, συµµορία να σκοτώνει κάποιον σε τέτοια στιγµή, θα λέγαµε τι τραβηγµένες ιδέες έχει ο σεναριογράφος, τι αρρωστηµένο µυαλό... Η ζωή γράφει πιο φρικιαστικά σενάρια πάντα, µας αφήνει άφωνους, χωρίς λέξεις, χωρίς κουράγιο να αρθρώσουµε κουβέντα. Κι όµως πρέπει να βρούµε κουράγιο και λέξεις, γιατί λίγο µετά, καθώς σοκαρισµένοι Αθηναίοι αφήνουν λουλούδια στο µατωµένο αυτοκίνητο, τόπος κατοικίας µας πια τα αυτοκίνητα, έρηµα σκάφη σε νεκρές θάλασσες, κάποιοι άλλοι, έτοιµοι να παραστήσουν τους τιµωρούς, µπαίνουν σε µαγαζιά µεταναστών και τα σπάνε, µπαίνουν σε σπίτιαµεταναστών και τους χτυπούν.

Στο τραγικό θύµα βρήκανε τον πολιορκητικό κριό που θα ανοίξει τα µυαλά και τις καρδιέςµας, να δικαιωθεί η αυτοδικία που νοµίζουν ότι επιβάλλουν. Στην πραγµατικότητα θέλουν κάτι πολύ χειρότερο από αυτοδικία, να ελέγχουν τις γειτονιές, να στήσουν το δικό τους ρατσιστικό, βίαιο, άναρχο κράτος, να δρουν ανεξέλεγκτα, να ξεθυµαίνουν όπου τους αρέσει. Περιµένουν µε σιγουριά την επιδοκιµασία µας, σε πόσους δεν έρχεται αυθόρµητα η σκέψη να τους αφήσουν να τσακίσουν όλους τους ξένους της Πατησίων, να φοβηθούν οι ανεπιθύµητοι αλλοδαποί, αφού δεν υπάρχει κράτος…
Είναι δύσκολο την ώρα αυτή να σκεφτείς λογικά, ότι το κέντρο της Αθήνας δεν το «κατέλαβαν οι αλλοδαποί» όπως φωνάζουν διάφοροι µε ψεύτικα δάκρυα, παρά αφού το παράτησαν οι ντόπιοι, οι ίδιοι που το υποβάθµισαν χτίζοντας, στριµώχνοντας, αρµέγοντας άγρια τη γη του, βγάζοντας χρήµα από κάθε τετραγωνικό. Τέτοιες ώρες δεν ψάχνεις αναλύσεις, οι κραυγές σε συνεπαίρνουν, ακούγονται πιο ανακουφιστικές, αφού ο πόνος, η προσβολή γι’ αυτό που συνέβη, είναι αβάσταχτος. Κι όµως το χρωστάµε όλοι στο παιδί που γεννήθηκε ορφανό να µην αφήσουµε τη βαρβαρότητα να επικρατήσει. Το λιγότερο που οφείλουµε, ως πολίτες, επειδή κράτος πρέπει να υπάρχει τουλάχιστον στα κεφάλια µας, είναι να απαιτούµε να συλληφθούν και να δικαστούν οι ένοχοι µε τους κανόνες δικαίου, να µη συµπαραταχθούµε µε τους αχαρακτήριστους ρατσιστές τροµοκράτες.
Στα ΝΕΑ http://www.tanea.gr/default.asp?pid=10&ct=13&artid=4630635

Πέμπτη 12 Μαΐου 2011

Περιοδικά ποικίλης ύλης

Στη γειτονιά µας έχουµε κρατήσει µερικές αριστοκρατικές συνήθειες που δεν τις βρίσκεις ούτε στο Κολωνάκι. Ας πούµε στο κοµµωτήριο της γωνίας, µόλις καθήσω, µου προσφέρουν για ξεφύλλισµα αληθινά περιοδικά ποικίλης ύλης, αυτά που κάποτε τα σνοµπάραµε ως υπερβολικά γυναικεία και σήµερα µοιάζουν σούπερ κουλτουριάρικα µπροστά στα περιοδικά των άλλων κοµµωτηρίων, αυτών στις αριστοκρατικές συνοικίες µε τ’ όνοµα. Να γιατί δεν αλλάζω την κοµµωτική της Κυψέλης µε τίποτα.

Κατά καιρούς οι φίλες µου µε παρέσυραν σε µέρη πιο µοδάτα, µε τη διαβεβαίωση ότι θα έχανα πολλά αν δεν προσπαθούσα να µυηθώ στα ταλέντα που είχαν ανακαλύψει. Σέβοµαι πάντα τις επαγγελµατικές δεξιότητες των συνανθρώπων, ειδικά όταν τις εξασκούν στα µαλλιά µου, αλλά πώς να εµπιστευθώ το κεφάλι µου σε ανθρώπους που αγόραζαν για το µαγαζί τους περιοδικά γεµάτα αδιάκριτες φωτογραφίες; Πώς να καθήσω αναπαυτικά και χαλαρωτικά στην πολυθρόνα και να ξεχαστώ κοιτάζοντας σελίδες επί σελίδων µε κοµψές µαµάδες που τρέχανε για ψώνια στηρίζοντας τα µικρά τους παιδιά στον γοφό, και δίπλα πάλι το ίδιο, και παραδίπλα κάποιες παντρεύονταν, και παραδίπλα κάποιες χώριζαν; Κι αυτό παριστάνει πως είναι κουτσοµπολιό; Θα ξεχάσουµε και να κουτσοµπολεύουµε στο τέλος.

Πέρασαν από τα χέρια µου άπειρες σελίδες µε τέτοιες αποκαλύψεις, ο τάδε που παντρεύεται, ο δείνα που χωρίζει, ήξερα λιγότερους από τους µισούς, γύριζα τις σελίδες να βρω κάτι άλλο, τίποτε. Και στο τραπεζάκι στοίβες µε παρεµφερή έντυπα. Πού πήγαν εκείνα τα ωραία περιοδικά µε τα περιποιηµένα µοντέλα στο εξώφυλλο, τα οποία έχουν περάσει ώρες µέχρι να βρουν τη σωστή πόζα της φωτογράφησης; Ολο καπέλα τζόκεϊ και τρεχάλες στα πεζοδρόµια. ∆εν είχα ποτέ µου φανταστεί ότι θα νοσταλγούσα το ρεπορτάζ υψηλής ραπτικής, τις έρευνες για τα καθηµερινά προβλήµατα, τις συνταγές µαγειρικής και συµβίωσης στον γάµο, τα ταξιδιωτικά κείµενα και µερικές πένες στο χρονογράφηµα ανεπανάληπτες. Κατέληξα στη γειτονιά µου λοιπόν τη συκοφαντηµένη, όπου ακόµα µπορώ να βρω περιοδικά που δεν σιχαίνοµαι τον εαυτό µου όταν τα ξεφυλλίζω. Πραγµατικά, κάποτε η Κυψέλη παρίστανε την αστή, κι αυτό δεν είναι µικρό πράγµα.

Στα ΝΕΑ http://www.tanea.gr/default.asp?pid=10&ct=13&artid=4630263

Eποχή του χαλκού

Πανοραμική άποψη σταθμού Αγρινίου
Κι όµως, µέσα στον κατήφορο που έχουν πάρει τα τρένα, µε τα φρένα λυµένα, να και κάτι που µπορεί να µας κάνει να αναθαρρήσουµε: κλέβουν από το δίκτυο καλώδια από χαλκό, ακριβώς όπως και στη Γαλλία!

∆εν ξέρω αν το καταλαβαίνετε, αλλά αυτό σηµαίνει µια αιφνίδια αναβάθµιση, µια απρόσµενη εκτίναξη προς τα µπρος. Τα γαλλικά τρένα είναι τα καλύτερα του κόσµου, ένας τοµέας όπου η σύνδεση του κράτους µε την τεχνολογία πέτυχε µε τρόπο µοναδικό και το αποτέλεσµα είναι να µπορείς να διασχίζεις τη Γαλλία από τη µια άκρη στην άλλη µέσα σε τέσσερις ώρες. Τα πιο αεροδυναµικά, τα πιο τολµηρά τρένα κυκλοφορούν στις ράγες του εξαγώνου, µε καταπληκτικό ντιζάιν, αεροδυναµικό, πάνε παντού και περνούν συχνότατα. Εχουν βέβαια ακριβό εισιτήριο, κανείς δεν είναι τέλειος. Κι ο ΟΣΕ ακριβό εισιτήριο έχει κατά βάθος, µην κοιτάτε που δεν το πληρώνουµε για να ταξιδέψουµε. Το πληρώνουµε αλλιώς και δεν ταξιδεύουµε κιόλας.

Αλλά στο κάτω κάτω, γιατί να ταξιδεύουµε µε τρένα αφού δεν µας αρέσουν; Φαγώθηκαν διάφοροι ροµαντικοί και νοσταλγοί των τρένων να περιγράφουν τις διαδροµές που έκαναν παιδιά, τις µυρωδιές του καπνού και των σταθµών που τρύπωσαν στον εγκέφαλό τους, τις θεωρίες για το περιβάλλον και τις δηµόσιες συγκοινωνίες που θα µας αναβάθµιζαν. Και το αποτέλεσµα ήταν τελετές εγκαινίων και κόντρα τελετές, και λεφτά σε απαλλοτριώσεις για γραµµές που τις καταπατούσαν λίγο αργότερα, και σε σιδηροτροχιές που τις έκλεβαν λίγο αργότερα, και φτου κι από την αρχή. Αντε τώρα να ονειρευτείς τρένο στο Αγρίνιο, ας πούµε, που ως όνειρο και ιδέα κατάπιε κάµποσα εκατοµµύρια, 13 εκατομμύρια ευρώ διάβασα, τις δυο και τρεις φορές που σχεδιάστηκε, πήρε µπρος και αποµύζησε χρήµα. Μια διαδροµή έκανε, κάθε τσαφ και χιλιάρικο. Οχι µόνο απαγορεύεται η νοσταλγία, αλλά χρειάζεται και αυτοµαστίγωση για όλες τις εικόνες και τις προσδοκίες που εξέθρεψαν αυτό το αδηφάγο τέρας.

Θα φταίει η λογοτεχνία και το σινεµά που αγαπούν τα τρένα και µας τρελαίνουν, να πιανόµαστε οι αµετανόητοι από τα κλεµµένα χάλκινα καλώδια.
Στα ΝΕΑ http://www.tanea.gr/default.asp?pid=10&ct=13&artid=4630433

Τρίτη 10 Μαΐου 2011

Ήρθαν τα δύσκολα, μαμά…

Άδικα έψαξα την Κυριακή να βρω σχόλια για το θρίλερ της Παρασκευής, τη σύσκεψη του Λουξεμβούργου, τι λέγανε για μας εκεί έξω μακριά και κρυφά, τι σκέφτονταν για λογαριασμό μας. Δεν βρήκα εξηγήσεις, σχόλια, αναλύσεις, απολογίες, διαψεύσεις, διαβεβαιώσεις. Κάτι βαθυστόχαστο, διεισδυτικό για την κατάσταση; Τίποτε. Κάτι να εξηγεί γιατί τόσο μυστήριο, γιατί γράφουν για μας Ισπανοί και Γάλλοι, τι παίζει και τι παίζεται;
Κανείς δεν είχε όρεξη να ασχοληθεί μ’ αυτά τα μυστηριώδη και δυσοίωνα, όλοι έγραφαν για τη γιορτή της μητέρας. Όλοι χρειάζονταν ανακωχή, λίγη ηρεμία, να θυμηθούν τις βασικές αξίες της ζωής, την αγάπη της μητέρας. Ζητούσαν ξεκούραση, επιστροφή στις ρίζες, στα παιδικά χρόνια, στη σιγουριά της μητρικής αγκαλιάς.
Οι αναλύσεις, οι αποφάσεις, οι καταστροφές, αναβλήθηκαν για την επόμενη μέρα.
Θέλοντας και μη, τι να κάνουν κι οι μανάδες, δέχτηκαν το ρόλο αυτό τον αγαθοποιό. Γιατί αν τις ρωτούσες, μπορεί ευχαρίστως να το είχαν σκάσει, να είχαν πάει εκδρομή με τις φίλες τους, είχαν κι άλλη ζωή πριν γίνουν μητέρες, έκαναν μπάνια στη θάλασσα, βόλτες στα μαγαζιά, έπιναν τσάι τα απογεύματα, ή απλώς κουτσομπόλευαν στο τηλέφωνο, όμως εδώ ήταν η γιορτή της μητέρας. Έπρεπε να μείνουν σπίτι να περιμένουν την ανθοδέσμη. Και πάλι καλά δηλαδή. Ευλογημένοι ας είναι οι ανθοπώλες –ειρηνοποιοί των οικογενειακών σχέσεων. Που καλύτερα να τις άφηνες στην ησυχία τους, τι τις σκαλίζεις με γιορτές ανακεφαλαίωσης και περισυλλογής; Η ελληνίδα μάνα, που μεγαλώνει το βλαστάρι της κακομαθαίνοντας το σε βαθμό κακουργήματος, μήπως να πληρώσει τα αναδρομικά των βουλευτών; Τις μίζες των υποβρυχίων; Αυτή δεν προβάλει την ανασφάλεια της στον εθνικισμό του έλληνα, και τον ανατρέφει με μόνιμη μανία καταδίωξης, δεν τον μεγαλώνει παραπονιάρη κι ανικανοποίητο; Αυτή δεν τον ποτίζει σταγόνα- σταγόνα τη δυσπιστία για το περιβάλλον, για την κοινωνία ολόκληρη, για το κράτος κυρίως, την  καχυποψία, υπέρμετρο εγωισμό ταυτόχρονα με υπέρμετρη έλλειψη αυτοπεποίθησης, η θαυματουργή, η γλυκοφιλούσα και η πικροκυματούσα; Είναι για λουλούδια;
Αλλά είπαμε, ανακωχή, ειρήνη, συμφιλίωση, λουλούδια και γλυκά, θετική ενέργεια και πάμε παρακάτω.
Στα ΝΕΑ: http://www.tanea.gr/default.asp?pid=10&ct=13&artid=4630066
http://www.tanea.gr/gnomes/?aid=4630066 

Σάββατο 7 Μαΐου 2011

Οι πρόγονοι τους και οι δικοί μας

Στο Παρίσι είχα αγοράσει αυτό το γαλλικό βιβλίο και το άφησα εκεί να το διαβάσει ο γάλλος φίλος που με φιλοξενούσε. Μου το επέστρεψε πριν λίγες μέρες και το διαβάζω τώρα αργά- αργά, να μην τελειώσει γρήγορα, το απολαμβάνω. Η ιστορία της Γαλλίας χωρίς τα κλισέ. Του Francois Reynaert, δημοσιογράφου στο πάντα αγαπημένο μου περιοδικό Νοuvel Observateur. Aχ να βρισκόταν ένας έλληνας να γράψει την ελληνική ιστορία χωρίς κλισέ! Αλλά θα έπρεπε να έχει τάσεις να γίνει μάρτυρας, γιατί μετά θα υποστεί λιθοβολισμό. Η ιστορία της Ελλάδας σε 500 σελίδες χωρίς τα κλισέ;
Φαντάζεστε;
Θα μπορούσε να είναι κάποιος που ζει εκτός Ελλάδος ίσως, και να γράψει με ψευδώνυμο..
Ταυτόχρονα, κι επειδή δεν μπορώ να περιμένω ποιος θα κάνει αυτόν τον ηρωισμό με την ελληνική ιστορία, διαβάζω λίγο Μαζάουερ, ο οποίος δεν τα βάζει με τα κλισέ, απλώς δεν τα υπηρετεί. Έτσι είχα αυτή τη διπλή ευτυχία επί κάμποσες μέρες, από τη μία τα «Βαλκάνια» του Μαζάουερ, από την άλλη τους «Προγόνους μας τους Γαλάτες». Και τα δυο με βοηθάνε να οργανώσω τις ιστορίες καλύτερα στο κεφάλι μου, με την απλή πρόταση τους να βλέπουμε συνολικά μια περιόχή, την Ευρώπη εν προκειμένω, και τα Βαλκάνια, να ξεκολλήσουμε απο την οπτική τους έθνους που βάζει το παρελθόν στη δική του λογική, για να καταλάβουμε καλύτερα το τι συνέβη ακόμα και στα έθνη.
Φωτογραφίζω τα βιβλία αυτά, μήπως θέλουν κι άλλοι να μοιραστούν τέτοιες απολαύσεις.
Τώρα πρέπει να εξηγήσω ότι είμαι τύπος πολύ επιρρεπής σε βαριά συναισθήματα σχετικά με την Ιστορία, παιδιόθεν. Στο σχολείο υπήρξα πολύ καλή μαθήτρια σε όλα τα φιλολογικά, και έχω χύσει μαύρο δάκρυ επανειλημμένως με όλες τις μεγάλες στιγμές της ελληνικής ιστορίας. Η έκθεση μου για το «δέντρο της ελευθερίας» που το ποτίζει αίμα, σε κάποια τάξη του Δημοτικού είχε κάψει καρδιές και γνωρίσει πιένες, αλλά κάπου ελλοχεύει μια αντίφαση σε όλες αυτές τις εκπαιδευτικές εμμονές, η οποία κάποια στιγμή μπορεί να σε λυτρώσει. Θέλω να πω ότι υπήρξα μια μικρή εθνικίστρια, πολύ φανατική κατά καιρούς, ταυτόχρονα με κομουνίστρια και κάμποσα ακόμα σε –ίστρια, ίσως γι αυτό με ενδιαφέρει ακόμα διακαώς να καταλάβω τι ακριβώς συνέβη στον τόπο μας, ή στην ήπειρό μας, ή στον πλανήτη μας, κι ασχολούμαι με πράγματα που μπορεί να μοιάζουν κουραστικά εκ πρώτης όψεως.
Εν ολίγοις, αν υποψιάζεστε ότι το μυαλό σας έχει μαζέψει πολλά κλισέ, βαριά, στομφώδη, άβολα, αντιφατικά ίσως κλισέ, μην απελπίζεστε, δεν είναι πάντα κακό. Το να μπορεί κανείς να τα αντιμετωπίζει, να τα φέρνει σε αντιπαράθεση με τη γνώση και τη λογική, δεν είναι απαραίτητα τραυματικό, όπως νομίζουν διάφοροι που φοβούνται ότι οι τηλεθεατές, ας πούμε, θα σοκαριστούν αν μάθουν τι ακριβώς συνέβη με την ελληνική επανάσταση. Αυτή η διαδικασία μπορεί να προσφέρει μεγάλες χαρές, ακόμα και μόνο το να ικανοποιείς τις απορίες που δημιουργούν οι τεράστιες αντιφάσεις των κλισέ μέσα στο μυαλό σου.
Αυτά, κι ελπίζω να βρεθεί κάποτε ο γενναίος που θα γράψει το ελληνικό: «Οι πρόγονοι μας οι αρχαίοι έλληνες και άλλες ανοησίες»


Η Θεσσαλονίκη των άλλων

Θεσσαλονίκη 1971
∆ιαβάζοντας στο «Athens review of books» ένα πολιτικό άρθρο, πέφτει το µάτι µου σε ένα ποίηµα που υπάρχει εκεί τυπωμένο σε πλαίσιο. Ο τίτλος είναι: «Θεσσαλονίκη». Περιγράφει µια σκηνή πολύ απλή: µια µητέρα στέκεται στο παράθυρο ακουµπώντας το χέρι στον ώµο του γιου της. Η φράση αυτή είναι στα λαντίνο, «Λα µάντρε ι ελ φίζο», τα ισπανικά των σαλονικιών Εβραίων. Χρόνια πριν από την καταστροφή, διευκρινίζει, και έτσι τα λέει όλα, διά της αποσιωπήσεως. Το Ολοκαύτωµα, τη λήθη, τη µνήµη. Την αίσθηση της απώλειας στους απογόνους, την προσπάθειά τους να διατηρήσουν κάποιες εικόνες, την απελπισία τους για τα φτωχά αποτελέσµατα της προσπάθειας.

Η µετάφραση του ποιήµατος είναι του Ιακώβ Σιµπή, από τη «Χααρέτζ» της 29ης Απριλίου. Ονοµα συγγραφέα, Νίρα Τζέρσι Κατ, δεν καταλαβαίνω µε σιγουριά αν είναι γυναίκα ή άντρας. Μπορεί να είναι διάσηµη ποιήτρια (ή ποιητής), δεν ξέρω. Αµέσως όµως έρχονται στο µυαλό µου βόλτες που έχω κάνει ως φοιτήτρια στη Θεσσαλονίκη, κλειστά παράθυρα σπιτιών παρατηµένων που δεν µπορούσα να τοποθετήσω στις λίγες γνώσεις µου, ώρες και µέρες απορίας και σιωπής, φωτογραφίες που έβγαζα σπιτιών που θα κατεδαφίζονταν (το καταλάβαινα, ακόµα κι αν δεν είχαν την ταµπέλα επάνω τους, της κατεδάφισης).
Πόσα δεν ξέραµε τότε, πόσα δεν συνδέαµε, πόσα κενά χάσκανε στο µυαλό µας… Αυτοί που θα µας φώτιζαν δεν βρίσκονταν εκεί, έπρεπε να περάσουν χρόνια για να συµπληρωθεί το παζλ, για όσους ήθελαν να φωτίσουν τα µυστήρια.
Σ’ ένα τέτοιο παράθυρο σαν να ανοίγει το σπασµένο ξώφυλλο και να βλέπω αυτή τη µητέρα µε τον γιο της.
Αν ο δήµαρχος Θεσσαλονίκης καταφέρει αυτό που δήλωσε, ότι στοχεύει να φέρει τουρίστες απογόνους σαλονικιών Εβραίων και Τούρκων, θα πρέπει να φτιάξει κάποιους χάρτες κατατοπιστικούς, να βάλει κάποιες ταµπέλες στην αγνώριστη πια Θεσσαλονίκη. Μαζί µε τους τουρίστες από το Ισραήλ, την Τουρκία, κι όλο τον κόσµο τελικά, θα µπορέσουµε επιτέλους κι εµείς να γνωρίσουµε την πόλη αυτή, να καταλάβουµε τη νεώτερη ιστορία της, να καλύψουµε τα κενά που ακόµα γεννιούνται σε κάποιον που την περπατά και θέλει να την καταλάβει.
Στα ΝΕΑ http://www.tanea.gr/default.asp?pid=10&ct=13&artid=4629650

 Το ποίημα:
ΝΙΡΑ ΤΖΕΡΣΙ ΓΚΑΤ
Θεσσαλονίκη

Χρόνια
Πόσα χρόνια;
Όταν ακόμα κοίταζαν τον ήλιο να δύει στα βουνά
Και τα νερά του κόλπου σκοτείνιαζαν στους πρόποδες του Λευκού Πύργου
Όταν ο κόσμος ήταν ακόμα ολόκληρος
Οι ψαράδες άπλωναν κοκκινόψαρα στην αγορά Μοδιάνο
Ο ήχος των καμπανών του ναού της Αγίας Τριάδας
Τράνταζε το κρυστάλλινο πολύφωτο
Στο μεγάλο δωμάτιο
Και εκείνοι
Λα μάντρε ι ελ φίζο
Στο παράθυρο
Στο τελευταίο φως
Το χέρι της
Φτερούγα περιστεριού στον γιακά του ρούχου του
Το μικρό του χέρι
Στο μετάξι του φορέματός της
Έτσι στέκονται χρόνια με τα χρόνια
Έτσι θα στέκονται εσαεί
Τίποτα δεν φανέρωνε
Την επικείμενη καταστροφή τους
                                                                        -Μετάφραση: Ιακώβ Σιμπή
Δημοσιεύτηκε στην Haaretz, 29 Απριλίου 2011
Το blog μου με φωτογραφίες της Θεσσαλονίκης:http://annadamianidi.blogspot.com/

Πέμπτη 5 Μαΐου 2011

Αξέχαστες αναμνήσεις

Ωραία περάσαµε οικογενειακώς µετρώντας τις αποδείξεις µας. Αποφασίσαµε να φτιάξουµε ένα είδος δεξαµενής αποδείξεων (αγγλιστί pool), από την οποία θα αντλήσει όποιο µέλος της ευρύτερης οικογένειας έχει ανάγκη. ∆ιότι η οικογένεια, η ευρύτερη οικογένεια, έχει εσωτερικές λειτουργίες αναδιανοµής των εισοδηµάτων, που τις γνωρίζουν κατά βάθος οι υπουργοί και οι διευθυντές, κι ας κάνουν πως δεν καταλαβαίνουν.

Τις πιο πολλές αποδείξεις µας τις προσέφεραν ανιδιοτελώς οι νεαροί βλαστοί. Αυτοί που ακόµα δεν έχουν εισόδηµα, αλλά χρηµατοδοτούν καταστήµατα ενδυµάτων, καφετέριες, και µαγαζιά µε ηλεκτρονικά παντός είδους.

Ηταν µια θαυµάσια ευκαιρία να ανταποδώσουν στους γονείς αλλά κυρίως στη γιαγιά τους, τα δώρα και τα χαρτζιλίκ ιαπου έχουνδεχτεί στη διάρκεια µιαςχρονιάς που φαντάζει κιόλας µακρινή και πλούσια, το 2010.

Κι όπως έκανε πάντα η γιαγιά µε τα αντικείµενα που της παραδίδουν τα εγγόνια της, µπλούζες, φούτερ, παντελόνια, εσώρουχα, πήρε και τις τσαλακωµένες, ενίοτε σβησµένες, ζυµωµένες µε διάφορα αντικείµενα ξεχασµένα στις τσέπες αποδείξεις, και τις σιδέρωσε προσεχτικά, να τις κάνει καινούργιες. Θα πρέπει να διαθέτουµε την πιο καλοβαλµένη δεξαµενή αποδείξεων πανελληνίως, κι ας της εξηγήσαµε ότι δεν χρειάζεται να τις παρουσιάσουµε. Αν χρειαστεί, επέµενε εκείνη, πώς θα εµφανίσουµε τέτοια χάλια χαρτάκια;

Σιδέρωσε λοιπόν τις αποδείξεις, κι ύστερα προσέφερε σπιτική ποικιλία για ελαφριά ποτά ετοιµασµένα επί τούτου και κάθισε να απολαύσει την ευγενή άµιλλα που αναπτύχθηκε στις µεθόδους αθροίσεων. Τρεις φορές έκανε λάθος το κοµπιουτεράκι και ξανάρχισα την άθροιση, ενώ τα µαθηµατικά κεφάλια είχαν τελειώσει τις δικές τους χωρίς βοήθεια. Με διέκοπταν ρωτώντας κάθε τόσο: «Ποιος είχε πάει στο Νέο Ψυχικό για καφέ τον Μάρτη;» ή «Εσύ αγόρασες τόσα καλλυντικά;» και «Τι είναι όλα αυτά τα τσιγάρα;».

Θυµηθήκαµε διάφορες εξόδους που θα είχαν περάσει στη λήθη, ψώνια που θεωρούσαµε ήδη παλιά, και δώσαµε στη γιαγιά πολλά χαρτάκια από αντικείµενα τελευταίας τεχνολογίας που δεν θέλει να µάθει τι είναι. Ωραία περάσαµε. Συσφίξαµε τις οικογενειακές µας σχέσεις. Και του χρόνου, να έχουµε ξανά χαρτάκια, µας φάνηκε µια ζεστή ευχή. http://pezotis.blogspot.com/

Τετάρτη 4 Μαΐου 2011

Σαν σκληρό σινεμά

Με απογοήτευσε ο Οµπάµα. Ηθελα να µην εµφανιστεί καν να αναγγείλει για τον Μπιν Λάντεν, να το αφήσει στον αρχηγό της αστυνοµίας ή όποιον άλλον έκανε αυτή την επιχείρηση, η οποία µε απογοήτευσε εξίσου. Σαν να βγάζει για πρώτο βραβείο Οσκαρ τις ταινίες που δείχνουν πιστολίδι ώς το τέλος, κι όχι τις άλλες όπου ο κακός συλλαµβάνεται ζωντανός και ελαφρώς κακοποιηµένος. Αυτές µου αρέσουν περισσότερο, ειδικά αν η κακοποίηση δεν φαίνεται γκρο πλαν. Κι εκεί που πλησιάζει ο µπάτσος και του λέει: «Μπορείς να µην µιλήσεις καθόλου χωρίς τον δικηγόρο σου». Αλλά ο δικηγόρος στην περίπτωση Οσάµα θα εµφανιζόταν αµέσως, θα τον είχαν πρόχειρο, διότι τι τέλεια υπηρεσία θα ήταν χωρίς όλα τα µέσα διαθέσιµα ανά πάσα στιγµή;

Κάπως έτσι θα µπορούσε να είχε γίνει η σύλληψη και µετά να τον πάνε σε δίκη, κλείνοντας µε την ευκαιρία και το Γκουαντάναµο. Τινα το κάνουν αφού ο Μπιν Λάντεν δεν θα πήγαινε εκεί φυλακή; Θα ξεφορτώνονταν κι αυτόν τον λεκέ, ύστερα θα κυλούσε αργά ο χρόνος ώς τη δίκη, διότι κι εκεί κάπως αργούν οι δίκες. Κι ώσπου να γίνει θα τον είχαν όλοι ξεχάσει ακόµα πιο πολύ. Θα εµφανιζόταν να δικαστεί µέσα σε γυάλινο κλουβί και τα λόγια του θα ακούγονταν τόσο κενά, ενώ τα λόγια των µαρτύρων τόσο αληθινά. Αυτός θα έλεγε τις τροµερές του ιδέες, και οι µάρτυρες θα έλεγαν τα τροµερά γεγονότα. Ή µάλλον τα απλά γεγονότα, θανάτους ανθρώπων. Κι ύστερα θα καταδικαζόταν σε ισόβια, στην πολιτεία που θα γινότανη δίκη δεν θα υπήρχε ποινή θανάτου. Θα έµενε στη φυλακή πολλά πολλά χρόνια, να σκέφτεται χωρίς άγχος πια τον Θεό του, τις φιλοδοξίες του και τα κατορθώµατά του. Κάθε τόσο θα µας έδειχναν φωτογραφίες του, να παρακολουθούµε πώς γερνάει.

Κι ο Οµπάµα απλώς θα χαµογελούσε επιεικώς όταν θα τον ρωτούσαν τι νοµίζει, ευνοεί τη δεύτερη εκλογή του η σύλληψη του Οσάµα; Κι εσείς τι λέτε, έτσι θα κέρδιζε περισσότερο ή όχι;

Στα ΝΕΑ http://www.tanea.gr/default.asp?pid=10&ct=13&artid=4629278

Τρίτη 3 Μαΐου 2011

Αντίσταση στα ντελίβερυ

Σκιτσάκι απο το
Palmografos
http://www.palmografos./com/permalink/9585.html
 Είναι φιλόξενη η πόρτα της πολυκατοικίας μας. Δεν έχει πάνω χαρτάκι που απαγορεύει την είσοδο σε όλους τους διαφημιστές επί ποινή θανάτου. Νεαροί και νεαρές ανεβοκατεβαίνουν τις σκάλες μας τα πρωινά κι αφήνουν κατά μέσο όρο τρία γυαλιστερά προσπέκτους κάθε μέρα  σε κάθε πόρτα. Όλες είναι για να παραγγέλνουμε φαγητό.
.Μήπως μας έχουν μάθει, πως δεν πολυμαγειρεύουμε; Γιατί τόση επιμονή; Πάνε οι παλιοί καλοί καιροί που οι νοικοκυρές μπορούσαν να βγαίνουν στα παράθυρα και να διαλαλούν τα έργα τους:
«Σήμερα μαγείρεψα φασολάκια, εσύ; Εγώ τα έκανα κοκκινιστά, εσύ;»
Αχ, πάει χάλασε ο κόσμος! Σουβλάκια, σαλάτες, πίτες, κοκορέτσια, όλα αυτά μπορείς να τα παραγγείλεις να στα φέρουν στην πόρτα σου έναντι ευτελούς αντιτίμου. Θα είναι τυλιγμένα σε χαρτόνι που υγραίνεται και μαλακώνει. Θα έχουν γεύση πανιασμένη, μυρωδιά ξεθυμασμένη, σάλτσα πνιγμένη στη γλουτένη. Ο ντελιβεράς που θα τα φέρει, θα έχει σκαρφαλώσει σε τριάντα πεζοδρόμια, θα έχει τρομοκρατήσει παιδάκια, θα έχει ρίξει κάτω γέρους και γριές. Διότι θα βιάζεται. Θα βιάζεται να πάει ζεστό το φαγητό στην άλλη άκρη της Αθήνας, μέσα σε μια πλαστική τσάντα, σε μεταλλική βαλίτσα, πίσω από το μηχανάκι, η οποία θα θερίζει ανάποδα στο πεζοδρόμιο τους περαστικούς
Αυτά τα διαφημιστικά, αυτές οι φωτογραφίες, με κάνουν να αναθεωρώ όλο το φεμινισμό που πυρπόλησε τα στήθη και τη ζωή μου επί δεκαετίες. Τα μαζεύω σε μια στοίβα, ούτε στην ανακύκλωση δεν πάνε, κι αμέσως ανασκουμπώνομαι να μαγειρέψω. Πιο πολύ από κάθε κήρυγμα της μαμάς, παράπονο των συγγενών πρώτου βαθμού, πιο πολύ από την πείνα και όλα μαζί τα ένθετα μαγειρικής που έχω υποχρεωθεί να αγοράσω, με στέλνουν στην κουζίνα οι υποσχέσεις του νέου σουβλατζίδικου, οι φωτογραφίες των ζυμαρικών με κόκκινες σάλτσες, και πάνω απ’ όλα βεβαίως τα συναπαντήματα με τους ντελιβεράδες στις στροφές που τις παίρνουν χωρίς ανάσα, ζογκλέρ των δρόμων, αεικίνητες βολίδες που παράγει η αδυναμία να σαλέψουν εργαζόμενες γυναίκες κι αμάθητοι άντρες.
Όχι, δεν παραδίνομαι ακόμα!

Στα ΝΕΑ:http://www.tanea.gr/default.asp?pid=10&ct=13&artid=4629098

Δευτέρα 2 Μαΐου 2011

Θέαμα και εξουσία


Με τέτοιο καπέλο θα μπορούσα να έχω πάει κι εγώ στο γάμο της Κέιτ και του Ουίλιαμ
 ...Κατά σύµπτωση, χαζεύοντας τον βασιλικό γάµο διάβαζα για το Λουδοβίκο ΙΔ’, ξέρετε, εκείνον που έλεγε, «το κράτος είµαι εγώ». Δεν το έλεγε απλώς, το έκανε κιόλας, ήταν το άκρον άωτον της απολυταρχίας. Αυτό το κράτος - άνθρωπος ζούσε πολύ παράξενα, προσέφερε τον εαυτό του ως θέαµα στους υπηκόους του από το πρωί ώς το βράδυ, σύµφωνα µε την περίπλοκη ετικέτα της αυλής. Ολη µέρα ήταν διαθέσιµος, να τον χαζέψεις και να τον θαυµάσεις. Δεχόταν παντού, από το κρεβάτι του ώς την τουαλέτα του, κι όλοι γνώριζαν τις αρρώστιες του, τα σπυριά του και τις ερωµένες του.

Το πρωί που ξυπνούσε ήταν πιο ιδιωτικό, τον έβλεπαν µόνο οι γιατροί του και οι δικοί του, δηλαδή καµιά εικοσαριά άτοµα, εν συνεχεία εµφανιζόταν στους πολύ κοντινούς, κρατικούς υπαλλήλους κάτω από τη σιδερένια διακυβέρνησή του, καµιά εκατοστή.

Οσο προχωρούσε η µέρα τόσο µεγάλωνε το πλήθος των θεατών. Κατά τα άλλα ήταν ο βασιλιάς Ηλιος µε τ’ όνοµα, φετίχ της γαλλικής ιστορίας, κι ας άφησε το κράτος χρεωµένο πεθαίνοντας, ας έκανε έναν σωρό πολέµους, ας ανακάλεσε το έδικτο της Νάντης που έδινε ελευθερίες στους προτεστάντες.

Οι µοναρχίες άλλαξαν, η προσήλωσή τους στην παραγωγή θεάµατος παραµένει σταθερή. Αφήνω το βιβλίο, απολαµβάνω στην οθόνη τον τελικό θρίαµβο µιας οικογένειας που πάσχισε να φτάσει σε επίπεδα σταρ και φαίνεται επιτέλους κάτι να καταφέρνει. Μετά τους κακάσχηµους γόνους του Φιλίππου και της Ελισάβετ, τους οποίους είχαµε τη χαρά να οικτίρουµε σε όλη τη διάρκεια της νεότητάς µας, τα γονίδια βελτιώθηκαν χάρις στην Νταϊάνα, και τώρα φαίνεται ναείναι σε άριστο δρόµο χάρις στην εγγονή του ανθρακωρύχου που εκτός από την οµορφιά έχει και την τέλεια καταγωγή για να προσθέσει λίγο σενάριο στον αγώνα για βελτίωση. Το κράτος δεν είναι πια αυτοί, κι αςπροσπάθησαν να δείξουν ότι έχουν ακόµα άποψη µε το να µην προσκαλέσουν τους εργατικούς εκ των πρωθυπουργών. Μόνο θέαµα και πανηγύρι, να είναι καλά οι άνθρωποι.
Στα ΝΕΑ: http://www.tanea.gr/default.asp?pid=10&ct=13&artid=4628913

Κυριακή 1 Μαΐου 2011

I still love Πρωτομαγιά

Μ’ αρέσει πολύ η Πρωτομαγιά. Μ’ αρέσει αποβραδίς, όταν πέφτει η νύχτα δροσερή και φαντασιώνομαι πως κόβω λουλούδια από κήπους της Κυπριάδου. Δεν το έχω κάνει ποτέ, αλλά έτσι αποφάσισα ότι πρέπει να συμβαίνει, όταν έμαθα από τη φίλη μου τη Μαργαρίτα πως πρέπει να κλέβεις τριαντάφυλλα την παραμονή της Πρωτομαγιάς για να φτιάξεις το στεφάνι την άλλη μέρα.
Εκείνο που έχω κάνει την παραμονή της Πρωτομαγιάς ήταν να κυκλοφορήσω με τραμ στη Βιέννη, το 1967, με τους γονείς μου. Είχε γίνει μόλις η χούντα στην Ελλάδα, κι ήμασταν πολύ δυστυχείς οικογενειακώς, και κοιτάζαμε με ζήλια τις παρέες των νεαρών που μπαινόβγαιναν στο τραμ κρατώντας πανό, που γελούσαν και χαιρετιόντουσαν κλείνοντας ραντεβού για την επόμενη μέρα. Κι ήταν μυρωμένος ο αέρας. Σα να κόβεις λουλούδια στην Κυπριάδου.
Ήμουν δεκατεσσάρων χρονών, είχα απίστευτη λαχτάρα να τρέξω κι εγώ στους δρόμους με πανό, το περίμενα πώς και πώς, το θεωρούσα το άκρον άωτον της ελευθερίας και της απόλαυσης, και ξαφνικά είχε γίνει δικτατορία. Και σα να μην έφτανε αυτό, είχαμε βρεθεί και στη Βιέννη για λόγους υγείας, να πρέπει να βλέπουμε τη βιεννέζικη Πρωτομαγιά.
Δεν έχω ξαναδεί στη ζωή μου τέτοιο θέαμα, δεν έχω συγκλονιστεί ξανά με συγκέντρωση κόσμου, όπως αυτή η Πρωτομαγιά που έτυχα στη Βιέννη το 1967. Θα πρέπει να είχε κατέβει ο μισός πληθυσμός της, δεν ήταν και καμιά μεγάλη πόλη. Περνούσαν και περνούσαν οι άνθρωποι κι εμείς κλαίγαμε οικογενειακώς παρακολουθώντας τους από το πεζοδρόμιο. Κλαίγαμε, γιατί όλοι αυτοί φωνάζανε ένα σύνθημα, ένα και μοναδικό που δεν σταμάτησαν να το φωνάζουν από το πρωί μέσα στον ήλιο, ως το βράδυ που νύχτωσε:
Freiheit in Griechenland!
Ελευθερία στην Ελλάδα!
Περνούσαν και περνούσαν κι ήταν ατέλειωτοι, όλοι με τα συνδικάτα τους και τα ρούχα της δουλειάς. Οι γιατροί με τις άσπρες μπλούζες, οι νοσοκόμες με τις στολές, οι εργάτες με τις φόρμες τους, τα κράνη τους, οι φοιτητές με τα κανονικά τους ρούχα, όλοι συντεταγμένοι, κρατώντας γαρύφαλλα και φορώντας διάφορες κόκκινες κονκάρδες, κι όλοι με την ίδια φράση, την ίδια φωνή, το ίδιο σύνθημα, τον ίδιο θυμό: Ελευθερία στην Ελλάδα! Τους έβλεπες κι έλεγες, πόσο θα κρατήσει η χούντα, δεν θα αντέξει, θα τη ρίξει η πνοή αυτού του κόσμου!
Περπατούσαμε κι εμείς πάνω –κάτω μέσα στον κόσμο αυτό, προσπαθούσαμε να καταλάβουμε, κανείς μας δεν ήξερε γερμανικά, ξαφνικά βλέπουμε μια φωτογραφία μπροστά στο Δημαρχείο τους, μια κατασκευή είκοσι μέτρα ύψος τουλάχιστον που έδειχνε έναν άντρα, «Ο Γλέζος! μου λέει ο πατέρας μου, έχουν φωτογραφία το Γλέζο!»
Κι έτσι έμαθα μαζεμένα εκείνη τη μέρα, πρώτα λίγες λέξεις στα γερμανικά, κι ύστερα ποιος ήταν ο Γλέζος, τι είχε κάνει, καθώς και ποιοι ήταν οι Βιεννέζοι, για τους οποίους έχω ακούσει έκτοτε του κόσμου τα κλισέ και τις προκαταλήψεις, κι έχω καταλήξει στο συμπέρασμα πως εκείνη τη μέρα, αν και υπάρχουν έλληνες παντού, θα πρέπει να ήμασταν οι μόνοι που την είδαμε, εκείνη την Πρωτομαγιά.
Έχω πάντα μια προσδοκία την Πρωτομαγιά. Ακόμα και τώρα που έχω σιχαθεί τις πορείες και δεν υπάρχει περίπτωση να με πας ούτε δεμένη σε διαδήλωση, κάτι μέσα μου τραγουδάει και χοροπηδάει στους δρόμους. Κάτι μέσα μου ακόμα ελπίζει τη συμφωνία με κάποιο πλήθος, τη βάπτιση στη συλλογική ψυχή. Αθάνατο αριστερό φολκλόρ. Καλύτερα θα μάθαινα χορό, να ήξερα πώς τελετουργικά εκφράζεται η ανάγκη αυτή και ικανοποιείται.
Βγαίνω και μαζεύω λίγα λουλούδια, το έχω γυρίσει πλέον στο παγανιστικό, με τα παιδιά έφτιαχνα στεφάνια όσο ήταν μικρά, σήμερα φτιάχνω ένα μπουκέτο και θυμάμαι την Αλίκη που είχαμε κάνει μαζί εκδρομές, είχαμε πλέξει στεφάνια, κι είχαμε πλέξει επίσης προσδοκίες και βεβαιότητες για τις συγκινήσεις της φιλίας μας, αν μη τι άλλο. Με πιάνει ξαφνικά μια αμφιβολία, της είχα πει για κείνη την Πρωτομαγιά στη Βιέννη, την Freiheit in Griechenland και το πορτρέτο του Γλέζου; Μα βέβαια θα της είχα πει, είχαμε φλομώσει η μια την άλλη με παλιές ιστορίες, άρα δεν έχει νόημα να αμφιβάλω. Θα τηλεφωνιόμασταν και θα θυμόμασταν διάφορα σήμερα, αλλά δεν είμαι θλιμμένη καθώς τη σκέφτομαι, κοιτάζω τη φωτογραφία της και σχεδόν μιλάμε.
Πέρσι τέτοια εποχή ήμασταν στο Εδιμβούργο, και επισκεφτήκαμε φίλους σε ένα σπίτι που είχαμε μείνει πριν οκτώ χρόνια με ανταλλαγή, στην Κάρολ. Η Κάρολ, με την οποία αλληλογραφούμε, μας πήγε στην πλατεία της γειτονιάς της και μας έδειξε κάτι γλάστρες με ανθισμένες πρίμουλες. «Αυτές τις φύτεψα εγώ μαζί με τις φίλες μου» μας είπε.
Νομίζω ότι θα μου άρεσε πολύ να φυτέψω μια μέρα γλάστρες μαζί με τις φίλες μου σε μια πλατεία της Αθήνας. Μπορεί να ακούγεται πολύ ταπεινή ως προσδοκία, αλλά πλέον μου αρκεί. Κι ας ειρωνεύονται οι φίλοι επαναστάτες τους Ατενίστας.
Καλά κουράγια. Ο μήνας θα είναι δύσκολος, με εξαιρετική παραγωγή κακογουστιάς, ως συνήθως.

Queen on sea

 H ταινία «Βασίλισσα της θάλασσας» μου κόστισε μια ταραγμένη νύχτα. Δεν ήταν τόσο η άνοια της γριάς μητέρας που με σόκαρε, όσο η άγνοια της ...