Σάββατο 4 Δεκεμβρίου 2010

"Οι ναυαγοί της τρελής ελπίδας"

Για το έργο της Μνούσκιν δεν έβρισκα εισιτήρια. Είπα, μια μέρα θα πάω εκεί πριν αρχίσει η παράσταση, μήπως πετύχω επιστροφή. Φαινόταν δύσκολο, πρέπει από το τέρμα του μετρό να πάρεις λεωφορείο για την παλιά Φυσιγγιοθήκη (Καρτουσερί). Επιπλέον, τη μέρα που το αποφάσισα, έπεσα σε μποτιλιάρισμα με το λεωφορείο, δεν πρόλαβα να περάσω απο το σπίτι να αφήσω τα συμπράγκαλα. Κουβαλούσα δυο ογκώδη βιβλία που είχα αγοράσει, μεταξύ άλλων. Κι έτσι φορτωμένη εμφανίστηκα στην πόρτα του θεάτρου την τελευταία στιγμή πριν κλείσει, και πήρα το τελευταίο εισιτήριο που κάποιος είχε επιστρέψει, σε περίοπτη θέση, με την καλύτερη δυνατή ακουστική και θέαση. Τυχερή.
Το έργο ήταν παράξενο, γοητευτικό και περίπλοκο. Ιστορία μέσα σε ιστορία, λογοτεχνία μέσα σε σινεμά, σινεμά μέσα σε θέατρο. Αλλά κυρίως, σοσιαλιστικές ιδέες μέσα στο παρελθόν, σαν ιδέες και σαν πράξη, σαν αυταπάτες και σαν γεγονότα. Όλα μαζί σε περιτύλιγμα κωμωδίας. Οι «Ναυαγοί της τρελής ελπίδας». Γραμμένο από την Ελέν Σιξούς πάνω στο βιβλίο του Βερν,  «Μαγγελανία»
Στη μεγάλη, χορταστική σκηνή του Θεάτρου του Ήλιου, η ιστορία πλέκεται σε τρία επίπεδα. Μια ομάδα πιονέρων κινηματογραφιστών γυρίζει ταινία με πρωτόγονα μέσα, τα οποία έχουν μεγάλη πλάκα βέβαια για μας, με σενάριο βασισμένο σε αυτό το βιβλίο του Βερν. Το γύρισμα γίνεται λίγο πριν ξεσπάσει ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος. Και οι κινηματογραφιστές είναι σοσιαλιστές, θέλουν να περάσουν μήνυμα μέσα από το έργο τους. Κάνουν τα γυρίσματα και τους τρώει η αγωνία, τι θα γίνει; Θα καταφέρουν οι σοσιαλιστές να ξεπεράσουν τις εντάσεις; Θα κερδίσει η χιονοστιβάδα προσβολών και ευθιξιών που οδηγεί στον πόλεμο; Και οι πασιφιστές, ο Ζωρές, τι θα κάνει; Δίνει πολιτικές μάχες χρόνια ολόκληρα κατά του πολέμου, κατά της υποχρεωτικής στράτευσης, προσπαθεί να οργανώσει τους εργάτες, να τους ενώσει με στόχο την ειρήνη και τη βελτίωση της ζωής τους. Θα τα καταφέρει;
Υπάρχει κάποια αισιοδοξία, τα συνδικάτα κέρδισαν πολλά πράγματα τα τελευταία χρόνια, ο πόλεμος τέλειωσε στα Βαλκάνια, οι άνθρωποι ελπίζανε ότι ήρθε η στιγμή οι λαοί να επωφεληθούν απο την τεχνολογία, να χειραφετηθούν απο τις ηγεσίες που ξεκινούσαν πολέμους για δικές τους ευθιξίες και φιλοδοξίες.
αφίσα στο φουαγιέ

Τη συνέχεια την ξέρουμε εμείς οι θεατές. Τον Ζωρές τον δολοφόνησε το 1914 ένας εθνικιστής νεαρός και ο πόλεμος ξεκίνησε εκείνη την ίδια χρονιά, μετά την άλλη δολοφονία, του αυστριακού διαδόχου στο Σεράγεβο. Οι πασιφιστές θα μείνουν μια εξευτελισμένη μειοψηφία που θα σηκώνουν την ύβρι των επιλογών τους, και θα τους αποκαλούσαν προδότες ένθεν και ένθεν οι εμπόλεμοι, επι χρόνια.  Ο πόλεμος, αναπόφευκτος, σάρωσε τα νιάτα των ευρωπαίων της εποχής εκείνης, με τρόπο που δεν είχε ξαναγίνει και που δεν ξανάγινε, για την  δυτική Ευρώπη τουλάχιστον, ούτε στον Δεύτερο Πόλεμο.
Ο πόλεμος εκείνος ήταν που φύτεψε στις ψυχές των ευρωπαίων την απόφαση να μην ξαναπολεμήσουν μεταξύ τους, και γι αυτό έζησαν τον Δεύτερο Πόλεμο σαν μια ιδιαίτερα οδυνηρή παρένθεση στην απόφασή τους. (Εδώ στην Ελλάδα  λέγανε «πουρκουάδες» τους γάλλους, μάλλον επειδή δεν είχε συμμετάσχει η Ελλάδα αρκετά στον Πρώτο πόλεμο, και δεν ήξεραν τι τίμημα είχαν πληρώσει οι υπόλοιποι ευρωπαίοι)

Διάλειμμα στο φουαγιέ

Γύριζε λοιπόν στη μεγάλη σκηνή η μανιβέλα της πρωτόγονης μηχανής λήψης, έστηναν οι ηθοποιοί τις σκηνές του Βερν, σκάγαμε στα γέλια εμείς το κοινό με τους βοηθούς που ταρακουνούσαν την άκρη από τα κασκόλ για να φαίνεται  ότι φυσάει, και τα κόσκινα που άδειαζαν το ψεύτικο χιόνι, κι ο πόλεμος πλησίαζε. Στην τελευταία σκηνή οι εναπομείναντες ναυαγοί έφευγαν σε πιο απομονωμένα μέρη, κατά την προσφιλή μέθοδο του Βερν, για να ζήσουν αμόλυντοι από την εισβολή των εκμεταλλευτών, κι εμείς ξέραμε ότι στην πραγματική ευρωπαϊκή ιστορία δεν υπήρξε διαφυγή, όλος ο κόσμος πέρασε από τις μυλόπετρες του Πολέμου. Αλλά βγήκαμε έξω με χαμόγελο, γιατί το έργο μας είχε γεμίσει τρυφερότητα για τις ουτοπίες των παππούδων μας, ή μάλλον των προπαππούδων, για τους σοσιαλιστές που είχαν νικηθεί παντοιοτρόπως αλλά όχι οριστικά και όχι εντελώς, για τους καλλιτέχνες και επιστήμονες που είχαν πάντα τις ιδέες ότι ο κόσμος αλλάζει μέσα από την τέχνη και με την επιστήμη.
Και για την αλήθεια όλων αυτών φυσικά. Γιατί έχουν δίκιο, όντως ο κόσμος αλλάζει με την τέχνη και την επιστήμη. Όπως είχαμε όλοι μας αλλάξει, πλουτίσει και γλυκάνει καθώς τρέχαμε με την ψυχή ζεσταμένη από το κόκκινο γλυκό κρασί του θεάτρου να προλάβουμε το τελευταίο μετρό.
Το βιβλίο για τον Βερν που είχα μεταφράσει το 2005
Στο φουαγιέ πουλούσαν και το βιβλίο του Βερν, τη "Μαγγελανία". Με βάση το βιβλίο αυτό, ο γιος του Ιουλίου Βερν, ο Μισέλ, έγραψε το πολύ πιο σοσιαλιστικό δικό του, τους "Ναυαγούς του Ιωνάθαν", όταν ο πατέρας του πέθανε, και το παρέδωσε να εκδοθεί με το όνομα Ιούλιος Βερν. Οι ναυαγοί πέρασαν απο διάφορα πολιτικά στάδια για να ανακαλύψουν ότι κανένα δόγμα δεν μπορεί να καλύψει τέλεια τις ανθρώπινες ανάγκες, και κάθε ιδεολογία όταν εφαρμόζεται παράγει ό,τι ακριβώς θέλει να αποκλείσει. Ήταν μια ιστορία με ξεκάθαρο πολιτικό μήνυμα, και θεωρούνταν το πιο πολιτικό βιβλίο του Ιουλίου Βερν. Πολύ αργότερα, πριν λίγες δεκαετίες δηλαδή, ανακάλυψαν οι ερευνητές τη λαθροπροσωπία αυτή, σε όλα σχεδόν τα βιβλία που παρέδωσε ο γιος μετά το θάνατο του πατέρα.
Κατά κάποιο τρόπο η Ελέν Σιξούς κάνει ό,τι και ο γιος του Βερν. Παίρνει ένα βιβλίο του και το αλλάζει κατά βούληση. Αντί για μια πολιτική ουτοπία, όπως είχε γράψει ο υιός Βερν, εκείνη γράφει αυτή το χρονικό της αρχής του 20ου αιώνα, μέσα απο τις περιπέτεις των πρωτοπόρων του σινεμά. Οι "Ναυαγοί του Ιωνάθαν" γίνονται "Ναυαγοί της τρελής ελπίδας".
Είχα μεταφράσει στα ελληνικά πριν μερικά χρόνια το βιβλίο του Λυσιάν Μπογιά "Τα παράδοξα του μύθου Ιούλιος Βερν" , που αναφερόταν εκτενώς στις οικογενειακές και αρκετά ψυχαναλυτικές αυτές περιπέτειες, τη σχέση του πατέρα Βερν με το γιο. Αλλά δεν έχω διαβάσει κανένα απο τα δυο βιβλία, ούτε τη "Μαγγελανία", ούτε τους "ναυαγούς του Ιωνάθαν". Οι ουτοπίες είναι πιο χαριτωμένες και συγκινητικές μέσα απο φίλτρα σαν αυτά  της παράστασης.
Αργότερα βρήκα αυτό το τραγούδι του Μπρελ για την εποχή εκείνη, με σχετικές φωτογραφίες, και το αναπάντητο ερώτημα (αν και όχι τόσο αναπάντητο τελικά) "Γιατί σκότωσαν τον Ζωρές;"
 

To λινκ για τον ιστότοπο του Theatre du Soleil:

Πέμπτη 2 Δεκεμβρίου 2010

Μια σπίθα ανυπακοής

Παριζιάνικη ουρά μπροστά σε μαγαζί ειδών ραπτικής
Επιστρέφοντας από το Παρίσι, μπήκα στο Ντιούτι φρη του αεροδρομίου να αγοράσω μια κρέμα για τη μητέρα μου, όπως κάνω όταν γυρίζω από ταξίδι. Στο ταμείο δεν είχε ουρά, μόνο μια κοπέλα πλήρωνε τις αγορές της. Στάθηκα πίσω της αφήνοντας κενό μισό μέτρο ανάμεσα μας, και σε λίγα δευτερόλεπτα κάποιος με έσπρωξε αρκετά έντονα, να πάω μπροστά, να μην έχει κενό η ουρά. Ποια ουρά, τρία άτομα είχαμε γίνει με αυτόν. Δεν πρόλαβα να αντιδράσω, πήγα μπροστά, κάλυψα τη μισή απόσταση, κι ύστερα σταμάτησα αποφασιστικά. Γιατί έπρεπε να υποχωρώ σε κάποιον αγενή που σπρώχνει χωρίς λόγο; Ήταν ένας τεράστιος άνθρωπος, με πέρναγε ένα κεφάλι και δυο ώμους, κι ήταν Έλληνας. Οι Έλληνες, είναι γνωστό παγκοσμίως, δεν ανέχονται τις ουρές. Θα σπρώξουν, να μπουν από πλάι, θα βρίσουν, αλλά να περιμένουν αποκλείεται, θεωρούν ότι προσβάλλεται η  αξιοπρέπεια τους. Καθώς επέμενε να με πιέζει να σπρώξω κι εγώ την μπροστινή μου, που πλήρωνε στο ταμείο, με έπιασε το πείσμα. Όχι ρε φίλε, δεν πάω άλλο μπροστά. Θα περιμένεις, κι ας πιέζεις. Θα αντισταθώ. Πώς λέει και ο Μίκης; Ανυπακοή! Χα χα, αυτός άλλη ανυπακοή θέλει, εγώ αυτήν θα κάνω. Δεν θα προχωρήσω ρούπι. Σπρώχνε όσο θες. Με υποδέχεσαι εκ μέρους της πατρίδας, όπου όλα θα είναι πιο δύσκολα, να μην ξεχνιόμαστε. Ναι, στην Ελλάδα θα δίνουμε ξανά τις μάχες μας για τα αυτονόητα και θα τις χάνουμε συνήθως. Αυτό που θεωρούν λογικό οι ξενέρωτοι της Ευρώπης, να περιμένεις σε μια ουρά τη σειρά σου, να μη σπρώχνεις τους πιο κοντούς και μικρόσωμους μπροστά σου, εμείς το θέτουμε σε αμφισβήτηση καθημερινά. Εμείς ομνύουμε στο νόμο της ζούγκλας, ναι, γιατί η μαμά σου σε έκανε έτσι τεράστιο αν όχι για να σαρώνεις στο πέρασμα σου μερικούς πολιτισμένους και εκφυλισμένους;
Ανυπακοή σε πλακάκια: η Γαλλική Επανάσταση στο σταθμό της Βαστίλης
Ε λοιπόν φίλε μου, δεν θα σου περάσει. Για τριάντα δευτερόλεπτα ακόμα θα τους σεβαστείς τους κανόνες της γηραιάς Φραγκίας, γιατί ακόμα κι αν με ρίξεις κάτω από την πίεση, πιο μπροστά δεν πάω. Κι αλήθεια, τι δυσάρεστο πράγμα ήταν αυτό, η καμπαρντίνα του σχεδόν με είχε τυλίξει, κανονικά η γυναίκα του, που του διάλεγε τα υπόλοιπα ψώνια λίγο πιο πέρα, θα έπρεπε να κάνει σκηνή ζήλειας.  Ωστόσο αισθάνομαι κι εγώ το πατριωτικό καμάρι ότι δεν υποχώρησα στην καταπίεση του πατριώτη, έμεινα βράχος υπό πίεση μέχρι που τέλειωσε επιτέλους η μπροστινή, και προχώρησα κανονικά να πληρώσω κι εγώ, ακούγοντας τον από πίσω απτόητη να αγκομαχά από ανυπομονησία. Κι όταν τέλειωσα και γύρισα κι είδα τα ξινισμένα μούτρα του, έδωσα επιπλέον πατριωτικά συγχαρητήρια στον εαυτό μου.

Παρασκευή 26 Νοεμβρίου 2010

Παριζιάνικα όνειρα

Για χρόνια έβλεπα τακτικά στον ύπνο μου ότι βρίσκομαι στο Παρίσι αλλά κατά κάποιο καταθλιπτικό τρόπο δεν μπορoύσα να το διαπιστώσω. Έψαχνα με αγωνία τον πύργο του Άιφελ, προσπαθούσα κάνοντας μια βόλτα στο ποτάμι να τον δω απο μακριά, αλλά όλο χανόμουν σε μέρη που δεν ήξερα, με παράσερναν πράγματα ελληνικά, κάτι βουνά από χώματα, μετανάστες έλληνες, παράξενα όντα των ονείρων.
Ξυπνούσα με άγχος και πονεμένα μέλη. Να έκανα ένα ταξιδάκι, σκεφτόμουν, προσπαθώντας να μη δίνω πολύ σημασία, σα να μην είναι κάτι εξαιρετικό το Παρίσι, σα να ήταν εύκολα τα ταξίδια, να μη χαλάω την οικειότητα. Το ταξίδι δεν γινόταν, και σε λίγες μέρες έβλεπα ξανά το ίδιο όνειρο, ή κάτι παρόμοιο. Ότι ήθελα να κάνω μια βόλτα τουριστική στο Παρίσι βρε αδερφέ, αλλά τίποτε...
Μα τι έχω με το Παρίσι; Έμεινα εκεί δυο χρόνια βέβαια, αλλά άλλοι έχουν μείνει περισσότερο. Δικαιούμαι να νιώθω τόσο οικεία με δυο χρόνια παραμονή; Δικαιούμαι να το νοσταλγώ τόσο πολύ και να το ονειρεύομαι; Και τι νόημα έχει να νοσταλγεί κανείς κάτι τόσο κοινό, πασίγνωστο, κάτι που θεωρείται σπουδαίο από όλον τον κόσμο;
Τα όνειρά σου μην τα λες, γιατί η ερμηνεία, ειδικά για τον πύργο του Άιφελ, μπορεί να είναι απλώς ένα φαλικό σύμβολο, και να κατρακυλήσεις στη μεγαλύτερη κοινοτοπία. Το σκέφτομαι φωτογραφίζοντας τον νύχτα, κάνοντας ξύπνια τώρα την περίφημη βόλτα και προσπαθώντας να θεραπεύσω τους καημούς των ονείρων, έστω κι αν δεν τα βλέπω πια. Μοιάζει επίσης με κεφαλαίο Α. Γραφή, ή απλώς Άννα, το όνομά μου, απο σύμβολα σου βρίσκω όσα θες. Μοιάζει επίσης με γέφυρα, κάτι που ακουμπά στις όχθες και ανυψώνεται.
Πηγαίνω στο Σηκουάνα.  Κι αυτός με δυσκόλευε στα πράξενα εκείνα όνειρα. La Seine. Από το Sequana, το παλιό λατινικό του όνομα. Το κρατάμε, ας μην παραδεχόμαστε ότι κάτι κερδίσαμεαπο τους Ρωμαίους.
Περπατώ δίπλα, περνάω τις γέφυρες, πάρε τη δόση σου, λέω στον κατασκευαστή των εικόνων. Αλλά ξέρω ότι δεν ακούει, δεν χρειάζεται πια εικόνες τέτοιες το υποσυνείδητο, μαζεύει μόνο του όποιες εκείνο διαλέγει, δεν πα να του δίνεις τις καλύτερες που υπάρχουν εσύ.
Οπότε πρειορίζομαι στο συνειδητό. Περπατώ για να ξεπλύνω τα μάτια μου στις ομορφιές της πόλης, να έχει απόθεμα ο αμφιβληστροειδής. Φωτογραφίζω τους ανθρώπους όσο μπορώ, με φόντο τα μνημεία και τα κτίρια. Είμαι μόνη μου ξανά εδώ, όπως όταν ήμουνα φοιτήτρια. Φοιτούσα κυρίως στους δρόμους, εντρυφούσα. Τώρα κάνω επανάληψη της βασικής ύλης για την απαραίτητη δια΄βίου μάθηση.
 Μπαίνω σε παρκάκια. Κάνει κρύο, κάθομαι λίγο και φεύγω ξανά. Μπαίνω σε μαγαζιά. Μπαίνω επίσης σε μουσεία που δεν είχα δει, ας πούμε το Μουσείο Γκιμέ, Ανατολικής Τέχνης. Πιο πολλά μουσεία είδα όταν ήρθαμε με τα παιδιά μου εδώ, παρά όταν έμεινα για δυο χρόνια.
Έδειξα το Παρίσι στα παιδιά, όπως θεωρώ ότι εμένα μου το προσέφερε ο πατέρας μου απο μικρή ηλικία, κι ας το επισκεφτήκαμε μόνο όταν ήμουν 14 για τρεις μέρες. Αυτή είναι η περιουσία μου, οι πόλεις που προσπάθησα να τα μάθω να εξερευνούν, να ανακαλύπτουν, να αισθάνονται ότι τις δικαιούνται. Είναι μια καλή κληρονομιά πιστεύω, ένα περιουσιακό στοιχείο με επενδυτικές δυνατότητες.
Και τι ήταν τελικά εκείνο που αναζητούσα στα όνειρά μου; Το Παρίσι μου έλειπε ως Παρίσι απλώς, μια πόλη που σε κάνει να νιώθεις ελεύθερη και ωραία. Προσπαθείς να είσαι ωραία, γιατί εδώ όλες είναι ωραίες. Το επίπεδο εμφάνισης των γυναικών είναι πολύ ψηλότερο απο της Νέας Υόρκης και του Λονδίνου, μπορώ να πω τώρα που πήγα και στα δυο. Και ναι, νομίζω ότι ακόμα και στην Ιταλία οι γυναίκες δεν καταφέρνουν να είναι ωραιότερες.
Μπορεί να μην είναι πια της μόδας το Παρίσι, αλλά η εξέλιξη του είδους προς το πιο ωραίο, φινετσάτο και κομψό συνεχίζεται με επιμέλεια απο τις Παριζιάνες, έστω και ερήμην των βλεμάτων της υφηλίου. Καμία σχέση με τις κραυγαλέες και χαριτωμένα -κατά τη γνώμη μου- κακόγουστες Αγγλίδες, ή με τις εκ πεποιθήσεως άχαρες Αμερικάνες. Οι Παριζιάνες καλλιεργούν την εμφάνιση τους σαν επίμονες κηπουροί, και προσφέρουν τον καρπό των κόπων τους σε όσους μπαίνουν στον κόπο να σηκώσουν τα μάτια προς το μέρος τους.
Κι εγώ που στην Αθήνα είμαι κάπως εμφανίσιμη και θεωρούμαι φροντισμένη, εδώ, όπως και πριν τριάντα χρόνια, μοιάζω βλαχαδερό που ντύθηκε απο τα φιλανθρωπικά σωματεία. Δεν πειράζει κορίτσια, χαλάλι σας.
Ελευθερία ονειρευόμουνα η πολύτεκνη, η πελαγωμένη εργαζόμενη, η βουτηγμένη στις ενοχές που δεν τα προλάβαινα όλα, και δουλειά και μωρά, που άφησα την καριέρα μου να κάνει βουτιά, που με τα παιδιά παράβαινα τις αρχές μου κάθε μέρα. Κυλούσαν μέσα σε τρέλα οι μέρες και οι νύχτες, ένιωθα ότι με αποβλακώνει το τρέξιμο και η καθημερινότητα, έφριττα με την γαϊδουριά των δρόμων, στέναζα με την πίεση στις δουλειές, και τις νύχτες ονειρευόμουνα το Παρίσι, ελεύθερη κι ωραία, μάλλον κυνηγούσα το Παρίσι, την ελευθερία και την ομορφιά, τα νιάτα μου και την άγνοια που είχα τότε για το μέλλον. Κάτι τόσο απλό μάλλον θα ήταν.
Θα βλέπει κι αυτή στον ύπνο της το Παρίσι οσονούπω
Κάνει κρύο. Πέρασαν χρόνια απο την τελευταία φορά που είχαμε έρθει. Ήταν με τα παιδιά πάλι. Τα παιδιά ήταν ακόμα παιδιά, και είχαμε ανέβει με τα πόδια στον πύργο του Άιφελ. Καλή άσκηση για να σταματήσει τα όνειρα.
Τώρα τα παιδιά είναι μεγάλα πια, δεν ταξιδεύουμε παρέα, κι η βόλτα εδώ δεν εξοφλεί περασμένα όνειρα, όσο κι αν η πόλη αυτή δεν αλλάζει. Αλλάζουμε εμείς, μαθαίνουμε ότι ο χρόνος δεν ξεγελιέται, συμβιβαζόμαστε, αλλά εν μέρει. Κάθε ταξίδι γίνεται χρονομηχανή, κάθε εικόνα είναι παλιά που ξαναζεί, ίσως εκεί στις μυστηριώδεις συναντήσεις τους να κερδίζουμε ένα κύτταρο ζωής ακόμα, να παραγόμαστε σε μια παράλληλη διάσταση, να βάζουμε ένα μακρινό Γαλαξία να χορεύει.

Πέμπτη 11 Νοεμβρίου 2010

Κάστανα στην Ομόνοια

Οταν µε τον πατέρα µου έβγαινα βόλτα στην Αθήνα, η πόλη ήταν γεµάτη θαύµατα. Μου έδειχνε µαγαζιά και µνηµεία, ήξερε ιστορίες για διάφορες γωνιές, εκτιµούσε, παρουσίαζε, πλασάριζε την πόλη στα παιδικά µου µάτια. Πού υπήρχαν τα καλύτερα σουβλάκια, οι καλύτερες τυρόπιτες, τα παριζιάνικα αρώµατα, τα βιβλιοπωλεία και τα καφενεία. Με υποχρέωσε από νήπιο να ξεχωρίζω τη Βιβλιοθήκη, το Πανεπιστήµιο και την Ακαδηµία. Συνήθιζε να γυρίζει σπίτι από το γραφείο κουβαλώντας στο δίχτυ για τα ψώνια διάφορα θαυµάσια πράγµατα από τα κεντρικά µπακάλικα, που η µαµά µου τα κοίταζε όλα στην αρχή µε µισό µάτι.
 Εκείνη αντίθετα ήταν πάντα αγχωµένη στις εξόδους. ∆εν εµπιστευόταν τα πρόχειρα φαγητά έξω. Βιαζόταν πάντα, εργαζόµενη γυναίκα γαρ, να γυρίσουµε σπιτάκι µας, να ξεκουραστεί. ∆εν ζητούσε ποτέ να ξεχωρίσω την Ακαδηµία κ.λπ. ∆εν υπήρχε περίπτωση να προτείνει γεύµα µε τα καλύτερα σουβλάκια, τυρόπιτες, οτιδήποτε στον δρόµο. Hξερα ότι θα πηγαίναµε τρέχοντας στη δουλειά µας και τρέχοντας θα γυρίζαµε. ∆εν χαζεύαµε, δεν χασοµερούσαµε, κουβεντιάζαµε ξεκινώντας από αρνητικά σχόλια για τον θόρυβο και το καυσαέριο.
 Μια φορά µόνο, περνώντας απ’ την Οµόνοια, ίσως να την είχα ζαλίσει ζητώντας διάφορα, ξαφνικά ρώτησε: «Μήπως θέλεις κάστανα;». Είπα ναι. Ακόµα θυµάµαι την ευτυχία που µε πληµµύρισε γι’ αυτήν τη µικρή επανάσταση στις συνήθειές της. Την υποχώρηση στο φαγητό του δρόµου, εναντίον του οποίου έκανε συνήθως κηρύγµατα. Εφαγα τα νοστιµότερα κάστανα της ζωής µου. Εκείνη την ηµέρα η µαµά µου έσπασε ένα είδος αποχής, κατά κάποιον τρόπο. 
Αλλά βέβαια θέλει προσοχή. Αν υποχωρήσεις στα κάστανα µπορεί µετά να σου αρέσουν τα κουλούρια, ύστερα οι τυρόπιτες, τα σουβλάκια, να φτάσεις ώς τα ποπ κορν του σινεµά. Να φτάσεις ακόµα και να απολαµβάνεις τις βόλτες. Οπως συνέβη στη µαµά µου.

Δευτέρα 8 Νοεμβρίου 2010

Δυο βόλτες στην Αθήνα

Παραμονή των δημοτικών εκλογών κατάφερα να βρω παρέα για να πάω στην Κοτζιά, όπου οι Ατενίστας οργάνωσαν μια βραδυά φωτισμού της πόλης στο κέντρο της, εκεί που έχει γίνει το άβατο τα τελευταία χρόνια. Πήρα μαζί και τα κεράκια, τα κουβάλησε ο καλός μου φίλος και γείτονας, μια τσάντα με ρεσώ όπως έλεγαν οι οδηγίες. Τα ανάψαμε και μείναμε κάμποση ώρα εκεί, συναντήσαμε λίγους γνωστούς, καθίσαμε λίγο στο καφενείο δίπλα, γυρίσαμε με τα πόδια. Την αίσθηση ενός χώρου που σου δίνει τη δυνατότητα να απολαύσεις τη συντροφιά σου είχα να τη νιώσω απο το Παρίσι, μια φορά που περπατούσαμε δέκα άτομα μαζί σε ένα πεζοδρόμιο πιασμένα χέρι -χέρι.
Δεν αφήνω τις ελπίδες πια να εμφιλοχωρήσουν εύκολα στην ψυχή μου, αλλά όσο ζει κανείς ελπίζει, και απλώς ονειρεύτηκα ότι ένα ακόμα βράδυ θα μπορέσω να σταθώ έτσι σε μια πλατεία και να συναντώ γνωστούς και αγνώστους που επιθυμούν το ίδιο με μένα: δημόσιο χώρο ελεύθερο, ίσως και ωραίο. Συνήθως νιώθω ολομόναχη όταν περπατώ στην Αθήνα ανάμεσα σε βιαστικό κόσμο. Να που καμιά φορά αισθάνεται κανείς ότι συναντά ανθρώπους στην έρημο, που έχουν και νερό μαζί τους.
Την άλλη μέρα, αφού ψηφίσαμε, πήγαμε βόλτα στο πάρκο, δηλαδή στο Πεδίο του Άρεως.

Έχουν φτιάξει και την αλέα με τους ήρωες, ένα παρτέρι στη μέση και στο τοιχάκι του επάνω ξύλινα καθίσματα. Θεούλη μου, για μας τους περιφρονημένους Κυψελιώτες είναι αυτά; Να βάλουμε τους κώλους μας επάνω, ή θα τιναχτούν τα καδρόνια απο αγανάχτηση να μας τιμωρήσουν;

Τρίτη 2 Νοεμβρίου 2010

Μάθημα Οικοκυρικών

Κάποιος σχολιαστής ανέφερε απαξιωτικά το µάθηµα Οικοκυρικών στα γυµνάσια, κι αναρωτήθηκα αν υπάρχει ακόµα. Νοµίζω έχει καταργηθεί από δεκαετίες. Αλλά η αναφορά µού θύµισε της εποχής µου το µάθηµα Οικοκυρικών, που δεν ήταν προαιρετικό βέβαια τότε. Ηταν απλώς από τα µαθήµατα - χαβαλέ, που θεωρούσαµε ότι έπρεπε να συνοδεύουµε µε χοντρή καζούρα στις καθηγήτριες. Δεν µπήκε µια φορά η γυναίκα στην τάξη και να της κάνουµε τη ζωή εύκολη. Εκείνη ωστόσο συνέχιζε την παράδοσή της, δεν κατέθετε τα όπλα, όσο κι αν γελούσαµε και κοροϊδεύαµε.

 Κι έτσι, στο περιφρονηµένο αυτό µάθηµα εγώ τουλάχιστον έµαθα πράγµατα που δεν θα ήξερα µε άλλο τρόπο. Εµαθα, ας πούµε, πλέξιµο, αυτή τη µαγική διαδικασία που µου χάρισε ικανοποίηση πολλές φορές στα επόµενα χρόνια, βασικές αρχές της µαγειρικής που η µαµά µου δεν υπήρχε περίπτωση να µου δείξει, καθώς τότε δούλευε και γενικά αντιπαθούσε τις δουλειές στο σπίτι, έµαθα ράψιµο και πώς να βάζεις σωστά τα µαχαιροπίρουνα στο τραπέζι, πώς να συστήνεις τους ανθρώπους, πότε να σηκώνεσαι όταν σε χαιρετάνε, κι όλα αυτά σε µια χρονιά, µε µια ώρα διδασκαλία την εβδοµάδα.
Αντίθετα στη γυµναστική, που κάναµε έξι χρόνια και δυο ή τρεις φορές την εβδοµάδα, δεν έµαθα τίποτε γιατί οι γυµνάστριες δίδασκαν µόνο όσες µαθήτριες ήξεραν ήδη, πράγµα που συµβαίνει ακόµα και τώρα, σε περισσότερα µαθήµατα από όσα φαντάζεστε.
Αν τα γράφω αυτά δεν είναι για να υποστηρίξω ότι πρέπει να ξαναµπούν τα Οικοκυρικά στο γυµνάσιο.
Απλώς, όταν µε ρωτάνε πού έµαθα να πλέκω και λέω «στο σχολείο» δεν µε πιστεύει κανείς. Καταθέτω δηµόσια λοιπόν την ευγνωµοσύνη µου στην καθηγήτρια που ελπίζω ότι δεν βασάνισα πολύ. Δεν µου άρεσαν οι οµαδικές επιθετικότητες, αλλά κι ένα ευχαριστώ ποτέ δεν της είπα.

 https://www.tanea.gr/2010/11/02/opinions/analwsima-to-athi-a-oikokyrikwn/

Τετάρτη 27 Οκτωβρίου 2010

To μυστήριο της Αιγύπτου


Πάσχα 1942, δεκαήμερη άδεια, εκδρομή στις Πυραμίδες

Η ανάμνηση του πολέμου ήταν ζωηρή όταν ήμασταν παιδιά εμείς που γεννηθήκαμε στη δεκαετία του ’50. Κάθε 28η Οκτωβρίου, το μεσημέρι μετά το φαγητό, ο πατέρας μου μας διηγόταν την προσωπική του εμπλοκή στον πόλεμο. Μέναμε καθισμένοι στο τραπέζι και μας μίλαγε, έπαιζαν τα χέρια του μηχανικά με τη φρουτιέρα, κι η μαμά την κοίταζε καθώς τη χόρευε στο τραπεζομάντιλο επάνω, μήπως τη σπάει. Δεν έσπασε η φρουτιέρα, ακόμα υπάρχει, κι όταν τη βλέπω στο πατρικό μου θυμάμαι τον πατέρα μου κι εκείνες τις διηγήσεις.
Ήταν έφεδρος αξιωματικός. Τον είχαν πρώτα στείλει στα βόρεια σύνορα, κι όταν κατέρρευσε το μέτωπο είχε φύγει μέσω Τουρκίας για την Αίγυπτο να καταταγεί στις ελληνικές ταξιαρχίες που συνέχιζαν να πολεμούν εκεί μαζί με τους εγγλέζους. Οι ταξιαρχίες αυτές είχαν πάρει μέρος στη μάχη του Ελ Αλαμέιν, αλλά ο πατέρας μου δεν επέμενε στις περιγραφές εκείνης της μάχης, ούτε και καμιάς άλλης μάχης. Κατά βάθος ήταν καλλιτέχνης, για να αγκιστρώνει λοιπόν την προσοχή μας διηγόταν κάποια περιστατικά και λεπτομέρειες που μας έμεναν στο μυαλό. Από το Ελ Αλαμέιν ας πούμε θυμάμαι μόνο τα μακαρόνια που έτρωγαν και είχαν μέσα άμμο της ερήμου, την οποία κρατσάνιζαν υποχρεωτικά.
Για να πάμε πιο πίσω, από την αναχώρησή του στις 28 Οκτωβρίου, με τα πρώτα τρένα, θυμάμαι τη βιασύνη του να πάει να πολεμήσει. Γιατί βιαζόταν τόσο πολύ; Η μεγάλη του αδερφή που ήταν παντρεμένη κι είχε τρία παιδιά, του έλεγε ότι μπορούσε να περιμένει μια μέρα. Εκείνος όμως δεν κρατιόταν. Επέμενε να φύγει την πρώτη μέρα, τρελός από ενθουσιασμό, ‘επειδή πήγαινα να πολεμήσω το φασισμό’ μας έλεγε, κι εμείς το θεωρούσαμε απολύτως φυσικό. Κι αφού δεν μπορούσε να τον πείσει, κι αφού επέμενε να ταξιδέψει όρθιος και στριμωγμένος, του γλίστρησε μια λίρα στην τσέπη καθώς τον αποχαιρετούσε στο σταθμό.
υλικό προς παράδοσιν ή προς καταστροφή
Λίρα, εικοσάρικο, δεν θυμάμαι πια. Δεν ζουν κανένας από τους δυο τους για να το διευκρινίσω. Και τι αξία είχαν τότε τα εικοσάρικα κι οι λίρες; Ιδέα δεν έχω. Όμως νιώθω το νόμισμα να πέφτει στον πάτο της τσέπης, στο χοντρό στρατιωτικό ύφασμα, σα μικρό φυλακτό, νιώθω το ελαφρύ του βάρος να ακολουθεί το νεαρό έφεδρο σε κείνο το μακρύ ταξίδι. Θυμάμαι αυτό το χέρι, της μεγάλης αδερφής που χαϊδεύει το σακάκι του μικρού της αδερφού καθώς φεύγει για το μέτωπο.
Μεγαλώνοντας λίγο άρχισα να απορώ. Όταν έμαθα λεπτομέρειες για το καθεστώς του Μεταξά ας πούμε. Εκείνο το ‘πήγαινα να πολεμήσω το φασισμό’ με μπέρδευε. Μα γιατί δεν τον πολεμούσατε εδώ το φασισμό, σκεφτόμουνα, αλλά δεν έβρισκα ευκαιρία να το διατυπώσω. Ακόμα το σκέφτομαι, κι ο πατέρας μου είναι εικοσιδύο χρόνια που έχει πεθάνει. Σε κάθε φάση της ζωής μου βρίσκω κι άλλη απάντηση. Τώρα ας πούμε, που βλέπω το φασισμό τόσο ζωντανό και απειλητικό εδώ πέρα, καταλαβαίνω ότι είναι πιο εύκολο να τον πολεμάς στα σύνορα από ότι στην ίδια την πόλη σου, κι ακόμα ότι είναι ανακουφιστικό να μπορείς πια να πάρεις θέση. Με τον Άξονα ή με τους Συμμάχους, θα σκέφτονταν πολλοί που έβλεπαν το Μεταξά να μοιάζει με τους φασίστες πολύ περισσότερο από ότι με τα δημοκρατικά καθεστώτα, κι ίσως υπήρχαν αμφιβολίες ως προς τη στάση του. Με τους Συμμάχους λοιπόν, επιτέλους ήξεραν εκείνη την ημέρα με τίνος το μέρος ήταν, κι ο πατέρας μου ήταν με το μέρος εκείνων που ήθελε. Των δημοκρατικών. Όταν θα κέρδιζαν τον πόλεμο θα ήταν υποχρεωτικό, λογικά, να έχει και η Ελλάδα δημοκρατία. Νικώντας το φασισμό του Μουσολίνι θα νικούσε κάθε φασισμό. Δεν θα μπορούσε μετά να υπάρχει πισωγύρισμα. Συμμαχούσαν εκείνη τη μέρα με τους Άγγλους οριστικά, αλλά και με όλους όσους πολεμούσαν και συγκρούονταν με το φασισμό.Στο παγκόσμιο στρατόπεδο έπαιρναν θέση. Το πράγμα ξεκαθάριζε, γι αυτό έτρεχε χαρούμενος. Γι αυτό έτρεχαν χαρούμενοι.

Κάποτε, πολύ αργότερα από την εποχή εκείνων των επετειακών διηγήσεων, βρήκα το σημειωματάριο του πατέρα μου καταχωνιασμένο κάπου, ένα μικρούτσικο φθαρμένο τετραδιάκι δεμένο με κόκκινο χαρτί. Το κρατούσε όσο ήταν στο οχυρό Λίσε. Βόμβες, όπλα, πολυβόλα, πόλεμος, θέσεις  που κινδυνεύουν, προελάσεις, υποχωρήσεις, όλο για τέτοια έγραφε το ξεθωριασμένο από δεκαετίες μελάνι. Όμως σε μας δεν έλεγε τέτοια. Σε μας έλεγε για το άλογο του. Ήταν στο ιπποκίνητο πυροβολικό. Έλεγε για το φίλο του το Ζώη, που όταν τους ανάγγειλαν την παράδοση της Θεσσαλονίκης είχε βάλει τα κλάματα και του φώναζε πως είναι ψέματα, ψέματα, και τον έσπρωχνε να σταματήσει να μιλάει. Μας έλεγε και για έναν μόνιμο αξιωματικό, που ποζάριζε με το σπαθί στον καθρέφτη ενός δωματίου όπου έμεναν μαζί, όταν πια είχαν νικηθεί οι Έλληνες και οι Γερμανοί είχαν πει ότι θα μπορούσαν ωστόσο να κρατήσουν τη στολή τους. Κοιταζόταν από το πλάι εκείνος ο τύπος κι έλεγε ευχαριστημένος: ‘Μμμ ωραίος θα είμαι με το σπαθάκι μου!’ Μας έλεγε, τέλος, για την απόφαση του να φύγει κρυφά με κείνον το Ζώη, ή κάποιος άλλος ήτανε, δεν θυμάμαι πια. Να φύγουν με τα άλογα για νότια. Είχαν εντολή να παραδώσουν το υλικό, και ‘εγώ δεν παραδίδω’ είπε ο Ζώης. ‘Πάμε να φύγουμε’. Και που έτρεξαν με τα άλογα μέχρι τη θάλασσα, και κάποια στιγμή γλίστρησε το άλογο κι έπεσε στο χιόνι, εκεί κοντά στο Νευροκόπι. Και τότε μια γυναίκα ήρθε και τον βοήθησε, μια γυναίκα με μαντήλι που τον έπιασε από τις μασχάλες και του έλεγε: ‘Μάνουσκα, μάνουσκα..’
Και πιο πολύ απ’ όλα θυμάμαι κι ακόμα ξεσηκώνομαι μέσα μου, εκείνο το όμορφο άλογο που αφού τον  πήγε μέχρι τη θάλασσα, λαχανιασμένο και κουρασμένο, είχε φτάσει η στιγμή να το αφήσει. Και τότε ξαφνικά το άλογο εκείνο ήταν το υλικό που θα έπρεπε να είχε παραδώσει. Αν το άφηνε θα το έπαιρναν οι Γερμανοί, και κλαίγοντας, έβγαλε το πιστόλι και το σκότωσε. Ύστερα μπήκαν οι δυο άντρες σε μια βάρκα και τραβώντας όλη τη νύχτα κουπί, έφτασαν στη Θάσο.
-Μα γιατί το σκότωσες το αλογάκι, ρωτούσαμε κάθε φορά, ο αδερφός μου κι εγώ, κλαίγοντας το κι εμείς τόσα χρόνια αργότερα.
Ισμαηλία1942. Για λεπτομέρειες παραπέμπω στον Τσίρκα
-Σας είπα, θα το έπαιρναν οι Γερμανοί!
-Και τι πείραζε;
Μας εξηγούσε ο μπαμπάς μου ο καημένος τι πείραζε που θα το έπαιρναν οι Γερμανοί, αλλά εμείς κατά βάθος δεν συμφωνήσαμε ποτέ ότι ήταν προτιμότερο να πεθάνει το αλογάκι. Τέτοια γενιά ήμασταν εμείς, πολυτελείας, κι ακόμα και τώρα που έχω ωριμάσει και γερνάω, ακόμα και τώρα δεν έχω πειστεί ότι θα πείραζε τόσο πολύ να είχε ζήσει το αλογάκι, κι ας το είχαν πάρει οι Γερμανοί. 
Από τη Θάσο η αφήγηση δεν είχε θησαυρισμένα επεισόδια, και βιαστικά περνούσαμε στη Μυτιλήνη, όπου είχε συναντήσει τα αδέρφια του τυχαία στο λιμάνι. Ο μεγάλος του αδερφός δεν είχε στρατευτεί λόγω αναπηρίας και μετέφερε μαζί του το αρχείο της Εθνικής Τραπέζης Ξάνθης. Έμεναν στην Ξάνθη τότε εκείνοι. Είχε φύγει για τη Μυτιλήνη μαζί με τη μικρή τους αδερφή την Ολυμπία, την οδοντίατρο. Γινόταν ένας χαμός στο λιμάνι της Μυτιλήνης, έρχονταν, από τα μέρη που έπαιρναν οι Γερμανοί, φαντάροι κι αξιωματικοί για να περάσουν στην Τουρκία, η οποία ήταν τότε ουδέτερη, και να συναντήσουν στην Αίγυπτο τον ελληνικό στρατό, έρχονταν πρόσφυγες σαν τα αδέρφια του πατέρα μου, άνθρωποι που δεν ήξεραν πού να πάνε και τι τους περιμένει. Ειδήσεις δικές του δεν είχαν στην οικογένεια, κι εκείνος δεν ήξερε τι γίνονταν εκείνοι, και ξαφνικά μέσα στον κόσμο τον είδαν να περπατάει και άρχισαν σαν τρελοί να φωνάζουν: ‘Ο Σπύρος μας, ο Σπύρος μας!’
Αυτή τη συνάντηση πιο πολύ μου την είχε περιγράψει η θεία μου η Ολυμπία παρά ο μπαμπάς μου, που ήταν τότε σε πολύ περιπετειώδη κατάσταση για να συγκλονιστεί συναντώντας τα αδέρφια του. Συνέχισε εκείνος προς Τουρκία, κι ύστερα πέρασε στη Χίο κι από κει στην Αίγυπτο,  ενώ οι δυο άμαχοι μαζί με το αρχείο τους πήγαν στην Αθήνα όπου δεν ξέρω τι απέγινε. Το αρχείο εννοώ. Μπορεί να το παρέδωσαν στην Τράπεζα και να κατέληξε στους Γερμανούς, ή να τους είπαν να το κρύψουν. Δεν ενδιαφέρθηκα ποτέ για εκείνο το αρχείο, που δεν είχε ψυχή στο κάτω- κάτω, όπως το άλογο που θυσιάστηκε για να μη γίνει κτήμα του κατακτητή.
Στην Τουρκία ο πατέρας μου έκανε το διερμηνέα, αφού ήξερε τούρκικα λόγω καταγωγής, κι έτσι βοηθώντας τους άλλους πέρασε στη Χίο, όπου συνέβη το πιο αξέχαστο περιστατικό της περιπλάνησης αυτής.
Στη Χίο τον φιλοξένησε κάποιος εφοπλιστής στο σπίτι του. Είχε μια ωραία κόρη, κι όπως ήταν κι ο μπαμπάς μου τότε νέος και γοητευτικός και πολύ ευαίσθητος στο ωραίο φύλο, φλερτάρανε οι δυο τους πολύ ευχάριστα μέχρι την ώρα του ύπνου, ο οποίος μετά από καιρό ήταν πολυτελής: καθαρά, τριζάτα σεντόνια, αφράτα μαξιλάρια κλπ. Το άλλο πρωί ο νεαρός γόης ξύπνησε νωρίς και πήγε για ένα μπανάκι στη θάλασσα. Άφησε τη φανέλα του στα βοτσαλάκια, κολύμπησε, κι όταν γύρισε τι να δει; Ήταν γεμάτη ψείρες η φανέλα. Τότε τις πήρε χαμπάρι τις ψείρες, τότε τις  κατάλαβε. Ζώντας μαζί τους μήνες και μήνες τις είχε πλέον συνηθίσει. Γεμάτος ντροπή, σηκώθηκε κι έφυγε από το μέρος εκείνο, χωρίς να γυρίσει στο πλουσιόσπιτο να πάρει την τσάντα του, να χαιρετήσει την κοπέλα!
-Μα καλά, έτσι έφυγες, χωρίς ένα ‘γεια’;
-Σκέψου τι θα έλεγαν για μένα τη στιγμή που θα έβλεπαν το κρεβάτι όπου είχα κοιμηθεί!
-Μα δεν ήταν χειρότερο να φύγεις έτσι, χωρίς να χαιρετήσεις, να πεις ευχαριστώ για τη φιλοξενία;

Πόση ζέστη θα έκανε για να επιτρέπονται σορτς!
-Εγώ δεν άντεξα να γυρίσω, να τους αντικρίσω...
Πάει, δεν τους καταλαβαίναμε αυτούς τους ανθρώπους. Μυστήριες ευθιξίες. Μυστήριες ιδέες. Ανεξήγητα ήθη και έθιμα…
Πλατεία Αιγύπτου, κάτω από το Πεδίο του Άρεως. Εκεί δίπλα μέναμε και μένουμε. Πλατεία αφιερωμένη στους Έλληνες που πολέμησαν στην Αίγυπτο. Όμως ο μπαμπάς μου δεν ταυτιζόταν με τους ήρωες αυτούς. Κάτι δεν πήγαινε καλά. Καθώς περνούσε στην Αίγυπτο η αφήγηση, καθώς φτάναμε πια υποτίθεται στο κυρίως θέμα μας, το νήμα της μυστηριωδώς χανόταν. 'Την ξέρετε τη συνέχεια, μας έλεγε, πήγα στην ελληνική ταξιαρχία, πολεμήσαμε στο Ελ Αλαμέιν, πληγώθηκε ελαφρά, έμεινα λίγο στο νοσοκομείο, αυτά'. Βέβαια, είχε περάσει η ώρα ενώ μας μιλούσε, σκοτείνιαζε, ο μπαμπάς είχε κουραστεί. 'Μάλλιασε η γλώσσα μου' μας έλεγε, και ακουμπούσε οριστικά τη φρουτιέρα στη θεση της, να πάει για το μεσημεριανό του υπνάκο. Αναγκαστικά το διαλύαμε. Ωστόσο εκείνο το μυστήριο περί της Αιγύπτου δεν έλεγε να διαλυθεί.  Καμία χρονιά, όσο ήμασταν παιδιά, δεν έφτασε η περιγραφή μέχρι τα όσα είχαν συμβεί στην Αίγυπτο.
Του ξέφευγαν ενίοτε, σε άλλες στιγμές, όχι στις επετειακές εκείνες διηγήσεις, διάφορα πικρά λόγια, που έμεναν μετέωρα να τυραννούν το μυαλό μας χωρίς εξήγηση:
‘Μας είχαν βάλει ένα φύλακα θεώρατο που μας απειλούσε με το αυτόματο, ποιους; Εμάς που πήγαμε μόνοι μας να τους βρούμε για να πολεμήσουμε μαζί τους!’
-Ποιοι μπαμπά;
-Ποιοι; Έκανε μια στροφή να φύγει, το μετάνιωνε, γύριζε και μου πετούσε: οι Εγγλέζοι.
-Μα πώς; Αφού ήταν μαζί μας οι Εγγλέζοι.
Δεν καταλάβαινα. Δεν ήθελε να καταλάβω. Μετάνιωνε που μου είχε μιλήσει. Έφευγε, έλεγε κάτι σαν: ‘Άσε, άσε’ και πήγαινε στη δουλειά του. Ήταν πράγματι πολύ περίπλοκο. Καλά, θα μου το εξηγούσε κάποτε.
Μήνες μετά το ξανάφερνε η κουβέντα. Έβγαζε ένα τσιγάρο, το κοιτούσε, χαμογελούσε, κι έλεγε:
-Θα το καπνίσω ολόκληρο. Και θα το ανάψω με σπίρτο!
Με κοιτούσε με νόημα. Χαμογελούσα κι εγώ, ηχώ των λέξεων και των νοημάτων του πιστή κι αφοσιωμένη. Τόσο απολάμβανα την παρουσία του που σπάνια έκανα ερωτήσεις. Μπορεί και να τον κούραζα με τη διαρκή λατρεία μου, γι αυτό συνέχιζε μόνος:
-Έτσι έλεγε ο Θάνος στο Σύρμα…
καφεδάκι στην Αλεξάνδρεια
-Ο κύριος Θάνος;
-Ναι, ο μπαμπάς της Νίνας…
Ο Θάνος ήταν φίλος και συνάδελφος του, είχαν μαζί το δικηγορικό τους γραφείο. Ήταν ψηλός με γαλάζια μάτια, απίστευτα ευγενικός και χαμηλών τόνων, το αντίθετο του πληθωρικού μου μπαμπά. Δεν καταλάβαινα πάντως και πολύ καλά αυτή την ιστορία με το τσιγάρο.
-Δηλαδή, πώς αλλιώς να το άναβε; αποφάσισα να ρωτήσω τη χιλιοστή φορά που άκουσα αυτή τη μυστηριώδη φράση.
-Όπως οι άλλοι. Το έκοβαν κομματάκια για να τους κρατήσει, κι ύστερα δεν είχαν σπίρτο, γιατί μας έδιναν από ένα σπίρτο για κάθε τσιγάρο, οπότε, όταν άναβαν ξανά το κομματάκι τους, έψαχναν κάποιον που να καπνίζει ήδη για να πάρουν από την καύτρα του.
Ποιοι άλλοι έκοβαν τα τσιγάρα; Ποιοι τα έδιναν σε ποιούς;Το μυστήριο παρέμενε, γινόταν και κάπως πιο πυκνό.
-Μα γιατί δεν σας έδιναν τσιγάρα; (άλλα τόσα χρόνια μετά, μέχρι να βρεθεί το θράσος για νέα ερώτηση που θα διέλυε τη μαγεία της φωνής και των εμβληματικών του φράσεων)
-Αφού ήμασταν αιχμάλωτοι…
-Των Γερμανών; (χρόνια αργότερα, είπαμε, άλλα τόσα από την προηγούμενη κλπ κλπ)
-Όχι, των Εγγλέζων…
-Μα πώς;
-Ήθελαν να μας κάνουν χωροφύλακες στην Ελλάδα!
Στροφή και αποχώρηση. Και το μυστήριο να πυκνώνει.

στρατιωτικο κόρδωμα μπροστά σε στρατιωτικές σκηνές
Τελικά έμαθα από άλλες πηγές, και το έζησα με τις "Ακυβέρνητες πολιτείες" του Τσίρκα, το περίφημο Κίνημα του Απρίλη 43 στο στρατό της Αιγύπτου, που ήταν σύμφωνα με πολλούς ο πρόλογος στον ελληνικό εμφύλιο πόλεμο. Ο πατέρας μου είχε πάει με τους αριστερούς, επειδή, εξηγούσε σε άλλο περιστατικό:
-Να σου πω πώς έγινα κομμουνιστής; Θέλεις να μάθεις; (ρητορική ερώτηση, εγώ ήθελα να μάθω τα πάντα που τον αφορούσαν, εκείνος δεν ήθελε να τα μάθω) Κατεβαίναμε στο Νείλο με ποταμόπλοιο και καθόμασταν και βλέπαμε τις όχθες, τους αγρότες να δουλεύουν. Και βλέπω μια γυναίκα να σκάβει μαζί με άλλες, κι έναν που γυρνούσε ανάμεσά τους με το καμτσίκι να τη χτυπάει. Ακούς εκεί; Χτυπούσε τη γυναίκα ο άνανδρος, ο αχρείος. Κι αρχίσαμε να φωνάζουμε από το πλοίο, και ούτε που τον ένοιαξε. Ε, εκείνη τη στιγμή έγινα κομμουνιστής. Οι άνθρωποι είναι ελεύθεροι. Δεν μπορείς να τους χτυπάς. Πρέπει να τους φέρεσαι με αξιοπρέπεια, όσο φτωχοί κι αν είναι, όποια δουλειά κι αν κάνουν. Οι άνθρωποι είναι ίσοι. Γεννιούνται με ίσα δικαιώματα. Για σκέψου τα μωρά που έρχονται στον κόσμο, δεν είναι όλα ίδια; Σκέψου τα γυμνά μωρά…
Βόλτα στο Τελ Αβίβ 1942
Οκέι, έγινα κι εγώ λοιπόν κομουνίστρια εκείνη την ίδια στιγμή. Έστω κι αν η διακήρυξη του κομμουνισμού ήταν ελλιπής, νομίζω ότι παρέμεινα κομουνίστρια μέχρι να βεβαιωθώ ότι σαν καθεστώς δεν τηρούσε τις απαράγραπτες αρχές της αξιοπρέπειας και της ισότητας που έμπαιναν πάνω απ’ όλα. Γιατί εκείνη η εικόνα με τα ίσα, γυμνά μωρά χάραξε στο μυαλό μου την έννοια της ισότητας ανεξίτηλα, πιο βαθιά από κάθε νομική ανάλυση και κάθε λογικό επιχείρημα.
Αλλά το πώς το θέαμα της γυναίκας που τη χτυπούσαν δίπλα στο Νείλο συνδεόταν με το φρουρό ενός εγγλέζικου στρατοπέδου όπου ο γλυκύτατος κύριος Θάνος προτιμούσε να καπνίζει το τσιγάρο του ολόκληρο, έκανα επίσης κάμποσο καιρό να καταλάβω.
 Αλλά και όσα κατάλαβα διαφοροποιούνται στο μυαλό μου με τα χρόνια.  Καταλαβαίνω τώρα πως ο μπαμπάς μου είχε τις αμφιβολίες του για την ορθότητα του κινήματος εκείνου, εκ των υστέρων, γι αυτό δεν κάθισε ποτέ να το συζητήσει μαζί μου, ακόμα κι όταν μεγάλωσα. Εκείνη η αριστερή ανταρσία των στρατιωτών σε καιρό πολέμου, ήταν τελικά δίκαιη; Όπως τον φέρνω στο μυαλό μου με τις μισοτελειωμένες φράσεις και τα κενά στις διατυπώσεις του, αισθάνομαι ότι δεν ήταν σίγουρος πως δεν είχε στασιάσει και δεν είχε υποφέρει τσάμπα. Ξέρω κιόλας ότι προσπάθησε να συμβιβαστεί γυρίζοντας στην Έλλάδα, έμεινε αριστερός αλλά όχι ΚΚΕ, ψήφιζε ΠαΣοΚ μετά τη μεταπολίτευση. Κατά βάθος ήταν αστός που πίστευε στη δημοκρατία πολύ περισσότερο από τον κομουνισμό. Αλλά αυτούς τους ανθρώπους το σκληροπυρηνικό κράτος της δεξιάς μετά τον πόλεμο μπορούσε να τους κάνει να υπερασπίζονται, πέρα απο τις νεανικές τους επιλογές, ακόμα και ανελεύθερα καθεστώτα.
Είκοσι μήνες έμειναν τότε στο 'Σύρμα'. Δημιούργησαν εκεί μέσα ένα είδος αλληλοδιδακτικού σχολείου, όπου ανέβαζαν και παραστάσεις. Οργανώνοντας το σχολείο εκείνο είχε την ευτυχία να ακολουθεί τα ίχνη του πατέρα του, ο οποίος στην πατρίδα τους ήταν πρόεδρος της Σχολικής Εφορίας. Πιο πολύ απ' όλα πίστευαν κι οι δυο στο διαφωτισμό. 
Τον πίκραινε που είχε επιστρέψει στην Ελλάδα με εκείνο το σιδερόφραχτο καράβι, που διάφορες κυρίες και δεσποινίδες οι οποίες δεν ήταν καλά πληροφορημένες περί των ανδραγαθημάτων του αξιωματικού από την Αίγυπτο και τον περίμεναν με ανοιχτές αγκάλες, γύρισαν την πλάτη τους και την αγκάλη τους μόλις μάθανε τις λεπτομέρειες. Θα ήθελα να έχει ζήσει μέχρι το φθινόπωρο του 1987, όταν αποφάσισε η ελληνική κυβέρνηση επιτέλους, το ΠαΣοκ τότε, να αποφανθεί ότι δεν ήταν προδότες εκείνοι οι άνθρωποι και μάλιστα τους απένειμε παράσημα, ‘αναμνηστικόν μετάλλιον δια την συμμετοχήν εις την αντίστασιν εις Μέσην Ανατολήν’ Αλλά είχε πεθάνει τρεις μήνες πριν, τον Ιούλιο της ίδιας χρονιάς, και δεν πρόλαβε έστω και για μια στιγμή να χαρεί αυτή την αναγνώριση, αυτή την ανατροπή στο επίσημο βλέμμα.
Για κάτι τέτοια, α προπό, εγώ συγχωρώ πολλά στο ΠαΣοκ του Ανδρέα. Για κάτι τέτοια που προσπάθησαν να κλείσουν τις παλιές πληγές.
Τέλος. Τρέχει το χέρι μου και γίνανε πολλές οι λέξεις, θα βαρεθούν οι αναγνώστες. Μου αρέσει αυτή η φωτογραφία. Εκδρομή στις πυραμίδες. Είναι τόσο νέοι αυτοί οι τρεις, τόσο φωτεινοί κι ευτυχισμένοι. Ο μπαμπάς μου, που τον γνώρισα αρκετά εύσωμο, είναι εδώ τόσο λεπτός. Τον άλλον δεν τον ξέρω, αυτόν που ακουμπάει στην καμήλα, ούτε την κοπέλα, που είναι ντυμένη μεγαλίστικα αλλά αστράφτει από νιάτα. Έτσι ντύνονταν οι κοπέλες τότε, κυρίες από τα δεκάξι τους. Μπορεί να είχαν πόλεμο, να μην ξέρανε πού βρίσκονταν οι οικογένειες τους, αλλά ήταν νέοι και ωραίοι, κι η ζωή συνεχιζόταν. Μια μέρα στις Πυραμίδες, θα είχαν ξεχάσει τους Γερμανούς και τους Εγγλέζους, τους κομμουνιστές και τους φασίστες, και θα σκέφτονταν μονάχα να λένε αστεία, να πιούνε κάτι δροσερό, να ακουμπήσουν το ανοιχτόχρωμο φόρεμα της νεαρής, να φλερτάρουν και να χαράξουν μια γερή ανάμνηση ο ένας στον άλλον.
Κοιτάζω με τις ώρες αυτή τη φωτογραφία, λες και περιμένω να πεταχτούν αυτοί οι τρεις οι γελαστοί από κει μέσα και να αρχίσουν να τρέχουν στο δωμάτιο πάνω στην άμμο.. Ζήσανε, χάρηκαν τη ζωή έστω και μέσα σε πολέμους, με βεβαιώνουν με σίγουρο, πλατύ χαμόγελο. Μα ναι, ας ήταν ο φόβος μεγάλος, το σκοτάδι πυκνό, ας είδαν φίλους να πεθαίνουν, είχαν κι αυτοί τις πολυτέλειες τους, είχαν τις συγκινήσεις της σαρκός και της ψυχής, τις διαφυγές τους. Είχε πράγματα να θυμάται ο πατέρας μου, τότε που καθόταν κουρασμένος πια σε μια πολυθρόνα κι αφηνόταν να γεράσει.  Τον ευγνωμονώ που μου άφησε ωραίες φωτογραφίες εκδρομών και διασκεδάσεων από εκείνη την ταραγμένη εποχή.

Εκδρομή στις Πυραμίδες

Εκανα µεγέθυνση σε µια ασπρόµαυρη φωτογραφία µπροστά στις Πυραµίδες, βγαλµένη στη διάρκεια του Β’ Παγκοσµίου Πολέµου. 

Σε πρώτο πλάνο είναι τρεις νεαροί, δυο άντρες µε στολές αξιωµατικών πλαισιώνουν µια κοπέλα που φοράει ανοιχτόχρωµο φόρεµα µε ζώνη και κρατάει από το χερούλι µια µικρή άσπρη τσάντα. Ρούχα εντελώς ακατάλληλα για εκδροµή, αλλά είναι προφανές ότι έχουν πάει εκδροµή. Ο ένας ακουµπά σε µια καµήλα καθισµένη στην άµµο. 

Υποθέτω πως είναι άµµος, δεν ξέρω, δεν έχω πάει. 

Χαµογελούν κι οι τρεις ευτυχισµένοι, τόσο νέοι στην παλιά φωτογραφία, ξένοιαστοι και φωτεινοί. Ξέρω µόνο τον έναν, είναι ο πατέρας µου πολύ πριν γίνει πατέρας µου, τότε που είχε πάει στην Αίγυπτο να πολεµήσει µε τις ελληνικές ταξιαρχίες. Τους άλλους δυο δεν τους ξέρω. Δεν ρώτησα ποτέ, παράξενο, δεν είχα περιέργεια; Κάθε 28η Οκτωβρίου, όσο ήµασταν παιδιά, καθόµασταν να ακούσουµε τις πολεµικές του περιπέτειες. Ηταν βεβαίως ηρωικές, να περνάει µε βάρκα από τη Θράκη στη Θάσο, από κει στη Μυτιλήνη και την Τουρκία, τη Χίο και την Αίγυπτο. Ηταν κάµποσο περίπλοκες, να ξεκινά να πολεµήσει τους Γερµανούς, να καταλήγει σε στρατόπεδο Αγγλων, να επιστρέφει πολύ καιρό µετά την απελευθέρωση, µε φρουρούµενο πλοίο. Υπήρχαν µυστήρια που κάνανε πολύ καιρό να λυθούν και δηµιουργούσαν δυσεξήγητα κενά στη διήγησή του. Σιωπές και κάτι πεισµατικές φράσεις που όταν τις έλεγε σα να µετάνιωνε, βυθιζόταν σε περισυλλογή. Τα µυστήρια λύθηκαν πολύ αργότερα, µετά τη Μεταπολίτευση που αποκάλυψε τα κρυµµένα βιογραφικά των ανθρώπων ανοίγοντας νέες συζητήσεις. Ακόµα δεν έχουµε καταλάβει όλα όσα έγιναν τότε. Αλλά ξέρω κοιτάζοντας την ασπρόµαυρη φωτογραφία, ότι εκείνη τη µέρα στις πυραµίδες ο λυγερός νεαρός που δεν είχε ακόµα οικογένεια, ήταν κεφάτος κι ευτυχής, µπορούσε να χαµογελάει ανυπόκριτα στον ήλιο. 

https://www.tanea.gr/2010/10/27/opinions/analwsima-ekdro-i-stis-pyra-ides/

Τρίτη 26 Οκτωβρίου 2010

Λογική κι ευαισθησία

Οταν λέµε ανακύκλωση στους µηχανισµούς του Δήµου Αθηναίων, δεν εννοούµε απλώς να φύγει το ένα κόµµα για να έρθει το άλλο. Αν κι εγώ, το οµολογώ, θα ψήφιζα και την κοµµατική επιλογή µε κρύα καρδιά έστω, γιατί µια εξουσία που µένει δυόµισι δεκαετίες απαράλλαχτη κι ανενόχλητη σαπίζει µαζί µε τους υπηκόους της, ακόµα κι αν αποτελείται από αγίους. 

Που λέει ο λόγος. Ωστόσο µάς προσφέρεται η πολυτέλεια ενός ανθρώπου που δεν έχει καµία σχέση µε το κουρασµένο πολιτικό προσωπικό. Ο συνήγορος του πολίτη είναι αυτό που λέει, συνήγορος του πολίτη. Δεν έχει µόνο το όνοµα, δεν είναι ρεκλάµα και σλόγκαν, είναι καθηµερινό κυνηγητό της ουσίας σε νόµους και πρακτικές, το ξέρουµε. Λοιπόν τόσα χρόνια λέµε πως κουραστήκαµε µε τα κόµµατα και τους µηχανισµούς, µε τα ίδια και τα ίδια, τώρα που η πρόταση Καµίνη κάνει την υπέρβαση λέµε πως δεν είναι αρκετά σταρ. Δηλαδή δεν είναι όλα όσα έχουµε µπουχτίσει. Καταγγέλλουµε τα κόµµατα ότι µας χειραγωγούν, όταν κάτι κινείται σε διαφορετική κατεύθυνση φοβόµαστε µήπως δεν χειραγωγηθεί αρκετά το εκλογικό σώµα. Αλλά η Αθήνα δεν χρειάζεται σταρ. Οι σταρ δεν αντέχουν ούτε την πρώτη συνεδρίαση του Δηµοτικού Συµβουλίου, κι η δουλειά των σκουριασµένων µηχανισµών συνεχίζεται ερήµην τους. Η Αθήνα χρειάζεται λογική κι ευαισθησία. Λένε πολλοί ότι χρειάζεται και αντοχή, ότι ένας λογικός και ευαίσθητος πανεπιστηµιακός που θα αναγκαστεί να συγκρουστεί µε παγιωµένες πρακτικές αφανών συνηθειών της δηµοτικής εξουσίας, δεν θα τα βγάλει πέρα. Ετσι λένε, και παραιτούνται από την προσπάθεια. Είναι ξεκούραστο να κατρακυλάς στην παρακµή. Ισως έχουν και δίκιο. Ο Καµίνης, κανένας Καµίνης, µόνος του δεν τα βγάζει πέρα. Χρειάζεται κι εµάς, την καθηµερινή µας συνεργασία. Εξάλλου δεν υπάρχει συνήγορος του πολίτη χωρίς πολίτες. 

https://www.tanea.gr/2010/10/26/opinions/analwsima-logiki-kai-eyaisthisia

Δευτέρα 25 Οκτωβρίου 2010

Ανακύκλωση τώρα!

Βραδάκι φωτεινό και ξαφνικά περνούν στον δρόµο περήφανα και θορυβώδη κάτι φορτηγά θηριώδη. Θυµίζουν απορριµµατοφόρα, αλλά είναι, λέει, της ανακύκλωσης τα φορτηγά, έχουν στο πλάι εκείνα τα σκιτσάκια µε τις συσκευασίες. Βρε, για δες, υπάρχουν λοιπόν τα ειδικά φορτηγά ανακύκλωσης, έστω και µια φορά στα τέσσερα χρόνια περνάνε και µαζεύουν το περιεχόµενο των µπλε κάδων. Μπορεί να µην αντέχουν τα εργοστάσια ανακύκλωσης να ξεχωρίζουν περισσότερα υλικά, γι’ αυτό τον υπόλοιπο καιρό τους µπλε κάδους τους αδειάζουν στα συνηθισµένα σκουπιδιάρικα. Η αλήθεια είναι το έχω δει µε τα µάτια µου το θέαµα αυτό, αλλά συνεχίζω να ανακυκλώνω και να τσακώνοµαι µε όσους ρίχνουν άσχετα σκουπίδια στον µπλε κάδο. Κι αυτούς που µε ειρωνεύονται τους αγνοώ, ακόµα κι αν οι κάδοι ανακύκλωσης είναι απάτη, ή σχεδόν απάτη, εµείς λέω να συνεχίσουµε να ανακυκλώνουµε εκεί, σαν ένα σιωπηλό κίνηµα πολιτών που εκφράζει καθηµερινά την πεποίθησή του ότι αξίζει κάτι καλύτερο από αυτό που του δίνουν. Ξέρω, σε άλλες πόλεις η ανακύκλωση γίνεται διαφορετικά, αλλά δεν στρέφω την πλάτη ακόµα και σε αυτή την ποµπώδη και καθόλου πειστική ανακύκλωση που υποτίθεται ότι κάνουµε εδώ. Μπορεί να µην αξίζουµε το καλύτερο. Κουραστικά, πεισµατικά, κάθε µέρα ξεχωρίζω κεσεδάκια, µπουκάλια, αλουµίνια. Αλλά η εξουσία πρέπει επίσης να ανακυκλωθεί. Αυτοί οι διαµερισµατικοί σύµβουλοι, είκοσι χρόνια στην ίδια θέση, πρέπει να ανακυκλωθούν επειγόντως.. Τα στελέχη του Δήµου, οι διευθυντές, οι αντιδήµαρχοι, αυτοί οι άνθρωποι της ήσυχης, βολεµένης και χορτάτης δηµοτικής εξουσίας, πρέπει να ανακυκλωθούν πριν χωνέψουµε όλοι στη χωµατερή αυτής της πόλης. Εχουµε καταντήσει να τροµάζουµε από το νέο, τόσο η πώρωση του Δήµου µάς µόλυνε το µυαλό και την ψυχή. Χρειαζόµαστε επειγόντως ανακύκλωση, ανθρώπων, ιδεών και εικόνων. Ανακύκλωση ελπίδων και συσκευασίας, ανακύκλωση προπαντός περιεχοµένου. 

Παρασκευή 22 Οκτωβρίου 2010

Καπνιστές σας ζηλεύω

Δεν καταλαβαίνω γιατί δεν σας αρέσει η απαγόρευση του καπνίσµατος. Ανοίγει τόσες κοινωνικές προοπτικές, τόσους νέους ορίζοντες. Το κάπνισµα έξω σας χαρίζει µια καινούργια διάσταση, µια δεύτερη πόλη. Και µιλώντας για πόλη, στην Πόλη ξέρετε τι κάνουν; 

Στα τραπεζάκια που είναι έξω, σε µερικά µαγαζιά ακουµπούν στη ράχη της καρέκλας µια µάλλινη εσάρπα διπλωµένη για τους καπνιστές που κρυώνουν. Μου φαίνεται τόσο ευρηµατικό και συµπαθές που σκέφτοµαι να ξαναρχίσω τις προσπάθειες να µάθω να καπνίζω, που τις έκοψα γύρω στα είκοσι. 

Δεν είναι βαρετό να ζούµε συνέχεια στο ίδιο περιβάλλον, µες σε καπνούς και σε βρισιές, τη στιγµή που τα πεζοδρόµια µάς περιµένουν να τα ανακαλύψουµε; 

(Τώρα µιλάω ήδη σαν εν δυνάµει καπνιστής!) 

Βέβαια εδώ κρύο δεν κάνει και όσοι θέλουν να βάλουν εσάρπες στις καρέκλες θα πρέπει να περιµένουν καιρό, αλλά υπάρχει η ελπίδα για κάποιον που θέλει επειγόντως να καπνίσει, ότι θα συναντήσει έξω από την ταβέρνα του, το κουτούκι ή το µπαρ του, µια παρέα ενδιαφέρουσα που σε καινούργιο φόντο θα τη δει αλλιώς. Κι αν πιάσει και λίγη ψύχρα ποιος στη χάρη του, θα µπορεί να απολαύσει τη σπάνια γεύση της ανθρώπινης αλληλεγγύης ενώπιον έστω των καιρικών συνθηκών, θα έχει ευκαιρίες να αστειευτεί ή να φλερτάρει. 

Στάδιον δόξης λαµπρόν ανοίγεται στης Σταδίου την οδόν, καθώς και σε όλες τις άλλες. Γιατί επιδεικνύετε αυτήν την αρνητική στάση, αγαπητοί καπνιστές, γιατί φοβάστε τόσο την καινοτοµία; Ασε που έχω την εντύπωση ότι ήδη τη γλεντάτε αυτήν τη µικρή κατασκήνωση στα πεζοδρόµια, ένα τσιγάρο δρόµο, αλλά δεν το λέτε για να µη χάσετε πόντους. 

Ελάτε τώρα, οµολογήστε το, θα βρούµε κι εµείς οι άλλοι έναν τρόπο να µπούµε στην παρέα σας, έστω µε µια τζούρα. 

Αλλαγή διαδρομής

 Νέα από τη νέα διαδρομή για Λαύριο που είπα να δοκιμάσω η άμυαλη.  Όταν φτάσεις με το καλό στο Κορωπι και ψάχνεις να βρεις από πού να πας γ...