Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα διατροφή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα διατροφή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 11 Ιουλίου 2012

Επιστροφή στην πατρίδα και στην κουζίνα της

Οι μπύρες πάντως είναι τέλειες

Επιστρέφουμε από Λονδίνο αεροπορικώς. Μας βάζουν μια ταινία με ήρωα αρχιμάγειρα σε κατάθλιψη από το θάνατο της γυναίκας του, ο οποίος ξαναβρίσκει την επιθυμία για ζωή ανοίγοντας παμπ και συγκινώντας τα πλήθη με την τέχνη του. Δεν την παρακολουθώ προσεκτικά, κυκλοφορεί στις σκηνές της  ένα γλυκό με κρέμα που όποιος το δοκιμάζει μένει άφωνος, τόσο υπέροχο είναι. Καθώς συνεχώς γίνεται λόγος για «απλή βρετανική κουζίνα» ανακεφαλαιώνω τις γεύσεις που εγώ δοκίμασα στη διάρκεια της παραμονής μου στη Μεγάλη Βρετανία.
Δεν μπορείς να γνωρίσεις μια χώρα αν δεν φας τα φαγητά της. Στη Βρετανία μας άρεσε το fish and chips, που είναι νόστιμο, φτηνό και το βρίσκεις παντού, σαν το σουβλάκι.  Είναι συνήθως πιο ακριβό από το σουβλάκι, αλλά όντως πανταχού παρόν. Το τουριστικό καθήκον όμως επέβαλε να δοκιμάσουμε κι άλλα. Γελάω ακόμα καθώς θυμάμαι, σε μια από τις πρώτες επισκέψεις στο Λονδίνο που θελήσαμε να φάμε κάτι τυπικά βρετανικό, μπήκαμε σε μια παμπ, καθίσαμε και περιμέναμε μια ώρα. Δεν ξέραμε ότι στις παμπ δεν έρχονται στο τραπέζι να παραγγείλεις, πας εσύ στον πάγκο, πληρώνεις, παραγγέλνεις, παίρνεις και τα ποτά. Κανείς δεν είχε θεωρήσει απαραίτητο να μας το πει. Μετά από κανα δίωρο κάτι αρχίσαμε να ψυλλιαζόμαστε, ρωτήσαμε, καταλάβαμε τη διαδικασία, διαλέξαμε δυο πιάτα. Το ένα φαινόταν πολύ υποσχετικό, «Πίτα του βοσκού». Τη φαντάστηκα σε ηπειρώτικο στυλ. Έρχεται η πίτα, πεινούσαμε πια σαν λύκοι, αλλά πρώτη φορά στη ζωή μου άφησα πιάτο μισογεμάτο. Ήταν ένας άνοστος κιμάς σωριασμένος στη μια πλευρά, στην άλλη πουρές μπιζέλια και πατάτα. Δεν πιστεύαμε στα μάτια και στους θύλακες της γεύσης μας, αλλά ναι, αυτή ήταν η πίτα του βοσκού, κι αν έχετε την απορία πώς την έπαιρνε ο βοσκός μαζί του στα λιβάδια δεν μπορώ να τη λύσω, γιατί την έχω κι εγώ. 
Δεν το βάλαμε κάτω, συνεχίσαμε με διάφορες πίτες, με χάγκις στη Σκωτία, με μαύρες πουτίγκες, όλα τα θεωρούμενα υψηλής τέχνης μαγειρικά επιτεύγματα του ένδοξου αυτού νησιού που κάποτε κυριάρχησε τον κόσμο. Από την κουζίνα του ερμηνεύεται η αποικιοκρατία, όταν είσαι αναγκασμένος να τρως έτσι στον τόπο σου, τι κάνεις; Πιάνεις τα ιστιοφόρα και γυρίζεις τον κόσμο αναζητώντας κάτι καλύτερο.
Υπάρχει πάντα η επιλογή για έθνικ κουζίνες στη Βρετανία, ινδικές, κινεζικές αραβικές, ιταλικές, ελληνικές, τα πάντα. Όμως ως αναγνώστρια κλασσικής λογοτεχνίας είχα περιέργεια. Όταν έχεις μεγαλώσει με την αίσθηση της πείνας του Όλιβερ Τουίστ και της Τζέιν Έιρ θέλεις να δοκιμάσεις το φαγητό που λαχταρούσαν. Είναι εικόνες της παιδικής ηλικίας, δεν ξεπερνιούνται εύκολα. Πώς ήταν οι πατάτες με λαρδί, τα πόριτζ, οι τάρτες και διάφορα παρεμφερή; Το περίφημο λαρδί ας πούμε, με έντονη λογοτεχνική παρουσία σε όλα τα συναρπαστικά βιβλία, ακόμα δεν έχω καταλάβει εντελώς τι ακριβώς είναι και πώς τρώγεται. Οπότε συνεχίζω τον αγώνα. Έφαγα σούπες με τηγανιτές ντομάτες, διάφορους πουρέδες λαχανικών, ψάρια σε σάλτσες από βαρύ λίπος, αρνίσιους κιμάδες σε πολλές εκδοχές, τα δοκίμασα μάλιστα συνοδεία τσαγιού σε μέρη που δεν είχαν άδεια για αλκοόλ. Εντάξει, έχουν όλα τη νοστιμιά τους, δεν λέω. Αλλά όταν τελειώσω το μενού θα χαρώ να γνωρίσω τον υπόλοιπο κόσμο, όπως έκαναν κάποτε και οι ίδιοι οι Βρετανοί.
Επιστρέφοντας λοιπόν στην Ελλάδα θα εκτιμούσα περισσότερο μια ταινία με  ελληνική κουζίνα, εκείνη  στην οποία παίζει ο Χωραφάς π.χ., ή δεν είναι ακριβώς ελληνική κουζίνα; Να κάτι που θα μπορούσαμε να αναπτύξουμε, να αξιοποιήσουμε, να καλλιεργήσουμε με αφοσίωση. Κουζίνα, όχι μόνο σινεμά. Στην Ελλάδα υπάρχει το λάδι, που δεν νομίζω ότι έχουμε εκτιμήσει όσο πρέπει, δεν το εξάγουμε σωστά, δεν το διαφημίζουμε δεόντως. Υπάρχουν αυτά τα περίτεχνα φαγητά, τουρκικής προέλευσης ίσως, αλλά πολύ καλά ριζωμένα, οι ντολμάδες, γιαλαντζί και βεριτάμπλ, σαρμάδες, λαχανοντολμάδες και δεν συμμαζεύεται, οι συνδυασμοί της μελιτζάνας και της πιπεριάς, οι ήδη παγκοσμίως διάσημες σαλάτες με τη ντομάτα, οι ακόμα άγνωστες και αδικημένες αληθινές πίττες με φύλλο, κι ένα σωρό ακόμα. Υπάρχει πλούτος κουλτούρας  και υλικών, δεν λέω κάτι καινούργιο. Πλούτος που περιμένει αξιοποίηση όχι απαραίτητα ληστρική. Κι η καλή φήμη είναι έτοιμη να τυλίξει κάθε προϊόν που θα εξαχθεί, γιατί θεωρείται σπουδαίο και το λάδι, και η σαλάτα, και το γιαούρτι και η φέτα ελληνικού τύπου ή ελληνικής προέλευσης.
Τέλος, κάτι άλλο που παρατήρησα στο ταξίδι αυτό είναι ότι οι Βρετανοί έχουν παχύνει. Ίσως φταίει που έκοψαν το κάπνισμα οι καημένοι, τι να πω; Συζήτησα με φίλους εκεί και το επιβεβαίωσαν όλοι, υπάρχουν στοιχεία που το αποδεικνύουν, οι νέες γενιές έχουν πια πρόβλημα υπερβολικού βάρους. Και η ανάγκη για στροφή στη μεσογειακή διατροφή γίνεται επιτακτική. Ίσως την επόμενη φορά, αν αξιωθώ να επισκεφτώ ξανά τη Βρετανία, θα είμαι η μόνη που θα επιμένω να αναζητώ την «απλή βρετανική κουζίνα». Αλλά πιο πολύ ελπίζω να βρίσκω εύκολα λάδι ελληνικής προέλευσης στο σούπερ μάρκετ.



Κυριακή 29 Απριλίου 2012

Πώς ταξιδεύουν τα δαμάσκηνα;

Απύρηνα δαμάσκηνα αγνώστου προελεύσεως
Σήμερα αγόρασα εφημερίδες όπως παλιά, με όλα τους τα ένθετα, με έπιασε μια νοσταλγία. Δεν πέταξα τα διαφημιστικά, κάθισα και τα ξεφύλλισα. Είχαν μεταξύ άλλων ένα ολόκληρο φυλλάδιο για τα δαμάσκηνα Καλιφόρνιας: πόσο υγιεινά είναι, πώς συνδυάζονται με άλλες υγιεινές τροφές και με πρόγραμμα γυμναστικής, είχε συνταγές, υποδείξεις, διατροφική ανάλυση.
Με τα δαμάσκηνα έχω μια εμμονή αφότου αγόραζα στις εγκυμοσύνες μου χυμό σε γυάλινα μπουκάλια, επίσης Καλιφόρνιας. Έκτοτε αναζητώ πάντα την ετικέτα προέλευσης, και πολύ δύσκολα πετυχαίνω δαμάσκηνα που να μην είναι Καλιφόρνιας. Κυρίως συναντώ δαμάσκηνα που δεν ξέρει ο πωλητής πούθε κρατάει η σκούφια τους, οπότε ελπίζεις ότι μπορεί και να είναι ελληνικά. Αλλά στο σούπερ μάρκετ εχει μόνο καλιφορνέζικα εδώ και καιρό, και σκέφτομαι μήπως είναι μάταιο τελικά να αναζητά κανείς κάτι άλλο, σε δαμάσκηνα τουλάχιστον.
Εκείνο που με κάνει να απορώ με τα δαμάσκηνα είναι οι καλιφορνέζικες διαφημίσεις τους, για τον καλιφορνέζικο ήλιο. Τέτοιον ήλιο ρε παιδιά έχουμε κι εδώ, γιατί φέρνουμε απο τόσο μακριά τα δαμάσκηνα; Να πεις ότι είμαστε στη συννεφιασμένη Γερμανία; Θα έπρεπε για το ελληνικό κοινό να διαφημίζεται το πώς οι Καλιφορνέζοι κατορθώνουν απο τον ήλιο τους να κάνουν τέτοιες εξαγωγές, τόσο μακριά, που να είναι πιο συμφέρον να αγοράζουμε δικά τους δαμάσκηνα. Είναι το κόστος τους χαμηλά; Χρησιμοποιούν παράνομους μεξικανούς μετανάστες για να τα μαζεύουν; Τι στο καλό κάνουν και προτιμάμε να πληρώνουμε το μακρινό τους ταξίδι, από το να αγοράζουμε ελληνικά δαμάσκηνα;
Οι πιο υγιεινές τροφές, λένε οι διατροφολόγοι, είναι όσες παράγονται κοντά μας, όσο είναι δυνατόν. Υπάρχουν κινήματα, ακραία φυσικά, που καταναλώνουν μόνο τρόφιμα που παράγονται σε απόσταση 150 χιλιομέτρων απο τον τόπο κατανάλωσης. Όσο πιο πολύ ταξιδεύουν τα τρόφιμα τόσο πιο πολλά συντηρητικά χρειάζονται, κι είναι και αντιοικολογικό, σκεφτείτε μόνο το πετρέλαιο της μεταφοράς, την κίνηση, κλπ. Όπως και να ταξιδεύουν τα δαμάσκηνα, με αεροπλάνα και βαπόρια, και με τους φίλους τους παλιούς που έγιναν εισαγωγείς ίσως, το ταξίδι είναι πολύ πολύ μακρινό.
Αλλά πάλι, αν είναι να τα στερηθώ, τι να κάνω; Σφίγγω την καρδιά μου και αγοράζω Καλιφόρνιας.


Κυριακή 23 Οκτωβρίου 2011

Ασιτία και παχυσαρκία

http://www.protagon.gr/?i=protagon.el.8emata&id=9523
Ξέρω ένα φτωχόπαιδο στη γειτονιά μου, το ξέρω από μωρό. Ζει με τη γιαγιά του, οι γονείς έχουν χωρίσει, ο πατέρας το επισκέπτεται, τη μάνα δεν την έχω δει. Κυκλοφορεί πολύ στο δρόμο, προσπαθεί να βρει παρέα, πιάνει φιλίες με τα μεταναστόπουλα, προς απελπισία της γιαγιάς. Η οποία το συντηρεί μόνη της, με τη χαμηλότερη δυνατή σύνταξη χηρείας που υπάρχει. Δεν μπορεί να του πληρώσει φροντιστήριο αγγλικών, όπου πάνε όλα τα γειτονόπουλα, και τώρα στο γυμνάσιο, δεν μπορεί ούτε  ιδιαίτερα, ούτε το άλλο φροντιστήριο, για να μπει στο Πανεπιστήμιο.

Το παιδάκι αυτό έχει μεγάλα προβλήματα, αλλά του λείπει εκείνο που θα συγκινούσε την άπονη κοινωνία: δεν πεινάει ποτέ. Ή μάλλον δεν χορταίνει ποτέ. Πεινάει συνέχεια και μασουλάει συνέχεια κάποιο άθλιο κρουασάν από αυτά που πουλάνε σε πλαστικό σακκούλι, οπότε θα δυσκολευτεί να λιποθυμήσει από την πείνα μια μέρα στο σχολείο του και να διεγείρει το ενδιαφέρον. Εξάλλου δεν ξέρω αν η γιαγιά του θα δεχόταν φιλανθρωπία από άλλους θεσμούς πέραν της εκκλησίας, που κι αυτή, μπορεί να την τιμά, αλλά δεν της προσπέφτει.
Κάποια εποχή το παχύσαρκο γειτονάκι είχε γίνει κολλητό με ένα άλλο παχύσαρκο συνομήλικο, πακιστανικής καταγωγής. Η θρήσκα γιαγιά τι να κάνει; Το είχε πάρει απόφαση. Τα δυο παχύσαρκα ήταν ευτυχισμένα για μερικά χρόνια, τριγυρνούσαν παρέα και μοιράζονταν τα κρουασάν τους, κι όταν το πακιστανόπουλο έπρεπε να βοηθήσει την πολύτεκνη οικογένεια του, και το ανάπηρο αδερφάκι του, έβλεπες και τους δυο να τσουλάνε το καρότσι και να χαμογελάνε.
Δυστυχώς η πακιστανική οικογένεια μετακόμισε προς άγνωστη κατεύθυνση, και το δικό μας ξανάμεινε μόνο με τα κρουασάν του. Δεν αμφιβάλλω ότι αυτού του είδους η διαταραγμένη σχέση με τη διατροφή οφείλεται στην έλλειψη αγάπης από τους γονείς, ότι η υπερβολική ζάχαρη επιτελεί χρέη συναισθηματικής αναπλήρωσης, αλλά το αποτέλεσμα είναι καταστροφικό για το παιδάκι. Μπαίνει στην εφηβεία, έχει επιβαρύνει την υγεία και την ποιότητα ζωής του για όλη του τη ζωή, δεν έχει φίλους και θα έχει προβλήματα να φλερτάρει και να κερδίσει το ταίρι του. Πώς να το βοηθήσει κανείς; Έχει πια συνηθίσει να ζει μασουλώντας, πώς να το κόψει; Ακόμα κι αν αποφασίσει κάποτε να κάνει δίαιτα, θα δυσκολευτεί πολύ.
Διάβασα εκκλήσεις "κατοίκων των υποβαθμισμένων περιοχών", ελάτε να δείτε πώς τα παιδιά μας υποσιτίζονται! Τι να πω λοιπόν για την Κυψέλη, ότι τα παιδιά μας υπερσιτίζονται; Αλλά έτσι είναι. Πολλά παιδιά φτωχών οικογενειών είναι παχύσαρκα, ακριβώς όπως συμβαίνει σε πολλές αναπτυγμένες χώρες. Αποκλεισμένα από τη ζωή, με δυσκολίες στη μάθηση, με σχολεία που μένουν τον μισό χρόνο κλειστά, με ελάχιστες διεξόδους, τα παιδιά το ρίχνουν στο φαγητό. Σημαίνει αυτό πως δεν έχουν προβλήματα; Πώς δεν πρέπει κάποιοι να σκέφτονται πώς θα τα αντιμετωπίσουν;
Στη Γαλλία ας πούμε, την περασμένη εβδομάδα άλλαξε με υπουργική απόφαση το μενού των σχολείων. Τέρμα τα χάμπουργερ και οι τηγανιτές κροκέτες κοτόπουλου, ψαριού κλπ. Όμως εμείς με αυτά μειδιούμε. Από τη Γαλλία θα πάρουμε μόνο τη γαλλική επανάσταση, τότε που τα παιδιά πέθαιναν της πείνας. Κι αν δεν λιποθύμησε εκείνο 'κει στο σχολείο του, θα ψάξουμε να βρούμε κάποιο να λιποθυμά. Τόσος φτωχόκοσμος έχει πλακώσει  στην Αθήνα, κάπου δεν θα υπάρχει ένα παιδί να λιμοκτονεί; Κατά προτίμηση και δύο, και τρία και τέσσερα παιδιά;

Έτσι είναι οι επαναστάτες. Δεν μπορούν να ασχολούνται με τέτοια περίπλοκα κι ανάποδα πράγματα, φτωχά παιδιά που είναι χοντρά ας πούμε. Θέλουν τον απόλυτο λαϊκό ξεσηκωμό, να πεινάει ο κόσμος για να βγει στους δρόμους να ανατρέψει το καθεστώς. Αλλά πρέπει να ξέρουν ότι στις φτωχογειτονιές θα δυσκολευτούν να βρουν την ασιτία που ονειρεύονται. Ας πάνε στα βόρεια προάστια, εκεί κυκλοφορούν έφηβοι λεπτοί, προσεγμένοι, γυμνασμένοι, ε, όλο και θα βρουν καμία νευρική ανορεξία ανάμεσα τους. Ή ας συνεχίσουν με φωτογραφίες των σκελετωμένων παιδιών της Αθήνας του '41, όπως άρχισαν.

Κολυμπι, κολύμπι, κολύμπ

Βάζω στο νερό το ποδαράκι μου, προσεχτικά, είμαι μεγάλη γυναίκα, κάνω δυο βήματα, φτάνει η δροσιά ως την καρδιά. Ταυτόχρονα είμαι έξι χρονώ...