Παρασκευή, 31 Αυγούστου 2012

Nα ξεχάσω τη χελώνα

Τα παιδιά έστησαν καλάμια στην παραλία για να προστατεύσουν
τ' αυγά της χελώνας
                Πηγαίνοντας ένα πρωί για μπάνιο σε μια κάπως απόμερη παραλία της δυτικής Πελοποννήσου, άκουσα κάποιους που έφευγαν να λένε: «Έχει εκεί μια χελώνα».
Προχωρήσαμε χωρίς να ρωτήσουμε λεπτομέρειες. Για λίγο θέλησα να φανταστώ ότι θα βλέπαμε τη χελώνα να γεννά τ’ αυγά της. Είναι περιοχή που έρχονται οι caretta- caretta. Στο ίντερνετ νεανικές παρέες έχουν αναρτήσει φωτογραφίες, «πώς είναι η αμμουδιά όταν έχει περάσει χελώνα». Φαίνονται δυο γραμμές που κάνουν τα πτερύγια πάνω στην άμμο καθώς η χελώνα αναζητεί το μέρος που γεννήθηκε η ίδια για να γεννήσει τ’ αυγά της. Άλλες φωτογραφίες δείχνουν πώς να κατασκευάσεις ένα είδος φράχτη από καλάμια γύρω στ’ αυγά, να μην τα πατάνε οι λουόμενοι.
Όμως η χελώνα που είδαμε εκείνη τη μέρα ήταν νεκρή. Από μακριά έμοιαζε με πράσινο βραχάκι, μια μεγάλη θαλάσσια χελώνα με το ένα πτερύγιο ακόμα υψωμένο, σα να μαρμάρωσε ξαφνικά. Το κεφάλι της ήταν τραβηγμένο μακριά κι ένα ρυάκι αίμα σκοτεινό έτρεχε στο φολιδωτό λαιμό. Είχε αίμα και στα πίσω πόδια.
Τι είχε πάθει; Την πλήγωσε κάποια προπέλα στη θάλασσα και βγήκε έξω να πεθάνει, να γεννήσει, να σωθεί; Πρέπει να τη βγάλω φωτογραφία, σκέφτηκα, είναι είδος προστατευόμενο αλλά δεν την προστατέψαμε. Να υπήρχαν άνθρωποι όταν βγήκε έξω, να την παρακολούθησαν;  Λίγο πιο πέρα μια παρέα κοίταζε μάλλον αδιάφορα. Πάντα έχω μαζί μου μια μικρή φωτογραφική μηχανή, αλλά δεν κατάφερα να τη χρησιμοποιήσω, τρέμανε τα χέρια μου. Έφυγα άπρακτη.
Μέσα στη θάλασσα έβλεπα με τη μάσκα σμάρια από μπλε τσούχτρες. Είναι η ιδανική τροφή για χελώνες. Έχουν κάτι τρομακτικό, και τις σκεφτόμουν σαν μέρος του οικοσυστήματος που περισσεύει. Το γεύμα της νεκρής.
Πολλές χελώνες βγαίνουν και πεθαίνουν στη στεριά, με πληροφόρησαν οι ντόπιοι τις επόμενες μέρες. Τις πληγώνουν οι προπέλες, καμιά φορά τις σκοτώνουν κι οι ψαράδες γιατί τους χαλάνε τα δίχτυα…
Έψαξα στο Ίντερνετ λεπτομέρειες. Η χελώνα που είχα δει ανήκει σε ένα πλήθος ατυχημάτων του καλοκαιριού. Δεν πήγαινε να γεννήσει. Δεν βρήκα λεπτομέρειες για τη συμπεριφορά τους απέναντι στο θάνατο, αν νιώθουν την ανάγκη να βγουν στη στεριά όταν τις ζυγώνει. Και δεν γεννάνε τέτοια εποχή. Κι όντως χαλάνε τα δίχτυα των ψαράδων όταν παγιδεύονται σ’ αυτά, όπως και τα δελφίνια, γι αυτό κι έχουν επινοηθεί δίχτυα που τους επιτρέπουν να δραπετεύουν. Έμαθα πολλά για τις χελώνες, που μπορεί να τα μάθει ο καθένας αν θέλει, αν ενδιαφέρεται. Τα είπα και στους ντόπιους που με είχαν πληροφορήσει ότι ψαράδες σκοτώνουν χελώνες, αλλά δεν είδα να σκέφτονται κάποιο διάβημα στους περί ου ο λόγος ψαράδες, να αγοράσουν δίχτυα με τέτοια ειδικά ανοίγματα, να γλιτώνουν οι χελώνες. Υπάρχουν και οικολογικές πολιτικές δυνάμεις στην περιοχή, ίσως πρέπει να σκεφτούν κάποιο τρόπο να ενημερώσουν τους ψαράδες, άρχισα να σκέφτομαι.
Κι ύστερα βέβαια, επειδή έκανα πολλή παρέα με ντόπιους, κι άκουσα πολλές ντόπιες ιστορίες, άρχισε η φαντασία μου να καλπάζει. Φαντάστηκα τους ψαράδες να οργανώνονται για να αποκτήσουν μοντέρνα δίχτυα με εξόδους διαφυγής χελωνών και δελφινιών.  Να ζητούν επιδότηση από το υπουργείο. Τι άλλο να κάνουν, να επενδύσουν δικά τους λεφτά; Για τις χελώνες; Το υπουργείο δεν έχει βέβαια, λεφτά, οπότε οι ψαράδες καταγγέλλουν, διαμαρτύρονται. Θέλουν να τραβήξουν την προσοχή. Έρχονται στην Αθήνα, ρίχνουν νεκρά ψάρια στο Σύνταγμα. Ή μήπως νεκρές χελώνες; Και πια στο μέλλον δεν παραλύω όταν βλέπω νεκρές χελώνες στην άμμο, έχω συνηθίσει...
Ουφ, πολύν καιρό έμεινα στην επαρχία φέτος, πολλές ιστορίες άκουσα, έγινε η φαντασία μου διεστραμμένη. Άντε να γυρίσω στην πόλη μου, μαζί με τα νεαρά παιδιά που όλο τον Αύγουστο κρατούσαν βάρδιες δίπλα στο φράχτη από καλάμια για τ’ αυγά της χελώνας, να πάω στην Αθήνα κι εγώ, να συνέλθω,

Πέμπτη, 30 Αυγούστου 2012

Κουρασμένα ροδάκινα

Χωριό μου μακρινό με τα ροδάκινα σου

Όταν αρχίζουν και χαλάνε τα ροδάκινα τελειώνουνε τα ψέματα και το καλοκαίρι μαζί τους. Μπορεί να υπήρξε ανεύρετο φέτος, μια προσδοκία που αναβάλλονταν διαρκώς, πότε γιατί φυσούσε δυνατά, πότε γιατί η ζέστη παρέλυε, είτε είχαμε δουλειές, είτε δεν είχαμε καθόλου, τίποτε. Πάντως τα ροδάκινα έκαναν ότι μπορούσαν, αρχίζοντας πρώιμα όπως συνηθίζουν, όχι πολύ ακριβά αλλά με την ωρίμανση υπ’ ευθύνη του αγοραστή. Μέσα από τη σακούλα εμπιστεύονταν στα χέρια μας και τη φροντίδα μας τη μοίρα τους, να τ’ αφήσουμε στο σωστό σημείο να ωριμάσουν από κεκτημένη ταχύτητα, με την απάτη, με την ιδέα.
Κάποιες μέρες υπήρξαν ξαφνιασμένα από την άμεση κατανάλωση, κλάρα- στόμα. Ζουμερά, γλυκά, οι καμπύλες τους απαλές σαν τις πλαγιές των βουνών που τα τρέφουν, σαν το Πήλιο που ήταν πατρίδα της γιαγιάς μου και για μένα πατρίδα ξανακερδισμένη. Αλλά δεν κερδίζεις ποτέ εντελώς μια πατρίδα που δεν γνώρισες στα παιδικά σου χρόνια, που δεν στη διηγήθηκαν και δεν διασταυρώθηκες με τους καημούς της εγκαίρως, γι αυτό και δεν έχω μάθει ακόμα με συνέπεια και ταύτιση την πορεία ενός ροδάκινου από το δέντρο στον πάγκο του μανάβη. Βλέπω μόνο την αγωνία του, πρώτα να προσαρμοστεί στο ημίφως της κουζίνας και να κάνει ότι δεν καταλαβαίνει, ύστερα, στη μέση του καλοκαιριού, να φτάσει γρήγορα το χνούδι του σε δάχτυλα που το αναγνωρίζουν, κι εν συνεχεία, ανεπαίσθητα, να αρχίσει να προδίδει τη μακριά αναμονή σε άγνωστες αποθήκες. Το χνούδι μεν παρόν, η δε σάρκα ασθενής και οδοιπόρος. Απηύδησε να ισορροπεί σε ακατάλληλα κοφίνια, να προτρέχει κι ύστερα να στέκεται κουβαλώντας βάρη και να περιμένει. Φαίνεται η κούραση κάτω από τη φλούδα. Μαράγκιασε η σάρκα, λειώνει ήσυχα, νοστάλγησε το χώμα που της υποσχέθηκαν για ν’ αναπαυτεί.
Φυσικά δεν το παίρνω απόφαση με την πρώτη. Συνεχίζω να ψάχνω, να ρωτάω τους μανάβηδες. Είναι καλά αυτά τα ροδάκινα, ή μήπως έχουν ήδη γεύση πατάτα. Κλάρας είναι, κλάρας, απαντούν ανυπόμονα. Τι να πουν οι άνθρωποι, έμποροι είναι. Ίσως έχουν μετρήσει το χρόνο της παραίτησης μας. Αγοράζω λοιπόν ξανά ροδάκινα, και ξανά και ξανά, μέχρι να φτάσει ο Σεπτέμβρης και να φύγει, κι ακόμα το παιδεύω, αφού αυτοί τα φέρνουν κάποιος θα τα πάρει, και γιατί όχι εγώ, η πιστή οπαδός τους; Φορτώνομαι, τα πηγαίνω σπίτι, κι είναι σα να βογκάνε στα χέρια μου καθώς τα κόβει το μαχαίρι. Δεν σας προλαβαίνουμε, ψιθυρίζουν, δεν επαρκούμε, δε χορταίνετε κι εσείς καλοκαίρι και ζουμιά, δε χορταίνετε πορτοκαλί χρώματα, κι αυτή την ευκολία του καρπού που χωράει στην παλάμη, λες και το έφτιαξε η φύση για το στόμα των ανθρώπων ειδική παραγγελία, δεν χορταίνετε τον πλήρη, τον συμπυκνωμένο ήλιο.  Σηκώνουμε και το βάρος του βερίκοκου, του τραγουδισμένου ρίκοκου, που το εξαφανίσατε με την απληστία σας, πληρώνουμε κι αυτή την επιθυμία, τις αμαρτίες σας. Φτάνει, σταμάτα, παραιτήσου, φθινοπώριασε, βγαίνουν τα φρούτα τα λιτά, μήλα έρχονται, αχλάδια, πιο συμμαζεμένα, συμμαζέψου κι εσύ, πότε θα μάθεις λίγη περίσκεψη, λίγο μέτρο;
Αλλά πού ν’ ακούσω εγώ. Αδιόρθωτη, συνεχίζω τις έρευνες στο μανάβη.
Από το Protagonhttp://www.protagon.gr/?i=protagon.el.dolce&id=17814

Τρίτη, 28 Αυγούστου 2012

To μωρό της Ίριδας

Το δικό μου μωρό σε ίδια ηλικία

Παίρνω αγκαλιά με τη δέουσα τρεμούλα το μωρό της Ίριδας που ξεκινάει να κλαίει. Το βάρος του μικρού σώματος, το απαλό δέρμα, τα μέλη που δεν στέκονται ακόμα μόνα τους, με ξαφνιάζουν. Πόσα χρόνια πάνε που έχω να σηκώσω μωρό στην αγκαλιά; Δεν είναι καθόλου απλό να υπάρχουν στο περιβάλλον σου γονείς με μωρά που σε αφήνουν να τα πιάσεις.
Θέτω μόνη μου ένα δύσκολο στοίχημα, θα καταφέρω να το ηρεμήσω; Το πιο χρησιμοποιημένο από τα νανουρίσματα έρχεται μόνο του στα χείλη μου, λες και περίμενε πίσω από την κουίντα του μυαλού δεκαπέντε χρόνια, τουλάχιστον, να το καλέσουν. Το μωρό δεν με ξέρει, δέρμα, ώμο, μυρωδιά, αναταράζεται, αλλά το τραγούδι μόνο του, το πανάρχαιο κατευναστικό μήνυμα, κάτι μπορεί να κάνει.
Η μαμά του είναι χορεύτρια. Έμεινε βέβαια ήδη ένα χρόνο έξω από την αγορά εργασίας, πώς αλλιώς θα γινόταν; Τώρα θηλάζει, το σώμα θα αργήσει να επανέλθει σε κατάσταση ανταγωνισμού για ένα σκληρό επάγγελμα. Θα περάσει τις δύσκολες, τις καθημερινές μικρές επιλογές, τα χιλιάδες μικρά διλήμματα που εντάσσονται στο μεγάλο, παιδί ή δουλειά, θα τα ζήσει μεγεθυμένα, λόγω της φύσης της δουλειάς της. Αυτό τον αγώνα που οι γυναίκες ξέρουμε καλά, αλλά ακόμα δεν έχουμε βρει τις λέξεις να τον αποτυπώσουμε πειστικά, να τον βγάλουμε από τις αγιογραφίες με τα βυζαντινά καλύμματα, τις γλυκοφιλούσες, τις μακρινές μητέρες, να τον αναδείξουμε στις πικροφιλούσες, στις αμήχανες, τις ακάλυπτες σημερινές, τις κοντινές μητέρες, θα τον ζήσει η Ίριδα μέρα με τη μέρα από δω κι εμπρός.
Το μωρό σταμάτησε να κλαίει, αλλά δεν ηρέμησε εντελώς. Το κρατώ ακόμα και το παρακαλώ στ’ αυτί να με βγάλει ασπροπρόσωπη στη μαμά του. Να μπορέσω κάποια στιγμή να το πάρω βόλτα στο πάρκο. Έχω ένα σωρό ταλέντα που μένουν άχρηστα, νταντάς, παραμυθούς, ταΐστρας και τα τοιαύτα. Δεν έχουμε οργανώσει καλά τη συμμετοχή στο μεγάλωμα των παιδιών. Κάθε μωρό θέλει ένα χωριό να μεγαλώσει, αλλά το χωριό δεν βλέπει τα μωρά μπροστά στα μάτια του.
Την ξέρω από μικρή την Ίριδα. Παρακολούθησα τη μάχη που έδωσε στην εφηβεία της, να πείσει την οικογένεια για την επαγγελματική επιλογή της. Χορεύτρια, μια τόσο εξαιρετική μαθήτρια; Θα άφηνε τη σιγουριά για τόσο αμφίβολη καριέρα; Προχώρησε με επιμονή, καλλιέργησε την τέχνη της ακούραστα, έφτασε σε σημεία υψηλά το σώμα, την τεχνική, την ευαισθησία, τη δημιουργικότητα. Και τώρα βάζει φρένο σε όλ’ αυτά, εξίσου αποφασισμένη όπως τότε που τα ξεκίνησε. Τώρα αρχίζει άλλη μάχη, με τον αργό και ταυτόχρονα ιλιγγιώδη ρυθμό του μωρού που μεγαλώνει από τη μια, και τον αγώνα για ένα πρόγραμμα που θα επαναφέρει το σώμα και την είσοδο στην όλο και πιο άγρια πιάτσα από την άλλη. Αυτή ήταν η μάχη του καιρού μας, μέχρι που την αφήσαμε στην άκρη και πιάσαμε τα ακατανόητα οικονομολογικά.
-Θα κάνω μαθήματα και τέτοια, λέει η Ίριδα καθώς ακόμα προσπαθώ να νανουρίσω το μωρό της, κι ο πατέρας του επεμβαίνει:
-Η Ίριδα είναι χορεύτρια, και δεν την πήραν τα χρόνια. Θα ξαναχορέψει μόλις ξαναβρεί το σώμα της.
Νομίζω αυτή η απλή φράση ήταν που ηρέμησε το μωρό στην αγκαλιά μου κι αποκοιμήθηκε επιτέλους ήσυχο.
Aπό το Protagon



Πέμπτη, 23 Αυγούστου 2012

Προβλέποντας την απομυθοποίηση


Διάβασα συμπτωματικά δυο βιβλία απανωτά που περιγράφουν το θάνατο του συγγραφέα τους, δυο πολύ διασήμων συγγραφέων. Το ένα είναι το «Θέρος» του Κουτσί (μετάφραση Αθηνά Δημητριάδου, ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ) και το άλλο «Ο χάρτης και η επικράτεια» (μετάφραση Λίλα Σιπητάνου ΕΣΤΙΑ) του Ουελμπέκ. Στο πρώτο ένας νεαρός προσπαθώντας να γράψει μια βιογραφία του Κουτσί επισκέπτεται μερικές από τις γυναίκες της ζωής του. Αποκαλύπτεται ότι αυτές που ήταν για τον συγγραφέα «γυναίκες της ζωής του» δεν τον είχαν δει καθόλου σαν άντρα της ζωής τους. Τις περισσότερες τις άφησε αδιάφορες, όσες συγκίνησε κάπως δεν μπόρεσε να τις κρατήσει, και μια απ’ αυτές, την οποία ο ίδιος αγάπησε φλογερά, απλώς την ενοχλούσε υπερβολικά. Η υποψία ότι οι συγγραφείς είναι άτομα αφοσιωμένα στην τέχνη και ανίκανα να γοητεύσουν στη ζωή, ανίκανα να εμπνεύσουν έρωτες, ανίκανα εν τέλει να προσαρμοστούν στην καθημερινότητα, επιβεβαιώνεται από την αδέξια νεανική φιγούρα που σχεδιάζει ο Κουτσί για τον εαυτό του. Με όλες τις γυναίκες ήταν άχαρος, απογοητευτικός, έκανε λάθος κινήσεις, κι όσο κι αν το ήθελε, πράγμα για το οποίο αμφιβάλλουμε τελικά, δεν κατάφερε να δεσμευτεί σε βάθος, ή να δεσμεύσει. Διαβάζοντας το βιβλίο μια νεαρή ψυχή μπορεί να πειστεί πως δεν αξίζει κανείς να ερωτευτεί συγγραφέα, και να αποφασίσει να προσέχει να μην τρελαίνεται από καλλιτέχνες γενικά. Παρόλο που το κεντρικό πρόσωπο είναι νεκρό, ο αναγνώστης σίγουρα νιώθει κάποια στοργή γι αυτό, και θα ήθελε, όπως συμβαίνει συχνά όταν διαβάζουμε βιογραφίες δυστυχισμένων καλλιτεχνών, να τον πάρει από το χέρι και να του εξηγήσει μερικά απλά πράγματα, μερικές οδηγίες. Οι γυναίκες που δίνουν συνεντεύξεις πάντως είναι ολοζώντανες, κι η θλίψη τους που δεν κατάφερν να εξανθρωπίσουν, να εξημερώσουν αυτόν τον αδέξιο άνδρα είναι συγκινητική. Αλλά το λάθος δεν είναι δικό τους.
Η γραφή του Κουτσί προσφέρει πάντα πολύ λεπτή ευχαρίστηση, είτε στις αυτοβιογραφικές αφηγήσεις είτε στα καθεαυτού μυθιστορήματα του. Η οξυδέρκεια δεν του αφαιρεί τον ανθρωπισμό. Χιούμορ και επιείκια για το ανθρώπινο είδος και τις αδυναμίες του διαπνέουν τη γραφή του. Καθόλου δεν μοιάζει με τον σαρκασμό του Ουελμπέκ, που σίγουρα δεν συστήνεται για διάβασμα σε μεγάλες δόσεις.
Πριν προλάβω να σκεφτώ τι ώθησε τον Κουτσί να γράψει αυτό το βιβλίο, πέρα από την ιδέα ότι τον διασκέδαζε ή τον παρηγορούσε σχεδόν διαστροφικά, όπως όταν παιδιά ονειρευόμαστε να βλέπαμε από κάπου την κηδεία μας, σαν τον Τομ Σώγερ, είχα πιάσει και το δεύτερο ‘μετά θάνατον’ βιβλίο, του Ουελμπέκ. Δεν το έκανα επίτηδες, τυχαία έπεσα σε δυο βιβλία που είχαν κατά κάποιο τρόπο την ίδια οπτική. Εδώ  ο ήρωας είναι ένας ζωγράφος που κάνει το πορτραίτο του Ουελμπέκ σε κάποια φάση της καλλιτεχνικής του πορείας. Συναντάει έναν άνθρωπο απολύτως απομονωμένο και δυστυχή, που με δυσκολία σέρνει στο τέλος της κάθε μέρα, και ο οποίος κάποια στιγμή βρίσκεται δολοφονημένος στο σπίτι του με τρόπο νοσηρότατο. Ο αστυνόμος ο οποίος αναλαμβάνει την υπόθεση και δεν την ξεδιαλύνει, γίνεται κι ο ήρωας του τρίτου μέρους. Κουρασμένος, πικραμένος, και χορτάτος όπως ο ζωγράφος και όπως όλοι οι προηγούμενοι ήρωες του βιβλίου και των περισσότερων βιβλίων του Ουελμπέκ, μας βομβαρδίζει με τα συνήθη μηδενιστικά του αποφθέγματα, τόσο μανιακά, που είπαμε, πρέπει να διαβάζεται σε μικρές δόσεις. Η ανθρώπινη πρόοδος, οι δυτικές κοινωνίες, όλα τα πράγματα για τα οποία οι άνθρωποι μοχθούν απλώς επιτείνουν τη δυστυχία τους. Εντάξει, ως φιλοσοφική άποψη δεν είναι πρωτότυπη, αλλά οι ειδικοί επί των πραγμάτων στοχασμοί έχουν διεισδυτικότητα, χιούμορ και πίκρα. Υπάρχει μια υπερβολική δόση πίκρας. Ομολογώ ότι δεν καταφέρνω συχνά να τελειώνω τα βιβλία του, και υποπτεύομαι ότι αυτό το κατάφερα όχι επειδή σκοτώνει τον εαυτό του με φριχτό τρόπο μέσα, αλλά επειδή μεγαλώνοντας εκνευρίζομαι κι εγώ λιγότερο εύκολα, και μπορώ να απολαύσω ακόμα τον ευφυή σαρκασμό ακόμα και κάποιου που καταντά να θυμίζει επαρχιώτη γυμνασιάρχη ο οποίος θρηνεί νυχθημερόν τις χαμένες αξίες.
Τελειώνοντας και το δεύτερο βιβλίο αναρωτήθηκα πάντως αν ο καθένας από τους δύο έμαθε ότι ο άλλος είχε ένα παρόμοιο εύρημα και πώς του φάνηκε. Να την πούμε φαινόμενο αυτή τη σύμπτωση, ή να μη δώσουμε σημασία; Αυτοί οι τόσο διαφορετικοί μεταξύ τους συγγραφείς μοιάζει σα να βάλθηκαν ταυτόχρονα να μας πείσουν για το πόσο άχαρη είναι η δουλειά τους και πόσο πρέπει να αποφεύγουμε να γνωρίσουμε από κοντά ανθρώπους σαν αυτούς. Εμένα τα κατάφεραν να με πείσουν. Αν αποφασίσω ποτέ να απολαύσω τη συντροφιά ενός ανθρώπου που με γοήτευσε η γραφή του, θα προσπαθήσω να βρω κάποιο ακόμα γραφτό του.

Τετάρτη, 15 Αυγούστου 2012

Η Παναγία, ο Ξένιος Δίας, και άλλες θεότητες


Η αλήθεια είναι ότι με αυτή την επιχείρηση κυνηγητού μεταναστών που ονομάστηκε «Ξένιος Ζευς» έχω μείνει άφωνη. Η διαστροφή του πράγματος με ξεπερνά, τι να πεις και τι να σκεφτείς; Το μυαλό που το σκέφτηκε είναι πέρα πια από τα ανθρώπινα μέτρα, υπεράνω καλού και κακού, στο σύμπαν της απόλυτης ασέβειας, του απόλυτου κυνισμού, της απόλυτης αναισθησίας. Τι να πει κανείς, τα αυτονόητα; Ότι για τον Ξένιο Δία μαθαίναμε πως ήταν ο θεός της φιλοξενίας; Μουδιάζει η γλώσσα, ο νους παραλύει.
Αν το ψάξει κανείς θρησκειολογικά, επειδή κάτι πρέπει να κάνει, μπορεί και να βρει ότι ο Ξένιος Ζευς ήταν κάτι πιο περίπλοκο από θεός της φιλοξενίας. Ήταν κάτι σαν θεός των σχέσεων με τους ξένους, προστάτευε ας πούμε τους κανόνες που εξασφάλιζαν την επαφή μαζί τους πέρα από τις συγκρούσεις και τους πολέμους, αυτό που έρχεται όταν τελειώνουν οι συγκρούσεις και οι πόλεμοι δηλαδή, την αναγκαία ειρήνη. Κάτι τέτοιο. Το οποίο σίγουρα δεν είχαν υπόψη οι νονοί της επιχείρησης, οι οποίοι σκέφτηκαν απλώς να κάνουν τον πιο εντυπωσιακό ευφημισμό από καταβολής ευφημισμών, να ξεπεράσουν τον Εύξεινο Πόντο, τον Ειρηνικό Ωκεανό, κι όλα τα γεωγραφικά φόβητρα του παρελθόντος. Να γίνουν οι ίδιοι Πόντος και Ωκεανός που θα πνίξει τον εχθρό. Βοήθειά μας δηλαδή, κι η Παναγία μαζί μας.
Αποφεύγω το θέμα. Αποφεύγω την Αθήνα, αποφεύγω τους δρόμους της Κυψέλης, είναι τόσο άσχημοι, άπλυτοι, παρατημένοι, ελεεινοί και τρισάθλιοι. Είναι σαφές πως δεν τους αποφεύγω μόνο εγώ. Τους αποφεύγει και κάθε κρατική φροντίδα. Στο μεταξύ πρέπει να πληρώσω φόρο εισοδήματος τριπλάσιο από πέρσι, έχοντας το μισό εισόδημα, και ξέρω ότι όσα και να δώσω η υποβάθμιση της περιοχής θα τριπλασιάζεται επίσης.
Με τέτοιες θεϊκές χρήσεις, πώς να χαρείς την Παναγία, Δεκαπενταύγουστο σήμερα; Μου άρεσε κάποτε αυτή η γιορτή. Τώρα  δεν μπορεί η ψυχή μου να μείνει λίγο αθώα. Θα ήμουν πολύ θρησκευόμενος άνθρωπος υπό άλλες συνθήκες, αλλά δεν μ’ αφήνουν ν’ αγιάσω. Η ελληνική θεοκρατία είναι πια αφόρητη. Κάθε αγαθή κουβέντα περί θεού και ελέους, Παναγίας κλπ, μου φαίνεται σαρκασμός.
Για την ημέρα βάζω τη φωτογραφία από το μουσείο της Εφέσου. Η Εφεσία Άρτεμις, παράσταση της Μεγάλης Θεάς, ας με κρατήσει κάπως ψύχραιμη να περάσω τη μέρα με την προσήκουσα ευλάβεια στην πίστη των ανθρώπων και την προσήκουσα αντοχή στο θράσος της βλασφημίας τους. 

Δευτέρα, 13 Αυγούστου 2012

Είμαστε κιτς εμείς οι διεθνιστές

Έρριξα ένα κλάμα χτες με τον Τζον Λέννον, όταν τραγούδησαν το Imagine στην τελετή λήξης των Ολυμπιακών κι έδειξαν τη φωτογραφία του, ούτε όταν τον σκότωσαν δεν είχα κλάψει έτσι. Γενικά είχαν αρχίσει να με παίρνουν τα ζουμιά νωρίς. Είμαι ευσυγκίνητη και κλαψιάρα σαν τον Τζουντ Λό σ' εκείνη την ταινία με τις ανταλλαγές σπιτιών. Κλαίω στις κηδείες πάντα, θα ήμουν θαυμάσια μοιρολογίστρα, κλαίω και στους γάμους. Κλαίω στις συναυλίες και στις όπερες, στο σινεμά, στο θέατρο, στα κάλαντα. Κλαίω στις πανανθρώπινες ελπίδες που ξυπνάνε οι Ολυμπιακοί αγώνες, με όλες αυτές τις μπουχτισμένες σύμβολα τελετές. Οι σημαίες να μην είναι παρά διακόσμηση και καμάρι. Όλες μαζί, σε πανηγύρι. Η ανθρώπινη απληστία να είναι εξιδανικευμένη σε αθλητική άμιλλα. Δεν μου αρέσει ο αθλητισμός, αλλά οι νέοι που αγωνίζονται με κάποιο στόχο και κερδίζουν, ή συνεχίζουν την προσπάθεια, με συγκινούν. Όλ' αυτά τα πράγματα είναι πολύ απλοϊκά, σχεδόν υποχρεωτικά παράγουν κιτς. Λυπάμαι για τους εστέτ, αλλά δεν αρνήθηκα ποτέ το κιτς, πάντα υπέκυπτα στη γοητεία του. Όλοι κρατάνε κάτι απο τα παιδικά τους χρόνια, νομίζω ότι αυτό δεν είναι απο τα χειρότερα.
Πείτε ό,τι θέλετε για τους Άγγλους, τουλάχιστον γιόρτασαν σαν αυτοί που είναι κι όχι παριστάνοντας κάτι άλλο. Είναι παραγωγοί ποπ κουλτούρας, και παρήγαγαν λίγη ακόμα. Τους χάρηκα, κι ας με ξενύχτησαν. Έκλαψα, κι ύστερα γέλασα πολύ, ιδίως μετά την παράδοση στο Ρίο ντε Τζανέιρο που δεν ήθελαν να την κάνουν. Και περιμένω ενθουσιασμένη το Ρίο, εκεί θα ξεσαλώσουμε εμείς οι κιτσάτοι διεθνιστές και λάτρεις της σάμπας.
Εδώ Ρίο, θα λέει ο ανταποκριτής το 2016, εδώ Αντίρριο θα λέμε εμείς.

Κυριακή, 12 Αυγούστου 2012

Φάτε μάτια ψάρια...

Ψάρια που έπιασε ο αδερφός μου στην Πάτμο με το
ψαροντούφεκο
Εμαθα μια καινούργια αγγλική λέξη Snorkelling. Είναι αυτό που κάνω κολυμπώντας με μάσκα και αναπνευστήρα. Παρατήρηση ψαριών.  Φαντάστηκα πως θα το έλεγαν fishwatching, από το birdwatching, την παρατήρηση πουλιών, αλλά όχι.
Έχει πέσει τρομερή τεμπελιά. Ντρέπομαι τον εαυτό μου, αλλά άλλη δουλειά δεν κάνω δυο βδομάδες τώρα εκτός απο τα να παρατηρώ τα ψάρια.Παίρνω αποφάσεις  κάθε νύχτα γεμάτη ενοχές, την επόμενη θα γίνουν όλα όσα προγραμμάτισα, αλλά η επόμενη περνάει πάλι βουτηγμένη στη θερινή ραστώνη, την οποία διακόπτω μόνο για να βουτήξω στη θάλασσα. Αίσχος, αίσχος. Ίσως πρέπει να βάλω ένα όριο, να ορίσω μια ημερομηνία, κάτι.
Τέλος πάντων, τουλάχιστον προσπαθώ να μάθω κάτι για τα ψάρια, κι έτσι ανακάλυψα διάφορα σάιτ με εικόνες και ονόματα, απο της Greenpeace που προσπαθεί να μας καλλιεργήσει καταναλωτική οικολογική συνείδηση (ακολουθώ τις συμβουλές της όλες εκτός απο εκείνη που λέει να μην τρώμε ψάρια ιχθυοτροφείου) μέχρι διαφόρων ψαράδων που αντιμετωπίζουν τα ψάρια μόνο σαν θηράματα.
Γιατί η Greenpeace δεν ευνοεί τα ιχθυοτροφεία δεν ξερω. Νομίζω ότι είναι κάπως απόλυτοι στις οικολογικές τους ιδέες. Δεν γίνεται να ταΐσεις ψάρια τον ανθρώπινο πληθυσμό χωρίς ιχθυοτροφεία. Το χειμώνα αγοράζω συχνά τσιπούρες και λαυράκια ιχθοτροφείου. Βασικά πιστεύω στις φάρμες, ψαριών και άλλων ζώων. Δεν γίνεται να πάψουμε να τρώμε κρέας. Τώρα πάντως με έπεισε η Greenpeace να αναζητώ ψάρια της περιοχής ψαρεμένα από παράκτιους ψαράδες κι όχι μηχανότρατες. Η ψαραγορά του Λαυρίου προσφέρεται για κάτι τέτοιο. Δεν είμαι σαν τον πατέρα μου που μπορούσε να σηκώνεται στις 5 το πρωί και να βρίσκει τους ψαράδες στο λιμάνι, χρησιμοποιώ τους μεσάζοντες της αγοράς, κι έχει μεγάλο ενδιαφέρον. Όταν καταφέρω να βρω τη φωτογραφική μου μηχανή θα βγάλω φωτογραφίες την Ψαραγορά του Λαυρίου. Ελπίζω να προλάβω πριν γίνουν ταβέρνες όλα τα μαγαζιά της.
Παραθέτω τα λινκ. :http://www.explorecrete.com/greek/fish-2gr.html
http://greekfishes.wordpress.com/
http://geo-fishing.blogspot.gr/

Δευτέρα, 6 Αυγούστου 2012

Ονόματα ψαριών


 Για όλα φταίει η πέρκα. Είναι το πιο συνηθισμένο ψάρι και μαζί το πιο εντυπωσιακό. Τη συναντάς πρώτη και καλύτερη μόλις βάλεις μάσκα. Είναι τιγρέ. Φτιαγμένη να κρύβεται μέσα στα ψηλά φύκια όπως η τίγρη μέσα στη ζούγκλα, στα βράχια όπως η τίγρη μέσα στη στέπα. Στο σώμα οι γραμμές είναι κάθετες, στο κεφάλι γίνονται οριζόντιες και λοξές, το κάνουν ακόμα πιο φαντασμαγορικό.
Την κοιτάζω μαγεμένη από την ομορφιά της, εκείνη μένει ακίνητη από φόβο. Για τον ψαρά δεν είναι παρά ένα απλό πετρόψαρο, δεύτερης κατηγορίας, κατάλληλο για σούπα.
Σε λίγα δευτερόλεπτα εμφανίζεται ανάμεσα στις πέτρες και στα φύκια δεύτερο είδος, με πράσινες και πορτοκαλί ρίγες που στο κεφάλι επίσης αλλάζουν σχέδιο. Αυτό πώς να το λένε; Το παρακολουθώ κάμποση ώρα, ύστερα θυμάμαι το όνομα: γύλος! Το υπέροχο, εξωτικό, πολύχρωμο ψαράκι έχει τέτοιο αδιάφορο όνομα. Δεν είναι αδικία; Υποτίθεται μάλιστα ότι μας γελά και το δόλωμα χαλά, έτσι λέει το ποιηματάκι:

Πέρκα είμαι, πιάνομαι
Χάνος είμαι, χάνομαι
Γύλος είμαι, σε γελώ
Και το δόλωμα χαλώ

Στα βαθύτερα νερά τα πετρόψαρα δίνουν τη θέση τους σε ψάρια λιγότερο πολύχρωμα. Είναι απλώς ασημένια, μερικά με κύκλους γύρω από τα μάτια, λόγω της έντονης ζωής που κάνουν ίσως, άλλα με μια γραμμή στην ουρά. Περνά ένα κοπάδι κεφαλόπουλα, να κάτι που αναγνωρίζω. Τέτοια ψάρια έχω ψαρέψει, με καλάμι, όταν ήμουν παιδί. Είχα μάθει να δολώνω, να πετάω και να νιώθω το τίναγμα του ψαριού, μπορούσα επίσης πολύ άνετα να ξαγκιστρώνω τα θύματά μου, πράγμα που με εκπλήσσει όταν το σκέφτομαι. Τώρα πια δεν μπορώ ούτε καν να βλέπω άλλον να το κάνει.
Συναντώ, κολυμπώντας πιο ανοιχτά με τη μάσκα, σιωπηλές καλόγριες που ανοιγοκλείνουν τις ψαλιδωτές ουρές. Όλα τα ψάρια είναι σιωπηλά, αλλά αυτά έχουν κάτι το ιδιαίτερο στη σιωπή τους, κάτι στην κίνηση, ή μάλλον στην ακινησία. Μόνο η ουρά ανοιγοκλείνει κι έτσι προχωρούν. Το όνομα «καλογριά» αγνοεί απολύτως την ψαλιδωτή αυτή κίνηση.
Κάτω στην άμμο κάτι μικρούτσικα μπαρμπουνάκια σκάβουν θυμωμένα με τα μουστάκια τους. Πολύ μικρά για το όνομα «μπαρμπούνι». Προφανώς δεν προλαβαίνουν να μεγαλώσουν, ή μόλις φτάσουν τα τέσσερα εκατοστά βγαίνουν λίγο πιο ανοιχτά και τα μαζεύουν οι τράτες. Οι μικροί αυτοί κληρονόμοι του τεράστιου ονόματος «μπαρμπούνι» να ξέρουν πόσο ελάχιστες πιθανότητες έχουν να ενηλικιωθούν;
Ένα μεγαλύτερο ψάρι κουτουλάει στην άμμο. Ιδέα δεν έχω πώς λέγεται. Αναγνωρίζω ένα κοπάδι ζαργάνες. Από τα δέκα είδη που είδα ονοματίζω τα μισά. Όσο περνάει η ώρα το ποσοστό μικραίνει.
Το βράδυ, στο σπίτι, ψάχνω στο διαδίκτυο. Βρίσκω λίστες με ονόματα, ελληνικά, λατινικά και αγγλικά, αλλά χωρίς εικόνες ή σημάδια αναγνώρισης.
Αγαθίτης, αγκαθόψαρο, αγλανιός, αγνάφισκος. Δεν γίνεται δουλειά έτσι, χρειάζομαι φωτογραφίες.  Στο διαδίκτυο μοιάζουμε πολύ με βουτηχτές, ας λέμε ότι σερφάρουμε.  Δεν τρέχουμε στην επιφάνεια, βουτάμε το κεφάλι στο νερό με μάσκα και αναπνευστήρα. Δεν υπάρχει ρήμα γι αυτό. Για φτιάξτε κάτι εσείς οι γλωσσοπλάστες.
Μετά από μερικές βουτιές βρήκα έναν ερασιτέχνη ψαρά και φωτογράφο. Μετά την παράθεση των ψαριών, είχε μια φωτογραφία του χεριού του τυλιγμένου με ένα  χταπόδι. Το έπιασε, έγραφε, κι ύστερα το άφησε ξανά, επειδή ήταν μικρό. Οι βεντουζίτσες του χταποδιού στα χέρια του ανθρώπου σε μια στιγμή απλής γνωριμίας που δεν εξελίχτηκε σε φάγωμα, μου φάνηκαν πιο συγκινητικές από όλες τις πόζες γατιών που έχω δει στο διαδίκτυο αφότου υπάρχει.
Δεν μπορώ να πιάσω χταπόδι, μικρό ή μεγάλο. Θα κοιτάζω απλώς τα ψάρια, θα μεταδίδω τη σκέψη μου: «Σε λένε μπαλά. Λατινικά, Pagellus bogaraveo » θα λέω.
Τα ψάρια δεν έχουν δικαίωμα στον αυτοπροσδιορισμό βέβαια. Ίσως να προτιμούσαν τις επιστημονικές, λατινικές  ονομασίες. Είναι μεγαλόπρεπες, δεν μαθαίνονται εύκολα, βοηθούν να κρατιούνται οι απαραίτητες αποστάσεις.
Το λινκ που βρήκα http://greekfishes.wordpress.com/
Το λινκ της φωτογραφίας http://www.aquaworld-crete.com/fishgr.html

Παρασκευή, 3 Αυγούστου 2012

Ο "αιρετικός" και ο "παραβάτης"

Photo of Vidal by Carl Van Vechten, 1948
Διαβάζω στα ΝΕΑ για τον Γκορ Βιντάλ, που πέθανε πριν δυο ή τρείς μέρες:
"...Κοιμήθηκε με τον Τζακ Κέρουακ, έκανε παρέα με την Τζάκι Ωνάση, έπαιξε μπουνιές με τον Νόρμαν Μέιλερ, υποδύθηκε τον εαυτό του στη «Ρόμα» του Φελίνι, αλληλογραφούσε με τον βομβιστή της Οκλαχόμα Τίμοθι ΜακΒέι, υπήρξε υποψήφιος των Δημοκρατικών για τη Γερουσία, ζήτησε την καταδίκη του Τζορτζ Μπους ως εγκληματία πολέμου, ήταν σε πόλεμο με τους «Νιου Γιορκ Τάιμς».. "
Βρε για δες, ιδέα δεν είχα για όλ' αυτά τα κατορθώματα. Μια καλοκαιρινή μέρα όμως, πριν αρκετά χρόνια, βρήκα σε ένα ράφι, σε ένα πολυσύχανστο εξοχικό, τον έκδοση τσέπης του "Ιουλιανού" στα αγγλικά, την πήρα και τη διάβασα. Ένιωσα να ανακαλύπτω την Αμερική, ή απλά τον Ιουλιανό και τον Γκορ Βιντάλ με τη μία. Απολαυστικό και διαφωτιστικότατο βιβλίο, με οδήγησε και σε άλλα δικά του, τα οποία με οδήγησαν σε περαιτέρω διαφωτιστικές απολαύσεις. Κανένα δεν με συγκλόνισε όσο το πρώτο εκείνο που είχα διαβάσει, ίσως επειδή ανέτρεπε όσα ήξερα μονομιάς για το χριστιανισμό και πώς επιβλήθηκε, για την ιστορία του αυτοκράτορα Ιουλιανού και για το σόι του, τον Κωνσταντίνο και τους διάφορους Κωνστάντιους μεταξύ αυτών, για τη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία και την Ανατολή, για ολόκληρη εκείνη την περίοδο που τόσο μας έχει καθορίσει και τόσο μας αρέσει να την κάνουμε κλισέ.
Δεν ήξερα το όνομα του συγγραφέα όταν μάζεψα το ξένο βιβλιαράκι; Το ήξερα μάλλον, κάτι μου θύμιζε αόριστα, αλλά δεν είχα συγκεκριμένη εικόνα. Και δεν απόκτησα εικόνα του προσώπου του παρά μετά, όταν πια τον είχα γνωρίσει απο τα βιβλία. Άρα, όταν τον είχα δει νέο στη Ρόμα του Φελίνι δεν τον είχα προσέξει. Κι όταν έκανε δηλώσεις για τον Μπους που δημοσιεύονταν, η φωτογραφία τον έδειχνε γέρο φυσικά.
Ιδού λοιπόν πώς ήταν στα νιάτα του. Έζησε πολύ γεμάτη -και γαμάτη- ζωή. Ντροπή να μην τον ξέρω καθόλου ως άνθρωπο. Αλλά πάλι, κι η χαρά να ανακαλύπτεις ένα βιβλίο χωρίς την πίεση της μόδας, ή της βιογραφίας, ή της συζήτησης των πάντων γύρω απ' αυτό, είναι μεγάλη. Νιώθεις σαν εξερευνητής που ανακαλύπτει μια καινούργια χώρα, κι όταν σε καλοδέχονται σα να είσαι ο μοναδικός επισκέπτης, γιατί κάπως έτσι συμβαίνει με ένα καλό βιβλίο, η εμπειρία είναι μοναδική.
Κάποτε είχα παρακολουθήσει μαθήματα του Ρολάν Μπαρτ στο Κολλέγιο της Γαλλίας για τη λογοτεχνία και τους λογοτέχνες. Η βιογραφία, έλεγε, το πρόσωπο των συγγραφέων, πολύ συχνά επιζεί σαν μύθος ερήμην του έργου. Υπάρχουν συγγραφείς διάσημοι για τη ζωή τους που δεν τους διαβάζουν παρά ελάχιστοι. Το κοινό διψά για τη βιογραφία των συγγραφέων, ενώ εκείνοι βασανίζονται για να παράγουν έργο.
Θέλω να πω ότι είναι προφανώς σημαντικό να κοιμηθείς με τον Τζακ Κέρουακ, αλλά τελικά χαίρομαι που το μαθαίνω δεκαετίες μετά την προσωπική μου ανακάλυψη του βιβλίου για τον Ιουλιανό στο παλιό εξοχικό.

Αυτό που διάβασα στα ΝΕΑ http://www.tanea.gr/politismos/article/?aid=4742507
Η βιογραφία του στη Wikepedia http://en.wikipedia.org/wiki/Gore_Vidal


.

Του 60 η Ομόνοια

Δεν ξέρω πώς ξεκίνησε η συζήτηση για τη δεκαετία του 60, αλλά πολύ μου αρέσει. Ήμουν τότε παιδίσκη, καταλαβαίνετε. Στην Αθήνα, στο κέντρ...