Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τύπος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τύπος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 28 Οκτωβρίου 2016

Οι εξουσίες ανάποδα

Κάθε τόσο οι πολιτικοί προσπαθούν να εμφανιστούν σαν αθώα βρέφη που πέφτουν με διάφορους μυστήριους τρόπους θύματα των δημοσιογράφων. Το τροπάριο το έχουμε ακούσει τόσες πολλές φορές, ώστε μάθαμε να το δεχόμαστε σαν εξ αποκαλύψεως αλήθεια. Οι δημοσιογράφοι υποτίθεται ότι ελέγχουν τις κυβερνήσεις, ο Λαμπράκης τις ανεβοκατέβαζε έλεγαν παλιά, ο Τύπος είναι η τέταρτη εξουσία, μαθαίνουν τα παιδιά να παπαγαλίζουν στο σχολείο, στο ψυχοφθόρο μάθημα της Έκθεσης, παραλείποντας να διευκρινίσουν ότι πρόκειται για σχήμα λόγου, και μπορεί να μην ξέρουν καν τις τρεις κανονικές εξουσίες και γιατί είναι τρεις κι όχι μία. Οι δημοσιογράφοι, έχω την εντύπωση, κολακεύονται απ' αυτό τον ωραίο μύθο, κι επιτρέπουν, αν δεν υποβοηθούν τη διάδοσή του, πολλοί τον πιστεύουν εξάλλου, οι πολιτικές εφημερίδες μας είναι γεμάτες πάθος και κραυγές, σαν υποψήφιοι βουλευτές σε μπαλκόνια, συνέχεια φέρνουν την καταστροφή σε όλα τα πεδία, ακριβώς όπως κάνουν οι πολιτικοί που είναι η δουλειά τους, γιατί αν δεν πείσουν για το πόσο απειλητικός και τρομερός είναι ο κόσμος, πώς θα τους ψηφίσουν ως σωτήρες του;
Συχνά οι πολιτικοί δεν αρκούνται να καταγγέλουν από το πρωί ως το βράδυ τη διαπλοκή και τον πόλεμο των μέσων εναντίον τους, και να παρουσιάζουν τον εαυτό τους ως διωκόμενο, ελπίζοντας να ξυπνήσουν το αίσθημα προστασίας του ψηφοφόρου. Υποβάλλουν μηνύσεις για κάθε γραμμή κριτικής, και ζητούν υπέρογκα ποσά για αποκατάσταση της ηθικής τους βλάβης. Έχει γίνει έθιμο πια, αν ζητήσεις λιγότερο από μερικές δεκάδες εκατομμύρια από έναν άφραγκο εκδότη σοβαρού περιοδικού π.χ. θα είσαι παρακατιανός σε σχέση με τον συνάδελφό σου που είχε ζητήσει δεκάδες εκατομμύρια από μια χρεωμένη εφημερίδα, με απώτερο σκοπό να την αναγκάσει να κλείσει. Ακόμα και τα μέσα που τους στηρίζουν δεν είναι ποτέ αρκετά πιστά, συνεχώς έχουν παράπονα. Σε μερικούς γίνεται μονομανία, πολιτικοί αστέρες της αθυροστομίας κάνουν αγωγές για εξύβριση με το παραμικρό χιομοριστικό δημοσίευμα. Δεν έχει τέλος η απληστία επιβράβευσης.
Οι δημοσιογράφοι είναι υποχρεωμένοι να πηγαίνουν σε 'μπρίφινγκ', αναγνωρίζοντας ότι τα υπουργεία και οι εκπρόσωποί τους είναι πηγή ειδήσεων. Οφείλουν να ισορροπούν ανάμεσα στην ανάγκη για άμεση πληροφόρηση και στην κριτική, κι επειδή είναι πολύ πιο περίπλοκο να κάνουν ρεπορτάζ χωρίς άδειες εισόδου και γνωριμίες, αφήνονται στις καθημερινές αυτές και τόσο ανεβαστικές -είσαι δίπλα στην εξουσία ρε αδερφέ- συνήθειες. Το αληθινό ρεπορτάζ στην Ελλάδα, η έρευνα, είναι τέχνη ξεχασμένη, επαγγέλματα που χάνονται. Ασχολούμενοι δε με τους πολιτικούς και τα καμώματά τους, ξεχνιούνται στ' αλήθεια, περνάνε σε άλλες σφαίρες. Τα βάσανα των επιβατών του ΟΑΣΑ πχ, δεν αφορούν τις συναντήσεις με τον υπουργό μεταφορών, όπως το χάλι στο Πεδίο του Άρεως δεν εμπόδισε τη Δούρου να θριαμβεύσει στο συνέδριο του Σύριζα.
Οι δημοσιογράφοι δεν θα γράψουν ποτέ με τα χεράκια τους την αλήθεια, ότι η εικόνα που δίνουν οι πολιτικοί πως καταπιέζονται απ' αυτούς, είναι η ανάποδη από την πραγματική. Θα ήταν μεγάλη απομάγευση. Άσε που δεν θα τους πίστευε κανένας.

Δευτέρα 27 Σεπτεμβρίου 2010

Πολιτικοί και δημοσιογράφοι

Δευτέρα 27 Σεπτεμβρίου, το καθημερινό χρονογράφημα στα ΝΕΑ έχει θέμα το Πόθεν έσχες των βουλευτών:

[ ΑΝΑΛΩΣΙΜΑ ] Μια καλή πηγή πλουτισµού

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ: 27 Σεπτεμβρίου 2010


Ο ένας πλούτισε από τον γάµο του, ο άλλος από κληρονοµιά. Το πόθεν έσχες των βουλευτών µπορεί να εντυπωσιάζει για το έσχες, αλλά ακούγεται πολύ µπανάλ ως πόθεν. Οι περισσότεροι έχουν να δώσουν µια ερµηνεία συνηθισµένη και αναµενόµενη στην απορία των ψηφοφόρων για το πώς κατάφεραν να αποκτήσουν ακίνητα, να αυξήσουν τις καταθέσεις τους, κ.λπ. κ.λπ. Δηλαδή απλώς στο πρόσωπό τους έγιναν πραγµατικότητα τα όνειρα πολλών κοινών θνητών για µεγάλες κληρονοµιές, καλούς γάµους, τέτοια πράγµατα.
Μερικοί είναι πιο πρωτότυποι και πιο αυτοδηµιούργητοι, όπως ας πούµε ο κ. Αρης Σπηλιωτόπουλος που αύξησε πολύ τις καταθέσεις του τα τελευταία χρόνια. Πώς τα κατάφερε; Το «Βήµα» έγραφε χτες ότι στην ιστοσελίδα του ο ίδιος ο πρώην υπουργός εξηγεί το εξής: «Το µεγαλύτερο µέρος των καταθέσεών µου προέρχεται από αγωγές που έχω κάνει σε δηµοσιογράφους και ΜΜΕ, και τις έχω κερδίσει. Είµαι σίγουρος ότι αυτοί που σχολιάζουν τις καταθέσεις µου το θυµούνται καλά».
Μα πόσες αγωγές έκανε σε πόσους δηµοσιογράφους και πόσα πήρε από τον καθένα για να εµφανίζει τόσο µεγάλη άνοδο, θα αναρωτηθεί κανείς, αλλά καλά θα κάνει να προσέχει οτιδήποτε γράψει στη συνέχεια και κυρίως µε τι τρόπο θα το γράψει. Γιατί µπορεί να µην το πιστεύετε, αλλά όταν ένας πολιτικός κάνει αγωγή σε εφηµερίδα και δηµοσιογράφο, ζητά εκατοµµύρια και εκατοντάδες χιλιάδες. Με όλη τους τη δηµοκρατική ευαισθησία, οι πολιτικοί δεν σκέφτονται πως στερούνται κάτι οι πολίτες αν εκείνοι κατορθώσουν να συντρίψουν οικονοµικά µια εφηµερίδα ή έναν δηµοσιογράφο. Ετσι περήφανα δηλώνουν πως έχουν πάρει αποζηµιώσεις από τα ΜΜΕ, βέβαιοι ότι θα τους θαυµάσουµε. Ισως και να έχουν δίκιο, τα ΜΜΕ να θεωρούνται ακόµα οι βαθύπλουτοι δαίµονες τους οποίους οι έξυπνοι πολιτικοί καταγγέλλουν και αποζηµιώνονται. Ισως και όχι.
----------------------------------------------------------------------------
Το θέμα λοιπόν ήταν αυτό,και μου έκαναν εντύπωση τα σχόλια στο Facebook. Το πιο χαρακτηριστικό έλεγε: "Συμφωνώ με τη τακτική ορισμένων πολιτικών να μυνήουν τους mainstream δημοσιογράφους (των νέων λχ.) των mainstream μέσων. Στην ουσία πρόκειται για "μετάγγιση" μεταξύ των κομμάτων. Έτσι είναι, το χρήμα πρέπει να κυ...κλοφορεί, και να μη μένει στάσιμο" Κι αρκετά ήταν στο πνεύμα αυτό. Δηλαδή, στο ματς, ας το πούμε έτσι Πολιτικοί- Δημοσιογράφοι, το κοινό αίσθημα πάει με τους πρώτους. Το αν κινδυνεύουν να κλείσουν εφημερίδες απο τα πρόστιμα και τις αποζημιώσεις που κερδίζουν οι πολιτικοί εναντίον τους δεν φαινεται να ανησυχεί κανέναν. Έχουν τόσο δυσφημιστεί και ταυτόχρονα μυθοποιηθεί, οι εφημερίδες που μπορεί κανείς να τους κάνει αφαίμαξη κατά βούληση, όσο περισσότερα βγάλει τόσο πιο μάγκας θα είναι. Την αντίληψη ότι χρειάζονται σε μια Δημοκρατία, δεν τη βλέπουμε πουθενα.
Διαπιστώνω ότι η συκοφαντική δυσφήμιση των πολιτικών εναντίον των δημοσιογράφων έχει νικήσει κατά κράτος. Και δεν μπορείς απο πουθένά να πάρεις αποζημίωση.

Παρασκευή 30 Ιουνίου 2000

Κραυγές και ψίθυροι


Ομιλία στο συνέδριο "Δημοσιογραφία και γλώσσα"
Γλώσσα της δημοσιογραφίας είναι οι εικόνες των ειδήσεων στην τηλεόραση, είναι η μουσική υπόκρουση στα ραδιοφωνικά δελτία ειδήσεων, είναι το πάτσγουορκ  των πρώτων σελίδων στις εφημερίδες όταν κρέμονται όλες μαζί στα περίπτερα. Περπατώντας μια μέρα σ’ ένα ωραίο φαρδύ παριζιάνικο πεζοδρόμιο, είχα βρεθεί ξαφνιασμένη μπροστά σ’ αυτό το τελευταίο «ιδίωμα», σ’ ένα περίπτερο που είχε  ελληνικές εφημερίδες. Ήταν κρεμασμένες η μία κάτω από την άλλη και το μέγεθος των γραμμάτων στους τίτλους ήταν τρομακτικό. Αγωνία μ’ έπιασε, τι είχε συμβεί στην Ελλάδα; Χρειάστηκε να τις διαβάσω όλες για να καταλάβω ότι δεν είχε συμβεί τίποτα το ιδιαίτερο στην Ελλάδα, να θυμηθώ ότι αυτά τα τεράστια γράμματα είναι η καθιερωμένη  ρουτίνα στα πρωτοσέλιδα των απογευματινών εφημερίδων. Είναι αυτά που βλέπουμε όλοι μας καθημερινά, σ’ όλα τα περίπτερα, ότι κι αν συμβαίνει, ότι κι αν δεν συμβαίνει.
Αυτή η κατάσταση δημιουργήθηκε σταδιακά μετά τη μεταπολίτευση. Οι πρώτες σελίδες των εφημερίδων μίκραιναν, ενώ τα γράμματα των τίτλων μεγάλωναν. Έχουν φτάσει πια να μοιάζουν με μικρές αφίσες, να περιέχουν τόσο λίγο κείμενο που θα μπορούσε να το φωνάξει ένας τελάλης με πολύ λίγες φράσεις. Κι αυτό κάνουν ακριβώς, αντικαθιστούν τον τελάλη. Ίσως μάλιστα να εξηγείται το όλο φαινόμενο από το γεγονός ότι δεν υπάρχουν πια τελάληδες, ούτε εφημεριδοπώλες να διαλαλούν την πραμάτεια.. Κι επειδή οι εφημερίδες είναι όλες στρατευμένες πολιτικά,, επειδή είναι όλες εκτός από μέσα ενημέρωσης και μέσα διάδοσης πολιτικών απόψεων με μικρότερο ή μεγαλύτερο φανατισμό η κάθε μία, κι επειδή τα γεγονότα κι οι ειδήσεις ερμηνεύονται σε κάθε μία από την πολιτική της σκοπιά, οι φωνές των απλών τελάληδων και εφημεριδοπωλών θα ήταν πολύ ειρηνικές για τους τίτλους και τη μαχητικότητα που τους διακρίνει. Ευτυχώς που είναι οπτικοί και δεν τους ακούμε παρά μόνο στο ραδιόφωνο και στην τηλεόραση, όταν τους διαβάζουν ήσυχα σε κάποια γραφεία.
Πολιτικά η συνήθεια επικράτησε την εποχή που η ΝΔ του Κωνσταντίνου Καραμανλή κυβερνούσε μετά τη μεταπολίτευση, κι αφού είχαν προηγηθεί μερικά χρόνια δεξιών κυβερνήσεων. Οι μαχητικοί μεγάλοι τίτλοι της κεντροαριστερής αντιπολίτευσης εξέφραζαν δυναμικά τη λαχτάρα της  για εξουσία. Όταν όμως την κέρδισε της έμειναν τα ξύλινα γράμματα ως βαριά κληρονομιά που δεν έχει τι να την κάνει. Φυσικά υιοθετήθηκαν από την έκτοτε δεξιά αντιπολίτευση, ακόμα πιο μαχητικοί και κραυγαλέοι. Υποτίθεται ότι προκαλούν τον αναγνώστη, υποτίθεται ότι θα τον ξαφνιάσουν, θα τον ανησυχήσουν, κάπως θα τον καταφέρουν να βάλει το χέρι στην τσέπη.
Όμως είναι γνωστό ότι οι αναγνώστες των εφημερίδων είναι μάλλον σταθεροί, πιστοί σε κάποιο φύλλο, δεν αλλάζουν επειδή βλέπουν έναν εντυπωσιακό τίτλο σε κάποιο άλλο. Έτσι οι μεγάλοι τίτλοι απλώς διευκολύνουν τους διαβάτες να έχουν ένα πανόραμα των απόψεων σε όσο το δυνατόν μικρότερο χρόνο, μπροστά στο περίπτερο. Το να σταματάς και να ρίχνεις μια ματιά στους τίτλους είναι συνήθεια που την έχουν πολλοί περισσότεροι άνθρωποι από όσους αγοράζουν τελικά εφημερίδα.
Υπάρχει λοιπόν αυτή η πολυφωνία του περιπτέρου, πολύ δημοκρατική, διότι όλοι οι τίτλοι φαίνονται από αρκετά μακριά και κατευναστική, διότι όλες μαζί οι κραυγές αποδυναμώνονται με την συνύπαρξη. Αυτή η εικόνα της υπερβολής άνευ λόγου είναι η πρώτη που φέρνει στο μυαλό μου ο τίτλος του Συνεδρίου «Δημοσιογραφία και γλώσσα». Τα μεγάλα γράμματα, αυτή η τεράστια λακωνικότητα έχει κάτι απειλητικό, παρ’ όλη την πολυφωνία. Ο κίνδυνος μιας κραυγής ομόφωνης δεν είναι φανταστικός, έχει υπάρξει κι έχει πιέσει εξαιρετικά την ελεύθερη έκφραση και τη σκέψη. Είναι δύσκολο να αντιστέκεσαι στους δραματικούς τόνους.
Η εμφάνιση αυτή των πρώτων σελίδων, είναι περισσότερο αρχιτεκτονική παρά γλώσσα, για την οποία ελάχιστοι από τους δημοσιογράφους είναι υπεύθυνοι. Οι άνθρωποι που τη χτίζουν κάθε βράδυ, που την δημιουργούν, δεν είναι αυτοί που γράφουν τα ρεπορτάζ, δεν είναι αυτοί που γράφουν τα χρονογραφήματα, ακόμα κι αν είναι όμως, μεταμορφώνονται σε αφανείς εργάτες οικοδομών. Οι λέξεις στην πρώτη σελίδα γίνονται αετώματα, τσιμεντόλιθοι, φράχτες και μετώπες. Οι διευθυντές, αυτοί συνήθως κατασκευάζουν την πρώτη σελίδα, έχουν εγκλωβιστεί σε κάτι πέρα από την πολιτική στράτευση, πέρα από την ενημέρωση, πέρα από τη δημοσιογραφία. Αυτό το κάτι υποτίθεται πως είναι η λογική της αγοράς, από την οποία δεν μπορείς να ξεφύγεις. Ότι κάνουν οι άλλοι πρέπει να το κάνουμε κι εμείς, σκέφτεται χωριστά ο καθένας.
Πάντως η κυκλοφορία των εφημερίδων όλ’ αυτά τα χρόνια των ξύλινων κραυγών, πέφτει αντί να ανεβαίνει. Παλεύοντας με ξένα μέσα, με την εικόνα και με το ξάφνιασμα, μέσα που η τηλεόραση τα κρατά και τα ελέγχει από γεννησιμιού της, ο Τύπος χάνει το παιχνίδι. Το ξανακερδίζει στις εσωτερικές  σελίδες, στους ψιθύρους. Εκεί που τα κείμενα μεγαλώνουν και τα γράμματα μικραίνουν, γίνονται εξαράκια, όπως τα λέγαμε κάποτε. Τα ρεπορτάζ, που έχουν ήδη δοθεί στην τηλεόραση και στο ραδιόφωνο, είναι λιγόλογα, αλλά πιο αναλυτικά, πληθαίνουν όμως οι στήλες των σχολίων, τα άρθρα, οι αναλύσεις, τα σχόλια, τα χρονογραφήματα, που βρίσκονται τώρα σπαρμένα σε ολόκληρο το σώμα της εφημερίδας, σε κάθε της γωνιά. Ο πλούτος των εφημερίδων είναι όλα αυτά τα δευτερογενή κείμενα, που τις Κυριακές ειδικά τις κάνουν υποκατάστατα των περιοδικών ποικίλης ύλης.
Οι συγγραφείς των κειμένων αυτών δεν είναι πάντα δημοσιογράφοι, έρχονται από άλλους χώρους, ειδικεύονται σε άλλες γραφές, δεν πέρασαν την τυραννία  του κυνηγητού της είδησης. Πιστεύω ότι και η δημοσιογραφία, η καθαρή και πρωτογενής δημοσιογραφία, βρίσκει την καλύτερη στιγμή της σ’ αυτή τη μορφή. Όταν έχει καταλαγιάσει το άγχος της αγοράς, όταν έχουν ξεθυμάνει τα κλισέ, κι ο δημοσιογράφος, ερμηνευτής της πραγματικότητας, βρίσκεται απέναντι της με τα πιο απλά γλωσσικά εργαλεία και μπορεί επιτέλους να ψιθυρίσει. Δεν είναι καθόλου εύκολο. Είναι ένα στάδιο ωριμότητας, μια κατάσταση πολυτελής, που την κατακτά κανείς με κόπους. Εκεί ακουμπά κανείς τα βαριά μπαγκάζια του, καταθέτει τα όπλα του εντυπωσιασμού κι αρχίζει την κατάκτηση του προσωπικού του ύφους που θα δώσει ξανά την εικόνα του κόσμου. Να ψιθυρίζουμε, για να μπορούν τα πράγματα να μας μιλούν, θα συμπλήρωνα την παραίνεση του Χρήστου Βακαλόπουλου, που μας θύμισε χτες ο Ηλίας Κανέλλης. Υπάρχει πλούτος μυστικός στις εσωτερικές σελίδες των εφημερίδων και τον ονομάζω μυστικό, ονομάζω τα κείμενα αυτά ψιθύρους διότι κατά κάποιο τρόπο αγνοούνται, από τους αναλυτές, τους γλωσσολόγους, τους μελετητές των μέσων ενημέρωσης, αλλά καμιά φορά και τους ίδιους τους επικεφαλής τους. Όλοι ασχολούνται με τα πρωτοσέλιδα, αλλά τα εσωτερικά κείμενα σαν να παρεισφρύουν ερήμην των εφημερίδων, σαν να μην αναγνωρίζονται, σαν να βρίσκονται εκεί τυχαία, λες και θα μπορούσαν να βρίσκονται και κάπου αλλού. Οι εφημερίδες κατατρύχονται από το άγχος του ανταγωνισμού, μεταξύ τους και με την τηλεόραση και συνηθίζουν να περιφρονούν αυτό που είναι το πραγματικό ατού τους.
Γι’ αυτό οι δημοσιογράφοι βασανίζονται. Πρέπει να μάθουν πρώτα να κραυγάζουν. Πρέπει να αποστηθίσουν τα κλισέ και να τα χρησιμοποιούν καταλλήλως σε κάθε περίσταση. Είναι το πρώτο τους οπλοστάσιο, διαβατήριο για τη μύηση στο θαυμαστό γενναίο κόσμο της επικοινωνίας. Λέξεις αναγνώρισης, σύνθημα και παρασύνθημα. Κι εδώ που τα λέμε βοηθούν σαν μπούσουλας ν’ αντιμετωπίσει ο νέος την πραγματικότητα σε συνθήκες πίεσης χρόνου, να μη μείνει άφωνος μπροστά της. Ας μην είμαστε τόσο απόλυτοι με τα κλισέ και με τις ξένες λέξεις. Ο δημοσιογράφος πρέπει πρώτα να εντυπωσιάσει για να μπορέσει κάποτε να ψιθυρίσει. Οι ξένες λέξεις τραβάνε την προσοχή, ώσπου να γίνουν συνηθισμένες κι ίσως οι ίδιοι που τις λανσάρησαν θα ψάξουν να βρουν κάποια άλλη τότε, η οποία πιθανόν να είναι αρχαία ελληνική. Είναι κι αυτές αρκετά εντυπωσιακές εξ άλλου. Οι δημοσιογράφοι είναι άνθρωποι που πρέπει να τραβάνε την προσοχή. Υπάρχει μεγάλος ανταγωνισμός, δεν είναι εύκολο. Χρειάζεται πια ταλέντο  σώου- μπίζνες. Οι υπερβολές, τα δράματα, η εκζήτηση, η πρόκληση οι εξυπνάδες, όλ’ αυτά  είναι συνηθισμένα μέσα για να ξεχωρίσεις, ή έτσι νομίζουμε πολλοί. Η γλώσσα μπαίνει σ’ αυτό το παιχνίδι, χρησιμοποιείται ως υλικό χλιδής. Όχι μόνο δεν συρρικνώνεται αλλά φουσκώνει με τη χρήση αυτή, λάμπει κι αστραφτοκοπά σαν χριστουγεννιάτικο δέντρο. Εκείνο που συρρικνώνεται με όλα αυτά είναι η πραγματικότητα, ο γύρω μας κόσμος και η δυνατότητα να τον καταλάβουμε. Και φτάνει ώρες ώρες να χάνεται το νόημα των λέξεων μπροστά στ’ αυτιά μας, από την κατάχρηση και τη μεταφορά. Αλλά πώς να προστατέψεις τις λέξεις; Να τις βάλεις σε κανένα κλουβί; Δεν γίνεται. Να βγάλει φιρμάνια η ΕΣΗΕΑ για την χρήση τους; Ούτε αυτό γίνεται.
Υπήρξε διεθνώς ένα κίνημα σχετικό με τη χρήση των ονομασιών, το κίνημα της πολιτικής ορθότητας, που ξεκίνησε από την Αμερική και είχε στόχο κυρίως αντιρατσιστικό, στην Ελλάδα όμως το αντιμετωπίσαμε μόνο με ειρωνεία.  Η προσπάθεια να εντοπιστούν οι λέξεις που στιγματίζουν αρνητικά άτομα ή ομάδες ατόμων και οδηγούν σε διακρίσεις φυλετικές και άλλες, έφτασε σε μας μόνο ως ανέκδοτο, παρόλο που η επιλογή των λέξεων και των εκφράσεων που χρησιμοποιούμε, θα μας το πουν και οι γλωσσολόγοι, δεν είναι ποτέ τυχαία. Τα σημερινά παιδιά π.χ. χρησιμοποιούν αυθορμήτως τη λέξη «βουλεύτρια», θηλυκό του «βουλευτής», που εμείς δεν μπορούμε να την πούμε ούτε να τη γράψουμε. Αυτά όμως μεγαλώνουν σε έναν κόσμο χωρίς προκαταλήψεις κατά των γυναικών και λένε «βουλεύτρια» όπως λένε «χορεύτρια», πράγμα που θ’ αναγκαστεί κι η γραμματική να το δεχθεί οσονούπω. Ελπίζω μόνο κανένα λεξικό να μην γράψει στις έννοιες της λέξης «Αλβανός» το «διαρρήκτης» διότι εκεί υπάρχει μια καινούργια γλωσσική παρεξήγηση που κάνουν τα σημερινά παιδιά, αφού έχουν μετατοπιστεί σε βάρος εθνικοτήτων  οι υποτιμητικές διακρίσεις. Αλλά ακόμα και σ’ αυτά τα πράγματα δεν ξέρω τι νόημα θα είχαν κάποιες συστάσεις της ΕΣΗΕΑ π.χ., από τη στιγμή που οι χρήστες των λέξεων δεν πιστεύουν απόλυτα και φανατικά ότι κάθε φύλο, κάθε ομάδα, και κάθε εθνικότητα δικαιούται την αξιοπρέπεια του ονόματος του. Βρισκόμαστε εκεί πάντα στο στάδιο των κραυγών, στο στάδιο του ρεπορτάζ, της βιασύνης, της ευκολίας, όταν προέχει η εντύπωση και η εξασφάλιση μιας θέσης στη σελιδοποίηση ή στο μεγάλο δελτίο. Όλοι αυτοί οι προβληματισμοί χρειάζονται κάποιο χρόνο, μια ελάχιστη περίσκεψη, χρειάζονται τις εσωτερικές σελίδες και την ωριμότητα των ψιθύρων.
Το Συνέδριο αυτό,  γίνεται μια εβδομάδα μόνο μετά τις εκλογές, και το τέλος της προεκλογικής περιόδου, κατά τη διάρκεια της οποίας συζητήθηκε τόσο πολύ η μορφή της επικοινωνίας κι αναλύθηκε σε τέτοιο βάθος, που δεν έμειναν πολλά περιθώρια για την ουσία. Μας κατέχει ακόμα δέος μπροστά στη δύναμη και τη λάμψη του μέσου και δεν αναλύουμε αρκετά το μήνυμα. Τι γράφεται από ποιόν με τι ύφος και τι επιδιώκει. Όλοι αυτοί οι τίτλοι, αυτή μανία της λακωνικότητας, της δημιουργίας σλόγκαν, πώς διαπερνά την εικόνα και τη σελίδα, πώς ισορροπεί ανάμεσα στην εικόνα και στη σελίδα, γιατί υπάρχει και στις δύο, επηρεάζει τον τρόπο ομιλίας μας; Την άσκηση της πολιτικής; Πολλά απολαυστικά θέματα( είναι πάντα απολαυστικό να γνωρίζεις το βαθύτερο νόημα των επιλογών σου)  θα μπορούσαν να βρουν οι γλωσσολόγοι ερευνώντας και συγκρίνοντας τις μεντιακές γλωσσικές συνήθειες και διατυπώσεις και πιστεύω ότι στον πλούτο των εσωτερικών σελίδων τα συμπεράσματα των ερευνών που ελπίζουμε να κάνουν, θα βρίσκουν πάντα εξαράκια και άφθονο χώρο να φιλοξενούνται.


Κολυμπι, κολύμπι, κολύμπ

Βάζω στο νερό το ποδαράκι μου, προσεχτικά, είμαι μεγάλη γυναίκα, κάνω δυο βήματα, φτάνει η δροσιά ως την καρδιά. Ταυτόχρονα είμαι έξι χρονώ...