Μάλλον ένα διακριτικό ευχαριστώ για
τη δωρεάν αγγελία θα έπρεπε να πει η κυβέρνηση στην «Guardian»,
αντί να διαμαρτύρεται και
να ζητά να ανακαλέσει για
την ιδέα της πώλησης νησιών. Το κράτος είναι χρεωμένο, τα νησιά είναι πολλά και όσοι τα αγοράσουν
δεν μπορούν να τα πάρουν
και να φύγουν. Κάτι σαν μίσθωση μπορούν να κάνουν,
να φτιάξουν μια βίλα, ένα
λιμανάκι, δεν μπορούν να
ιδρύσουν ανεξάρτητο κράτος. Ενα σωρό βραχονησίδες ακατοίκητες έχουν
τα μεγάλα νησιά δίπλα τους και
η ανθρώπινη παρουσία
κάτι μπορεί
να τους προσφέρει, πέρα από το
χρήμα της αγοράς. Γιατί τόση σπουδή πια να μπουν
και τα νησιά στα ταμπού
του πατριωτισμού, λες και
έχουμε έλλειψη; Ολα ιερά και όσια είναι πλέον στη
χώρα αυτή, από το θωρηκτό
«Αβέρωφ» μέχρι τις βραχονησίδες, περνώντας κι από
ένα σωρό μέρη. Ονόματα,
χρονολογίες, σύμβολα, λέξεις, έμμονες ιδέες, αυταπάτες συλλογικές. Ολα είναι ταμπού και μην αγγίζετε, με εξαίρεση τα δάση που
καίγονται κάθε χρόνο, την
Πάρνηθα, το πολύτιμο βουνό της Αθήνας που δεν μπορεί να συνέλθει από την
καταστροφή, τα αυθαίρετα που χτίζονται στα δάση,
τα όμορφα κτίρια που γκρεμίζονται σε πόλεις και χωριά για να χτιστούν άσχημα, παράνομα, τα πεζοδρόμια που γεμίζουν σκουπίδια, τις παραλίες που καταπατούνται, τα ποτάμια που
μολύνονται, τις λίμνες που
ξεραίνονται, τα ζώα που χάνονται, τα φυτά που εξαφανίζονται, διάφορα τέτοια.
Αλίμονο. Αυτά είναι δικά
μας, η Ελλάδα ανήκει στους
Ελληνες για να την κάνουν
ό,τι θέλουν και να την καταστρέφουν μόνοι τους. Κι
ακούγεται πιο λογικό να
κόβονται μισθοί και συντάξεις, να καταργούνται σχολές, παρά να πουληθεί ένα
νησί που δεν χρησιμοποιείται από κανέναν. Θα δώσουμε το αίμα μας, την ποιότητα ζωής μας, αλλά τα ταμπού μας τα κρατάμε.
Δευτέρα 28 Ιουνίου 2010
Σάββατο 5 Ιουνίου 2010
H Αθήνα είναι γερμανική. Αλλά όχι αρκετά.
(Δημοσιεύτηκε στο Athens Review of books, τεύχος 8 Ιουνιος 2010)
Πόσο να τα βάλουμε με τους Γερμανούς, ειδικά χρησιμοποιώντας τα στοιχεία εθνικής ταυτότητας; Ζούμε με τα χαρακτηριστικά που μας έδωσαν αυτοί, ακριβώς την εποχή που επιλέγαμε ποιοι θα είμαστε και τι πρόσωπο θα έχουμε. Το πρώτο πληθυντικό που χρησιμοποιώ είναι για εθνική χρήση. Η Αθήνα είναι γερμανική, είναι μια πόλη που οραματίστηκαν, σχεδίασαν και κατασκεύασαν Γερμανοί συχνά κόντρα στο, ας το πούμε, ντόπιο στοιχείο. Το παρελθόν της πόλης, που νοσταλγούμε, το παρόν της που δεχόμαστε ως κοινό από όλες τις γωνιές της Ελλάδας και του κόσμου, είναι λίγο- πολύ μια γερμανική, και γενικότερα ευρωπαϊκή κατασκευή που έχει αντισταθεί σε κάθε προσπάθεια να αντικατασταθεί από κάτι πιο ιθαγενές και αυτόχθονο. Ό,τι αγαπάμε κι ό,τι πιστεύουμε για μας, όποιο κομμάτι της πόλης μας προσφέρει ανοιχτό ορίζοντα και λίγη ομορφιά στην οποία αναγνωριζόμαστε, είναι ευρωπαϊκή κατασκευή. Και πρωτίστως γερμανική.
![]() |
| Aπλό νεοκλασσικό σπίτι Ύδρας και Σπετσών |
Μια διπλή ζωή
Ανοίγοντας το βιβλίο του Μπίρη, στην πρώτη κιόλας σελίδα του πρώτου κεφαλαίου με τίτλο Η ΠΟΛΙΣ ΕΡΕΙΠΙΟΝ, πέφτει το μάτι στην πρώτη παράγραφο, στην τελευταία φράση: ‘Οι δε εντόπιοι Τούρκοι, αναχωρούντες έχυνον πικρότατα δάκρυα…» Είναι ένα απόσπασμα από την Ιστορία των Αθηνών, του Διον. Σουρμελή, (εκδ Β 1853) και δίνει μια εικόνα της Αθήνας που δεν έχουμε συνηθίσει να φανταζόμαστε. Κάποιοι άνθρωποι ζούσαν εδώ και αναγκάστηκαν να φύγουν: είναι κάτι που ξεχνάμε όταν για παράδειγμα επαναλαμβάνουμε το κλισέ που θέλει την Αθήνα να είναι ένα ασήμαντο χωριό το 1830. Ένας χώρος δηλαδή έρημος, που μπορούσε να σχεδιαστεί από την αρχή με την αισθητική και τις απόψεις των κατοίκων ενός καινούργιου κράτους, μιας καινούργιας χώρας ουσιαστικά.
![]() |
| Τοπογραφικό σχέδιο της ΑΘήνας 1670, επιχρωματισμένη χαλκογραφία. Αποδίδεται στους καπουτσίνους μοναχούς. Μουσείο Μπενάκη. |
Ωστόσο τα πράγματα ήταν πιο περίπλοκα. Η Αθήνα ήταν μια μικρή πόλη κι όχι χωριό, όπως συνήθως λέμε, αλλά υπήρχε σαν φαντασιακή αναφορά στην πνευματική και καλλιτεχνική ζωή των Ευρωπαίων από αιώνες ήδη. Ζούσε ένα είδος παράλληλης ζωής, διπλής ζωής. Ζούσε μια ζωή στην πραγματικότητα, στην ξερή Αττική με τις κακουχίες του επαναστατικού πολέμου που ακολούθησαν τους δύσκολους τελευταίους αιώνες της οθωμανικής περιόδου, και μία άλλη ζωή στα οράματα των διανοουμένων της Ευρώπης, στις αναζητήσεις των εικαστικών καλλιτεχνών, αρχιτεκτόνων και πολεοδόμων, στις αναφορές των ηγεμόνων, των φιλοσόφων, των ποιητών. Η Αθήνα ήταν ουσιαστικά στον πληθυντικό, αι Αθήναι. Δυο –τουλάχιστον- παράλληλες πόλεις και παράλληλες ζωές που δυσκολεύτηκαν πολύ να συγκατοικήσουν.
Στην πραγματική Αθήνα του 1830, οι Τούρκοι έκλαιγαν φεύγοντας, αφού είχαν πουλήσει τα κτήματα τους. Με το πρωτόκολλο του Λονδίνου οι δυο αντίπαλοι, η Οθωμανική αυτοκρατορία και η Ελλάδα, έδιναν αμνηστία στους εκατέρωθεν κατοίκους που είχαν πάρει μέρος σε εχθροπραξίες, και επιτρεπόταν για ένα χρόνο η μετανάστευση όσων ήθελαν σε αντίστοιχα μέρη. Μπορούσαν να πουλήσουν τα κτήματά τους και να φύγουν. Οι Τούρκοι της Αθήνας πουλούσαν πολύ φτηνά με δεδομένες τις συνθήκες. Η πόλη άλλαζε χέρια με τεράστια ταχύτητα και μεγάλη ευκολία. Ένα σωρό άνθρωποι από όλη την Ευρώπη και την Οθωμανική Αυτοκρατορία έρχονταν και αγόραζαν εκτάσεις. Ο στρατηγός Μακρυγιάννης ήταν ανάμεσα σε αυτούς που αγόρασαν κτήματα, ο ναύαρχος Μάλκολμ αγόρασε ένα χτήμα πολύ μακριά από την πόλη, τότε, το σημερινό Άσυλο Ανιάτων, πλούσιοι Χιώτες τραπεζίτες και έμποροι, ο Φαναριώτης ηγεμών της Μολδοβλαχίας Σούτσος, άνθρωποι που έβλεπαν την πόλη να έχει λαμπρό μέλλον εν ολίγοις, και ταυτόχρονα μεγάλες προοπτικές κέρδους.
Ανάμεσα στους αγοραστές ήταν οι αρχιτέκτονες Σταμάτης Κλεάνθης και Εδουάρδος Σάουμπερτ, σπουδαγμένοι και οι δυο στο Βερολίνο. Κι εδώ, με αυτούς τους δυο περισσότερο από όσο με κάθε άλλον επενδυτή και οραματιστή, γίνεται η πρώτη συνάντηση μεταξύ των δυο Αθηνών.
Η πορεία του Κλεάνθη είναι ιδανική για να φέρει σε επαφή τον οραματισμό με την πράξη. Γεννημένος στο Βελβεντό της Κοζάνης είχε μεταναστεύσει πολύ νέος στο ανθηρό Βουκουρέστι. Ανήκε σε εκείνη τη λαμπρή και ενθουσιώδη νεολαία που στρατεύτηκε στον Ιερό Λόχο του Υψηλάντη και αποδεκατίστηκε στο Δραγατσάνι. Εκεί είχε πιαστεί κι εκείνος αιχμάλωτος, αλλά κατάφερε να δραπετεύσει και να πάει στη Βιέννη. Ύστερα σπούδασε αρχιτεκτονική πρώτα στη Λειψία και μετά στο Βερολίνο. Εκεί του έδωσαν το επίθετο Κλεάνθης, Σταματίου τον έλεγαν κανονικά. Τον ονόμασαν Κλεάνθη προς τιμή του αρχαίου φιλοσόφου- και προς ταύτιση βέβαια μαζί του, πράγμα που δείχνει πώς έβλεπε το ευρωπαϊκό περιβάλλον έναν Έλληνα της εποχής που αγωνιζόταν σε όλους τους τομείς, και πώς έβλεπε και ο ίδιος τον εαυτό του: απευθείας απόγονο των αρχαίων.
Στην αρχιτεκτονική ο Σταμάτης Κλεάνθης είχε δάσκαλο το μεγαλύτερο όνομα του νεοκλασικού ρεύματος, τον Χανς Ντίτριχ Σίνκελ. Το κίνημα της νεοκλασικής αρχιτεκτονικής είχε απλωθεί στην Ευρώπη σαν αντίδραση στο ροκοκό και το μπαρόκ, σαν μια ανάγκη για λιτότητα στις φόρμες των κτιρίων, και νέα επιστροφή στις πηγές, εκεί που είχε στραφεί και η αναγέννηση. Πίσω, στους Ρωμαίους. Ακόμα καλύτερα, στους Έλληνες. Στο γερμανικό χώρο το κίνημα είχε βρει τους πιο ενθουσιώδεις οπαδούς. Κι όχι τυχαία. Η ευγενική απλότητα και το ήρεμο μεγαλείο του πνεύματος της κλασικής εποχής, όπως το έβλεπε ο νεοκλασικισμός και ήθελε να το αναπαράγει, ήταν ιδανικά για να εκφράσουν την αντίθεση των νέων εθνικών πολιτικών ιδεωδών της εποχής εκείνης με το κατεστημένο των αυτοκρατοριών ή των πολλών μικρών κρατιδίων που δεν ήταν ακόμα εθνικά κράτη. Ακόμα και των αυτοκρατοριών που ένοιωθαν την ανάγκη για ανανέωση. Και το περίεργο είναι ότι αυτή η φάση που έμελλε να είναι θυελλώδης για την Ευρώπη, όπου τα έθνη έπρεπε να βρουν τα χαρακτηριστικά τους και να συσπειρωθούν σε κράτη, εκφράστηκε αρχιτεκτονικά ενιαία, δηλαδή με το αρχαίο ελληνικό ιδεώδες, το νεοκλασικισμό. Στις ΗΠΑ χτίστηκε νεοκλασικό το κτίριο του Καπιτωλίου. Νεοκλασική χτίστηκε η Πετρούπολη, το Βερολίνο, το Μόναχο, νεοκλασική και η Αθήνα.
Προπάντων η Αθήνα.
![]() |
| Παναγιώτη Ζωγράφου, η πολιορκία της Αθήνας του 1827, κατά την περιγραφή του στρατηγού Μακρυγιάννη |
Ο Κλεάνθης με το φίλο του τον Σάουμπερτ είχαν έρθει από το 1828 στην Ελλάδα και εργάζονταν με τον Καποδίστρια. Είχαν τίτλο «Αρχιτέκτονες της Κυβέρνησης» Σχεδίαζαν δημόσια κτίρια, επέβλεπαν και ταυτόχρονα δίδασκαν, «όσους νέους του ορφανοτροφείου Αιγίνης είχαν την κλίση». Όταν ο Καποδίστριας δολοφονήθηκε, εγκατέλειψαν το δημόσιο και εγκαταστάθηκαν πρώτα στο Ναύπλιο και μετά στην Αθήνα. Κι εκεί στην Αθήνα αγόρασαν από έναν από εκείνους τους Τούρκους που «έκλαιαν φεύγοντες» ένα κτήμα στο Ριζόκαστρο με ένα σπίτι μισογκρεμισμένο επάνω, το οποίο επισκεύασαν και το επέκτειναν, το γνωστό μας Πρώτο Πανεπιστήμιο.
Το όραμα και το χώμα
Με τι μοιάζει η πόλη την εποχή εκείνη, που οι δυο ζωές της αρχίζουν να συγκλίνουν; Είναι γκρεμισμένη η μισή από την πολιορκία του Κιουταχή και από όλα τα χρόνια του επαναστατικού πολέμου. Στην Ακρόπολη υπάρχει ακόμα τουρκική φρουρά, κι ας φεύγει ο άμαχος πληθυσμός. Σε πολλά σημεία δεν μπορείς να περάσεις το δρόμο από τα σωριασμένα οικοδομικά υλικά των γκρεμισμένων σπιτιών. Οι ρεπόρτερ της εποχής, περιηγητές και συνοδοί των στρατηγών που την επισκέπτονται, δηλώνουν την απογοήτευσή τους. Δεν αναγνωρίζουν «τας ιοστεφείς Αθήνας» βλέποντας τα καινούργια ερείπια πεσμένα πάνω στα παλιά. Αναζητούν την Αγορά και το Λύκειο και διάφορα μέρη για τα οποία είχαν διαβάσει, και βρίσκουν σωρούς από πέτρες, που δεν ξέρουν πότε κι από πού σωριάστηκαν.
Είχαν την απαίτηση να βρουν ανέγγιχτη μια πόλη του 5ου αιώνα προ Χριστού, άντε και με τις ρωμαϊκές της βελτιώσεις και προεκτάσεις, αγνοώντας τους έντεκα αιώνες που πέρασαν, τους πολέμους που την είχαν καταστρέψει πολλές φορές, και αυτή και την Ακρόπολη, τις αλλαγές θρησκειών και τα άλλα δεινά που πέρασαν από πάνω της. Όπως και οι σημερινοί Αθηναίοι, είχαν κι εκείνοι ένα κενό στην ιστορική τους γνώση, σαν η Αθήνα να είχε κοιμηθεί όχι για εκατό χρόνια όπως η βασιλοπούλα του παραμυθιού, αλλά τουλάχιστον για χίλια.
Η κοινή γνώμη της Ευρώπης, που ήδη έπαιζε ρόλο πολιτικό, απόδειξη το πώς άλλαξε η ευρωπαϊκή πολιτική μετά τη σφαγή της Χίου, οι καλλιτέχνες και οι διανοούμενοι της ανυπομονούσαν να δεχτούν τη νέα χώρα στην αγκαλιά τους, και να τους ανοίξει κι εκείνη τη δική της, όχι για να εντρυφήσουν στο νότο των Βαλκανίων, αλλά για να μελετήσουν σε βάθος και επί τόπου τις ρίζες τους. Η αρχαιότητα είχε την αίγλη. Η Ελλάδα ήταν πια κάτι σαν τους Άγιους Τόπους που θα έδινε την ευλογία της στους πιστούς του πνεύματος, φέρνοντας κάτι από τη δροσιά των προχριστιανικών ιδεών στους άπληστους πλέον για γνώση αλλά και ιστορική συνείδηση ευρωπαίους. Τι απογοήτευση η Αθήνα!
Μια πόλη γκρεμισμένη λοιπόν. Καταθλιπτικό, αλλά αν το σκεφτεί κανείς, τι καλύτερο για να χτιστεί η νέα, σχεδιασμένη από την αρχή, φιλόδοξη πρωτεύουσα ενός νέου φιλόδοξου κράτους; Οι δυο δραστήριοι αρχιτέκτονες άρχισαν αμέσως να κάνουν το τοπογραφικό της. Θα μπορούσαν να φτιάξουν ένα σχέδιο για μια πόλη που θα αναδείκνυε επιτέλους τα ερείπια σαν μνημεία. Τα αρχαία ερείπια, εννοείται. Τέρμα τα κάστρα και οι πυριταδοποθήκες, τέρμα τα τζαμιά αλλά και οι χριστιανικές εκκλησίες μέσα στους αρχαίους ναούς. Η αρχαία Αθήνα θα ελευθερωνόταν από τη σύγχρονη πόλη, που ήταν και μισογκρεμισμένη επιπλέον. Και γύρω της θα σχεδιαζόταν μια υπέροχη ευρωπαϊκή πόλη, με αναφορά στην αρχαία, εμπνευσμένη από αυτήν.
![]() |
| Το τρίγωνο του αθηναϊκού σχεδίου |
Τι θαυμάσια ιδέα! Όλοι εκείνοι οι κτηματίες που είχαν αγοράσει γη, και οι παλιοί ιδιοκτήτες μαζί, πήγαν στους δυο φίλους και ζήτησαν το σχέδιο να είναι για πρωτεύουσα, να διεκδικήσουν τη θέση αυτή από το νέο βασιλιά στον οποίον είχαν υποβληθεί μερικές ακόμα υποψηφιότητες.
Και αλήθεια, γιατί έπρεπε να γίνει η Αθήνα πρωτεύουσα; Υπήρχαν πολύ πιο ενδιαφέρουσες προτάσεις. Η Ερμούπολη ήταν μια πόλη ολοκαίνουργια, αμιγώς ελληνική, χτισμένη από τους πρόσφυγες της Χίου μέσα σε λίγα χρόνια, και την κατοικούσε εκείνη η αστική τάξη που χρειαζόταν το καινούργιο κράτος. Το Ναύπλιο και η Αίγινα είχαν ήδη παίξει το ρόλο της πρωτεύουσας, τα Μέγαρα, η Κόρινθος, το Άργος και η Τρίπολη τον διεκδικούσαν. Ίσως να είχε προτιμηθεί κάποια από αυτές αν δεν ήταν ο Λουδοβίκος της Βαυαρίας.
Αν η Βαυαρία δεν ήταν ένα μικρό βασίλειο το 1830, πιθανότατα η Αθήνα να μην ήταν τόσο πολύ βαυαρική (και γερμανική γενικότερα, οι αρχιτέκτονες και οι πολεοδόμοι που τη σχεδίασαν είχαν σπουδάσει και σε άλλες γερμανικές πόλεις εκτός Βαυαρίας, κυρίως στο Βερολίνο). Αλλά οι μεγάλες δυνάμεις που υπέγραψαν το πρωτόκολλο του Λονδίνου αναζητούσαν το μικρό ουδέτερο κράτος που θα προμήθευε ηγεμόνα στην καινούργια χώρα. Μικρό και ουδέτερο, ανίσχυρο και ακίνδυνο για τις Μεγάλες Δυνάμεις, να μη γέρνει σε καμία πλευρά από τις τρεις τους. Στα μέρη της σημερινής Γερμανίας υπήρχαν άφθονα τέτοια. Ο Λεοπόλδος της Σαξωνίας αρνήθηκε το θρόνο, και τότε ήρθε η σειρά του νεαρού Όθωνα, γιου του Λουδοβίκου της Βαυαρίας. Η Βαυαρία είχε γίνει βασίλειο μόλις λίγα χρόνια πριν, το 1806. Ο Λουδοβίκος είχε εκδηλώσει τον φιλελληνισμό του από την αρχή της επανάστασης, είχε πολύ ξεκάθαρες ρομαντικές απόψεις, ήταν συλλέκτης, φιλότεχνος, ο άνθρωπος που γέμισε το Μόναχο με νεοκλασικά κτίρια.
Επίσης ο άνθρωπος αυτός ήταν ο κύριος υπεύθυνος για την επιλογή της Αθήνας. Ας ήταν γεμάτη ερείπια, ας μη βρισκόταν σε βολική θέση για να ελέγχει το χώρο (ακόμα και σήμερα δεν είναι άβολο να πρέπει να ταξιδέψεις από την πρωτεύουσα οπουδήποτε αλλού;). Η Αθήνα ήταν απλώς η Αθήνα. Είχε την αίγλη του μακρινού παρελθόντος, πολύ σημαντική στο κοινό αίσθημα των Ευρωπαίων και στη στάση τους υπέρ της επανάστασης. Ήταν από τις πόλεις η πιο φιλολογική και πιο καλλιτεχνική, οπότε δεν έπαιζε ρόλο αν δεν είχε μείνει δρόμος όρθιος από τον πόλεμο. Εξάλλου, όπως απεδείχθη τα ερείπια ήταν μάλλον προς όφελός της, άλλα πράγματα την κατάστρεψαν ήδη από τις πρώτες της ώρες. Τα ερείπια ήταν η μεγαλύτερη ευκαιρία που μπορούσε να της τύχει. Μια πόλη από την αρχή; Πότε θα της ξανασυνέβαινε;
Και ήταν όντως η στιγμή. Μπορεί σήμερα το κέντρο της να μας φαίνεται μικρό και κουρασμένο, ωστόσο είναι το μοναδικό της κομμάτι που σχεδιάστηκε από την αρχή, με μεγάλες φιλοδοξίες. Το μόνο που ξεκίνησε με βάση ένα αληθινό πολεοδομικό σχέδιο.
Ήταν η πρώτη και τελευταία ευκαιρία της Αθήνας. Να σχεδιαστεί και να κτιστεί καινούργια, ξεκινώντας μέσα από τα ερείπια και πάνω στις ερημιές.
Τώρα πια που τόσο πολύ έχει αλλάξει το κέντρο της και με τόσες ελλείψεις χτίστηκε η περιφέρειά της, πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι οι Γερμανοί και ειδικά οι Βαυαροί ήταν μια ευτυχής συγκυρία. Δεν κινδύνευαν να πέσουν στον πειρασμό να την σχεδιάσουν πιο «γερμανική», γιατί εκείνη τη στιγμή λάτρευαν ακριβώς αυτό το στυλ, το ελληνικό. Δεν είχαν μεγάλο κράτος σαν τους άλλους τρεις, τα ιδεώδη λοιπόν του νεοκλασικισμού, που ενσωμάτωνε συμβολικά τη λειτουργία ενός εθνικού κράτους, ήταν ακριβώς αυτά που τους κινούσαν. Κι αυτά που είχε ανάγκη ακόμα περισσότερο κι από τους ίδιους, η Ελλάδα. Είχε ανάγκη αυτές τις καθαρές γραμμές που αναδείκνυαν τις έννοιες του έθνους και του νόμου, του κράτους και της κυβέρνησης μέσα σε μια πόλη που θα λειτουργούσε αποτελεσματικά και θα ήταν κέντρο, όχι μόνο της εξουσίας αλλά και του εθνικού χώρου.
![]() |
| Πλατεία Κοτζιά, σήμερα, με την καινούργια λιμνούλα |
Και ίσως επειδή ήταν γερμανοί να τη σχεδίασαν με τόσο αυστηρή προσήλωση στα κλασσικά της πρότυπα.
Αυτό αναζητούσαν εξάλλου στην Αθήνα. Την πηγή της έμπνευσης τους για το νεοκλασικό στυλ, έναν ρυθμό αρχιτεκτονικό που συνδύαζε απλές γραμμές- απλές σε σχέση με το μπαρόκ και το ροκοκό- με επίσημο ύφος που θα εξέφραζε τη σιγουριά των νέων εθνικών εξουσιών απλά και λειτουργικά. Οι γερμανοί, ηγεμόνες και αρχιτέκτονες, είχαν ανάγκη αυτό το κίνημα. Δημιούργησαν νεοκλασικές πόλεις σαν το Μόναχο και το Βερολίνο. Όποιος έχει περπατήσει στη λεωφόρο «Υπό τας φιλύρας» (Unter den Linden) θα έχει οπωσδήποτε σκεφτεί τις ομοιότητες με κάποια ιδεατή Αθήνα στον αρχιτεκτονικό ρυθμό των κτιρίων. Υπάρχει βέβαια μια μεγάλη διαφορά, μεγαλύτερη και από το γεγονός ότι στην Αθήνα έχουν απομείνει ενιαία μόνα τα τρία κτίρια του κέντρου, η Βιβλιοθήκη, το Πανεπιστήμιο και η Ακαδημία. Κι αυτή η διαφορά είναι το πλάτος των πεζοδρομίων. Στο Βερολίνο οι οικοπεδούχοι μάλλον δεν θα πλούτισαν τόσο όσο στην Αθήνα, αλλά επέτρεψαν ανοιχτούς ορίζοντες στους περιπατητές των επόμενων γενεών και άνετο χώρο στις ρίζες των μεγάλων αυτών δέντρων που τις λέμε φλαμουριές ή φιλύρες.
Το μοναδικό σχέδιο πόλης που είχαμε ποτέ
Αυτή η γερμανική ευκαιρία δόθηκε στην καινούργια πόλη. Αν ήταν Γάλλοι ή Άγγλοι οι δημιουργοί της, είναι πιθανό να μην τη σχεδίαζαν τόσο αυστηρά νεοκλασική. Αν ήσαν Ρώσοι, για να αναφέρουμε μόνο τις τρεις εγγυήτριες Δυνάμεις, πιθανόν να την προτιμούσαν πιο βυζαντινή. Ίσως και οι τρεις απ’ αυτούς να προσπαθούσαν να την κάνουν περισσότερο αντιπροσωπευτική του δικού τους προσώπου, να θέσουν περισσότερο τη σφραγίδα τους. Δεν μπορούμε να ξέρουμε.
Από τη μια μεριά λοιπόν ο Λουδοβίκος με τον κλασικό ρομαντισμό του ή τον ρομαντικό κλασικισμό του (ισχύουν και τα δυο το ίδιο) από την άλλη το σύμπαν έτοιμο να τον βοηθήσει επειδή ήθελε κάτι τόσο πολύ. Το σύμπαν με τη μορφή της κοινότητας των Αθηναίων που πρότειναν μια σειρά διευκολύνσεις για να προτιμηθεί η πόλη τους, τις οποίες με διάφορες δικαιολογίες αργότερα τις ακύρωσαν ουσιαστικά, αλλά τότε τις εμφάνισαν συνημμένες στο σχέδιο Κλεάνθη- Σάουμπερτ.
Το σχέδιο συντάχθηκε και υποβλήθηκε τον Δεκέμβριο του 1832, εγκρίθηκε από την Αντιβασιλεία, και επικυρώθηκε με Βασιλικό Διάταγμα στις 6 Ιουλίου 1833
Η πολεοδομική πρόταση των Κλεάνθη-Σάουμπερτ για την πόλη των Αθηνών του 1833 (Πηγή: Κ. Μπίρης, Αι Αθήναι από του 19ου εις τον 20όν αιώνα, Αθήνα 1966)
Ήταν ένα σχέδιο που προέβλεπε να απαλλοτριωθεί η μισή παλιά πόλη για να γίνουν ανασκαφές. Και πάλι λίγο ήταν για τις ασίγαστες όπως αποδείχτηκαν αρχαιολογικές ανάγκες της Αθήνας. Το άλλο μισό κομμάτι της παλιάς πόλης έμπαινε στο σχέδιο αλλά όχι όπως ήταν. Θα γίνονταν νέοι δρόμοι και κανονικά τετράγωνα.
Υπήρχε ένα ισοσκελές τρίγωνο με κορυφή τη σημερινή πλατεία Ομονοίας, σκέλη τις οδούς Πειραιώς και Σταδίου, και βάση την οδό Ερμού. Οι άκρες ήταν ο Πειραιάς, το Στάδιο και η Ακρόπολη. Στα πόδια της άνοιγε και απλωνόταν η πόλη. Στην κορυφή του τριγώνου θα γίνονταν τα ανάκτορα, κορυφή της κρατικής εξουσίας
Ο προσανατολισμός των σκελών του τριγώνου δεν ήταν τυχαίος: «Συναντώνται», σημειώνουν οι Κλεάνθης και Σάουμπερτ στο υπόμνημά τους, «κατά τοιούτον τρόπον ώστε ο εξώστης των Βασιλικών ανακτόρων να απολαμβάνει ταυτοχρόνως του γραφικού Λυκαβηττού, του Παναθηναϊκού Σταδίου, της πλούσιας εις υπερήφανους αναμνήσεις Ακροπόλεως, και των πολεμικών και εμπορικών πλοίων του Πειραιώς» (Μπίρης). Οι οδοί Πειραιώς και Σταδίου διακόπτονταν, συμμετρικά ως προς τα Ανάκτορα, από τις αντίστοιχες τετράγωνες πλατείες Μπόρσας (Χρηματιστηρίου) και Θεάτρου. Είναι οι σημερινές Πλατείες Κουμουνδούρου και Κλαυθμώνος, οι οποίες πράγματι είναι συμμετρικές, κάτι που δεν το συνειδητοποιεί κανείς εύκολα μέσα στο σημερινό χάος της Αθήνας. Οι Πειραιώς και Σταδίου κατέληγαν σε δυο κυκλικές πλατείες-όρια της Πόλης: η μεν πλατεία Κέκροπος στη μεγάλη διασταύρωση των δυτικών παραδοσιακών υπεραστικών οδών της παλιάς πόλης κοντά στο σημερινό Γκάζι, η δε πλατεία Μουσών στην ανατολική Πύλη των Μεσογείων, τη σημερινή πλατεία Συντάγματος. Το πιο ωραίο ήταν τα βουλεβάρτα που ένωναν τις πλατείες δημιουργώντας ένα τετράγωνο. Θα είχαμε κι εμείς βουλεβάρτο υπό τας φιλύρας, τους κέδρους, ή τους ευκαλύπτους, τι προτιμάτε;
Οργανωμένα συμφέροντα ανοργανωσιάς
Το σχέδιο εγκρίθηκε, ξεκίνησαν οι εργασίες, αλλά μόλις χαράχτηκαν οι γραμμές στο έδαφος και είδαν πόσες πολλές απαλλοτριώσεις έπρεπε να γίνουν, αμέσως άρχισαν οι αντιρρήσεις από τους οικοπεδούχους. Αυτοί που είχαν αγοράσει 70 λεπτά το στρέμμα ήθελαν τώρα να γίνει η εκτίμηση με τιμή 3 δραχμές. Έκαναν επιτροπές, προτάσεις ελιγμούς, κόψε ράψε το σχέδιο, να στενέψει η Ερμού, να φαγωθεί μια στοά, μια αγορά, να γίνουν 12 μ. οι δρόμοι αντί για 15 από την Αιόλου και ανατολικά, να στενέψει η Σταδίου, να στενέψει η Πειραιώς. Τα δέχτηκαν αυτά, ξαναεγκριθηκε το σχέδιο. Μετά άρχισαν να διαμαρτύρονται οι οικοπεδούχοι που θα απαλλοτρίωναν, κοντά στην Ακρόπολη, γιατί η πρόταση για την απαλλοτρίωση ήταν για 20 λεπτά.
Βρήκαν και γι αυτό μια λύση συμβιβαστική, δόθηκε η υπόσχεση ότι θα το αναλάβει ο Δήμος που θα δημιουργούνταν με λεφτά του κράτους. Και μετά έγινε η θεμελίωση με χαρές και πανηγύρια. Πάει να ξεκινήσει η χάραξη, αλλά βγαίνει ένας μηχανικός και λέει, δεν γίνεται, δεν χαράζεται αυτό το σχέδιο. Αδύνατον. Δεν είναι καλά σχεδιασμένο, θα δημιουργηθούν διαφορές στους οικοπεδούχους. Σταμάτησαν όλες οι εργασίες, περίμεναν τα καράβια με τα οικοδομικά υλικά, δεν κινούνταν τίποτε.
![]() |
| Το βασανιστήριο της αργής ερείπωσης των διατηρητέων |
Ο Μάουρερ, ο νομομαθής αντιβασιλιάς, ήρθε επειγόντως στην Αθήνα. Το θέμα στην ουσία ήταν τα οικόπεδα, πώς δεν θα χάνανε εκτάσεις όταν θα περνούσαν οι δρόμοι. Υπήρχαν ιδιοκτήτες που έσπερναν φήμες. Ακουγόταν ας πούμε ότι θα ερχόταν ο Κριεζώτης από την Εύβοια με στρατό, με τα παλικάρια του, για να μην αφήσει να περάσει ο δρόμος από το κτήμα του το Ροδακιό, Ερμού και Βουλής.
Τους ερχόταν βαριά τόση ρυμοτομία, τόση οργάνωση, όλων αυτών των ανθρώπων που είχαν συνηθίσει προφανώς να ζουν με άλλες συνθήκες.
Για να λυθεί το αδιέξοδο ειδοποιήθηκε ο Λουδοβίκος της Βαυαρίας, κι έστειλε τον Λέον Φον Κλέντσε εδώ να βοηθήσει την κατάσταση. Ήταν ο βασιλικός αρχιτέκτονας και πολεοδόμος. Το σχέδιο Κλεάνθη- Σάουμπερτ ήταν πολύ φιλόδοξο για τα μέσα που διέθετε το κράτος και για τις απαιτήσεις των οικοπεδούχων. Δεν υπήρχαν λεφτά για τόσες απαλλοτριώσεις.
Ο Κλέντσε μίκρυνε την πόλη. Λιγότερο σχέδιο. Λιγότερα προβλήματα. Στένεψε τους φαρδείς δρόμους. Έστριψε σε κάποια σημεία που υπήρχαν κτήματα πολύ δύσκολο να απαλλοτριωθούν, γενικά υποχώρησε σε έκταση δημόσιων χώρων. Επίσης κατάργησε τα βουλεβάρτα, και δυστυχώς δεν λείψανε σε κανέναν να τα ζητήσει και να γίνουν. Έτσι έγινε η Αθήνα χωρίς βουλεβάρτα. Ακόμα και η λέξη εξαφανίστηκε από τη γλώσσα πριν καν φυτευτεί. Ας στεναχωρηθούν και οι φιλόλογοι λίγο. Ήρθε μετά ως μπουλβάρ, θεατρικό είδος, και άντε να σου θυμίσει χαμένες λεωφόρους με δενδροστοιχίες.
Και στην παλιά πόλη, είπε ο Κλέντσε, δεν χρειάζεται να γίνουν ευθείες οι δρόμοι. Ας μείνουν όπως είναι. Γενικά του άρεσαν τα γραφικά μεσαιωνικά δρομάκια.
Έτσι κουτσουρεμένο το σχέδιο εγκρίθηκε ξανά. Ο Κλέντσε είχε αλλάξει και όλα τα ονόματα των Κλεάνθη Σάουμπερτ, δημιουργώντας κάποιο χάος στην πρώτη πολεοδόμηση της Αθήνας.
Πολύ συχνά οι ιστορικοί, τα βάζουν με τον Κλέντσε. Αυτός φταίει για όλα, που στένεψε τους δρόμους, έκανε λοξή τη Σταδίου, τη λένε Σταδίου και στο Στάδιο δεν φτάνει. Ο Μπίρης τον κατηγορεί για τις απόψεις του γενικότερα και για το ότι άλλαξε τα ονόματα των δρόμων. Υποπτεύεται ότι ήθελε να εκμεταλλευτεί τη δουλειά των προηγούμενων, αφού εξέδωσε μετά στη Γερμανία το σχέδιο χωρίς να τους αναφέρει. Αυτόν λοιπόν πρέπει να καταριόμαστε για το χάλι μας το σημερινό!
Και το κάνουμε με ευκολία, γιατί ήταν και γερμανός. Ενώ ο έλληνας είχε κάνει το καλό το σχέδιο που δεν άφησε η Βαυαροκρατία να εφαρμοστεί! Αυτές οι απόψεις είναι αρκετά διαδεδομένες, έχουν υποστηριχτεί πολύ σοβαρά από πολλούς συγγραφείς πχ τον Δημήτρη Φωτιάδη στο έργο του «Όθων», που είχε μεγάλη διάδοση στο αριστερό κοινό, και ακόμα συχνά ανακυκλώνονται. Στη γνωστή πια ανάγκη να φορτωθούν όλα στους κακούς ξένους αφήνονταν έκδηλες και οι αντιφάσεις της άποψης αυτής. Λες και δεν ήταν η στάση των κατοίκων που έκανε αδύνατη την υλοποίηση του σχεδίου. Ο Κλέντσε απλώς πρότεινε έναν συμβιβασμό με το κύρος μάλιστα του «βασιλικού αρχιτέκτονα» για να μπορέσουν να ξεκινήσουν να χτίζουν.
Τα βιβλία πάντως που αναφέρω εδώ είναι πολύ πιο νηφάλια και παραδέχονται ότι η κυριότερη αιτία για τη διαρκή μείωση των δημόσιων χώρων ήταν η αντίσταση των ιδιοκτητών, κι αν έφταιγαν σε κάτι οι Βαυαροί ήταν το ότι δεν μπορούσαν να τους παρακολουθήσουν σε όλους τους τρομερούς ελιγμούς που έκαναν και τις καθυστερήσεις που προκαλούσαν.
Για να χτιστεί η Αθήνα προσέφεραν πολλοί εθνικοί ευεργέτες χρήματα για τα δημόσια κτίρια. Χρειάζονταν όμως περισσότεροι ευεργέτες. Όλοι οι κτηματίες, οι οικοπεδούχοι, όλοι οι ιδιοκτήτες έπρεπε να είναι ευεργέτες, για να προσφέρουν στους δρόμους και στις πλατείες το χώρο που χρειάζονταν. Έκαναν ακριβώς το αντίθετο. Πολέμησαν σθεναρά για κάθε μέτρο πεζοδρομίου που ζητούσε το σχέδιο. Τέσσερις φορές κόντεψαν να καταφέρουν να μικρύνει το Σύνταγμα, και χρειάστηκε ο Όθων να επέμβει για να σταματήσουν. Η μισητή απόλυτη μοναρχία είχε και αυτή την πλευρά, που προφανώς την έκανε ακόμα πιο μισητή. Ανάγκαζε τους ιδιοκτήτες να απαλλοτριώνουν μέτρα των οικοπέδων τους και των κτημάτων τους για να γίνονται δρόμοι. Δέκα χρόνια ακόμα να είχε κρατήσει η μισητή μοναρχία, η Αθήνα πιθανότατα θα είχε μεγαλύτερες πλατείες και πεζοδρόμια. Εξάλλου πολλές μεγάλες πόλεις ευρωπαϊκές απέκτησαν μεγάλους δρόμους χάρις σε απόλυτους μονάρχες. Ίσως η έννοια της φωτισμένης μοναρχίας να δικαιώνεται εκ των υστέρων χάρις στο φως που μπορεί να απολαμβάνει κανείς όταν ζει και κυκλοφορεί σε δρόμους φαρδείς, σε πόλεις με πλατείες.
![]() |
| Η Ομόνοια σήμερα |
Η μοίρα της Αθήνας
Η Αθήνα δυστυχώς δεν μπόρεσε να αποκτήσει άλλα τέτοια σχέδια, πέρα από το βασικό της τρίγωνο. Στα όρια του τα μεγάλα χτήματα ρυμοτομήθηκαν με τον στενότερο και πυκνότερο δυνατό τρόπο από τους ίδιους τους κτηματίες. Μικρά οικόπεδα, για να πουληθούν εύκολα, στενοί δρόμοι αλλά πυκνοί δρόμοι, για να έχει να τους φροντίζει το κράτος, στενά πεζοδρόμια, για να μη χαθούν εκτάσεις, καθόλου πλατείες ούτε και τίποτε που να μοιάζει με χώρο δημόσιο. Με βάση τα σχέδια αυτά πουλούσαν τα οικόπεδα, στη συνέχεια με την πολιτική πίεση των πολλών ιδιοκτητών το σχέδιο εγκρινόταν. Έτσι επεκτάθηκε η Αθήνα, έτσι χτίστηκε η Ελλάδα σε γενικές γραμμές.
Στα μικρά εκείνα οικόπεδα χτίστηκαν σπίτια που φάνταζαν δυσανάλογα επιβλητικά με το ασφυκτικό τους πλαίσιο, είχαν ωστόσο σε πρώτη φάση το νεοκλασσικό τους στυλ πολύ συχνά, τα φουρούσια και τα ακροκέραμά τους, τις καρυάτιδες και τα αετώματα τους, ακόμα και λίγη αυλίτσα ή κηπάκι. Δεν είχαν δρόμο μπροστά, δεν είχαν αρκετό πεζοδρόμιο, αλλά η έλλειψη αυτή ξεχνιόταν για να κληρονομηθεί στα παιδιά που θα έχτιζαν την πολυκατοικία.
Είκοσι χρόνια ακόμα αν είχε κρατήσει η μισητή απόλυτη μοναρχία, μπορεί να είχαν αποκτήσει σχέδιο τα Εξάρχεια και η Κυψέλη. Όμως η Ιστορία δεν έχει «αν». Ο Όθων έφυγε αφήνοντας το τρίγωνο του Κλεάνθη συμβιβασμένο με την πραγματικότητα ακόμα περισσότερο από όσο το είχε συμβιβάσει ο Κλέντσε. Για να το γλεντήσουν, την ίδια νύχτα που επιβιβάστηκε στο πλοίο, οι πολιτικοί του εχθροί, ή απλώς κάποιοι νεαροί που ήθελαν να ξεδώσουν, βγήκαν κι έσπασαν όλα τα φανάρια της Αθήνας.
«Ως τον Ξέρξην οι αρχαίοι υπό τον Θεμιστοκλέα
Κατετρόπωσαν και ούτοι τον απόντα βασιλέα,
Κι έθραυσαν αρειμανίως, αντιστάσεως μη ούσης,
Εν μια νυχτί και μόνη τους φανούς της πρωτευούσης».
Δ. Οικονομίδης.
(Σας θυμίζει τίποτε αυτό; Βρε πώς δεν αλλάζουν οι καιροί)
Μόλις έδιωξαν τον Όθωνα άρχισαν να στενεύουν δρόμους. Οι πρασιές της λεωφόρου Κηφισιάς από 30 μέτρα έγιναν 15. Με διάταγμα μεγάλωσαν τα οικόπεδα της πλατείας Ομονοίας σε βάρος της πλατείας. Με άλλα διατάγματα στένεψαν την οδό Γεωργίου Σταύρου από 20 μέτρα σε 12. Στένεψαν δρομάκια της παλιάς πόλης, Τη Βορέου, Θεάτρου και Παλλάδος.
Τα Αναφιώτικα χτίστηκαν ακριβώς εκείνη την εποχή, στη Μεσοβασιλεία..
![]() |
| Μεταξουργείο, σπίτια ζωντανά- νεκρά |
Οι Γερμανοί έπρεπε να είναι πιο Γερμανοί.
Παρ’ όλες αυτές τις δυσκολίες η Αθήνα χτίστηκε νεοκλασική. Για μερικές δεκαετίες, μέχρι τη μικρασιατική καταστροφή τουλάχιστον, υπήρξε η πόλη που πραγμάτωνε το κλασικό ιδανικό, ειδικά αν την έβλεπες σε φωτογραφίες και δεν χρειαζόταν να περπατάς στη σκόνη της και να ανασαίνεις τη βρώμα από τα μολυσμένα ποτάμια της, γιατί οι υποδομές ακολουθούσαν με μεγάλη καθυστέρηση την πραγμάτωση του οράματος. Εδώ οι Γερμανοί δεν ήταν τόσο αποτελεσματικοί θα θέλαμε, ούτε τόσο γρήγοροι. Τους έφαγε κι αυτούς το όραμα.
Η έννοια του νεοκλασικισμού βέβαια έχασε σιγά- σιγά το χαρακτηριστικό της λιτότητας. Ο Τσίλερ, άλλος γερμανός που αγαπήθηκε στην Ελλάδα από φτωχούς και πλούσιους, ελάφρωσε το ύφος των κτιρίων και στόλισε τους τοίχους, τις κολώνες, τα μπαλκόνια, ό,τι μπορούσε. Ξέχασε τις πολλές αυστηρότητες και λιτότητες, εξάλλου στον τόπο αυτό η εξουσία δεν είχε ευθείες. Αυτό που θεωρούμε παραδοσιακό στυλ είναι πάνω- κάτω η δική του άποψη για τον κλασικισμό, με τις καρυάτιδες και τα ακροκέραμά του, τα φουρούσια και τις στοές, τα ένθετα μοτίβα, όλα αυτά τα διακοσμητικά στοιχεία που πουλιόνταν αργότερα σε μάντρες για όποιον ήθελε να στολίσει το σπίτι του.
Αυτή είναι η αθηναϊκή παράδοση, τα ιδεώδη των γερμανών κι εν συνεχεία οι επινοήσεις και οι αποκλίσεις τους από το στυλ που ανακάλυψαν εκείνοι στην Ελλάδα. Μια παράδοση που υποτίθεται ότι αγαπήθηκε, αλλά καταστράφηκε με τρομερή ευκολία, γιατί έπρεπε οι νέοι οικοπεδούχοι να βγάλουν κι αυτοί κέρδη από
τη γη τους αντίστοιχα με όσα είχαν βγάλει οι παλιότεροι.
Η κριτική του ελληνοκεντρισμού
Πριν αρκετές δεκαετίες μου είχε κάνει εντύπωση μια ρήση του Χατζιδάκη σχετικά με την Αθήνα. Κατηγορούσε όλα τα νεοκλασικά με το γνωστό αφοριστικό ύφος που έπαιρνε όταν ήθελε να σοκάρει. Και τουλάχιστον εμένα με είχε σοκάρει, τόσο που δεν ξέχασα ποτέ τη φράση εκείνη, κι ας μην την ανέφερε ξανά κανείς. «Θα γκρέμιζα ευχαρίστως όλα τα νεοκλασικά της Αθήνας» είχε πει. Τι εννοούσε; Και γιατί το έλεγε σε μια εποχή που τα νεοκλασικά γκρεμίζονταν ούτως ή άλλως με ρυθμούς ιλιγγιώδεις; Χρόνια προσπαθούσα να καταλάβω. Τον ενοχλούσε το γεγονός ότι το νεοκλασικό στυλ ήταν αυτό που λέμε «ξενόφερτο»; Ότι είχε παραγίνει το κακό (κακό;) με τις γύψινες Καρυάτιδες και τα φουρούσια; Ήταν απλώς μια δήλωση πίστης στο μοντερνισμό την οποία ένιωθε ότι όφειλε ως καλλιτέχνης να την κάνει;
Επειδή ακόμα το σκέφτομαι, έχω καταλήξει στο συμπέρασμα ότι πίστευε, όπως πολλοί καλλιτέχνες σε κείνη τη φάση, πως υπήρχε κάποια ελληνική αρχιτεκτονική, γνήσια, λαϊκή που θα ήταν καλύτερη από την πλαστή αναβίωση των κλασικών γραμμών. Ήταν η εποχή που οι μουσικοί ανακάλυπταν το ρεμπέτικο και οι ποιητές το Αιγαίο, υπήρχε μια σχεδόν μεταφυσική αφοσίωση στην «ελληνικότητα» που δεν μας έκανε και τόσο καλό εν τέλει, αν σκεφτούμε σε τι είδους νοοτροπίες εξέβαλαν αυτά τα ρεύματα. Ίσως βέβαια να είχε δίκιο. Τα κτίρια πριν τους οραματιστές γερμανούς ήταν πιο απλά, και ίσως θα μπορούσε κανείς να αναπαράγει διάφορους ρυθμούς αρχιτεκτονικούς από την ίδια την Αθήνα ή από άλλες πόλεις, χωρίς τα οράματα του νεοκλασικισμού. Και τότε μπορεί να ανακάλυπτε ότι το γνήσιο ελληνικό θα ήταν κατά βάθος βενετικό ή ρώσικο, δεν ξέρω. Είπαμε στην Ιστορία δεν υπάρχει «αν»
Προσωπικά έχω καταλήξει στο συμπέρασμα ότι κι αν ακόμα οι Γερμανοί δεν σχεδίαζαν τίποτε σαν αρχιτέκτονες και άφηναν τους απλούς γνήσιους Έλληνες να φτιάξουν την Αθήνα με απλά κτίρια, θα έπρεπε τουλάχιστον να παρέμβουν σαν πολεοδόμοι, γιατί οι απλοί γνήσιοι έλληνες θα επινοούσαν ίσως ανεμόσκαλες ή κάτι τέτοιο για να κυκλοφορούν από ιδιοκτησία σε ιδιοκτησία προκειμένου να απαλλοτριώσουν λίγες λουρίδες από τα οικόπεδά τους. Τέλος πάντων, ευτυχώς που η φίλη του Χατζιδάκη, η Μελίνα Μερκούρη ως υπουργός Πολιτισμού δεν τον άκουσε κι έφτιαξε το νόμο για τα διατηρητέα, να απομείνει και κάτι από κείνο το παράξενο όραμα.. Γερμανικό, Βαυαρικό, ευρωπαϊκό, όπως και να το ονομάσουμε δεν παύει να είναι στο βάθος μιας εικόνας που έχουμε για την Αθήνα και αναδύεται από τις γωνιές της ακόμα και μας στοιχειώνει και μας ψιθυρίζει ότι μπορούσαμε, ίσως ακόμα μπορούμε, ίσως και να αξίζουμε, ένα περιβάλλον καλύτερο, μια αληθινά όμορφη πόλη.
Αλλοιωμένο, νοθευμένο, συμβιβασμένο το σχέδιο των Κλεάνθη Σάουμπερτ και μετέπειτα Κλέντσε υπήρξε το μόνο που πρόλαβε να γίνει πριν την πόλη. Οι επεκτάσεις πέρα από τα όρια του γίνονταν με βάση τα σχέδια που υπέβαλαν οι κτηματίες μαζί με τους αγοραστές τους. Στενοί και πολλοί δρόμοι, καθόλου πλατείες, καμία πρόβλεψη για ένταξη στις υπάρχουσες δομές. Έτσι σχηματίστηκε η τεράστια αυτή πόλη, και όταν τα παλιά της σπίτια έδωσαν τη θέση τους στις πολυκατοικίες, η κατάσταση έγινε ασφυκτική. Τα μόνα μέρη όπου μπορείς να πας μια βόλτα και αντικρίσεις ανοιχτούς ορίζοντες είναι αυτό το κομμάτι που σχεδίασαν κάποτε οι γερμανοί και οι γερμανοσπουδαγμένοι, τιμώντας τα ιδανικά τους.
![]() |
| Κυψέλη, δεκαετία 1970 |
Κυριότερη βιβλιογραφία:
Κώστας Μπίρης, Αι Αθήναι απο του 19ου εις τον 20ον αιώνα, α έκδοση ΑΘήνα 1966
Αλέξανδρος Παπαγεωργίου Βενετάς, ΑΘήνα, ένα όραμα του κλασικισμού, μτφρ Παναγιώτα ΣΙέτη, εκδόσεις Καπόν, Αθήνα 2001.
Παρασκευή 28 Μαΐου 2010
Ανεμος Μέρκελ να ήταν;
Σύνταγµα, ώρα καθηµερινή, πρωί µε απεργία και διαδήλωση, τα συνηθισµένα. Οι αστυνοµικοί κλείνουν τον δρόµο µε τη γνωστή κορδέλα, οι τελευταίοι εποχούµενοι προσπαθούν να ξεφύγουν. Φυσάει, διάφορα χαρτιά σε πετυχαίνουν στο πρόσωπο καθώς προσπαθείς να περάσεις ανάµεσα στην απερίγραπτη λαµαρινοσαλάτα. Ενα µηχανάκι καβαλάει το πεζοδρόµιο και τότε συµβαίνει το αναπάντεχο. Ενας αστυνόµος του φωνάζει να γυρίσει πίσω.
Βρισκόµαστε στο πεζοδρόµιο πέντε - έξι άνθρωποι και γυρίζουµε µηχανικά να δούµε. Ακούµε την απίστευτη φράση από τα αστυνοµικά χείλη, να προφέρεται καθαρά, µε δυνατή φωνή. «Γιατί ανέβηκες στο πεζοδρόµιο;».
Το γράφω και σχεδόν δεν το πιστεύω, ας έγινε µπροστά στα µάτια µου. Ο οδηγός στο µηχανάκι έµεινε άφωνος. Προφανώς δεν το περίµενε, πόσες φορές θα έχει ξαναχρησιµοποιήσει το πεζοδρόµιο κι ούτε πεζοί δεν θα έχουν πει κιχ; Και µέσα στον χαµό της απεργίας και της διακοπής κυκλοφορίας ο αστυνοµικός να θυµηθεί κάτι τόσο ασήµαντο; Λες και βρισκόταν στη Γερµανία ξαφνικά και έπρεπε όλοι να τηρούµε τον νόµο βρέχει χιονίσει.
Ανεµος Μέρκελ σα να φυσούσε µπροστά στη Βουλή κι έπαιρναν τα µυαλά µας αέρα. Οτι λέει γίναµε Γερµανία κι εµείς, σεβόµαστε τον Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας. «Να πας από τον δρόµο», είπε ο αστυνοµικός κι ακούστηκαν αµέσως πέντε µπράβο από τους πεζούς. Κοιταχτήκαµε και χαµογελάσαµε συγκινηµένοι, σαν άνθρωποι που ζουν αναπάντεχα µια σπάνια εµπειρία. Μήπως να ανταλλάσσαµε τηλέφωνα, να µαζευόµαστε και να θυµόµαστε πώς ακριβώς είχε γίνει;
Για µια στιγµή µας χτύπησε ο αέρας µε την ψευδαίσθηση ότι θα ζητήσει η «γερµανίδα νοικοκυρά» κι άλλες προδιαγραφές για να µας δώσει δάνειο, δεν τη νοιάζει µόνο για τα λεφτά, θέλει γενικότερες αλλαγές στη ζωή µας, κι ήρθε η ώρα να τις κάνουµε, δεν πάει άλλο.
Υστερα αποµακρυνθήκαµε και τα ξεχάσαµε όλα.
Βρισκόµαστε στο πεζοδρόµιο πέντε - έξι άνθρωποι και γυρίζουµε µηχανικά να δούµε. Ακούµε την απίστευτη φράση από τα αστυνοµικά χείλη, να προφέρεται καθαρά, µε δυνατή φωνή. «Γιατί ανέβηκες στο πεζοδρόµιο;».
Το γράφω και σχεδόν δεν το πιστεύω, ας έγινε µπροστά στα µάτια µου. Ο οδηγός στο µηχανάκι έµεινε άφωνος. Προφανώς δεν το περίµενε, πόσες φορές θα έχει ξαναχρησιµοποιήσει το πεζοδρόµιο κι ούτε πεζοί δεν θα έχουν πει κιχ; Και µέσα στον χαµό της απεργίας και της διακοπής κυκλοφορίας ο αστυνοµικός να θυµηθεί κάτι τόσο ασήµαντο; Λες και βρισκόταν στη Γερµανία ξαφνικά και έπρεπε όλοι να τηρούµε τον νόµο βρέχει χιονίσει.
Ανεµος Μέρκελ σα να φυσούσε µπροστά στη Βουλή κι έπαιρναν τα µυαλά µας αέρα. Οτι λέει γίναµε Γερµανία κι εµείς, σεβόµαστε τον Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας. «Να πας από τον δρόµο», είπε ο αστυνοµικός κι ακούστηκαν αµέσως πέντε µπράβο από τους πεζούς. Κοιταχτήκαµε και χαµογελάσαµε συγκινηµένοι, σαν άνθρωποι που ζουν αναπάντεχα µια σπάνια εµπειρία. Μήπως να ανταλλάσσαµε τηλέφωνα, να µαζευόµαστε και να θυµόµαστε πώς ακριβώς είχε γίνει;
Για µια στιγµή µας χτύπησε ο αέρας µε την ψευδαίσθηση ότι θα ζητήσει η «γερµανίδα νοικοκυρά» κι άλλες προδιαγραφές για να µας δώσει δάνειο, δεν τη νοιάζει µόνο για τα λεφτά, θέλει γενικότερες αλλαγές στη ζωή µας, κι ήρθε η ώρα να τις κάνουµε, δεν πάει άλλο.
Υστερα αποµακρυνθήκαµε και τα ξεχάσαµε όλα.
Δευτέρα 24 Μαΐου 2010
Τι είναι η πατρίδα μου; Τα πεζοδρόμια της Κυψέλης
Η πατρίδα μου είναι κυρίως οι λάκκοι του πεζοδρομίου. Εκεί που το σώμα μου πρέπει να προφυλάσσεται από την πτώση, εκεί που ουσιαστικά προσαρμόζεται σε απρόσμενες καμπύλες, σε ελλοχεύοντες κινδύνους, και ανάλογα διαμορφώνεται. Πόσες ώρες της μέρας περνώ περπατώντας σε σπασμένα πεζοδρόμια, προσέχοντας να μη σκοντάψω; Δεν υπολογίζονται. Αλλά αυτά είναι ο κόσμος που με τριγυρίζει.
Η γειτονιά ήταν πάντα έτσι. Λένε πολλοί πως κάποτε ήταν καλύτερη. Ζούσαν εδώ αστοί και μικροαστοί, σε μονοκατοικίες. Όντως, το θυμάμαι αυτό, είμαι πια μεγάλος άνθρωπος, σε ηλικία. Υπήρχαν κήποι και μονοκατοικίες, όμως τα πεζοδρόμια ήταν πάντα το ίδιο στενά. Μάλιστα τότε ήταν και στενότερα. Από ένα σημείο κι έπειτα οι πολυκατοικίες παραχωρούσαν αναγκαστικά χώρο στο πεζοδρόμιο, την περίφημη στοά.
Γιατί ήταν τόσο στενά τα πεζοδρόμια, γιατί ήταν τόσο στενοί οι δρόμοι; Η Κυψέλη δεν ήταν πόλη της Τουρκοκρατίας, να έχει φτιαχτεί από την αρχή με δρόμους όπου χωράνε να διασταυρωθούν μόνο δυο μουλάρια. Δεν ήταν ορεινή, να μη μπορείς να χαράξεις δρόμους φαρδύτερους. Για ποιο λόγο σχεδιάστηκε έτσι αυτή η γειτονιά; Αυτό ήταν κάτι που προσπαθούσα να καταλάβω από την εποχή που συνειδητοποίησα ότι οι άνθρωποι σχεδιάζουν τις πόλεις και θα μπορούσαν θεωρητικά να έχουν σχεδιάσει ακόμα και την Κυψέλη. Ή τις άλλες γειτονιές της Αθήνας.
Όμως βέβαια το μυστικό είναι ότι οι γειτονιές της Αθήνας δεν σχεδιάστηκαν ποτέ. Το κέντρο, το περίφημο τρίγωνο με την Ακρόπολη στην άκρη, αυτό ναι, σχεδιάστηκε κάποτε, κι όσο κι αν το σχέδιο αλλοιώθηκε, αισθάνεται κανείς ακόμα και σήμερα ότι οι άνθρωποι είχαν δεχτεί την ανάγκη, χτίζοντας μια πόλη, να έχει πλατείες και λεωφόρους, ανοίγματα, κήπους, ανάσες. Όμως οι γειτονιές δεν έγιναν έτσι. Χτίστηκαν πριν προλάβουν να σχεδιαστούν, και δεν ήταν θέμα χρόνου. Υπήρχε κάτι εκεί που ίσως τώρα μόνο μπορούμε να καταλάβουμε, τώρα που υφιστάμεθα τις συνέπειες της αδυναμίας – και ίσως και αδιαφορίας- των πολιτικών να ρυθμίσουν βασικούς κανόνες.
Οι γειτονιές χτίστηκαν πάνω σε χτήματα. Υπάρχουν ακόμα μερικά ονόματα ιδιοκτητών, Ζωγράφου, Γουδί, Κυπριάδου, κλπ, που θυμίζουν ότι οι γειτονιές ήταν στην αρχή ιδιοκτησίες. Μεγάλα χτήματα που είχαν πουληθεί όσο- όσο από τους Τούρκους που έφυγαν βιαστικά το 1830. Αυτοί που τα αγόρασαν τότε με ελάχιστα σχετικά χρήματα, εννοούσαν να βγάλουν από αυτά το μέγιστο δυνατό κέρδος.
Δεν ξέρω ποιοι ακριβώς άνθρωποι είχαν ποια ακριβώς χτήματα και πώς συμπεριφέρθηκε πολεοδομικά ο καθένας, αλλά η γενική εικόνα δεν επιτρέπει να φανταστούμε πολλές εξαιρέσεις. Στην Κυψέλη ας πούμε είχε το σπίτι του ο Κανάρης, άρα μπορούμε να υποθέσουμε ότι θα είχε κάποιο μεγάλο χτήμα εδώ το οποίο έκοψε και πούλησε ακριβώς όπως έκαναν όλοι, αυτός ή οι κληρονόμοι του. Δηλαδή, με βάση ένα σχέδιο του ίδιου του κτηματία πουλιόνταν τα οικόπεδα, κι όταν μαζεύονταν αρκετοί αγοραστές γίνονταν μια μικρή πολιτική δύναμη που μπορούσε να πιέσει για να αποσπάσει την έγκριση. Έτσι απέκτησε ‘σχέδιο’ η Αθήνα.
Και φυσικά ήταν ένα σχέδιο με πολλούς δρόμους, για να μπορούν να κοπούν πολλά οικόπεδα που θα πουλιόνταν εύκολα, στενούς δρόμους, για να μη χάνει γη ο ιδιοκτήτης, χωρίς πλατείες και λεωφόρους για τον ίδιο λόγο, με στενά πεζοδρόμια για να μη χάνουν χώρο τα οικόπεδα, κοκ.
Οι ιδιοκτήτες λοιπόν έκαναν τη δουλειά τους. Οι πολιτικοί όμως, οι κυβερνήσεις, οι πολεοδομίες, όλοι όσοι το επέτρεπαν αυτό, δεν έκαναν καλά τη δική τους. Εκείνη την πρώτη στιγμή δεν αντιστάθηκαν σε αυτή την απαίτηση, κανένας, ποτέ. Μπήκαν οι βάσεις στραβά. Κι άντε μετά να το διορθώσεις.
Βέβαια, τα πρώτα σπίτια ήταν μικρά, και η κατάσταση ήταν πιο υποφερτή. Όμως από τότε τα πεζοδρόμια ήταν στενά, δεν υπήρχαν χώροι, ασφυκτιούσε ο διαβάτης. Εγώ ας πούμε, θυμάμαι πολύ καλά ότι ακόμα και πριν σαράντα χρόνια δεν μπορούσαμε να παίξουμε στην Κυψέλη, ακόμα και τότε υπήρχαν μόνο οι αυλές μερικών σπιτιών, και το πάρκο. Το Πεδίο του Άρεως. (Πάρκο το λέγαμε. Πολύ μεγάλη έμαθα ότι λέγεται Πεδίο του Άρεως).
Από τότε λοιπόν το συμφέρον του μεγάλου, ας πούμε έτσι τον πρώτο ιδιοκτήτη γης, σε συνδυασμό με το συμφέρον του μικρού, του αγοραστή οικοπέδου που ο μεγάλος είχε σχεδιάσει, κατάφεραν να υπερισχύουν μιας λογικής σχεδίου πόλεως. Τους δρόμους τους χάραζαν ‘γεωμέτρες’, άνθρωποι εμπειρικοί που ήξεραν την πιάτσα και κυρίως τα όρια των ιδιοκτησιών, και έχαιραν σεβασμού εκατέρωθεν: από τους ιδιοκτήτες κι από τις Υπηρεσίες όπου μάλλον οι υπάλληλοι θα βαριούνταν να πολυασχοληθούν. Ή δεν θα τους άφηναν.
Έτσι έγινε η Κυψέλη, κι όλα τα υπόλοιπα. Αν και η Κυψέλη παράγινε. Αν ήταν του Κανάρη δηλαδή τα χτήματα, τι να πω; Πρέπει να το ψάξω, αλλά ο ναύαρχος θα μας έχει κληροδοτήσει μεγάλο βάσανο, αν ήταν αυτός λέμε. Δεν ξέρω πώς να το ανακαλύψω, θα θέλει μεγάλη δουλειά φαντάζομαι, και δε με βλέπω να την κάνω. Αλλά θα μου πεις, ήταν στρατηγός, ναύαρχος, πολέμαρχος και πυρπολητής, δεν ήξερε να χτίζει συνοικίες. Σωστό. Άλλοι έπρεπε να αναλάβουν τη δουλειά, κι αυτοί οι άλλοι μάλλον έσπασαν τα μούτρα τους, όσοι νοιάστηκαν, στη μανία των ιδιοκτητών να θησαυρίσουν γρήγορα.
Στενά λοιπόν ήταν πάντα τα πεζοδρόμια, αλλά και από την εποχή του μεσοπολέμου που άρχισαν να χτίζονται οι πρώτες πολυκατοικίες, μέχρι τώρα που γράφουν διάφορες εξυπνάδες του στυλ ‘η Κυψέλη είναι η πιο πυκνοκατοικημένη του κόσμου μετά το Χονγκ Κονγκ’ (οπότε, αφού υπάρχει το Χονγκ Κονγκ έχουμε περιθώρια) δεν έγινε και καμιά εξαίρεση στους πολεοδομικούς κανόνες. Όχι. Η ζήτηση ήταν πάντα για πιο πολύ χτίσιμο, αξιοποίηση, εκμετάλλευση. Κανείς δεν είχε ζωτικό (ζωτικό;) συμφέρον για λιγότερο. Θα έπρεπε δηλαδή ο ΓΟΚ να βάλει από την αρχή όρια, αυστηρά όρια, αφού όλοι έσπρωχναν να στενέψουν, τα όρια. Αλλά γιατί να το κάνει; Αφού από την αρχή η πίεση ήταν για λιγότερα;
Ήρθαν και μένουν στην Κυψέλη χιλιάδες άνθρωποι, αλλα είναι σαν μην κυκλοφορούν στα πεζοδρόμια, να μην τα βλέπουν, να μην υπάρχουν. Ζουν υπεράνω, δεν νοιάζονται, είναι περαστικοί, μέχρι να πεδικλωθούν και να σπάσουν τα μούτρα τους.
Ακόμα και τώρα χτίζονται στην Κυψέλη πολυκατοικίες χωρίς θέσεις πάρκινγκ, χωρίς ουσιαστικά να παραδίνουν πεζοδρόμιο, όπως υποτίθεται ότι δεσμεύονται να κάνουν, και με τη δυνατότητα μεγαλύτερης κάλυψης αν το οικόπεδο είναι γωνιακό. Αυτό πάλι βάσει ποιας λογικής θεσπίστηκε; Μα είπαμε, της λογικής των πιέσεων. Δεν υπήρχε άλλη. Θα έπρεπε να είχαν σιδερένιο χαρακτήρα ακόμα κι εκείνοι οι γεωμέτρες, για να καταφέρουν να χαράξουν δρόμους με τη μανία των ιδιοκτητών να τους καταδιώκει.
Έτσι, με την έχθρα του ιδιωτικού προς το δημόσιο χτίστηκε η γειτονιά αυτή και χτίστηκε ολόκληρη η πόλη. Κάθε μέτρο πεζοδρομίου θεωρείται κλεμμένο από κάποιον ιδιοκτήτη. Λες και θα μπορούσαμε να πετάμε από πάνω, από σπίτι σε σπίτι κι από μπαλκόνι σε μπαλκόνι για να κυκλοφορούμε. Τα υπόγεια των πρώτων πολυκατοικιών, δηλωμένα για αποθήκες, τα έκαναν κατοικίες. Ύστερα οι κατοικίες νομιμοποιήθηκαν και πουλήθηκαν, κι έβγαλαν παράθυρα στα πεζοδρόμια. Οι σκάλες βγήκαν κι αυτές στα πεζοδρόμια. Η ποιότητα ζωής τσαλαπατήθηκε μαζί με την έννοια της πολεοδομίας.
Aκόμα τώρα η έχθρα ανάμεσα στο δημόσιο και στο ιδιωτικό υπάρχει και τη βλέπεις κάθε μέρα. Μια γυναίκα πετά από το μπαλκόνι της μια σακούλα σκουπίδια στο δρόμο. Ένας άντρας δένει τη μηχανή του στο πεζοδρόμιο και το κλείνει τελείως. Αυτοκίνητα χτυπάνε τα δέντρα, σπάνε τις τσιμεντόπλακες, καβαλάνε πεζοδρόμια.
Αν το καλοσκεφτούμε, τα πράγματα θα μπορούσαν να είναι χειρότερα. Να μην υπάρχουν οι ακάλυπτοι ας πούμε. Θα πρέπει να δόθηκε μεγάλη μάχη για τους ακάλυπτους..
Σε αυτά τα στενά πεζοδρόμια υπάρχουν και φρεάτια, ΕΥΔΑΠ, ΔΕΠΑ, κουτιά του ΟΤΕ και δε συμμαζεύεται. Ο δημόσιος χώρος φαγώθηκε από τον ιδιωτικό, με τη συνεργασία και την κατανόηση των δημόσιων οργανισμών. Οι κάδοι των σκουπιδιών είναι άλλη μια νίκη του ιδιωτικού στο δημόσιο, και μάλιστα από τις τελευταίες. Ο πόλεμος συνεχίζεται.
Είναι αξιοθαύμαστο το πώς μπόρεσαν τόσο μαζικά οι ιδιοκτήτες των μονοκατοικιών να ανταλλάξουν τα σπίτια τους με διαμερίσματα και να σηκωθούν μετά να φύγουν, αφού έγινε η κατάσταση αφόρητη. Διευκόλυνε και ο νόμος της αντιπαροχής, απλώς όμως διευκόλυνε. Υπήρχε ζήτηση, αυτή η τάση για γκρέμισμα και χτίσιμο, και χωρίς το νόμο θα έβρισκαν τρόπο οι ορμητικοί εργολάβοι και οι βιαστικοί να αλλάξουν τη ζωή τους ιδιοκτήτες. Για είκοσι χρόνια χτιζόταν η γειτονιά πυρετωδώς, άκουγες σε κάθε γωνιά τις μπετονιέρες να δουλεύουν, μπορούσες να τρελαθείς από το θόρυβο.
Οι ιδιοκτήτες έδιναν το σπίτι τους και να αποκτήσουν ένα ή δυο διαμερίσματα που θα νοίκιαζαν και θα μπορούσαν να φύγουν για καλύτερες γειτονιές. Αυτό έκαναν, έριχναν πίσω τους μαύρη πέτρα. Δεν τους ένοιαζε αν αυτά τα διαμερίσματα, που αποκτούσαν χωρίς να χρειάζεται να δώσουν μετρητά, δεν είχαν χώρο για ένα ποδήλατο, δεν είχαν φως, δεν είχαν αέρα. Είχαν ζήτηση, αυτό μετρούσε.
Έφυγαν όλοι οι παλιοί ιδιοκτήτες. Ύστερα έφυγαν και οι νέοι, εκείνοι που είχαν κάποτε αγοράσει ωραία διαμερίσματα, κι ύστερα κλείστηκαν οι βεράντες τους γύρω- γύρω. Έφυγα κι εγώ, αλλά ξαναγύρισα σε μερικά χρόνια για οικογενειακούς λόγους. Τα πρώτα χρόνια είχα μοτοσικλέτα. Ανέβαινα πάνω κι έφευγα τρέχοντας από την Κυψέλη, να μη τη βλέπω.
Η γειτονιά ήταν πάντα έτσι. Λένε πολλοί πως κάποτε ήταν καλύτερη. Ζούσαν εδώ αστοί και μικροαστοί, σε μονοκατοικίες. Όντως, το θυμάμαι αυτό, είμαι πια μεγάλος άνθρωπος, σε ηλικία. Υπήρχαν κήποι και μονοκατοικίες, όμως τα πεζοδρόμια ήταν πάντα το ίδιο στενά. Μάλιστα τότε ήταν και στενότερα. Από ένα σημείο κι έπειτα οι πολυκατοικίες παραχωρούσαν αναγκαστικά χώρο στο πεζοδρόμιο, την περίφημη στοά.
Γιατί ήταν τόσο στενά τα πεζοδρόμια, γιατί ήταν τόσο στενοί οι δρόμοι; Η Κυψέλη δεν ήταν πόλη της Τουρκοκρατίας, να έχει φτιαχτεί από την αρχή με δρόμους όπου χωράνε να διασταυρωθούν μόνο δυο μουλάρια. Δεν ήταν ορεινή, να μη μπορείς να χαράξεις δρόμους φαρδύτερους. Για ποιο λόγο σχεδιάστηκε έτσι αυτή η γειτονιά; Αυτό ήταν κάτι που προσπαθούσα να καταλάβω από την εποχή που συνειδητοποίησα ότι οι άνθρωποι σχεδιάζουν τις πόλεις και θα μπορούσαν θεωρητικά να έχουν σχεδιάσει ακόμα και την Κυψέλη. Ή τις άλλες γειτονιές της Αθήνας.
Όμως βέβαια το μυστικό είναι ότι οι γειτονιές της Αθήνας δεν σχεδιάστηκαν ποτέ. Το κέντρο, το περίφημο τρίγωνο με την Ακρόπολη στην άκρη, αυτό ναι, σχεδιάστηκε κάποτε, κι όσο κι αν το σχέδιο αλλοιώθηκε, αισθάνεται κανείς ακόμα και σήμερα ότι οι άνθρωποι είχαν δεχτεί την ανάγκη, χτίζοντας μια πόλη, να έχει πλατείες και λεωφόρους, ανοίγματα, κήπους, ανάσες. Όμως οι γειτονιές δεν έγιναν έτσι. Χτίστηκαν πριν προλάβουν να σχεδιαστούν, και δεν ήταν θέμα χρόνου. Υπήρχε κάτι εκεί που ίσως τώρα μόνο μπορούμε να καταλάβουμε, τώρα που υφιστάμεθα τις συνέπειες της αδυναμίας – και ίσως και αδιαφορίας- των πολιτικών να ρυθμίσουν βασικούς κανόνες.
| Πάνω στη χυμένη μπογιά κόλλησαν σπασμένα τζάμια |
Δεν ξέρω ποιοι ακριβώς άνθρωποι είχαν ποια ακριβώς χτήματα και πώς συμπεριφέρθηκε πολεοδομικά ο καθένας, αλλά η γενική εικόνα δεν επιτρέπει να φανταστούμε πολλές εξαιρέσεις. Στην Κυψέλη ας πούμε είχε το σπίτι του ο Κανάρης, άρα μπορούμε να υποθέσουμε ότι θα είχε κάποιο μεγάλο χτήμα εδώ το οποίο έκοψε και πούλησε ακριβώς όπως έκαναν όλοι, αυτός ή οι κληρονόμοι του. Δηλαδή, με βάση ένα σχέδιο του ίδιου του κτηματία πουλιόνταν τα οικόπεδα, κι όταν μαζεύονταν αρκετοί αγοραστές γίνονταν μια μικρή πολιτική δύναμη που μπορούσε να πιέσει για να αποσπάσει την έγκριση. Έτσι απέκτησε ‘σχέδιο’ η Αθήνα.
Και φυσικά ήταν ένα σχέδιο με πολλούς δρόμους, για να μπορούν να κοπούν πολλά οικόπεδα που θα πουλιόνταν εύκολα, στενούς δρόμους, για να μη χάνει γη ο ιδιοκτήτης, χωρίς πλατείες και λεωφόρους για τον ίδιο λόγο, με στενά πεζοδρόμια για να μη χάνουν χώρο τα οικόπεδα, κοκ.
Οι ιδιοκτήτες λοιπόν έκαναν τη δουλειά τους. Οι πολιτικοί όμως, οι κυβερνήσεις, οι πολεοδομίες, όλοι όσοι το επέτρεπαν αυτό, δεν έκαναν καλά τη δική τους. Εκείνη την πρώτη στιγμή δεν αντιστάθηκαν σε αυτή την απαίτηση, κανένας, ποτέ. Μπήκαν οι βάσεις στραβά. Κι άντε μετά να το διορθώσεις.
Βέβαια, τα πρώτα σπίτια ήταν μικρά, και η κατάσταση ήταν πιο υποφερτή. Όμως από τότε τα πεζοδρόμια ήταν στενά, δεν υπήρχαν χώροι, ασφυκτιούσε ο διαβάτης. Εγώ ας πούμε, θυμάμαι πολύ καλά ότι ακόμα και πριν σαράντα χρόνια δεν μπορούσαμε να παίξουμε στην Κυψέλη, ακόμα και τότε υπήρχαν μόνο οι αυλές μερικών σπιτιών, και το πάρκο. Το Πεδίο του Άρεως. (Πάρκο το λέγαμε. Πολύ μεγάλη έμαθα ότι λέγεται Πεδίο του Άρεως).
Από τότε λοιπόν το συμφέρον του μεγάλου, ας πούμε έτσι τον πρώτο ιδιοκτήτη γης, σε συνδυασμό με το συμφέρον του μικρού, του αγοραστή οικοπέδου που ο μεγάλος είχε σχεδιάσει, κατάφεραν να υπερισχύουν μιας λογικής σχεδίου πόλεως. Τους δρόμους τους χάραζαν ‘γεωμέτρες’, άνθρωποι εμπειρικοί που ήξεραν την πιάτσα και κυρίως τα όρια των ιδιοκτησιών, και έχαιραν σεβασμού εκατέρωθεν: από τους ιδιοκτήτες κι από τις Υπηρεσίες όπου μάλλον οι υπάλληλοι θα βαριούνταν να πολυασχοληθούν. Ή δεν θα τους άφηναν.
Έτσι έγινε η Κυψέλη, κι όλα τα υπόλοιπα. Αν και η Κυψέλη παράγινε. Αν ήταν του Κανάρη δηλαδή τα χτήματα, τι να πω; Πρέπει να το ψάξω, αλλά ο ναύαρχος θα μας έχει κληροδοτήσει μεγάλο βάσανο, αν ήταν αυτός λέμε. Δεν ξέρω πώς να το ανακαλύψω, θα θέλει μεγάλη δουλειά φαντάζομαι, και δε με βλέπω να την κάνω. Αλλά θα μου πεις, ήταν στρατηγός, ναύαρχος, πολέμαρχος και πυρπολητής, δεν ήξερε να χτίζει συνοικίες. Σωστό. Άλλοι έπρεπε να αναλάβουν τη δουλειά, κι αυτοί οι άλλοι μάλλον έσπασαν τα μούτρα τους, όσοι νοιάστηκαν, στη μανία των ιδιοκτητών να θησαυρίσουν γρήγορα.
Στενά λοιπόν ήταν πάντα τα πεζοδρόμια, αλλά και από την εποχή του μεσοπολέμου που άρχισαν να χτίζονται οι πρώτες πολυκατοικίες, μέχρι τώρα που γράφουν διάφορες εξυπνάδες του στυλ ‘η Κυψέλη είναι η πιο πυκνοκατοικημένη του κόσμου μετά το Χονγκ Κονγκ’ (οπότε, αφού υπάρχει το Χονγκ Κονγκ έχουμε περιθώρια) δεν έγινε και καμιά εξαίρεση στους πολεοδομικούς κανόνες. Όχι. Η ζήτηση ήταν πάντα για πιο πολύ χτίσιμο, αξιοποίηση, εκμετάλλευση. Κανείς δεν είχε ζωτικό (ζωτικό;) συμφέρον για λιγότερο. Θα έπρεπε δηλαδή ο ΓΟΚ να βάλει από την αρχή όρια, αυστηρά όρια, αφού όλοι έσπρωχναν να στενέψουν, τα όρια. Αλλά γιατί να το κάνει; Αφού από την αρχή η πίεση ήταν για λιγότερα;
Ήρθαν και μένουν στην Κυψέλη χιλιάδες άνθρωποι, αλλα είναι σαν μην κυκλοφορούν στα πεζοδρόμια, να μην τα βλέπουν, να μην υπάρχουν. Ζουν υπεράνω, δεν νοιάζονται, είναι περαστικοί, μέχρι να πεδικλωθούν και να σπάσουν τα μούτρα τους.
Ακόμα και τώρα χτίζονται στην Κυψέλη πολυκατοικίες χωρίς θέσεις πάρκινγκ, χωρίς ουσιαστικά να παραδίνουν πεζοδρόμιο, όπως υποτίθεται ότι δεσμεύονται να κάνουν, και με τη δυνατότητα μεγαλύτερης κάλυψης αν το οικόπεδο είναι γωνιακό. Αυτό πάλι βάσει ποιας λογικής θεσπίστηκε; Μα είπαμε, της λογικής των πιέσεων. Δεν υπήρχε άλλη. Θα έπρεπε να είχαν σιδερένιο χαρακτήρα ακόμα κι εκείνοι οι γεωμέτρες, για να καταφέρουν να χαράξουν δρόμους με τη μανία των ιδιοκτητών να τους καταδιώκει.
Έτσι, με την έχθρα του ιδιωτικού προς το δημόσιο χτίστηκε η γειτονιά αυτή και χτίστηκε ολόκληρη η πόλη. Κάθε μέτρο πεζοδρομίου θεωρείται κλεμμένο από κάποιον ιδιοκτήτη. Λες και θα μπορούσαμε να πετάμε από πάνω, από σπίτι σε σπίτι κι από μπαλκόνι σε μπαλκόνι για να κυκλοφορούμε. Τα υπόγεια των πρώτων πολυκατοικιών, δηλωμένα για αποθήκες, τα έκαναν κατοικίες. Ύστερα οι κατοικίες νομιμοποιήθηκαν και πουλήθηκαν, κι έβγαλαν παράθυρα στα πεζοδρόμια. Οι σκάλες βγήκαν κι αυτές στα πεζοδρόμια. Η ποιότητα ζωής τσαλαπατήθηκε μαζί με την έννοια της πολεοδομίας.
| Μίσος και στο δημόσιο και στο ιδιωτικό |
Αν το καλοσκεφτούμε, τα πράγματα θα μπορούσαν να είναι χειρότερα. Να μην υπάρχουν οι ακάλυπτοι ας πούμε. Θα πρέπει να δόθηκε μεγάλη μάχη για τους ακάλυπτους..
Σε αυτά τα στενά πεζοδρόμια υπάρχουν και φρεάτια, ΕΥΔΑΠ, ΔΕΠΑ, κουτιά του ΟΤΕ και δε συμμαζεύεται. Ο δημόσιος χώρος φαγώθηκε από τον ιδιωτικό, με τη συνεργασία και την κατανόηση των δημόσιων οργανισμών. Οι κάδοι των σκουπιδιών είναι άλλη μια νίκη του ιδιωτικού στο δημόσιο, και μάλιστα από τις τελευταίες. Ο πόλεμος συνεχίζεται.
Είναι αξιοθαύμαστο το πώς μπόρεσαν τόσο μαζικά οι ιδιοκτήτες των μονοκατοικιών να ανταλλάξουν τα σπίτια τους με διαμερίσματα και να σηκωθούν μετά να φύγουν, αφού έγινε η κατάσταση αφόρητη. Διευκόλυνε και ο νόμος της αντιπαροχής, απλώς όμως διευκόλυνε. Υπήρχε ζήτηση, αυτή η τάση για γκρέμισμα και χτίσιμο, και χωρίς το νόμο θα έβρισκαν τρόπο οι ορμητικοί εργολάβοι και οι βιαστικοί να αλλάξουν τη ζωή τους ιδιοκτήτες. Για είκοσι χρόνια χτιζόταν η γειτονιά πυρετωδώς, άκουγες σε κάθε γωνιά τις μπετονιέρες να δουλεύουν, μπορούσες να τρελαθείς από το θόρυβο.
Οι ιδιοκτήτες έδιναν το σπίτι τους και να αποκτήσουν ένα ή δυο διαμερίσματα που θα νοίκιαζαν και θα μπορούσαν να φύγουν για καλύτερες γειτονιές. Αυτό έκαναν, έριχναν πίσω τους μαύρη πέτρα. Δεν τους ένοιαζε αν αυτά τα διαμερίσματα, που αποκτούσαν χωρίς να χρειάζεται να δώσουν μετρητά, δεν είχαν χώρο για ένα ποδήλατο, δεν είχαν φως, δεν είχαν αέρα. Είχαν ζήτηση, αυτό μετρούσε.
Όπως κάνουν όλοι. Ακόμα και τώρα αυτό κάνουμε, φεύγουμε τρέχοντας. Φεύγουμε, όσο μπορούμε, όσοι μπορούμε. Φεύγουμε, ή ελπίζουμε ότι θα φύγουμε, μέχρι να καταλάβουμε ότι διαφυγή δεν υπάρχει.
Δεν πάμε πουθενά. Εδώ μένουμε. Στα ταλαίπωρα, στα στενά και περιφρονημένα, βρώμικα και σπασμένα, σκατωμένα και σκαμμένα πεζοδρόμια της Κυψέλης.
Παρασκευή 21 Μαΐου 2010
Λεωφορεία της Νέας Υόρκης και λεωφορεία της Αθήνας
Στη Νέα Υόρκη κυκλοφορούν οι περισσότεροι ανάπηροι που έχω δει σε πόλη, αν και συναγωνίζεται το Βερολίνο. Εμείς οι αθηναίοι τα χάνουμε όταν βρεθούμε σε αληθινή πόλη, όπου οι ανάπηροι απλώς δεν κλείνονται στα σπίτια τους, όπως εδώ. Εδώ έχουμε μόνο αναπηρικές συντάξεις, οι ανάπηροι είναι αόρατοι.
Σκεφτείτε λίγο αυτή την ελευθερία που στερούνται. Το περπάτημα στους δρόμους μπορεί να μην είναι ευχάριστο, είναι όμως η πρώτη, η πιο αυτονόητη, η βασική μας ελευθερία. Είναι αυτό που σε οδηγεί παντού, που σε φέρνει σε επαφή με τον κόσμο, με όσα καλά και κακά διαθέτει. Στην Αθήνα το έχουμε κάνει δύσκολο για τους ηλικιωμένους, τους ανθρώπους με κινητικά προβλήματα, για τα παιδιά και τα καρότσια των μωρών, και φυσικά για τα αναπηρικά καροτσάκια.
Τα λεωφορεία της Νέας Υόρκης έχουν ειδικές θέσεις για να στηρίζονται τα αμαξίδια, και ζώνη για να πιάνονται και να μην κυλάνε. Στο χώρο εκείνο υπάρχουν επίσης καθίσματα που ανοίγουν όταν δεν υπάρχουν αναπηρικά καροτσάκια και κλείνουν όταν μπει μέσα κάποιο, για να του κάνουν χώρο. Το οποίο καροτσάκι ανεβαίνει με τη βοήθεια μιας πλατφόρμας στην πόρτα, που κινεί ο οδηγός. Κατεβαίνει η πλατφόρμα, κυλάει πάνω το καρότσι, ύστερα ανεβαίνει η πλατφόρμα και μαζί το καρότσι. Όταν υπάρχει καροτσάκι στη στάση κανείς δεν διανοείται να δείξει ανυπομονησία. Περιμένουν όλοι σιωπηλοί αυτή την εξαιρετικά αργή διαδικασία. Η υπομονή του κόσμου είναι πιο εντυπωσιακή και από την πλατφόρμα και από τη ζώνη για τα καροτσάκια.
Μια μέρα που καθόμασταν σε αυτά τα καθίσματα που κλείνουν, μπήκε μέσα μια μαύρη χοντρή γυναίκα με μπαστούνι, μας έκανε νόημα να σηκωθούμε με μια κίνηση του κεφαλιού σε στυλ ‘στρίβετε μάγκες’ και βέβαια υπακούσαμε. Μπορούσε να το κάνει και πιο ευγενικά, αλλά ήξερε τα δικαιώματά της και τα απολάμβανε. Κάθισε μόνη της στη θέση που καθόμασταν δυο και έβαλε και τη ζώνη. Εμείς στριμωχτήκαμε όρθιοι. Οι ανάπηροι έχουν προτεραιότητα παντού, εφόσον τους έχει αδικήσει η φύση η κοινωνία προσπαθεί να φέρει ισορροπία. Για μας η όλη κατάσταση ήταν πολιτιστικό σοκ.
Στην Αθήνα δεν μπορούμε να τα φανταστούμε αυτά. Κι όμως, για προσέξτε στα νέα λεωφορεία το χώρο των ορθίων: έχει μια ζώνη ασφαλείας που είναι γι αυτό το σκοπό ακριβώς. Δεν έχω δει βέβαια ποτέ να χρησιμοποιείται από αναπήρους, αλλά είναι ένας εξοπλισμός που έχει πληρώσει το ελληνικό κράτος. Και οι πλατφόρμες υπάρχουν, πρέπει να είναι αυτό το κίτρινο κομμάτι σε μερικές πόρτες που φαίνεται ξεχωριστό. Ούτε αυτό έχει ποτέ χρησιμοποιηθεί βέβαια.
Θα πρέπει να έχουν κολλήσει αυτά τα αντικείμενα από την αχρηστία. Αν ποτέ θελήσει κανείς να τα χρησιμοποιήσει, άραγε τι θα συμβεί;
Φυσικά στην Ελλάδα δεν κυκλοφορούν ανάπηροι. Ακόμα και καροτσάκι μωρού είναι δύσκολο να περάσει από τα πεζοδρόμια, τους δρόμους, τις διαβάσεις. Πριν λίγες μέρες γνώρισα μια μητέρα με ένα μωρό που είχε σπάσει το κεφάλι του βγαίνοντας από λεωφορείο, επειδή ο οδηγός βιαζόταν να φύγει κι έκλεισε την πόρτα γρήγορα, κι ούτε πήρε χαμπάρι ότι το μωρό είχε γκρεμοτσακιστεί.
Γενικά το κατέβασμα από λεωφορείο κρύβει κινδύνους, γιατί πάντα βιάζονται οι οδηγοί, για κάποιο μυστήριο λόγο.Τώρα πια που οι οδηγοί μιλάνε και στο κινητό, έχουμε χάσει οι επιβάτες την ελπίδα να μας δίνουν πληροφορίες. Τις οποίες βέβαια τσιγκουνεύονται και οι ταμπέλες και οι στάσεις και οι επιγραφές μέσα κι έξω απο τα λεωφορεία.
Α, όλα κι όλα. Στην Αθήνα δεν μπορεί ο καθένας να χρησιμοποιήσει λεωφορείο! Πρέπει να είναι γνώστης, να ξέρει πού πηγαίνει, να έχει μάθει απο το σπίτι του τη διαδρομή, όπως πρεπει να έχει βρει και με κάποιο μαγικό τρόπο να αγoράσει εισιτήριο. Διότι είναι σπάνιο είδος, δεν πουλιούνται παντού. Μάλιστα περιπτεραδες και ψιλικατζήδες για κάποιο λόγο θυμώνουν όταν τους ρωτάς.
Γενικά το λεωφορείο δεν είναι απλή υπόθεση στην Αθήνα. Ου παντός πλειν ες λεωφορεία, με το συμπαθιο κιόλας.
Μην πείτε τώρα ότι ο κόσμος καίγεται κι εγώ ασχολούμε με λεπτομέρειες. Δεν είναι λεπτομέρειες, αφού θα γίνουμε όλοι φτωχοί! Τώρα πια ισχύει η κλασική ρήση του Μακλούαν: Το μέσο είναι το μήνυμα!
Σκεφτείτε λίγο αυτή την ελευθερία που στερούνται. Το περπάτημα στους δρόμους μπορεί να μην είναι ευχάριστο, είναι όμως η πρώτη, η πιο αυτονόητη, η βασική μας ελευθερία. Είναι αυτό που σε οδηγεί παντού, που σε φέρνει σε επαφή με τον κόσμο, με όσα καλά και κακά διαθέτει. Στην Αθήνα το έχουμε κάνει δύσκολο για τους ηλικιωμένους, τους ανθρώπους με κινητικά προβλήματα, για τα παιδιά και τα καρότσια των μωρών, και φυσικά για τα αναπηρικά καροτσάκια.
Τα λεωφορεία της Νέας Υόρκης έχουν ειδικές θέσεις για να στηρίζονται τα αμαξίδια, και ζώνη για να πιάνονται και να μην κυλάνε. Στο χώρο εκείνο υπάρχουν επίσης καθίσματα που ανοίγουν όταν δεν υπάρχουν αναπηρικά καροτσάκια και κλείνουν όταν μπει μέσα κάποιο, για να του κάνουν χώρο. Το οποίο καροτσάκι ανεβαίνει με τη βοήθεια μιας πλατφόρμας στην πόρτα, που κινεί ο οδηγός. Κατεβαίνει η πλατφόρμα, κυλάει πάνω το καρότσι, ύστερα ανεβαίνει η πλατφόρμα και μαζί το καρότσι. Όταν υπάρχει καροτσάκι στη στάση κανείς δεν διανοείται να δείξει ανυπομονησία. Περιμένουν όλοι σιωπηλοί αυτή την εξαιρετικά αργή διαδικασία. Η υπομονή του κόσμου είναι πιο εντυπωσιακή και από την πλατφόρμα και από τη ζώνη για τα καροτσάκια.
Μια μέρα που καθόμασταν σε αυτά τα καθίσματα που κλείνουν, μπήκε μέσα μια μαύρη χοντρή γυναίκα με μπαστούνι, μας έκανε νόημα να σηκωθούμε με μια κίνηση του κεφαλιού σε στυλ ‘στρίβετε μάγκες’ και βέβαια υπακούσαμε. Μπορούσε να το κάνει και πιο ευγενικά, αλλά ήξερε τα δικαιώματά της και τα απολάμβανε. Κάθισε μόνη της στη θέση που καθόμασταν δυο και έβαλε και τη ζώνη. Εμείς στριμωχτήκαμε όρθιοι. Οι ανάπηροι έχουν προτεραιότητα παντού, εφόσον τους έχει αδικήσει η φύση η κοινωνία προσπαθεί να φέρει ισορροπία. Για μας η όλη κατάσταση ήταν πολιτιστικό σοκ.
Στην Αθήνα δεν μπορούμε να τα φανταστούμε αυτά. Κι όμως, για προσέξτε στα νέα λεωφορεία το χώρο των ορθίων: έχει μια ζώνη ασφαλείας που είναι γι αυτό το σκοπό ακριβώς. Δεν έχω δει βέβαια ποτέ να χρησιμοποιείται από αναπήρους, αλλά είναι ένας εξοπλισμός που έχει πληρώσει το ελληνικό κράτος. Και οι πλατφόρμες υπάρχουν, πρέπει να είναι αυτό το κίτρινο κομμάτι σε μερικές πόρτες που φαίνεται ξεχωριστό. Ούτε αυτό έχει ποτέ χρησιμοποιηθεί βέβαια.
Θα πρέπει να έχουν κολλήσει αυτά τα αντικείμενα από την αχρηστία. Αν ποτέ θελήσει κανείς να τα χρησιμοποιήσει, άραγε τι θα συμβεί;
Φυσικά στην Ελλάδα δεν κυκλοφορούν ανάπηροι. Ακόμα και καροτσάκι μωρού είναι δύσκολο να περάσει από τα πεζοδρόμια, τους δρόμους, τις διαβάσεις. Πριν λίγες μέρες γνώρισα μια μητέρα με ένα μωρό που είχε σπάσει το κεφάλι του βγαίνοντας από λεωφορείο, επειδή ο οδηγός βιαζόταν να φύγει κι έκλεισε την πόρτα γρήγορα, κι ούτε πήρε χαμπάρι ότι το μωρό είχε γκρεμοτσακιστεί.
Γενικά το κατέβασμα από λεωφορείο κρύβει κινδύνους, γιατί πάντα βιάζονται οι οδηγοί, για κάποιο μυστήριο λόγο.Τώρα πια που οι οδηγοί μιλάνε και στο κινητό, έχουμε χάσει οι επιβάτες την ελπίδα να μας δίνουν πληροφορίες. Τις οποίες βέβαια τσιγκουνεύονται και οι ταμπέλες και οι στάσεις και οι επιγραφές μέσα κι έξω απο τα λεωφορεία.
Α, όλα κι όλα. Στην Αθήνα δεν μπορεί ο καθένας να χρησιμοποιήσει λεωφορείο! Πρέπει να είναι γνώστης, να ξέρει πού πηγαίνει, να έχει μάθει απο το σπίτι του τη διαδρομή, όπως πρεπει να έχει βρει και με κάποιο μαγικό τρόπο να αγoράσει εισιτήριο. Διότι είναι σπάνιο είδος, δεν πουλιούνται παντού. Μάλιστα περιπτεραδες και ψιλικατζήδες για κάποιο λόγο θυμώνουν όταν τους ρωτάς.
Γενικά το λεωφορείο δεν είναι απλή υπόθεση στην Αθήνα. Ου παντός πλειν ες λεωφορεία, με το συμπαθιο κιόλας.
Μην πείτε τώρα ότι ο κόσμος καίγεται κι εγώ ασχολούμε με λεπτομέρειες. Δεν είναι λεπτομέρειες, αφού θα γίνουμε όλοι φτωχοί! Τώρα πια ισχύει η κλασική ρήση του Μακλούαν: Το μέσο είναι το μήνυμα!
Δευτέρα 17 Μαΐου 2010
Λεωφορεία στο Εδιμβούργο και λεωφορεία στην Αθήνα
Μια μέρα στο Εδιμβούργο, που είχαμε πάει το Πάσχα διακοπές, μπήκαμε κατά λάθος σε ένα λεωφορείο εξπρές. Το λάθος ήταν δικό μου δηλαδή, δεν είχα προσέξει το Χ που είχε δίπλα στον αριθμό, κι όταν φτάσαμε μπροστά στο σπίτι που μέναμε, το λεωφορείο δεν σταμάτησε στη στάση. Ήταν η μαμά μου μαζί, κι έβαλε τις φωνές, είναι μεγάλη η μαμά μου, στα 85. Ρωτάω τον οδηγό, μου λέει είναι εξπρές, η επόμενη στάση είναι στα δέκα μίλια! Βρε καλέ μου, του λέω, δεν μας αφήνεις εδώ να, χιονίζει έξω κι έχω εδώ γριά γυναίκα! ‘Α, δεν γίνεται, λέει αυτός, αποκλείεται, θα σας πάω όμως στο τέρμα. Θα σας παραδώσω στο σταθμάρχη, θα σας δείξει το λεωφορείο που γυρίζει πίσω και θα έρθετε πάλι!’
Η μαμά μου έπαθε κάτι σαν υστερία. What are you doing? του φώναζε, Stop! Stop! Αλλά ο τύπος έμεινε απαθής. Τον πίεσα λίγο ακόμα, κι ύστερα το πήρα απόφαση, εξάλλου είχαμε πια απομακρυνθεί από το σπίτι. Ε, τουρισμό κάναμε, δεν είχαμε και κανένα ραντεβού, ας πηγαίναμε στο τέρμα λοιπόν, να δούμε και το χιονισμένο τοπίο. Η μαμά μου όμως είχε πάθει έναν καθαρό ελληνικό πανικό, κι ήταν αδύνατον να την ηρεμήσω. Τελικά, τι να κάνει; Το πήρε απόφαση κι αυτή, αλλά δεν σταματούσε να εκδηλώνει την αγανάκτησή της.
Φτάσαμε στο τέρμα, σε έναν ωραίο χιονισμένο λόφο, σταμάτησε το λεωφορείο, μας είπε να κατέβουμε, φώναξε το σταθμάρχη που ήταν σε ένα θαυμάσιο γυάλινο κουβούκλιο, θερμαινόμενο, με αίθουσα αναμονής, του είπε όλη την ιστορία, μας αποχαιρέτησε κι έφυγε. Η μαμά μου συνέχιζε να παραπονιέται και να διατυπώνει την κατάπληξη της, δεν το πίστευε αυτό που της είχε τύχει. Καθίσαμε και περιμέναμε λίγο, ο σταθμάρχης είχε σηκωθεί να βγει έξω να του εξηγήσει ο οδηγός για μας τις δυο, εν συνεχεία ήταν όρθιος για να βλέπει πότε θα έρθει το λεωφορείο και να μας ειδοποιήσει, και γενικά είχε ξεβολευτεί ο άνθρωπος για να μας εξυπηρετήσει.
‘Πρέπει να το πάρεις απόφαση, λέω στη μάνα μου, ότι αυτοί οι άνθρωποι είναι έτσι. Τηρούν τους νόμους τους και τους κανονισμούς τους, πάει και τέλειωσε. Δεν χρειάζεται τόση αγανάκτηση, ορίστε, ήρθαμε στην εξοχή κι είδαμε και το χιονισμένο βουνό από κοντά, τώρα φτάνει το άλλο λεωφορείο και θα μας αφήσει κοντά στο σπίτι. Μας φρόντισαν, δεν μας παράτησαν στην ερημιά, σταμάτα να παραπονιέσαι. Αντικανονικά δεν θα σταματούσε πάντως, ο κόσμος να χαλάσει.’
Το σκέφτηκε λίγο και άρχισε να ηρεμεί. Ήρθε και το λεωφορείο, μπήκαμε, σε πέντε λεπτά ήμασταν στο σπίτι. Της διηγήθηκα ένα περιστατικό στις Βρυξέλλες, σε ένα ταξίδι χρόνια πριν. Περπατούσαμε με μία συνάδελφο, και σε ένα φανάρι πάω εγώ να περάσω με κόκκινο για τους πεζούς απέναντι, και η συνάδελφος με τράβηξε να σταθώ. Υπήρχε απέναντι ένας αστυνομικός που μας έκανε νόημα να περιμένουμε. Ήταν μια μεγάλη λεωφόρος άδεια, δεν περνούσε ούτε ποδήλατο, ούτε φαινόταν τίποτα στον ορίζοντα. Δείχνω στον αστυνομικό τον άδειο δρόμο, ‘Το κόκκινο είναι κόκκινο’, μου λέει. Περίμενα και τιναζόμουνα από ανυπομονησία γελώντας νευρικά, τραβούσα το μανίκι της συναδέλφου που είχε περισσότερη πείρα από αστυνομικούς στις Βρυξέλλες και δεν σκόπευε να βρει το μπελά της για να μου κάνει το χατίρι. Είχα δηλαδή την κλασική ελληνική συμπεριφορά του τσαμπουκά που συνδυάζεται με νευρικότητα και υστερία. Αργότερα, υποφέροντας κάθε μέρα και περισσότερο στην Αθήνα σαν πεζή, νοστάλγησα συχνά εκείνον τον αστυνομικό και αναθεώρησα τις απόψεις μου. Σίγουρα κάτι ξέρουν αυτοί που τηρούν τους κανόνες. Ακόμα κι αν ο δρόμος είναι άδειος έχει νόημα να σέβεσαι το κόκκινο, το οποίο σε προστατεύει από το θάνατο σταματώντας τα αυτοκίνητα για να περάσεις. Στην Αθήνα τώρα πια ακόμα και τα αυτοκίνητα περνάνε με κόκκινο, και τα αναίτια δυστυχήματα έχουν γίνει ρουτίνα. Αλλά δεν έχουμε ελπίδες να αλλάξουμε εμείς. Θεωρούμε την τήρηση των κανόνων κοροϊδία. Δεν μπορούμε να φανταστούμε πια ότι η υπακοή στους νόμους σε καθιστά ανεξάρτητο και αξιοπρεπή.
Μια άλλη μέρα, σε άλλο λεωφορείο του Εδιμβούργου, ήμουνα μόνη μου και καθόμουνα σε μπροστινή θέση. Υπήρχε ένα μωρό στο καρότσι του, κι όταν μπήκε μέσα μια άλλη μαμά με μωρό σε καρότσι έπρεπε να σηκώσει το παιδί και να διπλώσει το καρότσι, διότι έτσι ορίζει- το μαντέψατε- ο κανονισμός του λεωφορείου. Σήκωσε λοιπόν το μωρό που ήταν μικρούλι, γύρω στους οκτώ μήνες, και κρατώντας το κοίταξε γύρω της, να δει πού θα το ακουμπούσε. Το βλέμμα της σταμάτησε πάνω μου και της χαμογέλασα, ευτυχώς αυτό είχα μάθει να το κάνω, εξασκήθηκα από το πρώτο μου ταξίδι εδώ, το 1981, να χαμογελάω χωρίς λόγο σε ανθρώπους στους δρόμους και στους διαδρόμους, επειδή έτσι κάνουν κι αυτοί. Με ρώτησε με το βλέμμα, και με το βλέμμα αποδέχθηκα το καθήκον να κρατήσω το μωρό της μέχρι να διπλώσει το καρότσι. Το πήρα αγκαλιά, πόσο πολύ καιρό είχα να πιάσω μωρό στα χέρια μου, το πήρα με τιμή και συγκίνηση, μα την Παναγία, και το κράτησα πάνω στα γόνατά μου, ανατριχιάζοντας από την τρυφερότητα της σωματικής επαφής, το λιγοστό βάρος του, το μικρό μέγεθος του, το πόσο αδύναμο ήταν που είχε ανάγκη μια άγνωστη συνεπιβάτισσα, την υπενθύμιση από το ίδιο μου το δέρμα του καθήκοντος που έχουμε όλοι απέναντι στα μωρά του κόσμου. Αλλά εκείνο ήταν νευρικό, ήθελε τη μαμά του και τραβιόταν, παρόλο που του μιλούσα ευχάριστα, όπως θυμήθηκα ότι μιλάνε στα μωρά. Μόλις δίπλωσε το καρότσι της η νεαρή μαμά το ξαναπήρε στη δική της αγκαλιά και κάθισε μαζί του.
Δεν είναι απαραίτητα βαρετή η ζωή όταν σέβεσαι τους κανόνες. Στο Εδιμβούργο μάλιστα επιτρέπονται και οι σκύλοι μέσα στα λεωφορεία. Οι κανόνες δε σημαίνουν πάντα απαγορεύσεις, συχνότερα σημαίνουν ρυθμίσεις, για να μπορούμε να συμβιώνουμε. Κάθε μεγέθους σκυλιά επιτρέπεται να μπαίνουν στο λεωφορεία, χωρίς φίμωτρο, μόνο με λουρί, κι έχει μεγάλη πλάκα φυσικά.
Τι κάθομαι και γράφω τώρα εδώ που ο κόσμος χάνεται… Αλλά λεωφορεία υπάρχουν ακόμα, κι ελπίζω να μην εξαφανιστούν από τη ζωή μας σύντομα. Και πιστεύω ότι και στην Αθήνα η αυτοοργάνωση των επιβατών λεωφορείων δεν είναι σε κακό επίπεδο, αν δεις τι γίνεται σε άλλα μέρη. Υπάρχουν ακόμα νεαροί και νεαρές που σηκώνονται για να προσφέρουν τη θέση σε ηλικιωμένους, ακόμα και σε μένα έχουν προσφέρει θέση φέτος που άφησα άσπρα τα μαλλιά. (δεν τη πήρα)
Εκείνο που λείπει είναι ο σεβασμός από τους ανθρώπους που εκπροσωπούν την εξουσία. Ας πούμε τους ελεγκτές, που όταν μπαίνουν μέσα έχουν πολύ συχνά απαράδεκτο ύφος, και εξευτελίζουν τους ανθρώπους που βρίσκουν χωρίς εισιτήριο. Άσε που είναι πασίγνωστο ότι μόλις τους κατεβάσουν κάτω, τους προτείνουν να τους δώσουν ένα εικοσάρικο χωρίς απόδειξη και να τους αφήσουν να φύγουν. Μια φορά πριν χρόνια που με είχαν πιάσει χωρίς εισιτήριο θα πρέπει να τους την έσπασα απολύτως, γιατί λέω αμέσως, ‘Α συγγνώμη, δεν έβρισκα να αγοράσω, δώστε μου το πρόστιμο παρακαλώ’ και το πλήρωσα επί τόπου, μέσα στο λεωφορείο, οπότε δεν υπήρχε περίπτωση να βγάλουν κάτι από μένα.
Αυτό λοιπόν το μικρό πράγμα, αυτή η λεπτομέρεια, είναι απαράδεκτη. Μπορεί να είναι μικρά τα κρατικά έσοδα που χάνονται, αλλά τώρα που μαζεύει το κράτος φασούλι το φασούλι, ας το απαιτήσει και αυτό. Οπότε ταυτόχρονα μπορεί να ζητήσει σεβασμό στους επιβάτες από τους ελεγκτές και από τους οδηγούς, που τώρα τελευταία μιλάνε στο κινητό όταν οδηγούν, όλο και συχνότερα. Και με την ευκαιρία ας εκπαιδεύσει και τους επιβάτες να μη στέκονται όλοι μπροστά στην πόρτα και να μη σπρώχνονται. Λέμε τώρα.
Επειδή αναστοχαζόμαστε τα πάντα λόγω κρίσης, και τα πάντα καμιά φορά οδηγούν στο τίποτα, ας αρχίζαμε από τις λεπτομέρειες. Περνάμε ώρες κάθε μέρα στο λεωφορείο, πολλοί από εμάς. Ε, δεν λέω να περιμένουμε ουρά στη στάση όπως οι Σκωτσέζοι! Ας τους αφήσουμε και καμιά ιδιαιτερότητα τους! Βρετανοί δεν θα γίνουμε. Κάτι ενδιάμεσο ίσως;
Η μαμά μου έπαθε κάτι σαν υστερία. What are you doing? του φώναζε, Stop! Stop! Αλλά ο τύπος έμεινε απαθής. Τον πίεσα λίγο ακόμα, κι ύστερα το πήρα απόφαση, εξάλλου είχαμε πια απομακρυνθεί από το σπίτι. Ε, τουρισμό κάναμε, δεν είχαμε και κανένα ραντεβού, ας πηγαίναμε στο τέρμα λοιπόν, να δούμε και το χιονισμένο τοπίο. Η μαμά μου όμως είχε πάθει έναν καθαρό ελληνικό πανικό, κι ήταν αδύνατον να την ηρεμήσω. Τελικά, τι να κάνει; Το πήρε απόφαση κι αυτή, αλλά δεν σταματούσε να εκδηλώνει την αγανάκτησή της.
Φτάσαμε στο τέρμα, σε έναν ωραίο χιονισμένο λόφο, σταμάτησε το λεωφορείο, μας είπε να κατέβουμε, φώναξε το σταθμάρχη που ήταν σε ένα θαυμάσιο γυάλινο κουβούκλιο, θερμαινόμενο, με αίθουσα αναμονής, του είπε όλη την ιστορία, μας αποχαιρέτησε κι έφυγε. Η μαμά μου συνέχιζε να παραπονιέται και να διατυπώνει την κατάπληξη της, δεν το πίστευε αυτό που της είχε τύχει. Καθίσαμε και περιμέναμε λίγο, ο σταθμάρχης είχε σηκωθεί να βγει έξω να του εξηγήσει ο οδηγός για μας τις δυο, εν συνεχεία ήταν όρθιος για να βλέπει πότε θα έρθει το λεωφορείο και να μας ειδοποιήσει, και γενικά είχε ξεβολευτεί ο άνθρωπος για να μας εξυπηρετήσει.
‘Πρέπει να το πάρεις απόφαση, λέω στη μάνα μου, ότι αυτοί οι άνθρωποι είναι έτσι. Τηρούν τους νόμους τους και τους κανονισμούς τους, πάει και τέλειωσε. Δεν χρειάζεται τόση αγανάκτηση, ορίστε, ήρθαμε στην εξοχή κι είδαμε και το χιονισμένο βουνό από κοντά, τώρα φτάνει το άλλο λεωφορείο και θα μας αφήσει κοντά στο σπίτι. Μας φρόντισαν, δεν μας παράτησαν στην ερημιά, σταμάτα να παραπονιέσαι. Αντικανονικά δεν θα σταματούσε πάντως, ο κόσμος να χαλάσει.’
Το σκέφτηκε λίγο και άρχισε να ηρεμεί. Ήρθε και το λεωφορείο, μπήκαμε, σε πέντε λεπτά ήμασταν στο σπίτι. Της διηγήθηκα ένα περιστατικό στις Βρυξέλλες, σε ένα ταξίδι χρόνια πριν. Περπατούσαμε με μία συνάδελφο, και σε ένα φανάρι πάω εγώ να περάσω με κόκκινο για τους πεζούς απέναντι, και η συνάδελφος με τράβηξε να σταθώ. Υπήρχε απέναντι ένας αστυνομικός που μας έκανε νόημα να περιμένουμε. Ήταν μια μεγάλη λεωφόρος άδεια, δεν περνούσε ούτε ποδήλατο, ούτε φαινόταν τίποτα στον ορίζοντα. Δείχνω στον αστυνομικό τον άδειο δρόμο, ‘Το κόκκινο είναι κόκκινο’, μου λέει. Περίμενα και τιναζόμουνα από ανυπομονησία γελώντας νευρικά, τραβούσα το μανίκι της συναδέλφου που είχε περισσότερη πείρα από αστυνομικούς στις Βρυξέλλες και δεν σκόπευε να βρει το μπελά της για να μου κάνει το χατίρι. Είχα δηλαδή την κλασική ελληνική συμπεριφορά του τσαμπουκά που συνδυάζεται με νευρικότητα και υστερία. Αργότερα, υποφέροντας κάθε μέρα και περισσότερο στην Αθήνα σαν πεζή, νοστάλγησα συχνά εκείνον τον αστυνομικό και αναθεώρησα τις απόψεις μου. Σίγουρα κάτι ξέρουν αυτοί που τηρούν τους κανόνες. Ακόμα κι αν ο δρόμος είναι άδειος έχει νόημα να σέβεσαι το κόκκινο, το οποίο σε προστατεύει από το θάνατο σταματώντας τα αυτοκίνητα για να περάσεις. Στην Αθήνα τώρα πια ακόμα και τα αυτοκίνητα περνάνε με κόκκινο, και τα αναίτια δυστυχήματα έχουν γίνει ρουτίνα. Αλλά δεν έχουμε ελπίδες να αλλάξουμε εμείς. Θεωρούμε την τήρηση των κανόνων κοροϊδία. Δεν μπορούμε να φανταστούμε πια ότι η υπακοή στους νόμους σε καθιστά ανεξάρτητο και αξιοπρεπή.
Μια άλλη μέρα, σε άλλο λεωφορείο του Εδιμβούργου, ήμουνα μόνη μου και καθόμουνα σε μπροστινή θέση. Υπήρχε ένα μωρό στο καρότσι του, κι όταν μπήκε μέσα μια άλλη μαμά με μωρό σε καρότσι έπρεπε να σηκώσει το παιδί και να διπλώσει το καρότσι, διότι έτσι ορίζει- το μαντέψατε- ο κανονισμός του λεωφορείου. Σήκωσε λοιπόν το μωρό που ήταν μικρούλι, γύρω στους οκτώ μήνες, και κρατώντας το κοίταξε γύρω της, να δει πού θα το ακουμπούσε. Το βλέμμα της σταμάτησε πάνω μου και της χαμογέλασα, ευτυχώς αυτό είχα μάθει να το κάνω, εξασκήθηκα από το πρώτο μου ταξίδι εδώ, το 1981, να χαμογελάω χωρίς λόγο σε ανθρώπους στους δρόμους και στους διαδρόμους, επειδή έτσι κάνουν κι αυτοί. Με ρώτησε με το βλέμμα, και με το βλέμμα αποδέχθηκα το καθήκον να κρατήσω το μωρό της μέχρι να διπλώσει το καρότσι. Το πήρα αγκαλιά, πόσο πολύ καιρό είχα να πιάσω μωρό στα χέρια μου, το πήρα με τιμή και συγκίνηση, μα την Παναγία, και το κράτησα πάνω στα γόνατά μου, ανατριχιάζοντας από την τρυφερότητα της σωματικής επαφής, το λιγοστό βάρος του, το μικρό μέγεθος του, το πόσο αδύναμο ήταν που είχε ανάγκη μια άγνωστη συνεπιβάτισσα, την υπενθύμιση από το ίδιο μου το δέρμα του καθήκοντος που έχουμε όλοι απέναντι στα μωρά του κόσμου. Αλλά εκείνο ήταν νευρικό, ήθελε τη μαμά του και τραβιόταν, παρόλο που του μιλούσα ευχάριστα, όπως θυμήθηκα ότι μιλάνε στα μωρά. Μόλις δίπλωσε το καρότσι της η νεαρή μαμά το ξαναπήρε στη δική της αγκαλιά και κάθισε μαζί του.
Δεν είναι απαραίτητα βαρετή η ζωή όταν σέβεσαι τους κανόνες. Στο Εδιμβούργο μάλιστα επιτρέπονται και οι σκύλοι μέσα στα λεωφορεία. Οι κανόνες δε σημαίνουν πάντα απαγορεύσεις, συχνότερα σημαίνουν ρυθμίσεις, για να μπορούμε να συμβιώνουμε. Κάθε μεγέθους σκυλιά επιτρέπεται να μπαίνουν στο λεωφορεία, χωρίς φίμωτρο, μόνο με λουρί, κι έχει μεγάλη πλάκα φυσικά.
Τι κάθομαι και γράφω τώρα εδώ που ο κόσμος χάνεται… Αλλά λεωφορεία υπάρχουν ακόμα, κι ελπίζω να μην εξαφανιστούν από τη ζωή μας σύντομα. Και πιστεύω ότι και στην Αθήνα η αυτοοργάνωση των επιβατών λεωφορείων δεν είναι σε κακό επίπεδο, αν δεις τι γίνεται σε άλλα μέρη. Υπάρχουν ακόμα νεαροί και νεαρές που σηκώνονται για να προσφέρουν τη θέση σε ηλικιωμένους, ακόμα και σε μένα έχουν προσφέρει θέση φέτος που άφησα άσπρα τα μαλλιά. (δεν τη πήρα)
Εκείνο που λείπει είναι ο σεβασμός από τους ανθρώπους που εκπροσωπούν την εξουσία. Ας πούμε τους ελεγκτές, που όταν μπαίνουν μέσα έχουν πολύ συχνά απαράδεκτο ύφος, και εξευτελίζουν τους ανθρώπους που βρίσκουν χωρίς εισιτήριο. Άσε που είναι πασίγνωστο ότι μόλις τους κατεβάσουν κάτω, τους προτείνουν να τους δώσουν ένα εικοσάρικο χωρίς απόδειξη και να τους αφήσουν να φύγουν. Μια φορά πριν χρόνια που με είχαν πιάσει χωρίς εισιτήριο θα πρέπει να τους την έσπασα απολύτως, γιατί λέω αμέσως, ‘Α συγγνώμη, δεν έβρισκα να αγοράσω, δώστε μου το πρόστιμο παρακαλώ’ και το πλήρωσα επί τόπου, μέσα στο λεωφορείο, οπότε δεν υπήρχε περίπτωση να βγάλουν κάτι από μένα.
Αυτό λοιπόν το μικρό πράγμα, αυτή η λεπτομέρεια, είναι απαράδεκτη. Μπορεί να είναι μικρά τα κρατικά έσοδα που χάνονται, αλλά τώρα που μαζεύει το κράτος φασούλι το φασούλι, ας το απαιτήσει και αυτό. Οπότε ταυτόχρονα μπορεί να ζητήσει σεβασμό στους επιβάτες από τους ελεγκτές και από τους οδηγούς, που τώρα τελευταία μιλάνε στο κινητό όταν οδηγούν, όλο και συχνότερα. Και με την ευκαιρία ας εκπαιδεύσει και τους επιβάτες να μη στέκονται όλοι μπροστά στην πόρτα και να μη σπρώχνονται. Λέμε τώρα.
Επειδή αναστοχαζόμαστε τα πάντα λόγω κρίσης, και τα πάντα καμιά φορά οδηγούν στο τίποτα, ας αρχίζαμε από τις λεπτομέρειες. Περνάμε ώρες κάθε μέρα στο λεωφορείο, πολλοί από εμάς. Ε, δεν λέω να περιμένουμε ουρά στη στάση όπως οι Σκωτσέζοι! Ας τους αφήσουμε και καμιά ιδιαιτερότητα τους! Βρετανοί δεν θα γίνουμε. Κάτι ενδιάμεσο ίσως;
Πέμπτη 13 Μαΐου 2010
Αλλάζουν τον κόσμο οι εμπρησμοί;
Για μια στιγμή, καθώς το τρόλει περνούσε στην Πατησίων και κοιτούσα από ψηλά, σκίστηκε η βρωμερή πράσινη λινάτσα που κρύβει το ερείπιο του Μινιόν τόσα χρόνια και φάνηκε από μέσα φως, μια γυμνή λάμπα να κρέμεται σε ένα χώρο όπου φαίνονται μόνο κολώνες από μπετόν. Δεν προχωράνε οι εργασίες, το μαγαζί που θα άνοιγε στα τέλη του 2009, Φολί φολί είχα διαβάσει πως θα ήταν, μάλλον δυσκολεύεται. Πώς η εταιρία να ξαναστήσει το μεγάλο κατάστημα στην υποβαθμισμένη πλέον γειτονιά;
Οι επιχειρηματίες καμιά φορά φαίνεται πως υπερεκτιμούν τις δυνάμεις τους.
Την Κυριακή είχα περάσει από την Ομόνοια, ήταν στρωμένη με σωρούς από πλαστικές σακούλες που τις πετούσαν ανοίγοντας τα εμπορεύματα πλανόδιοι έμποροι και πελάτες τους. Κανείς δεν περνούσε να τις μαζέψει. Διάφοροι νεαροί δημοτικοί αστυνόμοι καμάρωναν μιλώντας μεταξύ τους. Ε, πώς να σκύψουν τα παιδιά να μαζέψουν σκουπίδια; Μετανάστες όλων των χρωμάτων κυκλοφορούσαν ανάμεσα στο σκουπιδαριό, εξοικειωμένοι. Έγιναν κι αυτοί αδιάφοροι σαν εμάς, εκπαιδεύτηκαν καταλλήλως, κι έχουν περισσότερο δίκιο να νιώθουν περαστικοί.
Βέβαια πάντα λαϊκή ήταν η Ομόνοια. Απλώς υπάρχουν διαβαθμίσεις βρώμας και αδιαφορίας. Έχει πάντα καλά μαγαζιά, έχει τώρα το Χόντο, τη Ζάρα, ευτυχώς οι επιχειρηματίες δεν την εγκαταλείπουν. Αλλά το Μινιόν στοιχειώνει τόσα χρόνια και δεν βοηθά την ισορροπία.
Προσπαθώ να το θυμηθώ πώς ήταν πριν καεί, και είναι αδύνατον. Ζώντας σε ένα μέρος που το βλέπεις κάθε μέρα ξεχνάς πώς ήταν κάποτε, όπως γίνεται με τα παιδιά που δεν καταλαβαίνεις ότι μεγαλώνουν. Γι αυτό οι γονείς βγάζουν φωτογραφίες στα παιδιά τους και μετά κάθονται και τις κοιτάνε. Πρέπει να βρω στο Ίντερνετ καμιά παλιά φωτογραφία.
Ο Κατράντζος πιο πάνω έχει εξαφανιστεί από προσώπου γης. Το τριγωνάκι οικόπεδο μοιάζει τόσο μικρό, είναι απίστευτο ότι βρισκόταν εκεί πέρα ένα πολυκατάστημα. Το ξέχασα κι αυτό, όπως τα παλιά ωραία κτίρια της Κυψέλης που γκρεμίστηκαν ένα- ένα για να γίνουν πολυκατοικίες.
Όταν δούλευα στην Ομόνοια, στην Αυγή, περνούσα από το Μινιόν, μου αρέσανε πάντα οι βόλτες στα πολυκαταστήματα. Ήταν όμως κυριολεκτικά η σκιά του εαυτού του. Είχε γίνει κρατικό, για να μπορέσει να ξανανοίξει, με κάτι διακανονισμούς που δεν κατάλαβα ποτέ, κι ενώ θα έλεγε κανείς ότι ήταν ένα κανονικό πολυκατάστημα, μια παράξενη, υποβόσκουσα μιζέρια το κατέτρωγε, δεν μπορούσα να εξηγήσω γιατί. Το είχε περιλάβει ο Παπανδρέου στις προβληματικές με ειδική τροπολογία, διάβασα τώρα. Ψόφια πράγματα δηλαδή, πώς να δουλέψει ένα μαγαζί ματαιότητας ως προβληματική κρατική επιχείρηση; Έκλεισε τελικά, αφού θα χρεώθηκε κάμποσο, υποθέτω.
Μίζερο παρέμεινε και το Ατενέ όλα αυτά τα χρόνια, έκλεινε, άνοιγε, αναρωτιέμαι αν υπάρχουν άνθρωποι να ψωνίζουν ακόμα εκεί, ή είχε γίνει κι αυτό προβληματική κι απλώς πλήρωνε τους υπαλλήλους να πηγαίνουν να το ανοίγουν.
Τώρα με τους εμπρησμούς έπιασα το Google και το έριξα στην παρελθοντολογία. Είχα ξεχάσει ότι οι βόμβες, οι εκρήξεις και οι εμπρησμοί δεν είχαν σταματήσει ποτέ στην Αθήνα. Δεν ήθελα να δίνω βάση, απωθούσα αυτό το πράγμα ως οπαδός της κανονικότητας. Δεν θέλησα να σκεφτώ ποτέ μου και να παραδεχτώ ότι έχουμε αντάρτικο πόλης, που σχηματίστηκε εν μέρει στη χούντα και έπρεπε μετά σώνει και καλά να συνεχίσει τη δράση του, οπότε εμπλουτίστηκε με νέο αίμα.
Ονειρεύτηκα κι εγώ επαναστάσεις κάποτε, διάβαζα τους Αθλίους και φανταζόμουνα τον εαυτό μου στο ηρωικό οδόφραγμα του Ενζολορά, κι ας μην είχα καταλάβει γιατί το είχε κάνει ο Ενζολοράς το οδόφραγμά του. Οι αδικίες εξεγείρουν και τα παραδείγματα εμπνέουν. Θα είχε τους πολιτικούς λόγους του υποθέτω, και πιθανότατα δεν είχε άλλες επιλογές δράσης.
Και το Μάη του 68 ζήλεψα πολύ, στην εφηβεία με χούντα εμείς εδώ. Πολλοί ονειρευτήκαμε επαναστάσεις, πολλοί ζηλέψαμε το Μάη του 68, και φτάσαμε τώρα κάθε τόσο να τον βλέπουμε να παίζεται στους δρόμους της Αθήνας σαν κακόγουστη παράσταση. Δεν τη χορταίνουμε, ξανά και ξανά η ίδια παραγωγή. Ξανά να παιχτεί ο Μάης του 68, ξανά να παιχτεί το Πολυτεχνείο του 73, να πάρουν μέρος κι όσοι δεν πρόλαβαν, να ξαναπαίξουν κι όσοι δεν το χόρτασαν. Το παρακολουθούμε χρόνια τώρα χωρίς να θέλουμε να συζητήσουμε σοβαρά τι νόημα έχει αυτή η ιστορία, τώρα που υπάρχουν κι άλλες επιλογές, ακόμα και για τους Ενζολοράδες.
Οι τωρινοί εμπρησμοί με οδηγούν να ξανακοιτάξω τους παλιούς. Εκείνους τους πρώτους, επί κουρασμένης κυβέρνησης Ράλλη. Τότε υπήρχαν ακόμα στον κόσμο δυο υπερδυνάμεις, ψυχρός πόλεμος, θεωρούσαμε τη CIA παντοδύναμη, πιστεύαμε ότι ήταν πίσω από τη 17 Νοέμβρη κι από όλες τις βόμβες που έσκαγαν στην Αθήνα. Όταν κάηκε το Μινιόν, ο Κατράντζος, το Ατενέ, κι ένα σωρό άλλα, είχαν συλλάβει δυο αδερφές οι οποίες αθωώθηκαν ‘πανηγυρικά’ όπως διευκρινίζουν τα δημοσιεύματα, λόγω αμφιβολιών. Η μια ήταν σύζυγος ενός τυπογράφου, ο οποίος επίσης κατηγορήθηκε και αθωώθηκε λόγω ελλείψεως στοιχείων.
Τι ακριβώς επεδίωκαν αυτοί οι άνθρωποι καταστρέφοντας τα καμάρια της Αθήνας; Να χτυπήσουν το κεφάλαιο, να κηρύξουν την επανάσταση, να τιμωρήσουν τους Αθηναίους για τις καταναλωτικές του συνήθειες, ή να τους γλιτώσουν απ’ αυτές σαν αυτόκλητοι άγγελοι; Θα πρέπει να είχαν αποφασίσει ότι ο λαός, αυτό που θεωρούσαν λαό και γνήσιες εργατικές μάζες, κινδύνευαν να αλλοτριωθούν από τα αγαθά του μικροαστισμού και να χάσουν τις υποτιθέμενες επαναστατικές τους αρετές. Περνούσαν καλά εν ολίγοις, αγοράζοντας με δόσεις οικιακό εξοπλισμό από το Μινιόν και αθλητικά είδη από τον Κατράντζο, άρα η επανάσταση κινδύνευε! Πώς θα ξεσηκώνονταν αν άρχιζαν να είναι ευτυχισμένοι;
Όλα αυτά μαζί και κάμποσα ακόμα ήταν ο στόχος των εμπρηστών, αλλά κυρίως να εντυπωσιάσουν ο ένας τον άλλον, η μία ομάδα την άλλη, κάνοντας επίδειξη ικανοτήτων και αποτελεσματικότητας. Τόσα χρόνια μετά εκείνο που κατάφεραν είναι να συντελέσουν στη μοιραία υποβάθμιση του κέντρου από την Κλαυθμώνος και κάτω, χωρίζοντας την Αθήνα στα δύο. Στο πάνω μέρος προς το Σύνταγμα έχουν μαζευτεί τα καλά μαγαζιά, το κάτω έχει μείνει στη μοίρα του. Κι επίσης δεν υπάρχει πια ούτε ένα από τα μεγάλα καταστήματα με το παλιό όνομά του.
Δεν της έφταναν δηλαδή της Αθήνας τα μικρά οικόπεδα, οι στενοί δρόμοι, η αστυφιλία, η έλλειψη σχεδίου πέρα από το κέντρο, δεν της έφτανε ο πόλεμος και ο εμφύλιος που την άλλαξαν βίαια, η ανάγκη στέγασης, οι πολυκατοικίες, η αντιπαροχή, η μανία να ξεζουμιστεί η γη σαν οικονομική αξία, οι παρανομίες των εργολάβων, όλα αυτά που σε κάνουν να μη μπορείς να βρεις μια συνέχεια στην πόλη, πέρα από το ότι δεν μπορείς να περπατήσεις και ούτε να αναπνεύσεις, είχε και τους επαναστάτες της συμφοράς που κατέστρεψαν τόσο αποτελεσματικά τα δικά της μαγαζιά σβήνοντας κι άλλα χαρακτηριστικά της, κόβοντας κι άλλη συνέχεια.
Ο άνθρωπος που είχε κατηγορηθεί για τον εμπρησμό και πανηγυρικά αθωωθεί, αυτοκτόνησε λιγα χρόνια μετά.
Κι ύστερα, τι έγινε με τους επιχειρηματίες που είχαν καταστραφεί οικονομικά; Κάποια ρεπορτάζ δημοσιεύονταν κάθε τόσο, κυρίως σε σχέση με τον Γεωργακά του Μινιόν που ήταν αυτοδημιούργητος και ως πρώην φτωχόπαιδο μπορούσε να συγκινήσει ακόμα το κοινό. Αλλά ακόμα και αυτό το στόρι ήταν στο όριο του κιτς, δεν έβγαζε τα πρώτης ποιότητας κείμενα. Κατά κάποιο τρόπο έπεσε και ο ίδιος θύμα της ξανθοπουλικής αυτής εικόνας, πιστεύοντας ότι θα τον βοηθούσε ο Αντρέας και το ΠαΣοκ. Του έγινε στενός κορσές του Αντρέα, μέχρι να κηρύξει προβληματική το ΜΙΝΙΟΝ και να τον ορίσει διευθυντή του ως υπάλληλο, για να αργοπεθάνει. Αν δεν είχε την αυταπάτη αυτή και αγωνιζόταν με όρους της αγοράς, της τότε- μπορεί και να τα κατάφερνε.
Τους υπόλοιπους επιχειρηματίες τους έφαγε η μαρμάγκα. Η φαιά ουσία των καλύτερων γραφιάδων αναλώθηκε στο να αθωώσει αυτούς που είχαν συλλάβει ως εμπρηστές. Γράφτηκαν αναλύσεις περί προβοκατόρων, ξένων δυνάμεων, συνομωσιών, τα γνωστά. Οι επιχειρηματίες που καταστράφηκαν ήταν αυτονόητο ότι ανήκαν στο μεγάλο κεφάλαιο, άρα καλά να πάθουν, υπήρχε ένα τέτοιο πνεύμα στο πέπλο σιωπής που κάλυψε τον πόνο τους. Ε, κανένα άρθρο σε περιοδικό θα μπήκε, το πολύ- πολύ. Έχουν δίκιο λοιπόν αυτοί που λένε ότι δεν ευνοούμε καθόλου την επιχειρηματικότητα στην Ελλάδα, ότι ψυχικά είμαστε αντίθετοι με οποιονδήποτε κάνει μια επιχείρηση, ειδικά αν πετύχει.
Συνειδητοποιώ τώρα, σκαλίζοντας πάντα το Google ότι αυτά τα πράγματα τα χωνέψαμε και τα ξεχάσαμε. Όλη αυτή τη βία στην πόλη τότε, την κάναμε στην μπάντα.
Έντεκα χρόνια μετά κάηκε και ο Κάπα Μαρούσης. Ήταν σε διαδήλωση μετά τη δολοφονία του Τεμπονέρα, έγιναν στους δρόμους συγκρούσει με τα ΜΑΤ. Ο εμπρησμός δεν εξιχνιάστηκε ποτέ. Υπάρχει η άποψη ότι ένας αστυνομικός έριξε κάτι μέσα, αυτό διάβασα σε σάιτ και δημοσιεύματα της εποχής εκείνης. Τώρα πια, σοφότερη και πεπειραμένη, εκ των υστέρων τείνω να πιστέψω ότι κάτι τέτοιο δεν στέκει. Οι αστυνομικοί δεν ρίχνουν κάτι μέσα σε μαγαζιά για να τα κάψουν, οι ‘αντάρτες πόλης’ το κάνουν. Ρίχνουν μολότοφ κι αρπάζουν αμέσως τα εύφλεκτα υλικά. Τέσσερις άνθρωποι πέθαναν τότε εκεί. Ένοχος κανένας.
Διάβασα συνέντευξη του ιδιοκτήτη του μαγαζιού πριν λίγες μέρες. Τον θυμήθηκαν λόγω των νέων εμπρησμών. Είχε ένα ανασφαλές, απολογητικό ύφος. Μέχρι φυλακή πήγε για τα χρέη του. Ζει τώρα με ένα μικρό μαγαζί. Ίσως να αναρωτιέται κάποιες στιγμές αν είναι απόβρασμα της κοινωνίας.
Άλλαξε λοιπόν ο κόσμος με τους εμπρησμούς και τις βόμβες, όπως ονειρεύονται οι επαναστάτες; Μα και βέβαια! Τα μαγαζιά γέμισαν σεκιούριτι, μάλιστα μια από αυτές τις εταιρίες την έκανε ο ίδιος ο Κατράντζος. Katrantzos Security. Το Μινιόν δεν ορθοπόδησε ποτέ. Το Ατενέ παρομοίως. Τα ελληνικά πολυκαταστήματα ξεχάστηκαν, μια κάποια συνέχεια αναμνήσεων σε σχέση με αυτά εξαφανίστηκε, το κέντρο υποβαθμίστηκε, η Πατησίων έχει μια μόνιμη τεράστια πληγή που ζέχνει. Ο κόσμος δεν πάει πια για ψώνια στα μέρη αυτά, μόνο όσοι μένουν εκεί κοντά ή είναι στο δρόμο τους. Οι βόλτες μετατοπίστηκαν βόρεια, κι από κει όπως φαίνεται θα μετατοπιστούν ξανά κάπου αλλού, γιατί πια το κέντρο της Αθήνας έχει γίνει επικίνδυνη περιοχή και τα μαγαζιά του στόχος. Η παράδοση των εμπρησμών ξαναρχίζει εκεί που είχε σταματήσει, κρίση πάλι, λόγια πάλι, η διαφορά είναι ότι τώρα δύσκολα δεχόμαστε ότι οι μπάτσοι τα κάνουν όλα. Τουλάχιστον μερικοί από μας δύσκολα το δεχόμαστε. Μετά τους 3 νεκρούς στη Μάρφιν ίσως μερικοί προβληματίζονται. Αν και αμέσως άρχισαν οι δικαιολογίες και οι ερμηνείες και οι εξηγήσεις.
Τρίτη 11 Μαΐου 2010
Δικαίωµα σε µη απεργία υπάρχει;
Το πρώτο µέιλ που µε βεβαίωνε ότι οι εργαζόµενοι στη Μαρφίν είχαν πιεστεί από την εργοδοσία να πάνε στη δουλειά τους, ήρθε την επόµενη µέρα του θανάτου τους.
Ακολούθησαν δηλώσεις των εργαζοµένων στην Τράπεζα που διευκρίνιζαν ότι δεν συνέβη κάτι τέτοιο, αλλά τα µέιλ συνέχιζαν να έρχονται.
Πολλοί φίλοι µου αισθάνονταν την ανάγκη να µοιραστούν αυτή την πληροφορία που ελάφρωνε την αριστερή συνείδηση.
Απάντησα σε µερικούς µε τις νέες ειδήσεις, ύστερα άρχισαν να λένε ότι η Τράπεζα έφταιγε ούτως ή άλλως που ήταν ανοιχτή εκείνη τη µέρα. Η επιµονή τους µε ανάγκασε να θυµηθώ τη δική µου συµµετοχή στην απεργία που είχε κηρύξει η ΕΣΗΕΑ. Λοιπόν δεν ξέρω αν στη Μαρφίν τους υποχρεώνουν να δουλεύουν ενώ θέλουν να απεργήσουν. Εµάς πάντως µας υποχρεώνουν να απεργήσουµε ενώ θέλουµε να δουλέψουµε. Υπάρχει και αυτή η όψη της απεργίας, το λέω επειδή συζητάµε τόσες µέρες για το πόσο δικαιούσαι να απεργείς. Να µην απεργείς δικαιούσαι; Η µη απεργία είναι δικαίωµα;
Εµείς βέβαια, την απόφαση του σωµατείου τη σεβόµαστε εκ των πραγµάτων. Αφού η εφηµερίδα δεν βγαίνει δεν δουλεύουµε, οπότε µπορείς να πεις ότι µας υποχρεώνει σε απεργία η φύση της δουλειάς. Επιπλέον, έχουµε συνηθίσει να ακολουθούµε τις αποφάσεις του σωµατείου µας ευλαβικά, τηρώντας µια παράδοση που ίσως πρέπει να ξανασκεφτούµε.
Πώς λέει και το ΚΚΕ;
Ανυπακοή! Για να το λέει αυτό, που ήταν πάντα οπαδός της υπακοής στο κόµµα σε δύσκολους καιρούς, µε κάθε κόστος, κάτι θα ξέρει. Ανυπακοή στο σωµατείο, πώς µπορούµε να το κάνουµε; Είναι ευκαιρία, τώρα που όλοι µιλάνε για επαναστάσεις, υπακοές και ανυπακοές, ελευθερίες και θανάτους, να ρίξουµε µερικές ιδέες στο τραπέζι.
(Δημοσιεύτηκε στα ΝΕΑ στις 10 Μαΐου 2010)http://www.tanea.gr/gnomes/?aid=4574048
Ακολούθησαν δηλώσεις των εργαζοµένων στην Τράπεζα που διευκρίνιζαν ότι δεν συνέβη κάτι τέτοιο, αλλά τα µέιλ συνέχιζαν να έρχονται.
Πολλοί φίλοι µου αισθάνονταν την ανάγκη να µοιραστούν αυτή την πληροφορία που ελάφρωνε την αριστερή συνείδηση.
Απάντησα σε µερικούς µε τις νέες ειδήσεις, ύστερα άρχισαν να λένε ότι η Τράπεζα έφταιγε ούτως ή άλλως που ήταν ανοιχτή εκείνη τη µέρα. Η επιµονή τους µε ανάγκασε να θυµηθώ τη δική µου συµµετοχή στην απεργία που είχε κηρύξει η ΕΣΗΕΑ. Λοιπόν δεν ξέρω αν στη Μαρφίν τους υποχρεώνουν να δουλεύουν ενώ θέλουν να απεργήσουν. Εµάς πάντως µας υποχρεώνουν να απεργήσουµε ενώ θέλουµε να δουλέψουµε. Υπάρχει και αυτή η όψη της απεργίας, το λέω επειδή συζητάµε τόσες µέρες για το πόσο δικαιούσαι να απεργείς. Να µην απεργείς δικαιούσαι; Η µη απεργία είναι δικαίωµα;
Εµείς βέβαια, την απόφαση του σωµατείου τη σεβόµαστε εκ των πραγµάτων. Αφού η εφηµερίδα δεν βγαίνει δεν δουλεύουµε, οπότε µπορείς να πεις ότι µας υποχρεώνει σε απεργία η φύση της δουλειάς. Επιπλέον, έχουµε συνηθίσει να ακολουθούµε τις αποφάσεις του σωµατείου µας ευλαβικά, τηρώντας µια παράδοση που ίσως πρέπει να ξανασκεφτούµε.
Πώς λέει και το ΚΚΕ;
Ανυπακοή! Για να το λέει αυτό, που ήταν πάντα οπαδός της υπακοής στο κόµµα σε δύσκολους καιρούς, µε κάθε κόστος, κάτι θα ξέρει. Ανυπακοή στο σωµατείο, πώς µπορούµε να το κάνουµε; Είναι ευκαιρία, τώρα που όλοι µιλάνε για επαναστάσεις, υπακοές και ανυπακοές, ελευθερίες και θανάτους, να ρίξουµε µερικές ιδέες στο τραπέζι.
(Δημοσιεύτηκε στα ΝΕΑ στις 10 Μαΐου 2010)http://www.tanea.gr/gnomes/?aid=4574048
Eπιπόλαιοι γείτονες
Εβλεπα ξένα κανάλια την προηγούµενη Τετάρτη. Τα δικά µας απεργούσαν, από ξένα µάθαινες τι γινόταν στην Ελλάδα. Υπήρχαν στην Αθήνα αρκετοί ανταποκριτές, είχαν νον στοπ ειδήσεις. Κάνανε µόνο διακοπή για διαφηµίσεις, κι έδειχναν ωραίους καλοκαιρινούς προορισµούς. Λογικό, Μάη µήνα οι άνθρωποι ετοιµάζουν τις διακοπές τους. Φωτιές, λοιπόν, αστυνοµία, οδοµαχίες από τη µια, ύστερα διάλειµµα µε ωραία µεσογειακή θάλασσα και υπέροχες παραλίες. Την Ελλάδα διαφήµιζαν την ίδια ώρα που έδειχναν να καίγεται; Οχι, η Κροατία ήταν, ειδυλλιακή και πλησιέστερη, µέσα στην απαλή µουσική, να ξεχάσουµε ότι πριν από µερικά χρόνια κι εκείνη καιγόταν. Θέλει τώρα ειρήνη και ανάπτυξη, γιατί να µην την προτιµήσουν οι τουρίστες;
Υστερα πάλι ειδήσεις, νεκροί, πανό, τρεχάλες, πέτρες να εκσφενδονίζονται, κάτι σαν βαρετή παραγωγή του σινεµά. Αλλο διάλειµµα, βυζαντινές εικόνες, τρούλοι, ο άνεµος λυγίζει το καλαµπόκι, χαµογελαστά κορίτσια, τώρα βάλανε τη διαφήµιση για την Ελλάδα; Ε όχι, ήταν η ΠΓΔ Μακεδονίας.
Tελειώνει το διάλειµµα.
Ξανά Αθήνα, δακρυγόνα, γροθιές στη Βουλή, θολούρα, κραυγές, φωτιές, εκρήξεις, καταστροφές. Και ξανά διάλειµµα, µουσική, γαλάζιο, αρχαία ερείπια, παραλίες, καΐκια, ε, αυτό Ελλάδα είναι, δεν υπάρχει άλλο µέρος τέτοιο! Λάθος πάλι. Η Τουρκία ήταν. Και θα µπορούσε να είναι και η Ιταλία, έχει κι αυτή αρχαία, και θάλασσα και ζέστη και υπέροχα χωριά και προσεγµένα τοπία. Αλλά µάλλον δεν χρειάζεται διαφήµιση, τρέχουν οι τουρίστες εκεί και δεν χωράνε. Οποιος δεν αποφασίσει να έρθει στην Ελλάδα αλλά θέλει οπωσδήποτε κάτι σε Μεσόγειο, θέλει µνηµεία της αρχαιότητας, θέλει θάλασσα, λίγο κρασί και το αγόρι του, ακόµα και Βυζάντιο να θέλει, υπάρχουν εναλλακτικές λύσεις. Βορείως, νοτίως, άνω - κάτω και πλαγίως, οι άνθρωποι θέλουν να πλουτίσουν, περιµένουν τουρισµό. Δεν είδαν από µας ότι το χρήµα δεν φέρνει την ευτυχία, να συγκρατηθούν στην τίµια φτώχεια τους…
Στα μετόπισθεν
Ολος ο καλός ο κόσµος έτρεχε στον Μαραθώνιο χτες, κι έλεγα κι εγώ να πάω να µοιράζω µπουκαλάκια µε νερό, να θαυµάζω την αντοχή των δροµέων και να λιάζοµαι στον ξαφνικό ήλιο. Με την ελπίδα βέβαια ότι οι δροµείς κάτι θα µετέφεραν και προς τους θεατές από το πνεύµα της προσπάθειάς τους, ότι το περιβάλλον κάπως θα ζωντάνευε και θα ράντιζε µε αισιοδοξία όσους θα ήµασταν εκεί. Αντί γι’ αυτό βρέθηκα στο ΚΑΤ µε ελαφρές κακώσεις, να παρακολουθώ εισαγωγές - εξαγωγές θυµάτων άλλων δρόµων, µαραθωνίων της καθηµερινότητας. Είχε κόσµο παντού, κι αντί για τους δροµείς θαύµαζα την υποµονετική κυρία της γραµµατείας που υποδεχόταν τα έκτακτα περιστατικά. Οσες ώρες περίµενα εκεί θα µίλησε σε µερικές εκατοντάδες ανθρώπους και κατάφερνε να δίνει απαντήσεις χωρίς να πελαγώνει, να θυµώνει ή να φωνάζει.
Δυστυχώς στις ουρές οι ασθενείς δεν ήταν το ίδιο άψογοι, έπαιρνε ο ένας τη σειρά του άλλου και κινδύνευε κανείς να βλαστηµήσει εντός του τη στιγµή που υιοθέτησε ευγενικούς τρόπους στη ζωή και ξέχασε τους άλλους.
Επιστρέφοντας µε ταξιτζή που έπαιζε µανιωδώς κοµπολόι κι οδηγούσε µόνο µε ένα χέρι, φοβήθηκα πως θα ξαναπηγαίναµε στο ΚΑΤ µε φορείο, αλλά γλιτώσαµε.
Ακολούθησε ορειβασία για το διηµερεύον φαρµακείο σε µακρινή ανηφοριά.
Είχε την πόρτα κλειστή και µια στρογγυλή τρύπα στη µέση. «Να µου µιλάτε από το φινιστίρι» έγραφε από κάτω (το µπέρδεψε ίσως µε το finis terrae), και µπροστά είχε κόσµο στην ουρά. Δεν είχε όµως φάρµακα. Από τους πέντε που περίµεναν µόνο του ενός τα φάρµακα βρήκε. Αν ν είχε τα δικά µου θα έλεγα νενικήκαµεν µέσα από την καρδιά µου. Αλλά δυστυχώς χάσαµε.
Άραγε χρειάζεται ειδική παιδεία για να αντέχεις τέτοιες συνθήκες πίεσης ή είναι θέµα χαρακτήρα και προσωπικών αποφάσεων;
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
Αλλαγή διαδρομής
Νέα από τη νέα διαδρομή για Λαύριο που είπα να δοκιμάσω η άμυαλη. Όταν φτάσεις με το καλό στο Κορωπι και ψάχνεις να βρεις από πού να πας γ...
-
Μπούχτισα τους λυρισμούς των καταστροφολόγων. Έχουνε πάρει μια παραδοξολογία του Μπρεχτ και μας βάζουν φωτιά κάθε τρεις και λίγο. Και δεν υπ...
-
Στο Παρίσι είχα αγοράσει αυτό το γαλλικό βιβλίο και το άφησα εκεί να το διαβάσει ο γάλλος φίλος που με φιλοξενούσε. Μου το επέστρεψε πριν λί...








