Δευτέρα, 5 Δεκεμβρίου 2016

Το στιγμιαίο και το διαρκές

Ναι, αλλά εκείνη η στιγμή, τι ωραία που ήταν! Τι τραγούδια, τι τοπία, τι φυσεκλίκια! Και τα πούρα, στριμμένα σε μηρούς νεαρών γυναικών. Στολές παραλλαγής, γένια, ο Τσε νεκρός στο βουνό. Τόσο όμορφος, αγέραστος εκείνος... Πόσο αγαπήσαμε την επανάσταση, το είπε και ο Κον Μπεντίτ, ο οποίος μετά έγινε σοσιαλδημοκράτης.
Εντάξει, την αγαπήσαμε, ήταν πολύ ωραία, αλλά όσο κι αν συνέχισε να φορά ο Κάστρο τη στολή του κομαντάντε, ο χρόνος δεν μπορούσε να παγώσει στο πρόσωπό του. Γερνούσε, γερνούσε, έφτασε τα ενενήντα, κι ήταν ακόμα αρχηγός μοναδικός και αδιαμφισβήτητος. Άντε, βοηθούσε και ο μικρότερος αδερφός, που είχε κι αυτός μεγαλώσει. Δεν υπήρξε πρωτοτυπία στην υπόθεση. Ο επαναστάτης έγινε δικτάτορας. Πόσες και πόσες φορές δεν έχει επαναληφθεί η ιστορία;
Είναι ωραίες στιγμές οι επαναστάσεις. Ξέσπασμα, λύτρωση, έκρηξη της έκφρασης, ελπίδα που δονεί τα πλήθη. Δρόμοι που γεμίζουν ανθρώπους. Δεν παραδεχόμαστε ότι οι επαναστάσεις εγκυμονούν δικτατορίες ακριβώς επειδή είναι επαναστατικές, τα γκρεμίζουν όλα, είναι ριζοσπαστικές, σπάζουν ρίζες, διαλύουν θεσμούς, σπάνια δέχονται ή δημιουργούν νέους θεσμούς, διάχυση της εξουσίας, είναι επικίνδυνες ακριβώς επειδή είναι ωραίες, αξέχαστες, κι επειδή πολύ τις αγαπήσαμε. Ψάχνουμε σε περίπλοκες εξηγήσεις, σε βαθυστόχαστες αναλύσεις πώς να ξεχάσουμε αυτό που βλέπουμε. Το ξέρω, το έχω κάνει. Προσπάθησα πολύ, είχα πάει και στην Κούβα πριν πολλά χρόνια. Στο περίφημο εκείνο Φεστιβάλ νεολαίας. Ο οδηγός μας, φοβόταν διαρκώς. Λέγαμε πάρα πολλά για να αναλύσουμε το καθεστώς του “σοσιαλισμού με ερωτικό πρόσωπο” (α ναι, αυτό ήταν από τα ωραιότερα που είχαμε πει) αλλά δεν μπορούσαμε να μη δούμε ότι ο οδηγός φοβόταν συνεχώς τους χαφιέδες του καθεστώτος. Κοιτούσε γύρω του, χλώμιαζε. Τον ρωτούσαμε διάφορα αφελή εμείς, έσκυβε το κεφάλι. Άλλαζε κουβέντα. Έπρεπε να στραμπουλάς το μυαλό σου για να μην τον βλέπεις.
Ερωτικό πρόσωπο βεβαίως είχε η Κούβα, κάθε δικτάτορας χρειάζεται να τον αγαπούν, και μάλιστα απευθείας οι υπήκοοι, χωρίς μεσάζοντες. Βουλή, βουλευτές, δικαστές, ανεξάρτητες αρχές, εκλογές και άλλα τέτοια κουραστικά. Κάθε δικτάτορας είναι πηγάδι άπατο έρωτα, δε χορταίνει ποτέ. Αν δεν υποκύψεις στον έρωτά του, την έχεις άσχημα. Καλές είναι οι αναλύσεις, να τις κάνεις από την ασφάλεια της δυτικής χώρας που λέγεται Ελλάδα, χωρίς δικτατορία σαρανταδύο χρόνια. Να είσαι ερωτευμένος με τον Τσε από το ωραίο σου δωμάτιο, να τον φοράς σε μπλουζάκι, να μην τον έχεις μια ζωή τεράστια τοιχογραφία στην κεντρική πλατεία της πόλης, παγωμένη στο χρόνο δικαιολογία για κάθε στέρηση ελευθερίας που σου κρατά ζωή και δυνάμεις στο κλουβί του ψυχαναγκασμού της βαρετής, τυραννικής, εξαντλητική και ψεύτικης λατρείας. Οι άνθρωποι που είχαν ποθήσει ελευθερία, έζησαν και πέθαναν καταπιεσμένοι, φτωχοί, φοβισμένοι κι επιπλέον μέσα στην υποκρισία για τον έρωτα με τον Κάστρο. Δεν υπάρχει δίλημμα, αν ήταν ο Κάστρο επαναστάτης ή δικτάτορας. Ήταν και τα δύο. Η επανάσταση κράτησε λίγους μήνες, η δικτατορία κράτησε μια ζωή. Μερικά εκατομμύρια ζωές, των άλλων.


Δευτέρα, 28 Νοεμβρίου 2016

Θά' θελα να με λένε Κατερίνα

Αν με έλεγαν Κατερίνα θα γιόρταζα χτες μαζί με δέκα πολύ καλές φίλες μου. Κανονικά θα έπρεπε έτσι να με λένε, αφού έτσι έλεγαν τη γιαγιά που δεν γνώρισα, την οποία μάλιστα φώναζαν Κατίνα. Το όνομα αυτό ήταν πολύ χαριτωμένο κάποτε και δεν καταλαβαίνω πώς δυσφημίστηκε κάποια στιγμή έτσι ώστε να σημαίνει κάθε αρνητική γυναικεία ιδιότητα, αν υποθέσουμε ότι υπάρχουν αρνητικές γυναικείες ιδιότητες αποκλειστικά, κι όχι ανθρώπινες γενικότερα, ανεξαρτήτως φύλου. Υπάρχει ένας σεξισμός εκεί πέρα που δεν μπορεί πια να συζητηθεί, γιατί κάναμε και τον σεξισμό αστειότητα και θα ξεχάσουμε σε λίγο ποιες είμαστε και πώς μας λένε.

Ισως το Κατίνα να βγαίνει από την τουρκική λέξη καντίν, που σημαίνει απλώς γυναίκα, κι αφού οι τουρκικές λέξεις έφτασαν να φορτώνονται αρνητικές έννοιες μόνο και μόνο επειδή ήταν τουρκικές, πολύ πιθανό από κει να δυσφημίστηκαν και οι Κατίνες.

Αν με έλεγαν Κατερίνα θα είχα μάθει από τη γιαγιά μου όλες τις τέχνες που δεν έμαθα μεγαλώνοντας χωρίς εκείνη τη γιαγιά. Θα ήξερα να τιθασεύω την καθημερινότητα, όπως αρκετές από τις αγαπημένες μου Κατερίνες, και να μη με τσακίζει αυτή επισείοντας διαρκώς τις ελλείψεις μου, μέχρι τελικής πτώσεως. Θα ήξερα, θα μπορούσα, θα τα κατάφερνα τέλος πάντων, πρώτον και κύριον να επιβάλλομαι στου εαυτού μου τις εξάρσεις, θετικές και αρνητικές. Με λίγα λόγια, κάπως είμαι σίγουρη ότι αν με έλεγαν Κατερίνα κι ήμουν αντάξια της γιαγιάς που θα είχε καβατζάρει τις τότε ανίκητες αρρώστιες, θα με είχε διδάξει σε ηλικία τρυφερή κι ανυποψίαστη να μην τρέμω τις φοβέρες κανενός είδους και κυρίως αυτές των παλιών μεγάλων, που μας έκαναν εμάς τις παλιές μικρές να βγάλουμε γενιές χωρίς ντροπή και κρατημό, από αντίδραση. Θα ήξερα και τέχνες χρήσιμες κι αχρείαστες, από γκομπλέν μέχρι πρώτες βοήθειες, να μη με ζώνουν ανασφάλειες, να μη με τσακίζουν απορίες, να μη συμβουλεύομαι εγχειρίδια. Δυστυχώς δεν ήρθαν έτσι τα πράγματα, όνομα και γιαγιά Κατερίνα έλειψαν από τη ζωή μου και σκέφτομαι πως την πέρασα να την αναζητώ και να καλύπτω τα κενά της. Και τόσες Κατερίνες που αγάπησα μπορεί να μην ήταν τυχαίο. Να έχω κάθε δυνατή εκδοχή του ονόματος αυτού και των χαρισμάτων του σε ανθρώπους, να ζήσω το προνόμιο της γνωριμίας τους.

Οι ελλείψεις βέβαια μας καθορίζουν όσο και οι ιδιότητές μας. Η Κατερίνα, που δεν με λένε και την αναζητώ μέσα μου κι έξω μου, είναι ο μυστικός μου καθρέφτης. Με ελέγχει, με εγκρίνει, με απορρίπτει, αλλά σαν τη γιαγιά που δεν έφτασε ποτέ στην τωρινή μου ηλικία, δεν παύει να είναι τρυφερή και επιεικής μαζί μου, να μου σκάει ένα χαμόγελο την τελευταία στιγμή και να συγχωρεί την άγνοια και την αδεξιότητά μου.

Πέμπτη, 24 Νοεμβρίου 2016

Πρόβες για την Ενάτη



Την Αθήνα την έχει χτίσει ο Σίλλερ, μου είπε κάποτε ένας ταξιτζής, μπερδεύοντας τον ποιητή με τον αρχιτέκτονα Τσίλλερ, ο οποίος σίγουρα άφησε τη σφραγίδα του στην πόλη, δεν είχε φτιάξει όμως τα σχέδια, όπως έσπευσα δασκαλίστικα να τον πληροφορήσω. Ύστερα το λαθάκι εκείνο μου κόλλησε, μήπως κατά βάθος την Αθήνα την έφτιαξε ο Σίλλερ; Τραγουδώντας τον δικό του “ Ύμνο στη χαρά” με μια ομάδα ερασιτεχνών που ανταποκρίθηκε στο κάλεσμα του Δήμου Αθηναίων, τείνω να καταλήξω ότι ο άνθρωπος είχε δίκιο.
Μπορεί από παιδί να ακούω αυτή τη μουσική, το χορωδιακό της Ενάτης του Μπετόβεν, μάλιστα διαπίστωσα ότι ήξερα και τους στίχους χωρίς τη σημασία τους, όμως χρειάστηκε η προσπάθεια να τους τραγουδήσω για να νιώσω σε βάθος τι ήθελε να πει ο ποιητής. Η παρτιτούρα είναι μια απίστευτη απαίτηση για τις ανθρώπινες φωνές, και μάλιστα αγύμναστες όπως οι δικές μας: οι άλτο τραγουδούν σαν σοπράνο, οι σοπράνο σαν κάτι που δεν έχει ακόμα υπάρξει επί της γης. Για τους άντρες υποπτεύομαι ότι οι απαιτήσεις είναι ακόμα μεγαλύτερες. Το μήνυμα είναι ξεκάθαρο, πρέπει να ξεπεράσεις τα όρια σου για να προφέρεις αυτούς τους στίχους, που διατείνονται ότι η χαρά είναι θεϊκή σπίθα, ότι δικαιούται δικό της ιερό, ότι είναι κάτι σα θεά με δυο λόγια, ίσως και ανώτερη από τον ίδιο τον γνωστό θεό.
Κι όμως, αυτές τις δύσκολες νότες προσπαθούν σε όλο τον κόσμο να μάθουν πλήθη τραγουδιστών, να μεγαλώνει όλο και περισσότερο η χορωδία της Ωδής στη χαρά, να πιάνει όλο και περισσότερο χώρο. Στην Ιαπωνία το τραγούδησαν δέκα χιλιάδες άνθρωποι σε στάδιο. Δύσκολο να ξεπεραστεί. Κάπου στην Ευρώπη να γίνει πρότζεκτ, να μαζευτούν μερικές χιλιάδες απ' όλες τις χώρες, είναι και ύμνος της Ένωσης μας. Όλοι οι άνθρωποι να γίνουν αδέρφια, έχει γράψει ο Σίλλερ. Συναδέλφωση βασισμένη στη χαρά: δεν είναι αντιφατικό; Η χαρά, δεν είναι κάτι καθαρά ατομικό, κάτι σχεδόν ζωώδες, πολύ πρωτόγονο, η ικανοποίηση του κορεσμού της πείνας, η στιγμή της σιγουριάς ότι θα χορτάσεις; Πώς να γίνει θεά της αδερφοσύνης, μάλιστα προκαλώντας το θρόνο του γνωστού θεού, του υπεράνω των ανθρώπινων αισθήσεων; Κι όμως, αυτήν επικαλείται ο Σίλλερ για να καλέσει σε ξεπέρασμα του εγωισμού. Το πιο βαθύ συναίσθημα, με αυτό θα ανέβεις στην επιφάνεια, να βγεις από τη μικρότητά σου.
Ρομαντισμοί του 19ου αιώνα φυσικά, που όμως ακόμα δεν έχουμε αποτινάξει. Μας έχει στη χούφτα του ο αιώνας αυτός, οι εθνικισμοί του ακόμα μας τυραννούν, όμως και οι ποιητές του ακόμα ονειρεύονται, κι οι μουσικοί του ακόμα είναι προκλητικοί. Τραγουδώντας με όλες τις αντοχές των πνευμόνων μας, κοιταζόμαστε με βουρκωμένα μάτια. Ας μας ευλογεί το πνεύμα του Σίλλερ, που έφτιαξε την Αθήνα τελικά, όπως κι οι άλλοι ποιητές του αιώνα του.




Δευτέρα, 21 Νοεμβρίου 2016

Οι καθιερωμένες υστερίες

Με αποθαρρύνουν όλ' αυτά τα μέτρα ασφαλείας να πάω στην υποδοχή του Ομπάμα να κουνήσω το σημαιάκι μου με γνήσια χαρά. Κρατάω τη γνήσια χαρά εντός μου, δεν ξέρω αν κάνει καλό στον οργανισμό. Θα ήθελα πολύ να βρεθώ κι εγώ μια φορά αυθορμήτως στις τιμές της υποδοχής ενός αληθινού αρχηγού κράτους, όχι κάποιας εικόνας ή του πασχαλινού φωτός, που δεν μπορούν και να κουνήσουν το χέρι να σ' αντιχαιρετήσουν, ειδικά αυτού του αρχηγού κράτους, ειδικά μετά την εκλογή του διαδόχου του. Μπορεί να μοιάζει λίγο σαν παράλληλη τελετή, εμείς εδώ ν' ακούσουμε τον Ομπάμα, να απολαύσουμε το ρητορικό του ταλέντο, την ώρα που στην πατρίδα του ετοιμάζεται η αλλαγή φρουράς. Θα ήθελα να συμμετέχω ακριβώς γι αυτό, αλλά τελικά έτσι όπως ετοιμαζόμαστε στην Αθήνα να υποδεχτούμε τον Ομπάμα είναι σα να ετοιμαζόμαστε να υποδεχτούμε τον Τραμπ. Η ιδέα της ομιλίας στην Πνύκα, αυτή η μαγευτικά απλή ιδέα, απερρίφθη μετά πολλών επαίνων. Ας την πάρουν τα τουριστικά γραφεία τουλάχιστον, να οργανώνουν εκεί ομιλίες γενικά, να την εντάξουν σε βραβεία ρητορείας.
Όπλα, τεθωρακισμένες λιμουζίνες, πράκτορες, κλειστοί σταθμοί. Θα ήταν το ίδιο θεαματικά τα μέτρα ασφαλείας αν δεν είχαν σπεύσει διάφορες οργανώσεις και δήμοι να δηλώσουν τον Ομπάμα ανεπιθύμητο; Φοβάμαι πως ναι, οι Αμερικάνοι έχουν εδώ και πολύ καιρό υστερία με την ασφάλεια, και πώς να μην έχουν δηλαδή με αυτή την εχθρότητα που εισπράττουν συνεχώς στην Ελλάδα; Δεν τους βοήθησε βέβαια η υστερία τους, μάλλον χειροτερεύει την κατάσταση. Όσο εκφράζονται εναντίον τους τόσο μεγαλώνει η δική τους μανία καταδίωξης. Αλλά και οι δικοί μας από ένα είδος μανίας καταδίωξης ξεκινάνε. Εκατέρωθεν η δυσπιστία φουντώνει, κι ανάμεσα στους καχύποπτους αμερικάνους και τους κολλημένους αντιμπεριαλιστές εγκλωβίζεται όχι μόνο η εκάστοτε ελληνική κυβέρνηση, αλλά κι εμείς που τόσα χρόνια τώρα τον έχουμε γνωρίσει από τα βιντεάκια και τις φωτογραφήσεις, που παρακολουθήσαμε την πρώτη τελετή όταν κέρδισε και τη δεύτερη όταν ξανακέρδισε, που είχαμε γραφτεί στα μέιλ του και μας έστελνε κάθε τόσο γράμμα λες και μέναμε κάπου κοντά στο Λευκό Οίκο, λες και ψηφίζαμε στις ΗΠΑ, λες και θα μπορούσαμε να βρεθούμε τυχαία δίπλα του και να δούμε ιδίοις όμμασι πόσο κουλ είναι.
Θα ήθελα λοιπόν να πάθω κι εγώ μια υστερία, σαν αυτές που πάθαιναν παλιά τα κορίτσια όταν εμφανίζονταν οι Μπητλς. Τότε ήμουν μακριά, ήμουν μικρή, ήταν δύσκολα τα ταξίδια, μέχρι να βρεθούν οι κατάλληλες συνθήκες μεγαλώσαμε όλοι, κι εκείνα τα κορίτσια το ίδιο. Τώρα που θα ήταν τόσο κατάλληλη στιγμή, κερδίζουν οι υστερίες των άλλων. Οι καθιερωμένες υστερίες, η ασφάλεια των Αμερικανών, ο αντιαμερικανισμός των Ελλήνων, κι όλη η λαχτάρα να δείξουμε τον ενθουσιασμό, το θαυμασμό μας στον πρώτο μαύρο πρόεδρο, ακόμα και την αγάπη μας που δεν κατάφερε να κερδίσει το κόμμα του τρίτο γύρο, να βγάλει την πρώτη γυναίκα πρόεδρο των ΗΠΑ. Αντ' αυτού, θα ψάχνουμε τρύπες του μετρό να μπούμε και τρύπες του μετρό να βγούμε. Πρόβλημα ατομικό που δεν βρίσκει πολιτικό φόντο. Όπως και τα υπόλοιπα.

Σύγκρουση των άκρων

Τι έπαθαν οι Αμερικανοί, προσπαθώ να καταλάβω εδώ και μήνες. Πώς έφτασαν από όλους τους πολιτικούς που θα αξίζουν τον κόπο στη χώρα τους, να έχουν υποψήφιο για πρόεδρο τον Ντόναλντ Τραμπ; Τι σύστημα είναι αυτό που δεν ευνοεί ανθρώπους αξιόλογους να ανέβουν ψηλά, κι επιτρέπει αντίθετα σε επιθετικές καρικατούρες ηγετών να κερδίζουν; Τοσα πανεπιστήμια, τόσοι διευθύνοντες σύμβουλοι, τόσοι σοφοί και σπουδαίοι, αυτός βρέθηκε να αναδειχτεί; Σα να κουράστηκαν οι άνθρωποι να ασχολούνται με την πολιτική, κι είπαν, ας επιτρέψουμε επιτέλους την είσοδο στον κλόουν. Είναι πλούσιος, είναι μάγκας, γαμεί και δέρνει. Βαρεθήκαμε να τα παίρνουμε όλα στα σοβαρά. Αφού αυτός ο φαιδρός τύπος έκανε λεφτά κι έχει ωραία γυναίκα, ας τον ακολουθήσουμε. Ας αφεθούμε στην αβάσταχτη ελαφρότητα του είναι.
Κι αν ήταν πάντα έτσι και δεν το ξέραμε; Αν όλοι αυτοί οι σοβαροί, οι κοστουμαρισμένοι, με τα κανονικά μαλλιά, το προσεχτικό φέρσιμο, αν ήταν όλοι πάντα έτσι κατά βάθος; Ας το ζήσουμε στην ωμή του διάσταση το πανηγύρι της εξουσίας, έστω κι αν είμαστε εμείς τα πλήθη που απλώς θα ακολουθήσουν τον ηγεμόνα. Ας την απολαύσουμε ξεγυμνωμένη, έστω και εις βάρος μας. Μας γλιτώνει από σοβαρές σκέψεις και τις αποφάσεις που πρέπει να παίρνουμε. Βαρεθήκαμε τις ευθύνες για όλον τον κόσμο, ας γαυγίσουμε μαζί με τον θυμωμένο καραγκιόζη μας, ας τον ακολουθήσουμε πίσω στις παραδοσιακές αξίες του ανδρισμού, που πολύ καταπιέστηκε σε τούτη τη χώρα.
Αντίστοιχες απορίες βέβαια έχω και για τη Χίλαρυ: Ολόκληρες ΗΠΑ, δεν μπόρεσαν να αναδείξουν άλλη γυναίκα εκτός από μια που έχει ήδη περάσει από το Λευκό Οίκο ως σύζυγος; Την απάντηση όμως εδώ την ξέρουμε. Φαίνεται ότι είναι τόσο δύσκολο να επιζήσει μια γυναίκα και να διακριθεί
στα υψηλά πολιτικά κλιμάκια, ώστε μόνο κάποια που είχε ήδη συνδέσει την εικόνα της με το οβάλ γραφείο (και τα λοιπά οβάλ) κατάφερνε να περάσει το όριο. Ωστόσο ανοίγει δρόμο, ή μάλλον συνεχίζει αυτόν που πάντα οι ΗΠΑ επιθυμούν για τον εαυτό τους, συνέπεια στις αρχές τους με την απαραίτητη δόση ρίσκου για το καινούργιο. Πολλοί τη βρίσκουν αντιπαθητική, αλλά δεν ξέρω ποια γυναίκα θα μπορούσε να είναι συμπαθής σ' αυτή τη θέση, εκτός από την ηθοποιό που έπαιζε το ρόλο της πρωθυπουργού στο δανέζικο σήριαλ Μπόργκεν.
Η μια εκπροσωπεί ό,τι έχει καταφέρει ο σύγχρονος κόσμος, να προωθήσει τις γυναίκες, να τις εμπιστευτεί, ο άλλος και μόνο με την εμφάνιση του καταγγέλλει ακριβώς αυτό. Οι δυο τους είναι σύγκρουση των άκρων.

Aλλο επίπεδο

Ο πρωινός ο ταξιτζής τα είχε με τους Εβραίους, ο μεσημεριανός με τους Γερμανούς. Δεν ξέρω τι μ' έπιασε κι άφησα την κουβέντα να κυλήσει και με τους δυο, θα φταίει ο καιρός. Δεν παίρνω ταξί αν μπορώ να κάνω αλλιώς, οπότε πράγματι παίρνω πολύ σπάνια. Εκείνη την ημέρα πήρα δυο, λόγω ανωτέρας βίας. Ήσυχα πολύ λοιπόν, και ήρεμα και κουλ, έμαθα ότι οι Εβραίοι ελέγχουν τον κόσμο. Όχι πως το αγνοούσα δηλαδή, αλλά ξέρετε πώς είναι ο ζήλος του διαφωτιστή, δεν σε αφήνει να κατέβεις από το ταξί αν δεν ολοκληρώσει την ενημέρωση του. Δεν το ρισκάρει να μην σου την πει τη μεγάλη αλήθεια, γιατί πες πως είσαι ένας στο εκατομμύριο άνθρωπος που την αγνοεί, έτσι θα σ' αφήσει; Να μην ξέρεις; Κρίμα κι άδικο.
Λούστηκα λοιπόν την πρωτότυπη αυτή ενημέρωση για πολλοστή φορά, και θαύμασα κυρίως την αυτοπεποίθηση του ανθρώπου που δεν υποψιάζεται καν ότι λέει πράγματα βαρετά και χιλιοειπωμένα, πέρα από κακοήθη και μαυρόψυχα, νηπιακά, αντισημιτικά, ρατσιστικά και ναζιστικά, κι απολύτως σιχαμένα. Όχι, επαναλαμβάνει την αρχιμπούρδα του τιτλούχου της μπουρδολογίας σα να σου αποκαλύπτει το μέγα μυστικό. Στο τέλος της διαδρομής πάντως, μου έδωσε κανονικά τα ρέστα, εν αντιθέσει με τον μεσημεριανό, που του φταίγαν οι Γερμανοί, ο οποίος κράτησε ογδόντα λεπτά παραπάνω επειδή δεν είχε ψιλά, με την πεποίθηση ότι θα ήθελα να απομακρυνθώ το ταχύτερο από το όχημά του, η οποία ήταν και σωστή. Αυτός μου αποκάλυψε σαν αρχιερέας σε μυητική σύναξη τάγματος, ότι οι Γερμανοί πίεσαν τον Τσίπρα να παραμείνει στην Ευρώπη και δεν τον άφησαν σαν αριστερός που ήταν να φύγει από την Ευρώπη , όπως είχε υποσχεθεί. Μα δεν θα ήταν αυτό κακό για μας, ρώτησα με αφέλεια, και παραδέχτηκε μεν ότι δεν έπρεπε να μας τύχει, όμως οι Γερμανοί απλώς ήθελαν τα πετρέλαιά μας, γι αυτό πίεσαν τον Τσίπρα. Ήξερε εκείνος τι του έκαναν, αλλά δεν πρόλαβε να μου το πει γιατί φτάσαμε. Άσε που δεν φαινόμουν να συμφωνώ και θα τον έβαζα στον πειρασμό να μην αποκαλύψει το μυστικό του, πράγμα που πρέπει να είναι μεγάλη δοκιμασία.
Χίλιες φορές τρόλεϊ και λεωφορείο. Τις προάλλες, στριμωγμένη ανάμεσα σε τσάντες και βαλίτσες, ανθρώπους και καρότσια, χέρια σηκωμένα και παιδιά κλαμένα, άκουγα μια νεαρή γυναίκα που με το κεφάλι έξω από το παράθυρο θρηνούσε τις χαμένες αξίες. Άλλη πρωτοτυπία αυτή θα μου πείτε, αλλά τουλάχιστον κάποια στιγμή το έριξε στην Ιστορία, κι έλεγε για τον Καποδίστρια, που τον σκότωσαν οι Μαυροκορδάτοι, “Όχι, όχι, οι Μαυρομιχαλαίοι!” πεταγόμαστε τρεις γυναίκες από τις στοιβαγμένες γύρω να τη διορθώσουμε.
Άλλο επίπεδο οι δημόσιες συγκοινωνίες. Στριμωγμένοι μεν, αφοσιωμένοι στην επιστήμη δε, έστω κι ένα βήμα πριν την οριστική σαρδελοποίηση. A

Παρασκευή, 28 Οκτωβρίου 2016

Οι εξουσίες ανάποδα

Κάθε τόσο οι πολιτικοί προσπαθούν να εμφανιστούν σαν αθώα βρέφη που πέφτουν με διάφορους μυστήριους τρόπους θύματα των δημοσιογράφων. Το τροπάριο το έχουμε ακούσει τόσες πολλές φορές, ώστε μάθαμε να το δεχόμαστε σαν εξ αποκαλύψεως αλήθεια. Οι δημοσιογράφοι υποτίθεται ότι ελέγχουν τις κυβερνήσεις, ο Λαμπράκης τις ανεβοκατέβαζε έλεγαν παλιά, ο Τύπος είναι η τέταρτη εξουσία, μαθαίνουν τα παιδιά να παπαγαλίζουν στο σχολείο, στο ψυχοφθόρο μάθημα της Έκθεσης, παραλείποντας να διευκρινίσουν ότι πρόκειται για σχήμα λόγου, και μπορεί να μην ξέρουν καν τις τρεις κανονικές εξουσίες και γιατί είναι τρεις κι όχι μία. Οι δημοσιογράφοι, έχω την εντύπωση, κολακεύονται απ' αυτό τον ωραίο μύθο, κι επιτρέπουν, αν δεν υποβοηθούν τη διάδοσή του, πολλοί τον πιστεύουν εξάλλου, οι πολιτικές εφημερίδες μας είναι γεμάτες πάθος και κραυγές, σαν υποψήφιοι βουλευτές σε μπαλκόνια, συνέχεια φέρνουν την καταστροφή σε όλα τα πεδία, ακριβώς όπως κάνουν οι πολιτικοί που είναι η δουλειά τους, γιατί αν δεν πείσουν για το πόσο απειλητικός και τρομερός είναι ο κόσμος, πώς θα τους ψηφίσουν ως σωτήρες του;
Συχνά οι πολιτικοί δεν αρκούνται να καταγγέλουν από το πρωί ως το βράδυ τη διαπλοκή και τον πόλεμο των μέσων εναντίον τους, και να παρουσιάζουν τον εαυτό τους ως διωκόμενο, ελπίζοντας να ξυπνήσουν το αίσθημα προστασίας του ψηφοφόρου. Υποβάλλουν μηνύσεις για κάθε γραμμή κριτικής, και ζητούν υπέρογκα ποσά για αποκατάσταση της ηθικής τους βλάβης. Έχει γίνει έθιμο πια, αν ζητήσεις λιγότερο από μερικές δεκάδες εκατομμύρια από έναν άφραγκο εκδότη σοβαρού περιοδικού π.χ. θα είσαι παρακατιανός σε σχέση με τον συνάδελφό σου που είχε ζητήσει δεκάδες εκατομμύρια από μια χρεωμένη εφημερίδα, με απώτερο σκοπό να την αναγκάσει να κλείσει. Ακόμα και τα μέσα που τους στηρίζουν δεν είναι ποτέ αρκετά πιστά, συνεχώς έχουν παράπονα. Σε μερικούς γίνεται μονομανία, πολιτικοί αστέρες της αθυροστομίας κάνουν αγωγές για εξύβριση με το παραμικρό χιομοριστικό δημοσίευμα. Δεν έχει τέλος η απληστία επιβράβευσης.
Οι δημοσιογράφοι είναι υποχρεωμένοι να πηγαίνουν σε 'μπρίφινγκ', αναγνωρίζοντας ότι τα υπουργεία και οι εκπρόσωποί τους είναι πηγή ειδήσεων. Οφείλουν να ισορροπούν ανάμεσα στην ανάγκη για άμεση πληροφόρηση και στην κριτική, κι επειδή είναι πολύ πιο περίπλοκο να κάνουν ρεπορτάζ χωρίς άδειες εισόδου και γνωριμίες, αφήνονται στις καθημερινές αυτές και τόσο ανεβαστικές -είσαι δίπλα στην εξουσία ρε αδερφέ- συνήθειες. Το αληθινό ρεπορτάζ στην Ελλάδα, η έρευνα, είναι τέχνη ξεχασμένη, επαγγέλματα που χάνονται. Ασχολούμενοι δε με τους πολιτικούς και τα καμώματά τους, ξεχνιούνται στ' αλήθεια, περνάνε σε άλλες σφαίρες. Τα βάσανα των επιβατών του ΟΑΣΑ πχ, δεν αφορούν τις συναντήσεις με τον υπουργό μεταφορών, όπως το χάλι στο Πεδίο του Άρεως δεν εμπόδισε τη Δούρου να θριαμβεύσει στο συνέδριο του Σύριζα.
Οι δημοσιογράφοι δεν θα γράψουν ποτέ με τα χεράκια τους την αλήθεια, ότι η εικόνα που δίνουν οι πολιτικοί πως καταπιέζονται απ' αυτούς, είναι η ανάποδη από την πραγματική. Θα ήταν μεγάλη απομάγευση. Άσε που δεν θα τους πίστευε κανένας.

Για την Ερατώ

Ο μπαμπάς μου ο Σπύρος, με την Ερατή αγκαλιά
Θέλησα να δω την Ερατώ λίγες μέρες πριν, δεν είναι ένας μήνας. Ήμασταν στη Φωκίωνος όπου έμενε, κάτω από τα δέντρα που έχουν φουντώσει, κι έχουν μεγαλώσει πολύ παρατήρησε η μητέρα μου, κάτοικος Κυψέλης τα τελευταία εξήντα χρόνια. Δεν τα καταφέραμε εκείνη τη φορά, είπαμε δεν πειράζει, μια άλλη φορά, και μείναμε κάπως σιωπηλές κάτω από τα πολύ ωραία δέντρα, ενώ αν ήταν εκείνη μαζί μας θα μπορούσαμε να έχουμε μιλήσει, εκείνη κάτι περισσότερο θα έβρισκε να πει. Μπορεί και να μας έκανε μετά από λίγο να θέλουμε κι εμείς να πούμε άλλα τόσα και να λέγαμε, μη με διακόπτεις σε παρακαλώ- εμάς που πριν δεν υπήρχε τίποτε να διακόψεις- Είχε αυτό το ταλέντο, δεν δίνουν βραβεία και τίτλους, αλλά όσοι από μας έχουμε συνηθίσει να κάνουμε οικονομία στην ενέργειά μας, στα λόγια και στον ενθουσιασμό που σκορπίζουμε, ή που μάλλον δεν σκορπίζουμε, μπορούμε νομίζω να το εκτιμάμε αυτό, τη γενναιοδωρία αυτή: ενέργειας, ενδιαφέροντος, και πάθους για τα πράγματα, για το κάθετι, που προσφέρεται απλόχερα, και σε ξυπνάει, σε κουρδίζει, σε ωθεί σε ανακαλύψεις. Σε άλλες περιστάσεις, σε μεταγενέστερες εποχές, η Ερατώ θα μπορούσε να έχει γίνει διευθύντρια σε κάτι, ή καθηγήτρια, αυτό θα της άρεσε νομίζω πολύ, είχε πάθος με τη μόρφωση, δικηγόρος ή πολιτικός με πολλή θέρμη, δραματική ηθοποιός, μ' αυτή τη βαθιά και δυνατή φωνή, αλλά ξέρετε πώς είναι αυτά, τίποτε δεν έχει τη γλύκα της καθημερινότητας που δεν συνδέεται με επάγγελμα, δεν μπαίνει στα καλούπια, οπότε υπήρξαμε όλοι προνομιούχοι που την είχαμε έτσι απλά, ανάμεσά μας να παθιάζεται με το ένα και το άλλο, να τα αναλύει, να ρωτάει, να βγάζει νέα συμπεράσματα που έπρεπε να κοινοποιηθούν και να τεθούν σε διαβούλευση τηλεφωνική ή δια ζώσης.
Ύστερα, οι άλλες περιστάσεις, οι άλλες εποχές, μπορεί να μην είχαν κάνει την Ερατώ αυτό που ήταν, αυτό το θερμό και διεκδικητικό και μοντέρνο κορίτσι, που ήθελε να σπουδάσει και που τα κατάφερε, κι ας μην ήταν αυτό στα ιδανικά της οικογένειας, την οποία λάτρευε και στην οποία αφοσιώθηκε τελικά. Αν δεν ήταν η αγαπημένη του πατέρα της, του Δημητρού Εφραίμογλου, η μοναχοκόρη που είχε αδυναμία στους δυο αδερφούς της, τον Μηνά και τον Λάκη, και που την ανταπέδιδαν, σ' αυτή την οικογένεια που είχε πίσω της ένα τραύμα, τον ξεριζωμό των γονιών από την πατρίδα τους, από τα Σπάρτα της Μικράς Ασίας και οι δυο, αν δεν είχε μεγαλώσει σε μια κοινωνία που οι γυναίκες έπρεπε να παλεύουν για πράγματα που είναι σήμερα αυτονόητα, δεν θα ήταν η Ερατώ. Ακόμα κι αν δεν είχε αυτό το όνομα, ανάμνηση της τάσης των μικρασιατών Ελλήνων για αναβίωση του αρχαίου κλέους, από την αδερφή της μητέρας που πέθανε νέα πολύ και ωραία, πριν εκείνη γεννηθεί, ή ακόμα κι αν δεν είχε το ρομαντικό και νεαρό θείο Σπύρο να την μυεί στο λυρισμό εξ απαλών ονύχων, ίσως να μην ήταν τόσο λυρική, να μην αφηνόταν σε τέτοιο έρωτα για τα πρόσωπα και τα πράγματα, να μη θυμόταν ως τις τελευταίες μέρες της ζωής της ποιήματα του Γρυπάρη, που απήγγελε στους καταγοητευμένους συνασθενείς και το προσωπικό του νοσοκομείου. Αλλά ήταν η Ερατώ, δεμένη βαθιά με κάθε ανιόντα του χαμένου παραδείσου, που πάλευε ωστόσο για το ατομικό θάρρος της γνώμης και της προσωπικότητάς της, και στους νεώτερους παρέδιδε έρωτα για τις σπουδές και τη μόρφωση με ασίγαστο πάθος, θυμίζοντας τη ρήση του παππού μας, για το χρυσό βραχιόλι που πέρασε στο χέρι της με το πτυχίο, ένα χρυσό βραχιόλι εσωτερικού πλούτου που πάντα σε στολίζει, ήταν η μητέρα που νανούριζε τις κόρες της με τη Φλαμουριά του Σούμπερτ, χαρίζοντας τους τη νοσταλγία για κάποιο ανείδωτο μεγάλο δέντρο που καλεί πάντα στη γαλήνη, η Ερατώ που έζησε το μεγάλο δίλημμα των γυναικών ανάμεσα στη δουλειά και την οικογένεια και που δεν το έλυσε ποτέ εντελώς, γιατί και όταν άφησε τη δουλειά και χάρηκε την καθημερινότητα του έγγαμου βίου, αγάπησε πολύ το Νίκο, δέθηκε κι απόλαυσε τη ζωή μαζί του, παρέμεινε δραστήρια και παθιασμένη, με τα μάτια στραμμένα στον κόσμο και στην προσπάθεια να επικοινωνήσει μαζί του. Νομίζω ότι δεν πρέπει να έλειψε από καμία εκδήλωση του Ιδρύματος Μ. Ε., για παράδειγμα.
Αντίο Ερατώ. Το χρυσό βραχιόλι μεταβιβάστηκε, χωρίς να κοπεί και χωρίς ν' αλλοιωθεί το μέταλλο, στις κόρες σου, τη Μπίλη και τη Μαριάννα και την εγγονή σου την Άρτεμη, η γαλήνη της φλαμουριάς σε περιμένει.

Κυριακή, 16 Οκτωβρίου 2016

Πίσω στην παρανομία

Εμείς εδώ στην Ελλάδα, ακόμα και το ΄50 ή το '60 δεν είχαμε μεγάλο πρόβλημα. Οι εκτρώσεις απαγορεύονταν μεν, εκτός ελαχίστων περιπτώσεων, όπως αν κινδύνευε η ζωή της μητέρας, ή αν η εγκυμοσύνη ήταν αποτέλεσμα βιασμού, γίνονταν όμως κανονικά και με σχετικά ασφαλείς συνθήκες υγιεινής. Σχετικά, που σημαίνει, ότι αν δεν ήξερες τους σωστούς ανθρώπους και τους σωστούς γιατρούς κάποιον κίνδυνο τον διέτρεχες. Υπήρχε βέβαια και η ταπείνωση των κρυφών ιατρείων και της λοιπής παράνομης διαδικασίας, αλλά αυτά μπορεί κανείς να τα θεωρήσει ως το αλατοπίπερο της ενοχής, τη μικρή τιμωρία της παθούσης για την απροσεξία της, οπότε δεν το κάναμε θέμα. Κι όταν το κάναμε είχε ήδη γίνει η μεγάλη ευρωπαϊκη επανάσταση, την οποία μην την ψάξετε στα εγχειρίδια ιστορίας, δεν έχει περάσει ακόμα. Ας πούμε ότι μπορεί να βρείτε στην Wikipedia λεπτομέρειες για το μανιφέστο των 343 Γαλλίδων που το 1971 δήλωσαν ενυπόγραφα ότι έχουν κάνει έκτρωση, ήγουν έχουν παρανομήσει. Τότε δυο πράγματα μπορούσε να κάνει η πολιτεία, ή να τις συλλάβει όλες, ή να νομιμοποιήσει τις εκτρώσεις. Και τις νομιμοποίησε, αλλάζοντας άρδην τη νομοθεσία, ξεκουνώντας τις νοοτροπίες σε ολόκληρη την ήπειρο, και μάλλον σ΄ολόκληρο τον κόσμο. Ήρθε και στην Ελλάδα η αλλαγή, κι από τότε τέρμα τα ρίσκα και η καταισχύνη, οι γυναίκες βρίσκονταν πια μόνες μπροστά στην απόφαση για το σώμα και το μέλλον τους, με όλη την οδύνη και με όλη την ευθύνη. Γιατί δεν είναι απλή ιστορία, από μόνη της είναι αρκετά οδυνηρή η έκτρωση, ώστε να μη χρειάζεται και ο νόμος από πάνω να απειλεί και να υποχρεώνει να γίνεις μητέρα με το ζόρι.
Ωραίες ιστορίες που θα έπρεπε να μπορούμε να τις λέμε στα εγγόνια μας για να διασκεδάζουν, κι όχι να τις καταγράφουμε με κομμένες φωνές μπροστά σε τέτοια πολιτικά πισωγυρίσματα όπως αυτό της Πολωνίας. Όπου ήδη ο νόμος είναι αυτός που ήταν στην Ελλάδα το 50 και το 60, αλλά τώρα ετοιμάζεται κι αυτός ν' αλλάξει και να μη μπορείς να κάνεις έκτρωση ακόμα κι αν κινδυνεύει η υγεία σου, ή έπεσες θύμα βιασμού. Το να αποδείξεις αυτά τα δυο είναι ήδη ταπεινωτικά, κι αβάσταχτα ούτως ή άλλως όταν βρίσκεσαι μπροστά σε μια τέτοια απόφαση. Τι στο καλό κάνουμε στην Ευρώπη, άνθρακα και χάλυβα μονάχα;
Έξι εκατομμύρια Πολωνοί κατεβαίνουν σήμερα στους δρόμους εναντίον του νομοσχεδίου, αλλά δεν ξέρω αν είναι αρκετοί για να κρατήσουν γερά τον ουρανό που αποφάσισε να μας πέσει στα κεφάλια.