Κυριακή 5 Φεβρουαρίου 2012

Χιονίζει ήσυχα, ή μήπως ανήσυχα;


Για το βιβλίο του Δημήτρη Ψυχογιού «Χιονίζει ήσυχα στις Αγριόλευκες», η Καλλιόπη Ρουσομάνη, συνάδελφος του συγγραφέα ως φυσικός, αλλά και ως γραφιάς, μου έστειλε ένα κείμενο που θα ήθελα να δημοσιεύσω σε εφημερίδα αν ήμουν ακόμα κάπου συντάκτης ύλης, συνεργάτης κλπ. Αλλά αφού δεν είμαι πια κάτι απ' όλ' αυτά, το βάζω εδώ:
 "Ο τίτλος "Χιονίζει ήσυχα στις Αγριόλευκες" πρόκειται να αποδειχθεί παραπλανητικός. Το παραπλανητικό του στοιχείο δεν βρίσκεται στο «χιονίζει», αλλά στο «ήσυχα». Μας μπερδεύει το «ήσυχα» στον τίτλο του βιβλίου, πράγμα που, θέλω να πιστεύω ότι δεν είναι στις προθέσεις του συγγραφέα. Απλώς εμείς οι άνθρωποι είμαστε όντα που έχουμε την τάση να επεκτείνουμε τις έννοιες και πέρα από τις προτάσεις όπου εμφανίζονται. Δεν αρκούμαστε στο να φαντασθούμε ένα χειμωνιάτικο τοπίο όπου το χιόνι πέφτει απαλά και ήσυχα πάνω σε κάθε μικρή ή μεγάλη επιφάνεια, στέκεται και συσσωρεύεται σε κάθε γωνία και γραμμή του τρισδιάστατου χώρου μας. Φανταζόμαστε ότι τα πάντα είναι  ήσυχα στις Αγριόλευκες και τα πέριξ αυτής. Όμως αυτό δεν αληθεύει γιατί το Πήλιο είναι ένα βουνό όπου συναντώνται διαφορετικοί κόσμοι, με άλλους φυσικούς νόμους, άχρονος ο ένας ο αλλόκοτος, ο παράξενος, εν χρόνω ο άλλος, ο ανθρώπινος, ο οικείος, ο προβλέψιμος. Και στο όριο των δύο κόσμων οι ονειροφύλακες αυτοί που μπορούν να παρεμβαίνουν στα όνειρα των ανθρώπων ώστε αυτά να γίνονται τροφή για τα όντα του άλλου κόσμου, τους ονειροτρόφους, παρεμβαίνοντας έτσι και στις ζωές τους.
Λογοκρισία ονείρων; Σύμφωνα με μια δική μου ερμηνεία, ναι. Τέλος στη πεποίθηση ότι τα όνειρα είναι προσωπική υπόθεση του ονειρευόμενου. Τα όνειρα των ανθρώπων είναι τροφή για τα όντα ενός άλλου κόσμου και άρα δημόσιο αγαθό στον κόσμο αυτό, και ως δημόσιο αγαθό, οφείλουμε να το σεβασθούμε. Αλλιώς θα υποστούμε τις κυρώσεις των διακοσμικών κανόνων. Αυτό ακριβώς συνέβη σε ορισμένους από τους πρωταγωνιστές του μυθιστορήματος. Έτσι το βιβλίο μπορεί να εκληφθεί και ως μια προειδοποίηση για όσους πιστεύουν ότι μπορούν να ονειρεύονται χωρίς συνέπειες. Ίσως αυτό να ακούγεται πολύ αντιδημοκρατικό και περιοριστικό για την ελευθερίας μας, ωστόσο θα πρέπει να λάβουμε υπόψη μας ότι η ελευθερία έχει και μια εσωτερική πηγή η οποία αν δεν ανοίξει, θα παραμείνουμε δέσμιοι σε έναν κατά τα άλλα ελεύθερο κόσμο. Εν ολίγοις υπάρχουν όνειρα και όνειρα, άλλα σε σκλαβώνουν και άλλα σε ελευθερώνουν.
            Παράξενος μύθος! Στα όρια του πραγματικού με το φανταστικό, μίγμα δυνατής και μη-δυνατής εμπειρίας. Και ο αναγνώστης απορεί με το πως οι ήρωες του μύθου, άνθρωποι του δικού μας Unwelt, εμπλέκονται σε περιπέτειες που παραβιάζουν θεμελιώδεις νόμους της φύσης, όμως παρασύρονται όλο και πιο βαθιά στο παράλογο γιατί τους καθοδηγεί η επιθυμία, το πάθος, ο εγωισμός και σε μερικές ίσως περιπτώσεις η απλή περιέργεια. Απορεί, αλλά δεν ανησυχεί. Ο μυθοπλάστης με δεξιοτεχνία επεκτείνει τη γλώσσα πέρα από τα όρια του κόσμου μας, ώστε οι αλλόκοτες περιπέτειες των ηρώων του να εξελίσσονται «ήσυχα», σχεδόν «φυσιολογικά» και σίγουρα διασκεδαστικά.
            Αυτά όλα βέβαια δεν συμβαίνουν οπουδήποτε. Συμβαίνουν στο Πήλιο και οι εξελίξεις δρομολογούνται γύρω από τη Δράκεια, την έδρα των ονειροφυλάκων. Ο μύθος είναι επίσης και ένα ευχάριστο ταξίδι στο Πήλιο τόσο που δεν είμαστε βέβαιοι αν οι πραγματικές επιδιώξεις του συγγραφέα ήταν ο μύθος ή μια ξενάγηση με αφορμή τον μύθο. Αλλά αυτό δεν έχει και μεγάλη σημασία. Σημασία έχει το ότι αυτός ο μύθος πλάστηκε για να ταιριάζει στο Πήλιο από κάποιον που γνωρίζει αυτό το βουνό πολύ καλά, και που φαίνεται να το καταλαβαίνει κιόλας!
            Ένα ταξίδι στο Πήλιο είναι πάντα μια ευχάριστη εμπειρία. Αρκεί να μη συναντήσει κανείς τη Μαρία Σπηλιάδη. Η Μαρία Σπηλιάδη είναι το μοιραίο πλάσμα του Πηλίου. Κορίτσι για πάντα, γοητευτικό και ακατανίκητο, παρασύρει τα θύματα της μέχρι την τελική καταστροφή. Βέβαια διαλέγει τα θύματα, μόνο που δεν είμαι απόλυτα σίγουρη για το κριτήριο της επιλογής της. Είναι η περισσή ματαιοδοξία τους, η επιρρέπεια τους σε σχέση με την πολλά υποσχόμενη ομορφιά της;
            Αγαπητέ επισκέπτη του Πηλίου, αν τύχει και ο νους σου περάσει στην άλλη διάσταση και σε αφήσει να δεις μια νεαρή δυναμική γυναίκα να τριγυρνάει στα Χάνια με φούστα και πάνινα παπούτσια καλό θα ήταν να την αποφύγεις. Αν και πολύ φοβάμαι ότι αν την δεις τότε είναι ήδη πολύ αργά…
            Κατά τα άλλα «Χιονίζει ήσυχα στις Αγριόλευκες» μόνο για τους ανυποψίαστους, αυτούς που θα βρεθούν στην ήρεμη πλευρά του βουνού, την πλευρά που στρέφεται προς τον Παγασητικό κόλπο. Για τους άλλους όμως, αυτούς που θα βρεθούν στην πλευρά του πελάγους, η περιπέτεια αρχίζει γιατί εκεί παραμονεύει η Μαρία Σπηλιάδη. "


Σάββατο 4 Φεβρουαρίου 2012

Μαράσλειος- Δελχί

Μπιμπίλα από την Τουρκία

Βρήκα θέση ανάποδα στο λεωφορείο 022 με τα στενά καθίσματα. Η γυναίκα απέναντι φορούσε τρία κασκόλ και γαντάκια που αφήνουν τα δάχτυλα ελεύθερα, με τα οποία ελεύθερα δάχτυλα έπαιζε στην πλακέτα του κινητού της. Το ένα της κασκόλ είχε δαντελωτή μπορντούρα, σαν τις μπιμπίλες που είχα αγοράσει πέρσι στην Τουρκία. Ψιλή δαντέλα πλεγμένη με το βελονάκι, όπως τα σεμέν που έκανε η γιαγιά μου. Γυναικεία τέχνη με νέες εφαρμογές.
Τι δάχτυλα  έχουν πλέξει αυτές τις ωραίες μπιμπίλες; Γυναίκες που δουλεύουν φασόν στην Τουρκία και σε άλλες ασιατικές χώρες, εκεί που η εργασία είναι ακόμα πάμφθηνη; Λεπτά δαχτυλάκια αεικίνητα, καλλιτεχνικά, με πείρα και γνώση, ταλέντο και δημιουργικότητα. Και το κινητό της παρόμοια δάχτυλα το έχουν κατασκευάσει, με πείρα και γνώση, αλλά θα χρειάζεται  λιγότερη φαντασία, δεν αφήνει πολλά περιθώρια για δημιουργικότητα η δουλειά σε εργοστάσια. Αυτό θα έγινε στην Κίνα σίγουρα. Θα το φτιάξανε σοβαρές νεαρές και νεαροί, σαν αυτούς που είχα δει πριν δώδεκα χρόνια ταξιδεύοντας στην Κίνα. Δούλευαν οι άνθρωποι στοχοπροσηλωμένοι, ποιος ξέρει για πόσο μικρούς μισθούς. Οι φτωχοί που τράβηξαν τον πλούτο προς τα κει με την ακαταμάχητη ανάγκη τους.
Ανεξάντλητο εργατικό δυναμικό καραδοκεί στης Ανατολής τα μέρη. Γυναίκες που μπορεί να δουλεύουν και στα σπίτια τους φτιάχνουν μπιμπίλες, ράβουν φτηνά ρούχα, δίνουν και στα παιδιά τους να τσοντάρουν για ένα κομμάτι ψωμί. Στην Ινδία, έχετε δει ντοκιμαντέρ, φορώντας το σάρι κι όλα τα βραχιόλια τους σπάνε πέτρα στους δρόμους. Υπάρχουν άνθρωποι που δουλεύουν σα σκλάβοι, παλιότερα έβγαιναν στο φως ιστορίες με αληθινές καταστάσεις δουλείας. Τώρα δεν ακούγονται πολλά τέτοια. Εξάλλου οι άνθρωποι δεν χρειάζονται αιχμαλωσία για να δουλέψουν σκληρά, η ανάγκη τους στρώνει. Άντρες, γυναίκες και παιδιά χτίζουν την ασιατική ανάπτυξη θέλουν δεν θέλουν.
Οι μεγάλες εταιρίες μετακόμισαν εκεί που βρίσκεται άφθονη φτηνή εργασία εδώ και 30-40 χρόνια. Η αποβιομηχάνιση της Ευρώπης οφείλεται σε αυτούς τους ξυπόλητους για τους οποίους τόσο απαξιωτικά μιλάμε εδώ στον τόπο μας. Δεν θα γίνουμε Ινδία, λέμε αγανακτισμένοι, λες και στην Ινδία δεν ζουν άνθρωποι αλλά κάποιο ανωτεροκατώτερο είδος, χωρίς επιθυμίες και εγωισμούς, καταδικασμένο για πάντα στην υπανάπτυξη.
 Δεν πήγαν στο υπερπέραν οι βιομηχανίες, πήγαν στην Κίνα. Οι Κινέζοι τρώνε όρθιοι ένα γρήγορα γεύμα από χάρτινη συσκευασία με τα ξυλάκια τους, μασάνε με το άγχος να ξαναγυρίσουν στη δουλειά. Τους είδα να τρέχουν πειθαρχημένα, νέους, ευκίνητους, πρόθυμους για όλα, προφανώς χωρίς ωράριο, να κάνουν τα πάντα. Είναι ο φυσικός πλούτος της χώρας, τι υπέδαφος και πετρέλαια; Αυτοί είναι υπέδαφος και  έδαφος, στοές και ουρανοξύστες.
Η ανάγκη τους κάνει ακαταμάχητους. Η ανάγκη για ένα πιάτο ρύζι. Και λίγη σαλτσούλα ίσως. Και λίγο κρεατάκι από δίπλα. Και λίγο κάτι ακόμα. Κι ένα κινητό. Κι ένα αυτοκίνητο. Κι ύστερα ένα ακίνητο. Γιατί οι Κινέζοι, οι Ινδοί, όλοι αυτοί οι ακούραστοι δίποδοι εργάτες είναι άνθρωποι επίσης, και ξέρετε πώς γίνεται με τους ανθρώπους. Μόλις γεμίσει η κοιλιά θέλουν κι άλλα. Θέλουν καινούργια ρούχα, σερβίτσια, καναπέδες, τηλεοράσεις, θέλουν διάλειμμα, καφέ, μείωση ωραρίου, κλπ. Όταν είχα πάει στην Κίνα, περίμενα να δω ποδήλατα στους δρόμους και είδα αυτοκίνητα. Στην Ινδία δεν έχω πάει, σίγουρα θα είναι πιο γραφική. Αλλά κι εκεί θα δω τα αποτελέσματα της ανθρώπινης επιθυμίας για καλύτερη ζωή. Της ανθρώπινης απληστίας, αν θέλετε. Οι Ινδοί σίγουρα θα πάρουν κινητό με τα πρώτα τους λεφτά, θα μπουν στο Ίντερνετ, θα μάθουν για τα υπόλοιπα ευρωπαϊκά αγαθά, θα θέλουν κι αυτοί, δωρεάν παιδεία, κοινωνική ασφάλιση, όπως οι Κινέζοι φοιτητές, μόλις ξέφυγαν λίγο από την αθλιότητα, μόλις έζησαν την πολυτέλεια της φοιτητικής ζωής, θέλουν ανθρώπινα δικαιώματα, ελευθεροτυπία, όλ’ αυτά τα δηλητήρια του δυτικού κόσμου που κρύβονται στις πτυχές της ίδιας αυτής ανάπτυξης η οποία τον έχει εγκαταλείψει και μετακινείται πυρετωδώς προς ανατολάς.
Άσε που τόση ώρα που κάνει το λεωφορείο για τη διαδρομή του θα μπορούσαμε να έχουμε φτάσει στην Ινδία. 
Από το Protagon http://www.protagon.gr/?i=protagon.el.8emata&id=12335

Παρασκευή 3 Φεβρουαρίου 2012

Αν ήμουν είκοσι χρονών


Η υπέροχη δασκάλα μου χορού σε πόζα τάνγκο

Αν ήταν είκοσι χρονών ο φίλος μου ο Πέτρος που είναι συνομήλικός μου, θα ξεκινούσε να ξεσηκώσει τον κόσμο. Ανάρτησε στο διαδίκτυο ένα κείμενο της Λιλής Ζωγράφου που αρχίζει έτσι, «Αν ήμουν είκοσι χρονών θα ξεκινούσα να ξεσηκώσω τον κόσμο…» Δεν ξέρω σε ποια ηλικία το έγραψε η Λιλή Ζωγράφου, ούτε σε ποια εποχή, γιατί και οι ηλικίες είναι συνάρτηση των εποχών, αλλιώς ήμασταν νέοι στα σέβεντις κι αλλιώς είναι νέοι τα παιδιά μας. Μ’ έβαλε στον πειρασμό πάντως να σκεφτώ, ή μάλλον να απαντήσω ακαριαία, γιατί πολλές φορές σκέπτομαι τι θα έκανα αν ήμουν είκοσι χρονών.
Λοιπόν, αν ήμουν τώρα 20 χρονών θα μάθαινα χορό. Δεν ξέρω για τα υπόλοιπα, σπουδές, δουλειά, έρωτες και τέτοια. Ο καθένας έχει το χρόνο και το δικαίωμα να κάνει τις προσωπικές του βλακείες. Αλλά είμαι σίγουρη για το χορό. Θα πήγαινα να μάθω αργεντίνικο τάνγκο, που όταν εγώ ήμουν είκοσι δεν μπορούσαμε να φανταστούμε πως κάποτε θα διδασκόταν στην Ελλάδα. Επειδή είναι δύσκολο το τάγνκο θα έκανα παράλληλα και σουίνγκ, καθώς και όλους τους λάτιν χορούς που ξεκίνησα να μαθαίνω στα 50 και μου χάρισαν ακόμα και τόσο καθυστερημένα, στιγμές μοναδικής ευτυχίας, η οποία βέβαια συνοδευόταν από τη θλίψη για το πόσο καλύτερα θα ήταν να τους είχα μάθει από τα 20.
Διότι βλέπετε, όταν ήμουν εγώ 20 χρονών χορεύαμε μόνο σέικ. Δηλαδή ένα χορό χωρίς βήματα, ένα χορό που ισοπέδωνε όλους τους άλλους. Ήταν η εποχή που όλα έπρεπε να είναι επανάσταση, δεν δεχόμασταν θεωρητικά δεσμεύσεις σε τίποτε, πρακτικά βέβαια ήταν τα πράγματα αλλιώς. Πάλι καλά που είχε βγει και το σέικ, διαφορετικά δεν θα χορεύαμε καν, γιατί ο χορός έχει κανόνες κι εμείς θεωρούσαμε εαυτούς υπεράνω κανόνων, ήμασταν, νομίζαμε, η γενιά που θα τους καταργούσε, η γενιά που σάλπιζε την απελευθέρωση από κανόνες. Αυτά πληρώνουμε τώρα μεταξύ άλλων, γιατί καταντήσαμε να μη σεβόμαστε ούτε το κόκκινο φανάρι στις διαβάσεις.
Σέικ λοιπόν για να κουνιόμαστε και μπλουζ για να αγκαλιαζόμαστε, μόνο αυτά τα δύο χορεύαμε, και πάλι καλά, το ξαναλέω. Θα είχαμε περάσει τη νιότη μας χωρίς χορό, θα κακοφόρμιζε μέσα μας η επιθυμία του σώματος να δημιουργήσει αυτό το εφήμερο έργο τέχνης, να συμμετάσχει στη μαγική αυτή διαδικασία. Τα αγόρια ήταν χειρότερα, θεωρούσαν το μπλουζ αναγκαίο απλώς για χούφτωμα και το σέικ δεν τους άρεσε πλην εξαιρέσεων, έτσι δεν έμαθαν ποτέ τα καθήκοντα του καβαλιέρου σε μια χορογραφία όπου δυο μέλη του ζεύγους συνεργάζονται και το καθένα έχει το δικό του μέρος να ολοκληρώσει για να φέρει αρμονικό αποτέλεσμα.
Δεν υπάρχει ευτυχία σαν το χορό, τον ωραίο απλό χορό με κάποιον που ξέρει τα βήματα και τα ταιριάζεις μαζί του. Αν η Αθήνα είχε αίθουσες χορού με άπλα και μουσική σε ανθρώπινη ένταση, όπου θα συνήθιζαν να πηγαίνουν όσοι θέλουν έστω και ασυνόδευτοι, νομίζω ότι θα ήμασταν πιο ευτυχισμένοι άνθρωποι και λιγότερο παλαβοί για δέσιμο.
Αν ήμουν είκοσι χρονών θα χόρευα πολύ, γιατί όλα τα άλλα αναβάλλονται, αλλά ο χορός στα είκοσι είναι μοναδικός, δεν πρέπει να τον αναβάλεις ούτε για μια μέρα.  Μην ακούτε παιδάκια τους διάφορους στρούχτορες που ζούνε ρουφώντας αχόρευτα νεανικά κύτταρα, παρατείστε τους και πηγαίνετε σε μαθήματα λάτιν.

Πέμπτη 2 Φεβρουαρίου 2012

Για την αγάπη της ισορροπίας


Με την ηρωίδα του τελευταίου βιβλίου της Σώτης Τριανταφύλλου είχα το πρόβλημα που μου δημιουργούσαν και άλλες ηρωίδες της. Φταίει βέβαια η συνάφεια, οι ηρωίδες αυτές είναι σχεδόν συνομίληκες μου, οπότε περιμένω να μου μοιάζουν, αλλά είναι εντελώς διαφορετικές από την έφηβη που υπήρξα. Σαν παιδί αριστερής οικογένειας, ή μάλλον αριστερού πατέρα και σιωπηλής υπομονετικής συμβιβαστικής μητέρας, ήμουν αφοσιωμένη στην υπόθεση της ήττας του και πικραινόμουν με τις συμμαθήτριες μου και τον αμερικάνικο τρόπο ζωής τους. Έκανα κριτική στα γούστα τους, που περιλάμβαναν άλμπουμ με φωτογραφίες από το βασιλικό γάμο (Κωνσταντίνου- Αννα Μαρίας) αλλά και τα άλμπουμ των Μπητλς και του Πεπίνο ντι Κάπρι. Ευτυχώς ο μπαμπάς δεν ήταν πολύ δογματικός, κι έτσι υποχώρησα τουλάχιστον στους Μπητλς, και σε μερικά πράγματα ακόμα. Αλλά είχα μονίμως ελλείψεις στον τομέα αυτό, διότι έδωσε βάρος στη γαλλική κουλτούρα και πάντα έχανα στην αποστήθιση των αγγλικών στίχων.
Για όλους αυτούς τους λόγους λοιπόν δυσκολεύτηκα να ταυτιστώ με την ανυπότακτη στην αριστερή οικογένεια θυγατέρα του βιβλίου. Αλλά η οικογένεια εκεί παραείναι αυταρχική, ο πατέρας ρίχνει ξύλο με τη σέσουλα, κι η μικρή δεν προλαβαίνει ποτέ να χτίσει στοιχειώδη άμυνα, κάθε προσπάθεια στρέφεται τελικά εναντίον της. Κι η εποχή είναι τόσο ζωντανή στο βιβλίο που έβλεπα τον εαυτό μου να περιφέρεται στην περιοχή, να ψάχνει την ηρωίδα να κουβεντιάσουν, έστω  περί Γεωμετρίας. Η Γεωμετρία και μένα μου άρεσε μέχρι να την απαρνηθώ για το «Κλασσικό» όπως λέγαμε τότε τα τμήματα που κάνανε κυρίως φιλολογικά μαθήματα. Όμως στην αληθινή ζωή τέτοια πλάσματα δεν είχαμε. Ή τις παρέες που ήταν εντελώς προσανατολισμένες στο λεγόμενο αμερικάνικο τρόπο ζωής, ή τις άλλες που πολιτικοποιούνταν νωρίς και απαρνούνταν ένα σωρό χαρές της νιότης πριν τις χορτάσουν, επειδή τις είχαν κεραυνοβολήσει ως αμερικάνικες.
Παρόλη αυτή τη δυσκολία ταύτισης ομολογώ ότι απόλαυσα το βιβλίο και την εικόνα που δίνει, των αυστηρών κοντόφθαλμων κομμουνιστών των βυθισμένων στις αντιφάσεις τους που μπορούν να σε τρελάνουν αν έχουν πάνω σου εξουσία. Η καλύτερη κριτική στη δογματική στάση που ακόμα βασανίζει παιδιά και άλλες ευάλωτες κατηγορίες στη χώρα του ανύπαρκτου σοσιαλισμού. Για την αγάπη της ισορροπίας, απο την πλευρά των παιδιών, μετά τα τόσα έπη και μυθιστορήματα που εξιστορούν την καταπίεση των αριστερών, χρειαζόταν κι αυτή η όψη. 

Τετάρτη 1 Φεβρουαρίου 2012

Η κινέζικη γλαστρούλα


Η κινέζικη γλαστρούλα που έχω στη βάση μιας ψευτοπαλιακής ανθοστήλης έπεσε κι έσπασε. Τη μάζεψα και την κόλλησα προσεχτικά. Ο γιος μου παραξενεύτηκε, ποτέ δεν με είχε ξαναδεί να κολλάω κάτι σπασμένο. Συνήθως ό,τι σπάει το πετάω απευθείας στα σκουπίδια, ας είναι και σουβενίρ απο την άκρη του κόσμου.
Δεν μπορώ όμως να πετάξω αυτή τη μικρή γλάστρα. Την κουβάλησα από την Κίνα, την είχα αγοράσει τη μέρα που είχαμε επισκεφτεί το Μουσείο της Σανγκάης. Ήταν το μόνο μέρος σε όλο το ταξίδι όπου μπορέσαμε να δούμε κάποια παλιά αντικείμενα. Η απαγορευμένη πόλη στο Πεκίνο, η αυτοκρατορική κατοικία, ήταν άδεια από αντικείμενα. Όποιος ναός, ανακαινισμένος ή παλιός, είχαμε δει, άδειος κι αυτός. Και τα προσπέκτους στο μουσείο εξηγούσαν πως τα παλιά αντικείμενα της Κίνας είχαν κατά μεγάλο μέρος καταστραφεί στην Πολιτιστική Επανάσταση.
Η Πολιτιστική Επανάσταση, δεν αρκέστηκε στο αίμα, ήθελε και πορσελάνη. Κι εμείς δεν είχαμε ιδέα, εμείς στη Δύση εννοώ. Δεν είχαμε ιδέα για την πορσελάνη, ούτε για το αίμα. Στα πανεπιστήμια επί χούντας, και μετά τη χούντα, είχαμε μια ποικιλία κινεζόφιλων παρατάξεων. Υποθέτω ότι δεν ήξεραν τι σήμαινε για την Κίνα η πολιτιστική επανάσταση, αλλά στα αμφιθέατρα ήταν πολύ μαχητικοί και κατέβαζαν περίπλοκα σκεπτικά γεμάτα αφορισμούς. Πόσες ώρες περάσαμε σε κείνες τις μαζώξεις πριν το Πολυτεχνείο, μέσα στην αγωνία, και κυρίως μετά τη χούντα, να ακούμε αυτή την ασυνάρτητη ρητορεία, ψάχνοντας νόημα εκεί που δεν υπήρχε, και πόσο λίγο έως ελάχιστα έως καθόλου συζητήσαμε μετά, όταν αρχίσαμε να μαθαίνουμε επιτέλους, τι ακριβώς ήταν η πολιτιστική επανάσταση, πώς την είχε χρησιμοποιήσει ο Μάο για να εξοντώσει τους αντιπάλους του, πώς είχε επιτρέψει να ξεχυθούν σε όλη τη χώρα φανατισμένοι, αφιονισμένοι νέοι και να καταστρέφουν έργα τέχνης να βασανίζουν, να διαπομπεύουν και να σκοτώνουν ανθρώπους . Πολύ αργότερα, κυρίως από το μυθιστόρημα "Οι αγριόκυκνοι' μάθαμε λεπτομέρειες για τη βαρβαρότητα, την ασύλληπτη βία που επέβαλε εκείνη η επανάσταση, κι απο τις ταινίες.. Τότε που δεν είχαμε πια την ευκαιρία να βρισκόμαστε σε αμφιθέατρα και να ακούμε μεγάλες κουβέντες θαμπωμένοι. 
Δεν συζητήσαμε ποτέ γι αυτό, δεν ξέρω καν αν όλοι εκείνοι οι τότε κινεζόφιλοι συνειδητοποίησαν ποτέ τι ακριβώς είχαν υπερασπιστεί. Μιλάμε πολύ, αλλά κάτι τέτοιες λεπτομέρειες τις αποφεύγουμε. Θα μας πίκραιναν, ποιος δεν ονειρεύτηκε στα επιπόλαια του νιάτα μια ‘πολιτιστική επανάσταση’ όπου θα επέβαλε απλώς τον πολιτισμό που εκείνος προτιμούσε και όλοι γύρω του θα τον δέχονταν ασμένως;
Μιλάμε πολύ, αλλά καμιά φορά είναι σα να λέμε τα ίδια και τα ίδια, σαν τα λόγια μας να είναι ιερουργίες, τελετουργίες, αποκομμένες από τη σκέψη και την ανάγκη για γνώση και ενημέρωση.

Τρίτη 31 Ιανουαρίου 2012

Σπόρια για το χρόνο

Μερικά πρωινά βάζουν στο πάρκο το σιντριβάνι να δουλεύει. Ακόμα και με το κρύο τα μικρά παιδιά μπαίνουν στον πειρασμό να παίξουν με το νερό. Τα παιδιά είναι πάντα ένα σοκ σ’ αυτό τον κόσμο.
Τ’ απογεύματα το σιντριβάνι δεν δουλεύει ποτέ. Οι άνθρωποι περπατάνε στα στρωμένα μάρμαρα, εκεί που το πρωί δεν μπορούν να περάσουν. Παιχνίδι ορίων που καταργούνται και ξαναορίζονται, κάθε μέρα. Τι αίσθηση νίκης, να μπορείς να περπατάς άνετα εκεί που πριν τιναζόταν το νερό και δεν στο επέτρεπε. Παραβίαση και ξανά ορισμός ορίων και ξανά παραβίαση.
Δίπλα είναι ένα κτίσμα που ίσως γίνει κάποτε καφενείο. Ακόμα έχει τα χαρτιά συσκευασίας των κουφωμάτων πάνω του, άρα μπορούμε να ελπίζουμε. Οι συνταξιούχοι του πάρκου συνεχίζουν να κουβαλάνε παλιές καρέκλες από το σπίτι τους για να στήνουν τις παρτίδες τους το τάβλι. Κάποια στιγμή ίσως καταφέρει το καφενείο να νοικιαστεί και να λειτουργήσει. Είναι κι ο φόβος μην ξεσηκωθούν ξανά εκείνοι οι γείτονες που ήθελαν το πάρκο ακραιφνώς «δασική έκταση» και χαλούσαν τον κόσμο να μη γίνει καφενείο ούτε τίποτε, ήταν κατά της εμπορευματοποίησης. Ίσως πρέπει να φτιαχτεί κάτι σαν λαθροκαφενείο, να πίνουμε λαθροκαφέδες, να μην τους ερεθίζουμε.
Στο μεταξύ η έλλειψη κάθε είδους εμπορίου σε τόσα στρέμματα περιπάτου γεννά μικρές διακριτικές συναλλαγές. Ακόμα κι αν πάνε δυο άνθρωποι να ζήσουν στην πιο παρθένα δασική έκταση που υπάρχει σε λίγο θα εφεύρουν το εμπόριο. Αλλά μην το πείτε στους ακραιφνείς της περιοχής. Ένα αγόρι πουλάει σακούλες με σπόρια στις γυναίκες πρόσφυγες που κάνουν βόλτα. Πάνω- κάτω περπατάνε ώρες ατέλειωτες, κάτι πρέπει να κάνουν, όχι τσιγάρο, το ρίχνουν λοιπόν στους ηλιόσπορους..
Καθώς βλέπω το παιδί να πουλάει τα σακκουλάκια του συνειδητοποιώ ότι έχω χρόνια να δω ανθρώπους να τρώνε σπόρια. Κάποτε τρελαινόμασταν γι αυτό το τσίκι- τσίκι,  θεωρούσαμε μάλιστα παλικαριά να πηγαίνουμε σινεμά και να αφήνουμε ένα βουνό φλούδια φεύγοντας κάτω από το κάθισμα. Σε μιαν άλλη ζωή τα κάναμε αυτά. Τα παιδιά μας προτιμούσαν τα γαριδάκια και τα φουντούνια.
Τώρα αγοράζουμε πασατέμπο και ηλιόσπορο καθαρισμένο και ξεφλουδισμένο σε κουτάκια. Τα τρώμε με τις χούφτες, σα φάρμακο επειδή έχουν αντιοξειδωτικές ουσίες.  Ο χρόνος έχει αλλάξει για μας, αυτός ο χρόνος που περισσεύει στις Αφγανές με τα σπόρια. Πόσο να πουλάει άραγε ο μικρός .το σακκουλάκι; Αν αγοράσω ένα, βγάλω το χέρι από το γάντι και τσίκι- τσίκι ξεκινήσω, θα κερδίσω με την αλμυρή γεύση του μια σταγόνα χαμένο χρόνο;
Από το Protagon 

Κυριακή 29 Ιανουαρίου 2012

Μάρκα Μάρκαρη, χάρη Χαρίτου


Ορίστε που βρέθηκα διαβάζοντας την «Περαίωση» του Μάρκαρη, να έχω ταυτιστεί με το δολοφόνο! Ποια, εγώ που είμαι τόσο κατά της βίας, να βρίσκομαι να εύχομαι μυστικά να μην πιάσουν τον εθνικό φοροεισπράκτορα, ενώ ταυτόχρονα ήξερα ότι θα τον πιάσουν, γιατί πάντα συλλαμβάνεται ο δολοφόνος από τον δαιμόνιο Χαρίτο, ο οποίος είναι το άκρο αντίθετο από κάθε λογοτεχνικό στερεότυπο αστυνομικού, ένας μικροαστός λάτρης των γεμιστών και της γυναικούλας του, και προσπαθούσα να προετοιμαστώ ψυχολογικά να μη στεναχωρηθώ στο τέλος! Αχ οι καλλιτέχνες μας αιχμαλωτίζουν σαν παιδιά ξελιγωμένα μπροστά στο κουκλοθέατρο…
Τι να κάνουμε, έτσι είναι η τέχνη, μας ξεγυμνώνει μπροστά στον εαυτό μας, αλλά η ίδια έχει το φάρμακο για να μας ηρεμεί, δι ελέου και φόβου περαίνουσα….
Περαίνουσα; Τι περαίνουσα δηλαδή; Πάλι η περαίωση; Μήπως υπάρχει η έννοια της περαίωσης μέσα σε κάθε τραγωδία, και βέβαια κάθε αστυνομικo, με πολιτικές προεκτάσεις κι ερμηνείες και κλειδιά, ή και χωρίς;
Και σα να μην έφτανε που πιάνει το δολοφόνο ο Χαρίτος, πετυχαίνει να πείσει και την κόρη του να μη φύγει στην Αφρική! Νομίζω ότι στη θέση του δεν θα το έκανα αυτό, συνέχεια λέω στους νέους, και πρωτίστως στα παιδιά μου, να φύγουν. Να δοκιμάσουν τα φτερά τους σε άλλα μέρη, να γνωρίσουν τον εαυτό τους καλύτερα, να αξιολογηθούν στη δουλειά τους πιο τίμια. Το έλεγα και πριν την κρίση, για τους ίδιους λόγους που κι εκείνος γράφει στις ιστορίες του. Τέλος πάντων, το παιδί της ιστορίας μένει εδώ, και περνά το αισιόδοξο μήνυμα του: μένουμε και αγωνιζόμαστε. Εδώ που τα λέμε, χιλιάδες σηκώνονται και φεύγουν, ας μείνει τουλάχιστον η κόρη του Χαρίτου. Κι όλ' αυτά συμβαίνουν σε μια ιστορία που εκθέτει την ελληνική ασθένεια σα θερμογραφία με όλες τις εστίες μόλυνσης στο φως. 
Απολαμβάνω κάθε βιβλίο του Μάρκαρη, τον ευγνωμονώ που γράφει ασταμάτητα. Δεν έχω διαβάσει άλλα τέτοια αστυνομικά, αλλά αν υπάρχουν ανάλογα σε άλλες χώρες θα τα διάβαζα για να τις καταλάβω πριν τις επισκεφτώ, ή για να τις επισκεφτώ νοερά τώρα που δυσκολεύουν τα ταξίδια. Θα έπρεπε να συνοδεύουν τους οδηγούς των πόλεων και τις ιστορίες των χωρών, να μπερδεύεσαι στις διαδρομές, να μποτιλιαρίζεσαι στα πάθη τους, να συμπονάς τα αδιέξοδά τους. 

Σάββατο 28 Ιανουαρίου 2012

Το πρόβλημα Γιάλομ


Μου αρέσουν τα εκλαϊκευτικά βιβλία, τα ιστορικά μυθιστορήματα, όλα τα είδη γενικά που διευκολύνουν την προσέγγιση σε θέματα δύσκολα και κάπως απρόσιτα, την κάνουν ευχάριστη, εν ολίγοις συνδυάζουν το τερπνό μετά του ωφελίμου. Φχαριστιέσαι και μαθαίνεις και κάτι. Είχα απολαύσει τον Κόσμο της Σοφίας του Jostein Gaarder, για παράδειγμα, την ιστορία της Φιλοσοφίας μέσα από εκείνο το παιγνιώδες μυθιστόρημα. Γι αυτό αγόρασα το «πρόβλημα Σπινόζα» του Γιάλομ, κι ας είδα ότι είναι δυο παράλληλες ιστορίες, αφενός του Σπινόζα, αφετέρου του Άλφρεντ Ρόζεμπεργκ,  συνεργάτη του Χίτλερ, πράγμα που δεν μου άρεσε και τόσο. Αρκετά είχα διαβάσει για τον Χίτλερ πρόσφατα στο βιβλίο του Μαζάουερ «Η αυτοκρατορία του Χίτλερ». Σκέφτηκα ότι θα μπορούσα να πηδάω τα κεφάλαια με τον ναζί. Τελικά τα διάβασα κι αυτά. Κάτι έχουν οι τυπωμένες σελίδες και σου επιβάλλονται.
Προς τι ο ναζί; Ο Ρόζεμπεργκ ήταν από τους εγκεφάλους του Τρίτου Ράιχ, ιδεολόγος ρατσιστής, ο οποίος είχε διαβάσει φιλοσοφία και δεν μπορούσε, κατά τον Γιάλομ, να χωνέψει το γεγονός ότι ο Σπινόζα ήταν εβραίος. Μπορεί να ακούγεται κάπως αφελές, αλλά οι ρατσιστικές θεωρίες του Γ’ Ράιχ ήταν υπεράνω πάσης φαντασίας, οπότε δεν μπορείς να αποκλείσεις ότι κάτι τέτοιο θα μπορούσε να συμβεί. Πάντως προσωπικά αμφιβάλω για την τόση προσήλωση σε φιλοσόφους από τους ιδεολόγους του ρατσισμού.
 Παρακολουθούμε λοιπόν τη ζωή του Σπινόζα στην Ολλανδία τον 17ο αιώνα, τον αφορισμό του από την εβραϊκή κοινότητα και τη μετέπειτα πορεία του, και παράλληλα την καριέρα του Ρόζεμπεργκ και την άνοδο του ρατσισμού στη Γερμανία. Το βιβλίο έχει ενδιαφέρον, ειδικά η ζωή του Σπινόζα, αλλά και στις δύο ιστορίες υπάρχουν τόσο πολλοί διάλογοι που θυμίζουν σύγχρονη ψυχανάλυση κατά την αμερικάνικη μάλιστα σχολή, που ομολογώ ότι έβαζα συχνά τα γέλια. Ήταν σα να σουλατσάριζαν στην πλοκή οι  ψυχαναλυτές των ταινιών του Γούντι Άλλεν με τις αναλυτικές του ερωτήσεις και το προβληματισμένο τους ύφος. Κατά κάποιο τρόπο όλ’ αυτά λειτουργούσαν σαν ένα διαρκές παραξένισμα, και πετύχαιναν εξαιρετική αποστασιοποίηση. Δεν μπορούσα να χαθώ στην ατμόσφαιρα της εποχής εξαιτίας αυτών των διαλόγων, οπότε μπορείς να πεις ότι έχει κάτι μπρεχτικό η ανάγνωση. 

Σκέφτομαι να γράφω για τα βιβλία που διαβάζω για να μπορώ να βρω εύκολα το Δεκέμβρη το καλύτερο μου και να μην πιαστώ ανοργάνωτη όπως φέτος όταν μας ρώτησε το Πρόταγκον. Ετικέτες «βιβλίο» και βγαίνουν όλα ξανά στο φως. 

Παρασκευή 27 Ιανουαρίου 2012

Όταν θα πάω κυρά μου στο παζάρι

Μπήκα στο παζάρι βιβλίων στην Κλαυθμώνος, ενώ δεν ήθελα να μπω, κι αγόρασα βιβλία ενώ δεν ήθελα να αγοράσω επειδή με πονούσε η μέση και δεν ήθελε να τα κουβαλήσω. Εϊχε πάρα πολύ κόσμο, αγόραζαν όλοι στοίβες βιβλία. Πολλοί θα έχουν πόνους στη μέση τις επόμενες μέρες.
Υπέκυψα κι εγώ στον πειρασμό, πήρα κάμποσα παιδικά, κλασσική λογοτεχνία και επιστημονικά, όλα συντομευμένα αγρίως και απλοποιημένα, με εικόνες. Τα πήρα για το μάθημα που κάνω, ελληνικά σε μετανάστες, σαν παράλληλο υλικό.
Κανονικά θα έπρεπε να έχω τρεις βιβλιοθήκες με παιδικά, αφού έχω μεγαλώσει τρία παιδιά που είχαν ένα σωρό βιβλία, αλλά τα έδωσα όλα στο χωριό όταν μεγάλωσαν, αν και μερικές φορές γκρίνιαξαν οι ιδιοκτήτες τους γι αυτή τη δωρεά. Το έκανα κυρίως για να απελευθερώσω χώρο στο διαμέρισμα όπου ζούμε πολλά χρόνια πέντε άνθρωποι κι έχει μαζευτεί πολύ πράμα, κι η δασκάλα της Δράκειας το είχε εκτιμήσει. Πολύ σημαντικό για μένα. Ακόμα κι αν οι μαθητές του μονοτάξιου σχολείου Δράκειας πάρουν τα βιβλία στο σπίτι και τα ξεχάσουν, ακόμα κι αν δεν τα πάρουν καν, ακόμα και τις ράχες τους να βλέπουν, είναι κάτι νομίζω. Να ξέρουν κάπου στο βάθος του μυαλού τους ότι τα βιβλία είναι κάτι ευχάριστο και συμπαθητικό που προσπαθεί να σε δελεάσει.
Αν ήμουν πλούσια θα έκανα αυτή την ευεργεσία, μια δανειστική βιβλιοθήκη στην Κυψέλη. Σαν τις εγγλέζικες, εκείνη στο Καντέρμπουρι που είχαμε δει κάποτε, ή στη λαϊκή γειτονιά του Λονδίνου Whitechapel. Θα είχε μέσα ασύρματο Ίντερνετ και κομπιούτερ, περιοδικά, πολυθρόνες, τραπεζάκια, φυτά εσωτερικού χώρου, θα ήταν ανοιχτή όλη τη μέρα. Βιβλιοθήκη για όλους.
Θα έπρεπε να ντρέπομαι να το ομολογήσω, αλλά τώρα πια μεγάλωσα και λέω αλήθειες: η μόνη βιβλιοθήκη που χρησιμοποίησα στη ζωή μου ήταν του σχολείου. Την είχα διαβάσει ολόκληρη, ήταν και μικρή. Είχα και το κλειδί της, με κάποιο τρόπο είχα ανακαλύψει ότι άνοιγε με ένα δικό μου κλειδί! Εντάξει, ήμουν ένας μικρός διαρρήκτης, αλλά πολύ το ευχαριστήθηκα, κι όλα τα βιβλία τα πήγα πίσω αφού τα διάβασα. Δεν ξαναμπήκα όμως σε άλλη βιβλιοθήκη στη ζωή μου για διάβασμα, μόνο για τουρισμό. Στο Παρίσι, το Λονδίνο, τη Βενετία, την Οξφόρδη, τη Νέα Υόρκη, έμπαινα, έρριχνα μια ματιά κι έφευγα. Τέλειωσα τη Νομική Σχολή, έκανα και μεταπτυχιακά διαβάζοντας μόνο στο σπίτι μου και στα βιβλιοπωλεία. Ίσως είχα κακομάθει με το κλειδί της σχολικής βιβλιοθήκης, αλλά νομίζω ότι δεν έχουμε την κουλτούρα της βιβλιοθήκης γενικά.
Αφού δεν μπορώ να ιδρύσω τη βιβλιοθήκη των ονείρων μου, με αυτά τα φτηνά βιβλία θα φτιάξω μια μικρή σπίτι μου. Τα παιδικά είναι ό,τι πρέπει για εκμάθηση της γλώσσας, αλλά γενικά νομίζω ότι είναι και τα καλύτερα βιβλία. Προσεγμένα, ευχάριστα, και προσηλωμένα στην άντληση κλασσικής λογοτεχνίας και στην παρουσίαση γνώσεων. Με τους εφτά μαθητές μου θα κάνω ερασιτεχνικά αυτό που θα έκανα κι αν ήμουνα διευθύντρια σχολείου ή ευεργέτης της Κυψέλης, που λέγαμε.

Πέμπτη 26 Ιανουαρίου 2012

Αντίο φοινικιά

Οι φοίνικες πεθαίνουν όρθιοι στο πάρκο, φαγωμένοι απο τερμίτες απο πάνω προς τα κάτω. Τους καθαρίζουν, αλλά δεν θα ζήσουν, έτσι είπε ο γεωπόνος που είδα μια μέρα. Γύρω τα άλλα δέντρα είναι εντάξει, οι ευκάλυπτοι σκεπάζουν τα ουράνια, θάμνοι και μουριές βαίνουν καλώς και ζουν απαθώς τον κύκλο της ζωής τους. Μόνο οι φοίνικες πεθαίνουν ο ένας μετά τον άλλον, αυτούς προτιμούν οι τερμίτες. Πώς τους αναγνωρίζουν, τι τους καλεί στους φοίνικες; Εϊναι άραγε η κοινή καταγωγή, αφρικανοί κι οι δυο, και η ατταβιστική ανάγκη τους ωθεί να πηγαίνουν απο φοίνικα σε φοίνικα;
Η ιδέα μου μπήκε επειδή θυμάμαι έναν τύπο που ήταν τόσο ρατσιστής ώστε τον ενοχλούσαν ακόμα κι οι φοίνικες. Πού τους πετυχαίνω κι εγώ τέτοιους ανθρώπους, είναι ν' απορείς. Εχουν γεμίσει κι αυτοί τον τόπο. Έχουμε, είχε πει, τόσους φοίνικες πια, όλο φοίνικες παντού, σε λίγο θα μιλάμε αραβικά! Προφανώς θα περίμενε να γελάσουμε, αλλά δεν είχαμε κάνει τίποτε, προσπαθήσαμε να αλλάξουμε συζήτηση για να μην αναγκαστούμε να δείξουμε ότι είχαμε ακούσει...
Αραγε θα είναι τώρα ευχαριστημένος που οι φοίνικες αφανίζονται; Αναρωτιέμαι. Είναι τόσο θλιβερό το θέαμα των άοπλων, ανυπεράσπιστων, παραδομένων δέντρων.
Ο Παλαμάς έλεγε τους φοίνικες φοινικιές. Υπάρχει ένα ωραίο ποίημα του, η Φοινικιά, μιλάει βεβαίως για ανθρώπους και τη δική τους μελαγχολία. Ισως εννοούσε τις λατάνιες. Αιώνες εγκλιματισμένος ο φοίνικας εδώ, αρσενικός ή θηλυκός. Με τους τερμίτες τι γίνεται δεν ξέρω.

Τετάρτη 25 Ιανουαρίου 2012

Θάνατος τα μεσάνυχτα


Στο σκηνικό της ταινίας 'Το λιβάδι που δακρύζει'

Μάλλον τα νεύρα μου είναι σπασμένα. Δεν μπορώ να δουλέψω όσο θέλω, χαζεύω, δεν με ικανοποιούν αυτά που κάνω, όλη μέρα διαβάζω πολιτικά άρθρα και απελπίζομαι. Μάλλον γι αυτό με πιάσανε τα κλάματα μέσα στα μαύρα μεσάνυχτα μόλις διάβασα ότι πέθανε ο Θόδωρος Αγγελόπουλος μετά το ατύχημα που είχε σε τροχαίο.
Θέλω να πω, δεν είναι νορμάλ. Δεν μου άρεσαν οι ταινίες του εδώ και καιρό, αν και προσπαθούσα, έβλεπα κάθε τόσο μία, ξεχώριζα κάποιες σκηνές, αλλά γενικά έβρισκα κυρίως ένα μπλοκάρισμα στο λόγο του. Έλεγε πράγματα βεβαίως σημαντικά, έλεγε έδειχνε, αλλά όλες αυτές οι σιωπές, τα μεγάλα πλάνα, κάτι άλλο έπρεπε να πει επίσης, κάτι κάλυπταν που δεν έβλεπε, δεν ήξερε να το πει, δεν ήθελε, ίσως να είχε αποφασίσει και πως δεν χρειαζόταν.
Πήγαινα ξανά και ξανά να δω ταινίες του επειδή οι πρώτες με είχαν συγκλονίσει. Ο Θίασος, η Αναπαράσταση, οι Μέρες του 36. Ήμουν φοιτήτρια στη Θεσσαλονίκη, τις είχαμε δει στο φεστιβάλ. Οι Μέρες του 36 είχαν προβληθεί επί χούντας, κάθε πλάνο και κάθε λέξη και κάθε στιγμή μας φαινόταν φορτωμένη νοήματα και μηνύματα που έπρεπε να καταλάβουμε. Θυμάμαι ακόμα να βγαίνω από το σινεμά φορτωμένη εντυπώσεις κι απορίες και στόχους για τη σκέψη, κι εκείνο το αίσθημα της αδυναμίας που ζούσαμε στη χούντα να έχει πυκνώσει και ταυτόχρονα ταρακουνηθεί. Η Αναπαράσταση, τι τέλεια φτιαγμένη ταινία. Ύστερα ο Θίασος, ένας θρίαμβος της ελευθερίας μόνο να τον βλέπεις, η ελληνική τραγωδία ζητούσε τη θέση της επιτέλους. Τέρμα η χαζοχαρούμενη λήθη. Ζητούσε τη θέση της και την κατακτούσε. Στη Γαλλία μαγεύτηκαν άπαξ δια παντός με το σκηνοθέτη. Τα δυο χρόνια που έμεινα στο Παρίσι προβλήθηκαν τα πάντα γύρω απ’ αυτόν.
Στις επόμενες ταινίες του δεν ξαναβρήκα αυτή την συγκλονιστική συγκίνηση. Υπήρχαν στιγμές που ξεχώριζαν, αλλά το όλο πράγμα μου ξέφευγε. Στο τέλος δεν πήγαινα πια να τις δω,  με ξάφνιασε ο εαυτός μου, γιατί να με πιάσει τέτοιο παράπονο τώρα; Είναι ο θάνατος απαράδεκτος ούτως ή άλλως. Δεν ήταν και γέρος να πεθάνει έτσι ξαφνικά, ταινία γύριζε. Τον παρέσυρε μοτοσικλέτα, όπως ένα σωρό πεζούς στην πόλη των οχημάτων.
Αλλά βέβαια είναι και ένα κομμάτι της νεότητάς μας που χάνεται έτσι ξαφνικά. Η εμμονή στο μάταιο έπος της Αριστεράς, η προσπάθεια να γίνει έπος ένας πόλεμος με τόσο σκοτάδι, να βγουν από τη βία κομμάτια ποίησης, να δικαιωθούν τα  λάθη από τον πόνο των ανθρώπων. Να έχουμε να λέμε ότι δεν ήταν μόνο αγριότητες και λάθη όλ’ αυτά που μας απασχόλησαν, υπήρχαν οι καλλιτέχνες που μας έπαιρναν από το χέρι να μας δείξουν την ανθρώπινη αδυναμία στις ιστορικές εκφάνσεις, ο Τσίρκας που έγραψε, έλεγε, τις Ακυβέρνητες Πολιτείες για να δικαιώσει το κίνημα του Απρίλη, ο Αγγελόπουλος που βρήκε πτυχές και πτυχές στα τόσα ακατανόητα σούρτα φέρτα του Εμφυλίου.
Δεν φαντάζομαι να τον ξεχάσουν οι Γάλλοι, ανάμεικτα συναισθήματα θα μολύνουν σήμερα το Σηκουάνα, θα δείτε.  
Από το Protagon http://www.protagon.gr/?i=protagon.el.proswpa&id=12064

Αλλαγή διαδρομής

 Νέα από τη νέα διαδρομή για Λαύριο που είπα να δοκιμάσω η άμυαλη.  Όταν φτάσεις με το καλό στο Κορωπι και ψάχνεις να βρεις από πού να πας γ...