Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αίγινα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αίγινα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 17 Ιουλίου 2020

Διακοπές στην Αίγινα



 Κάποτε στην Αίγινα είχα αρρωστήσει, ήμουν πολύ μικρή, μάλλον ακόμα δεν είχε γεννηθεί ο αδερφός μου. Είχα πυρετό που δεν έλεγε να περάσει, είχα χαλάσει τις διακοπές των γονιών μου, που δεν θυμάμαι αν ήταν για μέρες, ή απλώς ένα σαββατοκύριακο. Δεν είχαν ποτέ μεγάλες διακοπές όταν ήμασταν παιδιά. Μέναμε σε ένα μεγάλο, παλιό σπίτι σε σχήμα πί, τα δωμάτια έβλεπαν όλα σ’ ένα μακρύ μπαλκόνι που το τριγύριζε ολόκληρο, μέσα σ’ ένα κτήμα με φυστικιές. Μας φιλοξενούσαν νομίζω, ή μπορεί και να το νοικιάζαμε, ούτε αυτό  θυμάμαι. Το χρώμα του μόνο, αυτή την ώχρα της παλιάς πέτρας που ξαναβλέπω τώρα στα παλιά κτίρια της Αίγινας και πρέπει να είναι το φυσικό της χρώμα. Τη μια στιγμή έτρεχα χαρούμενη στο μακρύ εκείνο μπαλκόνι χαϊδεύοντας το κοκκινωπό ξύλινο κάγκελο, την άλλη στιγμή ήμουν με πυρετό στο κρεβάτι και οι γονείς μου είχαν απελπιστεί. Όλο το απόγευμα ψηνόμουν και κάμποσοι άνθρωποι είχαν παρελάσει με ματζούνια και συμβουλές και σούπες και ασπιρίνες, αλλά ο πυρετός δεν έπεφτε. Και τη νύχτα πια, εκεί που έτρεμα και τα δόντια μου χτυπούσαν, με πήρε η μαμά μου αγκαλιά κι άρχισε να με κουνάει. Δεν άναψαν φως, είχαν περάσει πολλές βασανιστικές ώρες ώσπου να πάρει απόφαση να κάνει κάτι τέτοιο. Δεν θεωρούνταν τότε σωστό παιδαγωγικά να παίρνεις πολύ αγκαλιά τα παιδιά σου. Κακομαθαίνουν, έλεγαν, κι άφηναν τα μωρά να κλαίνε. Οι γονείς μου ήταν πολύ επιρρεπείς σε τέτοιου είδους θεωρίες, κάποτε μου είχαν κόψει τα Εικονογραφημένα Κλασσικά, που λάτρευα, επειδή κάποιος τους είχε πει ότι δεν είναι καλά για τα παιδιά,  τους προσφέρουν έτοιμες εικόνες, λέει, δεν αφήνουν να αναπτυχθεί η φαντασία τους! Εννοείται ότι διάβασα όλα τα Εικονογραφημένα Κλασσικά που είχαν κυκλοφορήσει, κρυφά από τους γονείς μου.
Έτσι και με τις αγκαλιές. Δεν έπρεπε να αγκαλιάζεις τα παιδιά όσο σου το ζητούσαν. Ωστόσο εκείνη τη νύχτα του πυρετού στην Αίγινα η μαμά μου πήρε απόφαση κάποια στιγμή να βάλει τις θεωρίες στην άκρη και να ακούσει το παλιό σοφό ένστικτό της, να με πάρει αγκαλιά, να με κουνήσει και να με νανουρίσει. Θυμάμαι πάντα εκείνη την αποφασιστική κίνηση, τη θήκη που μου έφτιαξε με το σώμα της και τον τρόπο που βρήκε να με κουνήσει, με απαλά χτυπήματα στην πλάτη. Έκλεισα τα μάτια ευτυχισμένη, άφησα τον ύπνο να με πάρει, ήσυχο, ήρεμο,  γλυκό και θεραπευτικό. Ξύπνησα γιατρεμένη το επόμενο πρωί και ποτέ δεν ξέχασα την ανακούφιση εκείνου του γλιστρήματος στον ύπνο μέσα στα μητρικά χέρια.
Έτσι είναι όλα αυτά τα μέρη στον Αργοσαρωνικό, που τα είχαμε πάρει στη σειρά και περνούσαμε τα παιδικά καλοκαίρια. Η Αίγινα, ο Πόρος, τα Μέθανα, η Ερμιόνη. Ήσυχη θάλασσα, μικροί όρμοι χωρίς κύματα, βότσαλα, δέντρα, καφενεία με γλυκά που εξίσου ικανοποιούσαν μικρούς και μεγάλους, μικρά διώροφα, μικρές προβλήτες, μικρά καΐκια, μικρές ψαριές και μικροί ταρσανάδες.  Αεράκι που χαϊδεύει το σώμα σα στοργική μητέρα. Μια αγκαλιά για τα σκληραγωγούμενα και μηδέποτε επαρκώς σκληραγωγηθέντα παιδιά της πόλης, ήσυχη, αγαπησιάρα, νανουριστική. Παιδική ηλικία, προστατευμένη, ήπια. Μπορούσαμε ακόμα και να κυβερνάμε πλεούμενα, να τραβάμε κουπί στα ήσυχα νερά,  να μη μας φοβίζει το σκοτάδι στα πευκοδάση, τόσο οικεία ήταν η γαλήνη τους.
 Καμία σχέση με τις Κυκλάδες, όπου σε δέρνει ο άνεμος, κι όχι βάρκα, ούτε τον εαυτό σου δεν μπορείς να κυβερνήσεις να σταθεί όρθιος στις ξερολιθιές και  λοιπές ξεραΐλες. Ούτε το πόδι μου δεν ήθελα να πατάω μέσα σε βάρκα εκεί, μ’ έπιανε ναυτία πριν απομακρυνθεί από την προβλήτα. Εκείνα τα νησιά είναι για την εφηβεία, για τους σκληρούς αγώνες που δίνει το σώμα με τον εαυτό του και με το περιβάλλον, να παλεύεις με τον αέρα και το χάδι να είναι απειλή, η ήσυχη παραλία να σου δίνεται δύσκολα, η γαλήνη να κρατάει όσο μια ανάσα. Και να μην έχεις ένα δάσος από πεύκα πουθενά, να σε πάρει αγκαλιά, να σε παρηγορήσει, να σε γιατρέψει.
Οι οπαδοί του Αιγαίου σνομπάρουν τον Αργοσαρωνικό. Είναι για οικογενειακές διακοπές, ενώ οι Κυκλάδες είναι για την περιπέτεια. Δεν θα διαφωνήσω, αλλά πόση περιπέτεια πια να αντέξει κανείς μετά τα διάφορα -ήντα; Και πώς να μη μαγευτείς με την αναβίωση της γλύκας από την παιδική ηλικία που σου χαρίζει με κάθε χάδι το βοριαδάκι, με κάθε μετακίνηση των ωρών το χρώμα του πεύκου;

Τετάρτη 15 Ιουλίου 2020

Φυστίκια αιγινήτικα, φυστίκια συριακά


Η Αίγινα δεν είχε φυστίκια από αρχαιοτάτων χρόνων.
Τα φυστίκια τα έφερε κάποιος κτηματίας, ή γεωπόνος, ή καλλιεργητής, γύρω στο 1860, από τη Συρία.
Ποιος θα το φανταζόταν ποτέ;
Για μας είναι τόσο δεμένα τα φυστίκια με την Αίγινα, τόσο βαθιά στα παιδικά μας χρόνια ριζωμένα τα δέντρα αυτά, και η λαχτάρα μας για φυστίκια.
Γιατί τα φυστίκια είναι ακριβή καλλιέργεια, είναι πολυτελής ξηρός καρπός. Δεν μπορείς να τα τρως με τις χούφτες, θέλει υπομονή για να στα δώσουν, όταν είσαι παιδί, θέλει υπομονή και τέχνη για να τα ανοίξεις, θέλει αυτοσυγκράτηση όταν μεγάλος τα βρίσκεις, ας πούμε, σε ένα μπωλ φιλικού σπιτιού και θέλεις να τα φας όλα.
Στην Αίγινα όμως, όταν τα βρίσκεις να τα πουλάνε στο λιμάνι, από το Συνεταιρισμό, από άλλους παραγωγούς, άψητα ή ψημένα, ανάλατα ή αλατισμένα, με τσόφλι ή ξεφλουδισμένα, σε γλυκό, σε παγωτό, σε βαζάκια, σε κουτάκια, σε κάθε παραλλαγή, μήπως μπορείς να ενδώσεις; Να φας λίγο παραπάνω φυστίκια από όσα χρειάζεται, κι από όσα δικαιούσαι; Για λίγες μέρες μόνο, να αφήσεις αυτή τη λεπτή, τη ντελικάτη γεύση να σε πλημμυρίσει;
Μπορεί όμως αυτή η τόσο λεπτή και ντελικάτη γεύση να πλημμυρίζει; Το συμπέρασμα μου μετά από εντατική φυστικοφαγία είναι ότι αυτό δεν γίνεται. Δεν μπορείς να ξεχειλίσεις από αυτή τη γεύση. Όσα και να φας, χόρταση δεν έχει, ίσως λυσάξεις για νερό αν πέσεις στα αλμυρά. Υπάρχει κάτι το φευγαλέο στην ωραία γεύση τους, όπως σε όλα τα ωραία εν τέλει. Άρα επιστρέφουμε στην πολυτέλεια και την αυτοσυγκράτηση.
Πολλά πράγματα χάθηκαν στους τόπους που γνωρίσαμε παιδιά, ας πούμε τα κανάτια που κάποτε πουλούσαν στην Αίγινα, για να κρατάνε δροσερό το νερό. Δεν χρειάζονται πια, τα ψυγεία κάνουν τη δουλειά, όσο παράξενο κι αν είναι που ακόμα η δροσιά ενός κανατιού που κάποτε χρησιμοποιήσαμε μοιάζει να αγγίζει τα δάχτυλά μας. Τα εργαστήρια δεν μπόρεσαν να στραφούν σε πιο διακοσμητικά αντικείμενα, φαίνεται ότι έχουν όλα κλείσει. Τα φυστίκια όμως είναι εδώ! Γεμάτη η Αίγινα με κτήματα φυστικιών, φορτωμένα τους πράσινους καρπούς μέσα στο καλοκαίρι. Κι όταν δεν φτάνουν για την κατανάλωση, επειδή έρχονται όλοι εδώ με λαχτάρα για φυστίκια, φέρνουν από την Αττική και τη Βοιωτία, όχι από μακρύτερα. Δεν είναι θαύμα;
Πόσο κοντά είναι κι αυτή η Συρία..

Τρίτη 7 Ιουλίου 2020

Τα πεύκα

Πιάνω και φτιάχνω αλυσιδίτσα με τις πευκοβελόνες, σαν αυτές που κάναμε στην κατασκήνωση. Βγάζεις τη μία από τη θηκούλα της και λυγίζεις την άλλη, πιάνεις εκεί την επόμενη και μπορείς να φτιάξεις εύθραυστο κολλιέ όσο μακρύ το θελεις με όσες σειρές αντέχεις να δημιουργήσεις. Μας περιτριγυρίζουν πεύκα εδώ, πεύκα μεγάλα και μικρά, γέρικα και νεαρά, πράσινα ανοιχτά και σκούρα. Οι πλαγιές είναι στρωμένες με πευκοβελόνες, το φως είναι στις αποχρώσεις του πεύκου, σκιά και παρηγοριά είναι πεύκινες. H μυρωδιά του ρετσινιού με το αεράκι φέρνει  δροσιά μαζι με υποσχέσεις. Θα σου χαρίσω μαγικές δυνάμεις, ψιθυρίζει το ρετσίνι, θα σου αποκαλύψω όλα τα μυστικά.
Από την αυλή του σπιτιού της Καλλιόπης βλέπω τα πεύκα να υψώνονται πάνω από τη μικρή πλαγιά που πάει στη θάλασσα. Κατεβαίνεις εκεί αν θέλεις για μπάνιο από κάτι απότομα τσιμεντένια σκαλιά, θέλει κλειστό παπούτσι και ελεύθερα χέρια. Οι πευκοβελόνες γλιστράνε και μόνο από τις πέτρες κάτω μπορείς να κρατηθείς. Κολυμπάμε εκεί κάτω από τον αρχαιολογικό χώρο του λιμανιού, με τη μοναδική κολώνα που υψώνεται στη μύτη του μικρού ακρωτηρίου
Εχω χρόνια να έρθω στην Αίγινα καλοκαίρι, είναι σα να βυθίστηκα με χρονομηχανή στις παιδικές μου διακοπές που πάντα ήταν στον Αργοσαρωνικό, δεν είχα γνωρίσει άλλο νησί μέχρι τα 15 μου, πέρα από Αίγινα, Πόρο, Ύδρα, Σπέτσες. Για να ταξιδέψουμε περπατούσαμε κουβαλώντας τις βαλίτσες μας 
μέσα από το πάρκο, το Πεδίο Άρεως, περνάγαμε την Πατησίων, μπαίναμε στο σταθμό Βικτόρια του ΗΣΑΠ και φτάναμε Πειραιά. Νοικιάζαμε κάτι σπίτια με τσιμεντένιο πάτωμα και μπαλκονια χωρίς κάγκελα, δεν είχαν ακόμα τελειώσει το χτίσιμο.
Τον ένα από τους δυο μήνες του καλοκαιριού εγώ πήγαινα στην κατασκήνωση των υπαλλήλων Τραπέζης Ελλάδος στην Πάρνηθα, άλλα πεύκα εκεί, δάση ολόκληρα και πλαγιές με πευκοβελόνες, όπου αν βρίσκαμε κανένα μεγάλο χαρτόνι, καθόμασταν επάνω και γλιστρούσαμε σα να ήταν έλκηθρο. Φτιάχναμε κολιέ με πάθος, αλυσιδίτσες με πευκοβελόνες αλλά κυρίως περνούσαμε κουκουναράκια σε σπάγκο. Γινόταν μεγάλος ανταγωνισμός ποια θα βρει περισσότερα κουκουναράκια, δεν έμενε στα δέντρα ούτε μισό. Μερικές τα βάφανε με ασημένια ή χρυσή μπογιά, ήταν κάτι το καταπληκτικό να τα βλέπεις, δεν έχω συγκινηθεί και ζηλέψει κόσμημα τόσο πολύ στη ζωή μου όσο αυτά τα χρυσαφένια κουκουναράκια.
Ναι, τα πεύκα είναι εύφλεκτα, δεν είναι καν αυτοφυή παντού, δάσκαλοι τα φύτευαν σε λόφους με τα παιδιά κάποια εποχή που είχαν μανία με αναδασώσεις, όμως πώς να μην τα αγαπάς;

Κολυμπι, κολύμπι, κολύμπ

Βάζω στο νερό το ποδαράκι μου, προσεχτικά, είμαι μεγάλη γυναίκα, κάνω δυο βήματα, φτάνει η δροσιά ως την καρδιά. Ταυτόχρονα είμαι έξι χρονώ...