Κυριακή, 27 Μαρτίου 2011

Μέχρι να γεράσουμε, έχουμε να γελάσουμε! Μνήμη Αλίκης Πελεκάνου 1950- 2011

Με την Αλίκη είχα εξασφαλίσει τη μνήμη μου, έτσι νόμιζα. Εκείνη θυμόταν διάφορα απο τα ωραία μας νιάτα, θυμόταν πρόσωπα και πράγματα και περιστάσεις, θυμόταν ατάκες, και καλαμπούρια, και σκηνές αστείες, που δεν ήταν ίσως καν αστείες όταν τις ζούσαμε, αλλά εκείνη τις έβλεπε έτσι. Κι εγώ θυμόμουν αυτό απο εκείνη, ένα γέλιο τρελό εκεί που δεν το περιμέναμε, ένα γέλιο που ανέτρεπε αμηχανίες και σοβαρότητες, ξαλάφρωνε βάρη, έδινε φτερά.
Τι παράξενο κορίτσι, απο τη μία να ξεφορτώνει σαβούρα, από την άλλη να μην αφήνει τίποτε να πηγαίνει χαμένο. Συλλέκτης στιγμών, διαλόγων, συναντήσεων, θησαυριστής και μαζί θησαυρός. Θησαυρός κρυμένος της σκληρής πόλης, αυτή η μάγισσα του θερμού καλωσορίσματος. Που μπορεί να είχες τις μαύρες σου και τις χειρότερές σου, να νόμιζες ότι η ζωή σου πήρε την κάτω βόλτα, να μην έβρισκες νόημα σε τίποτε, κι αρκούσε να την αντικρίσεις και να σου πει μια κουβέντα, αστεία, αποστασιοποιητική και ταυτόχρονα θερμαντική, να σου χαρίσει ένα χαμόγελο που σε έκανε αμέσως να αλλάξεις, να δεις το πράγμα ψύχραιμα, να αγκαλιάσεις τη στιγμή και να ευγνωμονείς που είσαι ζωντανός και απολαμβάνεις.
Είχα εξασφαλίσει το συλλέκτη μου, έτσι νόμιζα. Εγώ ξεχνούσα τα πάντα, εκείνη θυμόταν τα πάντα, οπότε δεν θα χρειαζόταν παρά να συναντιόμαστε στα γεράματα και να καθόμαστε να τα λέμε, θα μου χάριζε το πλούσιο άλμπουμ των αναμνήσεων της, που το καλλιεργούσε με εμμονή.
Στο μεταξύ θα κάναμε μερικές εκδρομές ακόμα, μερικές βόλτες, μερικές... Αλίκη γιατί δεν κατεβαίνεις λίγο στο κέντρο να πιούμε καφέ; Έλα να κανονίσουμε ένα ταξίδι στην Τουρκία. Μέχρι να γεράσουμε, έχουμε καιρό, θα γελάσουμε πολύ ακόμα μέχρι να γεράσουμε.
Μέχρι να γεράσουμε έχουμε να γελάσουμε!

Έτσι νόμιζα.
Κι αναβάλαμε διαρκώς τα ταξίδια, τις συναντήσεις, τις βόλτες, έτσι που τώρα ξαφνικά, να βρίσκομαι εγώ να πρέπει να ξύνω τη μνήμη, να ψάχνω τις παλιές φωτογραφίες, να πρέπει εγώ να θυμάμαι! Αν είναι δυνατόν! Πλήρης ανατροπή σχεδίων!
Σα μια τελευταία ζαβολιά, από αυτές που όλο και σχεδίαζε, κι όλο τις ανέβαλε, η μικρή ζαβολιάρα.
Θυμάμαι λοιπόν εγώ εδώ και λίγες μέρες, αφότου κατάλαβα ότι ο θησαυρός κινδυνεύει εξ ολοκλήρου, θυμάμαι το πρώτο γέλιο στο σπιτάκι της οδού Αποκαύκων, την πρώτη γελαστή της εμφάνιση με μια γελαστή φούστα και ένα χορό γελαστών κινήσεων. Δεν χόρευε, έκανε τους άλλους να χορεύουν. Δεν τραγουδούσε, έκανε τους άλλους να τραγουδάνε, και να παίζουν μουσική. Έκανε το Θέμη να βρίσκει τραγούδια. Νομίζω ότι έκανε και το ραδιόφωνο να παίζει.
Θυμάμαι τον κόσμο που άνοιξε με το γέλιο της. Είχα πάει δύσθυμη, μου έφτιαξε το κέφι. Μια φορά την είδα, κι έφτασε για να με προμηθεύει με μαγικές συνταγές για όλες τις δυσκολίες της ζωής, που φάνταζαν τόσο αξεπέραστες την εποχή εκείνη. Με υιοθέτησε με δυο χαμόγελα, με μια κουβέντα εμπιστοσύνης. Μου έδωσε το μαγικό καρύδι που χαρίζουν οι νεράιδες στις βαφτιστήρες τους, με τη μία. 
Τριγυρίσαμε με τα μηχανάκια σε όλη την Αθήνα. Πήγαμε εκδρομές στα νησιά. Μείναμε μαζί σε παλιά σπίτια που πλημμύριζαν με την πρώτη βροχή. Και γελούσαμε με όλα.
Τριγυρίσαμε σε ανθρώπους που την αγάπησαν όλοι, κι όλοι τρύγησαν αυτό τον πλούτο που είχε, αυτή τη γενναιοδωρία, να σε κάνει να βλέπεις τον εαυτό σου με αγάπη, να σε κάνει να βλέπεις τη ζωή πιο φιλοσοφημένα, χωρίς να φιλοσοφεί καθόλου.
Καμιά φορά εξαφανιζόταν. Μου έλειπε πολύ, δεν το έβαζα κάτω. Μιά απο αυτές τις φορές, που αργούσε να εμφανιστεί, πήγα και την έψαξα σαν ντέντεκτιβ, και τη βρήκα. Νόμιζα πως  ανακάλυψα πως αυτό ήθελε, να την ψάξουμε λίγο οι φίλοι της.
Ήμουνα πρόθυμη να την κακομάθω, ελπίζω ότι κάτι κατάφερα σε αυτό το θέμα, αν και δεν άφηνε περιθώρια. Μας κακομάθαινε εκείνη όλους. Πάντως το πάλεψα.
Τα αδέσμευτα νιάτα μας, πριν παντρευτούμε και κάνουμε παιδιά, ήταν μοναδικά, όμως όταν είχαμε τα παιδιά μικρά η παρέα μας έγινε υπέροχη. Τότε, με τα παιδιά μικρά γίναμε αρχιπρόσκοποι και Ροβινσώνες, εξερευνητές, εφευρέτες, τότε παίξαμε με την ψυχή μας, τότε το ταλέντο της Αλίκης, να σε κάνει να πιστεύεις στις δυνάμεις σου και να απολαμβάνεις την κάθε στιγμή, το κάθε δώρο που έχει να σου προσφέρει ο κόσμος, ξεδιπλώθηκε στα καλύτερα του. Στο πείσμα αυτών που νομίζουν ότι οι μεγάλες φιλίες και οι σημαντικές σχέσεις είναι πριν τους γάμους και τα παιδιά, εμείς ανταμώσαμε με παιδιά, ξαναπεράσαμε την παιδική μας ηλικία μαζί τους, επειδή παιδιά δεν είχαμε γνωριστεί, υπήρχε κι αυτό το χρέος.
Πάσχα στο Νιοχώρι, καλοκαίρι στο Πήλιο, Κυριακή στον Εθνικό Κήπο, παντού η Αλίκη με μια φωτογραφική μηχανή να απαθανατίζει τα πιτσιρίκια, και τον εαυτό της ποτέ, και να μη μπορώ να βρω τώρα μια μαρτυρία εκείνης της μοναδικής ομορφιάς της, να έχω μόνο κάτι τυχαίες, πρόχειρες φωτογραφίες, να πρέπει να οργανώσω τη μνήμη, εγώ που ακουμπούσα επάνω της...
Ας είναι λοιπόν. Μια μέρα καλοκαιρινή, στο Πήλιο, ένα απο τα τολμηρά σχέδια έλεγε ότι θα ξεκινούσαμε να πάμε βόλτα στο μονοπάτι για την Πορταριά απο τη Δράκεια. Αυτο το μονοπάτι που δεν ξέρουμε ακόμα αν υπάρχει κι αν το έχει βρει κανείς.
Και ξεκινήσαμε. Παιδιά, εμείς, και ο καύσωνας. Ανεβαίναμε, και πηγαίναμε, και χαθήκαμε φυσικά, με κείνο το βιβλιο του Χαρατσή, "Τα μονοπάτια του Πηλίου" ανά χείρας. Σκαρφαλώναμε, και μας παράστεκαν τα δέντρα, οι θάμνοι, ακολουθούσαμε παμπάλαια καλντερίμια που χάνονταν, βγαίναμε σε ξέφωτα, ξαναχωνόμασταν στα δάση και τα παιδιά ήταν διστακτικά ανάμεσα στο φόβο και στην ομορφιά και μεις το ίδιο. Και διψούσαμε.
Κάποια στιγμή φτάσαμε σε ένα μικρό πλάτωμα με ένα ξωκκλήσι που υπήρχε στην περιγραφή και ψάξαμε να βρούμε τη συνέχεια. Είχε εκεί μια μουριά γεμάτη μούρα, τεράστια, μαύρα ζουμερά μούρα, τριπλά απο αυτά που βλέπουμε καμιά φορά στην Αθήνα. Και η Αλίκη σε τέτοιες περιπτώσεις πάντα έλεγε, αυτή είναι η λύση. Έβρισκε πάντα τη λύση και την προσέφερε.

Και ορμήξαμε στο δέντρο οι διψασμένοι, κόψαμε μούρα, φάγαμε, εγώ φύλαξα και μερικά σε ένα κουτί που είχα μαζί μου, γίναμε μπλε απο το χυμό τους όλοι, τα πρόσωπα, τα μπράτσα, τα στόματα, κολλούσαμε ολόκληροι, παιδιά και μεγάλοι. Χωρίς νερό, αλλά γεμάτοι απο τα ζουμιά της μουριάς, συνεχίσαμε για την κορφή.
Έτσι θέλω να μας θυμόμαστε, με τα μούρα να μας βάφουν τα μπράτσα, να σκαρφαλώνουμε στη μουριά, να μη διστάζουμε, να φεύγουμε στολισμένοι με το πορφυρό της χρώμα που άλλαζε σε επαφή με το δέρμα, γινόταν μελανί.
Να μπορούσα να κρατήσω αυτή τη στιγμή κάπως μετέωρη, σε ένα πίνακα, ένα γλυπτό, ένα φιλμ, σε ένα τραγούδι σαν αυτά που αγαπούσες, Αλίκη, να κάνω κάτι με το παρελθόν και τις ανατριχίλες των ανακαλύψεων του κόσμου, να μπορούσα να σε κρατήσω λίγο.
Γιατί τώρα που εσύ αρνήθηκες να γεράσεις, δεν ξέρω πώς θα γίνει, τι θα κάνουμε με τη μνήμη, τι θα κάνουμε με το γέλιο;

Στα ΝΕΑ έγραψα κάτι άλλο:
http://www.tanea.gr/default.asp?pid=2&ct=1&artid=4624518

Είχα µια φίλη που πίστευε ότι µπορείς να προλάβεις πολλά τις µεγάλες ηµέρες. Οταν η νύχτα αργεί όπως τώρα, υπάρχουν ώρες που ξεγελιέσαι και νοµίζεις ότι δεν θα νυχτώσει ποτέ. Αν και όταν ήταν νέα τής άρεσαν οι νύχτες, καθόταν ξύπνια µέχρι αργά, καµιά φορά δεν κοιµόταν καθόλου, µεγαλώνοντας ανακάλυψε τα θέλγητρα των ηµερών της άνοιξης, οι οποίες απτόητες από κρίσεις και µακρινούς σεισµούς, διαρροές ραδιενέργειας και καταστροφολογίες, επανήλθαν τρυφερές, χλιαρές και γενναιόδωρες.

Η φίλη µου λοιπόν όταν ωρίµασε, όλα εκείνα που ίσως περίµενε να της φέρει η νύχτα, τα έκανε µόνη της µέσα στην ηµέρα. Είναι η σοφία των µητέρων αυτή η δυνατότητα. Κάθε εικοσιτετράωρο είναι περιπέτεια.

Το µυστικό µε αυτές τις ηµέρες είναι ότι καµιά φορά πραγµατικά κρατάνε περισσότερο. Η φίλη που σας έλεγα, ένα καλοκαίρι κατάφερε να µεγαλώσει την ηµέρα απλώς λέγοντάς µας να ξεκινήσουµε την εξερεύνηση ενός µονοπατιού λίγο πριν νυχτώσει.

Εγώ που ήµουν άνθρωπος µετρηµένος και µε το ρολόι στο χέρι της έλεγα ότι αυτό δεν γίνεται, θα µας έπαιρνε η νύχτα. Εκείνη επέµενε ότι θα προλαβαίναµε. Τα παιδιά ήταν µε το µέρος της φυσικά, πάντα έτοιµα για περιπέτεια. Επειδή η φίλη µου ήταν και λίγο µάγισσα µε έπεισε, όπως πάντα µε έπειθε, και ξεκινήσαµε για το µονοπάτι λίγο πριν νυχτώσει. Είναι ένα µονοπάτι που το περπατώ έκτοτε συχνά, αλλά ξανά δεν πήγα µαζί της. Κάθε φορά θυµάµαι πώς εκείνη τη βραδιά κρατήσαµε την ηµέρα λίγο παραπάνω, πώς περπατήσαµε κάτω από τα φουντωµένα κλαριά που έκρυβαν το φως κι όµως βλέπαµε και συνεχίσαµε και φτάσαµε εγκαίρως, λίγο λαχανιασµένοι βέβαια, αλλά πριν πέσει η νύχτα. Είναι µερικοί άνθρωποι που το καταφέρνουν αυτό. Πολύ λίγοι όµως κρατάνε τη νύχτα κάπως µακριά, ίσως επειδή την έχουν σπουδάσει και τους αναγνωρίζει, της λένε στάσου, όπως στο τραγούδι, «Νύχτα στάσου!», και εκείνη γελώντας, όπως η αγαπηµένη µου φίλη που πάντα γελούσε, µε όλα έβρισκε ένα γέλιο, καθυστερεί λίγο για το χατίρι αυτών των πολύ ξεχωριστών ανθρώπων.
 

Ιδιωτικές πρωτοβουλίες

Όσες μέρες έχει τον άνδρα της στο νοσοκομείο, η παλιά μου φίλη  περνά κάτι παραπάνω από τις ώρες μιας βάρδιας δίπλα του. Έμαθε πολλά για την περιποίηση αρρώστων, αισθάνεται περήφανη. Θα προτιμούσε να μη χρειάζεται, αλλά δεν έχει επιλογή.

Θεωρείται φυσικό να γίνεται κανείς νοσοκόμος όποτε έχει άρρωστο στο νοσοκομείο. Όμως δεν ήταν πάντα έτσι. Κάποτε δεν μπορούσες να είσαι στο νοσοκομείο παρά μόνο ώρες επισκεπτηρίων. Τις υπόλοιπες απαγορευόταν αυστηρά. Πότε άλλαξε τόσο ριζικά αυτό και φτάσαμε  να είναι αυτονόητο ότι τη νοσηλεία στα δημόσια νοσοκομεία την αναλαμβάνουν οι συγγενείς; Έγινε σταδιακά, ανεπαίσθητα; Ποιος ευθύνεται;

Βεβαίως φταίει  που τα νοσοκομεία κάνουν οικονομία σε νοσηλευτικό προσωπικό. Ειδικά τώρα δεν γίνονται προσλήψεις. Αλλά το παράξενο είναι ότι δεν γίνονταν ούτε  πριν. Εδώ και πολύ καιρό το νοσηλευτικό προσωπικό έχει αραιώσει, σα να είναι  πολυτέλεια στο νοσοκομείο.

Μήπως, λέω μήπως, δεν είναι μόνο εκ των άνω σχεδιασμός που οδήγησε στη σημερινή κατάσταση; Μήπως η πίεση των συγγενών να υποκαταστήσουν τη νοσοκόμα, όταν ακόμα υπήρχαν νοσοκόμες, πίεση στηριγμένη στην πεποίθηση ότι δεν θα κατάφερνε η επαγγελματίας να δείξει τη δέουσα φροντίδα στον προσφιλή του καθενός, έπαιξε ρόλο; Τέκνα που ανησυχούσαν για γονείς, γονείς για τέκνα, σύζυγοι αποφασισμένες να ξενυχτήσουν σε πολυθρόνες, μπόρεσαν να το κάνουν τελικά. Θυμάμαι, γυναίκες κυρίως, να διαρρηγνύουν τα ιμάτια τους για κάθε προσπάθεια να τις απομακρύνουν λίγο οι επαγγελματίες της ιατρικής από το προσκέφαλο του ασθενούς. Εντάξει λοιπόν, με τον καιρό τους πέρασε, τα κατάφεραν, έγιναν απαραίτητες. Κι αν τώρα έχουν αλλάξει γνώμη ή νοοτροπία, είναι αργά.

Είναι παράξενη η σχέση μας με τις δημόσιες υπηρεσίες. Ένα μίγμα απαιτήσεων και δυσπιστίας. Τα θέλουμε όλα, αλλά εμείς θα τα κάναμε καλύτερα. Σιγά –σιγά το σχολείο διαλύθηκε από τις πρωτοβουλίες των γονιών, ή  πάντως βοήθησαν πολύ. Το νοσοκομείο έχει μείνει χωρίς νοσηλευτές κι άντε τώρα να τους βρει.

Ίσως η λαϊκή πίεση, ας την πούμε έτσι, φανταζόταν ότι θα συναντούσε μεγαλύτερη αντίσταση. Δυστυχώς έχασε, και μαζί της χάσαμε όλοι.


Στα ΝΕΑ http://www.tanea.gr/default.asp?pid=10&ct=13&artid=4623911

Κίνητρα για ζευγάρια

Το παράθυρο του ημιυπόγειου διαμερίσματος βγαίνει στο πεζοδρόμιο. Το νέο ζευγάρι ανεβάζει από κει ένα καρότσι  μωρού, ύστερα σκαρφαλώνει κι αυτό να μαζέψει λίγο ήλιο στο ενάμιση μέτρο που έχει δώσει ο παλιός ΓΟΚ ελεύθερο μπροστά στην πολυκατοικία. Περνάνε αυτοκίνητα δίπλα, το μωρό αντικρίζει τον κόσμο ανασαίνοντας εξατμίσεις, ακούγοντας θόρυβο, και αντικρίζοντας το κάτω μέρος  στενών μπαλκονιών. Αν και αντικρίζει βέβαια μόνο τα πρόσωπα της μαμάς και του μπαμπά του, οι οποίοι έχουν ύφος σα να βρίσκονται σε πάρκο, ένεκα ο ήλιος. Χαλαρώνουν, χαμογελούν. Υπάρχει σίγουρο κίνητρο για νέα ζευγάρια που εγκαθίστανται στις παλιές πολυκατοικίες του κέντρου της Αθήνας, κι αυτό είναι η φτώχεια. Όσα άλλα και να δώσει ο δήμος για να επιστρέψουν οι κάτοικοι στις γειτονιές που έχουν παρατήσει, κανένα δεν θα είναι τόσο αποτελεσματικό.
Υπήρχε μια εποχή που πολλά νέα ζευγάρια ήρθαν να μείνουν στα μικρά και στριμωγμένα αυτά διαμερίσματα. Αλλά μετά σοβαρά κίνητρα για να κινηθούν βορείως και νοτίως. Δεν είχαν προλάβει να βγάλουν μια καρέκλα στο μπαλκόνι τους, κι η θέα κλείστηκε από μια παρόμοια με τη δική τους πολυκατοικία που χτίστηκε απέναντι σε χρόνο μηδέν. Δεν είχαν προλάβει να αγοράσουν αυτοκίνητο και ο χώρος για να το παρκάρουν είχε εξαφανιστεί. Στην αυλή του κτιρίου που πήγαιναν σχολείο τα παιδιά τους χτίστηκε μια πολυκατοικία που σκοτείνιασε τον τόπο. Τα οποία παιδιά μόλις μεγάλωσαν και βρήκαν δουλειά της προκοπής μετακόμισαν σε καλύτερα μέρη, κι ούτε το κίνητρο να δουν τους γονείς τους, όσους δεν κατάφεραν να φυγαδευτούν, δεν ήταν αρκετό για να ξαναγυρίζουν στο κέντρο.
Έτσι είναι οι άνθρωποι, το διαρκές κίνητρο τους είναι να ζουν καλύτερα. Αλλά πάντα θα βρίσκονται φτωχοί να έρχονται στις γειτονιές που αφέθηκαν να γίνουν αβίωτες. Μέχρι να ξεφύγουν κι αυτοί για κάτι καλύτερο.
Κι αν μπορούσε στ’ αλήθεια να γίνουν οι γειτονιές κάπως καθαρές και κάπως φροντισμένες, να αποκτήσουν αξιοπρέπεια,  ίσως στο μέλλον τα εγγόνια όσων δεν μπορέσουν να μετακομίσουν, να έχουν ένα κίνητρο για κυριακάτικες επισκέψεις.

Στα ΝΕΑhttp://www.tanea.gr/default.asp?pid=10&ct=13&artid=4623731

Η Αυγή να βάλει το ροδοδάκτυλο της

Στο Ιντερνετ η συγγραφέας Πόλυ Χατζηµανωλάκη θυµίζει το πρόσωπο της Αυγής στην Οδύσσεια. Μα βέβαια, δεν είναι η αυγή, το ξεκίνηµα δηλαδή, όπως όλοι σκεφτήκαµε τη µέρα που άρχισαν οι βοµβαρδισµοί, αυτή που ενέπνευσε το όνοµα της επιχείρησης, είναι εκείνη η θεά µε τα πέπλα που κάθε πρωί τα τραβούσε στον ουρανό για να ξηµερώσει η µέρα. Η ροδοδάκτυλη Αυγή, όπως την είχαµε µάθει εµείς που κάναµε την Οδύσσεια σε µετάφραση, η θεά Ηώς. Κι εκεί πλέον, µε το ένα µάτι στις εικόνες από τα φώτα των αεροπλάνων που κάνουν τον ουρανό όχι ρόδινο αλλά κάτι σε πρασινοµπλέ σαν φάρο ασθενοφόρου και το άλλοστις αναλύσεις των ειδικών, αφήνουµε και µια απορία να τριγυρίζει στο βάθος των διληµµάτων που άλλοι χρειάστηκε να αντιµετωπίσουν (αλλά για λογαριασµό µας, αφού ανήκουµε στον κόσµο των ίδιων αξιών, έτσι δεν είναι), τη ροδοδάκτυλη πού τη θυµήθηκαν; Τι εννοεί ο ποιητής των στρατιωτικών επιχειρήσεων µε αυτήν την ονοµασία;

Σχέδιο Περικλής, Καλλικράτης, Ξενοκράτης, µέχρι τώρα µπορεί να νοµίζαµε πως είχαµε το µονοπώλιο της εµµονής σε αρχαία ονόµατα που κολλάνε όπου να ‘ναι. Πόσοι επιτελάρχες σε στρατό και υπουργεία υπήρξαν καλοί στα φιλολογικά µαθήµατα και κράτησαν στην ψυχή τους απωθηµένα; Απειροι, όπως αποδεικνύεται. Να το θυµάστε αυτό και µην ξαναρωτήσει κανείς σε τι χρειάζονται τα Αρχαία.

Πρόκειται λοιπόν για επίκληση, όπως ο Οµηρος ξεκινούσε να ψάλει ζητώντας τη βοήθεια της Μούσας, έτσι κι εδώ οι Αγγλογάλλοι επικαλούνται την Αυγή να τους φωτίσει, όχι µόνο να οδηγήσει τα αεροπλάνα στον σωστό στόχο αλλά, κυρίως, την επιχείρηση σε κάποια ξεκάθαρη κατάσταση.

Λες εύκολα ανθρωπιστική βοήθεια µια αποστολή τροφίµων ας πούµε, αλλά µε τις βόµβες όσο να ‘ναι το πράγµα µπερδεύεται, κι αυτό από την αυγή των ανθρωπιστικών επεµβάσεων. Ακόµα και στο Ναυαρίνο, ας αναφέρουµε τη γνωστότερη σε µας, δεν υπήρχαν θύµατα που πλήρωσαν µε τη ζωή τους την αυγή του ελληνικού κράτους; Ασε πια την Οδύσσειά του, που ξεκίνησε έκτοτε.
Στα ΝΕΑ http://www.tanea.gr/default.asp?pid=10&ct=13&artid=4623544

Κυριακάτικοι πειρασμοί

Στον τουριστικό πεζόδρομο δυο κοριτσάκια γύρω στα εφτά έχουν εκστασιαστεί μπροστά σε ένα χαρτόνι με  χλαπάτσες. Έτσι δεν λένε αυτά τα πλαστικά φρούτα που  πατικώνονται όταν τα χτυπάς κάτω κι ύστερα σιγά- σιγά φουσκώνουν πάλι; Συνήθως οι γονείς τραβάνε βιαστικά τα παιδιά τους, να μη χαζεύουν σαχλαμάρες.  Τούτοι εδώ όμως έχουν πολλά να πουν, φλυαρούν στη μέση του δρόμου και τα κοριτσάκια έχουν όλο το χρόνο να θαυμάσουν τις χλαπάτσες όσο τραβά η ψυχή τους. Είναι δυο πολύ καλοβαλμένα κοριτσάκια, υπερβολικά καλοβαλμένα μάλιστα, το ένα φοράει ένα παλτό από αυτά με γούνα από μέσα και δέρμα απέξω, πανάκριβα σε κανονικό μέγεθος, σε παιδικό απαράδεκτη σπατάλη, γιατί  θα χρησιμοποιηθούν για τρία χρόνια. Αν και ντυμένο μικρομεγαλίστικα είναι πολύ χαριτωμένο, φινετσάτο προσωπάκι, ξανθά μαλλιά, γαλάζια μάτια. Πώς είναι δυνατόν να θέλει χλαπάτσα; Κι όμως, έχει μείνει με το στόμα ανοιχτό μπροστά σε αυτό το σιχαμένο πράμα.
Το άλλο κοριτσάκι, με πιο έντονα χρώματα, ελαφρώς φτηνότερο παλτό και  αποφασιστικό ύφος, είναι πιο ψύχραιμο. Αναλαμβάνει να φέρει σε πέρας τις διαπραγματεύσεις. Πηγαίνει διακριτικά στους μπαμπάδες, τραβάει το μανίκι του δικού της, δείχνει την πραμάτεια του μικροπωλητή, διατυπώνει το αίτημα, το οποίο απορρίπτεται χωρίς δεύτερη συζήτηση. Αρχίζει μια σειρά πηγαινέλα, παζάρια, υποσχέσεις. Αλλά οι γονείς είναι κάθετοι. Μπορεί να αγόρασαν για τις θυγατέρες τους πανάκριβα πανωφόρια, αλλά δυο ευρώ για τη χλαπάτσα αποκλείεται να δώσουν.
Μετά από κάμποση ώρα και από σειρά αρνήσεων, τα κοριτσάκια φεύγουν με τους γονείς χωρίς διαμαρτυρίες. Η μικρή ξανθιά είναι βουρκωμένη, το θέλησε τόσο πολύ αυτό το χαζοπαίχνιδο, ήταν τόσο κοντά τόση ώρα, να μη μπορεί ούτε να το πιάσει! Δεν υπάρχει κανένα παιδί τόσο πλούσιο που να τα έχει όλα, λέει το ηθικό δίδαγμα. Από την άλλη, ίσως πρέπει να ευγνωμονεί τη στέρηση που θα της δώσει αναμνήσεις, το αίσθημα του ανεκπλήρωτου κι άλλα πολύτιμα πράγματα της παιδικής ηλικίας, τα οποία αποκτά καθώς φεύγει με άδεια χέρια και μάτια πλημμυρισμένα  δάκρυα.
Στα ΝΕΑhttp://www.tanea.gr/default.asp?pid=10&ct=13&artid=4623350

Μοντέρνο ερείπιο επί παλαιού


Η ξαφνική λιακάδα υποδέχεται τους τουρίστες και τους κάνει να μετανιώνουν για τα χειμωνιάτικα ρούχα που πήρανε. Κατεβαίνοντας στη Μητροπόλεως το παλιό υπουργείο Παιδείας δημιουργεί ένα κομμάτι ανήλιαγο και κρύο στο πεζοδρόμιο. Προσέχουν το εκκλησάκι στη στοά. Με κοιτάνε ερωτηματικά.
Μου αρέσει να δείχνω την Αθήνα σε ξένους φίλους,  αλλά όλο και συχνότερα καταπίνω τη γλώσσα μου. Μακάρι να μη χρειαζότανε να εξηγώ τόσα πολλά. Αυτό το τεράστιο κτίριο είναι παρατημένο εδώ και κάμποσο καιρό. Η είσοδος φραγμένη με σανίδες σα χωριάτικη αποθήκη. Τα μαγαζιά ξενοίκιαστα, τα τζάμια τους γεμάτα σκόνη. Και το ζουληγμένο εκκλησάκι να θυμίζει τη βουλιμία των οικοπεδούχων για τετραγωνικά.
Κανείς δεν θέλει, διαβάζω αργότερα, να νοικιάσει αυτό το κτίριο. Ανήκει στην Εκκλησία της Ελλάδος. Αυτή είναι ο ιδιοκτήτης που αποφάσισε να πλακώσει το παλιό εκκλησάκι με τη μοντέρνα αξιοποίηση, εκείνη τη δεκαετία του 50. Ίσως,  κάποιος άλλος ιδιοκτήτης να ήταν πιο ευλαβής. Να έλεγε, ας χάσω μερικά τετραγωνικά, να φαίνεται ο ναΐσκος. Αλλά η ίδια η Εκκλησία δεν είχε να δώσει λόγο σε κανέναν, ούτε στον ίδιο τον εαυτό της.  Όπου έχει οικόπεδα και τα χτίζει τα εξαντλεί τα τετραγωνικά του ΓΟΚ.
Το κτίριο λοιπόν σχεδιάστηκε με βασικό στόχο να αξιοποιήσει τα τετραγωνικά. Μαγικά τετραγωνικά των οικοπέδων που γεννάνε νέα τετραγωνικά των διαμερισμάτων, που γεννάνε χρήμα διαρκές στο διηνεκές. Τι να σου κάνει η αρχαία ευλάβεια μπροστά στη νέα αυτή μαγεία; Κατά τα άλλα, ο αρχιτέκτονας ήταν πολύ καλός, το κτίριο είναι αξιόλογο, μην το βλέπετε έτσι. Αλλά πώς να το δείτε; Από πού να το δείτε, έτσι που είναι χωμένο στο δρόμο ο οποίος κανονικά δεν σηκώνει τέτοιον όγκο, όχι γι αυτούς που επιθυμούν να κοιτούν.
Πάμε παρακάτω και γρήγορα. Οι τουρίστες της Αθήνας καλά θα κάνουν να αναπτύξουν δεξιότητες αλόγων με παρωπίδες. Να μην κοιτάνε γύρω τους, μέχρι να βρεθούν στην Ακρόπολη και τα πέριξ, κι εκεί παρακαλούνται να βγάλουν τις παρωπίδες, να θαυμάσουν επί ώρα τις αρχαίες κολόνες, κι ύστερα χωρίς μνησικακία, να βρεθούν στις πέριξ ταβέρνες καταλλήλως πεινασμένοι.  

Στα ΝΕΑ http://www.tanea.gr/default.asp?pid=10&ct=13&artid=4622939

Τρίτη, 15 Μαρτίου 2011

«Έφυγε», αλλά δεν πήγε μακριά

Ο Ρασούλης βρέθηκε νεκρός στη Θεσσαλονίκη, εννέα μέρες μετά το θάνατό του. Δεν έφυγε, όπως λέει το δημοσιογραφικό κλισέ. Κάθε άλλο. Μάλλον το κλισέ δεν υπήρξε ποτέ ατυχέστερο σαν διατύπωση. Δεν έφυγε, ήταν εκεί ο άνθρωπος, το σώμα του βρισκόταν σε σπίτι, μέρος που συχνάζουν ζωντανοί, και παραδινόταν στην αποσύνθεση. Πρακτικό θα ήταν να έφευγαν οι νεκροί, αλλά κάνουν το ακριβώς αντίθετο. Μένουν εδώ, και πρέπει κάποιος να τους φροντίσει, να ασχοληθεί μαζί τους. Το μόνο σίγουρο για τη μετά θάνατο ζωή είναι πως πρέπει οι ζωντανοί να κάνουν κάτι με το σώμα του νεκρού. Από αρχαιοτάτων χρόνων. Είναι το μόνο που ξέρουμε για τους προγόνους μας, το πρώτο πράγμα που βρίσκουν οι αρχαιολόγοι, οι τάφοι. Μπορεί να λέμε τώρα πια ‘έφυγε’ για κάποιον που πεθαίνει, επειδή εμείς έχουμε φύγει εντελώς από τη σκληρή πραγματικότητα της ενασχόλησης με το θάνατο. Κάπως καταφέραμε και τον ξεφορτωθήκαμε, απομονώθηκε στις παρυφές της πόλης. Τον ανέλαβαν ειδικά γραφεία. Οπότε αποκτήσαμε νέες λέξεις όπως το έφυγε μέσα σε εισαγωγικά.
Κι έτσι αν και ο Ρασούλης ήταν απελπισμένα παρών, γράφουμε πως «έφυγε» για να απαλύνουμε τη διατύπωση. Σκληρή μεταχείριση για κάποιον που εργάστηκε με τις λέξεις, και δη αυτές που ντύνονται την πρόσθετη δύναμη της μουσικής. Οι εταιρίες και τα σωματεία συγγραφέων και στιχουργών θα έπρεπε να κάνουν διάβημα προς τις εταιρίες και τα σωματεία δημοσιογράφων ζητώντας μεγαλύτερη ακρίβεια στη χρήση των λέξεων, ειδικά όταν αφορούν τις βιογραφίες τους, και τέλος πάντων την αναγγελία των θανάτων τους. Θα μπορούσε να είναι μια παράγραφος στο νόμο περί πνευματικών δικαιωμάτων. Καλά είναι τα πνευματικά δικαιώματα και η κατοχύρωση τους, αλλά όταν δεν μπορείς να εξασφαλίσεις ούτε μια στοιχειώδη ακρίβεια και αισθητική στην αναγγελία του θανάτου σου, κάτι χάνεις. Θα μπορούσαν να μειώσουν λίγο τα χρόνια που ένα έργο παράγει εισόδημα για το συγγραφέα και τους κληρονόμους, σε αντάλλαγμα με το δικαίωμα να καταργηθεί το ρήμα ‘έφυγε’ από τις νεκρολογίες τους.
http://www.tanea.gr/default.asp?pid=10&ct=13&artid=4622563

Δημόσιοι λειτουργοί

Πέρασα ένα ολόκληρο πρωινό στα δικαστήρια. Είχα να πάω χρόνια, από τον καιρό της Σανταρόζα, όταν έκανα δικαστικό ρεπορτάζ. Στην έδρα βρισκόταν µια νέα γυναίκα, εισαγγελέας ήταν άλλη µια νέα γυναίκα. Ηταν και οι δυο τους τόσο ήρεµες, ψύχραιµες, µελετηµένες, προσεχτικές, απευθύνονταν µε σεβασµό σε κατηγορούµενους και µάρτυρες, σε δικηγόρους και στο πλήθος. Καµία σχέση µε τους δικαστές που θυµόµουν, οι οποίοι µιλούσαν µε σκαιότητα σε κλεφτρόνια και πρεζόνια, µε ύφος περιφρονητικό, έδειχναν συνέχεια να βιάζονται, τους ξαπόστελναν χωρίς πολλά πολλά. Μετά τα τόσα αρνητικά που έχω ακούσει για τα δικαστήρια, τις αργοπορίες, τις γραφειοκρατίες, είχα µείνει µε το στόµα ανοιχτό µπροστά στις σοβαρές και υπεύθυνες αυτές γυναίκες.

Το ίδιο βράδυ συναντήθηκα ξανά µε το ελληνικό κράτος στη νοσοκοµεια κήτου µορφή αυτή τη φορά. Το ΕΣΥ έσωσε τη ζωή µιας αγαπηµένης µου φίλης µε το ασθενοφόρο του και την ταχύτητα της επέµβασής του. Γιατροί, νοσοκόµοι, οδηγοί συνεργάστηκαν σε µια διαδικασία ρουτίνας που έχουµε µάθει να θεωρούµε αυτονόητη και να απαιτούµε διαρκώς να βελτιωθεί.

Καλά κάνουµε σε γενικές γραµµές, απλώς καµιά φορά ξεχνάµε, από την πολλή γκρίνια και τη µεµψιµοιρία, όλους αυτούς τους άντρες κι όλες αυτές τις γυναίκες που κάθε µέρα ξεκινάνε τη δουλειά τους κι αγωνίζονται είτε στην αίθουσα του δικαστηρίου είτε στην αίθουσα του σχολείου, του νοσοκοµείου ή του µηχανοστασίου ή οπουδήποτε τέλος πάντων αγωνίζονται να την κάνουν σωστά. Τα ισοπεδώνουµε όλα, τα απαξιώνουµε, τα δυσφηµούµε και τελικά όχι µόνο χάνουµε την εµπιστοσύνη µας, αλλά πέφτουµε και στα νύχια της προκατάληψης, δεν µπορούµε να είµαστε δίκαιοι.

Καµιά φορά, ωστόσο, οι δηµόσιοι λειτουργοί µάς θυµίζουν ότι δεν είναι για πέταµα αυτό το κράτος, κάποια πράγµατα έχουν κατακτηθεί, πολλοί άνθρωποι µοχθούν γι’ αυτό και θα ήταν κρίµα η γενικότερη παρακµή να τα παρασύρει σαν κύµα, να διαβρώσει το κουράγιο των ανθρώπων που πιστεύουν σε αυτό που κάνουν, να τα διαλύσει όχι µόνο από φτώχεια, αλλά και από έλλειψη φροντίδας και εκτίµησης.

http://www.tanea.gr/default.asp?pid=10&ct=13&artid=4622366

Παρασκευή, 11 Μαρτίου 2011

Τι παράξενοι που είναι οι ανθρωπιστές, τι παράξενοι...

Είσαι παράξενη. Είσαι πολύ παράξενη. Αφού είχες τις αµφιβολίες σου για την επιλογή της απεργίας πείνας, πήγες να συµπαρασταθείς στους απεργούς. Τι σε ώθησε να το κάνεις αυτό; Ανθρωπιά και συµπόνια; Αυτές οι λέξεις δεν είναι αρκετά αγωνιστικές, µαχητικές, λαµπερές, δεν µπαίνουν σε πανό και σε ντουντούκες.

Εσείς οι ανθρωπιστές είστε µυστήριοι άνθρωποι. Ειδικά όταν δεν αρκείστε στα λόγια, αλλά πάτε και παίρνετε σακούλες µε ρούχα για πλύσιµο και τρέχετε στα νοσοκοµεία και ξενυχτάτε δίπλα στους µετανάστες. Τι κίνητρα έχετε; Τι θα κερδίσετε;

Τόσο παράξενοι είσαστε που, διαβάζοντας ότι «δύο φοιτήτριες συνελήφθησαν επειδή εµπόδισαν τους απεργούς να φάνε λίγη σούπα», νοµίζει κανείς ότι βρίσκει απάντηση. Πολιτική σκοπιµότητα ήταν όλα. Ο αριστερός σταθµός µάλισταλέει ότι οι δύο φοιτήτριες εµπόδισαν τον γιατρό να σιτίσει µε τη βία τους απεργούς.

Ποια εικόνα να διαλέξουµε; Να κάνετε αγκιτάτσια στους απεργούς για να µη φάνε τη σούπα ή να έρχεστε µε τον γιατρό στα χέρια για να µην κάνει βίαιη σίτιση; Είναι δυνατόν να µην κάνατε τίποτε από τα δύο, να στεκόσασταν απλώς εκεί περιµένοντας να βοηθήσετε; Να µιλούσατε µε τους γιατρούς από ενδιαφέρον για την υγεία των απεργών, από αγωνία για την κατάστασή τους; Να βρεθήκατε κατηγορούµενες από υπερβολική ευγένεια;

Δύο φοιτήτριες, είπαν οι ειδήσεις. Αφού έφτασες να εµποδίσεις τη βίαιη σίτιση ή τη σκέτη σίτιση, µπορεί να είσαι και φοιτήτρια, ας ξέρουµε όλοι οι φίλοι και γνωστοί πως τελείωσες το πανεπιστήµιο πριν από οκτώ χρόνια και από τότε εργάζεσαι. Είπαµε, εσείς οι ανθρωπιστές είστε πολύ παράξενοι. Κάνετε µαγικά. Ισως ταξίδια στον χωρόχρονο. Στην Ελλάδα ανεχόµαστε πολλά, παραξενιές, ιδιοτροπίες, παρανοµίες, κακές συµπεριφορές, παρεκκλίσεις, αλλά δεν µπορούµε να συγχωρήσουµε εύκολα την ανθρωπιά και τη συµπόνια. Ευτυχώς η απεργία λύθηκε. Οι απεργοί πείνας αισθάνονται ότι νίκησαν, η κυβέρνηση επίσης. Κι οι δυο πλευρές έχουν δίκιο, είναι νίκη εκατέρωθεν ότι βρέθηκε µια λύση. Το να πετυχαίνεις έναν συµβιβασµό δεν είναι µικρό πράγµα στη χώρα των ανυποχώρητων.

Και πάλι, εσάς τους ανθρωπιστές, τους εκτός οµάδων και σχηµάτων και σκοπιµοτήτων, πού να σας κατατάξουµε;

Πέντε στρέμματα παράδεισος

Η Αθήνα είναι μια πόλη που θα μπορούσε να βελτιωθεί κομμάτι- κομμάτι, όπως κομμάτι –κομμάτι καταστράφηκε. Αυτή την πολύ ωραία κουβέντα μου είχε πει κάποτε ένας δημοτικός σύμβουλος (της μειοψηφίας) για ένα κομμάτι το οποίο τελικά δεν είχε σωθεί. Βλέπετε, υπάρχει η καλή διάθεση, η αγάπη για το πράσινο, οι αποφάσεις του Δημοτικού Συμβουλίου, ο καημός των ανθρώπων μέσα στα διαμερίσματα, η στέρηση των παιδιών τους. Αλλά από την άλλη υπάρχει η σκληρή πραγματικότητα, που δεν χορταίνει με τίποτε.  Έτσι η ωραία ιδέα για σωτηρία κομμάτι- κομμάτι της πόλης, μένει μια ωραία ιδέα πολύ κομματιασμένη.
Ας πούμε το κομμάτι που είναι στην Άνω Κυψέλη γύρω από την εκκλησία του Αγίου Αθανασίου, πέντε στρέμματα παράδεισος, δίπλα σε σχολεία, αναγκαίο για όλους τους γείτονες, ανάσα και πνεύμονας κι όλα αυτά τα επικολυρικά, μπορεί να μην είναι τελικά ένα από τα κομμάτια που θα σώσουν την Αθήνα. Ο ιδιοκτήτης του, το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας, που το απέκτησε από κληροδότημα, ονειρεύτηκε άλλου τύπου παράδεισο για τα πέντε στρέμματα: ένα πολυώροφο εμπορικό κέντρο. Είναι τρομερό το πώς οι εκκλησιαστικοί ξεχνάνε το παλιοκαιρίσιο στυλ τους μερικές φορές και διολισθαίνουν στην πιο μελετημένη εκμετάλλευση χώρων. Λίγα πεύκα, ελιές, κυπαρίσσια, ένα παλιό εκκλησάκι, ένα κομμάτι φύσης όπου οι περαστικοί θα σηκώνουν ψηλά τα μάτια, στον ουρανό, με ευγνωμοσύνη, δεν αρκεί στο Πατριαρχείο. Άλλη ευλάβεια σχεδιάζει, και τρέχει με την κατασκευάστρια εταιρία στα δικαστήρια, να ελευθερωθεί ο χώρος, να χτίσει γρήγορα. Συμβούλιο Επικρατείας, διοικητικό εφετείο, εφέσεις, άδειες, κι άντε ξανά από την αρχή. Θα μου πείτε, είναι δίκαιο οι γείτονες που τσιμέντωσαν τα πάντα γύρω- γύρω και δεν μπορούν να πάρουν ανάσα, να θέλουν να στερήσουν το Πατριαρχείο από τα τσιμέντα της δικής του αντιπαροχής;
Όχι, δεν είναι δίκαιο, άδικο είναι. Χρειάζεται και λίγη γενναιοδωρία για να συμβεί εκείνη η σωτηρία κομμάτι –κομμάτι που λέγαμε. Αλλά αν δεν περιμένεις από Πατριαρχείο τη γενναιοδωρία, τότε από ποιον;

Τετάρτη, 9 Μαρτίου 2011

Μεσόγειο τη λεν, ή μήπως δεν τη λεν;

Φάνηκε το πράµα από τα Οσκαρ. Αφού πήγε ο Λάνθιµος µε τα ψηλόλιγνα κορίτσια, σαν αρχαίες Ελληνίδες ήταν, κούκλες, αλλά δεν έδωσαν το Οσκαρ, οι κοµπλεξικοί. Το πήραν οι ∆ανοί, κατά λάθος φυσικά, ήθελαν να το δώσουν στη ∆ανία του Νότου, και µπερδεύτηκαν. Αγεωγράφητοι Αµερικανοί.

Γι’ αυτό ανησυχούµε πολύ για το Καστελλόριζο. Μήπως κοιτάξουν τον χάρτη και δουν ότι βρίσκεται στη Μεσόγειο. Ενώ εκεί εµείς το λέµε Αιγαίο. Το Αιγαίο ήταν µέρος της Μεσογείου µέχρι προσφάτως, αλλά τώρα µπορεί να πάψει να είναι. Ή µήπως δεν το δουν καθόλου, εκεί στη στροφή που θα το ψάχνουν, µικρούλι καθώς είναι αυτό κι εκείνοι συνηθισµένοι στα µεγάλα.Πάνω στησύγχυση βγήκε η Μούντις και υποβάθµισε τη χώρα. Ο Λάνθιµος φταίει για όλα. Γιατί να µιµηθεί τη µεξικάνικη ταινία και να µη µας πει τίποτε; Πώς µας εκθέτεις έτσι, κύριε; Εµείς που πάντα τα ξέρουµε όλα, τώρα µείναµε µε το στόµα ανοιχτό. Μείναµε κι από αλυσίδες στην εθνική οδό. Αλλά τουλάχιστον δεν πληρώσαµε διόδια. Είναι παράξενο πώς και γιατί, ενώ συµβαίνουν όλα αυτά και είµαστε εντόνως δηµιουργικοί, η Μούντις υποβαθµίζει την Ελλάδα. Ποια είναι πάλι αυτή; Με ποιους µας µπέρδεψαν τώρα, οι άσχετοι;

Πάντως είχαµε ένα κενό εκεί κατά Καστελλόριζο µεριά, και τώρα το καλύψαµε. Βόρεια διαθέτουµε το πρόβληµα µε την ΠΓ∆Μ, ανατολικά µε την υφαλοκρηπίδα, έχουµε όλους αυτούς τους λεπτούς ορισµούς ονοµασιών και λέξεων, πώς να λέµε την ακατανόµαστη µικρή βόρεια γειτονική χώρα (γιατί όχι Α. Μ. Β. Γ. Χ. δηλαδή ακατανόµαστη µικρή βόρεια γειτονική χώρα;), πώς να λέµε τη µειονότητα στη Θράκη, πώς να λέµε το βόρειο κοµµάτι της Κύπρου, τώρα θα έχουµε και πώς να λέµε τη Μεσόγειο εκεί στη στροφή αυτής της χερσονήσου, την οποία πώς να τη λέµε, Μικρά Ασία, Τουρκία; Αυτό το θέµα έχει λυθεί; Κι η Μούντις να µας υποβαθµίζει παρά τον οργασµό ανάπτυξης νέων προβληµάτων κατά την παλαιά συνταγή… Πώς να ζήσουµε σε έναν κόσµο που δεν αναγνωρίζει τα ταλέντα µας;
http://www.tanea.gr/default.asp?pid=10&ct=13&artid=4621590

Τρίτη, 8 Μαρτίου 2011

Έι εσείς, αλληλέγγυοι και συμπαραστάτες

Εγώ το πιστεύω, ότι οι μετανάστες που κάνουν απεργία πείνας δεν είναι άτομα που χειραγωγούνται από έλληνες συμπαραστάτες και αλληλέγγυους. Τυχαίνει να γνωρίζω μετανάστες, όχι από τους απεργούς αυτούς, που συχνά αισθάνονται απελπισμένοι, κι όχι λόγω χαρακτήρα. Η ελληνική κοινωνία ταλαιπώρησε πολύ τους μετανάστες ακόμα και τον καιρό που δεν είχε πρόβλημα κρίσης. Όταν η καθημερινότητα σου είναι διαρκής καταδίωξη μπορεί να μοιάζει ανακουφιστική μια πράξη ηρωική, οριστική, ακόμα και αυτοκτονίας. Δεν είναι μόνο η κουλτούρα του μάρτυρα που οδηγεί σε κάτι τέτοιο, είναι η αβάσταχτη κούραση της διαρκούς αδικίας.
Όμως οι έλληνες αλληλέγγυοι και συμπαραστάτες, ακόμα και αν δεν επηρεάζουν τους μετανάστες στο να συνεχίζουν την απεργία πείνας, οφείλουν τώρα να προσπαθήσουν τουλάχιστον να τους επηρεάσουν στο να τη σταματήσουν. Εκείνοι δεν είναι τόσο απελπισμένοι όσο οι μετανάστες, δεν έχουν τόσο διωχθεί. Όσο κακή άποψη κι αν έχουν για τον τόπο μας, ζουν καλύτερα από κείνους, και καλά κάνουν. Αλλά κι εκείνοι γι αυτό ήρθαν εδώ, για να ζήσουν καλύτερα. Πρέπει να τους το θυμίζουν. Να βρουν τρόπο να τους πείσουν να επιλέξουν τη ζωή. Όχι μόνο επειδή εμείς εδώ δεν έχουμε την κουλτούρα του μάρτυρα, τουλάχιστον όχι τόσο πολύ, γιατί κάπως την έχουμε. Αλλά επειδή έχουμε και την κουλτούρα της ζωής, μιας κάποιας αφθονίας, ενός κάποιου περισσεύματος που στο κάτω- κάτω έκανε τους μετανάστες να σηκωθούν και να έρθουν.
Αλλιώς είναι σα να καταδικάζουν κι αυτοί, μαζί με τους πιο αντιδραστικούς και ρατσιστές, το ότι οι μετανάστες ήρθαν εδώ για μια ζωή καλύτερη. Αν παραδέχονται, όπως πολλοί παραδεχόμαστε, ότι δικαιούνταν να ξεσπιτωθούν και να μεταναστεύσουν για μια καλύτερη ζωή, δεν οφείλουμε, δεν οφείλουν αυτοί που στέκονται δίπλα στο προσκεφάλι τους, να τους το θυμίσουν αυτό; Τη ζωή, που μπορεί να γίνει και καλύτερη;
Υπάρχει επικίνδυνη διολίσθηση στο ηρωισμό, στο απόλυτο, στην αδιαλλαξία.
Μπορεί οι απεργοί να μην ακούν πια τίποτε. Όμως εσείς εκεί αλληλέγγυοι και συμπαραστάτες, πρέπει να προσπαθήσετε να τους πείσετε να σας ακούσουν.
http://www.tanea.gr/default.asp?pid=10&ct=13&artid=4621376

Σάββατο, 5 Μαρτίου 2011

Ας κάνω πως δεν καταλαβαίνω

Ας κάνω πως δεν ακούω τον ταξιτζή να δηλώνει ακούγοντας ραδιόφωνο: «∆εν µπορώ να στενοχωρηθώ, ρε κοπελιά, για τον µπάτσο που σκοτώθηκε...». Ας αλλάξω κουβέντα, ας αστειευτώ µε το «κοπελιά». Σου µοιάζω κοπελιά, µικρή κι αθώα, µε το στόµα ραµµένο, γιατί αν του πω ότι καλά θα κάνει να προσπαθήσει να στενοχωρηθεί, µπορεί να συγχυστεί και να πατήσει περισσότερο γκάζι στην Σόλωνος, όπου ήδη τρέχει σαν τρελός.

Ας κάνω πως δεν βλέπω την είσοδο της Νοµικής µε το τείχος από αφίσες παχύ παχύ να σκεπάζει δυο µέτρα ύψος το ανακαινισµένο κτίριο. Ετσι κι αλλιώς, πρόκειται για µια συνηθισµένη εικόνα, γιατί να µε νοιάζει;

Ας αφοσιωθώ σε κάτι άλλο, στα κορίτσια που περπατάνε περήφανα, στις βιτρίνες που φωτίζονται, στα κασκέτα των σερβιτόρων µέσα στα ταχυφαγεία που σου δίνουν την εντύπωση ότι όλα πάνε ρολόι, θα αντέξουµε, µια µπουκιά ταχεία να φάµε, να πάµε παρακάτω.

Ας κάνω πως δεν καταλαβαίνω τι θέλανε αυτοί οι τύποι µαζεµένοι στην Πλατεία Κολωνακίου µε άγριες διαθέσεις, στυλώνοντας τα στήθη και πετώντας βαριές κουβέντες, κοιτώντας προκλητικά τους διαβάτες. ∆εν είδα υποτίθεται τη δηµόσια πρόσκληση για εκφοβισµό του πρώην πρωθυπουργού κάτω από το σπίτι του. Η καθηµερινή κυκλοφορία στους δρόµους χρειάζεται λίγο ηρωισµό και πολλή άγνοια. Ας µην αρχίσω να φαντάζοµαι εικόνες βαρβαρότητας από το µέλλον, όπου νταβραντισµένοι χουλιγκάνοι αρπάζουν στον δρόµο και καταστρέφουν ό,τι δεν τους αρέσει, τροµάζουν όποιον ασχολήθηκε µε την πολιτική, µας κάνουν να λουφάξουµε οριστικά αφού έχουµε πρώτα χάσει το νόηµα των λέξεων.

Ας κάνω πως δεν ξέρω την εξοχή της Κερατέας, την τοποθεσία που έχει επιλεγεί για ΧΥΤΥ, πως δεν έχω ιδέα ότι βρίσκεται µακριά από την πόλη, µέσα σε γούβα, µε ελάχιστα οικόπεδα να θίγονται, ας δηλώσω άσχετη, γιατί να τσακώνοµαι και να γίνοµαι στόχος; Οι τοίχοι µε βεβαιώνουν ότι «ο αγώνας των κατοίκων της Κερατέας είναι και δικός µας», άρα καλύτερα βουβή.
Αν κάνω πως δεν βλέπω, δεν ακούω, δεν καταλαβαίνω, δεν ξέρω, δεν θυµάµαι, δεν µε νοιάζει, µπορεί στο τέλος να τα καταφέρω.

Nησιά της Νέας Υόρκης και νησιά της Κυψέλης

Νέα Υόρκη ή ΑΘήνα;
Oταν τέλειωσαν τα Oσκαρ βγήκαντα παιδάκια του σχολείου από το Νησί Στάτεν της Νέας Υόρκης και τραγούδησαν στην περίλαµπρη αυτή σκηνή, φορώντας τα απλούστατα οµοιόµορφα µπλουζάκια τους. Και ήταν τα πιο όµορφα από όλους, πιτσιρίκια άσπρα, µαύρα, κίτρινα, ασπρόµαυρα, κιτρινόµαυρα, ασπροκίτρινα, όλοι οι πιθανοί συνδυασµοί στα προσωπάκια τους. Αδέξια, ασυντόνιστα, φρέσκα και συγκινητικά. Τα ζήλεψα πιο πολύ από όσο είχα ζηλέψει τους τρανούς καλλιτέχνες και την άνεσή τους πάνω στη σκηνή. Ζήλεψα άλλη µία φορά αυτό το αµερικανικό προνόµιο, να έχει µαζέψει από όλον τον κόσµο ανθρώπους η χώρα αυτή και να µπορεί να τους αναδεικνύει. Την επόµενη µέρα στη γειτονιά µου είδα ένα σχολείο που είχε βγει για βόλτα ή γιακάποια επίσκεψη σε µουσείοκαι ήταν σαν να έβλεπα ξανάτα παιδιά της Νέας Υόρκης. Πάλι κι εδώ άσπρα και µαύρα και κίτρινα και ασπρόµαυρα κ.λπ., όλες οι φυλές του Ισραήλ µέσα στη χαρά και τη συντροφικότητα, µε την ελληνική γλώσσα να εκφράζει τη χαρά τους, τη φιλία, τα πειράγµατα, να επενδύει τα καλύτερά τους χρόνια. Ορίστε που έχουµε κι εδώ αυτό το προνόµιο, µόνο που δεν το έχουµε καταλάβει, δεν θέλουµε να το δούµε, βγάζει το ΣΤΕ νόµους για το δίκαιο του αίµατος, αντί να πηδάµε από τη χαρά µας για την τύχη αυτή που έριξε νέο αίµα στις γερασµένες φλέβες. Και η Ν.∆. υπόσχεται να καταργήσει τον νόµο για την ιθαγένεια, αν βγει. Οι δε πάνσοφοι αναλυτές έχουν πια ενθουσιαστεί µε την εξυπνάδα του Κάµερον, πως απέτυχε το πολυπολιτισµικό µοντέλο και πρέπει να το εγκαταλείψει η Βρετανία. Λες και ήταν µοντέλο, δεν υποχρεώθηκε η Βρετανία να προσαρµοστεί στην ίδια την αυτοκρατορική της παρακµή. Πρώτα το σχεδίασε και ύστερα το εφάρµοσε! Αστεία πράγµατα, πολιτικάντικα. Ή λες και έχουµε καµιά σχέση µε τη Βρετανία και την ανοχή της σε κάθε είδους εκδηλώσεις, για να έχουµε φτάσει πια κι εµείς να ξέρουµε περί πολυπολιτισµικού µοντέλου.

http://www.tanea.gr/default.asp?pid=10&ct=13&artid=4620775

Τετάρτη, 2 Μαρτίου 2011

H αγχόνη της Βεγγάζης

Η αίθουσα των εκτελέσεων στη Βεγγάζη είναι έτοιµη, γράφει η λεζάντα µιας φωτογραφίας που δείχνει ένα µικρό δωµάτιο µε καταπαχτή και κάτι σαν χαλκά στο ταβάνι. Αγχόνη θα το λέγαµε. Να λοιπόν που πλησιάζει η στιγµή των εκτελέσεων, και ποιος θα εκτελέσει ποιον; Θα δούµε. Πάντως η εικόνα προσφέρεται για αναγωγές σε επαναστατικά στερεότυπα του 18ου αιώνα. Γαλλική επανάσταση και καρµανιόλα, η επανάσταση που ουδείς αµφισβητεί, και που επικαλούνται όσοι υποστηρίζουν ότι οι επαναστάσεις χρειάζονται βία. ∆εν είχε η µητέρα όλων των επαναστάσεων χιλιάδες νεκρούς; Αν χρειαζόταν λοιπόν κάποιος να δει την εικόνα ενός αντικειµένου που να θυµίζει κάτι τόσο επαναστατικό, ιδού!
Ωστόσο αυτή τη στιγµή που ακόµα τα πράγµατα παίζονται, οι µάχες δίνονται σώµα µε σώµα και οι πόλεις αλλάζουν καθεστώς µία µία, κάνω µια ευχή για τη Λιβύη και τους Λίβυους µπροστά στη µοντέρνα αυτή αγχόνη που είναι έτοιµη να λειτουργήσει. Τους εύχοµαι να µην τη χρησιµοποιήσουν. Ούτε για τον Καντάφι, ούτε για κανέναν. Να τελειώνουν µαζί του µε όσο το δυνατόν λιγότερα θύµατα, κι ύστερα να τον δικάσουν ωραία και καλά και µόλις βγει η θανατική του καταδίκη, να βρεθεί κάποιος Καραµανλής σαν τον παλιό το δικό µας και να µετατρέψει την ποινή σε ισόβια. Υστερα να συµπληρώσει. «Και όταν λέµε ισόβια, εννοούµε ισόβια». ∆ιότι, ο, τι και να λένε όσοι ειρωνεύονται την πρόοδο, η ανθρωπότητα αλλάζει. Στο Παρίσι τον 18 και τον 19ο αιώνα η καρµανιόλα ήταν το στολίδι της πλατείας και οι δηµόσιες εκτελέσεις µια ωραία λαϊκή διασκέδαση. Τώρα έχουµε τηλεόραση στα σπίτια µας και αρκεί. Τώρα ξέρουµε ότι δεν κερδίζει τίποτε η κοινωνία και η δηµοκρατία χύνοντας αίµα, αντίθετα βαθαίνει και ισχυροποιείται όταν ξεπερνά αυτή τη βάρβαρη ανάγκη. Κι ας είναι πολλοί ακόµα στον τόπο µας προσηλωµένοι σε αρχαϊκές εικόνες, ας οµνύουν στη βία διάφοροι που νοµίζουν ότι θα φανούν έτσι επαναστάτες. Ακόµα κι αν ο Καντάφι αξίζει την αγχόνη, εύχοµαι στους Λίβυους να µην αποδείξουν ότι εκείνοι τη χρειάζονται.
Στα ΝΕΑ http://www.tanea.gr/default.asp?pid=10&ct=13&artid=4620557

Τρίτη, 1 Μαρτίου 2011

Bασιλικότερη του βασιλέως

Με τον Κόλιν Φερθ είμαι ερωτευμένη σταθερά μετά το σήριαλ «Περηφάνια και προκατάληψη». Χάρηκα το ΄Οσκαρ του σαν γνήσια γκρούπι. Στο ρόλο του βασιλιά είχε λιγότερο σεξαπίλ αλλά η συγκινητική του βασιλική αδυναμία άξιζε δέκα θρόνους. Αν και πρέπει να παραδεχτούμε ότι οι ιστορίες με βασιλιάδες συγκινούν γενικότερα, κατά προτίμηση όταν είναι βρετανοί. Δεν είναι καλύτεροι από τους άλλους, απλώς εικονογραφήθηκαν εγκαίρως περισσότερο και πιο πειστικά, πήραν τη θέση των βασιλιάδων των παραμυθιών, κατά κάποιο τρόπο, χάρις στο Σαίξπηρ και άλλους σεναριογράφους, σα να κατάλαβαν πρώτοι ότι αν παράγουν εικονογραφία επιπέδου δεν θα μείνουν ποτέ χωρίς δουλειά.
«Γιατί διαβάζεις συνέχεια παραμύθια με βασιλιάδες;» μου είχε ριχτεί κάποτε, προ αμνημονεύτων χρόνων, μια θεία μου φανατική βενιζελική στον καιρό της, πιάνοντας με επ’ αυτοφώρω με το βασιλιά Κοκκινοτρίχη, ή κάποιον άλλον από τους άπειρους παραμυθοβασιλιάδες. Έπαθα σοκ, είχα καταπιεί τη γλώσσα μου, δεν βρήκα τίποτε να απαντήσω. Δηλαδή τι παραμύθια να διάβαζα, αφού όσα δεν είχαν βασιλιάδες είχαν πριγκίπισσες, βασιλόπουλα, ρηγάδες, όλα μέλη της ίδια τεράστιας γαλαζοαίματης οικογένειας των παραμυθιών; Μόνο στην Πεντάμορφη και το Τέρας ο πατέρας είναι έμπορος που ταξιδεύει, αλλά το ίδιο το Τέρας δεν γίνεται κάτι σαν πρίγκιπας στο τέλος; Αδύνατον να βρεις παραμύθια με προέδρους Δημοκρατίας και πρωθυπουργούς. Η σχέση μου με τα παραμύθια γέμισε ενοχές. Ήμουνα παιδί πολιτικοποιημένο, προσπαθούσα να ακολουθώ τις απόψεις της οικογένειας, που μου φαίνονταν οι καλύτερες του κόσμου, αλλά εκείνη τη φορά δυσκολεύτηκα πολύ. Ευτυχώς, πολλά χρόνια μετά βρήκα την απάντηση στο βιβλίο του Μπετελέμ «Ψυχανάλυση των παραμυθιών». Ο βασιλιάς συμβολίζει κάτι πολύ καλό, έναν άνθρωπο που κυριαρχεί στη μοίρα του και βγάζει από τον εαυτό του ό,τι καλύτερο μπορεί. Θέλησα να το πω στη θεία μου, αλλά φυσικά δήλωσε ότι δεν θυμόταν να έχει πει κάτι τέτοιο. Στο μεταξύ είχε ξεπεράσει τα πάθη του Διχασμού, προς τιμήν της. Μπορούσα ελεύθερα να επιδοθώ στην αναδρομική απόλαυση παραμυθιών, ή αληθινών ιστοριών, όπως στο Λόγο του βασιλιά.

Αλλο είναι το έπιπλο

Με ξάφνιασε το πάθος της αντίδρασης στο άρθρο του Καλύβα, περισσότερο από τις ίδιες τις απόψεις του, οι οποίες δεν θα φανταζόμουν, ε...