Τρίτη 18 Δεκεμβρίου 2012

Ο καημένος ο Ντεπαρντιέ


Σα να γίνονταν Αλβανοί οι δικοί μας αστέρες...
Βρε τον καημένο τον Ντεπαρντιέ τι έπαθε.. Δεν φτάνει που αναγκάστηκε να γίνει Βέλγος για να γλιτώσει τη φορολογία 75% των εισοδημάτων του, τον έχρισαν ανεπίσημα εκπρόσωπο της πλουτοκρατίας προσπερνώντας άλλους ξενέρωτους ιδιοκτήτες βιομηχανικών κολοσσών και κολλώντας στη δική του ξεχωριστή προσωπικότητα. Οπότε ξεσπάθωσε με διάφορες διαμαρτυρίες και παράπονα προσωπικά εναντίον του πρωθυπουργού οι οποίες απέδειξαν στο κοινό του γι άλλη μια φορά πόσο πολύ θέλει να τον αγαπούν και να τον παραδέχονται. Κι είπε διάφορα ωραία, καλά να είναι ο άνθρωπος, διασκεδάσαμε λίγο. Πώς δεν είναι Γάλλος πια, είναι ευρωπαίος. Εγώ η χαζή έλεγα ότι είμαι ευρωπαία επειδή πληρώνω τους φόρους μου. Για να μην πει ανοιχτά ότι έγινε Βέλγος, ξέρετε οι Γάλλοι με τους Βέλγους έχουν ένα θέμα, τους θεωρούν παρακατιανούς, φτιάχνουν ανέκδοτα εις βάρος τους και τέτοια. Βλακώδες, αλλά άμα είσαι λαϊκό είδωλο μετράει. Ειδικά τέτοιο λαϊκό είδωλο, σαν τον Ντεπαρντιέ, που το έχεις παίξει ενσάρκωση της γνήσιας γαλλικής ψυχής. Όσο νάναι τη στραπατσάρεις την εικόνα σου να πας να γίνεις Βέλγος.
Τι τραβάνε κι οι Γάλλοι με το σοσιαλισμό. Ενώ αν ήταν Έλληνας δεν θα είχε τέτοια προβλήματα. Εμείς εδώ σεβόμαστε τους μεγάλους καλλιτέχνες, και όχι μόνο. Και τους μεγάλους εργολάβους, και τους μεσαίους μπορώ να σου πω, και τους μικρούς. Και τους μικρο-μεσαιο- μεγάλους επαγγελματίες πάσης φύσεως, κι ένα σωρό κόσμο που δημιουργεί και δρα σ’ αυτό τον τόπο. Ποτέ κανείς δεν αναγκάστηκε να αλλάξει υπηκοότητα για να μη φορολογηθεί, και να υφίσταται μετά σχόλια επικριτικά και κακεντρεχή που φτάνουν να αμφισβητούν το ταλέντο του. Εκείνες οι οφσόρ είσπραξης δικαιωμάτων που μάθαμε ότι είναι η μέθοδος πληρωμής καλλιτεχνών, δεν λειτουργούν στη Γαλλία; Πρέπει να είσαι χώρα με μεγάλη ακτογραμμή για να δουλέψει κάτι τέτοιο; Μπορεί. Πρέπει να είσαι ναυτικός λαός, τρίτη δύναμη στον κόσμο, κάτι τέτοιο; Δεν αποκλείεται.
Κάποτε το είχε κάνει και ο Ίνγκμαρ Μπέργκμαν αυτό, θυμάστε; Στα γεράματα πια, κι αφού είχε βεβαιωθεί ότι δεν θα χρειαζόταν να  προσφύγει στα φημισμένα γηροκομεία και νοσοκομεία της πατρίδας του, είχε αλλάξει υπηκοότητα κι αυτός. Είναι αλήθεια ότι το παρακάνουν οι Σουηδοί με τους φόρους, φορολογείσαι με την πρώτη αναπνοή, όχι με το πρώτο ευρώ, αλλά όπως και να το κάνεις χτυπάει άσχημα, έστω κι αν είσαι σκηνοθέτης της ανθρώπινης ψυχής που ουδέποτε ασχολήθηκες με πολιτικά ζητήματα, κρατική οργάνωση και τέτοια. Κάπως γίνεσαι μέρος του πανθέου των αδύναμων ηρώων σου, έτσι δεν είναι; Θα μου πείτε, γιατί όχι;
Παράξενοι άνθρωποι. Είναι δυνατόν να μη βρίσκουν άλλους τρόπους για να μη φορολογούνται; Τόσο τέλεια συστήματα έχουν; Γιατί δεν μας τα λένε κι εμάς, που όλο περιμένουμε να βρεθεί σε τίποτε ημερολόγια των Μάγιας η φόρμουλα της πάταξης της φοροδιαφυγής; Ας ερχόταν εδώ ο Ντεπαρντιέ να πάρει μαθήματα από έλληνες καλλιτέχνες πώς να μην πληρώνει τόσο μεγάλους φόρους και πάλι να τον αγαπούν, πολύ περισσότερο μάλιστα.
Από την Εφημερίδα των Συντακτών

Σάββατο 15 Δεκεμβρίου 2012

Η πρωτοπορία έρχεται από τη Θράκη


imageΣτο μάθημα της Γλωσσολογίας, μου λέει η Αϊτούλ καθώς πίνουμε καφέ κοντά στην Πανεπιστημιούπολη, ειδικά στα κεφάλαια που αναφέρονται στη διγλωσσία και την πολυγλωσσία, αισθάνομαι σα να αναφέρονται ειδικά σε μένα! Είναι το αγαπημένο μου μάθημα! Έτσι δίγλωσση και πολύγλωσση είμαι κι εγώ, που μεγάλωσα σε πομακοχώρι, πήγα σε μειονοτικό δημοτικό και σε δημόσιο γυμνάσιο, έμαθα υποχρεωτικά τρεις γλώσσες από παιδί και κάποια στιγμή κατάλαβα ότι όλο αυτό είναι δύσκολο αλλά ωραίο.
Κι εκεί ακούγοντας τη νεαρή αυτή τελειόφοιτο της Φιλοσοφικής, για πρώτη φορά συνειδητοποιώ ότι τα πράγματα έχουν αλλάξει στη Θράκη. Αυτό που κάποτε ήταν ανίατο μειονέκτημα, η διαφορετική γλώσσα στο σπίτι, διαφορετική από την επίσημη που μιλά η πλειονότητα,  κι επιπλέον η διδασκαλία μιας τρίτης ακόμα γλώσσας στο σχολείο για τους Πομάκους, έχει φτάσει να γίνει πλεονέκτημα και πλούτος, τουλάχιστον για τα παιδιά που καταφέρνουν να ξεπερνάνε τα εμπόδια της περίπλοκης αυτής κατάστασης. Κι όλο και περισσότερα παιδιά ξεπερνάνε τα εμπόδια, γιατί όλο και περισσότερα συνεχίζουν το σχολείο, δεν το εγκαταλείπουν όπως δεκαπέντε χρόνια πριν, που η διαρροή από το Γυμνάσιο έφτανε το 65%. Μερικά φτάνουν μέχρι το Πανεπιστήμιο. Υπάρχει ένας νέος πλούτος στη Θράκη που παράγεται τα τελευταία χρόνια, αφότου οι διαφορές αποφασίστηκε να μην αντιμετωπίζονται σαν μειονεξία.
Όχι πως ήταν εύκολο να συμβεί αμέσως, χρειάστηκε πολλή δουλειά, χρειάζεται ακόμα πολλή δουλειά. Ακόμα και τώρα τα παιδιά που εγκαταλείπουν το σχολείο πριν τελειώσουν έστω το Γυμνάσιο, είναι περισσότερα από τον εθνικό μέσο όρο. Αλλά τα πράγματα έχουν αλλάξει. Έχει γίνει η βασική ανατροπή, έχει υποχωρήσει ο φόβος και η δυσπιστία εκατέρωθεν. Και οι αριθμοί είναι εντυπωσιακοί. Το 1993 οι μαθητές Γυμνασίου της μειονότητας στο νομό Ροδόπης και Ξάνθης ήταν συνολικά 941 και τώρα είναι 3581. Στα Λύκεια οι μαθητές ήταν 231 και τώρα είναι 2.602.
Για να γίνει αυτό το θαύμα χρειάστηκε η πολιτική στροφή της ελληνικής πολιτείας να πάρει σχήμα. Και το σχήμα ήταν το Πρόγραμμα Εκπαίδευσης Μουσουλμανοπαίδων που ξεκίνησε το 1997, με βασική ιδέα να διδάξει στα παιδιά ελληνικά. Να τα διδάξει μέσα στο σχολείο μεν, αλλά σε ξεχωριστό πρόγραμμα, μετά τα μαθήματα, και να τα διδάξει όπως διδάσκονται οι ξένες γλώσσες. Γιατί ξένη γλώσσα ήταν τα ελληνικά για τα περισσότερα παιδιά της μειονότητας, κι όσο δεν τη μάθαιναν κανονικά και συστηματικά, παρατούσαν απλώς το σχολείο τελειώνοντας το Δημοτικό –ή πριν το τελειώσουν καν- χωρίς να ξέρουν στ’ αλήθεια γραφή κι ανάγνωση.
Μπορεί να μοιάζει με το αυγό του Κολόμβου, πώς αλλιώς θα μάθεις μια ξένη γλώσσα αν όχι όπως μαθαίνονται οι ξένες γλώσσες; Κι όμως, για να φτάσει να ξεκινήσει το Πρόγραμμα χρειάστηκε να περάσουν δεκαετίες με το σχολείο να φυτοζωεί. Διότι έπρεπε να διδάσκονται τα παιδιά το πρόγραμμα των υπολοίπων, σα να ήταν τα ελληνικά μητρική τους γλώσσα, που δεν ήταν, ή στο μειονοτικό σχολείο να έχουν  διπλό πρόγραμμα, ελληνικό και τουρκικό, πάντα στο ίδιο πνεύμα. Πνεύμα προσηλωμένο στη συνθήκη της Λωζάννης που κοντεύει πια 100 χρόνια αφότου υπογράφηκε και σίγουρα δεν είχε προτεραιότητα της να αντιμετωπίσει τις δυσκολίες των παιδιών στο σχολείο.
Το αξιοθαύμαστο με το Πρόγραμμα αυτό δεν είναι μόνο το ό,τι κατάφερε να εφαρμοστεί, που δεν ήταν και λίγο, μέσα στο γεμάτο δυσπιστία εκατέρωθεν περιβάλλον, αλλά και το πώς άνθισε, πώς εξελίχτηκε σε εργαστήρι εφαρμογής πρωτοποριακών ιδεών για προσέγγιση των παιδιών με τη γνώση. Λίγο –πολύ είναι γνωστό ότι άλλαξε άρδην τη σχολική ζωή των παιδιών της μειονότητας, τα οποία μπόρεσαν επιτέλους να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα τους με λύση φτιαγμένη για τις ανάγκες τους. Επιπλέον γέννησε σωρό ακόμα ιδέες και πράξεις για το ξεπέρασμα δυσκολιών στο σχολείο, που θα μπορούσαν να εφαρμοστούν κι αλλού. Δάσκαλοι και καθηγητές εκπαιδεύονται επίσης, για να αντιμετωπίσουν τα προβλήματα των παιδιών τους, και γράφονται σιγά- σιγά τα κατάλληλα βιβλία. Βέβαια όσοι ενδιαφέρονται για τη διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας τα ξέρουν ήδη και χρησιμοποιούν όσο μπορούν το υλικό του.
Τα πρώτα χρόνια ήταν πολύ δύσκολα, η δυσπιστία εκατέρωθεν ήταν πολύ κουραστική, αλλά η επιμονή απέδωσε καρπούς. Τα παιδιά στο σχολείο έμαθαν να χαίρονται τη γνώση, να ζητούν περισσότερα από τον εαυτό τους και το περιβάλλον τους. Δόθηκε η δυνατότητα και σε γονείς, μητέρες κυρίως, που ενδιαφέρονταν, να διδαχτούν ελληνικά. Γυναίκες που σαν κοριτσάκια είχαν παρατήσει το σχολείο μπόρεσαν να ξαναγίνουν μαθήτριες.
Διατρέχοντας το δελτίο του Προγράμματος πέφτει κανείς πάνω σε καλοκαιρινές φωτογραφίες: τα παιδιά ζωγραφίζουν βότσαλα δίπλα στο Νέστο. Στα βιντεάκια του εκπαιδευτικού συνεδρίου που έγινε τον Οκτώβριο στην Κομοτηνή, ακούγοντας μια μικρή ομάδα του γυμνασίου να εξηγεί το πείραμα που έκανε για να καταλάβει την κατανομή των κρατήρων στην επιφάνεια της Σελήνης, ανάμεσα σε άλλα, καταλαβαίνεις ότι η σχολική ζωή έχει μεταμορφωθεί στα μειονοτικά χωριά της Θράκης.
Είναι εποχή απολογισμών, κι επειδή κουράζεται κανείς με τους απανωτούς αρνητικούς απολογισμούς της πολιτικής και κοινωνικής μας ζωής των τελευταίων χρόνων, συνιστώ να παρακολουθήσετε αυτά τα βίντεο, να ακούσετε τις δασκάλες, τα παιδιά, ακόμα και τον οδηγό του βαν που πηγαίνει στα απομακρυσμένα χωριά κάθε βδομάδα μεταφέροντας βιβλία και προτάσεις συμμετοχής. Επειδή δεν έχει διακριθεί η ελληνική πολιτεία σε πολλά θετικά πράγματα για τη συνέπεια και την επιμονή της, αυτά θα σας φτιάξουν το κέφι.

Βιντεο με παρουσίαση του προγράμματος από την Αννα Φραγκουδάκη

η σελίδα του δελτίου

ένα βίντεο από το συνέδριο

η σελίδα του προγράμματος

Από το Protagon http://www.protagon.gr/?i=protagon.el.8emata&id=20657

Πέμπτη 13 Δεκεμβρίου 2012

Το καλό το παλικάρι…


Όσο η κρίση βαθαίνει τόσο τα λεωφορείο αραιώνουν, κι είναι όλο και πιο ασφυκτικά γεμάτα. Θα έπρεπε λοιπόν να είμαστε πανευτυχείς προχτές που πετύχαμε το 022 μισοάδειο, με θέσεις διαθέσιμες. Πηγαίναμε καθιστές όλες, γυναίκες στη συντριπτική πλειοψηφία ήμασταν, υπήρχε μόνο ένας άντρας ο οποίος κάθισε στην έξω θέση ενός διπλού καθίσματος. Στην επόμενη στάση μπήκε μέσα άλλη μια γυναίκα και πήγε να καθίσει στη μοναδική πλέον άδεια θέση, αυτή δίπλα στον άντρα. Όμως εκείνος δεν ήθελε.
-Δε χωράς εδώ, της λέει απότομα.
-Αν σηκωθείτε θα χωρέσω, του απαντάει.
Πράγματι, οι διπλές θέσεις σ’ αυτά τα λεωφορεία είναι αρκετά στενές. Κανείς δεν μπορεί να καθίσει στη μέσα μεριά αν δεν σηκωθεί πρώτα αυτός που κάθεται στην έξω. 
-Δε χωράς σου λέω!
-Χωράω κύριε! Αν δεν θέλετε να σηκωθείτε, πηγαίνετε εσείς εκεί, να καθίσω εγώ έξω.
-Τι λες μωρή, που θα μου πεις τι να κάνω. Άντε φύγε από δω.
Μήπως ήταν το κάθισμα ενάμιση, σαν αυτά που έχουν μερικά τέτοια λεωφορεία, και πράγματι δεν χωρούσε άλλος; Όχι, ήταν κανονικό διπλό κάθισμα. Ο άντρας ήταν αρκετά ψηλός και σωματώδης, αλλά έπιανε μόνο μια καρέκλα. Η διπλανή του ήταν άδεια, κι είχε αποφασίσει ότι έτσι του άρεσε να παραμείνει. Δεν είχε εμφάνιση τραμπούκου, φορούσε γυαλιά, ήταν σχετικά καλοντυμένος, αλλά η φωνή του είχε αρχίσει να υψώνεται δυσοίωνα. Υπάρχει αρκετός εκνευρισμός διάχυτος σε μέρη όπως τα λεωφορεία και τα τρόλεϊ τώρα τελευταία, πολλοί πιστεύουν ότι είναι χώρος κατάλληλος να αποφορτίσεις τον υπερβάλλοντα τσαμπουκά σου, να εκτονώσεις την επιθετικότητα σου,  να νιώθεις μετά πιο υγιής και ανάλαφρος. Ίσως το θηλυκό στοιχείο να τον προκαλούσε, να είχε κάποια ιδιαίτερη ψυχική ευαισθησία ο τύπος.
-Δεν φεύγω κύριε, του είπε ψύχραιμη η γυναίκα. Έχω δικαίωμα να καθίσω στην ελεύθερη θέση. Σας παρακαλώ να με αφήσετε να περάσω.
Εκνευρισμένος εκείνος με την αμετακίνητη στάση της, ύψωσε κι άλλο τους τόνους.
-Ρε ουστ από δω! Ρε άντε φύγε, μη σ’ αρπάξω από τον κότσο και σε σβουρίξω απέναντι!
Αυτό το είπε πια πολύ δυνατά, πολύ προσβλητικά και προκλητικά. Ακούστηκαν ένα- δυο έεε, σαν ήπια παρατήρηση. Ο τύπος δεν πτοήθηκε, απείλησε λίγο ακόμα. Είχαμε αρχίσει να κοιταζόμαστε ανήσυχα. Τι θα γινόταν πραγματοποιούσε την απειλή; Ήταν διπλάσιος σε ύψος από τη γυναίκα. Αν στ’ αλήθεια τη χτυπούσε, θα την άφηνε στον τόπο. Πού έβρισκε κουράγιο εκείνη; Κι ο οδηγός γιατί δεν παρενέβαινε; Καθόταν ακριβώς πίσω του, δεν έπρεπε κι αυτός να πει κάτι; Τόση αδιαφορία;
Εκεί που αναρωτιόμασταν βλέπουμε το λεωφορείο να σταματάει δίπλα σε μια παρκαρισμένη κλούβα της αστυνομίας. Σηκώνεται από τη θέση του ο οδηγός, ανοίγει την πόρτα, βγαίνει έξω χωρίς να πει λέξη. Κοιτάμε έξω να δούμε τι έκανε, μιλούσε με τους αστυνομικούς; Πήγε κοντά τους με τα χέρια στις τσέπες, προσπέρασε, τον χάσαμε. Τι έκανε, δεν είδαμε.  Στο μεταξύ όμως, μέσα στο όχημα, ο τσαμπουκάς είχε σηκωθεί από τη θέση του χωρίς άλλες ιστορίες. Η γυναίκα είχε περάσει στο μέσα κάθισμα, κι εκείνος είχε μείνει όρθιος από το πείσμα του, μουρμουρίζοντας κάτι που δεν το ακούσαμε, κι ούτε θέλαμε, αρκετά είχαμε ακούσει.
Ο οδηγός ξαναμπήκε χωρίς να μιλήσει. Δεν γύρισε να τον κοιτάξει. Ξεκίνησε και συνεχίσαμε τη διαδρομή. Το λεωφορείο γέμισε σιγά- σιγά, κάποιος άλλος κάθισε δίπλα στη γυναίκα. Ηρεμήσαμε. Ξύπνιος ο οδηγός μας τελικά, δεν ήταν αναίσθητος όπως νομίσαμε. Απλώς δεν θέλησε να το παίξει πλοίαρχος, δεν βρισκόταν μεσοπέλαγα μόνος εκπρόσωπος του νόμου και της τάξης. Υπήρχαν εκεί δίπλα οι εκπρόσωποι, κι έστω και σαν συμβολική παρουσία έπαιξαν το ρόλο τους. Υπάρχει ακόμα σεβασμός λοιπόν στο βάθος της έξαλλης ψυχής μας προς το νόμο -που προστατεύει τα γυναικόπαιδα- και τη λογική- έστω και πλαγίως, δια του φόβου. Παρηγορητικό.
http://www.athensvoice.gr/article/city-news-voices/%CF%83%CF%87%CF%8C%CE%BB%CE%B9%CE%B1/%CF%84%CE%BF-%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CF%8C-%CF%84%CE%BF-%CF%80%CE%B1%CE%BB%CE%B9%CE%BA%CE%AC%CF%81%CE%B9%E2%80%A6

Τρίτη 11 Δεκεμβρίου 2012

Ο Σαμαράς παίρνει Νόμπελ...

Στα χαρακώματα του Α Πολέμου χάθηκε
η νεολαία της Ευρώπης το 1914-18

Σχεδόν κάθε βράδυ στη ΝΕΤ υπέροχα σήριαλ εποχής μας διδάσκουν ευρωπαϊκή Ιστορία. Ο Πρώτος παγκόσμιος πόλεμος σε δυο απ’ αυτά μας θυμίζει το τρομερό σφαγείο που οδήγησε τους ευρωπαίους να αποφασίσουν να σταματήσουν τους πολέμους. Φυσικά δεν ήταν εύκολο, γι αυτό ακολούθησε ο Δεύτερος πόλεμος, αλλά μετά η απόφαση οργανώθηκε καλύτερα. Ακόμα δεν είναι εύκολο. Οι άνθρωποι δεν είναι ειρηνικοί εκ φύσεως. Χρειάζεται συνεχής προσπάθεια, καλλιέργεια σχέσεων διαφορετικού τύπου από αυτές που συνήθιζαν για αιώνες τα ευρωπαϊκά κράτη. Γι αυτό το επίτευγμα δόθηκε το Νόμπελ στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Μπορεί μερικοί να το βλέπουν μικρό, αλλά πρώτη φορά στην ιστορία της το κατάφερε για τόσο καιρό. Η Ευρώπη των κρατών που ακόμα βιώνουν εθνικισμούς, και μάλιστα αναζωπυρωμένους. Και η κριτική για τη μεταναστευτική πολιτική της Ευρώπης είναι σωστή, στο θέμα αυτό η Ένωση και οι χώρες που την αποτελούν φέρονται σα να φοράνε μπούρκα, κρύβονται πίσω από στερεότυπα και φήμες, αρνούνται να δείξουν την τόλμη που έδειξαν σε άλλα πράγματα, όπως στη φροντίδα για διατήρηση της ειρήνης.
Το Νόμπελ πάντως το παίρνουν επειδή κατάφεραν να μην πολεμάνε μεταξύ τους μετά το 1945, και φέρνει η μοίρα η δική μας, των Ελλήνων, να στέλνουμε το Σαμαρά πρωθυπουργό να το παραλάβει μαζί με τους άλλους. Τον άνθρωπο που όταν ήταν υπουργός εξωτερικών στη μακρινή εποχή της διάλυσης της Γιουγκοσλαβίας, επινόησε στην ουσία ένα πρόβλημα με τους γείτονες και το όνομα της καινούργιας χώρας τους και πρότεινε λύση με τον τρόπο που ακριβώς απέφευγαν οι ευρωπαίοι για να έχουν ειρήνη: αδιάλλακτο και ουσιαστικά αδιέξοδο, χωρίς περιθώρια συμβιβασμού. Τον τρόπο που παγίδευε κάποτε τους πολιτικούς σε τελεσίγραφα και οδηγούσε τα κράτη σε πολέμους. Κι έκτοτε η αδιαλλαξία καλλιεργήθηκε και κάθε προσπάθεια συμβιβασμού λοιδωρήθηκε, και ειπώθηκαν βαριές κουβέντες γεμάτες μίσος και πολεμική διάθεση, αλλά πόλεμος δεν έγινε. Λες και δεν συμμετείχε η Ελλάδα στον Β’ Παγκόσμιο, δεν χόρτασε νεκρούς. Μήπως το ό,τι έζησε απομονωμένη από τους γείτονες της στην περίοδο του ψυχρού πολέμου, δεν αναγκάστηκε να συνηθίσει την ύπαρξη τους, καλλιέργησε αυτή τη συγκρουσιακή, αδιάλλακτη νοοτροπία; Τι να πω πια; Ακούς και σήμερα διάφορους δεξιά κι αριστερά να μιλάνε σα να είναι έτοιμοι να πιάσουν τα καριοφίλια. Μπορεί να ελπίζουν στο βάθος ότι στο τέλος θα τους συγκρατήσουν οι μεγάλες δυνάμεις, ευρωπαίοι κι αμερικάνοι, ύστερα θα μπορούν να παραπονιούνται ότι οι μεγάλες δυνάμεις ανακατεύονται στα εσωτερικά μας, κλπ.
Ο Σαμαράς λοιπόν, ο οποίος ποτέ δεν έκανε αυτοκριτική για εκείνα, όπως και κανένας άλλος, ο οποίος δήλωνε διάφορα αδιάλλακτα φυλετιστικά πριν εκλεγεί, χώρια τα όσα έλεγε ως αντιπολίτευση, αλλά ουδείς αναμάρτητος, αυτός είναι που πάει ως ευρωπαίος να παραλάβει το Νόμπελ ειρήνης. Μας επιφυλάσσει η μοίρα μεγάλες ειρωνείες.
Δεν πειράζει όμως. Βοήθειά του. Ας το χαρεί, κι ας αφήσει το πνεύμα του Όσλο να τον φωτίσει και να τον καλλιεργήσει. Αμήν.
Aπό την Εφημερίδα των συντακτών

Δευτέρα 10 Δεκεμβρίου 2012

Ηanna, δεν είναι η βροχή....


Σήμερα που είναι Κυριακή κι έχω και τη γιορτή μου, (είπα χτες), θα επιδοθώ σε παραλήρημα, θα διολισθήσω σε αυταρέσκεια επιτρεπτή μόνο λόγω του προνομίου που χαρίζει το όνομα, το οποίο ακόμα γιορτάζω με χαρά, αν και φανατικά άθεη και παιδιόθεν δύσπιστη, τουλάχιστον, στα εκκλησιαστικά.
La Vierge, l'Enfant Jésus et sainte Anne, by Leonardo da Vinci, from C2RMF retouched.jpg
Η Αγία Άννα, η Παναγία και ο μικρός Ιησούς υπό Νταβίντσι
Το όνομα Άννα λοιπόν είναι το εβραϊκό Χάννα, που σημαίνει χάρις, τα βρίσκεις αυτά στο Γκουγκλ εύκολα τώρα πια, το όνομα της μητέρας της Παναγίας, γιαγιάς του Ιησού. Στα ελληνικά η Άννα είναι όνομα πολύ αγαπητό, κι από ό,τι έμαθα πριν πλουτίσω το λεξιλόγιο μου, πολύ πριν πάω σχολείο, πολύ πριν υποψιαστώ την ύπαρξη της Γραμματικής, στη γενική κάνει ‘της Άννας’. Κλίνεται το όνομα μου δηλαδή, κι ας είναι εβραϊκό, όπως και το Μαρία. Η Μαρία της Μαρίας, εβραϊκό κι αυτό, αλλά εξελληνισμένο. Έχουμε αυτή την κακή συνήθεια της γενικής, που δίνει ένα σίγμα στ θηλυκά, το οποίο πιθανότατα το παίρνει από τα αρσενικά, διότι θα έχετε παρατηρήσει ότι τα αρσενικά αντιστοίχως χάνουν ένα σίγμα στη δική τους γενική: ο Μάκης, του Μάκη, κλπ. Ενδιαφέρον αλισβερίσι το οποίο αν δεν  ψυχαναλύθηκε κάποτε ελπίζω να ψυχαναλυθεί στο μέλλον, ποιος χάνει και ποιος κερδίζει από τα ‘πάθη των ονομάτων’ ειδικά τις γενικές τις κτητικές, ξέρετε τώρα.
Μπορεί κάποτε να τα καταργήσουμε όλ’ αυτά, η γλώσσα εξελίσσεται, δεν ξέρεις τι θα της συμβεί μεθαύριο, αλλά προς το παρόν τα έχουμε, τις γενικές των θηλυκών και των αρσενικών, όσο ξένη κι αν είναι η προέλευση των λέξεων. Οπότε δεν καταλαβαίνω γιατί όλα τα θηλυκά που λήγουν σε άλφα και ήτα δεν πρέπει να κλίνονται, όσο εξωτικά και/ή μισητά είναι, όπως η τρόικα ας πούμε. Η οποία τρόικα πριν γίνει δανειστής ήταν άμαξα με τρία άλογα και τη θυμάμαι να διασχίζει τις στέπες της Ρωσίας στις μεταφράσεις του Τσέχωφ και του Ντοστογιέφσκι, καθώς και να εμφανίζεται για πρώτη φορά ως μεταφορά στη σοβιετική- ρωσική πολιτική. Τρόικα ήταν τότε τρεις άντρες αρχηγοί, δεν θυμάμαι ποιοι, θυμάμαι όμως πεντακάθαρα ότι κλινόταν: η τρόικα, της τρόικας.
Θέλω να πω ότι η λέξη έχει μακριά καριέρα στην ελληνική γλώσσα ώστε δικαιούται τουλάχιστον τα πάθη κάθε θηλυκού, μια αξιοπρεπή γενική με σίγμα, πέραν όλων των άλλων. Δεν θα χάσει τίποτε η ελληνική οικονομία αν δώσει αυτό το σίγμα πλουσιοπάροχα, με την παλιά και παραδοσιακή φιλοξενία και ανιδιοτέλεια. Δεν καταλαβαίνω την τσιγκουνιά των μισών πολιτικολογούντων του ραδιοφώνου και της τηλεόρασης που επειδή ξέχασαν τη γραμματική του Δημοτικού μας βασανίζουν εμάς τις καλές μαθήτριες καθημερινά, όχι μόνο με τις περικοπές που επιβάλει η τρόικα αλλά και με περικοπές που επιβάλουν εκείνοι στην τρόικα, για εκδίκηση ίσως.
Ύστερα όμως οι περικοπές πιάνουν κι άλλες αθώες λέξεις και ονόματα. Η Μάλτα ας πούμε, δεν κάνει στη γενική της Μάλτας, όοοοχι. Της Μάλτα! Και φυσικά το ίδιο παθαίνει η Βολιβία, η Ουρουγουάη, η Παραγουάη, και λοιπές. Η δε πόλη του Μεξικού, αν και ουδέτερη, κολλάει την ασθένεια: της κοτσάρουν μια γενική στα καλά καθούμενα, αλλά όχι την κατάληξη: η πόλη του Μεξικό!  Η καημένη η Λατινική Αμερική πληρώνει τις αμαρτίες του εκλατινισμού της. Παίρνουμε εκδίκηση για τον αφανισμό των Ινδιάνων. Κινδυνεύει και η Βραζιλία.  Της Αργεντινής θα της το χαρίσουμε επειδή την έχουμε ως παράδειγμα χρεοκοπίας.
Τώρα θα μου πείτε, εδώ ο κόσμος καίγεται κι εσύ ασχολείσαι με τις γενικές; Ε, ναι, έχουμε όλοι τις αδυναμίες μας, τους κάλους μας. Εξάλλου περίμενα τη γιορτή μου για να ξεσπάσω, εκμεταλλευόμενη την επιείκια που χαρίζεται στις εορτάζουσες. Έχω μια βίδα μ’ αυτή τη δυσκαμψία των ξένων λέξεων. Διακρίνω κάτι σαν κόμπλεξ ώρες- ώρες απέναντι τους. Σα να σιχαινόμαστε και ταυτόχρονα να φοβόμαστε να τις πιάσουμε στο στόμα μας. Κάποτε πρέπει κι αυτή η στάση να ψυχαναλυθεί.  
Ορίστε, τα είπα και ξεθύμανα, μη μου κρατάτε κακία, πέρασε κι η γιορτή της αγίας Άννας, ή/και αγίας Άννης που έλεγαν οι παλιοί, αδίστακτοι άνθρωποι, το παράκαναν πια κι εκείνοι. Ένα σίγμα εμένα μου φτάνει, είμαι ολιγαρκής.
Από το Protagon http://www.protagon.gr/?i=protagon.el.8emata&id=20492 

Παρασκευή 7 Δεκεμβρίου 2012

Grafitti


Χειμωνιάτικο βράδυ, μεγάλη νύχτα ξεκινά, κι ένα δεκάχρονο βγαίνει προς Μοναστηράκι και Ψυρρή να πουλήσει λουλούδια. Σ’ ένα σκοτεινό στενό σταματάει λίγο και ψάχνει την τσέπη του, βγάζει ένα σπρέι μπογιάς και πιάνει να μουτζουρώνει την κυλινδρική μεταλλική επιφάνεια ενός στύλου της τροχαίας. Είναι πολύ λεπτός ο σωλήνας που διάλεξε, αλλά φαίνεται δεν τολμάει να πάει σε κάτι μεγαλύτερο. Εξάλλου όλα είναι πιασμένα εκεί γύρω, τοίχοι πολυκατοικιών, κατεβασμένα ρολά μαγαζιών, πλαίσια παραθύρων, παλιές πέτρινες μάντρες. Παντού έχουν γράψει κάτι, ζωγραφίσει, μουτζουρώσει ή απλώς λερώσει. Οι πιο μεγάλες και καλλιτεχνικές συνθέσεις αναδίδουν την κατάθλιψη που βασανίζει την πόλη, οι μικρότερες είναι πιο καταγγελτικές, όλες είναι γεμάτες γωνίες, οξείες γωνίες, οξύτατες. Όλες έχουν κάτι το εκρηκτικό, το απειλητικό. Ακόμα και μια πράσινη πανδαισία που τριγυρίζει την είσοδο κάποιας πολυκατοικίας αποτελείται μόνο από μυτερούς κάκτους. Λόγχες ξεπηδάνε από χαμηλούς θάμνους με άλλες λόγχες και τυλίγουν την εξώπορτα με λογχοειδή φυτά. Ατέλειωτες οδοντοστοιχίες με μυτερά δόντια εμφανίζονται σε κάθε χαμόγελο.
Κοριτσάκια κι αγοράκια στα γκράφιτι είναι λιπόσαρκες φιγούρες ετοιμοθάνατων από φυματίωση που κατηγορούν την κοινωνία. Μια η τεχνοτροπία κι ένα το θέμα στα γκράφιτι, το αδιέξοδο που δημιουργεί η ίδια η επιφάνεια εργασίας, η απελπισία των κατοίκων πίσω από τους τοίχους. Αληθινή ή υποθετική, μόνο αυτή ενδιαφέρει κι εμπνέει. Πόλη σε μισώ, πόλη με μισείς, φωνάζουν τα γκράφιτι. Το φωνάζουν χρόνια τώρα, πολύ πριν από την κρίση. Στη μεγάλη αφθονία επάνω άρχισαν, εξάλλου οι μπογιές είναι ακριβές. Είναι σπορ που αντιστέκεται όμως. 
Ο μικρός ανθοπώλης δυσκολεύεται να γράψει κάτι στη στενή σωλήνα. Κοιτάζει  πίσω του μήπως κανείς το βλέπει, μήπως το μαλώσουν ή το διώξουν. Παιδεύεται, ιδρώνει μέσα στο κρύο, κρατάει και τα λουλούδια, δυσκολεύεται. Ξεκλέβει χρόνο και φοβάται να ξανοιχτεί στο χώρο.  Άλλοι έχουν συνεργεία, βγαίνουν παρέες, κουβαλούν στα σακίδια ολόκληρο σετ μπογιές. Πλούσιοι και φτωχοί, από βόρεια κι από νότια προάστια, από δυτικές συνοικίες κι από γειτονιές του κέντρου. Μαθητές γυμνασίου και λυκείου δίνουν ραντεβού τις νύχτες κοντά σε μέρη με άγραφες επιφάνειες. Αντί για γράψιμο, γκράφιτι. Χαρτζιλίκια θυσιάζονται για αγορά σπρέι. Μερικές φορές γίνονται επίσημες προσκλήσεις, από τα τρόλεϊ, τα τρένα, ακόμα κι από διευθυντές σχολείων. Ελάτε παιδιά να δημιουργείστε, κοπιάστε. Αφού θα μουτζουρωθούν που θα μουτζουρωθούν, σκέφτονται κάποιοι, ας το κάνουμε τουλάχιστον οργανωμένα, μπας και προκύψει κάτι καλαίσθητο. Αυτό που προκύπτει όμως έχει πάντα τη σφραγίδα του υλικού, κατά κάποιο τρόπο, και το υλικό δεν είναι μόνο οι τοίχοι κι η μπογιά, είναι κι αυτή η κατάθλιψη, μια απελπισία σχεδόν υποχρεωτική, κλισέ απελπισία, κλισέ αδιέξοδο, κλισέ κατάθλιψη που δεν αφήνει και πολλά περιθώρια πρωτοτυπίας. Ωστόσο όλοι οι νέοι οφείλουν να περάσουν από κει, είναι στάδιο μύησης, να βγάλουν τον επιθετικότητα από την απότομη άνοδο της τεστοστερόνης στους τοίχους, να τους γεμίσουν απειλητικές αιχμές κάθε σχήματος.  Και καλύτερα γκράφιτι παρά άλλα χειρότερα, σκέφτονται πολλοί και ξαναπιάνουν μοιρολατρικά τη βούρτσα και τον ασβέστη. Ή δεν την πιάνουν. Σιγά και τι έγινε;
Στο στενό του κύλινδρο ο μικρός πλανόδιος κοιτάζει το έργο του χωρίς σιγουριά. Δεν κατάφερε σ’ αυτή την καμπύλα επιφάνεια να παράγει αρκετές γωνίες. Νοιώθει πως είναι φτωχός,  μικρός και μόνος, και κρίμα τα λεφτά για το παλιοσπρέι. Το κοιτάζει απογοητευμένος, κάνει να το πετάξει, ύστερα το κρατάει, το κρύβει σ’ ένα παλιό τσαντάκι στη μέση του. Πρέπει να περιμένει να μεγαλώσει λίγο. Πιάνει τα λουλούδια αγκαλιά, ξεκινά για το νυχτοκάματο.
 Από το Protagon http://www.protagon.gr/?i=protagon.el.8emata&id=20426

Τρίτη 4 Δεκεμβρίου 2012

Βόλτα στη Διώρυγα


Ξαφνικά μου ήρθε η ιδέα καθώς πλησιάζαμε στην Κόρινθο, έστριψα δεξιά προς «Τουριστική περιοχή Ισθμού». Στην παρέα υπήρχαν νεαροί που δεν είχαν σταθεί ποτέ να κοιτάξουν τη διώρυγα πάνω από τη γέφυρα, όπως κάναμε κάποτε. Πριν γίνει ο αυτοκινητόδρομος συνηθίζαμε τη στάση για σουβλάκια στον Ισθμό, κι εκεί οι πολύ περίεργοι μπορούσαν να περάσουν από τη στενή πεζογέφυρα και να θαυμάσουν το χάος από κάτω. Όταν βλέπεις κάτι γνωστό με ανθρώπους που δεν το έχουν ξαναδεί, έχεις τη δυνατότητα να το ανακαλύψεις ανανεωμένο.
Η παράκαμψη έμοιαζε με ταξίδι στο χρόνο. Όλα στην παλιά γέφυρα ήταν ξεχασμένα στη θλίψη και την παρακμή τους. Σκουπίδια κι εγκατάλειψη. Τα μαγαζάκια έμοιαζε  να έχουν να αγοράσουν εμπόρευμα από τη μέρα που εγκαινιάστηκε ο άλλος δρόμος. Ένα σύμπλεγμα από τσιμεντένιους στύλους που είχαν βάλει κάποτε για διακόσμηση, να ξεβάφει και να ξεφλουδίζει. Η γέφυρα σκουριασμένη, τα κάγκελα της σπασμένα, στραβωμένα.
Ωστόσο πάνω στη γέφυρα μια οικογένεια γιαπωνέζων έκανε τον τουρισμό της, έβγαζε με ενθουσιασμό απανωτές φωτογραφίες το εντυπωσιακό τοπίο.  Δεν κατάλαβα αν οι νέοι της παρέας πρόσεξαν τη σκουριά και την παρακμή. Έβγαζαν κι αυτοί φωτογραφίες, έβγαζαν και επιφωνήματα θαυμασμού, χρησιμοποιούσαν τη λέξη ‘κανάλι’,  σύγκριναν με το Σουέζ! Είναι πραγματικά ένα τοπίο που σου κόβει την ανάσα, αλλά το έχουμε συνηθίσει, ξεπεράσαμε το δέος που μας έπιανε άλλοτε, και δεν βρίσκουμε τρόπους να το ανανεώσουμε.
Ωστόσο κάποτε ο νεωτερισμός του λειτουργούσε στο δρόμο του ταξιδιού, τα σουβλάκια δίπλα στο μεγαλειώδες θέαμα όπου μπορείς να θαυμάσεις ταυτόχρονα  τη φύση και την τεχνολογία, ήταν νόστιμα όσο και τα άλλα, στο Ρίο- Αντίρριο. Κάπως έχουν συνδεθεί τα σουβλάκια με τα περάσματα, πράγμα λογικό. Περασμένα κι αυτά σε καλαμάκι ίσως βοηθούσαν όταν ήταν τα περάσματα πιο δύσκολα, τώρα που έγιναν πανεύκολα χρειάζεται κάτι άλλο να βρεθεί για συνοδεία.
 Γιατί δεν μπόρεσε να προσαρμοστεί στις αλλαγές, στην ύπαρξη του νέου δρόμου αυτό το μέρος; Να προτείνουν  μια βόλτα αυτοτελή οι επιχειρηματίες, να πηγαίνεις για καφέ σε ωραία μαγαζιά, με ανάδειξη του τοπίου, με κάτι τέλος πάντων; Ένα βάψιμο στα κάγκελα να κάνανε.
Πήρα έναν καφέ, αγόρασα κάτι μαγνητάκια για το ψυγείο, κάτι καρτούλες. Απόδειξη δεν μου έδωσαν, και δεν ζήτησα. Άφησα στους μαγαζάτορες τη μικρή ικανοποίηση ότι είχαν κλέψει ένα ευρώ από το κράτος, που τους αδίκησε, που έκανε νέο δρόμο, που τους εγκατέλειψε στην έλλειψη έμπνευσης και όρεξης που τους δέρνει, που δεν τους πείθει να προσπαθήσουν για κάτι καλύτερο, που τους τυφλώνει και δεν βλέπουν καν τι ομορφιά έχουν μπροστά τους. 
 Από την εφημερίδα των συντακτών 4-12-12

Κυριακή 25 Νοεμβρίου 2012

Μύηση πρώτου βαθμού στην Ελευσίνα

Στη σπηλιά υπήρχε ιερό του Πλούτωνα

Έχουν κάτι τόσο ανυπεράσπιστο οι αρχαιολογικοί χώροι τις μέρες με λιακάδα. Ειδικά όταν είναι έτσι μεγάλοι, άδειοι και κάπως έρημοι, μακριά από τα πλήθη που συρρέουν στην Ακρόπολη πληρώνοντας 12 ευρώ το άτομο για να πατήσουν στο ιερό βράχο και να φέρουν βόλτα τον Παρθενώνα. Στην Ελευσίνα το εισιτήριο έχει μόνο 3 ευρώ, και μπορείς να πας παντού στο χώρο του αρχαίου ιερού, να περάσεις πάνω από πηγάδια και δεξαμενές πατώντας σε ξύλινες κατασκευές, να μείνεις αρκετή ώρα ακόμα και για μια μύηση πρώτου βαθμού, σαν αυτή που κάναμε εμείς στην κυριακάτικη βόλτα μας. Κι εκεί απολαμβάνοντας την ήσυχη λιακάδα να νιώσεις την ανωτερότητα του παρόντος πάνω στο παρελθόν, το προνόμιο του σύγχρονου ανθρώπου που ξέρει ότι δεν υπάρχει είσοδος στον Άδη στο πίσω μέρος της σπηλιάς, δεν μπορεί να ξεγελαστεί με θέατρο σκιών σε κανένα ναό, έχει επιστημονική εποπτεία στα πράγματα, περνάει πάνω από κατεστραμμένες θρησκείες, χαμογελάει πάνω ακριβώς από την Αγέλαστο πέτρα. Τίποτε δεν έχει μείνει από τα τόσο λαμπρά σημάδια της πίστης, τα διάσημα ιερά, τα αυτοκρατορικά αφιερώματα, τίποτε εκτός από ρημαγμένες πέτρες. Τα λίγα που ξέρουμε από τα Μυστήρια, η ιερογαμία ας πούμε, προκαλούν άλλα χαμόγελα ανωτερότητας. Ανοιγμένα στον ήλιο όλα τα ανάκτορα και οι ναοί, οριστικά κι αμετάκλητα νικημένα, εκτεθειμένα, έχουν κάτι το συγκινητικό, όπως και να το κάνεις. Κάποιος είχε αφήσει λουλούδια σε κάτι ανάγλυφα, να ήταν δωδεκαθεϊστής, ή απλώς σκηνοθετούσε ντεκόρ για φωτογραφίες;
Μαζεύω την παρέα και διηγούμαι το δράμα της Δήμητρας, πόσο βασανίστηκε ως θεά πριν διδάξει στους θνητούς την ίδια τη λατρεία της, εκτός από τη μέθοδο καλλιέργειας των δημητριακών. Πώς περιπλανήθηκε με τα μαλλιά λυμένα και πώς κάθισε στην Αγέλαστο πέτρα, και πώς την κάλεσαν στο σπίτι του βασιλιά, και χαμογέλασε μονάχα με τ’ αστεία της Ιάμβης. Διάβασα καλά το μάθημα μου πριν ξεκινήσουμε την εκδρομή, τον παλιό μεγάλο τόμο του Jean Richepin μεταφρασμένο σε βαριά καθαρεύουσα που ξεκοκάλλιζα από παιδάκι. Να αισθανθούμε την ατμόσφαιρα του τόπου όσο γίνεται, να φανταστούμε την αίσθηση του χρόνου που ήταν τόσο διαφορετική. . Δέκα μέρες κρατούσαν τα  Ελευσίνια μυστήρια. Δέκα μέρες με εκεχειρία, που την ανακοίνωνε ο κήρυκας. Η απόσταση Αθήνα- Ελευσίνα γινόταν με τα πόδια τρεις φορές για τους νέους, μια για να πάνε να φέρουν τα ιερά αντικείμενα στην Αθήνα, μία να τα επιστρέψουν εν πομπή και παρατάξει, μία για να γυρίσουν πίσω. Κανονικά χρειάζεται 6 ώρες για να κάνεις 22 χιλιόμετρα, αλλά σταματούσαν συνέχεια σε διάφορους ναούς, οπότε θα τους έπαιρνε όλη τη μέρα. Στη γέφυρα του Κηφισού είχε μια τελετή με ανταλλαγή αστείων. Δύσκολο να συλλάβεις την εικόνα, όχι των ανταλλαγών αστείων, του ποταμού Κηφισού. 
Είχε υπέροχο καιρό, η θάλασσα στραφτάλιζε  από κάτω, σε κάθε γωνιά οι σωροί από πέτρες δείχνουν ότι το μέρος είχε συσσωρεύσει πλούτο και άνεση που ακόμα διακρίνονται. Τεράστια μέλη αρχιτεκτονικών στοιχείων, διακοσμήσεις επιδειχτικές, αγάλματα εξαιρετικής τέχνης. Μέσα στο μουσείο βλέπεις ανδριάντα του Νέρωνα, οι Ρωμαίοι αυτοκράτορες σίγουρα κάνανε τον τουρισμό τους. Αναγνωρίζω από μακριά και τον Αντίνοο,  είχε κι εδώ καθιερωθεί η λατρεία του διάσημου αυτού νέου που πνίγηκε στο Νείλο κι άφησε απαρηγόρητο τον Αδριανό, τόσο πια συναντάς αγάλματά του σε όλον τον κόσμο.



Στο γυρισμό η Ακρόπολη δεν ξεχώριζε απο την αιθαλομίχλη που κάλυπτε τα πάντα. Έχουμε συνηθίσει πια τη μόλυνση της ατμόσφαιρας, δεν ενοχλούμαστε. 

αλμπουμ με φωτογραφίες στο facebook http://www.facebook.com/media/set/?set=a.4523186671480.180731.1045241404&type=1&notif_t=like


Πέμπτη 22 Νοεμβρίου 2012

Play it again...



Πριν λίγες μέρες ξεκίνησα το πρωινό με αρβανίτικα τραγούδια που έβαζε ο 9,84, τραγούδια της αλβανικής διασποράς κατά κάποιον τρόπο, μερικά με ιταλικές επιρροές, πανέμορφα. Εν συνεχεία έβαλε βουλγάρικα τραγούδια. Λέω πως θα είχαν ιταλικές επιρροές, για να βρω μια λογική αιτία που τόσο με συγκινούσαν. Μήπως επειδή μου γεννησαν την απορία, έχουν μουσική οι Βούλγαροι; Απίστευτο ε; Θα νόμιζε κανείς ότι το μόνο που κάνουν στη ζωή τους είναι να παίζουν κακό ποδόσφαιρο.
Έπαιρναν τηλέφωνα στο σταθμό οι ακροατές ενθουσιασμένοι. Και μόνο ο κόπος να τα βρει ο Τάκης Καμπύλης που κάνει αυτή την εκπομπή, να ψάξει να μαζέψει δίσκους που δεν είχαν ξανακουστεί τόσα χρόνια στο ραδιόφωνο, ήταν εντυπωσιακός. Αυτή την ιδέα είχε για την κάλυψη του θέματος που ανέκυψε με την ιθαγένεια, το νόμο Ραγκούση και την απόφαση που διέρρευσε από το ΣτΕ. Καλεσμένοι στο στούντιο νομικοί και ειδικοί το περιέγραψαν μια χαρά το θέμα, αλλά όσο άνοιγαν την καρδιά, τη δική μου τουλάχιστον, τα τραγούδια, κανένας νομικός και ειδικός δεν μπορούσε να το κάνει.
Χωρίς να καταλαβαίνω λέξη από τα λόγια τους, τα τραγούδια μου θύμισαν ότι από την ευκαιρία που μας δόθηκε, να γνωρίσουμε την κουλτούρα των γειτόνων αφότου ο ψυχρός πόλεμος έληξε, εκμεταλλευτήκαμε τα ελάχιστα. Κουκουλωμένοι με τη δυσπιστία και την έχθρα, δεν καταφέραμε να τα ξεπεράσουμε. Μόνο ιδιωτικά και πολύ διακριτικά, σχεδόν μυστικά. Δεν μπορέσαμε να χαρούμε τον πλούτο που έφεραν μαζί τους οι μετανάστες. Την κουλτούρα τους, τα τραγούδια τους, τις ιστορίες τους, τα μοτίβα τους στο κέντημα, τα φαγητά τους, τις συνήθειές τους. Υποτίθεται ότι έχουμε πολλούς μετανάστες, πού τους ακούμε όμως, πού γευόμαστε την τέχνη τους; Δεν αφήσαμε να ακουστεί τίποτε, μην τυχόν και σαν σειρήνα μας μαγέψει, μας ψιθυρίσει ότι κι αυτοί πονάνε σαν άνθρωποι κι έχουν τις ίδιες επιθυμίες, ότι μας μοιάζουν περισσότερο από όσα θα θέλαμε.
Παίξε πάλι την εκπομπή Τάκη, γιατί το πράγμα είναι απλό. Όπως τα παιδιά των ελλήνων που ζούνε στην Αγγλία, τη Γαλλία, τη Γερμανία, τις ΗΠΑ, την Αυστραλία, σε όλες αυτές τις πρότυπες χώρες, έχουν την ιθαγένεια του τόπου που γεννήθηκαν και ταυτόχρονα αγαπούν τα φαγητά της γιαγιάς τους, τα παραμύθια της και τα τραγούδια του τόπου των γονιών τους, έτσι και τα δικά μας παιδιά μεταναστών μπορούν και δικαιούνται να αγαπούν τον τόπο καταγωγής των γονιών τους, ενώ ταυτόχρονα δικαιούνται ελληνική ιθαγένεια. Έτσι είναι οι άνθρωποι, σύνθετοι, πολύπλοκοι, πλούσιοι, με ποικίλες κουλτούρες που προδίδουν πόσο ίδιοι είναι στο βάθος,  δεν είναι τρόφιμοι στρατοπέδου με σφραγισμένα μπράτσα. 

Τρίτη 20 Νοεμβρίου 2012

Τι φέρνει τις εξεγέρσεις;


Η λυρική ποίηση μας παίρνει στο λαιμό της. Θυμάμαι εκείνη την Ωδή του Κάλβου που κάναμε και στο σχολείο, ‘Οι προστάται’. Τη μελοποίησε ο Θεοδωράκης και την ξέρω απ’ έξω: «…όσον είναι
τυφλή και σκληροτέρα
 η τυραννίς, τοσούτον
 ταχυτέρως ανοίγονται
 σωτήριοι θύραι».
Είναι πολύ διαδεδομένη αντίληψη, ενώ τα πιο γνωστά γεγονότα της Ιστορίας βεβαιώνουν για το αντίθετο. Η Γαλλική επανάσταση ας πούμε, που είναι η αγαπημένη μας (αν κι έχω αρχίσει να υποπτεύομαι ότι πιο δημοφιλής είναι για τη βία της κι όχι για την ουσία της) ξεκίνησε ακριβώς τη στιγμή που η τυραννίς άρχισε να είναι λιγότερο σκληρή και τυφλή. Ακριβώς πάνω στην προσπάθεια να γίνει πιο διαλλακτική, όταν ο βασιλιάς της Γαλλίας συγκάλεσε τη συνέλευση των Γενικών Τάξεων. Θα μου πείτε πως τότε πια είχε φτάσει ο κόμπος στο χτένι και η βία που ξέσπασε ήταν αποτέλεσμα της προηγούμενης καταπίεσης. Επίσης μπορεί κανείς να υποστηρίξει ότι είχαν προηγηθεί όχι μόνο δύσκολοι χειμώνες και κατεστραμμένες σοδιές, αλλά και μεγάλοι στοχαστές που είχαν ανατρέψει τις ιδέες της θεϊκής τάξης η οποία στηρίζει την ανισότητα, κι είχαν αναστατώσει τα μυαλά των ανθρώπων της Τρίτης τάξης, της απέραντης τρίτης τάξης που περιλάμβανε τότε και τους αστούς κι όλον τον κόσμο πλην ευγενών και κλήρου.
Στην Οκτωβριανή επανάσταση το ίδιο, είχαν ξεκινήσει να λειτουργούν φιλελεύθεροι θεσμοί όταν συνέβη. Kαι στο Πολυτεχνείο, για να έρθουμε στα δικά μας, είχε αρχίσει μια προσπάθεια να γίνει πιο φιλελεύθερο το καθεστώς, και πάνω εκεί ξεκίνησαν οι φοιτητικοί σύλλογοι να αισθάνονται ότι μπορούν να κινηθούν, σε κείνα τα στενά περιθώρια που αφήνονταν, ότι μπορούν να ζητήσουν περισσότερα. Ξεκίνησαν με φοιτητικά αιτήματα, σιγά- σιγά εισχωρούσε μέσα σ’ εκείνες τις λίστες αιτημάτων και κάποιο υπονοούμενο δημοκρατικής απαίτησης. Πλαγίως και με έμμεσο πλην σαφή τρόπο, τρύπωνε το συμπέρασμα ότι για τα φοιτητικά αιτήματα, γιατί μόνο αυτά επιτρεπόταν να έχουμε, αυτό είχε ειπωθεί και ξεκαθαριστεί, για να μπορέσουν να ικανοποιηθούν τέλος πάντων αυτά τα αιτήματα χρειαζόταν και κάτι εξωπανεπιστημιακό. Χρειαζόταν δημοκρατία.
Ακούγεται τόσο απίστευτο αυτό όλο τώρα πια. Δημοκρατία, εκλογές, κόμματα, ελευθερία στην έκφραση μας έλειπαν δραματικά. Κι αυτό επειδή όντως είχαμε κατακτήσει κάποια πράγματα, και δεν ήταν δυνατόν να ανεχόμαστε την καθήλωση που επέβαλε η χούντα, την αισθητική της που μας την τάιζε υποχρεωτικά σε κάθε ευκαιρία, το φόβο μέσα στον οποίο μας επέβαλε να ζούμε. Δεν γινόταν άλλο. Είχε μεγαλώσει η γενιά που γεννήθηκε σε εποχή υποσχέσεων. Η δεκαετία του 50 ήταν εποχή υποσχέσεων για τις δυτικές χώρες. Ήταν η πιο πλούσια και η πιο φιλόδοξη εποχή που είχε υπάρξει στον κόσμο, με πλούτο και φιλοδοξίες για όλους. Κι επειδή οι άνθρωποι είναι τέτοιο είδος, ακριβώς αυτή η γενιά, που είχε πολύ περισσότερα από κάθε άλλη, συν την ειρήνη, ακριβώς αυτή είχε ξεσηκωθεί στις ΗΠΑ και στην Ευρώπη, ζητώντας περισσότερα.
Κι εμείς ανήκαμε στον κόσμο αυτό, στο δυτικό κόσμο της αφθονίας και των υποσχέσεων. Είχαμε γλιτώσει από τη φτώχεια, είχαμε μπει σε μιαν ανάπτυξη, είχαμε αποκτήσει αξιοπρέπεια, μορφωνόμασταν μαζικά, θέλαμε περισσότερα, θέλαμε δημοκρατία, να είμαστε σαν τους παριζιάνους και λοιπούς Ευρωπαίους. Όταν άρχισε η φιλελευθεροποίηση μπορέσαμε να συναντηθούμε, να ξεπεράσουμε τους φόβους, να εκφράσουμε τις επιθυμίες για Δημοκρατία και ελευθερίες. Μέχρι τότε βασίλευε ο φόβος.

Δευτέρα 19 Νοεμβρίου 2012

Η κρυφή γοητεία της οπισθοδρόμησης

Να πηγαίνουν οι γυναίκες φαντάροι; Άκουσα μια τέτοια συζήτηση την προηγούμενη εβδομάδα. Πόθεν προέκυψε πάλι αυτό το ξεθυμασμένο, μπαγιάτικο θέμα; Αφού το παρακολούθησα σε καμιά δεκαριά εκπομπές, κατάλαβα ότι ήταν πρόταση της Χρυσής Αυγής. Σίγουρα μου θύμησε τα νιάτα μου, ήταν της μόδας αυτό στη δεκαετία του 80. Λες και ήταν χτες.
Να πηγαίναμε και πίσω στο χρόνο....

Λίγες  μέρες αργότερα, ξεκίνησε το σήριαλ με το νόμο Ραγκούση, και όπου να’ ναι θα έρθει άλλο, κάποιο θέατρο που μπορεί να θεωρηθεί τολμηρό, όπως ο Τελευταίος Πειρασμός πριν τριάντα χρόνια, και γιατί όχι όπως τα Ευαγγελικά, πριν εκατό; Προχωρώντας ο χειμώνας μπορεί να φτάσουμε να συζητάμε περί δουλείας, κι αν οι άνθρωποι γεννιούνται ελεύθεροι, αρέσει πολύ στη ΧΑ αυτό, όπως άρεσε και στον Χίτλερ, που είχε επεξεργαστεί την επιστροφή στη δουλεία θεσμικά, ή μάλλον είχε καταβυθιστεί στο παρελθόν της αρχαιότητας και την είχε ανασύρει, όπου μπορούσε εφάρμοζε την ιδέα αυτή πολύ οργανωμένα και μαζικά. Στο δρόμο για την αρχαία Σπάρτη μπορεί να ξεθαφτούν κι άλλα αρχαία ζητήματα και πολύ οικεία, η ψήφος των γυναικών, το οικογενειακό δίκαιο, ο πολιτικός γάμος, η μίνι φούστα και τα σορτς, οι ποδιές στο σχολείο, διάφορα, σκεφτείτε κι εσείς κάτι πιο εθνικοπατριωτικό, δεν είμαι πολύ καλή σ’ αυτά.
Αν και κατά βάθος είμαστε όλοι καλοί σ’ αυτά. Γυναίκες στο στρατό, μάλιστα, είχαμε κάνει κάτι ωραία ρεπορτάζ  τότε, πολλή πλάκα είχαν. Πόσο οικείο το θέμα, και πόσο ανακουφιστική αυτή η οικειότητα, αυτή η καταβύθιση στο παρελθόν κάθε ώρα και στιγμή, αυτή η στροφή στα σίγουρα και στα συζητημένα. Κάθε μέρα μπορεί να βρίσκεται κάτι τέτοιο, να γλιστράμε πίσω στα παιδικά μας χρόνια, στο γυμνασιάρχη της επαρχίας που απαγόρευε τα πάντα, να ξεχνιόμαστε.  Γλυκούτσικα, χαριτωμένα δηλητήρια μιας οικείας χυδαιότητας.  Να ξαναβρίσκουμε κάτι που νομίζουμε συλλογικό υποσυνείδητο, τα λυμένα ζητήματα του προπολεμικού εικοστού αιώνα, και να νιώθουμε την ευτυχία του cocooning με την απλή και αδάπανη αυτή μέθοδο. Που δεν είναι και τόσο αδάπανη βέβαια, αλλά δεν το ξέρουμε. Θα νομίζουμε πως είναι νορμάλ καθώς προχωράει ο 21ος αιώνας κι ο κόσμος αλλάζει και πρέπει να τον προλάβουμε, εμείς να ασχολούμαστε με τα παιδικά μας χρόνια, την υπέροχη χαμένη μας υπανάπτυξη. Θα ξεχάσουμε σιγά- σιγά όσα μάθαμε, όσα στ’ αλήθεια μας ενδιαφέρουν, θα φύγουν τα τρένα χωρίς εμάς, και δεν θα τα βλέπουμε καν να περνάνε, θα ξεχάσουμε τις δεξιότητες που αποχτήσαμε, τους ορίζοντες που άνοιξαν μπροστά μας, θα συζητάμε για το αν πρέπει τα παιδιά των μεταναστών να πηγαίνουν στους παιδικούς σταθμούς. Κρίμα τα πτυχία και τα σχολεία, και τη μόρφωση που μαζέψαμε, τόσες γνώσεις, τόσες ευαισθησίες, τόσες αποχρώσεις, όλες θα τις χάσουμε ανεπαισθήτως. Θα αποβλακωθούμε καθώς θα γερνάμε πρόωρα και θα παλιμπαιδίζουμε ασύστολα. Τόνοι από παπλώματα θα μας σκεπάσουν, θα μας απομονώσουν, θα μας κουφάνουν και θα μας τυφλώσουν.
Γιατί το δαγκώνουμε τόσο εύκολα το δόλωμα που μας πετάει η ακροδεξιά; Μα γιατί είναι φτιαγμένο από οικεία υλικά. Πώς θα αντισταθούμε να διασώσουμε τα εγκεφαλικά μας κύτταρα; Δεν μπορείς να την αγνοήσεις, είναι επικίνδυνη, πρέπει διαρκώς να δίνεις απαντήσεις. Δεν μπορείς να την αφήσεις να λύνει και να δένει στις γειτονιές και στα σχολεία. Αλλά αναμασώντας ανέμελα στα κανάλια τα τσιτάτα της ως γραφικά μάλλον την ενισχύει. Κάτι άλλο χρειάζεται, κάτι που ίσως θα έχει να κάνει με τα ίδια αυτά τα οικεία υλικά. Ίσως πρέπει να ξανακοιτάξουμε αυτά που τα θεωρούμε τόσο οικεία, μήπως θέλουν γενική επισκευή και πέταμα, που λένε στο χωριό μου. 

Αλλαγή διαδρομής

 Νέα από τη νέα διαδρομή για Λαύριο που είπα να δοκιμάσω η άμυαλη.  Όταν φτάσεις με το καλό στο Κορωπι και ψάχνεις να βρεις από πού να πας γ...