Τετάρτη, 24 Αυγούστου 2016

Χρωματοθεραπεια στη Χαλκιδική

Ξαναπήγα για διακοπές στη Χαλκιδική μετά σχεδόν είκοσι έτη. Τότε είχα σοκαριστεί με τα συγκροτήματα εξοχικών κατοικιών, τώρα μου φάνηκαν σεμνά και ενταγμένα στο τοπίο. Τόσο πολύ ωρίμασα ώστε να βλέπω στην εξάπλωση του προνομίου των εξοχικών σπιτιών μια κρυμμένη δημοκρατική αρμονία, ή απλώς ο καινούργιος δρόμος επιτρέπει να αντιμετωπίζεις έτσι τα πράγματα;
Νομίζω συμβαίνουν και τα δύο. Τότε περνούσαμε με το αυτοκίνητο μέσα από τις καλοκαιρινές κωμοπόλεις για να φτάσουμε στο σπίτι των φίλων μας, περιμένοντας σε ουρές, ακούγοντας βρισιές και κορναρίσματα από τους ανυπόμονους έτσι και καθυστερούσαμε για ένα δευτερόλεπτο, με τα παιδιά σε κατάσταση παροξυσμού και τα λοιπά, τώρα ο νέος αυτοκινητόδρομος περνάει έξω από τα χωριά, προσφέρει αυτό το αφ' υψηλού αίσθημα του επισκέπτη, πέρα από την ταχύτητα και την ευκολία. Τα παιδιά δεν είναι πια παιδιά και δεν είναι μαζί μας, τα συγκροτήματα τα ξέρω και δεν με σοκάρουν, αντίθετα εκτιμώ πόσο μερικά έχουν χτιστεί με τέτοιο τρόπο ώστε κάθε ένοικος να έχει θέα σε βουνό και θάλασσα, κι ας είναι μικρούτσικα τα σπίτια. Κι ύστερα το χρώμα της θάλασσας στις ακτές που κολυμπάμε σε κάνει να τα ξεχνάς όλα και να θυμάσαι μόνο το σλόγκαν των σαλονικιών, ότι σαν τη Χαλκιδική δεν έχει, να διαπιστώνεις ότι έχουν δίκιο και να τους ζηλεύεις εκ βάθους καρδίας.
Υπάρχει άραγε άλλη χώρα στον κόσμο που να διαθέτουν οι πολίτες της τόσα εξοχικά ανά κεφαλή, πέρα από την κύρια κατοικία; Και να μην είναι φτιαγμένα σαν τις πολυκατοικίες της Ισπανίας, αλλά σαν μικρά ανεξάρτητα σπιτάκια, έστω και με ασφυκτική γειτνίαση, που προσφέρουν την αίσθηση ή την ψευδαίσθηση της ανεξαρτησίας; Θα πρέπει να είναι η Ελλάδα μοναδική περίπτωση τόπου που οι κάτοικοι της ανακάλυψαν την ύπαιθρο από την αρχή, ως τόπο απολαύσεων, αφού την είχαν εγκαταλείψει ως τόπο μόχθου, και την ανέκτησαν τόσο συστηματικά.
Όταν ήμουν παιδί και δεν είχαμε χωριό, ούτε γιαγιάδες και παππούδες να μας περιμένουν, θεωρούσα προνόμιο να πηγαίνω διακοπές για ένα μήνα στην κατασκήνωση των υπαλλήλων Τραπέζης Ελλάδος στην Πάρνηθα, κι ύστερα με τους γονείς σε κάτι νοικιασμένα δωμάτια με τσιμέντο για πάτωμα και άβαφες πόρτες. Τα παιδιά μας όμως είχαν δυο γιαγιάδες και τρία εξοχικά, το δικό τους πρόβλημα ήταν σε ποια θα πρωτοπήγαιναν. Μια φορά τα έστειλα στην κατασκήνωση μου, ως εγγόνια τραπεζικού, κι έφριξαν, πώς είναι δυνατόν να περνούσες καλά εδώ πέρα, μου είπαν, κι έφυγαν σε μια βδομάδα. Το επίπεδο ζωής μας έχει ανέβει απίστευτα, τόσο που δεν προλάβαμε να συντονιστούμε σε ανάλογη παιδεία και ικανότητες διατήρησης του.
Αν ο καινούργιος δρόμος κατέληγε σε πάρκινγκ έξω από τις πόλεις, όπου θα αφήνεις το αυτοκίνητο και θα περπατάς μετά σε πεζόδρομους, θα ζηλεύω αβάσταχτα τους Σαλονικιούς. Οπότε καλύτερα όχι.

http://www.efsyn.gr/arthro/hromatotherapeia-sti-halkidiki

Ενα βότσαλο στη θάλασσα

Πω πω, σκέφτηκα σε ηλικία τεσσάρων ή πέντε χρονών, πιάνοντας στο χέρι μια πολύ στρυγγυλεμένη και πολύ χρωματιστή πέτρα στην ακροθαλασσιά, γιατί ως τώρα ζούσα χωρίς να έχω δει τέτοιο πράγμα; Με έπνιξε το παράπονο για τα περασμένα χρόνια, τα τέσσερα ή πέντε. Χαμένα χρόνια! Γιατί δεν ήξερα ότι στη θάλασσα βρίσκει κανείς αυτά τα εξαίσια πράγματα, τη στιγμή που ζούσα νυχθημερόν με τρομερή λαχτάρα για εξαίσια πράγματα; Παράπονο που το θυμάμαι ζωντανό ακόμα καμιά φορά όταν σηκώνω από την παραλία τέτοιο βότσαλο, και γελάω με τη νηπιακή αναδρομική πλεονεξία. Πώς αλλιώς να την ονομάσω την ανάμνηση αυτού του καημού;
Δεν ήταν καν αλήθεια η σκέψη εκείνη, αφού θα πρέπει ήδη πριν τα τέσσερα και τα πέντε να πηγαίναμε διακοπές στη θάλασσα. Υπάρχουν φωτογραφίες κάθε χρονιάς, εκτός πια κι αν ήταν σε αμμουδιές. Κάπου πρέπει να πηγαίναμε σίγουρα, δεν έβγαινε το καλοκαίρι στην Αθήνα. Από τότε ήταν φοβερή κι αβίωτη, ας λένε οι νοσταλγοί που αλλοιώνουν τις αναμνήσεις τους.
Μπορεί όμως να ήταν η στιγμή που έμαθα τη λέξη. Βότσαλο, ήξερα ξαφνικά το όνομα της πέτρας, κι ίσως αυτό που ήθελα να σκεφτώ ήταν ότι ως τότε, τι κρίμα, δεν ήξερα ότι αυτές οι πέτρες λέγονται βότσαλα. Αυτή η παραλλαγή δίνει ιδιαίτερο βάρος στη γλώσσα και τις λέξεις, και μας βάζει αμέσως ερωτήματα υπαρξιακά, αν τα πράγματα έχουν υπόσταση όταν δεν ονομάζονται, ας πούμε. Μερικοί είναι σίγουροι ότι όχι, δεν γίνεται αυτό. Χωρίς όνομα δεν υπάρχει ούτε βότσαλο, ούτε θάλασσα, ούτε αχινός, ακόμα κι αν τον πατήσεις. Άλλοι δεν είναι σίγουροι. Ούτ' εγώ είμαι σίγουρη αν το παράπονο για τα χαμένα χρόνια, τα τέσσερα ή πέντε πριν το βότσαλο, ήταν επειδή δεν είχα ακόμα μάθει τη λέξη, ή επειδή πηγαίναμε διακοπές σε παραλίες με άμμο. Το προσωπικό μου μυστήριο δεν θα λυθεί ποτέ.
Θα πρέπει τότε να άρχισε η μακρά συλλεκτική περίοδος, που συνεχίστηκε για αρκετές δεκαετίες, κι ας ήταν από την αρχή απογοητευτική, κι ας παρέμεινε απογοητευτική ως την τελευταία θαλασσινή πετρούλα. Το ξέρουν όλοι ότι τα βότσαλα μακριά από τη θάλασσα δεν είναι όμορφα πια, χάνεται η στιλπνότητα που τους δίνει το νερό. Πόσα χρόνια πέρασα να τα περνάω βερνίκι ελπίζοντας ότι κάτι θα διατηρούσαν από τη γοητεία τους; Η ωριμότητα μου ήρθε την ημέρα που αρνήθηκα να σηκώσω από το γυαλό μια πέτρα πρασίνην ωραιοτάτην, ξέροντας πια ότι δεν θα μπορούσα να τη φυλάξω. Καταλάβαινα ωστόσο τη φίλη μου που συνέχισε να τις μαζεύει με το όνειρο να φτιάξει κάποτε βοτσαλωτή αυλή. Μπορεί και βοτσαλωτό σπίτι, ποιος ξέρει;
Καλό μήνα Αύγουστο, και μην το παρακάνετε στη βοτσαλοσυλλεκτική.


Αβολο πράγμα το άσυλο

Μια χαρά ήταν το άσυλο όταν στην Ελλάδα είχε επιβληθεί η δικτατορία και κατάφερναν οι διωκόμενοι να φεύγουν προς Ιταλία και Γαλλία μεριά. Ύψιστη κατάκτηση του πολιτισμού. Τώρα που όλα κάπως μπαγιατεύουν, στους καιρούς αυτούς της παρακμής που ζούμε, έχουμε και τα δικά μας προβλήματα, να πρέπει να ασχοληθούμε με το άσυλο στους στρατιωτικούς που ξέφυγαν από την Τουρκία, είναι πραγματικά τόσο άχαρο μέσα στη ζέστη. Έχουμε τα δικά μας κατ' αρχήν. Ενδιαφέρουσες διαφορές, οικονομική κρίση, φιλολογικές συζητήσεις. Και ξαφνικά χτυπάν την πόρτα.
Σα να μας σταματάει τον καυγά για το πάπλωμα, ή για το σεντόνι, ένας γείτονας που αιμορραγεί στο κατώφλι, και πρέπει να το κάνουμε λουρίδες το σεντονάκι μας, για να του δέσουμε την πληγή. Μα είναι πράγματα αυτά; Πού νομίζει ότι βρίσκεται;
Κι ο πληγωμένος να μην είναι ακριβώς γείτονας. Κάποιο άτακτο αγόρι να είναι, που ξέφυγε από την ανεπιθύμητη αυτή οικογένεια, εδώ δίπλα. Πάντα το λέγαμε πως έχουμε αδικηθεί στην τοποθεσία του σπιτιού. Ωραίο οικόπεδα, ζεστό και γαλάζιο, αλλά προσέχεις πού πας και χτίζεις. Όχι φάτσα φόρα στους μουστακαλήδες απέναντι. Ορίστε τώρα. Κι αυτό το παλιόπαιδο το ατίθασο, για ποιούς μας πέρασε; Για τίποτε Ιταλούς; Τους άρχοντες που έχουνε τη βίλα παρακάτω; Λίγο αριστερότερα δεν ήξερε να το πάει το ελικόπτερο; Άχρηστοι άνθρωποι, μου ήθελαν και πραξικόπημα.
Μα ποιος τη σκέφτηκε αυτή την περίπλοκη φάση, το άσυλο; Μη μου λέτε τώρα για ελληνική λέξη και μπούρδες. Εμείς εδώ με τους γείτονες μια χαρά τα πάμε με τους εξοπλισμούς μας, την διαρκή απειλή, τη διαρκή προμήθεια όπλων, τα 12 μίλια και την υφαλοκρηπίδα μας, τις παραβιάσεις μας και δώστου απ' την αρχή τα νέα μας όπλα, τώρα τι θέλουν αυτοί οι τύποι και μας χαλάνε τη ραστώνη; Μήπως έχουν κάνει κάτι ποινικό, για ψάξε καλά. Έγκλημα κατά της ανθρωπότητας σου λέει ο άλλος. Κάτι τέτοιο θα είναι. Στο μεταξύ κάνε τους τη ζωή δύσκολη, δεμένα χέρια, φυλακές, σπρωξιές, άσυλο ήθελαν. Αξέχαστα θα περάσουν. Να φαίνεται η συμπεριφορά, μην τολμήσουν και πλακώσουν άλλοι. Στην Ιταλία απευθείας, στη Γαλλία, να πληρώσει για τον ιμπεριαλισμό. Εμείς τι φταίμε; Ναι, ελληνική λέξη είναι το άσυλο, την έφτιαξαν οι πρόγονοι για τις ανάγκες τους, όχι για τον κάθε Τούρκο. Κι ήταν και πονηροί, όταν ο Παυσανίας ζήτησε άσυλο στο ναό, ξέρετε τι του έκαναν, ξήλωσαν τη στέγη, και τον άφησαν κλεισμένο.
Άτιμοι αρχαίοι, πώς μας μπλέξατε!
http://www.efsyn.gr/arthro/avolo-prama-asylo

Μην κύπτετε έξω

Καταλαβαίνω από αυταπάτες. Είχα κι εγώ πολλές, καθόρισαν μοιραία τη ζωή μου. Καλύτερα βέβαια να γίνεσαι πρωθυπουργός με τις αυταπάτες σου, παρά, ξερωγώ να είσαι θύμα του εμφυλίου, αλλά το παρελθόν δεν αλλάζει, οι νυν αυταπατημένοι είναι γενιές προνομιούχες, πώς να το κάνουμε.
Μία από τις αυταπάτες που είχα επί σειρά ετών ήταν σχετικά με τα τρένα. Νομίζω έπαιξε ρόλο ένα ταξίδι που είχα κάνει στην εφηβεία μου με Ιnterail, όπου πήρα το τρένο από την Αθήνα, πέρασα δυο μέρες αξέχαστες, και κατέβηκα στο Μόναχο. Κατόπιν αυτού συνέδεσα στο μυαλό μου άρρηκτα την Ελλάδα με την Ευρώπη μέσω Γιουγκοσλαβίας μάλιστα, δηλαδή δεν έβλεπα τι μας εμπόδιζε να τσουλάμε από βελτίωση σε βελτίωση ακριβώς όπως τσουλούσαν τα βαγόνια στις σιδηροτροχιές ομαλά και σίγουρα, και να φτάνουμε στα ευρωπαϊκά στάνταρ παντού, και πρωτίστως σε ό,τι αφορούσε τα τρένα. Θυμάμαι κι εκείνη την επιγραφή: “Μην κύπτετε έξω, έγραφε στα ελληνικά, και μετά e pericoloso sprogersi, nicht hinauslehnen, ne pas se pencher au dehors” Όλα ήταν θέμα μετάφρασης, αφού μαθαίναμε τη γραμματική δεν είχαμε παρά να περιμένουμε και τον εξηλεκτρισμό των τρένων. Βάλε κι ένα ταξίδι που είχα κάνει μικρότερη στην Πελοπόννησο, όλα δένονταν και συνδέονταν.
Η αυταπάτη συνεχίστηκε με την πολιτική μου εκπαίδευση. Οι αναλύσεις μας έλεγαν ότι ο Καραμανλής (ο μεγάλος) προτιμούσε να ενισχύει τους αυτοκινητόδρομους κι όχι τους σιδηρόδρομους, οπότε άφησε τα τρένα να παρακμάσουν. Αυτός έφταιγε για όλα. Οι γραμμές διακόπτονταν, οι σιδηροτροχιές χορτάριαζαν, τα βαγόνια πάλιωναν, διαδρομές κάθε τόσο καταργούνταν. Εκείνο που δεν ήξερα, και που δεν ακουγόταν καθόλου, και που ακόμα και τώρα ακούγεται ψιθυριστά και με ανεξήγητη διακριτικότητα, είναι το πόσο πολύ κόστιζαν όλ' αυτά. Σαν ταξιδιώτης έβλεπα πάντα, κι ακόμα βλέπω, φτώχια και παρακμή, φθορά, αδιαφορία. Σαν πολίτης μαθαίνω ότι ο ΟΣΕ έχει καταπιεί εκατομμύρια τα τελευταία χρόνια πριν την κρίση. Πού πήγαν αυτά τα λεφτά; Μυστήριο, το οποίο ουδείς ενδιαφέρεται να ξεδιαλύνει. Σίγουρα δεν πήγαν για να συντηρηθεί η γραμμή Πάτρα- Καλαμάτα (χα χα, εδώ γελάστε) ή για να ηλεκτροδοτηθεί το τμήμα Αθήνα- Δομοκός, και δεν ξέρω τι άλλο.
Κάποιο είδος σεμνότητας, ίσως ενοχές που δεν χρησιμοποιούμε τρένα πια, μας κρατά μακριά από οποιαδήποτε υποψία έρευνας σχετικά με το έλλειμμα του ΟΣΕ, το οποίο είναι από τα μεγαλύτερα των δημοσίων οργανισμών. Ξέρουμε ότι αγοραστικά δεν αξίζει τίποτε, αλλά δεν σοκάρεται κανείς με τους εργαζόμενους που απεργούν για την ιδιωτικοποίηση του. (Τους καταλαβαίνουμε, οι άνθρωποι θέλουν να παραμείνουν δημόσιοι υπάλληλοι έστω και σε ανύπαρκτο δίκτυο. Το άλλο δίκτυο υπάρχει ακόμα, το ελληνικό κράτος θα πληρώνει υπαλλήλους ως την τελευταία του πνοή). Επενδυτής δεν υπάρχει να τον αγοράσει, ίσως λέει οι Ιταλικοί σιδηρόδρομοι. Απορώ με τους ιταλικούς σιδηρόδρομους, ίσως θέλουν να κάνουν αρχαιολογικές έρευνες, να δουν υπάρχει ακόμα στα βαγόνια εκείνο το e pericoloso sporgersi.
Κι εμείς δεν κύπτουμε έξω γενικώς, ούτε κύπτουμε στα κιτάπια του ΟΣΕ, μη ζαλιστούμε.
http://www.efsyn.gr/arthro/min-kyptete-exo

Το γινάτι βγάζει μάτι

Παρακολουθώντας τις δηλώσεις διάσημων Βρετανών υπέρ της παραμονής της χώρας τους στην Ε.Ε., πριν από το δημοψήφισμα, με έπιανε ώρες ώρες αγωνία. Ολοι αυτοί οι σπουδαίοι ηθοποιοί, συγγραφείς, σκηνοθέτες, καλλιτέχνες γενικώς, αναγνωρισμένοι, πλούσιοι κι αγαπητοί, μήπως τους τσάντιζαν τους άλλους, τους λιγότερο πετυχημένους; Εντάξει, μπορεί στο πανί, στη σκηνή, στο μικρόφωνο, στα σενάρια, να τους αγαπούν, να ταυτίζονται με τα πρόσωπα που παίζουν, να τους θαυμάζουν, όμως ως πρόσωπα έτσι χωριστά από τους ρόλους και τις στιγμές επαφής μαζί τους, έξω από τη λειτουργία που κάνει το κοινό να παραβλέπει τον πλούτο ενός ηθοποιού ο οποίος υποδύεται πετυχημένα τον πάμπτωχο, ας πούμε, δεν θα μπορούσαν να ξυπνήσουν πείσμα και φθόνο, δεν θα μπορούσαν να φέρουν αντίθετο αποτέλεσμα απ' αυτό που ήθελαν;
Το σκεφτόμουν πολύ, σχεδόν έβλεπα μπροστά μου τους πεισμωμένους Αγγλους να μένουν σιωπηλοί κι απολύτως ανεπηρέαστοι από τις εκκλήσεις καλών και σπουδαίων ανθρώπων, ώς την ημέρα που πήγαν στην κάλπη και το μπουμπούνισαν το Οχι τους, ίσως μην πιστεύοντας κι οι ίδιοι ότι θα κέρδιζαν, ασχέτως που τώρα δυσκολεύονται να μετρήσουν τα κέρδη. Τους φανταζόμουν να σαρκάζουν τους κατά τα άλλα ακαταμάχητους αστέρες τους, πριν από την ημέρα της κάλπης: «Ωστε έτσι λοιπόν, μου απευθύνεσαι επιτέλους προσωπικά, αναγνωρίζεις πως έχω τη δύναμη κι εγώ επιτέλους να κάνω κάτι που να σου αλλάξω την ωραία σου πορεία προς τη δόξα και το χρήμα; Κάπως να σου τη σπάσω, να σου πάρω τον αέρα; Δεν με έχεις ικανό, ε; Οχι αρκετά, παλικάρι; Ε, λοιπόν, θα σου δείξω εγώ! Που νομίζεις ότι θα μου πεις εμένα τι να κάνω!»
Πέρσι τέτοιον καιρό δεν περνούσαμε κι εμείς τη δική μας κόλαση, με το χαρούμενο Οχι μας στην Ευρώπη, που δόξα τω θεώ γύρισε σε Ναι, γιατί εδώ είναι Βαλκάνια, δηλαδή παίξε-γέλασε; Και το ξέραμε ότι δεν χωρούσε λογική και νηφάλια συζήτηση στις ορχούμενες παρέες των αντιστασιακών, που περιέλουαν με περιφρόνηση κάθε απόπειρα σοβαρής αντιπαράθεσης. Δεν είναι η λογική που οδηγεί το χέρι του ψηφοφόρου, δεν είναι οι ζυγισμένες αξίες και τα αποτιμημένα συμφέροντα.
Πολύ συχνά ψηφίζει κανείς κατά των συμφερόντων του. Επειδή νιώθει πως τον έχουν ξεγελάσει, του γάνωσαν τ' αυτιά με τη δημοκρατία, και την πρόοδο, και την αδερφοσύνη, και την ειρήνη, κι αυτοί που τα λένε έχουν ωραία σιλουέτα και λιμουζίνες, και κάνουν σούπερ διακοπές κι εκείνοι τίποτε. Γιατί να τα πιστεύει όλα αυτά αν δεν τον βοήθησαν; Δεν έπρεπε να του έχουν λύσει κάθε πρόβλημα ήδη; Το γινάτι, χαρμάνι πίκρας με ζήλια, μίσος, εκδικητικότητα, βγάζει συχνά αποτέλεσμα στην κάλπη. Επίσης βγάζει μάτι. Ενίοτε το δικό του.
 http://www.efsyn.gr/arthro/ginati-vgazei-mati

Πέμπτη, 14 Ιουλίου 2016

H παγίδα των αρχαίων

Τα μεγάλα εθνικά θέματα, ή μάλλον τα μεγάλα εθνικά κολλήματα, μου δίνουν την ευκαιρία να γράφω αναμνήσεις. Τα αρχαία ας πούμε, αχ πόσο μου άρεσαν όταν πηγαίναμε σχολείο! Τρελαινόμουν, κι επιπλέον ξελάσπωνα από βαθμούς, σήκωνα το μέσο όρο μου πάντα, παίρνοντας τις περισσότερες φορές 20, με σχετική ευκολία.
Προσέξτε, η δική μου φουρνιά άρχισε αρχαία στο πρωτότυπο στην Τρίτη (Γ') γυμνασίου. Είχαν προηγηθεί δυο χρονιές με αρχαία από μετάφραση, λόγω της μεταρρύθμισης Παπανούτσου. Οδύσσεια στην Α', μετάφραση Σιδέρη, Ιλιάδα στη Β΄, μετάφραση Πολυλά. Στην Γ' θα κάναμε κάτι άλλο, δεν θυμάμαι πια, αλλά ήρθε η 21η Απριλίου κι αμέσως, χωρίς συζητήσεις και διαλόγους, τη σάρωσε εκείνη τη μεταρρύθμιση, κι έβαλε ξανά αρχαία από την Α Γυμνασίου. Οι μεταφράσεις που είχαμε κάνει εμείς καταργήθηκαν, τα βιβλία φυλάχτηκαν ως συλλεκτικά. Αλλά δεν θα τα φύλαξαν αρκετοί φαίνεται, αφού μάλλον έχει ξεχαστεί η εποχή εκείνη.
Εκείνα λοιπόν τα δυο αξέχαστα χρόνια κάναμε ανάλυση κειμένου με τρόπο που δεν είχε ξαναγίνει ούτε ξανάγινε ποτέ στα δικά μου σχολικά χρονικά, και στων παιδιών μου που παρακολούθησα τριάντα χρόνια αργότερα. Μόνο στο Γαλλικό Ινστιτούτο, επιλογή Λογοτεχνία, είδα κάτι παρόμοιο. Διαβάζαμε πάντα ένα μεγάλο κομμάτι κειμένου στην τάξη, ύστερα έπρεπε να γράψουμε στο σπίτι απαντήσεις σε ερωτήσεις του τύπου: “Ποια ήταν τα συναισθήματα του Οδυσσέα όταν είδε τη Ναυσικά να παίζει μπάλα με τις φίλες της στην παραλία που τον είχε ξεβράσει η τρικυμία;”
Δεν σας φαίνεται αρκετά σοβαρό ίσως; Δεν έχει πολλή γραμματική μέσα και παπαγαλία; Σα χαμένος νοιώθει κανείς μπροστά σε κάτι τέτοιο; Το να μάθει να χρησιμοποιεί τη γλώσσα του ο μαθητής για να εκφράσει τις σκέψεις του πάνω σε ένα κείμενο, κι όχι να παραθέσει παραγράφους εκθεσάδων, μοιάζει λίγο επιστημονική φαντασία, έτσι δεν είναι;
Υπήρχε και κάτι άλλο στα βιβλία εκείνα. Στην εισαγωγή, σα στολίδι, μια παράγραφος από το αρχαίο κείμενο, η αρχή του έπους. Άνδρα μοι ἔννεπε, μοῦσα, πολύτροπον.. Μῆνιν ἄειδε θεὰ Πηληϊάδεω Ἀχιλῆος... Τα θυμάμαι πάντα, κυρίως της Οδύσσειας, τον Αχιλλέα και τη μήνι του δεν τα χώνευα και τόσο. Τις είχα μάθει απ' έξω χωρίς κανείς να με αναγκάσει, τις έβλεπα σαν υπόσχεση για το μέλλον. Αυτά που θα μαθαίναμε σε μεγαλύτερες τάξεις. Το οποίο, είπαμε, ήρθε κάπως πιο γρήγορα κι απότομα, με τη χούντα.
Το σύστημα εκείνο είχε το καλό ότι μελετούσε την ομιλούμενη γλώσσα και ταυτόχρονα ένα σπουδαίο κείμενο, είχε όμως το κακό ότι άφηνε απ' έξω άλλα κείμενα νέας ελληνικής λογοτεχνίας. Στηριζόταν ουσιαστικά σε αρχαίο κείμενο, έστω από μετάφραση. Ήδη τότε το αναλυτικό πρόγραμμα δεν περιείχε συστηματική γνωριμία με τα νέα ελληνικά. Με δική τους πρωτοβουλία οι καθηγήτριες, εξαιρετικές όλες στη Σχολή Αηδονοπούλου που πήγαινα, μας έβαζαν να διαβάζουμε κάπως πιο σφαιρικά τους βασικούς λογοτέχνες της Ανθολογίας. Τα Νέα ελληνικά ήταν ο φτωχός συγγενής της ύλης, όπως και τώρα. Αντί με τον καιρό να εμπλουτιστεί η διδασκαλία με περισσότερα κείμενα νέων ελληνικών, γυρίσαμε πίσω στα αρχαία από το πρωτότυπο ως κύριο μάθημα γλώσσας ήδη από την πρώτη Γυμνασίου.
Μα, θα πείτε, τα αρχαία κείμενα είναι πιο σημαντικά, είναι παγκοσμίως γνωστά κλπ κλπ. Πράγματι, πολλοί επικαλούνται τη διδασκαλία τους σε ευρωπαϊκές χώρες, κι έχουν την άποψη ότι εμείς οι χρήστες της γλώσσας που είναι συνέχεια της αρχαίας, θα πρέπει να ξεκινάμε από την αρχή προς το τέλος. Από μικρά τα παιδιά να μαθαίνουν αρχαία, και μεγαλώνοντας, σα να είναι αυτά τα ίδια η ενσωμάτωση του ελληνικού έθνους, να έρχονται και στα Νέα ελληνικά.
Μάλιστα υπάρχει η άποψη ότι ως δια μαγείας, περνάει μέσω γονιδίου τρόπον τινα, ενστικτωδώς, σαν την ανάγκη για νερό και για φαΐ, η ίδια η εξέλιξη της ομηρικής γλώσσας στην αττική διάλεκτο, κι απο κει στην ελληνική κοινή, στην κρητική του Ερωτόκριτου κι εν συνεχεία στην καθαρεύουσα του Παπαδιαμάντη. Αρκεί λοιπόν αυτή η παπαγαλία λίγων αρχαίων κειμένων και πολλών ρημάτων που καταβροχθίζει τις διδακτικές ώρες του Γυμνασίου και του Λυκείου, για να βγει μορφωμένο το γνήσιο ελληνόπουλο. Εμπεριέχουν αυτά τα λίγα κείμενα το μαγικό ξόρκι, φτάνει να χωθούν στον εφηβικό εγκέφαλο, κι ύστερα εκείνος θα γεννήσει τα υπόλοιπα από μόνος του, φτάνει να μην έχει αλλοιωθεί το DNA της φυλής.
Είναι ρομαντικό, είναι ενδιαφέρον, αλλά δεν είναι ο τρόπος που διδάσκονται οι γλώσσες. Μαθαίνουμε ανάγνωση με απλά κείμενα, προχωράμε σε δυσκολότερα μεγαλώνοντας, εμβαθύνουμε σε ακόμα πιο δύσκολα μεγαλώνοντας περισσότερο. Αυτός είναι τρόπος. Στα δεκατρία τα παιδιά δεν έχουν ακόμα εξοικειωθεί με τη γλώσσα τους, δεν έχουν μάθει να διαβάζουν και να κατανοούν νέα ελληνικά, και τα βάζουμε να αποστηθίζουν ρήματα και να καταγίνονται με παραγράφους στην αρχαία. Δεν γίνεται έτσι.
Θα έπρεπε να το έχουμε υποπτευθεί βλέποντας γύρω μας τόσους νέους που έκαναν αρχαία από τα 12 ως τα 18, δεν ξέρουν όμως ούτε τα δευτερόκλιτα ουσιαστικά - η οδός, της οδού- να χρησιμοποιήσουν όταν μιλούν και γράφουν, πόσο μάλλον τα τριτόκλιτα. Αλλά όχι, εμείς πιστεύουμε στη μεταφυσική δύναμη της γλώσσας, στις “αμμουδιές του Ομήρου”, όπου αφού κολυμπάμε πρέπει να ξέρουμε και απέξω τα έπη.
Όμως τη γλώσσα του τη μαθαίνει κανείς αρχίζοντας απ' αυτά που ξέρει. Όσοι γονείς διαβάζουν στα παιδιά τους παιδικά βιβλία, κάθονται αγκαλιά και τους δείχνουν γράμματα και εικόνες, το γνωρίζουν καλά. Μεγαλώνοντας κανείς μαθαίνει περισσότερα και περισσότερα, όλο και πιο δύσκολα. Και πράγματι είναι σπουδαία η ευκολία που έχουμε ως νεοέλληνες, αφού μάθουμε τη γλώσσα που μιλάμε και που γράφεται εδώ και λίγους αιώνες, αρχίζοντας από τα παραμαθμύθια του Τριβιζά στην προσχολική ηλικία, περνώντας από τη σύγχρονη πεζογραφία, πηγαίνοντας όλο και πιο πίσω στο χρόνο καθώς συνεχίζονται οι σπουδές, κι όχι το ανάποδο, να προσεγγίζουμε αρχαία κείμενα στο πρωτότυπο. Τα ίδια που μαθαίνουν και οι Γερμανοί κι οι Σουηδοί κι οι Γάλλοι, όχι για να ελέγχουν την ψυχή των κομπιούτερ, όπως πιστεύουν πολλοί απόφοιτοι Λυκείου, μη σου πω και Πανεπιστημίου, αλλά επειδή είναι τόσο όμορφα και σπουδαία στην πρωτότυπη γλώσσα τους αυτά τα κείμενα, κι αξίζει τον κόπο να τα μάθει κάποιος. Αφού πρώτα μάθει τη γλώσσα του. Όπως κάνουν οι Αγγλοι στην Οξφόρδη, οι Ολλανδοί κι οι Φινλανδοί. Κανείς δεν ξεκινάει αρχαία ελληνικά αν δεν μάθει πρώτα τη γλώσσα του.
Εμείς δυστυχώς έχουμε πέσει σε παγίδα. Με τη μεγαλειώδη ιδέα πως τα αρχαία είναι στην πηγή των νέων ελληνικών, διδάσκουμε στα παιδιά αρχαία με τέτοιο τρόπο που δεν μαθαίνουν ποτέ νέα ελληνικά. Ούτε κι αρχαία μαθαίνουν φυσικά, αλλά αυτό είναι λεπτομέρεια. Το να μην μπορείς να χρησιμοποιήσεις, να διαβάσεις, να απολαύσεις, να μιλήσεις, να παίξεις, να δημιουργήσεις, να εξερευνήσεις τη γλώσσα που μιλάς, αυτό είναι η μεγάλη αναπηρία. Και με αυτή την έννοια έχει δίκιο ο Φίλης, ή όποιος άλλος το είπε: η διδασκαλία των αρχαίων στο Γυμνάσιο είναι αφύσικη, αν υποθέσουμε ότι η φύση θέλει να μαθαίνουμε όσο καλύτερα μπορούμε τη γλώσσα μας. Το φυσικό, το λογικό τέλος πάντων, είναι να μαθαίνεις πρώτα τη γλώσσα σου, κι ύστερα την αρχαία κι όποια άλλη θέλεις. Τη γλώσσα που μιλάμε χρειάζεται όλοι να τη μάθουμε, κι εν συνεχεία όλοι πρέπει να μάθουμε και αγγλικά. Αυτή είναι η γλώσσα των κομπιούτερ, και πολλών άλλων πραγμάτων, δυστυχώς. Αρχαία θα μάθουν όσοι θέλουν, όσοι ακολουθήσουν θεωρητική κατεύθυνση. Μετά τα δεκαπέντε.
Και η χαρά της ετυμολογίας; ρωτά μια φίλη σε σχετική συζήτηση. Μα η χαρά της ετυμολογίας ανήκει στις πολύ απλές χαρές της γλώσσας. Μπορείς και στα μικρά παιδιά να λες τις ιστορίες των λέξεων διδάσκοντας ορθογραφία: ας πούμε, γιατί το “γεια σου” γράφεται με ει και το άλλο “για” με ι; Επειδή το “γεια” βγαίνει από τη λέξη “υγεία” κλπ κλπ. Από το σύγχρονο πας στο παλιό, κινείς το ενδιαφέρον σ' αυτόν που έχει κάποια κλίση στη μελέτη των κειμένων, και στον άλλον που έχει λιγότερη.
Ξεκίνησα με τις σχολικές μου αναμνήσεις, θα συνεχίσω σε τόνο προσωπικό. Ήμουν παιδί μοναχικό και διαβαστερό, λάτρεψα τ' αρχαία, τελειώνοντας το σχολείο μπορούσα να διαβάζω στο πρωτότυπο αττικούς συγγραφείς- προσέξτε, αττικούς, όχι Όμηρο! Το να διαπιστώσω λοιπόν όλα αυτά που γράφω εδώ, μου πήρε πολύ χρόνο και πολύ κόπο. Μου κόστισε και μου κοστίζει. Παρακολούθησα από πολύ κοντά την εκπαίδευση των παιδιών μου, ξέρω το πώς έχει εξελιχτεί η διδασκαλία των αρχαίων. Οι μεν θετικοί κάνουν απλώς υπομονή, δημιουργώντας αντισώματα απέναντι στο διάβασμα ελληνικών κειμένων για όλη τους τη ζωή, οι δε θεωρητικοί, που έχουν κάποια κλίση, κάποιο ενδιαφέρον, κάποια αγάπη, υποχρεώνονται σε τέτοια παπαγαλία και τόσο αποξενώνονται από τα κείμενα που είναι για λύπηση. Κι όχι μόνο αυτοί. Όλοι μας.

Δημοσιεύτηκε στο Books journal του Ιουλίου 2016

Τετάρτη, 6 Ιουλίου 2016

Ιστορίες με τον Μπάτμαν

Καμιά φορά λέμε για φίλους που χάσαμε, πως είναι δύσκολο να μιλήσουμε γι αυτούς. Για διάφορους λόγους, ενίοτε επειδή η δική τους διακριτικότητα μας κλείνει το στόμα, τους βλέπουμε να μας κοιτούν αυστηρά, ίσως και λίγο ειρωνικά, τι μεγάλα λόγια κάθεσαι και λες εκεί για μένα; να μας λένε. Ωστόσο η ανάγκη είναι πάντα επιτακτική, κάτι θέλεις να πεις, να γράψεις, να σημειώσεις, δεν μπορεί να περάσει έτσι. Η γραφή, ένα μικρό όπλο, αστείο βέβαια αλλά από τα ελάχιστα που έχουμε απέναντι στο θάνατο. Θέλω να γράψω κάτι για τον παλιό μου φίλο Σταύρο Ιωαννίδη, οικονομολόγο και καθηγητή στο Πάντειο και υπεύθυνο έρευνας παρατηρητηρίου επιχειρηματικότητας του ΙΟΒΕ και κάτι ακόμα, στρατευμένο στα νιάτα του κατά της χούντας, στέλεχος της οργάνωσης Ρήγας Φεραίος, και μου φαίνεται θα με μαλώσει. Ωστόσο του ζητώ νοερά συγγνώμη, με τον τρόπο που δεν γίνεται να του ζητήσω, και δεν στέκομαι στα όσα σημαντικά έκανε στη ζωή και στην καριέρα του, που ελπίζω να τα αναλάβουν άλλοι ειδικότεροι, να ξεπεράσουν τη διακριτικότητα του ατόμου και να μιλήσουν περισσότερο γι αυτόν. Εγώ θέλω να μιλήσω για μια μακρινή συνήθεια, μια μικρή ρουτίνα που έζησα κάνοντας παρέα μαζί τους πριν κάποια χρόνια.
Περνούσαμε τότε τα καλοκαίρια, την εποχή που τα παιδιά μας ήταν μικρά, μία βδομάδα σε νησί με φίλους. Νοικιάζαμε δωμάτια, θα ήταν δύσκολο να το κάνουμε για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, Μπορεί κάποτε να γίνονταν δυο οι βδομάδες. Τώρα που τα χρόνια πέρασαν και τα παιδιά έχουν μεγαλώσει, είναι σαν εκείνη η βδομάδα να κρατούσε ολόκληρο το καλοκαίρι.
Μεγάλη ευτυχία για τα πιτσιρίκια που ήταν με παρέα από το πρωί ως το βράδυ και με αποκλειστική απασχόληση το παιχνίδι. Το πρωί στη θάλασσα, τ' απόγευμα σε κάποια πλατεία, τα βράδια πλέον κατάκοπα ν' αναζητούν χωρίς να το παραδέχονται κάποια εξ ύψους παρέμβαση, έναν μεγάλο να τα ηρεμήσει με κάποιο μαγικό τρόπο.
Οι μεγάλοι βέβαια, δηλαδή εμείς, προτιμούσαμε να καθόμαστε να κουβεντιάζουμε μεταξύ μας, άσε που το τσούρμο έμοιαζε εκ πρώτης όψεως αδύνατον να τιθασευτεί. Υπήρχε όμως κάποιος που μπορούσε να το κάνει. Φώναζε τη μαγική φράση: “Για μαζευτείτε, ελάτε εδώ να σας πω ιστορίες Μπάτμαν”! Κι ακολουθούσε χαρούμενη τσιρίδα, “Ελάτε, τρέχτε, θα μας πει ο Σταύρος ιστορίες Μπάτμαν!” Συγκεντρώνονταν σε χρόνο μηδέν και κάθονταν γύρω του, άρχιζε εκείνος ρωτώντας πού είχαμε μείνει χτες; Φώναζαν αυτά, εκεί που ο Τζόκερ είχε πάει να συναντήσει τον Μπάτμαν, μεριά διαφωνούσαν, έτρωγαν ένα τέταρτο μέχρι να συμφωνήσουν πού είχαν μείνει, κι εγώ έστηνα αυτί να καταλάβω πώς έκανε αυτή τη δουλειά ο Σταύρος, πώς έφτιαχνε και πώς συνέχιζε μέρα με τη μέρα εκείνες τις ιστορίες. Ήμουν ομότεχνη εκείνη την εποχή, συνέθετα παραμύθια τα βράδυα, βάζοντας για ύπνο τα παιδιά μου, είχα μπει στις δοκιμασίες και τις απολαύσεις της αφήγησης, στους άγνωστους δρόμους της ελευθερίας που σου προσφέρουν, όπου πάντα αναζητάς κανόνες. Αλλά το να κουμαντάρεις τόσα παιδιά μαζί με τόσο παράξενους ήρωες μου φαινόταν εντελώς έξω από τις δυνατότητές μου. Πώς τα έβγαζε πέρα με τον Μπάτμαν, έναν ήρωα που ανήκε, πίστευα, σε άλλον κόσμο όπως και να το κάνεις, όχι στον οικείο δικό μας. Είχαν βγει και οι ταινίες εκείνη την εποχή, όλη εκείνη η βαριά τεχνολογία και οι σκοτεινές πόλεις, έκαναν για παιδιά; Είχα διάφορες επιφυλάξεις, από την άλλη τον θαύμαζα για την τόλμη του, που είχε κάνει αυτή ακριβώς την επιλογή. Ξέφευγε από το καθησυχαστικό μας σκηνικό, το καλοκαιρινό βράδυ σε κάποια ταβέρνα, ακρογιαλιά, ή αυλή ενοικιαζόμενου, από την ήσυχη παρέα μας, έπαιρνε τα παιδιά μαζί του σε μοντέρνες περιπέτειες. Τα πιτσιρίκια τον κοίταζαν στα μάτια, κρέμονταν από τα χείλη του, κι όταν μπερδευόταν καμιά φορά διαμαρτύρονταν, μας είπες χτες άλλα για τον Τζόκερ! Όχι, δεν καταλάβατε, έβγαινε πάντα με το κύρος του αφηγητή αλώβητο, κάπως τα μπάλωνε, συνέχιζε απτόητος, ανοιχτός στο διάλογο και στις προτάσεις, σαν γνήσιος Ρηγάς. Και κάποια στιγμή, όσο κι αν καθόταν κοντά μας, έχανα τον ειρμό της ιστορίας. Πότε με απορροφούσε η κουβέντα των μεγάλων, πότε εκείνος μιλούσε ψιθυρίζοντας στον παιδικό κύκλο για να δώσει ατμόσφαιρα συνωμοσίας, δεν μάθαινα ποτέ το τέλος. Μια μέρα πρέπει να μου πεις τι έγινε στο τέλος της ιστορίας, του είχα πει, και γελούσαμε.
Όλα εκείνα τα παιδιά είναι νεαροί άνθρωποι τώρα και μαθαίνοντας το θάνατο του αμέσως θυμήθηκαν πρώτα εκείνες τις βραδιές, όπως θυμάσαι τα παραμύθια του παππού σου όταν τον χάνεις και ξέρεις ότι έχει θρονιαστεί για πάντα μέσα σου, για όσο ζεις, για να σε μάθει να οικειοποιείσαι ιστορίες, να διηγείσαι κι εσύ, να προσπαθείς να παίζεις αυτό το παιχνίδι γοητείας, όσο μπορείς, ν' αναμετριέσαι.
Κι εγώ βέβαια, τόσον καιρό μετά, έχω μείνει να πρέπει να συμπληρώσω μόνη μου το τέλος της ιστορίας.

Πέμπτη, 23 Ιουνίου 2016

Η μάρτυρας της Ενωμένης Ευρώπης

H Ενωμένη Ευρώπη δεν είχε ανάγκη από μάρτυρες. Αρκούσαν οι νεκροί τόσων πολέμων που έχουν γίνει στο έδαφός της ανάμεσα σε εχθρικά έθνη, εχθρικά δόγματα, εχθρικά κράτη, εχθρικές ηγεσίες, αυτοκρατορίες, θρησκείες και ιδεολογίες. Ηδη τα παιδιά στο σχολείο βασανίζονται να ξεχωρίσουν τον τριακονταετή από τον εκατονταετή πόλεμο, τον Πρώτο από τον Δεύτερο Παγκόσμιο, την Αντιμεταρρύθμιση από την Ιερά Συμμαχία, τις αλλαγές στρατοπέδων, τις αλλαγές συνθηκών, τις αλλαγές συνόρων.
Ενα πράγμα ξέρουν μόνο τα παιδιά, ότι γεννήθηκαν σε εποχή προνομιακή, ότι οι γονείς τους δεν γνώρισαν πόλεμο, ούτε κι οι παππούδες τους. Ως εκεί. Οι προπαππούδες όμως, μερικοί εκ των οποίων ζουν ακόμα, οι άνθρωποι πάνω από 70, αυτοί γνώρισαν τον πόλεμο, οι πάνω από 75 τον θυμούνται, οι ογδοντάρηδες και βάλε μπορούν να τον διηγηθούν.
Μαζί τους είναι ζωντανή ανάμεσά μας η μνήμη του πολέμου. Αυτοί θυμούνται πόσο μικρή ήταν τότε η αξία της ζωής. Τους γνωρίσαμε με τις απώλειές τους, τις κουβάλησαν μαζί τους σε όλη τους τη ζωή.
Οι μάρτυρες της Ενωμένης Ευρώπης είναι οι εκτελεσμένοι θείοι μας, οι γιαγιάδες που πέθαναν από τον καημό τους, οι αιχμάλωτοι που βύθισαν σε τύψεις τους πατεράδες μας, οι εξόριστοι και οι εκτοπισμένοι που δεν μπόρεσαν ποτέ να ξανασυνηθίσουν την καθημερινότητα, οι προσηλωμένοι στο όνειρο της ειρήνης που δεν ήξεραν πώς να την κουμαντάρουν την ειρήνη, όταν ήρθε. Δεν χρειαζόταν άλλος μάρτυρας, άλλος ήρωας, αιώνες χυμένου αίματος στην όντως γηραιά αυτή ήπειρο έφταναν και περίσσευαν για να χτιστεί η ένωσή της.
Και να που στα καλά καθούμενα απέκτησε η Ενωμένη Ευρώπη μια μάρτυρα, μια αθέλητη ηρωίδα, τη Βρετανίδα βουλευτή Τζο Κοξ που είχε ταχθεί μαχητικά υπέρ της παραμονής της χώρας της στην Ενωση, κι είναι ξεκάθαρο ότι δολοφονήθηκε γι' αυτόν τον λόγο. Επειδή τόσα χρόνια μετά την είσοδο της Βρετανίας στην Ε.Ε. μπορεί ακόμα να παίζεται αυτό το πολιτικό παιχνίδι, να προκηρύσσεται δημοψήφισμα αν πρέπει να μείνει ή να φύγει. Να ξαναμπαίνουν όλα στη ζυγαριά, σαν να έχει ξεχαστεί τι είναι η Ενωμένη Ευρώπη, τι επιδιώκει, τι προσπαθεί να κάνει.
Είναι τρομερή η δύναμη που διαθέτουν οι πολιτικοί και η ικανότητά τους να ερεθίζουν με τέτοιο τρόπο τους εθνικισμούς, να εμφανίζουν την Ευρώπη σαν ένα παιχνίδι αναμέτρησης, ή διαπραγμάτευσης όπως τη λένε οι δικοί μας, όπου συμμετέχουν αντιπροσωπεύοντας τον λαό τους και παίζουν για να ρίξουν τους άλλους λαούς και να κερδίσει, λέει, ο δικός τους.
Μπορεί στο τέλος να τα καταφέρουν, να τη διαλύσουν εις τα εξ ων συνετέθη την Ενωση, τόσοι και τόσοι θρηνούν ήδη γι' αυτή τη διάλυση, πιστεύοντας στο βάθος ότι ο θρήνος θα τη φέρει γρηγορότερα και ασφαλέστερα, να δούμε ύστερα τι θα γίνει, θ’ αρχίσουν οι ενδοευρωπαϊκοί πόλεμοι ξανά ή όχι; Θα ζήσουν τα παιδιά αυτό που απέφυγαν οι παππούδες; Ποιος θα σταματήσει την καταστροφή που κάνουν οι οπαδοί του μίσους;
Ας γίνει η μνήμη της Τζο Κοξ, αυτής της ξεχωριστής και θαρραλέας πολιτικού, τροφή συνείδησης για τους πολίτες όχι μόνο της Βρετανίας, όλων των Ευρωπαίων, ας μη χρειαστεί άλλη θυσία, ας μην υπάρξει άλλος μάρτυρας, ας μείνει στην Ευρώπη η Βρετανία, ας προχωρήσουμε επιτέλους στις Ηνωμένες μας Πολιτείες.

Τρίτη, 21 Ιουνίου 2016

Μια βόλτα στην Αγιοπετρούπολη

Από το ταξίδι μας στην Πετρούπολη