Τρίτη, 22 Μαΐου 2012

Χοτ ντογκ στον κήπο


Ένθεν και ένθεν της κεντρικής εισόδου της πολυκατοικίας είναι στριμωγμένα δυο μαγαζιά. Στενή η πολυκατοικία, στενά και τα μαγαζιά, το ένα μάλιστα είναι αυτό που λένε ‘τρύπα’, μια εσοχή με πόρτα. Ωστόσο πολλές μικρές επιχειρήσεις προσπάθησαν να στηθούν στο μικροσκοπικό χώρο. Η τελευταία ήταν ένα μικρούτσικο ψητοπωλείο που έφτιαχνε χοτ- ντογκ με ένα ευρώ, η επιγραφή υπάρχει ακόμα καθώς και η ξύλινη επένδυση που είχε προσπαθήσει να μεταμορφώσει την πόρτα σε  πάγκο, να δίνει από μέσα τα σάντουιτς. Έχει κλείσει εδώ και μήνες. Δεν πρέπει να έζησε πάνω από μια χρονιά. Κρίμα στην ανακαίνιση, στα φώτα, τα ξύλα, το βάψιμο, όλα τα έξοδα που έκανε, τη δουλειά που έβαλε. Μόνο τις τρεχάλες για τις άδειες να φανταστείς τον λυπάται η ψυχή σου.
Το άλλο μαγαζί, από την άλλη μεριά της πόρτας είναι πιο μεγάλο, έχει και τζαμένια βιτρίνα. Αυτό είχε υπάρξει φωτοτυπείο για αρκετό καιρό, ύστερα έγινε κοσμηματοπωλείο για πολύ λίγο. Το όνομα φαίνεται ακόμα, είναι κάτι με garden. Ο κήπος του τάδε. Αλλά δεν υπάρχει ίχνος κήπου εδώ, είναι μια εσοχή στην οδό ή λεωφόρο Κυψέλης, στο σημείο ακριβώς που βρίσκεται η στάση τρόλεϊ και λεωφορείων. Οι μικροί επιχειρηματίες που άνοιξαν τα μαγαζιά έλπιζαν πως ο κόσμος περιμένοντας τα λεωφορεία θα είχε χρόνο να χαζέψει λίγο τα κοσμήματα, να φάει ένα χοτντογκ. Πάντως έπεσαν έξω. Τα μαγαζιά έχουν μείνει κλειστά, με κολλημένα πάνω τους ενοικιαστήρια και διάφορες αφίσες, μουτζουρωμένα, σκονισμένα, η γνωστή εικόνα. Περιμένοντας στη στάση βλέπουμε απλώς αυτό τον τίτλο με το garden.
Λέξη που δημιουργεί μελαγχολία. Ο κήπος που δεν υπήρχε, ο κήπος που φαντάστηκε ότι αν τον ονομάτιζε ο μαγαζάτορας κάτι θα κατάφερνε να ανθίσει μέσα στο μικρό του χώρο. Σενιάρισε το μαγαζάκι, το στόλισε, το έβαψε, το φόρτωσε, προσπαθώντας να ξεχάσει ότι βρισκόταν στη δυσάρεστη και θορυβώδη οδό Κυψέλης. Όπως κάνουμε όλοι. Βάφουμε, στολίζουμε, νοικοκυρεύουμε… Θυμάστε τη διαφήμιση της Πειραϊκής –Πατραϊκής; Ελληνική εταιρία σεντονιών, απίθανο ε; Έβγαζε κλαρωτά τεντόπανα. Είχα ένα θείο πολυαγαπημένο, που ζωγράφιζε εκείνες τις κλάρες. Κλάρες πολύχρωμες για στενά μπαλκόνια που θα έμοιαζαν έτσι φαρδύτερα, μεγαλύτερα, θα ξεχνούσες πόσο στενά ήταν, θα έκρυβες και το στενό μπαλκόνι του απέναντι που το έβλεπες πολύ κοντά στο στενό δρόμο.
Συνεχίζουμε βεβαίως τον αγώνα. Στη γωνιά του ο καθένας προσπαθούμε, ντύνουμε, στολίζουμε, νοικοκυρεύουμε, σενιάρουμε, βάφουμε, ονοματίζουμε με ωραία ονόματα, που θυμίζουν κάτι μακρινό κι επιθυμητό, χώρους στενούς και άχαρους, και περιμένουμε τον πελάτη, ελπίζουμε σε μια συναλλαγή και σε λίγο κέρδος. Αλλά ρε παιδί μου, κακά τα ψέματα, δε βοηθάει το ντεκόρ τριγύρω. Τι να σου κάνει κι ο garden. Πες πως γέμιζες το μικρό σου μαγαζί με ανθισμένες γλάστρες, το τριγύρω τι θα το έκανες; Δύσκολο, πολύ δύσκολο να ξεφύγεις. Δύσκολο να φτιάξεις την όμορφη γωνιά σου σε μια γειτονιά που αποφάσισε τόσο πεισματικά να ασχημήνει εδώ και δεκαετίες. Το ιδιωτικόν εντός του περιφρονημένου, μισημένου, μαδημένου, ληστεμένου δημοσίου πώς να ξεχωρίσει; Ο δρόμος περιτριγυρίζει κάθε προσπάθεια εξωραϊσμού με τη γερασμένη του άσφαλτο, που θαρρείς ότι ιδρώνει βρώμα.
Ωστόσο απέναντι άνοιξε ένα άλλο μαγαζί, το παλιό σινεμά που ήταν επί χρόνια σούπερ μάρκετ, έκλεισε αργά και βασανιστικά, τώρα ξανάνοιξε. Βάλανε μια σειρά μπαλόνια στην πρόσοψη και κερνάνε κάτι στην είσοδο. Κι αμέσως γλυκαίνει το πρωινό, τι θέλει η ψυχούλα μας, λίγα χαζομπαλόνια κι ένα κέρασμα.  Η ζωή συνεχίζεται, οι σισύφειες προσπάθειες εξωραϊσμού παρομοίως. 
Δημοσίευση σχολίου