Σάββατο 21 Μαρτίου 2026

Τιμή σ’ εκείνους

 Κουράγιο σ εκείνους όπου στη ζωή των 

Χρειάζεται να περπατούν σε τέτοια πεζοδρόμια 

Ποτε από την Αθήνα μη κινούντες 

Πίστεψαν ότι θα τους ακολουθεί η πόλις 

Δεν έριξαν πίσω τους τη μαύρη πέτρα 

Κι ας μην τους είχαν χτίσει γύρω τείχη



Στολές για την παρέλαση

Όμορφες που ήταν οι τρεις αδερφές με τις βαρύτιμες στολές τους την ημέρα της επετείου. Δεκαετία του 40, οι Γερμανοί είχαν φύγει και ο εμφύλιος ερχόταν, αλλά εκείνες αέρισαν τις παλιές στολές να φύγει η μυρωδιά της ναφθαλίνης και τις φόρεσαν για την παρέλαση της 25ης Μαρτίου και σίγουρα θα πίστεψαν για λίγο χαμογελώντας στους καθρέφτες και στους φακούς των φωτογράφων ότι όλα θα πάνε καλά, τόσο ωραίες και λυγερές που ήταν, με τέτοια ρούχα κρυμμένα στα σεντούκια, με την Κατοχή πίσω τους πια, με τα νιάτα τους αστραφτερά και ζηλευτά, με τη δόξα παρελθόντος και μέλλοντος χρυσοκέντημα απλώς για τα δικά τους νιάτα.



Ημέρες ποίησης


 Εδώ και χρόνια δεν διαβάζω ποιήματα, πορεύομαι με όσα έμαθα μικρή, έτσι μια μέρα που έπρεπε να κάνω μάθημα ελληνικής γλώσσας, έβαλα στο γιουτιουμπ το "Περιγιάλι το κρυφό" (Άρνηση, του Σεφέρη) το ακούσαμε, και μετά το γράψαμε στον πίνακα και κάναμε γραμματική και ανάλυση, και αίφνης, εκεί που ρωτούσα διάφορα και εξηγούσα, κατάλαβα για πρώτη φορά το νόημα του ποιήματος που τόσα χρόνια έχω τραγουδήσει άπειρες φορές. 

Μήνες αργότερα, σε άλλη τάξη, πάλι για την ευκολία μου, κάτι γνωστό κάτι διάσημο, πιάνω την Ιθάκη του Καβάφη. Ε, αυτό πια τι να μου αποκαλύψει, το έχουμε υπεραναλύσει. Κι όμως, το ίδιο ακριβώς συνέβη, μετά από μισή ώρα κατάλαβα κάτι στο ποίημα που δεν το είχα ποτέ πριν σκεφτεί. Και σου φέρνουν τόση χαρά αυτές οι ανακαλύψεις. Τόση ωραία έκπληξη.

Μέρα της ποίησης

 Το τραγουδάκι "Ήταν ένα μικρό καράβι", μεταφερμένο από τα γαλλικά,  δεν τελειώνει με τους στίχους:

"Κι ο κλήρος πέφτει στον πιο νέο που ήταν αταξίδευτος" και λοιπές παραλλαγές με αγόρια και κορίτσια. Συνεχίζεται, και λέει τα εξής:

"Και πριν τον πιάσουν να τον φάνε, τη θάλασσα παρακαλεί:

-Αχ θάλασσα μου και κυρά μου, βοήθησε με τώρα, το παιδί

Και τότε έγινε το θαύμα πούχουν να λένε όλοι οι ναυτικοί

Γιατί μονάχα τους τα ψάρια πηδούσαν στο κατάστρωμα

Τα πιάσαν και τα μαγειρέψαν και γλίτωσε ο ναύτης, το παιδί

κι αν σας αρέσει αυτή η ιστορια την ξαναλέμε απ' την αρχή" 

Ανακοίνωση για την Παγκόσμια ημέρα της Ποίησης

Πέμπτη 19 Μαρτίου 2026

Ο Gaudi στη Σαλαμίνα

 Ο Gaudi στη Σαλαμίνα.

Υπάρχει ένα σπίτι στην παραλία των Περιστεριών στη Σαλαμίνα που κάποτε θα μπει στον κατάλογο με τα αξιοθέατα του νησιού. Γύρω γύρω καλυμμένο με περίτεχνα πλαίσια από κορμούς μάλλον ελιάς που θυμίζουν την αρχιτεκτονική του Γκαουντί σε ναΐφ. Έχει και πύλη προς την αμμουδιά με πλακόστρωτο μονοπάτι. Πράσινα τζάμια στα ισόγεια παράθυρα. Θα το ονόμαζα Casa di Aceituna, ή Μαδέρα λιόξυλου, κάτι με ισπανικά πάντως.

Γενικα η Σαλαμίνα είναι παράδεισος της ελεύθερης αρχιτεκτονικής έκφρασης, μόνο που παλιότερα ήταν σε μικρότερη κλίμακα όλα. Τώρα κάπως ομογενοποιήθηκαν με την υπόλοιπη ελληνική ύπαιθρο. Αλλά βρίσκεις ακόμα μοναδικές συνθέσεις.



Τετάρτη 4 Μαρτίου 2026

Στιγμιότυπα μεγαλούπολης


Είμαι στο Λονδίνο, στο σούπερ μάρκετ της γειτονιάς με τον εγγονό μου που θέλει να αγοράσει τα πάντα, και προσπαθώ να τον συγκρατήσω. Έχουμε σπίτι φράουλες, του λέω, και όχι αυτά δεν είναι καλά, τέτοια, οπότε μας ακούει ένας Έλληνας και μας πλησιάζει.

-Αγόρι είναι; ρωτάει για το νήπιο. Λέω ναι.

-Να σας ζήσει!

-Ευχαριστώ !

Πάω να φύγω, αλλά έχει να μου πει κι άλλα.

-Η Αγγλία πέθανε, μου λέει με σκοτεινό ύφος. Πέθανε, ψόφησε, δεν υπάρχει!

Κοιτάζω γύρω μου τον κόσμο που ψωνίζει με πάθος.

-Εμένα μια χαρά μου φαίνεται, λέω χωρίς πολλή όρεξη για κουβέντα.

-Μα δεν βλέπετε; Έχει μαζέψει όλη τη σαβούρα της υφηλίου! Δεν υπάρχει Αγγλία πια!

Κάνω λίγα δευτερόλεπτα να καταλάβω τι εννοεί. Τη σαβούρα; Κοιτάζω τον κόσμο στο σούπερ μάρκετ, είναι κυρίως μετανάστες, όπως οι περισσότεροι κάτοικοι της περιοχής, σκούροι Ινδοί, Πακιστανοί, σκουρότεροι Αφρικανοί, σκουρόχρωμα ντυμένοι και ταλαιπωρημένοι.

Κι εμείς τι είμαστε; θέλω  να του πω, αλλά αποφασίζω ότι δεν θα συνεχίσω μπροστά στο εγγονάκι μου την κουβέντα. Εμείς δεν είμαστε μετανάστες, εμείς δεν είμαστε σαβούρα; Εμένα πάντως τα παιδιά μου εδώ μετανάστες είναι, αυτοί οι Ευρωπαίοι που για να τους διώξουν ψήφισαν Brexit κάτι τύποι σαν εσένα. Οι αντίστοιχοι Άγγλοι. Αλλά δεν τους έδιωξαν. Γιατί αυτή η σαβούρα είναι η δύναμη της Αγγλίας, όλη αυτή η εργατική δύναμη, όλη αυτή η ανθρώπινη ποικιλομορφία είναι ο πλούτος της. Και τι είναι αυτό που λες χωρίς καμία αιδώ σε άνθρωπο που δεν ξέρεις, μόνο επειδή τον άκουσες να μιλάει τη γλώσσα σου; Γιατί τα ελληνικά μου είναι εγγύηση ότι θα συμφωνήσω με το ρατσισμό σου;

Πιάνω το χεράκι του παιδιού και απομακρύνομαι, να χωθώ ανάμεσα στους ανθρώπους που εκείνο έχει συνηθίσει να ζει και που μπορεί να τους κοιτάζει χωρίς να ξεχωρίζει άσπρους, μαύρους, καφετί, κίτρινους, μαντιλοδεμένους, καπελωμένους, με ράσα, με μπουκλίτσες, με γένια, με κιπά, με φέσι, με περούκες, με σάρι, με ό,τι θέλεις τέλος πάντων. Στο νηπιαγωγείο του οι μισές γυναίκες φοράνε μαντίλα και μακρύ ράσο (λέγεται χιτζάμπ και όχι μπούρκα, μπούρκα δεν έχω δει ποτέ ούτε στην Ελλάδα που λένε ότι θα την απαγορεύσουν, ούτε στο Λονδίνο) μερικές σκέτη μαντίλα, οι περισσότερες δεν φοράνε τίποτε, υπάρχουν όμως μαύρες διαφόρων αποχρώσεων και Ασιάτισσες εξίσου. Έμαθε με αυτές να μεγαλώνει και να μιλάει τα αγγλικά του, τις λέει όλες κυρίες, όπως και τις περαστικές, όπως και τους περαστικούς, όλοι είναι κύριοι. Και είναι πράγματι, κύριοι: μας βοηθούν να ανέβουμε στο λεωφορείο με το καρότσι, να κατέβουμε, να το σταθεροποιήσουμε, να μπούμε και να βγούμε από τα βαγόνια του μετρό, να περάσουμε απέναντι το δρόμο. Κύριοι διαφόρων χρωμάτων μας σηκώνουν το καρότσι σε κυλιόμενες ή μη σκάλες, μας το κρατούν μέχρι να φτάσουμε, μας χαμογελούν φεύγοντας, ενθουσιασμένοι που μπόρεσαν να μας βοηθήσουν. Κύριοι και κυρίες σηκώνονται να μας δώσουν τη θέση τους μόλις μπούμε σε μέσο συγκοινωνίας. Εγώ μπορεί να δυσκολεύομαι με όλες αυτές τις μαντίλες, σίγουρα με χαλάει να τις βλέπω, το εγγόνι μου όμως δεν προσέχει τίποτε απ’ αυτά, κι έχει δίκιο. Οι άνθρωποι είναι κύριοι (έστω, κύ_ιοι, δυσκολευόμαστε ακόμα με το ρο) και κυ_ίες, διότι φέρονται σαν κύριοι και σαν κυρίες. Σαβούρα είσαι αν φέρεσαι σαν σαβούρα, ή φέρεσαι στους άλλους σα να είναι σαβούρα. Η σαβούρα είναι σαν τους Λαιστρυγόνες και τους Κύκλωπες, τη συναντάς αν την κουβαλάς εντός σου.

Το εγγόνι μου καταλαβαίνει ελληνικά, αλλά δεν ενδιαφέρθηκε να καταλάβει τον συγκεκριμένο κύ-ιο, ήταν και απολύτως δυσάρεστος, φύγαμε και τον αφήσαμε στο θρήνο του. Το να καλλιεργείς σε ένα παιδί προκαταλήψεις για οποιαδήποτε ανθρώπινη ομάδα είναι απολύτως τραυματικό, το ξέρω, το θυμάμαι. Χαίρομαι που μεγαλώνει στην πόλη αυτή, μέσα στην ανθρώπινη ποικιλομορφία της, που το παίρνουν αγκαλιά γυναίκες από όλο τον κόσμο. Κακιά σκουριά της προκατάληψης και του ρατσισμού δεν θα πιάσει επάνω του, σκέφτομαι και παρηγοριέμαι για την απόσταση που μας χωρίζει, για τη στέρηση της καθημερινότητας μαζί του, για την ξενιτιά. Δεν είναι πάντα κακούργα η ξενιτιά, η αλήθεια είναι.


Τιμή σ’ εκείνους

 Κουράγιο σ εκείνους όπου στη ζωή των  Χρειάζεται να περπατούν σε τέτοια πεζοδρόμια  Ποτε από την Αθήνα μη κινούντες  Πίστεψαν ότι θα τους α...