Πέμπτη, 25 Δεκεμβρίου 2014

Αγαπημένη γιορτή

Άρχισε η μέρα να μεγαλώνει μετά το χειμερινό ηλιοστάσιο που μόλις πέρασε. Στις μεγάλες αυτές χειμωνιάτικες νύχτες οι Ρωμαίοι γιόρταζαν τη γέννηση του Μίθρα. Στο σχολείο μαθαίναμε ότι οι Ρωμαίοι είχαν πολύ συγκινηθεί με τον ελληνικό πολιτισμό, για τις ανατολικές θρησκείες δεν μας έλεγαν. Φαίνεται ότι είχαν κι αυτές τη γοητεία τους, η οποία επίσης κατέκτησε τους κατακτητές. Αν το καλοσκεφτείς, οι Ρωμαίοι θα μπορούσαν να είναι εξίσου οπαδοί του Αχούρα Μάζδα, και ο Νίτσε τότε δεν θα είχε γράψει το “Τάδε έφη Ζαρατρούστρα” αλλά το“Τάδε έφη Ιωάννης” ή κάτι παρεμφερές. Όμως κέρδισε η θρησκεία του ταξιδιώτη Παύλου που δεν μπορούσε να περιμένει, πήγε κατευθείαν στην πρωτεύουσα να βρει την τύχη του. Και τη βρήκε με το παραπάνω. Κι αυτός και οι ξενοδόχοι που ζουν μια ξανακερδισμένη άνοιξη με τον θρησκευτικό τουρισμό.
Σε κάθε περίπτωση τα Χριστούγεννα ενώνουν όλο τον κόσμο, και τους θρήσκους και τους μη θρήσκους που οφείλουν να παραδεχτούν ότι οι μέρες αρχίζουν να μεγαλώνουν ακριβώς τη στιγμή που γεννιέται ο Χριστός, δηλαδή τη στιγμή που γεννιόταν ο θεός του ήλιου, κι αυτό μας φέρνει ενώπιον μιας πραγματικότητας που δεν έχουμε αντιμετωπίσει με αρκετή ταξική ανάλυση: υπάρχει μια διαφορά στο νότιο ημισφαίριο, όπου οι εποχές είναι ανάποδα. Αυτοί του νοτίου είναι καταπιεσμένοι πολιτιστικά από εμάς του βορείου. Μπορούμε να λέμε πως τους δώσαμε τα φώτα, αλλά θα μας απαντούν πως δεν τα χρειάζονταν, διότι κάνουν τα μπάνια τους στους ωκεανούς τους την εποχή που εμείς τουρτουρίζουμε γύρω απ' τη φάτνη. Μας εκδικούνται όμως πλημμυρίζοντας με φωτογραφίες αγιοβασίληδων που φορούν μαγιώ και άλλα τέτοια απαράδεκτα. Τι να κάνουμε; Είναι το τίμημα της ανωτερότητάς μας.
Νότιοι καλοκαιρινοί αγιοβασίληδες και αγιοβασίλισσες μπορεί να μας θυμίζουν την ασωτεία του καλοκαιριού, την ανεμελιά και τη ρηχότητά της. αλλά εμείς πάντα θα ξέρουμε, κάθε Χριστούγεννο, ότι είμαστε αρχαιότεροι, βαθύτεροι, στοχαστικότεροι, ιστορικότεροι από τους νότιους. Που δεν μας ρώτησαν καν για να γίνουν τόσο νότιοι. Αν οι Ρωμαίοι είχαν κατακτήσει και το νότιο ημισφαίριο θα είχαν σίγουρα απελπιστεί από την ποικιλομορφία της γης και δεν θα είχε κανείς αυτοκράτορας ποτέ την ιδέα να ενώσει όλους τους λαούς του σε μια θρησκεία, καθιερώνοντας για κάθε βασιλιά Ήλιο την ίδια γιορτή. Και τώρα δεν θα ξέραμε τη συνταγή για τα μελομακάρονα. Πιθανότατα.
Πλανητικά, αστρολογικά ου μην αλλά και αστρονομικά, θρησκευτικά και κοσμικά, τα Χριστούγεννα είναι μαγικά. Ευχές για πετυχημένες γιορτές, πολλά κάλαντα, καλά μαγειρέματα, σωστές δόσεις ζάχαρης, τέλειο φούσκωμα, κι έχει ο θεός, καθώς κι η επιστήμη.



Παρασκευή, 19 Δεκεμβρίου 2014

Ονειρεύτηκα τον καπιταλισμό

Δύσκολο να θυμάσαι τα όνειρά σου για δεκαετίες. Συνήθως τα ξεχνάς λίγα λεπτά μετά το ξύπνημα, εκτός αν τα σημειώσεις, ή αν τα ανακαλείς συχνά. Θυμάμαι ένα όνειρο που είχα δει πριν πολλά χρόνια, κυρίως επειδή ήθελα να το κρατήσω μυστικό.
Ταξιδεύαμε για την Κούβα, για ένα “Φεστιβάλ νεολαίας και φοιτητών”. Ήταν καλοκαίρι του 1978. Η πτήση έγινε μέσω Μόσχας, με την Αεροφλότ. Το όλο πράγμα ήταν οργανωμένο από την τότε Σοβιετική Ένωση.  Συμμετείχαν μέλη από πολιτικές νεολαίες πολλών αποχρώσεων, γενικά αριστερής κατεύθυνσης. Νομίζω μέχρι το ΠαΣοΚ, αλλά δεν παίρνω και όρκο.
Πολύωρη πτήση, πολύ δύσκολη για μένα που ζαλίζομαι και φοβάμαι, όπου όλοι κάπνιζαν διαρκώς.
Προσπαθούσα να κοιμηθώ, έπαιρνα τη μια δραμαμίνη πίσω απ' την άλλη, κι όποτε άνοιγα τα μάτια έβλεπα σιλουέτες να κινούνται μέσα στην ομίχλη των τσιγάρων. Οι περισσότεροι δεν κάθονταν, περιφέρονταν και συζητούσαν καπνίζοντας αδιάκοπα, επιδεικνύοντας γνώσεις, κάνοντας πλάκα, εισπνέοντας νικοτίνη αχόρταγα, φλερτάροντας και παριστάνοντας τους πολύ άνετους. Δεν άκουγα τίποτε, κάθε τόσο γύριζα πλευρό όπως- όπως στο άβολο κάθισμα. Το οποίο πάντως ήταν πολύ καλύτερο από τα μοντέρνα που συνηθίζονται τώρα στην οικονομική θέση.
 Με ξυπνούσαν τα σερβιρίσματα, το φαγητό ήταν πάντα κοτόπουλο, έτρωγα λίγο και ξανακοιμόμουν. Στο τελευταίο κομμάτι ύπνου, αφού άκουσα ότι κοντεύαμε να φτάσουμε πια στην Κούβα, είδα ένα όνειρο. Είδα ότι το αεροπλάνο είχε κάνει λάθος κι αντί να πάει στην Κούβα είχε πάει στο Μαϊάμι, απέναντι. Στο απαγορευμένο για τους Κουβανέζους αμερικανικό έδαφος. Είχε, λέει, ξεφύγει από την πορεία του, και προσγειώθηκε σε μια πολύ χαρούμενη ακτή, όπου όλοι έκαναν μπάνιο, υπήρχαν φοίνικες, μεγάλες παραλιακές λεωφόροι, διαφημιστικά παντού, κτίρια σαν αυτά που έχουμε δει στο σινεμά, αστραφτερές καλλονές, λεφτάδες με χαβανέζικα πουκάμισα, τέτοια πράγματα. Το πιο παράξενο ήταν ότι ένοιωθα πολύ ευτυχισμένη, απρόσμενα χαρούμενη. Με πλημμύριζε ευδαιμονία γι αυτό το λάθος του αεροπλάνου. Τόσο που όταν ξύπνησα ένοιωθα σχεδόν τύψεις. Τι διάολο, είχα καταφέρει- με μεγάλη προσπάθεια και πολλές αντιξοότητες- να πάρω μέρος στο ταξίδι αυτό στην Κούβα, κι εγώ ονειρευόμουν το Μαϊάμι;
Δεν το είπα σε κανέναν, άρχισα όμως να προβληματίζομαι. Εκείνη την εποχή συμμεριζόμασταν όλοι τον διάχυτο αντιαμερικανισμό που θεωρούνταν αυτονόητος και μας γέμιζε προκαταλήψεις πολύ κουραστικές μέσα στις αντιφάσεις που γεννούσαν ακόμα και στην καθημερινότητά μας. Βλέπαμε αμερικανικές ταινίες, όχι τόσο πολλές και τόσο αποκλειστικά αμερικανικές βέβαια όπως τώρα, αλλά βλέπαμε πάμπολλες και πολύ καλές. Ακούγαμε ροκ μουσική, διαβάζαμε αμερικανική λογοτεχνία, εξυπηρετούμαστε με αμερικανικές εφευρέσεις και κατασκευές, τα γνωστά τέλος πάντων.
Θεωρούσαμε όμως τις ΗΠΑ υπεύθυνες για τη χούντα στην Ελλάδα, και για κάθε κακό πάνω στον πλανήτη. Ακόμα και όσα δημιουργούσαν οι αντίπαλοι τους, έφταιγαν οι Αμερικανοί γιατί τα είχαν προκαλέσει με την επιθετικότητά τους. Κάπως έτσι σκεφτόμασταν, ήμασταν ποτισμένοι μ' αυτή την ιδέα.
Εν πάση περιπτώσει, πηγαίναμε να δούμε την εφαρμογή του σοσιαλισμού σε μια χώρα που ήταν καρφί στο μάτι των ΗΠΑ, και δεν είχα καμιά δουλειά να βλέπω τέτοια όνειρα. Κράτησα την απορία μου κρυφή, την επιθυμία που μου αποκάλυψε το όνειρο προσπάθησα να την κρύψω κι από τον εαυτό μου, και αφοσιώθηκα στην επίσκεψη, για την οποία είχα αναλάβει μάλιστα να γράψω στο περιοδικό "Ο πολίτης" που εξέδιδε ο Άγγελος Ελεφάντης.
Στην Κούβα ήταν πολύ ωραία, το ταξίδι είχε μεγάλο ενδιαφέρον, έγραψα ένα μεγάλο κείμενο όταν επιστρέψαμε, αλλά δεν έπαψε να με απασχολεί το παράξενο εκείνο όνειρο και η σημασία του. Αναγκάστηκα να παραδεχτώ ότι με ενδιέφεραν οι ΗΠΑ, ότι θα ήθελα πολύ να πάω εκεί, το όνειρο απλώς εξέφρασε μια υποσυνείδητη επιθυμία, έλεγε η απλή φροϋδική ανάλυση. Ζούσα μέσα στην αμερικανική κουλτούρα, δεν μπορούσα να είμαι διαρκώς εναντίον της, κάπως αλλιώς έπρεπε να σκεφτώ τον ιμπεριαλισμό, το σοσιαλισμό, κι όλα τα υπόλοιπα. Οι προκαταλήψεις δεν είχαν νόημα, αποφάσισα ότι έπρεπε ν' απαλλαγώ από δαύτες.
Με λιγότερη σιγουριά αποφάσισα να ψάξω τις βαθύτερες επιθυμίες και τις τάσεις μου, αυτό είναι πάντα πιο δύσκολο. Ήμουν ούτως ή άλλως σε αναθεωρητική πολιτική διαδικασία, αναθεωρητές μας έλεγαν, ρεβιζιονιστές μάλιστα που ήταν και βρισιά, οπότε διαρκώς αναθεωρούσα. Και συνεχίζω να αναθεωρώ. Όσο ζω αναθεωρώ, κάνει τη ζωή συναρπαστική και σας το συστήνω.
Δεν πήγα ποτέ στο Μαϊάμι. Δεν μίλησα ποτέ πριν σε κανέναν γι αυτό το όνειρο και την παράξενη ευδαιμονία που μου είχε δημιουργήσει. Το θυμήθηκα απόψε διαβάζοντας για την αλλαγή πολιτικήςτης Κούβας απέναντι στις ΗΠΑ και τούμπαλιν, με απόφαση του Ραούλ Κάστρο και του Ομπάμα.  Τα δρομολόγια που γίνονταν παράνομα και επικίνδυνα θα ξεκινήσουν κανονικά, οι Κουβανοί θα μπορούν να πηγαίνουν απέναντι, οι Αμερικανοί θα κάνουν τουρισμό στην Κούβα, όλα θ' αλλάξουν ανάμεσα στις δυο αυτές χώρες που κάποτε κόντεψε η έχθρα τους να προκαλέσει παγκόσμιο πόλεμο. Είχα ονειρευτεί τελικά ένα διαδεδομένο κουβανέζικο όνειρο, απ' αυτά που κάνουν οι άνθρωποι στον ξύπνιο τους, να μπορούν να ταξιδεύουν ελεύθερα στην εχθρική γείτονα, να μην υπάρχει η απαγόρευση, ούτε η έχθρα. Ένα ακόμα τείχος έπεσε με τη συμφωνία Ραούλ Κάστρο και Ομπάμα, κι η ευδαιμονία που είχα νιώσει στον ύπνο μου τόσα χρόνια πριν, τώρα θα πλημμυρίζει τους Κουβανούς, και σίγουρα κάποιους Αμερικάνους.
Πολύ σπουδαίος πρόεδρος ο Ομπάμα, ουσιαστικά τολμηρός. Kαι ο Ραούλ Κάστρο ευτυχώς που υπάρχει, έχει το όνομα αλλά έχει και τον πραγματισμό να απαλλάξει την Κούβα από τα βαρίδια του αποκλεισμού και των απαγορεύσεων.

Τρίτη, 16 Δεκεμβρίου 2014

Our european face

Παρατήρησαν πολλοί και σωστά ότι ήταν πολύ τριτοκοσμικό θέαμα οι Σύροι πρόσφυγες στο Σύνταγμα, κι ευτυχώς που απομακρύνονται για να ξαναβρεί η Αθήνα το ευρωπαϊκό της πρόσωπο. Κάτι λεπτομέρειες απομένουν να διορθωθούν, κάτι ξηλωμένα πεζοδρόμια, κάτι καμένα κτίρια λίγο πιο κάτω, κάτι παρατημένα που σαπίζουν πίσω από ξεσκισμένες λινάτσες, κάτι αδιαπέραστα οδοφράγματα από παρκαρισμένα μηχανάκια, κάτι συμπεριφορές οδηγών σε διαβάσεις, αλλά εντάξει, αυτά είναι εύκολα. Η αγάπη προς την πόλη και την ευταξία είναι πάντα συγκινητική, ειδικά τις εορταστικές μέρες που έχουμε την τάση να κυκλοφορούμε στο κέντρο αναζητώντας τη χαμένη του λάμψη.
Βέβαια και οι ίδιοι οι Σύροι αυτό ήθελαν, μια ευρωπαϊκή ζωή να ζήσουν, δηλαδή να φύγουν από την Ελλάδα, κι ίσως να ονειρεύονταν μια βόλτα επίσης σε ευρωπαϊκούς δρόμους χωρίς το φόβο ότι κάποιος θα τους ζητήσει τα χαρτιά τους κι εκείνοι δεν θα έχουν. Είναι περίεργο πως άνθρωποι που έρχονται από χώρα με πόλεμο, έχουν τόσο παράξενη ιδέα περί της Ελλάδας, ότι δεν είναι ακριβώς Ευρώπη δηλαδή, αν και μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και στο σκληρό πυρήνα του ευρώ, κι άλλα τέτοια σκληρά.
Αλλά πάλι κι αυτό δεν είναι απόλυτο. Ας πούμε, πέρσι τέτοιον καιρό έτυχε να γνωρίσω ένα νεαρό πρόσφυγα απο τη Συρία. Είχε έρθει με τους φίλους του δια θαλάσσης, περνώντας περιπέτειες αντάξιες ενός Ρόμπερτ Λούις Στήβενσον ή Ιουλίου Βερν, ό,τι προτιμάτε, και δεν καταλάβαινε γιατί οι φίλοι του ήθελαν σώνει και καλά να συνεχίσουν τις περιπετειώδεις αυτές μετακινήσεις τους προς Βορράν. Εγώ θα μείνω στην Ελλάδα, μου είχε πει, ξεκινώ αύριο τις αιτήσεις για πολιτικό άσυλο. Η πίστη του στην ευρωπαϊκή υπόσταση της πατρίδας μας και η αποφασιστικότητά του, με είχαν γεμίσει αισιοδοξία. Πριν λίγες μέρες που τον συνάντησα ξανά όμως, με πληροφόρησε ότι είχε περάσει πολλές μέρες σε ουρές και σε γραφεία, μήνες ολόκληρους για την ακρίβεια, να καταθέτει χαρτιά και βεβαιώσεις και κόντρα χαρτιά και κόντρα βεβαιώσεις, δεν του είχαν δώσει τελικά άσυλο και δεν έλπιζε πια να το πάρει. Το κακό ήταν ότι δεν πίστευε ούτε τις διαβεβαιώσεις των αρμοδίων και αναρμοδίων στους πρόσφυγες του Συντάγματος, ότι θα δώσουν άσυλο στους απεργούς πείνας που ήταν εκεί.
Μου διηγήθηκε τις περιπέτειες των φίλων του που ταξίδεψαν βόρεια με τα πόδια, περνώντας από τη Σερβία, αφού είχαν πληρώσει χρήματα που θα τους εξασφάλιζαν πολυτελή κρουαζιέρα αν είχαν την τύχη να γεννηθούν στη σωστή χώρα, ας πούμε στη δική μας, οι οποίοι κατάφεραν να φτάσουν στη Βιέννη. Κι εκείνος τώρα ψάχνει τρόπους να φύγει. Τα κυκλώματα που υπάρχουν. Παράνομα, ακριβά και επικίνδυνα. Αφού αλλιώς δεν γίνεται, δεν επιτρέπεται, δεν προβλέπεται, τι να κάνουν οι άνθρωποι;
Νέος, μορφωμένος, με θαυμάσια αγγλικά, γεμάτος όρεξη για δουλειά, κοινωνικός, φιλικός, ζεστός, ταλαντούχος άνθρωπος, θα μπορούσε να μείνει εδώ, να κάνει κάτι, να δημιουργήσει, να πληρώσει και ένσημα, αν θέλετε να το δούμε καθαρά πρακτικά. Αλλά όχι, δεν αφήνουμε περιθώρια παρά μόνο σε όσους αντέχουν να ζουν συνεχώς στην παρανομία και την άγρια εκμετάλλευση που συνεπάγεται.
Του ευχήθηκα καλή τύχη με βαριά καρδιά, και σημειώνω κάπου για τους παρατηρητές των δημοσίων πραγμάτων, να έχουν το νου τους μ' εκείνο το άσυλο που έχουμε υποσχεθεί στους Σύρους του Συντάγματος, αν θα δοθεί τελικά.

Τετάρτη, 10 Δεκεμβρίου 2014

Πώς τον λεν, πώς τον λεν τον ποταμό;

Ήθελε, λέτε, να προκαλέσει το ελληνικό κράτος και την ελληνική κυβέρνηση, και τέλος πάντων κάθε τι ελληνικό του λαού συμπεριλαμβανομένου, ο διευθυντής του Βρετανικού μουσείου, και γι αυτό δάνεισε το άγαλμα του Ιλισσού στο Ερμιτάζ; Εγώ δεν το πιστεύω. Μπορεί να έχουν σπάσει τα νεύρα του από τις συνεχείς οχλήσεις περί των γλυπτών του Παρθενώνα, αλλά όταν ισχυρίζεται ότι έκανε τη χειρονομία αυτή προσπαθώντας να συσφίξει τις σχέσεις των δύο μεγάλων μουσείων, του Ερμιτάζ δηλαδή και του Βρετανικού, και των δυο μεγάλων χωρών αντιστοίχως, προσωπικά τον πιστεύω. Έστω κι αν προδίδει έτσι την προσβλητική του πρόθεση, οι δυο μεγάλες χώρες που αγνοούν τη μικρή ανάμεσά τους, δεν πληγώνομαι γιατί κάποιος που νιώθει την ανάγκη να μιλήσει έτσι ήδη νιώθει το μεγαλείο του εύθραυστο. Απέδειξε βέβαια μ' αυτόν τον τρόπο ότι τα γλυπτά τελικά μπορούν να μετακινηθούν χωρίς να κινδυνεύουν.
Εκείνο που με εμπνέει στην όλη ιστορία, και νιώθω να μας αφορά βαθύτερα απ' όλα, είναι το τι παριστάνει ο γερμένος αντρικός κορμός του αγάλματος που δανείστηκε το Ερμιτάζ. Είναι ο ποταμός Ιλισσός αυτοπροσώπως. Στην αρχαιότητα τον θεωρούσαν θεό, όπως και διάφορους άλλους ποταμούς, και σας αφήνω να φανταστείτε το αργό πέρασμα από την ευγνωμοσύνη στα νερά ενός ποταμού μέχρι την προσωποποίηση του σε άνδρα που παρίσταται στο διαγωνισμό Αθηνάς και Ποσειδώνα για το ποιος θα αναλάβει την Αθήνα. Αυτό παριστάνει το δυτικό αέτωμα. Στέκεται εκεί πολύ νωχελικός, όπως κι ο Κηφισός απέναντι, πλαγιασμένοι κι οι δυο σαν ποτάμια που ήταν, ό,τι πρέπει για τα σημεία που στενεύουν οι πλευρές του αετώματος. Κι ομολογώ ότι τόσες φορές που έχω δει το γλυπτό αυτό, και στο Βρετανικό μουσείο, και σε φωτογραφίες, και σε αντίγραφα, πρώτη φορά συνειδητοποίησα ότι παριστάνει τον Ιλισσό.
Και να που φτάνουμε σήμερα να διαμαρτύρεται επισήμως η Ελλάδα γι αυτή τη μετακίνηση, ενός γλυπτού που παριστάνει έναν ποταμό σκεπασμένο και φτιαγμένο υπόνομο εδώ και χρόνια. Μα πώς το πάθαμε αυτό, θα άξιζε να μαθαίνουμε, να εντρυφούμε, να ψυχαναλυόμαστε σαν αθηναίοι και απόγονοι ενδόξων και ευλαβών προγόνων. Και το τραγούδι του Χατζιδάκη πότε γράφτηκε, πριν ή μετά που σκέπασαν τον ποταμό; Κι αν σκεπάζεις ένα ποτάμι τραγουδισμένο, που ήταν και θεός και τον είχαν απαθανατίσει και στο αέτωμα του Παρθενώνα, είναι άραγε εξίσου άνετη δουλειά με το να σκεπάζεις ένα ποτάμι ατραγούδιστο;
Η ιστορία είναι βέβαια απλή, όπως και με τον Κηφισό: έγιναν πρώτα τα ποτάμια της Αθήνας ανοιχτοί υπόνομοι, έπνιγε η μπόχα τον κόσμο κι η πρόοδος ήρθε με το να τα σκεπάσουν. Σ' όλη την ασκέπαστη φάση τους δεν βρέθηκε κανείς να υπερασπιστεί πολιτικά την ανάγκη της πόλης για ποτάμια ανοιχτά και κάπως καθαρά, υπήρξαν όμως πολλές πολιτικές πιέσεις για εκμετάλλευση οικοπέδων στις όχθες και πρέπει να θεωρούμε νίκη της προόδου που έγιναν δρόμοι τελικά οι δυο μεγάλοι ποταμοί, κι όχι οικόπεδα. Ως εκεί τους προστάτεψε η θεοσύνη τους.
Και τώρα δεν ξέρω τι θα γίνει με τον Ιλισσό στο Ερμιτάζ, αλλά θα ήθελα να παρασύρει στην επικαιρότητα κάτι προτάσεις μηχανικών και πολεοδόμων περί αναβίωσης του ποταμού Ιλισσού, του αληθινού, αυτού που περνάει κάτω από τη Μιχαλακοπούλου και Καλλιρόης. Αυτό μάλιστα, θα ήταν πρωτότυπο κίνημα.

Δευτέρα, 8 Δεκεμβρίου 2014

Λίγο Ρακίνας, λίγο Οβίδιος

Τελευταία φορά είδα έργο του Ρακίνα στο Παρίσι. Ίσως να ήταν και η πρώτη φορά. Δεν παίζεται συχνά στην Ελλάδα Ρακίνας, αν κι έγραψε τραγωδίες με ελληνικά πρότυπα, όχι απλώς ελληνικά θέματα. Ίσως γι αυτό δεν παίζεται πολύ, θεωρούμε πως διαθέτουμε στη γλώσσα μας τις καλύτερες ελληνικές τραγωδίες, άρα δεν χρειαζόμαστε και τις γαλλικές. Όμως οι τραγωδίες του Ρακίνα είναι κάτι διαφορετικό, όπως είχα την τύχη ν' ανακαλύψω όταν σπούδαζα Λογοτεχνία στο Γαλλικό Ινστιτούτο. Μελετούσαμε τη Φαίδρα, κείμενο δύσκολο για μας, αλλά και γοητευτικό, με τους αλεξανδρινούς στίχους του και την ανάλυση των γυναικείων συναισθημάτων. Αλλά ποτέ δεν την είχα δει στο θέατρο. Γι αυτό σημείωσα το φετινό αφιέρωμα στο χώρο Beton 7 που αφιερώνεται φέτος στον Ρακίνα και τον Μολιέρο. Κυρίως για τον Ρακίνα, από Μολιέρο δεν έχουμε παράπονο.
Κάθε Τετάρτη και Πέμπτη παίζεται εκεί το έργο που έχουν ονομάσει “Πολύ αργά Φαίδρα”. Είναι αποσπάσματα από τη Φαίδρα του Ρακίνα που μετέφρασε ο Στρατής Πασχάλης, με τρόπο που μου φάνηκε εξαιρετικός. Διατηρούν αυτή την ευγένεια που έχουν στο πρωτότυπο, και την αίσθηση του κρυστάλλου, αν και δεν είναι αλεξανδρινοί. Κρύσταλλο δουλεμένο υπέροχα, που σε κάνει να βλέπεις μέσα σου. Αλλά υπάρχει κι άλλο κείμενο εμβόλιμο, το οποίο δεν έχω ποτέ διαβάσει, σε καμία εκδοχή (μήπως έχουμε κι εδώ άλλη παράλειψη;) η Επιστολή του Οβίδιου, σε μετάφραση Θεόδωρου Παπαγγελή.
Τι έχει ο Ρακίνας να πει σήμερα, μπορεί να αναρωτηθεί κανείς, κι επειδή δεν θυμάμαι πια από τις μαθητικές μελέτες παρά μόνο τη γοητεία των αλεξανδρινών στίχων, η απάντηση είναι μόνο η ανύψωση που ένιωσα στην παράσταση της Ανδρομάχης στο Παρίσι, που είχα δει πριν τρία χρόνια στην Κομεντί Φρανσέζ, αλλά και στη Φαίδρα που είδα τώρα στο Βοτανικό. Αυτό έχει να πει σήμερα ο Ρακίνας, όπως το έλεγε και χτες: πόσο μεγάλοι και πόσο τραγικοί είναι οι άνθρωποι. Πόσο οι κοινωνικοί τους ρόλοι μπορούν να τους εξευγενίσουν, και να τους καταστρέψουν. Και με ποιο τρόπο παλεύουν ανάμεσα στους ρόλους αυτούς και στα πάθη τους. Οπότε, ναι, είναι επίκαιρος, γιατί βάζουμε ξανά τη φιλοσοφική ερώτηση περί της αξίας των κοινωνικών ρόλων, ξανά το σύνθημα περί της απελευθέρωσης των επιθυμιών. Μάλιστα υποτιμούμε την πάλη αυτή, συχνά η επιθυμία αποθεώνεται, γιατί να της αντιστέκεται κανείς; Προς τι το δράμα; Ελάτε να σας πω εγώ, λένε οι αναγνώσεις του Ρακίνα.
Στην παράσταση που έχουν στήσει η Μαριτίνα Πάσσαρη και η Εύρη Σωφρονιάδου, υπεισέρχεται η επιστολή του Οβίδιου μέσα στην τραγωδία του Ρακίνα. Για λίγες στιγμές οι δυο γυναίκες αφήνονται στην αυταπάτη πως όλα είναι εύκολα, ο έρωτας είναι ανάλαφρο παιχνίδι, συναρπαστικό, που χαρίζει την ευτυχία. Φτάνει να τον εκφράσεις, να γράψεις, να μιλήσεις ελεύθερα, πες το κι έγινε! Για λίγο σχεδόν μας ξεγελάνε, η ευτυχία είναι εφικτή ακόμα και στους σκληρούς καιρούς εκείνους. Φοράνε τα μαύρα τους γυαλιά και χορεύουν, ξεκαρδίζονται, τι ωραία, όλα θα πάνε καλά!
Κι ύστερα επιστρέφουν στον Ρακίνα. Μόνες οι δυο τους στη μικρή σκηνή, φέρνουν μπροστά μας και την ακροθαλασσιά, και τ' ανάκτορα της Αθήνας, και τις απαιτήσεις της εξουσίας, αλλά κυρίως την πάλη με τα πάθη τους. Τη σύγκρουση της αξιοπρέπειας και της αυτοεκτίμησης με τον έρωτα. Και τη σχέση τους, αυτή την αιώνια συνύπαρξη του ηγεμόνα με τον σύμβουλο του, της επιρροής του αδύναμου στον ισχυρό.
Το παίζουν κάθε Τετάρτη και Πέμπτη μέχρι την 1η Ιανουαρίου.

Παρασκευή, 5 Δεκεμβρίου 2014

Σοφιανός Χρυσοστομίδης

Ο Σοφιανός ήταν οι τοίχοι της Αυγής, οι διάδρομοι και τα γραφεία της. Το χιούμορ του, το ανοιχτό του μυαλό. Το γέλιο του, το μάτι που σπίθιζε. Μιλούσε με κάποια ίχνη γαλλικής προφοράς, σε κάθε του συλλαβή άκουγες τον κοσμοπολιτισμό. Ήξερε τους πάντες, έφερνε σε αμηχανία τους κολλημένους. Δεξιούς κι αριστερούς. Ζώντας μαζί του δεν είχαμε καμιά αμφιβολία πως η αριστερά ήταν ανθρωπιστική, απελευθερωτική, μοντέρνα, ανοιχτή, αντιδογματική, γενναιόδωρη, έξυπνη και καλλιεργημένη.
Στην Αυγή τα πρώτα χρόνια, είκοσι χρονώ και κάτι εμείς, η φουρνιά της μεταπολίτευσης, εκστασιασμένοι και ψαρωμένοι, τον είχαμε σαν πατέρα. Μας πείραζε, μας δίδασκε, μας βοηθούσε, κι ήταν φυσικό να δίνουμε τον καλύτερο εαυτό μας. Έμπειρος, ψημένος σε φυλακές και ταλαιπωρίες, γνώστης και πασίγνωστος, ποτέ δεν ειρωνεύτηκε την άγνοια και την αφέλεια μας. Άκουγε τις προτάσεις μας, τις δεχόταν. Τα παράπονα, τις απαιτήσεις. Τις αναλύσεις μας. Τις φιλοδοξίες μας. Τις μη φιλοδοξίες μας.
Δεν ξέραμε τότε ότι ήταν σπάνιος. Το καταλάβαμε στη συνέχεια.
Έψαξα να βρω φωτογραφίες από εκείνα τα χρόνια στην Αυγή. Βρήκα λίγες, και σε καμία το Σοφιανό. Εγώ να φοράω κάτι δαντελένιες μπλούζες μέρα -νύχτα. Κάτι φούστες τσιγγάνικες διαφανείς. Ήμασταν λίγο ούφο, σκέφτομαι τώρα, τόσα χρόνια μετά. Αλλά εκείνου δεν ίδρωνε τ' αυτί. Μας άκουγε, μας έβαζε να γράφουμε, έτσι όπως ήμασταν. Όταν του ανακοίνωσα ότι με ενδιαφέρει το πολιτικό ρεπορτάζ, με πήρε μαζί του στα μπρίφινγκ που γίνονταν τότε, και δεν υπήρχε άλλο κορίτσι ακόμα. Εκείνος έκανε την αρχή, μ' εμένα. Του χρωστώ ευγνωμοσύνη, γι αυτό και για ένα σωρό άλλα.
Ήταν σαν ήρωας της Τριλογίας του Τσίρκα. Ζούσες μαζί του την απαίτηση των Αιγυπτιωτών να κάνουν ευγενική την Αθήνα. Κι όχι μόνο των Αιγυπτιωτών, εδώ που τα λέμε.
Τα καλοκαίρια τον συναντούσα στο Σούνιο, στην παραλία του Ασημάκη. Μισόκλεινε τα μάτια κοιτάζοντας τη θάλασσα κι απολαμβάνοντας βαθιά τη ζωή.


Τρίτη, 2 Δεκεμβρίου 2014

Τρέμω για τη χώρα μου

Στις κλασσικές τουριστικές περιηγήσεις, τουλάχιστον σε χώρες ευρωπαϊκές, περιλαμβάνεται συνήθως μια επίσκεψη σε κελιά, μπουντρούμια, αίθουσες βασανιστηρίων και άλλα παρεμφερή. Τα μέρη αυτά για κάποιο λόγο είναι πολύ δημοφιλή σε παιδιά και εφήβους, κι όποιος έχει κάνει τον τουρίστα μια φορά στη ζωή του σίγουρα θα έχει επισκεφτεί κάτι παρόμοιο. Στη Βενετία οπωσδήποτε περνάς τη γέφυρα των στεναγμών, και σε πολλές παλιές πόλεις διατηρούνται ακόμα σε πλατείες ή γωνίες κάτι σάπια ξύλα όπου έβαζαν τα χέρια και τα πόδια των καταδίκων και τους ακινητοποιούσαν για ώρες ή για μέρες. Η ανθρώπινη εφευρετικότητα για τιμωρίες, με δυο λόγια, επιδεικνύεται σαν κομμάτι της ιστορίας αυτής της γηραιάς ηπείρου που πάντα, ακαταμάχητα, προσελκύει νέους απ' όλον τον κόσμο.
Στην Ελλάδα δεν ξέρω τέτοιο μέρος, και νομίζω λείπει πολύ. Με έναν τροχό μαρτυρίου στη μέση μιας πλατείας ίσως είναι κανείς εξοικειωμένος με το παρελθόν του τόπου του, τα στάδια που πέρασε η πολιτική εξουσία και η συνείδηση συμμετοχής σ' αυτήν. Ίσως, πάντα ίσως, αντιλαμβάνεται καλύτερα κανείς τους αιώνες που πέρασαν, τη διαφορά που υπάρχει ανάμεσα στον πολίτη του 21ου αιώνα και του υπηκόου ενός καθεστώτος της εποχής που οι άνθρωποι βασανίζονταν δημόσια, εκτελούνταν, και γενικά πάθαιναν διάφορα τρομερά προς τέρψη του κοινού και παραδειγματισμό. Μπορεί, αλλά πάλι δεν είναι σίγουρο, τέτοια εκθέματα που θυμίζουν τους αιώνες που πέρασαν, να συγκρατούν συζητήσεις που συνέχεια επανέρχονται γύρω από τις κατακτήσεις της δημοκρατίας, γύρω από την πρόοδο της εγκληματολογίας, γύρω από την εξέλιξη των νόμων. Να μη χρειάζεται κάθε φορά που συζητάμε για την εφαρμογή των νόμων και δη των προοδευτικών νόμων στην αντιμετώπιση των εγκληματιών να ακούμε ξανά και ξανά τις ίδιες σοφίες για το πόσο σπουδαίοι θα ήμασταν αν είχαμε ακόμα θανατική ποινή, αν γίνονταν δημόσιοι ακρωτηριασμοί, και τι καλό πράγμα είναι η αυτοδικία. Να μη χρειαζόταν να υπερασπιζόμαστε διαρκώς τα αυτονόητα για την επιλογή της ελληνικής πολιτείας, που ακολουθεί τις δύσκολες, τις αργές και επίπονες επιλογές των αδερφών ευρωπαίων, να μην τιμωρεί τους καταδίκους αλλά να σωφρωνίζει. Αρέσει δεν αρέσει, αυτό έχουμε αποφασίσει, αυτή τη δύσκολη πρόκληση έχουν ν' αντιμετωπίζουν οι λειτουργοί, κι αν δεν τα καταφέρνουν καλά δεν σημαίνει ότι πρέπει να το δεχτούμε και να υποχωρήσουμε από το διαρκές αίτημα για την εφαρμογή της.
Δεν μπορώ δηλαδή στη συζήτηση για τα δικαιώματα του κρατούμενου Ρωμανού να συζητάω για το αν έχει μετανοιώσει αυτός, για το αν είναι καλές οι σπουδές στα ΤΕΙ, ή τι είναι οι φυλακές τύπου Γ. Θέλω να ξέρω αν έχει μετανιώσει η ελληνική πολιτεία για τις βασικές της επιλογές περί σωφρωνισμού, κι αν σκοπεύει να γυρίσει σιγά- σιγά στο Μεσαίωνα ικανοποιώντας τις πρωτόγονες αιμοβόρικες διαθέσεις που εκδηλώνονται ασυγκράτητα γύρω μας. Ανησυχώ πολύ για τον κρατούμενο επειδή τρέμω για τη χώρα μου.