Σάββατο, 28 Φεβρουαρίου 2015

Τω αγνωστω καταθέτη


Είναι παράξενο πως ο πατριωτισμός και άλλες ψυχολογικές έννοιες έχουν παρεισφρύσει τόσο βαθιά σε θέματα κατά τα άλλα ξερά και άψυχα όπως η οικονομία. Μιλούν πολλοί για διαπραγμάτευση με όρους πολεμικούς, για συμφωνία με όρους αναμέτρησης, και γενικά τα λεφτά φαίνονται να μη μπορούν να μη μετρηθούν, διαχέεται η αξία τους σε καταστάσεις ανεξέλεγκτες που γεννούν με τη σειρά τους αντιδράσεις απρόβλεπτες. 
Το χειρότερο είναι πως όλη αυτή η ενδιαφέρουσα μαιευτική απροόπτων δεν έχει περάσει το κατώφλι των τραπεζών και της πελατείας τους. Κι ενώ οι σημαίες πάλλονται και τα πανώ ουρλιάζουν, τίποτε δεν αλλάζει στα γκισέ, τη στιγμή που η ακεραιότητα της πατρίδας παίζεται σε ευρώ που από τα βιβλιάρια μετακομίζουν σε άλλα βιβλιάρια με ξένους τίτλους. Την ώρα που παζαρεύουν σκληρά στο δυτικό μέτωπο οι εγκέφαλοι της κυβέρνησης, δισεκατομμύρια ελληνικά ευρώ περνούν διακριτικά τα σύνορα, λες και πρέπει να βρίσκονται κοντά της για να της συμπαρασταθούν. Ενώ όλοι ξέρουμε πως όσο αυτά φεύγουν, τόσο η διαπραγμάτευση γίνεται δυσκολότερη, κι όσο η υστερία καταδίωξης των καταθέσεων απλώνεται, η συμφωνία καταντά αδύνατη. 
Φταίει που δεν έχει επενδυθεί η οικονομία με σύμβολα ισχυρά και συναισθηματικά που θα μπορούσαν να δίνουν λίγη ψυχούλα στις σύγχρονες αναμετρήσεις. Κάτι πολύχρωμο, κάτι ποιητικό, κάτι ηρωικό και πένθιμο ανάλογο με τις λοιπές δάφνες που κοσμούν τους λοιπούς αγώνες του έθνους. Ένα μετάλλιο για τον ψύχραιμο καταθέτη ας πούμε, μια μπάντα, ένα τραγούδι, κάτι. Μια υποδοχή ανάλογη, κορίτσια με λουλούδια στα καλαθάκια να ραίνουν το πέρασμά του από τους διαδρόμους, φορώντας εθνικές ενδυμασίες, ή ίσως χλαμύδες. Κάτι στα ρούχα να δηλώνει το ποσόν της ψυχραιμίας. Ας πούμε, για κατάθεση μέχρι δέκα χιλιάδες, ποδιά Σαρακατσάνας, μέχρι είκοσι κάτι πιο ανάλαφρο, κερκυραϊκή στολή φερ' επείν, από εκατό κι απάνω χλαμύδες και χιτώνες και αρχαιοπρεπή σέξυ ρούχα. Μια ιδέα λέω. 
Μπορεί πάλι να μοιράζονται και παράσημα που θα καθιερωθούν ειδικά για την περίοδο αυτή και θα δίνονται σε όσους αφήνουν τα λεφτουδάκια τους στην ησυχία τους στις ελληνικές τράπεζες δείχνοντας με τον πιο ριψοκίνδυνο -κατά τους εγωιστές, άκαρδους, κυνικούς, κι ανασφαλείς φυγάδες- τρόπο την αγάπη τους στην πατρίδα. Μικρές διακριτικές καρφίτσες που θα αποστέλλονται στο σπίτι των καταθετών και θα φοριούνται στο πέτο, στη γραβάτα -ακόμα κι αυτό- στο γιακά, ή και σκουλαρίκια για τις κυρίες. Σε νεαρούς τολμηρούς και μοντέρνους θα μπορούσε να προσφέρεται και τατουάζ, το "Τατουάζ του μεγάλου ευεργέτη" για το οποίο θα προτείνουν διάφοροι καλλιτέχνες τι να παριστάνει και θα μπορούν να το δείχνουν σε όλη τη ζωή τους και να καμαρώνουν σε στιγμές ιδιαίτερες για το ότι στάθηκαν αρωγοί στην εθνική προσπάθεια και δεν υπολόγισαν μόνο να σωθούν φεύγοντας σαν τα ποντίκια από το πλοίο εν κινδύνω.
 Γενικά το πράγμα χρειάζεται συνειρμούς και φαντασία, κάποια σύνδεση τέλος πάντων της επιθυμίας που όλοι έχουμε να δούμε τη ζωη στη χώρα μας να βελτιώνεται και να ηρεμεί, και του πανικού στον οποίον δεν έχουμε μάθει να αντιστεκόμαστε, κι ίσως  γι αυτό δεν βλέπουμε άσπρη μέρα. 

Παρασκευή, 20 Φεβρουαρίου 2015

Ντροπή ή περηφάνεια;

Στις συγκεντρώσεις συμπαράστασης στην κυβέρνηση, πλέον, εμφανίζεται για πολλοστή φορά πορτραίτο της Μέρκελ και του Σόιμπλε με το μουστάκι του Χίτλερ. Αγκυλωτοί σταυροί φτιαγμένοι από ευρώ και άλλα παρόμοια. Οι τολμηροί οργανωτές τους δεν είχαν χρόνο να εκπαιδεύσουν τον αυθορμητισμό των οπαδών όταν ήταν αντιπολίτευση. Ούτε και τώρα που γίναν κυβέρνηση φαίνεται πως έχουν χρόνο. Έστω και με περισσότερα μέσα πια στη διάθεση τους, υπουργεία Παιδείας και Θρησκευμάτων και Πολιτισμού, και εκπροσώπους και τόσα άλλα, αυτή τη διαπαιδαγώγηση δεν μπορούν να την κάνουν. Ίσως να είναι και δυσκολότερο τώρα, από θέση ισχύος. Αν είναι τόσο εύθραυστη η ισχύς, όπως ίσως φοβούνται, δεν μπορούν να τη διακινδυνεύσουν εξηγώντας διάφορα.
Είναι σα να μην πέρασε μια μέρα δηλαδή από το 1944 που νικήθηκαν οι γερμανοί στον Δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, μέχρι τώρα που είναι η Γερμανία μεγάλη οικονομική δύναμη στην Ευρωπαϊκή ένωση και στον κόσμο. Δεν μπήκαν οι στρατοί των συμμάχων στο Βερολίνο. Δεν υπογράφηκε ανακωχή. Δεν αυτοκτόνησε ο Χίτλερ με τους συνεργάτες του στο μπούνκερ. Δεν έγινε η δίκη της Νυρεμβέργης. Δεν μοιράστηκε η ηττημένη χώρα ανάμεσα στους νικητές, αφού πρώτα είχαν ρίξει τις βόμβες τους ακόμα και μετά την υπογραφή της ανακωχής, οι νικητές.
Κι ακόμα, δεν έγινε ποτέ η μεγάλη στροφή των ίδιων των νικητών απέναντι στις συμπεριφορές τους, η αυτοκριτική τους για τις αιτίες που προκάλεσαν τον πόλεμο. Δεν πήραν την απόφαση να μην συνθλίψουν ξανά τη Γερμανία, να της επιτρέψουν να σταθεί στα πόδια της, βοηθώντας μάλιστα το κομμάτι που τους αναλογούσε, τη λεγόμενη επί 45 χρόνια Δυτική Γερμανία. Σα να μην μάθαμε, να μην ακούσαμε τίποτε για όλ' αυτά. (Κι όλα τα χρήματα που δόθηκαν στην Ελλάδα ταυτόχρονα για να σταθεί στα δικά της πόδια, επίσης δεν τα είδαμε ποτέ).
Δεν πληροφορηθήκαμε τον προσανατολισμό των ευρωπαϊκών χωρών σε μια καινούργια αρχή που θα είχε στόχο την πολιτική ένωση, και θα ξεκινούσε από οικονομικές ρυθμίσεις. Δεν ταξιδέψαμε ποτέ, κανείς μας, στην Ευρώπη τότε που ήταν το συνάλλαγμα περιορισμένο, τα αυτοκίνητα ψάχνονταν, τα διαβατήρια σφραγίζονταν, οι βαλίτσες ανακατεύονταν.
Δεν χωρίστηκε το Βερολίνο σε τέσσερις τομείς, δεν χτίστηκε ποτέ το τείχος. Δεν προσπάθησε κανείς να περάσει από το Ανατολικό στο Δυτικό με κίνδυνο της ζωής του. Δεν πέρασαν εβδομήντα χρόνια από το τέλος του πολέμου, δεν έζησαν άνθρωποι εκεί, δεν δούλεψαν καν έλληνες μετανάστες μαζί τους, δεν πρόκοψε κανείς, δεν έχει δικαίωμα ούτε μια γενιά μετά, ούτε δύο και τρεις να ζητά να σταθεί χωρίς το άγος του ναζισμού απέναντι σε τίποτε. Ο χρόνος κόλλησε για πάντα.
Δεν ξέρουμε ότι στα σχολεία της Γερμανίας τα παιδιά διδάσκονται πόσο μεγάλο λάθος και έγκλημα ήταν ο ναζισμός, από μικρά, μέχρι σημείου να αναρωτιούνται οι ψυχολόγοι αν κάτι τέτοιο μπορεί να φέρει καρπούς αυτογνωσίας ή επικίνδυνη ενοχή. Τα αγνοούμε όλ' αυτά, δεν μας αφορούν, αν και ίσως κάτι ψυχανεμίζονται αυτοί που φτιάχνουν χιτλερικό μουστάκι στη Μέρκελ: στην ενοχή αυτή ποντάρουν. Μόνο έτσι εξηγείται αυτό το διαρκές καρναβάλι.
Προσπαθώ κι εγώ να νιώσω περηφάνεια, αφού τόσοι διαβεβαιώνουν ότι είναι η κυρίαρχη παροχή της νέας κυβέρνησης σε όλους μας, ακόμα κι όσους δεν την ψήφισαν, όμως όταν βλέπω αυτές τις εικόνες το μόνο που νιώθω είναι απέραντη ντροπή.

Τρίτη, 10 Φεβρουαρίου 2015

Αποκριά των λέξεων

Οι μεγάλες λέξεις με τρομάζουν, ειδικά όταν μπαίνουν σε φράσεις που ενισχύουν τη μεγαλειότητά τους. Η εθνική αξιοπρέπεια είναι ήδη μεγάλη κουβέντα, άμα την πεις και 'αδιαπραγμάτευτη' φουσκώνει κι άλλο. Νομίζω ότι μου πιέζει τα πνευμόνια έτσι όπως δύσκολα αναπνέω περπατώντας στους βρώμικους δρόμους της Αθήνας και βλέποντάς την κρεμασμένη στο περίπτερο.
Οι μεγάλες λέξεις με κάπως θολό περιεχόμενο είναι δόγματα που δεν διευκρινίζονται λεπτομερώς, αλλά δεν σηκώνουν αμφισβήτηση. Η αμφισβήτηση θα μπορούσε να υπονοηθεί και ως διαπραγμάτευση. Δεν μπορείς να διατυπώσεις την απορία: “Τι σημαίνει, κύριε, ακριβώς, Εθνική Αξιοπρέπεια;”
Πώς το εννοείτε δηλαδή; Ως ρίψη στεφανιών στο πέλαγος; Ως απλό ανάθεμα σε κάθε πολιτικό που πέρασε πριν από σας απο το σεπτό αυτό βήμα; Ή ως προκαταβολική συμφωνία για κάθε απόφαση που θα πάρετε, ακόμα κι αν δεν τα καταφέρει να πείσει τους ευρωπαίους, κι αν μας οδηγήσει έξω από το ευρώ, έξω από την Ευρώπη;
Ή ακόμα κι αν στο όνομα της Δημοκρατίας που δεν είχαμε πριν και τώρα έχουμε, γιατί αυτό είναι Δημοκρατία αλλά πριν δεν ήταν, κι ας ήρθε η Δημοκρατία ετούτη με τις εκλογές που γίνανε από την άλλη, που όμως δεν ήταν Δημοκρατία, στο όνομά της τέλος πάντων βρεθούμε να ζούμε με τόσο τρομερές αδικίες και σε τόσο μεγάλες ανισότητες που δεν θα βρίσκουν λέξεις αρκετά μεγάλες, ούτε εξίσου ιερές για να περιγραφούν;
Οι λέξεις μας μπερδεύουν εδώ και χρόνια, φτιασιδωμένες και αγνώριστες σε ένα διαρκές τρομαχτικό καρναβάλι. “Ανθρωπιστική κρίση” λέγαμε ως τώρα ότι έχουν οι χώρες της Αφρικής που περνούν λιμούς, εμφύλιους ή άλλους πολέμους, με δικτάτορες και γενοκτονίες, με ξηρασία, AIDS, όποια συμφορά έχει πέσει στο ανθρώπινο γένος. Εδώ και πέντε χρόνια όμως αν αμφισβητήσεις ότι υπάρχει ανθρωπιστική κρίση και στην Ελλάδα, κακό του κεφαλιού σου. Είσαι μάλλον “μνημονιακός”, ένα είδος ατόμου με ειδικές ανάγκες που κανένας δεν θα βρεθεί να ικανοποιήσει.
Άσε τις βρισιές και τις υπερβολές, τις απειλές, τις χυδαιότητες πάσης φύσεως, τις βίζιτες και άλλα γλαφυρά. Αυτές είναι σαν τις σερπαντίνες και τα πλαστικά ρόπαλα, στολίδια, χαρτοπόλεμος, το πολύ να σου μπει στο στόμα που άνοιξε απορημένο, και να σε πνίξει. Πονάνε λίγο, αλλά το ξεπερνάς, έτσι νόμιζες δηλαδή ως τώρα.
Τώρα έχουμε το μεγάλο άρμα στην τρομερή παρέλαση που χαζεύουμε χάσκοντας, τις ιερές θολές έννοιες, το επίθετο “εθνικός- ή- ό” που πάει παντού. Περνά στολισμένο όλες τις γαλανόλευκες, και γεννά αρχιερείς που το προστατεύουν μόνο με το πέρασμά του. Άντε τώρα να ζητήσεις διευκρινίσεις, πότε είχε πεθάνει η Δημοκρατία και αναστήθηκε στις 25 Ιανουαρίου, ή να περιγράψεις πώς εννοείς εσύ την αξιοπρέπεια, πώς τη συνδυάζεις με το επίθετο “εθνικός -ή ό” ή να διευκρινίσεις τη δική σου άποψη για εθνική κυριαρχία εντός της Ευρώπης, τους πολιτικούς στόχους της ευρωπαϊκής ενοποίησης.
Καλύτερα να κυκλοφορείς στο εξής με μάσκα.

Κυριακή, 8 Φεβρουαρίου 2015

O Hansen και η Ελλάδα

Rethink Athens. Το σχέδιο πεζοδρόμησης της Πανεπιστημίου δεν θα χρηματοδοτηθεί τελικά. Θα πρέπει χωρίς λεφτά να ξανασκεφτούμε την Αθήνα, πράγμα δύσκολο. Στο κέντρο, στην περίφημη νεοκλασική τριλογία που θα αναδείκνυε το Rethink Athens, το κτίριο της Ακαδημίας εδώ και μήνες προστατεύεται από τα γκράφιτι και τις λοιπές εκδηλώσεις μίσους κατοίκων της πόλης με ένα πανό κατσαρής λαμαρίνας που ξεπερνά το ανθρώπινο ανάστημα. Οι μπογιές των συνθημάτων που έγραφαν στους τοίχους της απαιτούσαν όλο και βαθύτερο, όλο και πιο καταστροφικό καθάρισμα. Να κάτι που δεν θα μπορούσε να φανταστεί ο αρχιτέκτονας που τη σχεδίασε, ο Θεόφιλος Χάνσεν.
Στο ίδρυμα Θεοχαράκη έγινε από τον Οκτώβριο ως τον Ιανουάριο έκθεση σχεδίων του συγκεντρωμένων από ιδρύματα ευρωπαϊκών πόλεων όπου έζησε και εργάστηκε, η οποία θα μπορούσε να βοηθήσει να ξανασκεφτούμε την Αθήνα με λιγότερα μέσα. Έστω και χωρίς πεζοδρόμηση της Πανεπιστημίου. Να ξανασκεφτούμε ακόμα και την ανάγκη εντυπωσιακών παρεμβάσεων. Χωρίς αυτές, αναδεικνύοντας μόνο ό,τι υπάρχει ήδη επιτόπου, μπορούμε να σκεφτόμαστε;
Ο Θεόφιλος Χάνσεν υπήρξε ένας από τους διασημότερους αρχιτέκτονες της Ευρώπης. Ήταν Δανός αλλά εργάστηκε περισσότερο στη Βιέννη. Σπούδασε στην Κοπεγχάγη, ταξίδεψε σε όλη την Ευρώπη, βρέθηκε στην Αθήνα το 1838 και ξανασπούδασε, κατά κάποιον τρόπο, παρακολουθώντας τις ανασκαφές και το καθάρισμα της Ακρόπολης, περπατώντας συχνά στην πόλη και τα προάστειά της, μελετώντας τις αρχαιότητες και τις βυζαντινές εκκλησίες. Στην Αθήνα άρχισε και να διδάσκει, στο Σχολείο των Τεχνών. Ήταν Ευρωπαίος, όπως οι περισσότεροι αρχιτέκτονες της εποχής του που δεν αισθάνονταν ότι θα μπορούσαν να δημιουργήσουν νέα κτίρια στις πόλεις τους αν δεν ταξίδευαν πρώτα νότια, αν δεν μελετούσαν τα ρωμαϊκά ερείπια και στη συνέχεια, ακόμα καλύτερα, τα ελληνικά. Το καθιερωμένο αυτό ταξίδι, συμπλήρωμα απαραίτητο σχεδόν στις σοβαρές αρχιτεκτονικές σπουδές τότε, δημιούργησε τις ευρωπαϊκές πόλεις όπως τις ξέρουμε, αλλά δημιούργησε και την Αθήνα. Μελετώντας στην πηγή των πηγών, την ολοκαίνουργια πρωτεύουσα του ολοκαίνουργιου κράτους, οι αρχιτέκτονες εμπνέονταν και σχεδίαζαν όχι μόνο τις περίφημες νεοκλασικές πόλεις, ή τις νεοκλασικές επεμβάσεις στο Μόναχο, στη Βιέννη, στο Βερολίνο, στο Παρίσι, σε κάθε πόλη της Ευρώπης, αλλά πρότειναν και για την Αθήνα το καινούργιο της πρόσωπο.
Rethink Athens. Να ξανασκεφτούμε την Αθήνα. Να τη σκεφτούμε σαν σημείο ενός δικτύου πόλεων στην Ευρώπη οι οποίες την ίδια ταραγμένη εποχή, που τα έθνη αναδύονται ως ενσάρκωση των δημοκρατικών ιδεωδών, ως ιδανικά πλαίσια ελευθερίας των πολιτών, πασχίζουν να φτιάξουν το πολιτικό τους πρόσωπο με βάση τη θεωρούμενη κοιτίδα της δημοκρατίας. Να τη σκεφτούμε σαν τον ιδανικό προορισμό φοιτητών που ταξίδευαν με δυσκολίες αλλά και ενθουσιασμό κι είχαν την ευκαιρία να παρακολουθούν τη γέννηση μιας καινούργιας πόλης με αρχαίο όνομα. Πεζόδρομο ακριβοπληρωμένο από Άγγλους -Γάλλους -Πορτογάλους και λοιπούς λαούς της Ευρώπης δεν θα έχουμε. Ο προστατευτικός φράχτης από λαμαρίνα μπροστά στην Ακαδημία μπορεί να μείνει για πολύ, πολύ καιρό. Όπως και το μαυρισμένο ερείπιο του κινηματογράφου “Αττικού” ακριβώς από κάτω μπορεί να μείνει για πολύ καιρό ερείπιο. Τα ξέρουμε αυτά, αλλά δεν τα συζητάμε πολύ. Ωστόσο το ερώτημα έχει τεθεί: Υπάρχει ταύτιση των πολιτών με την πόλη; Έχουν υπόσταση τα κτίρια αυτά στα σύγχρονα πολιτικά οράματα; Τα βλέπει κανείς; Κάποιος άλλος εκτός απ' όσους μπανίζουν τα μάρμαρα των σκαλοπατιών που σπάνε εύκολα και γίνονται πυρομαχικά στις αψιμαχίες των δρόμων;
Ας την ξανασκεφτόμαστε την Αθήνα καθώς περνάμε ανάμεσα στο Πανεπιστήμιο, έργο του Χριστιανού Χάνσεν, του μεγαλύτερου αδερφού, και την Ακαδημία, έργο του Θεόφιλου Χάνσεν, του μικρότερου αδερφού, ο οποίος σχεδίασε αργότερα και τη Βιβλιοθήκη. Εξάλλου πρόκειται για ιδρύματα που προάγουν τη σκέψη. Το γιατί δεν καταφέρνουν να ενσωματωθούν στη ζωή και την καθημερινότητα της πόλης, γιατί τα κοιτάμε μόνο σαν προσόψεις, γιατί δεν ανεβαίνουμε τα σκαλιά, δεν περνάμε το κατώφλι τους, θέλει πολλή σκέψη. Έχουν γεννηθεί τα τελευταία χρόνια κινήματα ξενάγησης, ας τα ονομάσουμε έτσι, εθελοντικές προσπάθειες εξοικείωσης με την πόλη και την ιστορία της, που θα μπορούσαν, αν απλωθούν, ν' αλλάξουν το βλέμμα πολλών αθηναίων, και σταδιακά την ίδια την πόλη.
Τα σχέδια που εκτέθηκαν στην έκθεση του ιδρύματος Θεοχαράκη για τον Θεόφιλο Χάνσεν βοηθούν πολύ, όπως και η έκθεση που είχε γίνει πριν μερικά χρόνια στην Εθνική Πινακοθήκη με τα σχέδια του Τσίλερ. Μαθαίνοντας τη ζωή, την πορεία, τις επιτυχίες και τις αποτυχίες των ανθρώπων που σχεδίασαν και ξεκίνησαν να φτιάχνουν την καινούργια Αθήνα ίσως μπορέσουμε να την ξανασκεφτούμε καλύτερα. Μπορούμε να φανταστούμε τον εικοσιπεντάχρονο αρχιτέκτονα να ξεκινά από την πατρίδα του, όπου είχε ήδη εργαστεί ως τεχνίτης οικοδόμος κατά τη διάρκεια των σπουδών του, με αρκετά βραβεία αλλά χωρίς τη μεγάλη υποτροφία που θα του επέτρεπε να ταξιδέψει όπως ήθελε μέχρι την Αθήνα. Για πέντε μήνες περιόδευε στις πόλεις της Γερμανίας, όπου ο νεοκλασικισμός ήταν η τελευταία λέξη της πρωτοπορίας, κι ύστερα κατάφερε να φύγει νοτιότερα, στην Ιταλία, στη Βερόνα και τη Βενετία. Δεν κατέβηκε στη Ρώμη, όπως συνηθιζόταν. Από την Τεργέστη πήρε το πλοίο για τον Πειραιά, να συναντήσει στην Αθήνα τον αδερφό του Χριστιανό, ο οποίος ήταν εδώ αρχιτέκτονας της βασιλικής αυλής. Έκανε δηλαδή τη σωστή χρονολογικά πορεία, πρώτα στην Αθήνα, ύστερα στη Ρώμη, όπως παρατηρούν οι επιμελητές της έκθεσης Γιώργος Πανέτσος και Μαριλένα Κασιμάτη στο εισαγωγικό κείμενο του καταλόγου.
Για λίγα χρόνια αυτός ο πολύ εργατικός άνθρωπος, ο οποίος πριν σπουδάσει αρχιτεκτονική είχε μάθει τεχνική οικοδομών και είχε άδεια χτίστη, που στη ζωή του σχεδίασε άπειρα φιλόδοξα σχέδια και επέβλεψε την ανέγερση πολλών απ' αυτά, έμεινε στην Αθήνα παρακολουθώντας απλώς τις εργασίες στην Ακρόπολη. Σχεδίασε τον Παρθενώνα με το τζαμί που είχαν χτίσει μέσα μετά τον βομβαρδισμό του Μοροζίνη, πολλές αρχιτεκτονικές λεπτομέρειες και γλυπτά, αλλά και πανοράματα της Αττικής. Μελέτησε βυζαντινές εκκλησίες, επισκέφτηκε τη μονή Οσίου Λουκά , τη σχεδίασε κι αυτή. Οι πρώτες παραγγελίες που πήρε ήταν το Αστεροσκοπείο που αποφάσισε να δωρήσει ο βαρώνος Σίνας στο ελληνικό κράτος και το ιδιωτικό μέγαρο Δημητρίου στην τότε πλατεία Ανακτόρων. Η πλατεία ονομάστηκε “Συντάγματος” λίγο αργότερα, το μέγαρο Δημητρίου κατεδαφίστηκε για να μεγαλώσει και είναι το γνωστό ξενοδοχείο “Μεγάλη Βρετανία”, μόνο το Αστεροσκοπείο μένει ολόιδιο στο λόφο των Νυμφών και δεσπόζει με το παράξενο σχήμα του στο τοπίο γύρω από την Ακρόπολη. Θυμίζει λίγο εκκλησία, με τον τρούλο του, αλλά και αρχαίο ναό, με τις κολώνες, τα αετώματα του, και τις διακοσμητικές λεπτομέρειες που αναπαράγουν αρχαία μοτίβα. Ας πούμε ότι προτείνεται κάπως σαν ναός της επιστήμης, προς την οποία θα στρεφόταν το νέο κράτος βγαίνοντας από την οθωμανική άγνοια και οπισθοδρόμηση.
Με το Σύνταγμα του 1843 οι ξένοι υπήκοοι δεν μπορούσαν να εργάζονται σε δημόσιες θέσεις. Ο Χριστιανός και ο Θεόφιλος Χάνσεν έφυγαν από τις θέσεις του στην αυλή και στο Σχολείο των Τεχνών, ο Σάουμπερτ επίσης. Ο Θεόφιλος έπρεπε να εγκαταλείψει και τα σχέδια της Μητρόπολης που είχε κάνει. Πήγε στη Βιέννη, όπου μια άλλη νέα πόλη γεννιόταν, η αυτοκρατορική πρωτεύουσα του Φραγκίσκου Ιωσήφ, ο οποίος αποφάσισε ότι καλώς είχαν γκρεμιστεί τα τείχη της στους Ναπολεόντειους πολέμους, θα έπεφταν όλα και στη θέση τους να γινόταν η περιφερειακή οδός, η ωραία και επιβλητική Ringstrasse. Ο Χάνσεν έκανε προτάσεις για πολλά κτίρια και ανέλαβε το Κοινοβούλιο, το Χρηματιστήριο και διάφορα ιδιωτικά μέγαρα αστών που εγκαθίσταντο μεγαλοπρεπώς στην ανοιχτή πόλη. Έχτισε στη Βιέννη σε όλα τα ιστορικά στυλ, μεταφράζοντας τα στο δικό του τρόπο που είχε να ερμηνεύει την εποχή του: κλασικό, αναγεννησιακό, μεσαιωνικό, ακόμα και βυζαντινό. Ο επισκέπτης της πόλης δύσκολα συνειδητοποιεί ότι το Μουσείο των Όπλων που θυμίζει το βενετσιάνικο Αρσενάλε, η ελληνική εκκλησία της Αγίας Τριάδας, ένα μικρό βυζαντινό κομψοτέχνημα στην καρδιά της πόλης, το αναγεννησιακό Χρηματιστήριο και το Κοινοβούλιο που μοιάζει με αρχαίο ελληνικό συγκρότημα είναι σχεδιασμένα από το χέρι του ίδιου αρχιτέκτονα. Η πρώτη εντύπωση είναι πως ο αρχιτέκτονας επαναλαμβάνει παλιότερα στυλ προσφέροντας στα νέα κράτη τα χαρακτηριστικά της ταυτότητας που αναζητούν. Για την αυτοκρατορική Αυστρία η ιδέα αυτή περιλαμβάνει τα πάντα. Όμως το σύγχρονο βλέμμα μας, συνηθισμένο στο ριζοσπαστικό μοντέρνο, εμποδίζει να διακρίνουμε τον μοντέρνο για την εποχή του τρόπο με τον οποίο μεταχειρίστηκε ο Χάνσεν τα στοιχεία της αρχαιότητας, και των υπολοίπων ιστορικών περιόδων.
Η Αθηναϊκή τριλογία περιλαμβάνει μια πλήρη τέτοια πρόταση. Κλασική Ελλάδα με αναγεννησιακά στοιχεία δίπλα στο βυζαντινό Οφθαλμιατρείο και στη Μητρόπολη που δεν έγινε ποτέ, αλλά είχε ένα βλέμμα ανανέωσης του βυζαντινού ρυθμού με στροφή προς το κλασικό και μια ανεπαίσθητη πινελιά γοτθικότητας. Τη σχεδιάζει το 1856 και ξεκινά τη μελέτη της Ακαδημίας με χορηγία του Σίμωνος Σίνα. Η κατασκευή αρχίζει το 1859 με διευθυντή έργου τον μαθητή του Τσίλερ, ο οποίος θα εγκατασταθεί στην Ελλάδα. Η ανέγερσή της έχει αποτυπωθεί φωτογραφικά, οι δυο αρχιτέκτονες διακρίνονται στο εργοτάξιο. Στο κτίριο αυτό αποτύπωσε τις θεωρίες του περί πολυχρωμίας, ένα θέμα που ξεσήκωνε τότε μεγάλες συζητήσεις ανάμεσα σε αρχαιολόγους και αρχιτέκτονες. Χρησιμοποίησε στοιχεία του Ερεχθείου και του ναού της Αθηνάς Νίκης. Λένε πολλοί πως είναι το ωραιότερο νεοκλασικό κτίριο του κόσμου, κι αν σκεφτείτε πόσα υπάρχουν σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης, δεν είναι μικρό πράγμα ακόμα και ο ισχυρισμός για κάτι τέτοιο. Ίσως να είναι και το πιο κλειστό του κόσμου, κλειστό στο κοινό και στην πόλη, αλλά αυτό δεν έχει μετρηθεί ακόμα.
Η Βιβλιοθήκη σχεδιάστηκε το 1885 και το Ζάππειο το 1880. Την κατασκευή τους επέβλεπε ο Τσίλερ, καθώς ο Χάνσεν εργαζόταν πια κυρίως στη Βιέννη. Ήταν και διευθυντής εκεί στο τμήμα Αρχιτεκτονικής της Ακαδημίας Καλών τεχνών, κι οι μαθητές του έγιναν αργότερα οι σχεδιαστές των κτιρίων κοινωνικής κατοικίας της “κόκκινης Βιέννης”, πράγμα που επίσης δύσκολα φαντάζεται ο σημερινός επισκέπτης της πόλης αν δεν διαβάσει κάπου όλες αυτές τις ιστορίες.
Στον τόμο που εξέδωσε το ίδρυμα Θεοχαράκη για την έκθεση Χάνσεν μπορεί κανείς να βρει αυτές και άλλες πολλές ιστορίες, να σκεφτεί ξανά την Αθήνα, να αναλογιστεί πάνω στο μέγα μυστήριο της σχέσης της με τους κατοίκους της. Ίσως ακόμα και να ονειρευτεί το πιο απλό και τολμηρό σχέδιο, καθημερινές ξεναγήσεις στο κτίριο της Ακαδημίας, το Ζάππειο, το Αστεροσκοπείο από αρχιτέκτονες (και δυνατότητα επίσκεψης σε μαγαζάκι με σουβενίρ εν συνεχεία, με δυνατότητα κατανάλωσης καφέ) Περνάμε καθημερινά δίπλα από θησαυρούς και πρέπει ο καθένας ατομικά να αποφασίσει αν τον αφορά η ομορφιά τους, η πρόταση τους, οι ιδέες τους και οι μορφές τους, ή όχι.



Η αρχιτεκτονική του Θεοφίλου Χάνσεν (1813- 1891)
Hellenische Renaissance
The Architecture of Theophil Hansen

κατάλογος της έκθεσης, επιμέλεια Μαριλένα Ζ. Κασιμάτη, Γεώργιος Α. Πανέτσος
Ίδρυμα Εικαστικών τεχνών και Μουσικής Β & Μ Θεοχαράκη


Τετάρτη, 4 Φεβρουαρίου 2015

Ως παιδίσκη δωδεκαετής

Το πρώτο μου ταξίδι σε ευρωπαϊκές πόλεις το έκανα όταν ήμουν δώδεκα χρονών. Μια βδομάδα Βιέννη- Μόναχο Βενετία. Με πούλμαν, τα αεροπλάνα ήταν τότε πανάκριβα. Από τότε πίστεψα και έλπισα ότι στην Ελλάδα έχουμε στόχο ζωής και ύπαρξης να γίνουμε σαν τους Ευρωπαίους. Έτσι έδειχναν όλα. Κυρίως, έτσι έλεγαν όλοι.
Με είχαν τότε συγκλονίσει οι λεπτομέρειες στη ζωή των πόλεων. Το πώς κυκλοφορούσαν τ' αυτοκίνητα και σταματούσαν στις διαβάσεις πεζών, πόσο ευγενικοί ήταν οι άνθρωποι παντού, πώς επινοούσαν διάφορα για να κάνουν τη ζωή απολαυστική, οι τακτικές συγκοινωνίες και οι χάρτες στις στάσεις, οι οδηγοί που απαντούσαν στις ερωτήσεις, οι πινακίδες παντού, οι ευχάριστες γωνιές με πράσινο και παγκάκια. Ολόκληρες πόλεις και γειτονιές με ωραία παλιά σπίτια που δεν απειλούνταν να γκρεμιστούν ένα - ένα, όπως στην Αθήνα που μεγάλωνα. Προβολή και περιποίηση της παλιάς ομορφιάς και ανάδειξη της καινούργιας. Υπέροχες βιτρίνες με παραδοσιακά πράγματα, από τυριά μέχρι παιχνίδια, και χαρούμενη περιέργεια για τα μοντέρνα. 
Ταξίδεψα ξανά, ευτύχησα να κάνω και μεταπτυχιακό στο Παρίσι, συνεχίζοντας να πιστεύω ότι οι Έλληνες δεν είχαν παρά να δουν κάποια πράγματα για να δεχτούν να τα εφαρμόσουν. Τι εμπόδιζε να είμαστε εξίσου ευγενικοί στους δρόμους, στα μαγαζιά και στα γραφεία, να διατηρούμε κι εμείς μερικά στοιχεία του παρελθόντος στις πόλεις, να τιμάμε και να προβάλουμε τα προϊόντα μας, να έχουμε ταμπέλες, να σταματάμε στις διαβάσεις;  Έφταιγε που ήμασταν φτωχότεροι, δεν ξέραμε, έπρεπε να σταθούμε στα πόδια μας, να λαδώσει το άντερό μας πρώτα, είχα σκεφτεί τότε. 
Περνούσαν τα χρόνια, λάδωνε το άντερο, αλλά χάρτες στις στάσεις δεν έμπαιναν. Ακόμα κι όταν έγινε το μετρό, στις στάσεις των λεωφορείων η σιωπή και περιφρόνηση παρέμενε. Στις διαβάσεις τα αυτοκίνητα δεν σταματούν. Κυρήχτηκαν διατηρητέα τα παλιά κτίρια, όμως μόνο τα νεοκλασικά. Κι οι ιδιοκτήτες τους πολλές φορές τα άφηναν να ρημάζουν. Συζητήσαμε πολύ για την ευγένεια, δεν μας αρέσει, τη θεωρούμε υποκρισία. Τα προϊόντα μας τα αναδεικνύουμε τώρα πια, αλλά ακόμα χρειάζεται ηρωισμός για να τα παράγουμε. Η Ευρώπη δεν έπρεπε να είναι στόχος αλλά εχθρός, μας είχε αλλοιώσει, μας είχε καταπιέσει, θέλαμε πίσω το Βυζάντιο, την Ορθοδοξία, λες και μας ζήτησε κανείς Ευρωπαίος ποτέ να αλλαξοπιστήσουμε. Μπλέξαμε βαθιά στα στερεότυπα, τα δικά μας και των άλλων. Το πως μας έβλεπαν, το πως θέλαμε να φαινόμαστε, το πώς τους βλέπαμε. Ψυχόδραμα.
Κάτι άλλο χρειαζόταν λοιπόν για να γίνουμε ως Έλληνες Ευρωπαίοι, το οποίο δεν το δεχόμαστε εύκολα: να σεβόμαστε και να αποδεχόμαστε ο ένας τον άλλον, τα δικαιώματα του, την ύπαρξή του, τις ανάγκες του, κι όλοι μαζί το δημόσιο. Κι άλλοι λένε ότι φταίει που δεν περάσαμε Διαφωτισμό, που δεν είχαμε αστικη τάξη, η Τουρκοκρατία οπωσδήποτε, ο καλβινισμός των άλλων, διάφορα δύσκολα και ακατανόητα γενικώς. 
Ωστόσο επειδή εγώ ακόμα πιστεύω, ως παιδίσκη δωδεκαετής, ότι χρειαζόμαστε ένα πρότυπο για να τείνουμε και να πιστεύουμε στην καλύτερη ζωή, σας παρακαλώ κύριε Τσίπρα τώρα που ταξιδεύετε στα Παρίσια και στις Ρώμες, μην την αλλάξετε πολύ απότομα την Ευρώπη. Σιγά σιγά. Με τρόπο. 


Νεοκλασικές εκκλησίες της Αθήνας 3

Το καλύτερο σημείο για να βγάλει κανείς φωτογραφία την Αγία Ειρήνη στην Αιόλου πρέπει να είναι κάποια κοντινή ταράτσα. Να φαίνεται από ψη...