Από ό,τι έχω καταλάβει, η χώρα μου είναι σε πολύ δύσκολη κατάσταση. Το κράτος είναι χρεωμένο, κι όλοι είμαστε οικονομικά δεμένοι μαζί του. Υποτίθεται ότι αγωνιζόμαστε όπως στον πόλεμο, όπου τα ξεχνάς όλα και βάζεις τη ζωή σου σε κίνδυνο. Δεν είναι οι ζωές μας σε κίνδυνο, δεν έχουμε πόλεμο, ευτυχώς. Αλλά η χώρα μας χρειάζεται την αυταπάρνηση του καθενός.
Τετάρτη 15 Δεκεμβρίου 2010
Προσωπικό μανιφέστο αποχής από πορείες κι απεργίες
Από ό,τι έχω καταλάβει, η χώρα μου είναι σε πολύ δύσκολη κατάσταση. Το κράτος είναι χρεωμένο, κι όλοι είμαστε οικονομικά δεμένοι μαζί του. Υποτίθεται ότι αγωνιζόμαστε όπως στον πόλεμο, όπου τα ξεχνάς όλα και βάζεις τη ζωή σου σε κίνδυνο. Δεν είναι οι ζωές μας σε κίνδυνο, δεν έχουμε πόλεμο, ευτυχώς. Αλλά η χώρα μας χρειάζεται την αυταπάρνηση του καθενός.
Πέμπτη 9 Δεκεμβρίου 2010
Μότσαρτ στο Παρίσι
![]() |
| Οι γκρι εικονες είναι του μοντέρνου κτιρίου |
![]() |
| Η σκηνή του θεάτρου του Μπρουκ |
![]() |
| Τα καλάμια στα χέρια των ηθοποιών δημιουργούν τείχη |
| Η πλατεία Βαστίλης μέσα απο την Όπερα |
Τετάρτη 8 Δεκεμβρίου 2010
Η γιορτή του Νίκου στα Εξάρχεια
Ελάτε, δεν συµβαίνει τίποτε φοβερό, επέµενε ο Νίκος.
Μένει στην πλατεία Εξαρχείων, έχει αδυναµία στην παιδική του
γειτονιά, δεν την αλλάζει. Μας κάλεσε στη γιορτή του, ξεκινήσαµε µε σακούλες από
µαγαζιά, σελοφάν, κορδέλες, τέτοια.
Πού πας, ρε Καραµήτρο;
Περνάµε από οµάδες ΜΑΤ ντυµένες σαν τον «Πόλεµο των άστρων». Ντύσιµο ρουτίνας. Στο
βάθος του δρόµου καπνοί, φωτιές, µπόχα.
Τι γίνεται; τηλεφωνάµε στον Νίκο από το κινητό. Σαν πολιορκηµένος
φαίνεσαι.
∆εν είναι τίποτε, κάτι φωτιές έχουν ανάψει εδώ και πετάνε
πέτρες. Ελάτε από τη Νοταρά.
Πάµε από τη Νοταρά.
Βρωµάει καµένο πλαστικό, ακούγεται κάτι να σκάει.
Στο βάθος της γωνίας κάποιος κοπανάει ένα Καφάο. Το κοπανάει, το κοπανάει, τόση
µανία, µας καθησυχάζει, θα τη γλιτώσουµε εµείς, Καφάο δεν είµαστε και ούτε κρατάµε Καφάο. Περνάµε διακριτικά και γρήγορα.
Στο βάθος, η πλατεία
τυλιγµένη σε καπνούς, µε µικρές φλογίτσες να βγαίνουν τόπους-τόπους.
Μα τι καίγεται; ρωτάµε τον Νίκο όταν πια φτάνουµε µε χτυποκάρδι
και µάτια που τσούζουν. Α, τα σκουπίδια είναι, µάζεψαν από χτες τους κάδους και
τα άφησαν όλοι κάτω, οπότε τα βρήκαν έτοιµα και τα καίνε. Ελάτε, είναι ήρεµα τα
πράγµατα…
Ζώντας στην πλατεία,ο
Νίκος έχει πάθει ανοσία. Οι απέξω υπερβάλλουν, εκείνος υποβαθµίζει. Εµείς είμαστε
κάπου ενδιάµεσα. Περνάµε τη βραδιά κοιτώντας στον δρόµο µια παρέα που ρίχνει πέτρες
προς Σπυρίδωνος Τρικούπη. Σαν να χορεύει, ένας ψηλός παίρνει φόρα, πετάει την πέτρα,
ξαναπαίρνει, ξαναπετάει. Κι άντε από την αρχή.
Ολα αυτά ο Νίκος τα αντιµετωπίζει µε ψυχραιµία που µας αναστατώνει. Αλλάζει κουβέντα.
Αλλά εµείς µένουµε µε το µυαλό στον δρόµο, προσπαθώντας να πειστούµε ότι µια πόλη
όπου δεν µπορείς να κυκλοφορήσεις συνεχίζει να είναι πόλη, παρ’ όλ’αυτά, πως δεν
δικαιολογείται να νιώθουµε ταπεινωµένοι, ακυρωµένοι σαν πολίτες.
Δευτέρα 6 Δεκεμβρίου 2010
Ανδρομάχη του Ρακίνα
![]() |
| Ανδρομάχη και Πύρος |
![]() |
| Ορέστης και Πυλάδης |
Δεν είναι οι ήρωες αυτοί σαν εκείνο τον βασιλέα Δημήτριο του Καβάφη, που "σαν τον παραίτησαν οι Μακεδόνες... επήγε κι έβγαλε τα χρυσά ενδύματα του και τα ποδήματα του πέταξε τα ολοπόρφυρα, κάνοντας όμοια σαν ηθοποιός...." Κρατούν τα ενδύματα τους, το βαρύ τους ρόλο, του βασιλιά, της αιχμάλωτης, της πριγκίπισας, του απεσταλμένου. Ο έρωτας χτυπιέται΄πάνω τους, η αξιοπρέπεια όμως νικάει, στο τέλος οι δυο πεθαίνουν, ο απεσταλμένος τρελαίνεται, η δε αιχμάλωτη έχει γίνει βασίλισσα. Πλήρης ανατροπή.
Την επόμενη βδομάδα ξαναπήγα στην Κομεντί Φρανσέζ, είδα το Φιλάργυρο του Μολιέρου. Διαπίστωσα ότι δυο ηθοποιοί τουλάχιστον απο την παράσταση του Ρακίνα παίζανε κι εκεί. Πώς τα κατάφερναν να περνάνε σε άλλους τόσο διαφορετικούς ρόλους τόσο γρήγορα; Το συζήτησα με γάλλους φίλους και μου εξήγησαν ότι είναι παράδοση αυτό, γινόταν πάντα στην Κομεντί και σε άλλα θέατρα. Μου φάνηκε πολύ σκληρό για τους ηθοποιούς που δεν έχουν δουλειά, αλλά αυτοί που έχουν προφανώς ζουν πολύ έντονα.
![]() |
| Ο Ποδαλίδης ως Φιλάργυρος κοιτά τον κήπο όπου έχει θάψει το θησαυρό του |
Είδαμε ένα από τα 115, που το λένε: "Το ταξίδι στην Κίνα". Οι ηθοποιοί του παίζουν σε καμιά δεκαριά έργα ο καθένας μέσα στο χειμώνα. Μου φάνηκε κάπως τερατώδες, αλλά η νεαρή φίλη τραγουδίστρια -ηθοποιός που γνωρίζαμε κι είχαμε πάει να δούμε, μας είπε ότι είναι πολύ ευτυχής, αν και πληρώνεται ελάχιστα.
![]() |
| Το πρόγραμμα με όλα τα έργα του Λαμπις |
Γενικά είδα πολύ θέατρο στο Παρίσι. Έμεινα 15 μέρες και είδα εννιά παραστάσεις, ρεκόρ. Σαν τρελή έτρεχα σε δάση (κυριολεκτικά, στο δάσος της Βενσέν ας πούμε για τη Μνούσκιν) και σε παγωμένες λεωφόρους χωρίς εισιτήριο, αλλά ανταμείφθηκα. Τόσες παραστάσεις μαζεμένες δεν βλέπω ούτε σε ένα χρόνο. Διαπιστώνω ότι είναι ο καλύτερος τουρισμός σε μια χώρα που ξέρεις τη γλώσσα. Αλλά ακόμα και αν είσαι απλώς σε διαδικασία μάθησης, όπως είμαι εγώ στην Αγγλία, πάλι μπορείς να πυκνώνεις την εμπειρία του ταξιδιού. Βέβαια έχω δει και γερμανικές παραστάσεις, που δεν καταλαβαίνω λέξη. Αλλά όπως και να το κάνουμε, οι λέξεις έχουν άλλο ζουμί όταν καταλαβαίνεις το νόημα τους!Σάββατο 4 Δεκεμβρίου 2010
Πύλες της Ανατολής
![]() |
| Ντέβα κάτι σαν άγιος του βουδισμού, 7ος, 8ος αιώνας |
![]() |
| Βούδας του 5ου αιωνα |
![]() |
| Μυθική βασίλισσα |
![]() |
| Κινέζος βούδας |
Πόσο αφιλόξενα θα νιώθουν στην άσχημή μας πόλη.
Δεν είναι μικρό πράγμα, μια θρησκεία που παρέμεινε πολυθεϊστική επί αιώνες, ένας λαός που δεν υπέστη αυτή τη μεγάλη αλλαγή του χριστιανισμού και του ισλαμισμού. Πώς να τον καταλάβουμε; Ξαφνικά σκέφτομαι για πρώτη φορά στη ζωή μου, ότι θα ήθελα κάποτε να πάω στην Ινδία. Όχι για τίποτε άλλο, για να δω τα λουλούδια με τα οποία στολιζουν τους θεούς τους, και που μάλλον μοιάζουν με τα στεφάνια που συνήθιζαν οι αρχαίοι έλληνες να στολίζουν τους δικούς τους. Αν ήμουν δωδεκαθεϊστής δηλαδή θα είχα φύγει ήδη.
"Οι ναυαγοί της τρελής ελπίδας"
Για το έργο της Μνούσκιν δεν έβρισκα εισιτήρια. Είπα, μια μέρα θα πάω εκεί πριν αρχίσει η παράσταση, μήπως πετύχω επιστροφή. Φαινόταν δύσκολο, πρέπει από το τέρμα του μετρό να πάρεις λεωφορείο για την παλιά Φυσιγγιοθήκη (Καρτουσερί). Επιπλέον, τη μέρα που το αποφάσισα, έπεσα σε μποτιλιάρισμα με το λεωφορείο, δεν πρόλαβα να περάσω απο το σπίτι να αφήσω τα συμπράγκαλα. Κουβαλούσα δυο ογκώδη βιβλία που είχα αγοράσει, μεταξύ άλλων. Κι έτσι φορτωμένη εμφανίστηκα στην πόρτα του θεάτρου την τελευταία στιγμή πριν κλείσει, και πήρα το τελευταίο εισιτήριο που κάποιος είχε επιστρέψει, σε περίοπτη θέση, με την καλύτερη δυνατή ακουστική και θέαση. Τυχερή.
Το έργο ήταν παράξενο, γοητευτικό και περίπλοκο. Ιστορία μέσα σε ιστορία, λογοτεχνία μέσα σε σινεμά, σινεμά μέσα σε θέατρο. Αλλά κυρίως, σοσιαλιστικές ιδέες μέσα στο παρελθόν, σαν ιδέες και σαν πράξη, σαν αυταπάτες και σαν γεγονότα. Όλα μαζί σε περιτύλιγμα κωμωδίας. Οι «Ναυαγοί της τρελής ελπίδας». Γραμμένο από την Ελέν Σιξούς πάνω στο βιβλίο του Βερν, «Μαγγελανία»Υπάρχει κάποια αισιοδοξία, τα συνδικάτα κέρδισαν πολλά πράγματα τα τελευταία χρόνια, ο πόλεμος τέλειωσε στα Βαλκάνια, οι άνθρωποι ελπίζανε ότι ήρθε η στιγμή οι λαοί να επωφεληθούν απο την τεχνολογία, να χειραφετηθούν απο τις ηγεσίες που ξεκινούσαν πολέμους για δικές τους ευθιξίες και φιλοδοξίες.
| αφίσα στο φουαγιέ |
Τη συνέχεια την ξέρουμε εμείς οι θεατές. Τον Ζωρές τον δολοφόνησε το 1914 ένας εθνικιστής νεαρός και ο πόλεμος ξεκίνησε εκείνη την ίδια χρονιά, μετά την άλλη δολοφονία, του αυστριακού διαδόχου στο Σεράγεβο. Οι πασιφιστές θα μείνουν μια εξευτελισμένη μειοψηφία που θα σηκώνουν την ύβρι των επιλογών τους, και θα τους αποκαλούσαν προδότες ένθεν και ένθεν οι εμπόλεμοι, επι χρόνια. Ο πόλεμος, αναπόφευκτος, σάρωσε τα νιάτα των ευρωπαίων της εποχής εκείνης, με τρόπο που δεν είχε ξαναγίνει και που δεν ξανάγινε, για την δυτική Ευρώπη τουλάχιστον, ούτε στον Δεύτερο Πόλεμο.
Ο πόλεμος εκείνος ήταν που φύτεψε στις ψυχές των ευρωπαίων την απόφαση να μην ξαναπολεμήσουν μεταξύ τους, και γι αυτό έζησαν τον Δεύτερο Πόλεμο σαν μια ιδιαίτερα οδυνηρή παρένθεση στην απόφασή τους. (Εδώ στην Ελλάδα λέγανε «πουρκουάδες» τους γάλλους, μάλλον επειδή δεν είχε συμμετάσχει η Ελλάδα αρκετά στον Πρώτο πόλεμο, και δεν ήξεραν τι τίμημα είχαν πληρώσει οι υπόλοιποι ευρωπαίοι)
| Διάλειμμα στο φουαγιέ |
![]() |
| Το βιβλίο για τον Βερν που είχα μεταφράσει το 2005 |
Κατά κάποιο τρόπο η Ελέν Σιξούς κάνει ό,τι και ο γιος του Βερν. Παίρνει ένα βιβλίο του και το αλλάζει κατά βούληση. Αντί για μια πολιτική ουτοπία, όπως είχε γράψει ο υιός Βερν, εκείνη γράφει αυτή το χρονικό της αρχής του 20ου αιώνα, μέσα απο τις περιπέτεις των πρωτοπόρων του σινεμά. Οι "Ναυαγοί του Ιωνάθαν" γίνονται "Ναυαγοί της τρελής ελπίδας".
Είχα μεταφράσει στα ελληνικά πριν μερικά χρόνια το βιβλίο του Λυσιάν Μπογιά "Τα παράδοξα του μύθου Ιούλιος Βερν" , που αναφερόταν εκτενώς στις οικογενειακές και αρκετά ψυχαναλυτικές αυτές περιπέτειες, τη σχέση του πατέρα Βερν με το γιο. Αλλά δεν έχω διαβάσει κανένα απο τα δυο βιβλία, ούτε τη "Μαγγελανία", ούτε τους "ναυαγούς του Ιωνάθαν". Οι ουτοπίες είναι πιο χαριτωμένες και συγκινητικές μέσα απο φίλτρα σαν αυτά της παράστασης.
Αργότερα βρήκα αυτό το τραγούδι του Μπρελ για την εποχή εκείνη, με σχετικές φωτογραφίες, και το αναπάντητο ερώτημα (αν και όχι τόσο αναπάντητο τελικά) "Γιατί σκότωσαν τον Ζωρές;"

Πέμπτη 2 Δεκεμβρίου 2010
Μια σπίθα ανυπακοής
| Παριζιάνικη ουρά μπροστά σε μαγαζί ειδών ραπτικής |
| Ανυπακοή σε πλακάκια: η Γαλλική Επανάσταση στο σταθμό της Βαστίλης |
Παρασκευή 26 Νοεμβρίου 2010
Παριζιάνικα όνειρα
Ξυπνούσα με άγχος και πονεμένα μέλη. Να έκανα ένα ταξιδάκι, σκεφτόμουν, προσπαθώντας να μη δίνω πολύ σημασία, σα να μην είναι κάτι εξαιρετικό το Παρίσι, σα να ήταν εύκολα τα ταξίδια, να μη χαλάω την οικειότητα. Το ταξίδι δεν γινόταν, και σε λίγες μέρες έβλεπα ξανά το ίδιο όνειρο, ή κάτι παρόμοιο. Ότι ήθελα να κάνω μια βόλτα τουριστική στο Παρίσι βρε αδερφέ, αλλά τίποτε...
Μα τι έχω με το Παρίσι; Έμεινα εκεί δυο χρόνια βέβαια, αλλά άλλοι έχουν μείνει περισσότερο. Δικαιούμαι να νιώθω τόσο οικεία με δυο χρόνια παραμονή; Δικαιούμαι να το νοσταλγώ τόσο πολύ και να το ονειρεύομαι; Και τι νόημα έχει να νοσταλγεί κανείς κάτι τόσο κοινό, πασίγνωστο, κάτι που θεωρείται σπουδαίο από όλον τον κόσμο;
Τα όνειρά σου μην τα λες, γιατί η ερμηνεία, ειδικά για τον πύργο του Άιφελ, μπορεί να είναι απλώς ένα φαλικό σύμβολο, και να κατρακυλήσεις στη μεγαλύτερη κοινοτοπία. Το σκέφτομαι φωτογραφίζοντας τον νύχτα, κάνοντας ξύπνια τώρα την περίφημη βόλτα και προσπαθώντας να θεραπεύσω τους καημούς των ονείρων, έστω κι αν δεν τα βλέπω πια. Μοιάζει επίσης με κεφαλαίο Α. Γραφή, ή απλώς Άννα, το όνομά μου, απο σύμβολα σου βρίσκω όσα θες. Μοιάζει επίσης με γέφυρα, κάτι που ακουμπά στις όχθες και ανυψώνεται.
Πηγαίνω στο Σηκουάνα. Κι αυτός με δυσκόλευε στα πράξενα εκείνα όνειρα. La Seine. Από το Sequana, το παλιό λατινικό του όνομα. Το κρατάμε, ας μην παραδεχόμαστε ότι κάτι κερδίσαμεαπο τους Ρωμαίους.
Περπατώ δίπλα, περνάω τις γέφυρες, πάρε τη δόση σου, λέω στον κατασκευαστή των εικόνων. Αλλά ξέρω ότι δεν ακούει, δεν χρειάζεται πια εικόνες τέτοιες το υποσυνείδητο, μαζεύει μόνο του όποιες εκείνο διαλέγει, δεν πα να του δίνεις τις καλύτερες που υπάρχουν εσύ.
Οπότε πρειορίζομαι στο συνειδητό. Περπατώ για να ξεπλύνω τα μάτια μου στις ομορφιές της πόλης, να έχει απόθεμα ο αμφιβληστροειδής. Φωτογραφίζω τους ανθρώπους όσο μπορώ, με φόντο τα μνημεία και τα κτίρια. Είμαι μόνη μου ξανά εδώ, όπως όταν ήμουνα φοιτήτρια. Φοιτούσα κυρίως στους δρόμους, εντρυφούσα. Τώρα κάνω επανάληψη της βασικής ύλης για την απαραίτητη δια΄βίου μάθηση.
Μπαίνω σε παρκάκια. Κάνει κρύο, κάθομαι λίγο και φεύγω ξανά. Μπαίνω σε μαγαζιά. Μπαίνω επίσης σε μουσεία που δεν είχα δει, ας πούμε το Μουσείο Γκιμέ, Ανατολικής Τέχνης. Πιο πολλά μουσεία είδα όταν ήρθαμε με τα παιδιά μου εδώ, παρά όταν έμεινα για δυο χρόνια.
Έδειξα το Παρίσι στα παιδιά, όπως θεωρώ ότι εμένα μου το προσέφερε ο πατέρας μου απο μικρή ηλικία, κι ας το επισκεφτήκαμε μόνο όταν ήμουν 14 για τρεις μέρες. Αυτή είναι η περιουσία μου, οι πόλεις που προσπάθησα να τα μάθω να εξερευνούν, να ανακαλύπτουν, να αισθάνονται ότι τις δικαιούνται. Είναι μια καλή κληρονομιά πιστεύω, ένα περιουσιακό στοιχείο με επενδυτικές δυνατότητες.
Και τι ήταν τελικά εκείνο που αναζητούσα στα όνειρά μου; Το Παρίσι μου έλειπε ως Παρίσι απλώς, μια πόλη που σε κάνει να νιώθεις ελεύθερη και ωραία. Προσπαθείς να είσαι ωραία, γιατί εδώ όλες είναι ωραίες. Το επίπεδο εμφάνισης των γυναικών είναι πολύ ψηλότερο απο της Νέας Υόρκης και του Λονδίνου, μπορώ να πω τώρα που πήγα και στα δυο. Και ναι, νομίζω ότι ακόμα και στην Ιταλία οι γυναίκες δεν καταφέρνουν να είναι ωραιότερες.
Μπορεί να μην είναι πια της μόδας το Παρίσι, αλλά η εξέλιξη του είδους προς το πιο ωραίο, φινετσάτο και κομψό συνεχίζεται με επιμέλεια απο τις Παριζιάνες, έστω και ερήμην των βλεμάτων της υφηλίου. Καμία σχέση με τις κραυγαλέες και χαριτωμένα -κατά τη γνώμη μου- κακόγουστες Αγγλίδες, ή με τις εκ πεποιθήσεως άχαρες Αμερικάνες. Οι Παριζιάνες καλλιεργούν την εμφάνιση τους σαν επίμονες κηπουροί, και προσφέρουν τον καρπό των κόπων τους σε όσους μπαίνουν στον κόπο να σηκώσουν τα μάτια προς το μέρος τους.
Κι εγώ που στην Αθήνα είμαι κάπως εμφανίσιμη και θεωρούμαι φροντισμένη, εδώ, όπως και πριν τριάντα χρόνια, μοιάζω βλαχαδερό που ντύθηκε απο τα φιλανθρωπικά σωματεία. Δεν πειράζει κορίτσια, χαλάλι σας.
Ελευθερία ονειρευόμουνα η πολύτεκνη, η πελαγωμένη εργαζόμενη, η βουτηγμένη στις ενοχές που δεν τα προλάβαινα όλα, και δουλειά και μωρά, που άφησα την καριέρα μου να κάνει βουτιά, που με τα παιδιά παράβαινα τις αρχές μου κάθε μέρα. Κυλούσαν μέσα σε τρέλα οι μέρες και οι νύχτες, ένιωθα ότι με αποβλακώνει το τρέξιμο και η καθημερινότητα, έφριττα με την γαϊδουριά των δρόμων, στέναζα με την πίεση στις δουλειές, και τις νύχτες ονειρευόμουνα το Παρίσι, ελεύθερη κι ωραία, μάλλον κυνηγούσα το Παρίσι, την ελευθερία και την ομορφιά, τα νιάτα μου και την άγνοια που είχα τότε για το μέλλον. Κάτι τόσο απλό μάλλον θα ήταν.
| Θα βλέπει κι αυτή στον ύπνο της το Παρίσι οσονούπω |
Τώρα τα παιδιά είναι μεγάλα πια, δεν ταξιδεύουμε παρέα, κι η βόλτα εδώ δεν εξοφλεί περασμένα όνειρα, όσο κι αν η πόλη αυτή δεν αλλάζει. Αλλάζουμε εμείς, μαθαίνουμε ότι ο χρόνος δεν ξεγελιέται, συμβιβαζόμαστε, αλλά εν μέρει. Κάθε ταξίδι γίνεται χρονομηχανή, κάθε εικόνα είναι παλιά που ξαναζεί, ίσως εκεί στις μυστηριώδεις συναντήσεις τους να κερδίζουμε ένα κύτταρο ζωής ακόμα, να παραγόμαστε σε μια παράλληλη διάσταση, να βάζουμε ένα μακρινό Γαλαξία να χορεύει.
Πέμπτη 11 Νοεμβρίου 2010
Κάστανα στην Ομόνοια
Εκείνη αντίθετα ήταν πάντα αγχωµένη στις εξόδους. ∆εν εµπιστευόταν τα πρόχειρα φαγητά έξω. Βιαζόταν πάντα, εργαζόµενη γυναίκα γαρ, να γυρίσουµε σπιτάκι µας, να ξεκουραστεί. ∆εν ζητούσε ποτέ να ξεχωρίσω την Ακαδηµία κ.λπ. ∆εν υπήρχε περίπτωση να προτείνει γεύµα µε τα καλύτερα σουβλάκια, τυρόπιτες, οτιδήποτε στον δρόµο. Hξερα ότι θα πηγαίναµε τρέχοντας στη δουλειά µας και τρέχοντας θα γυρίζαµε. ∆εν χαζεύαµε, δεν χασοµερούσαµε, κουβεντιάζαµε ξεκινώντας από αρνητικά σχόλια για τον θόρυβο και το καυσαέριο.
Μια φορά µόνο, περνώντας απ’ την Οµόνοια, ίσως να την είχα ζαλίσει ζητώντας διάφορα, ξαφνικά ρώτησε: «Μήπως θέλεις κάστανα;». Είπα ναι. Ακόµα θυµάµαι την ευτυχία που µε πληµµύρισε γι’ αυτήν τη µικρή επανάσταση στις συνήθειές της. Την υποχώρηση στο φαγητό του δρόµου, εναντίον του οποίου έκανε συνήθως κηρύγµατα. Εφαγα τα νοστιµότερα κάστανα της ζωής µου. Εκείνη την ηµέρα η µαµά µου έσπασε ένα είδος αποχής, κατά κάποιον τρόπο.
Αλλά βέβαια θέλει προσοχή. Αν υποχωρήσεις στα κάστανα µπορεί µετά να σου αρέσουν τα κουλούρια, ύστερα οι τυρόπιτες, τα σουβλάκια, να φτάσεις ώς τα ποπ κορν του σινεµά. Να φτάσεις ακόµα και να απολαµβάνεις τις βόλτες. Οπως συνέβη στη µαµά µου.
Δευτέρα 8 Νοεμβρίου 2010
Δυο βόλτες στην Αθήνα
Δεν αφήνω τις ελπίδες πια να εμφιλοχωρήσουν εύκολα στην ψυχή μου, αλλά όσο ζει κανείς ελπίζει, και απλώς ονειρεύτηκα ότι ένα ακόμα βράδυ θα μπορέσω να σταθώ έτσι σε μια πλατεία και να συναντώ γνωστούς και αγνώστους που επιθυμούν το ίδιο με μένα: δημόσιο χώρο ελεύθερο, ίσως και ωραίο. Συνήθως νιώθω ολομόναχη όταν περπατώ στην Αθήνα ανάμεσα σε βιαστικό κόσμο. Να που καμιά φορά αισθάνεται κανείς ότι συναντά ανθρώπους στην έρημο, που έχουν και νερό μαζί τους.
Την άλλη μέρα, αφού ψηφίσαμε, πήγαμε βόλτα στο πάρκο, δηλαδή στο Πεδίο του Άρεως.
Έχουν φτιάξει και την αλέα με τους ήρωες, ένα παρτέρι στη μέση και στο τοιχάκι του επάνω ξύλινα καθίσματα. Θεούλη μου, για μας τους περιφρονημένους Κυψελιώτες είναι αυτά; Να βάλουμε τους κώλους μας επάνω, ή θα τιναχτούν τα καδρόνια απο αγανάχτηση να μας τιμωρήσουν;
Τρίτη 2 Νοεμβρίου 2010
Μάθημα Οικοκυρικών
Κάποιος σχολιαστής ανέφερε απαξιωτικά το µάθηµα Οικοκυρικών στα
γυµνάσια, κι αναρωτήθηκα αν υπάρχει ακόµα. Νοµίζω έχει καταργηθεί από δεκαετίες.
Αλλά η αναφορά µού θύµισε της εποχής µου το µάθηµα Οικοκυρικών, που δεν ήταν προαιρετικό
βέβαια τότε. Ηταν απλώς από τα µαθήµατα - χαβαλέ, που θεωρούσαµε ότι έπρεπε να συνοδεύουµε
µε χοντρή καζούρα στις καθηγήτριες. Δεν µπήκε µια φορά η γυναίκα στην τάξη και να
της κάνουµε τη ζωή εύκολη. Εκείνη ωστόσο συνέχιζε την παράδοσή της, δεν κατέθετε
τα όπλα, όσο κι αν γελούσαµε και κοροϊδεύαµε.
Κι έτσι, στο περιφρονηµένο
αυτό µάθηµα εγώ τουλάχιστον έµαθα πράγµατα που δεν θα ήξερα µε άλλο τρόπο. Εµαθα,
ας πούµε, πλέξιµο, αυτή τη µαγική διαδικασία που µου χάρισε ικανοποίηση πολλές φορές
στα επόµενα χρόνια, βασικές αρχές της µαγειρικής που η µαµά µου δεν υπήρχε περίπτωση
να µου δείξει, καθώς τότε δούλευε και γενικά αντιπαθούσε τις δουλειές στο σπίτι,
έµαθα ράψιµο και πώς να βάζεις σωστά τα µαχαιροπίρουνα στο τραπέζι, πώς να συστήνεις
τους ανθρώπους, πότε να σηκώνεσαι όταν σε χαιρετάνε, κι όλα αυτά σε µια χρονιά,
µε µια ώρα διδασκαλία την εβδοµάδα.
Αντίθετα στη γυµναστική, που κάναµε έξι χρόνια και δυο ή τρεις φορές την εβδοµάδα,
δεν έµαθα τίποτε γιατί οι γυµνάστριες δίδασκαν µόνο όσες µαθήτριες ήξεραν ήδη, πράγµα
που συµβαίνει ακόµα και τώρα, σε περισσότερα µαθήµατα από όσα φαντάζεστε.
Αν τα γράφω αυτά δεν είναι για να υποστηρίξω ότι πρέπει να ξαναµπούν τα Οικοκυρικά
στο γυµνάσιο.
Απλώς, όταν µε ρωτάνε πού έµαθα να πλέκω και λέω «στο σχολείο» δεν µε πιστεύει κανείς.
Καταθέτω δηµόσια λοιπόν την ευγνωµοσύνη µου στην καθηγήτρια που ελπίζω ότι δεν βασάνισα
πολύ. Δεν µου άρεσαν οι οµαδικές επιθετικότητες, αλλά κι ένα ευχαριστώ ποτέ δεν
της είπα.
https://www.tanea.gr/2010/11/02/opinions/analwsima-to-athi-a-oikokyrikwn/
Queen on sea
H ταινία «Βασίλισσα της θάλασσας» μου κόστισε μια ταραγμένη νύχτα. Δεν ήταν τόσο η άνοια της γριάς μητέρας που με σόκαρε, όσο η άγνοια της ...
-
Μπούχτισα τους λυρισμούς των καταστροφολόγων. Έχουνε πάρει μια παραδοξολογία του Μπρεχτ και μας βάζουν φωτιά κάθε τρεις και λίγο. Και δεν υπ...
-
Στο Παρίσι είχα αγοράσει αυτό το γαλλικό βιβλίο και το άφησα εκεί να το διαβάσει ο γάλλος φίλος που με φιλοξενούσε. Μου το επέστρεψε πριν λί...










