Δευτέρα 6 Σεπτεμβρίου 2010

To ταξίδι στην Τουρκία, φωτογραφίες και σκέψεις

Το πρόσωπο της Μέδουσας που θα έπρεπε να σε πετρώνει.
Ένα ταξίδι στην Τουρκία είναι κατ' αρχήν ύποπτο. Ο προαιώνιος εχθρός, για να μπορεί να παίζει σωστά το ρόλο του σαν εχθρός, πρέπει να είναι άγνωστος για να επενδύεται φοβικά με κάθε αρνητικό στερεότυπο. Αν γνωρίσεις τον άλλον απο κοντά, στην καθημερινότητα και τη ζωή του, αν πάψει πια να είναι η προσωποποίηση του διαβόλου, υπάρχει ο κίνδυνος να ξεπεράσεις την έχθρα σου, να αισθανθείς ακόμα και αισθήματα φιλικά. Και τότε στο πρόσωπό σου ως πολίτη θα πάει χαμένη όλη η δουλειά που έχουν κάνει στο μυαλό σου, παιδιόθεν, τα συντηρητικά στοιχεία του εκπαιδευτικού συστήματος, οι συντηρητικοί και εθνικιστές πολιτικοί, οι αντίστοιχοι δημοσιογράφοι, οι προπαγανδιστές του μιλιταρισμού, ένα σωρό άνθρωποι, ένας κόσμος ολόκληρος που ζει απ' αυτές τις δουλειές.
Γι αυτό έρχεται η ερώτηση: Πού πας ρε Καραμήτρο;
Το πρόσωποτης μέδουσας, όχι, ένας αγριος σουλτάνος είναι
Ωστόσο όλο αυτό το ελληνοτουρκικό σούρτα φέρτα που άρχισε απο τους σεισμούς και μετά, αν και φάνηκε να μετατοπίζει τον άξονα του προσανατολισμού των ελληνοτουρκικών σχέσεων κάποιες ελάχιστες μοίρες προς το ειρηνικότερο, δεν απείλησε σοβαρά ούτε τους εξοπλισμούς, ούτε τα γενικότερα στερεότυπα. Στο ενδεχόμενο να ξεπεράσει κάποιος το φόβο του γνωρίζοντας τους Τούρκους από κοντά, υπάρχουν έτοιμες αντεπιθέσεις δεύτερου επιπέδου. Οι Τούρκοι είναι πονηροί, σου λένε αμέσως αν πεις ότι ταξίδεψες στη Τουρκία και βρήκες  ευγενικούς τους Τούρκους. Οι Τούρκοι έχουν κακό σκοπό, γι αυτό είναι ευγενικοί. Προσπαθούν δηλαδή να σε ξεγελάσουν και να αποκτήσουν έναν πράκτορα στο εχθρικό έδαφος, εσένα που θα τους επαινείς υποσκάπτοντας την αυτοπεποίθηση του λαού σου!
Οπότε πρόσεχε πώς μιλάς, πρόσεχε τι κάνεις, πρόσεχε τι σκέφτεσαι! Μήπως η συμπάθειά σου προς τους ανθρώπους αυτούς είναι εθνικά ύποπτη;
Στα κείμενα που έγραψα στα ΝΕΑ πήρα ένα ή δυο σχόλια πολύ ενδεικτικα. Οι σχολιαστές έβρισκαν ότι δεν είχα αρκετό πάθος στην περιγραφή της προσφυγιάς των προγόνων μου. Χρησιμοποίησα το ρήμα "έφυγαν" και δεν τους φάνηκε πολύ αιμοβόρικο. Τους θυμισε λέει, "συνωστισμό"
Μιλάμε τώρα για κάτι που συνέβη στον πατέρα μου και τους δικούς του, τη γιαγιά μου, τις θείες μου. Για ιστορίες που ακούω από μωρό παιδί απο τους πιο αγαπημένους μου ανθρώπους, που μόνο η θύμηση του ήχου της φωνής τους μου φέρνει δάκρυα στα μάτια, τώρα που πια κανείς τους δεν ζει. Αλλά ο αναγνώστης που με βρίζει, ξέρει καλύτερα. Αισθάνεται με ασφάλεια πιο πατριώτης, με ελέγχει για την έκφρασή μου. Δεν τα είπα καλά, του θυμίζω την ανίερη Ρεπούση!
Παιδάκια στον Τσεσμέ. Μην τα βλέπεις έτσι μικρά, μεγαλώνουν...
Λοιπόν, λυπάμαι για τους υπερπατριώτες που όλο σφαγές ονειρεύονται, αλλά οι δικοί μου έφυγαν απο την πατρίδα τους χωρίς σφαγές και πυρκαγιές. Τους έδιωξαν βεβαίως, επειδή είχε χαθεί ο πόλεμος που ο ελληνικός στρατός είχε ξεκινήσει. Αλλά ο τόπος τους ήταν μακριά απο τη Σμύρνη, ποτέ δεν είχε φτάσει εκεί ο ελληνικός στρατός, κι έτσι δεν είχαν ανάψει τα πάθη εκείνα που οδήγησαν αλλού σε τρομερές βιαιοπραγίες. Έφυγαν σχεδόν ειρηνικά. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν πόνεσαν και δεν έκλαψαν, ότι δεν άφησαν πίσω τους μια ζωή ολόκληρη με τρόπο που ακόμα μας στοιχειώνει εμάς, τα παιδιά τους. Όμως το πώς συντηρείς και μεταχειρίζεσαι τον καημό σου και τις αναμνήσεις σου μπορεί να μη συμπίπτει με το πιο διαδεδομένο στερεότυπο.
Το ταξίδι που έκανα φέτος στην πατρίδα του πατέρα μου, που συμβαίνει να είναι επίσης η πιο μεγάλη, η πιο δυνατή γειτονική μας χώρα, ο μέγας εχθρός, το φόβητρο που μας αναγκάζει να πληρώνουμε τα ακριβότερα όπλα της Ευρώπης, με έμαθε περισσότερα πράγματα για την Ελλάδα, ή ας πούμε πως με βοήθησε να καταλάβω πολλά. Προσπάθησα να καταλάβω λίγα και για την Τουρκία. Ας πούμε ότι ξεκίνησα τη γνωριμία μου μαζί της. Μια γνωριμία που καθορίζεται απο το γεγονός ότι είμαι κόρη πρόσφυγα που υπήρξε τουρκόφωνος στα παιδικά του χρόνια, κι αν δεν έμαθα ως παιδί παρά να μετράω ως το δέκα στα τούρκικα, κάθισα μεγαλώνοντας και προσπάθησα να μάθω πέντε κουβέντες για να μπορώ να συνενοούμαι.
Σμύρνη, οι φτωχογειονιές προς τα έξω
Υπάρχουν πολλοί τρόποι να ταξιδεύει κανείς στην Τουρκία απο την Ελλάδα. Πολλοί έλληνες πάνε εκει για να δουν 'τι μας πήραν', να δουν τα αρχαία δηλαδή που θεωρούν ότι θα έπρεπε με κάποιο τρόπο να ανήκουν στην Ελλάδα. Κάποιοι έχουν συμφιλιωθεί με την πραγματικότητα της ύπαρξης της Τουρκίας, είναι όμως ακράδαντα πεπεισμένοι ότι η παρουσίαση των αρχαίων αδικεί την ελληνική συμβολή, η οποία οπωσδήποτε έχει σχέση με τη δική μας σημερινή ύπαρξη ως ελλήνων. Εξυπακούεται πως είμαστε συνέχεια εκείνων των διασήμων και  διεθνώς αναγνωρισμένων αρχαίων ελλήνων, άρα πάλι η επίσκεψη στα αρχαία επί τουρκικού εδάφους οφείλει να παράγει αγανάκτηση και θλίψη για το γεγονός ότι δεν εισπράτουν τα εισιτήρια νεοέλληνες, ομιλητές της ελληνικής γλώσσας η οποία είναι συνέχεια της αρχαίας, οι μόνοι απόγονοι με τη βούλα, αλλά Τούρκοι...
Αυτή πρέπει να είναι η μη ύποπτη εθνικά συμπεριφορά του σωστού έλληνα, γι αυτό υποθέτω ότι εκείνος ο συνταξιδιώτης του γκρουπ φώναζε τόσο δυνατά στο τηλέφωνο του, ανεβασμένος πάνω στα σκαλιά του γκρεμισμένου ναού, στα Δίδυμα:
-Βλέπουμε τόσο ωραία πράγματα και στεναχωριόμαστε τόσο πολύ που μας τα πήραν...
Το είπε δυνατά να το ακούσουμε όλοι, να ξέρουμε ότι μπορεί να ταξιδεύει στην Τουρκία, αλλά ξέρει τι κάνει και πού βρίσκεται, δεν ξεχνιέται, ύστερα, αμφιβάλλοντας ίσως ότι είχαμε όλοι ακούσει καλά, το ξανάπε δυνατότερα.
Στο Μπεζεστένι του Εγιρδιρ
Σμύρνη, η συναγωγή.
Ωστόσο εγώ, επειδή είμαι συναισθηματικό άτομο κι έχω βαρεθεί πια να στεναχωριέμαι για όσα μου έχουν πάρει, αποφάσισα να δω το θέμα πιο εγωιστικά και πιο ψυχοθεραπευτικά. Πρώτον, να διαβάσω λίγη ιστορία, όχι πολλά πράγματα δηλαδή, στοιχειώδη. Αμέσως, ακόμα και με τη βοήθεια ενός τουριστικού οδηγού, πληροφορείται κανείς ότι ακόμα και οι πρώτοι άποικοι απο τον ελληνικό χώρο ΄στα μικρασιατικά παράλια, ήταν κατακτητές. Εδώ έμεναν πριν Κάρες, ή Λέλεγες, ή Χετταίοι, διάφοροι τέλος πάντων λαοί που είχαν ήδη έναν πολιτισμό πιο εκλεπτυσμένο και υποτάχτηκαν στους ορμητικούς πεινασμένους Αχαιούς, Αιολείς και Ίωνες. Οι οποίοι μάλλον εκλεπτύνθηκαν ταχύτατα και υποτάχθηκαν  με τη σειρά τους στους Λυδούς κι ύστερα στους Πέρσες, εν συνεχεία στον Αλέξανδρο, μετά στους Ρωμαίους, τέλος στους Σελτζούκους Τούρκους και τους Οθωμανούς. Τα ερείπια του αρχαίου κόσμου που είδαμε, στην Έφεσο, τη Μίλητο, τα Δίδυμα, το Παμούκαλε, είναι κυρίως ρωμαϊκά. Αμφιβάλω όμως αν οι Ιταλοί στεναχωριούνται για όσα έχασαν όταν τα επισκέπτονται. Είναι κυρίως ερείπια μιας θρησκείας που καταδιώχθηκε απο το χριστιανισμό, κι αν γλίτωσαν οφείλεται στον ποταμό Μαίανδρο και διάφορους άλλους που με τις προσχώσεις τους απομάκρυναν τη θάλασσα και μπόρεσαν οι πόλεις ήσυχα να παρακμάσουν. Το ναό της Εφέσου ας πούμε, αυτής της Αρτέμιδας το ναό που είχε ήδη στο πρόσωπο της αφομοιώσει διάφορες θρησκείες, τον είχαν καταστρέψει οι χριστιανοί, κατά πάσα πιθανότητα οδηγημένοι απο τον Ιωάννη το Χρυσοστομο.
Η Σμύρνη απο το Κατιφέ Καλέ, απέναντι είναι τα Βουρλά
Αρχαιολογικά δεν πρόσεξα να έχουν κάνει κάποια παραποίηση της Ιστορίας στις επιγραφές και στους οδηγούς, οι Τούρκοι. Λένε μερικοί πως δεν παραδέχονται ότι αυτά είναι ελληνικά. Μετά από όσα είδα εγώ, αυτό μου φαίνεται γελοίο. Όταν γράφουν τις λέξεις 'αρχαϊκό' ας πούμε, ή 'κλασικό', πρέπει να είσαι πολύ προκατειλημμένος για να λες ότι αποκρύπτουν την ελληνικότητά τους, ή να μην ξέρεις τι σημαίνουν αυτά.
Σίγουρα θα υπάρχουν άνθρωποι κι εκεί που θα προτιμούν να λένε ένα μνημείο ρωμαϊκό παρά ελληνικό, ειδικά αν είναι ρωμαϊκό, όπως τα περισσότερα, αλλά φοβάμαι ότι είμαστε οι τελευταίοι που δικαιούμαστε να παραπονεθούμε γι αυτό. Με τα ονόματα των άλλων δεν τα πάμε καθόλου καλά, κι η άρνηση του δικαιώματος στον αυτοπροσδιορισμό όσων θεωρούμε ότι μας απειλούν μας κάνει κι εμας να μην ξέρουμε πολύ καλά ποιοι είμαστε, απο πού ερχόμαστε, και κυρίως πού πάμε...
Αυτή τη στιγμή στην Τουρκία, πολιτικά, γίνονται μεγάλα ανοίγματα. Ολόκληρες περίοδοι της Ιστορίας που επί δεκαετίες έπρεπε να αποσιωπούνται, βγαίνουν  για πρώτη φορά στο φως. Η ταινία για τα γεγονότα του Σεπτέμβρη του 55 στην Πόλη ήταν ενδεικτική. Πέρα απο τους διωγμούς κατά της ελληνικής μειονότητας, αποκαλύπτονται οι διωγμοί που έγιναν εναντίον των Αρμενίων, των Κούρδων, ακόμα και των Αλεβί, μιας μουσουλμανικής αίρεσης που καταδιώχθηκε επι κοσμικού κεμαλικού κράτους στο όνομα της ομογενοποίησης. Στην Τουρκία αυτή τη στιγμή λαμβάνει χώρα μια κοσμογονία ερευνών και αποκαλύψεων, που ενοχλεί πολλούς, και το βαθύ κράτος, και το βαθύ στρατό, και το λαό που έχει συνηθίσει τη μονολιθική αντιμετώπιση και φοβάται μπροστά στην αλήθεια. Οι επιστήμονες όμως δουλεύουν πυρετωδώς και ελπίζουμε να οδηγήσει σε περισσότερη δημοκρατία όλο αυτό, και λίγη ηρεμία στα ελληνοτουρκικά, επιπλέον.
Πληροφοριακή ταμπέλα στην εκκλησία των παππούδωνμου
Εκείνες που ίσως έχουν λόγο να φοβούνται, απο την άλλη μεριά, είναι οι γυναίκες.  Καλή η ιστορική έρευνα που επέτρεψε ο φιλελευθερισμός του Ερντογάν, ο ίδιος όμως είναι ισλαμιστής, και πόσο ακόμα θα μείνει φιλελεύθερος; Κι αν το δημοψήφισμά του, την ερχόμενη Κυριακή, πέρα απο το να περιορίσει τις ασυλίες του στρατού, θέλει σταδιακά να δωσει προβάδισμα στον ισλαμικό νόμο εις βάρος του δυτικού τρόπου ζωής που τόσο παιδεύτηκε ο Κεμάλ να επιβάλει;
Δυσκολη δουλειά να είσαι γυναίκα στην Τουρκία. Θα δούμε βέβαια τι θα συμβεί. Δεν πιστεύω ότι υπάρχει περίπτωση οι Τουρκάλες να χάσουν τις κατακτήσεις τους, έχουν πολύ προχωρήσει, δεν γυρίζουν πίσω, αλλά πάλι....
Στο μεταξύ εμείς εδώ τα θεωρούμε όλα δεδομένα. Αν επιτρέπεται η λειτουργία στη Σουμελά, θέλουμε και η Αγια Σοφιά να ξαναγίνει εκκλησία. Δικαιούμαστε τα πάντα, κι έτσι δεν απολαμβάνουμε τίποτε.
-Έβλεπα τη Σμύρνη απο ψηλά, κι έκλαιγε η ψυχή μου που τη χάσαμε, μου έλεγε μια γνωστή μου τις προάλλες.
Εγώ πάλι το θεωρώ υπερβολή να κλαις για τη Σμύρνη. Να θυμάσαι τους ανθρώπους που σκοτώθηκαν είναι άλλη υπόθεση, αλλά τη Σμύρνη; Μπορεί όλοι να είμαστε εθνικιστές στο βάθος, αλλά δεν είναι πια καιρός να σκεφτόμαστε δεύτερη φορά τα συναισθήματά μας, να τα επεξεργαστούμε λίγο;
-Μη στεναχωριέσαι, της είπα. Πήγαινε στη Θεσσαλονίκη και κοίταξε την απο ψηλά! Μπορείς να σκέφτεσαι εκεί, τι κερδίσαμε!
-Μα η Θεσσαλονίκη ήταν ελληνική πάντα, μου λέει.
Αντί να την παρηγορήσω, την έβγαλα απο τα ρούχα της. Ο εθνικιστής δεν αισθάνεται σαν οπαδός ομάδας. Δεν μπορεί να χαίρεται για τίποτε. Είναι πάντα αδικημένος και πάντα απαιτεί.
Ο Σαλονικιός της Ισπάρτας
Προσωπικά συνεχίζω να παρηγοριέμαι διαβάζοντας Ιστορία. Το συνιστώ σαν θεραπεία για πάσα νόσο και πάσα μαλακία. Όχι τη σχολική όμως, λίγο παραπέρα. Απλώς καμιά φορά τρομάζω αν προσπαθήσω να φανταστώ τι είδους κακές σκέψεις μπορεί να κάνουν οι Τούρκοι απο την πλευρά τους για μας. Αν έχουν μυαλά αντίστοιχα και θεωρούν ότι η χώρα τους όφειλε να είναι μεγάλη όπως η Οθωμανική Αυτοκρατορία, θα μας μισούν πολύ πιο λυσασμένα από ό,τι εμείς αυτούς. Στο κάτω -κάτω εμείς μπήκαμε στην Ευρώπη, πλουτίσαμε, κλπ. Μήπως μας μάτιασαν τα τελευταία χρόνια και δεν σηκώνουμε κεφάλι;
Το πιο εντυπωσιακό πάντως για τους επισκέπτες στην Τουρκία είναι η ευγένεια των ανθρώπων. Μου το είπαν κι άλλοι αυτό, όταν γυρισα στην Ελλάδα. Δεν θυμάμαι να το είχα ακούσει πριν φύγω, ή ίσως δεν έδινα σημασία. Είχα πιθανότατα στο νου μου ένα στερεότυπο χωρισμό Ανατολής-Δύσης, βαρβαρότητας- πολιτισμού, και νόμιζα ότι εμείς εδώ, επειδή είμαστε το σύνορο ανάμεσα στα δύο, είμαστε αγενείς αλλά λιγότερο απο τους πιο ανατολικούς λαούς. Ντρέπομαι και που το λέω τώρα αυτό. Οι Τούρκοι ήταν ευγενέστατοι, σε κάθε μέρος που σταθήκαμε κι βρεθήκαμε. Ήταν κάτι παραπάνω, ήταν ανθρώπινοι και θερμοί. Ευγενικοί σαν γάλλοι και ταυτόχρονα θερμοί σαν αμερικάνοι. Εκεί που ρωτούσα για τις γειτονιές των ελλήνων, στην Ισπάρτα, οι γυναίκες με παρηγορούσαν που με έβλεπαν να βουρκώνω, οι άνδρες με οδηγούσαν, μου φώναξαν ελληνόφωνους να μιλήσω. Άνοιξαν τα σπίτια τους, μας κέρασαν καφέδες, τσάγια, αγκαλιές και φιλιά, φιλοσοφίες και ιστορίες. Παντού μας έλεγαν γειτονες, παντού χαμογελούσαν, μας έδειχναν ελληνικά σπίτια, μας ξανακερνούσαν, έβαζαν ελληνικά τραγούδια στις ταβέρνες τους. Αν αυτά όλα ήταν πονηριές για να αλώσουν τις άμυνες μας, ε, είναι πολύ πετυχημένες. Αλλά μπορεί να είναι και φυσική ευγένεια, ή μάλλον ευγένεια ριζωμένη στην κουλτούρα τους, και σε αυτό δεν τους μοάζουμε πια καθόλου.
Ή μήπως είναι έτσι όπως ήμασταν κι εμείς πριν σαράντα χρόνια, και μοιραία θα χαλάσουν όπως χαλάσαμε; Ε, δεν ξέρω, δεν είμαι προφήτης.
Γιατί άραγε ο Νουρί κρατάει τα αρχεία των Ελλήνων που έφυγαν απο κει, όπως τα πήρε απο τον πατέρα του, με ρώτησε μια συγγενής στο γυρισμό, που τον είχε συναντήσει κι εκείνη κάποτε. Μήπως είναι κρυπτοχριστιανός;
Νομίζω ότι είναι απλώς όπως εκείνη η γυναίκα στο Αϊβαλί, που την είχε συναντήσει μια φίλη μου τη δεκαετία του 90 και της είχε ανοίξει το εκκλησάκι δίπλα στο σπίτι της, να το δει. Το καθάριζε, το φρόντιζε, κι είχε κεριά αν ήθελε κανείς να ανάψει. "Γιατί το κάνεις αυτό;" την είχε ρωτήσει η φίλη μου άναυδη απο έκπληξη. Κι η γυναίκα είχε εκπλαγεί με τη σειρά της. "Εσύ δηλαδή, αν κάποιος γείτονας σου φύγει ξαφνικά κι αφήσει πίσω τα πράγματά του, δεν θα τα κοιτάξεις;" της είχε απαντήσει.
Ναι, αυτή τη στιγμή οι Τούρκοι, πολιτικοί και μη, κάνουν επιθέσεις φιλίας. Κι εμείς, φοβισμένοι, κομπλεξικοί, στενόκαρδοι τι κάνουμε, πώς απαντάμε; Φτύνουμε στον κόρφο μας, ακόμα.

Σάββατο 4 Σεπτεμβρίου 2010

Αποχαιρετισμός

Αποχαιρετάµε την Ισπάρτα, κατηφορίζουµε νότια, στην Αττάλεια. Κάνουµε µε πούλµαν τον δρόµο που έκαναν οι γιαγιάδες µας µε τα παιδιά τους πριν από σχεδόν ενενήντα χρόνια. Τότε, µε αµάξια µερικοί και µε τα πόδια οι περισσότεροι, χρειάστηκαν οκτώ ηµέρες για να διανύσουν την απόσταση.

Τώρα εµείς µε πούλµαν κάνουµε λίγες ώρες, µε διάλειµµα ενδιάµεσα, σε µια ωραία λίµνη. Ας είναι ευλογηµένος ο τουρισµός, η ειρήνη, ο χρόνος που πέρασε, οι ευρωπαϊκές ταυτότητες που ανοίγουν τις πόρτες της Τουρκίας, το ευρώ που ακόµα και µε κρίση τα κάνει όλα φτηνά εδώ. Αγοράσαµε προϊόντα ροδέλαιου, χαλιά, όλα όσα έβγαζε κι ακόµα βγάζει η πόλη. Ο,τι είχαµε ακούσει το τσεκάραµε, ανακαλύψαµε τους απέναντι καηµούς, αγκαλιάσαµε απογόνους «ελληνοµεριτών» (κατά το «τουρκοµερίτες» που έλεγαν τους δικούς µας) είδαµε τη λίµνη Εγιρδίρ και το βουνό Σιτιρέ, που θυµούνταν οι αγαπηµένοι µας µε νοσταλγία για τις εκδροµές τους. Κάνει ζέστη. Τότε που ο πατέρας µου, παιδάκι ακόµα, ταξίδευε µε τη µαµά και τα αδέρφια του στον δρόµο της προσφυγιάς, να έκανε ζέστη άραγε; Τέτοια εποχή ήταν, αρχές Σεπτεµβρίου.
Αλλά ποτέ δεν µου είπαν τίποτε για ζέστη. Μπορεί να µην έκανε ή να µην την καταλάβαιναν. Αλλο είδος εµείς, ντελικάτο, πολυτελές, ευαίσθητο. Τυχερό είδος.
Απορούµε, γιατί τόσος τουρισµός στην Αττάλεια µένουν στα ξενοδοχεία όλη µέρα και κολυµπάνε σε πισίνες, παραλίες δεν υπάρχουν, ούτε στην ωραία παλιά πόλη πάνε, να δουν την πύλη του Αδριανού, τα αναπαλαιωµένα σπίτια.
Ελληνικά σπίτια, µας λένε οι πωλητές στα µαγαζιά που µπαίνουµε. Εδώ είχαν µείνει λίγες µέρες κι οι δικοί µας, µέχρι να τους παραλάβει πλοίο για την Ελλάδα.
Αγοράζουµε µπαχαρικά, τσάι, κεντήµατα, βραχιόλια. Ας είναι ευλογηµένο το εµπόριο, βρίσκει γλώσσα κοινή, εξηµερώνει πάθη και καηµούς των ανθρώπων.
Στα ΝΕΑ http://www.tanea.gr/default.asp?pid=2&ct=13&artid=4592289

Παρασκευή 3 Σεπτεμβρίου 2010

Μπούγιουρουν!

Το πιο παράξενο απ' όλα στο ταξίδι αυτό, επιστροφής στις ρίζες, που έκανα στην Τουρκία, είναι πως τα σπίτια των παππούδων βρέθηκαν στην Ισπάρτα. Δεν είχαν γκρεµιστεί, δεν είχαν γίνει πολυκατοικίες, κι αν εξαιρέσεις του δικού µου παππού που είχε από χρόνια καεί, τα άλλα ήταν στη θέση τους. Ετσι, µια ωραία πρωία, χτυπήσαµε την πόρτα.

Αφού του παππού µου δεν υπήρχε, πήγα στου παππού των εξαδέλφων µου.
Εχει µια κερασιά στην πόρτα της αυλής, ακριβώς όπως περιέγραφε ο µπαµπάς µου το πατρικό του.
Παραµέσα µια µουσµουλιά φουντωµένη κάλυπτε την πρόσοψη.
Μπήκαµε στις µύτες των ποδιών, αλλά µας άκουσαν κι άνοιξαν την πόρτα. Μας κάλεσαν να µπούµε.
Μπούγιουρουν! Αφήσαµε τα παπούτσια στον προθάλαµο και καθήσαµε στον καναπέ του σαλονιού. Στα χρόνια του παππού θα κάθονταν σε χαµηλά σοφραδάκια. Μας κέρασαν καφέ οι άνθρωποι, ένα νεαρό ζευγάρι, µας είπαν όποτε θέλουµε να τους επισκεπτόµαστε, θα µας περιµένουν πάντα. Πιάσαµε συζήτηση τσάτρα πάτρα, πιο πολύ δούλευε η σιωπή και η φαντασία. Ας είναι καλά ο Νουρί, ο γιος του ανθρώπου που όταν έφυγαν οι Ελληνες το '22 αποφάσισε να φτιάξει αρχείο µε τα ονόµατα και τις θέσεις των σπιτιών, να ξέρει ποιο ανήκε σε ποιον.
Η µάνα του µάλιστα µάζεψε το κεντηµένο κάλυµµα του Επιταφίου από την εκκλησία και κάποια στιγµή το έστειλε στην Ελλάδα, «γιατί οι άνθρωποι θα το χρειάζονταν». Με αυτά τα σχεδιαγράµµατα βρήκαµε τα µέρη που γεννήθηκαν οι γονείς και οι γιαγιάδες µας. Το βράδυ γνώρισα έναν ακόµα απόγονο ανταλλαχθέντων του 1923 που ήθελε να ξέρει αν κάποιος στην Ελλάδα έχει φτιάξει αρχείο, σαν αυτό του Νουρί, για όσους Τούρκους έφυγαν από την περιοχή των Γρεβενών.
Πώς θα µπορούσα να τον βοηθήσω; Ποιος
μπορεί να ξέρει ανθρώπους που έκαναν αυτή τη δουλειά;
Υπάρχουν στην Ελλάδα άνθρωποι που έκαναν αυτή τη δουλειά, να κρατήσουν αρχείο για τους Τούρκους που ανταλλάχθηκαν;
Στα ΝΕΑ http://www.tanea.gr/default.asp?pid=2&ct=1&artid=4592122

Πέμπτη 2 Σεπτεμβρίου 2010

Tα εγγόνια των άλλων


- Ελα να σου µιλήσω ρωµαίικα. Τα ξέρω όλα! Ελα, κάθησε να σε κεράσω τσάι. Από πού είσαι; Από την Αθήνα είσαι; Εγώ από Σελανίκ είµαι. Θεσσαλονίκη. Παπουτσής είµαι. Ξέρω να φτιάχνω παπούτσια. Ολόκληρα, από την αρχή ώς το τέλος. Ολα τα παπούτσια φτιάχνω.

Το χειµώνα κάνω παπούτσια. Το καλοκαίρι δεν έχει δουλειά. Δεν κάνουν πια παπούτσια.
- Πού έµαθες ελληνικά; ρωτάω κατάπληκτη τον χλωµό άνθρωπο που εµφανίστηκε µπροστά µου καθώς προσπαθούσα να συνεννοηθώ µε τους γείτονες της πρώην ελληνικής συνοικίας, στην τούρκικη πόλη Ισπάρτα, από όπου ξεκίνησε το 1922 η οικογένεια του πατέρα µου να προσφυγέψει στην Ελλάδα.
Κουνάει το κεφάλι, βουρκώνει. Η γιαγιά µε έµαθε, λέει. Αλάργα µένω, στο ποτάµι. Καλά είµαστε εµείς. Εχω παιδιά, δυο παιδιά κι ένα κορίτσι.
Γελάς; Εσείς τι κάνετε επαέ; Καλά είστε;
Επαέ; Πού βρέθηκε το «επαέ» στη Θεσσαλονίκη;
Κρητική λέξη δεν είναι;
Κρητικό χωροφύλακα είχε γνωρίσει η γιαγιά;
Μυστήριο πράγµα η γλώσσα, οι λέξεις που ταξιδεύουν, άλλες που κοιµούνται στη µνήµη των ανθρώπων, διεκδικούν χώρο αναίτια.
Τι έλπιζε άραγε η γιαγιά του πενηντάρη αυτού παπουτσή, που θα ήταν νέα σαν τη δική µου όταν την ανάγκασαν να φύγει, και έµαθε ελληνικά στο εγγόνι της εδώ, στην Ισπάρτα, στα βάθη της Ανατολής, όπως περιέγραφε την πόλη ο µπαµπάς µου.
Η δική µου γιαγιά µιλούσε τούρκικα, αλλά µε έµαθε µόνο να µετρώ ώς το δέκα. Εγώ όµως µπορώ να ταξιδεύω εδώ, ενώ ο ελληνοµαθής εγγονός της Θεσσαλονικιάς δεν µπορεί να βγάλει βίζα ούτε να ταξιδέψει στη δική της πατρίδα.
Με πιάνει ντροπή, για τη βίζα, τα µοντέρνα παπούτσια, όλα. Τι να κάνω; Μόνο τσάι µπορώ να πιω. Πίνω τσάι µέχρι σκασµού, ώσπου να νυχτώσει.
Δημοσιεύτηκε στα ΝΕΑ 1 Σεπτεμβρίου 2010 http://www.tanea.gr/default.asp?pid=2&ct=1&artid=4591929

Τρίτη 31 Αυγούστου 2010

Αγγίζοντας την Εφεσία Αρτέμιδα

Πάντα ζήλευα τα γκρουπ όταν επισκεπτόµουν αρχαιολογικούς χώρους. Κάτι έλεγε ο ξεναγός που εγώ δεν θα άκουγα, και καµιά φορά, αν µιλούσε γλώσσα που καταλαβαίνω, κολλούσα δίπλα να κλέψω πληροφόρηση.

Τώρα πήγα κι εγώ µε ξεναγό στην Εφεσο, πραγµατοποιώντας, πέρα από το όνειρο της ξενάγησης, και το όνειρο της επίσκεψης στον χώρο αυτό, που φαίνεται τόσο µοναδικής οµορφιάς στις φωτογραφίες. Οµως, αν και φροντίσαµε να είµαστε νωρίς το πρωί, η ζέστη ήταν τέτοια που ούτε την ξεναγό, ούτε τα αρχαία µπορούσα να απολαύσω.
Ευτυχώς είχα το κουράγιο να χαµογελάσω στον επαγγελµατία φωτογράφο, κι έτσι έπειτα από χρόνια µπορεί να καταφέρω να εξωραΐσω την ανάµνηση, µε τις φωτογραφίες που αγόρασα στην έξοδο.
Πιο πολύ ονειρευόµουν να δω την πολύµαστη Αρτέµιδα, αυτό το µυστηριώδες άγαλµα που µε εντυπωσίαζε από µικρό παιδί, σε µια φωτογραφία της δίτοµης «Ελληνικής Μυθολογίας» που είχαµε στο σπίτι. Αλλά το γκρουπ καθυστέρησε και δεν θα προλαβαίναµε το µουσείο, είπε η ξεναγός.
Τελικά, το καλύτερο µε τα γκρουπ είναι είτε να τα ακολουθείς λαθραία στα µουσεία, είτε να τους ξεφεύγεις όταν ανήκεις σ' αυτά.

Καταφέραµε να πάµε πέντε άτοµα στο Μουσείο της Εφέσου, µια µικρή παρασπονδία στο οµαδικό πνεύµα. Για ελάχιστα λεπτά σταθήκαµε µπροστά στα παράξενα αυτά αγάλµατα, της θεάς που θα ήταν κάποια ασσυριακή µεγάλη θεά πριν µεταµορφωθεί σε Αρτέµιδα, τι να κάνει κι αυτή, όλοι προσαρµόζονται στις πραγµατικότητές τους. Τώρα οι αρχαιολόγοι λένε, δεν κρέµονται µαστοί στο στήθος της, αλλά αφιερώµατα, όρχεις µεγάλων ζώων, και µου το χαλάνε.
Κανείς δεν επιτρέπεται να αγγίζει πια αυτά τα έργα, αλλά αν τα κοιτάξεις εντατικά νιώθεις µια σχεδόν απτική αίσθηση, σαν να τα έχεις τυλίξει στην αγκαλιά σου.
Συγκεντρώθηκα για να μπορέσω μέσα στα λίγα κλεμένα λεπτά που μας είχαν παραχωρηθεί να μείνω μόνο με το βλέμμα μόνη με το άγαλμα, νοερά να αγγίξω τους μυστηριώδεις μαστούς. Και για δευτερόλεπτα, χάρις στις σκιές τους, στο ημίφως, στην ένταση που τα μάτια πετυχαίνουν καμιά φορά, ένοιωσα ότι το πέτυχα, σα να συμμετέχω σε μυστική διαδικασία απαγορευμένης θρησκείας. Ύστερα φύγαµε τρεχάλα
(Δημοσιεύτηκε στα ΝΕΑ 31 Αυγούστου 2010) http://www.tanea.gr/default.asp?pid=2&ct=13&artid=4591771

Δευτέρα 30 Αυγούστου 2010

Ένα βράδυ στη Σμύρνη


Είναι δύσκολο να επισκεφθείς τη Σµύρνη, ένα µέρος τόσο βαριά φορτισµένο. Η αίσθηση της απώλειας στην ελληνική συνείδηση την έχει πάει πολύ µακρύτερα από χίλια µύρια κύµατα µακριά κι ακόµα παραπέρα. Κάτι σαν έλξη και απώθηση µαζί στέλνει τα παράλια της Μικρασίας σε άλλον πλανήτη.
Ωστόσο είναι εύκολο να επισκεφθείς τη Σµύρνη.
Υπάρχει µια πτήση εδώ κι ένα µήνα, απευθείας από Αθήνα, και σε σαράντα λεπτά είσαι εκεί. Φτάνεις σε µια πόλη µε το ίδιο κλίµα, δηλαδή ζεστή, που έχει όµως µια µεγάλη παραλία να σε περιµένει µόλις ο ήλιος πέσει. Είναι δέκα χρόνια τώρα, µας είπε η ξεναγός, που η παραλία αυτή διαπλατύνθηκε κι έχουν τα σπίτια µπροστά τους, µετά τον χώρο για πάρκινγκ, µια µεγάλη διπλή λεωφόρο µε νησίδα, ύστερα παρτέρι γκαζόν όπου κάνουν πικνίκ µε τις κουβέρτες τους, ύστερα πεζόδροµο για βόλτες, τραπεζάκια καφενείων, πάγκους µικροπωλητών, χάζι µεγαλοπρεπές. Οι ψαράδες ρίχνουν πετονιές, κι αν δεν έχεις µπορείς να αγοράσεις, οι πλανόδιοι πουλάνε νερό παγωµένο, «οθωµανικό µατζούνι» (µια µαλακιά καραµέλα που την τυλίγουν σε ξυλάκι), φραγκόσυκα που τα καθαρίζουν επιδέξια επιτόπου µε µισό ευρώ το ένα, µύδια µε λεµόνι, πασατέµπο, φωσφορίζοντα παιχνίδια κι ό,τι άλλο µπορείτε να φανταστείτε.
Την πρώτη µας νύχτα στη Σµύρνη, εκεί που ρωτούσαµε τον δρόµο σε έναν ταξιτζή, σταµάτησε ένα γιωταχί µε δυο κοπέλες µέσα, δυο µοντέρνες αγγλοµαθείς επιχειρηµατίες και προσφέρθηκαν να µας πάνε εκεί όπου θέλαµε. Ηµασταν τέσσερις γυναίκες, άδειασαν αστραπιαία το πίσω κάθισµα και στριµωχτήκαµε όλες, κάναµε τη βόλτα στην παραλιακή και µας άφησαν στο Ασανσέρ.
-Πώς να σας ευχαριστήσουµε; ρωτά η ξαδέρφη µου.
- Τεσεκιούρ εντερίµ, λέει η οδηγός µέσα στα γέλια.
Κι έτσι έµαθε την πρώτη της τούρκικη λέξη.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στα ΝΕΑ: 30 Αυγούστου 2010 http://www.tanea.gr/default.asp?pid=2&ct=1&artid=4591536

Τετάρτη 4 Αυγούστου 2010

Τα μπάνια του λαού

 Γέμισαν οι παραλίες αδειούχους, οικογένειες που κατεβαίνουν µε όλον τον εξοπλισµό στην αµµουδιά και κάνουν τους νεαρούς να τρέπονται σε φυγή, ζαλωµένοι τα δικά τους τα συµπράγκαλα, να βρούνε µέρη ερηµικά. Η νεολαία σαρκάζει όταν χαζεύει την επαφή των πολύ µικρότερων και των πολύ µεγαλύτερων µε το νερό, κι όµως είναι συγκινητική. Κάτι σαν ενιαύσια ιεροτελεστία που κρατά µέρες ολόκληρες, µετρηµένα πρωινά, κι αρχίζει τώρα ακριβώς, αρχές Αυγούστου, µε τα κορµιά ακόµα ασυνήθιστα, αν και περίµεναν να ωριµάσει το καλοκαίρι. Οµπρέλες, αλουµινένιες πολυθρόνες, αντηλιακά, ένα σωρό πράγµατα επιστρατεύονται για να µοιάζουν όλοι µεταξύ τους, κι όµως ο καθένας είναι µοναδικός και ολοµόναχος δέχεται την κρυάδα της πρώτης βουτιάς, την εξοικείωση, την αργή απελευθέρωση από το βάρος του µέσα στο αλµυρό νερό. Θα µπορούσαµε να ψάλουµε όλοι µαζί έναν ύµνο στον Αύγουστο, µήνα και θεό που λέει ο ποιητής, και να βουτάµε στο κύµα µε διάφορα στεφάνια λουλουδιών, όπως οι Τσιγγάνοι στο Εντερλέζι σε κείνη την ταινία του Κουστουρίτσα, αλλά βλέπετε τα έχουµε ξεπεράσει αυτά. Εκτός αν δούµε τις κουλούρες, τις σαµπρέλες, κι όλα τα φουσκωτά παιχνίδια τελικά σαν υποκατάστατα των προσφορών στην υποβρύχια θεά της θάλασσας και το βόλεϊ σε κύκλο σαν ένα είδος οµαδικής λατρείας.

Εδώ που τα λέµε, χρωστάµε ευγνωµοσύνη στις καινοτοµίες του εικοστού αιώνα, στις µαζικές του επαναστάσεις. Ηταν αυτός που καθιέρωσε τη θάλασσα σα µαζική διασκέδαση.

Ισως ύστερα από πολύ πολύ καιρό, όταν η ανθρωπότητα θα επιστρέψει στη θαλάσσια ζωή, πράγµα που δεν αποκλείεται εντελώς, να έχουν όλα τα άλλα ξεχαστεί, οι πόλεµοι, οι ιδεολογίες, και µην έχει µείνει στη µνήµη για τίποτε άλλο ο εικοστός αιώνας παρά µόνο γι αυτό, ότι µετέτρεψε την πικροθάλασσα σε γλυκοθάλασσα και γλυκοκυµατούσα.

https://www.tanea.gr/2010/08/04/opinions/analwsima-ta-pania-toy-laoy/

Παρασκευή 30 Ιουλίου 2010

Παιδιά το καλοκαίρι

 Τα καλοκαίρια στις επαρχίες που συχνάζουµε, συναντάµε και µερικά παιδιά, έτσι για να θυµόµαστε ότι ακόµα παράγεται το είδος. Πάνε για µπάνιο µε τους γονείς, κυκλοφορούν στους δρόµους πιο ελεύθερα, κάνουν ποδήλατο, παίζουν στις αυλές. Και µόνο να τα βλέπεις να δοκιµάζουν διστακτικά και µε φωνές τη θάλασσα, να ενθουσιάζονται µε αυτό που οι µεγάλοι έχουν συνηθίσει, σε κάνει να εκτιµήσεις ξανά την αξία των πραγµάτων, την αξία του κόσµου ολόκληρου όταν προσέχεις πώς παίζουν µε τα χώµατα ή µε µινιατούρες σπιτιών, ανθρώπων και αυτοκινήτων. Τι καλά που θα ήταν να µπορούσαµε να βλέπουµε συχνότερα παιδιά, να κλέβουµε λίγη από τη συγκίνηση της γνωριµίας τους µε το περιβάλλον.

Ισως να µαθαίναµε να το αγαπάµε ξανά µέσα από τα δικά τους µάτια.

Αλλά αυτό παραµένει προνόµιο του καλοκαιριού.

Περπατάς νωρίς το πρωί ή το απόγευµα και τα παρατηρείς µέσα στον κήπο τους καµιά φορά να µην κάνουν τίποτα απολύτως, να κοιτάνε γύρω τους σαν εξωγήινοι που προσπαθούν να συνηθίσουν το νέο µέρος που βρέθηκαν. Είναι µερικά τόσο έκπληκτα ακόµα από αυτά που αντικρύζουν, τόσο καινούργια και άφθαρτα, τόσο άσχετα µε οτιδήποτε, που αναρωτιέσαι αν θα τα καταφέρουν να ζήσουν στον τόπο που έπεσαν σαν από αλεξίπτωτο. Κι άλλα πάλι, ήδη εξοικειωµένα και ώριµα, δεν εντυπωσιάζονται µε τίποτα, πιστεύουν ότι χειρίζονται ήδη τα πάντα.

Αραγε ποια θα εξελιχθούν σε ανθρώπους µε κριτική µατιά, καλλιτέχνες ή σκεπτικιστές, και ποια θα γίνουν άνθρωποι της δράσης; Νοµίζεις ότι το µαντεύεις βλέποντας τα ράθυµα ή διστακτικά, νοµίζεις ότι βλέπεις κιόλας εκείνους που αρπάζουν τη ζωή χωρίς πολλά πολλά, κι εκείνους που αναρωτιούνται και επινοούν, δηµιουργούν και αναλύουν. Αλλά τίποτα σίγουρο δεν υπάρχει στα παιδιά, όλα µπορεί να αλλάξουν.














http://www.tanea.gr/opinions/all-opinions/article/4586941/?iid=2

Παρασκευή 23 Ιουλίου 2010

Πέστροφες στο Πήλιο

Πριν από χρόνια ένας πηλιορείτης φίλος μάς πήγε σε μια ταβέρνα κοντά στα Λεχώνια όπου εκτρέφονται και προσφέρονται στο μενού πέστροφες ποταμίσιες. Ενα μέρος βαθύσκιωτο, μοναδικό, τόσο όμορφο για τις καλοκαιρινές μέρες. Τώρα διαβάζω το βιβλίο του Κώστα Ακρίβου «Ποιος θυμάται τον Αλφόνς» και αναρωτιέμαι αν οι πέστροφες αυτές είναι απόγονοι εκείνων που είχε βάλει ο ΑλφόνςΑνδρέας Χοχάουζερ, ένας αυστριακός φυσιολάτρης που κατά καιρούς οργάνωνε οικοτουρισμό στο Πήλιο πριν καν ακουστεί η λέξη. Μπορεί λοιπόν στη λογοτεχνία να βρήκα τον πατέρα των ψαριών που φάγαμε, και το αληθινό πρόσωπο διαφόρων μύθων που κυκλοφορούν για έναν αυστριακό και άλλους ξένους που αγάπησαν το βουνό. Με βιβλία συμπληρώνω την εικόνα για έναν τόπο που η γιαγιά μου εγκατέλειψε σε νεαρότατη ηλικία και δεν ξανάδε ποτέ της, εγώ όμως θεωρώ πατρίδα μου και επισκέπτομαι κάθε χρόνο από τότε που τον ανακάλυψα. Πολλές βόλτες, συζητήσεις, γνωριμίες και τσίπουρα, δεν μου έμαθαν όσα το βιβλίο του Χαρατσή για τα μονοπάτια, ας πούμε. Πολλά γραφτά ελπίζω να κρύβει ακόμα το Πήλιο στα πλούσια φυλλώματά του.

Ο Αλφόνς λοιπόν, όπως διαβάζω τώρα στο βιβλίο του Ακρίβου, είχε ρίξει πέστροφες στα ποτάμια, είχε κάνει προτάσεις να εκπαιδευτούν νέοι στην Αυστρία για να προστατεύουν το δάσος, είχε συγκεκριμένες ιδέες για το πώς κυνήγι και ψάρεμα δεν θα κατέστρεφαν κάθε ζωή σε ξηρά και θάλασσα, είχε και την αφέλεια να τις προωθεί επισήμως στις αρχές του τόπου. Φυσικά πολλές φορές βρήκε τον μπελά του.

Ισως όμως οι προσπάθειες κάθε πεισματάρη φυσιολάτρη που περνάει από κει να κρατάνε ισορροπία με την απληστία των ανθρώπων που θέλουν να εκμεταλλευτούν το γενναιόδωρο αυτό βουνό χωρίς μέτρο και πρόληψη για το μέλλον. Το πείσμα, σαν εκείνο του Αλφόνς, είναι πολύτιμο.


https://www.tanea.gr/2010/07/23/opinions/analwsima-pestrofes-sto-pilio/

Τρίτη 20 Ιουλίου 2010

Μια ελληνοαμερικανίδα στην Κυψέλη

Δέσποινα- Σοφία Στάμος. Παιδί ελλήνων μεταναστών στις ΗΠΑ. 

Νέα, ωραία, χορογράφος και χορεύτρια. Μια μέρα ζήτησε συνεργασία με μετανάστεςμαθητές του Ανοιχτού Σχολείου Αγοράς Κυψέλης. Βρέθηκαν μερικοί που ενδιαφέρονταν. Τρεις νεαροί Σενεγαλέζοι που κινήθηκαν αμέσως σαν έμπειροι χορευτές, μια γοητευτική νεαρή από το Μπανγκλαντές, η αγέλαστη ώς τότε γυναίκα από την Αλβανία. 

Μερικοί ακόμα Ασιάτες, Ευρωπαίοι, Αφρικανοί. Δεν έμειναν όλοι ώς τη μέρα της πρώτης παράστασης. Κάποιοι έφυγαν, ήρθαν καινούργιοι. Παρακολούθησα τη Δέσποινα- Σοφία να διδάσκει χορό, και να με διδάσκει, μαζί με όποιον ήθελε να δεχτεί το μάθημα, πώς να χρησιμοποιείς σεβασμό και αξιοπρέπεια στη συνεργασία με ανθρώπους κλειστούς, επιφυλακτικούς, ταλαιπωρημένους. 

Δεν πίστευα ότι θα κατάφερνε να ταιριάξει όλους αυτούς τους ξένους στο ίδιο θέαμα. 

Αν με ρώταγες θα μπορούσα να βρω τριάντα λόγους για τους οποίους θα ήταν αδύνατον να ελευθερώσει τις κινήσεις του σώματος, των χεριών και των ποδιών σε ανθρώπους που έχουν λόγους να είναι απολύτως ανέκφραστοι. Να απλώσει η γυναίκα το χέρι στον άγνωστο νεαρό από άλλη ήπειρο; Δεν υπήρχε περίπτωση, κατά τη γνώμη μου. 

Η Δέσποινα όμως τα κατάφερε. Στο Αντιρατσιστικό Φεστιβάλ παρουσιάστηκε το μικρό δρώμενο που είχε ετοιμάσει, με ηθοποιούς και χορευτές μετανάστες από τη γειτονιά μας. Σαν παιδί μετανάστη κι αυτή, που μεγάλωσε σε μια πόλη όπως η Νέα Υόρκη, έχει φαίνεται αναπτύξει τα ταλέντα να προσεγγίζει ανθρώπους από κάθε κουλτούρα, χώρα και γλώσσα, να τους κάνει να βρίσκουν μέσα έκφρασης στο σώμα τους, να τους πείθει να συνεργάζονται. Ισως οι άνθρωποι να έχουν κατά βάθος απλή κοινή γλώσσα, αλλά δεν είμαστε σε θέση όλοι να τη μεταχειριστούμε. 

Σ΄ εκείνη την παράσταση η γυναίκα από την Αλβανία χαμογέλασε! 
https://www.tanea.gr/2010/07/20/opinions/analwsima-mia-ellinoamerikanida-stin-kypseli/

Τρίτη 6 Ιουλίου 2010

Kυριλλικό αλφάβητο

 Nα είχαµε και στην Αθήνα έναν πεζόδροµο σαν αυτόν που βρέθηκα απόψε, µετά από ταξίδι που αποφασίστηκε χωρίς πρόγραµµα, σε µια πόλη που δεν θυµάµαι το αληθινό της όνοµα.

Περπατώ και χαζεύω γύρω µου χωρίς να φοβάµαι ότι θα πέσει πάνω µου µηχανάκι, αυτοκίνητο, ούτε καν ποδήλατο, ούτε καν πατίνι, και δεν ξέρω να πω το όνοµα της πόλης στη δική της γλώσσα. Αν είναι δυνατόν! Ευτυχώς στα ελληνικά είναι εύκολο, τη λέµε Φιλιππούπολη, και βρίσκεται στη Βουλγαρία.

Προσπαθώ να διαβάσω το όνοµά της µε το κυριλλικό αλφάβητο και πάλι δυσκολεύοµαι, δεν ξέρω ούτε να συλλαβίζω το αλφάβητο αυτό, κι ας το χρησιµοποιούν γειτονικές χώρες. Βγάζω οδηγό, φοράω γυαλιά, µε τα πολλά µαθαίνω τα κεφαλαία, λείπουν ακόµα τα µικρά. Θαυµάσια εγκεφαλική άσκηση, να προσπαθείς να διαβάσεις γρήγορα άγνωστες λέξεις σε αλφάβητο που µόλις έµαθες και που έχει µερικά γράµµατα ίδια µε το ελληνικό, οπότε το µυαλό πρέπει να πηγαίνει µπρος - πίσω στην οικειότητα µαζί τους.

Γιατί παρασέρνοµαι από τα γράµµατα όµως, και διαβάζω λέξεις που δεν καταλαβαίνω, αντί να χαζεύω τις προσόψεις απλώς, να ξεχνιέµαι για µια µέρα, αφού αύριο κιόλας φεύγω; Αντί να απολαύσω τη βόλτα, τη γλώσσα των κτιρίων που είναι παγκόσµια, γιατί σε όλους αρέσουν τα αναπαλαιωµένα κτίρια σε ήσυχους δρόµους µε αγάλµατα, παιδιά που παίζουν και νεολαία που πίνει µπίρες, κολλάω στις επιγραφές, στις ταµπέλες, και προσπαθώ να καταλάβω το νόηµά τους. Θα πρέπει να είναι η κλίση προς τους κρυπτογραφικούς κώδικες, όλα τα παραµύθια µυστηρίου που διαβάσαµε παιδιά και συνηθίσαµε να πιστεύουµε ότι µέσα στο ακατανόητο κρύβονται οι αλήθειες. Τελικά καταλαβαίνω ότι οι άγνωστες λέξεις κρύβουν διαφηµίσεις µπίρας, εκπτώσεις µαγαζιών και ονόµατα δηµοσίων υπηρεσιών. Δηλαδή κοινότοπες αλλά παγκόσµιες αλήθειες.

https://www.tanea.gr/2010/07/06/opinions/analwsima-kyrilliko-alfabito/

Αλλαγή διαδρομής

 Νέα από τη νέα διαδρομή για Λαύριο που είπα να δοκιμάσω η άμυαλη.  Όταν φτάσεις με το καλό στο Κορωπι και ψάχνεις να βρεις από πού να πας γ...