Σάββατο, 12 Μαΐου 2012

Πού ζούνε τα παιδιά;


Περιμένοντας το τρένο στη Βικτόρια, χαζεύοντας τον κόσμο, καρφώνεται το βλέμμα μου σε δυο παιδάκια που μπαίνουν χαρωπά και φασαριόζικα στην αποβάθρα. Είναι ένα πολύ αδύνατο κοριτσάκι κι ένα μικρότερο αγοράκι, προχωρούν μόνα τους προς την κίτρινη γραμμή ασφαλείας με τολμηρή διάθεση. Το κοριτσάκι έχει μακριές κοτσίδες δεμένες με χρωματιστές κορδέλες, το αγοράκι φοράει μια δίχρωμη αθλητική φόρμα, γελάνε, φωνάζουν, είναι μια παρουσία δροσερή στο σοβαρό μέχρι κατήφειας πλήθος. Πιάνω τον εαυτό μου να τα κοιτάζει με απόλαυση, με λαχτάρα, με τρόπο που ίσως σε κάποια από τις χώρες που έχουν γίνει υστερικές με τους παιδεραστές να θεωρούνταν ύποπτος. Είναι τόσο σπάνιο να εμφανίζονται παιδιά στον Ηλεκτρικό, και για λίγα δευτερόλεπτα δεν παρατηρώ ότι έχουν επάνω  τους κάτι παράξενο, το οποίο εντοπίζεται αμέσως μόλις κάνει την εμφάνιση της η μητέρα τους. Είναι κι αυτή πολύ αδύνατη, ψηλή, και φοράει ένα παλιό άσπρο πουκάμισο και μια φαρδιά φούστα σα να κατέβηκε μόλις από το απομακρυσμένο βαλκανικό χωριό της. Αναγνωρίζω το στυλ των ζητιάνων με παιδιά που περνάνε τις μέρες τους στα πεζοδρόμια της Αθήνας. Πολύ συχνά τα βλέπω να κυκλοφορούν με τον Ηλεκτρικό, απορώ πώς αυτή τη φορά δεν κατάλαβα αμέσως περί τίνος επρόκειτο. Συνεχίζω ωστόσο να απολαμβάνω την παιδική παρουσία μέχρι που φτάνει το τρένο και στριμωχτόμαστε όλοι με τρόπο που δεν απολαμβάνεις πια καμία παρουσία.
Μου φαίνεται ότι εκτός από ζητιανάκια, δεν κυκλοφορούν άλλα παιδιά στην Αθήνα. Πέρασα τη μέρα κάνοντας στατιστική, θα δω άλλα παιδιά στο δρόμο; Στο τρόλει Κυψέλη- Παγκράτι, στο Σύνταγμα, την Πανεπιστημίου, την Ερμού, την Αθηνάς, την Αιόλου, τη μέρα εκείνη είδα μόνο μια μητέρα με καρότσι και ύφος πανικόβλητο να ανεβαίνει την Καλαμιώτου. Δεν είχε άδικο για τον πανικό. Η Αθήνα μοιάζει σα να έχει βγάλει διάταγμα ο Ηρώδης, όποιο παιδί κυκλοφορεί ώρες καταστημάτων θα απάγεται και θα εκτελείται επί τόπου.
Ο κόσμος της επαιτείας  έχει αρχίσει να καταλαβαίνει αυτή τη σπανιότητα, αλλά δεν  έχει ακόμα συνειδητοποιήσει πως δεν χρειάζεται να βάζει τα παιδιά να παρακαλάνε με το χέρι απλωμένο στα τραπέζια, ούτε να παίζουν μπαγλαμαδάκι, ούτε να κάθονται με αξιοθρήνητο ύφος στα γόνατά τους για να τους ρίχνουμε τον οβολό. Θα αρκούσε να τα αφήνει να τρέχουν πάνω- κάτω στα πεζοδρόμια, να παίζουν λίγο και να μιλάνε πρόσχαρα μεταξύ τους. Οι εισπράκτορες μετά δεν θα είχαν παρά να ζητάνε κατιτίς για το θέαμα. Θα πληρώναμε ευχαρίστως την παιδική παρουσία. Οι άνθρωποι έχουν ανάγκη να βλέπουν παιδιά κάθε τόσο στη ζωή τους. Δεν υπάρχει λογική σ’ αυτό, προφανώς είναι πηγή χαράς η χαζή βεβαιότητα ότι το είδος δεν τελειώνει με τους ίδιους. Ακόμα κι αυτοί που αρνούνται να μεγαλώσουν χρειάζεται να θυμούνται ενίοτε ότι υπάρχουν άλλα αληθινά παιδιά πίσω που περιμένουν τη σειρά τους, και να συνέρχονται. Είναι ένας τρόπος να αντικρίζεις το μέλλον, ο οποίος μας λείπει.
 Υπερβολικά σοβαρή, κατηφής, νευρική και ζόρικη, η Αθήνα δεν έχει χρόνο και χώρο για τέτοια. Συνοδεύοντας παιδιά εκθέτεις δημόσια αδυναμίες και ευαισθησίες, απειλείσαι με κούραση, φωνές, γκριμάτσες, σκηνές, καθυστερήσεις, επιθυμίες. Δεν είναι βόλτα αυτή, είναι επικίνδυνη αποστολή. Κι έτσι δεν βλέπουμε παιδιά στους δρόμους.
Το βραδάκι  περνάω από το Πεδίο του Άρεως. Είναι το μυστικό μου όπλο αυτή η βόλτα. Αργά –αργά περπατάω ανάμεσα στα παιδάκια που παίζουν, με λούζουν οι δροσερές φωνούλες κι έρχομαι στα ίσα μου.
Δημοσίευση σχολίου

Του 60 η Ομόνοια

Δεν ξέρω πώς ξεκίνησε η συζήτηση για τη δεκαετία του 60, αλλά πολύ μου αρέσει. Ήμουν τότε παιδίσκη, καταλαβαίνετε. Στην Αθήνα, στο κέντρ...