Τετάρτη, 20 Μαρτίου 2019

Μονταίνιος στο μετρό

Κάθησα απέναντι από το κορίτσι αυτό στο λονδρέζικο tube και το χάζευα. Τι διάβαζε. Στραβολαίμιασα  να δω τον τίτλο του βιβλίου, τελικά τα κατάφερα: Τα δοκίμια του Μονταίνιου σε έκδοση Penguin.
Μου αρέσει να χαζεύω τα κορίτσια παντού, και μου αρέσουν τα περισσότερα.  Δεν με πειράζει να είναι υπερβολικά περιποιημένα. Με τα βαμμένα μαλλιά, με τα βγαλμένα φρύδια που τα έχουν ξανασχεδιάσει, με ρουζ στα μάγουλα, με στενά παντελόνια και ωραίους γλουτούς, ή λιγότερο ωραίους, με ελεύθερα μαλλιά σε άπειρες εκδόσεις, τι ευτυχία απέραντη τα ελεύθερα μαλλιά, οι μπούκλες ή τα ίσια, όλων των χρωμάτων. Καμιά φορά στεναχωριέμαι με τα άσχημα ρούχα σε ωραία πρόσωπα, συχνά μου έρχεται η διάθεση να κάνω υποδείξεις, ρε κορίτσι μου μη φοράς το σκούρο ρούχο, δεν ταιριάζει στις μελαχρινές, ή το αντίθετο, το ανοιχτόχρωμα εξοντώνει τις ξανθές, κανείς δεν σας το είπε; Όχι ότι ξέρω από συνδυασμούς δηλαδή, τα βασικά. Ένα στάιλινγκ θα το έκανα ευχαρίστως εδώ στην Αγγλία, κι άλλες φορές μένω κατάπληκτη με το καλό γούστο και τους ωραίους συνδυασμούς, κάτι κομψά παλτουδάκια ας πούμε που φοριούνται αυτή τη στιγμή με το ανοιξιάτικο κρύο, τόσο όμορφα που μου έρχεται η διάθεση να πάω να ρωτήσω, πού το πήρατε καλέ; Λες και με το παλτό θα γίνω κι εγώ νεαρή σαν αυτές, και θα με κολακεύει η πινελιά του παρελθόντος που τόσο ταιριάζει ακριβώς στα πολύ νιάτα.
Τέλος πάντων, θέλω να πω ότι αν και η μόδα των πολύ περιποιημένων εμφανίσεων με είχε ξαφνιάσει στη δεκαετία του 80 που επανήλθε, γιατί δεν καταλάβαινα η αφελής πώς διάλεγαν οι γυναίκες να παιδεύονται με μακιγιάζ και εξεζητημένα ρούχα τη στιγμή που είχαμε υποτίθεται ανακαλύψει και κατακτήσει την απλότητα, και μετά από τέτοια ανακάλυψη και κατάκτηση ποια θα ήθελε να επιστρέψει στο μπελά της εκζήτησης (χα χα, πόση αφέλεια!) αν και για μερικά χρόνια δεν πίστευα στα μάτια μου, τελικά ενέδωσα βεβαίως στο θαυμασμό και το χάζι. Στο βάθος είμαι του θεάτρου, βλέπω ρόλους πίσω από τα ρούχα. Κι έτσι όλα μ' αρέσουν κι όλα τα απολαμβάνω.
Αλλά, σκέφτηκα χαζεύοντας αυτή την προσηλωμένη στον Μονταίνιο αναγνώστρια, τι τα θες; Εχω αδυναμία στα κορίτσια αυτά, τα άβαφα, με το πρόσωπο εκτεθειμένο όπως εμφανίστηκε πρωι- πρωί στον καθρέφτη τους, που μου θυμίζουν τη φάση της περασμένης εκείνης μόδας, του φυσικού. Το χακί της παλτό μου θυμίζει τα αμπέχωνα, το μωβ παράταιρο τσαντάκι της μοιάζει με το βελούδινο δικό μου όπου έχωνα το βιβλίο. Τα φρύδια της είναι όπως τα σχεδίασε η φύση, τα χρώματα όπως τα τόνισε με τον βραδυνό ύπνο και τον πρωινό καφέ. Έτσι όπως ήμασταν κάποτε και νιώθαμε σπουδαίες.
Υπήρξαμε προνομιούχες βεβαίως, το φυσικό τότε αποθεωνόταν, και ήταν πολύ βολικό, δεν χρειαζόταν να βαφόμαστε, φορούσαμε επίσης κάτι χακί μπουφάν από το Μοναστηράκι, μαύρο χάλι, αλλά κι εκείνα σε αποθέωση, οπότε ήταν όμορφα με κάποιο τρόπο, ή μεταχειρισμένα αντρικά καστόρινα σακάκια, αυτά κάπως καλύτερα. Στο Παρίσι κυκλοφορούσα κι εγώ μ' ένα βιβλίο στο μετρό, είχα και μολύβι μαζί να σημειώνω τις άγνωστες λέξεις . Μολύβι στα φρύδια ούτε κατά διάνοια δεν έβαζα, δεν ήξερα νομίζω καν την ύπαρξη του. Τώρα βέβαια θαυμάζω τις γυναίκες που τα σχεδιάζουν, σα να είναι το πρόσωπο τους καμβάς το πλάθουν καθημερινά. Ωραίο και το άβαφο όμως, θέλει λίγο περισσότερο χρόνο να το εκτιμήσεις, δεν σε ξαφνιάζει με τη μία, θέλει την προσοχή σου. Το προτιμώ ακόμα.

Ανάδυση της μνήμης


Στη Θεσσαλονίκη η μνήμη αναδύθηκε. Για δεκαετίες ήταν σκεπασμένη από τα σύγχρονα γεγονότα, τις αλλαγές, τις απουσίες, τη σιωπή. Δεν μιλούσε κανείς για την εξόντωση των δεκάδων χιλιάδων Εβραίων της πόλης, τόσο μαζική, τόσο ολοκληρωτική, τόσο τερατώδη που δεν ξανάγινε αλλού στην Ελλάδα, κανείς για το πολυεθνικό παρελθόν της και το πόσο κυρίαρχη ήταν η παρουσία των Εβραίων,  πόσο σημαντική ήταν για τους Εβραίους η πόλη.
Δεν μπορώ να φανταστώ πώς βίωσαν τη σιωπή αυτή οι άνθρωποι που έζησαν την εξόντωση  εκείνη, που είδαν να μαζεύουν τους Εβραίους στην πλατεία Ελευθερίας, να τους ταπεινώνουν δημόσια, να τους φορτώνουν σε τρένα, κι έμαθαν κάποια στιγμή ότι δεν θα γυρνούσαν, ότι χάθηκαν χιλιάδες, οικογένειες ολόκληρες, γνωστοί τους και γείτονες, πώς ερμήνευσαν και συμπορεύτηκαν με την προσπάθεια για λήθη, που σαν φοιτήτρια την έζησα και την ξέρω, από την καλλιέργεια της άγνοιας, την απορία, το μπέρδεμα. Πιο εύκολα καταλαβαίνω πώς θα νιώθουν τώρα, κι εκείνοι που θυμούνται και είχαν προσπαθήσει να ξεχάσουν, κι εκείνοι που δεν ήξεραν λόγω ηλικίας, κι εκείνοι ακόμα που τότε δεν έδωσαν καν σημασία, ή μπορεί και να ευχαριστήθηκαν, αυτοί οι τελευταίοι δεν θα πέρασαν τη δική τους κόλαση από την οποία ίσως τους ελευθερώσει η μνήμη που αναδύθηκε;
Την Κυριακή έγινε ξανά η πορεία μνήμης, στην επέτειο της αναχώρησης του πρώτου τρένου με Εβραίους της πόλης για το Άουσβιτς. Μπορεί να μη μαζεύτηκαν τόσοι πολλοί στην πορεία αυτή, όσοι μαζεύονταν στα «συλλαλητήρια για τη Μακεδονία», μπορεί για τη ζωή της πόλης να είναι ακόμα κάτι μικρό και περιθωριακό αυτή η εκδήλωση, αλλά πόσο σπουδαίο να συμβαίνει! Πόση αλλαγή στο βλέμμα μας πάνω στο παρελθόν και στη συνείδηση της ύπαρξης μας! Ο καιρός ήταν καλός, ο κόσμος περπάτησε ως τον παλιό σταθμό, τα παιδιά τραγούδησαν Μπομπ Ντύλαν με ελληνικούς στίχους, και τα εγγόνια ενός Γερμανού που είχε πάρει μέρος σε εκτελεστικά αποσπάσματα, βγήκαν και ζήτησαν συγγνώμη από τον Αχιλλέα Κουκουβίνο, γηραιό επιζώντα, για λογαριασμό του παππού τους.
 Έχουν περάσει 76 χρόνια. Δεν είναι μικρό πράγμα. Τυχερά τα εγγόνια που τον πρόλαβαν. Τυχερή η πόλη που πρόλαβε τους ελάχιστους επιζώντες, τυχερή που αναδύθηκε η μνήμη  πριν σβήσει ολοσχερώς η φλογίτσα της ζωής τους.

Πέμπτη, 7 Μαρτίου 2019

Ο άλλος χρόνος


Μου άρεσε στα πιο εργατικά -ή μήπως εργασιακά; μου χρόνια, να κάνω τον ζογκλέρ στήνοντας υποτίθεται δυο- τρεις δραστηριότητες μαζί. Το μαγείρεμα ήταν συνήθως μια απ’ αυτές, με αποτέλεσμα να καίγονται τα φαγητά, κλασικό και αναπόφευκτο ακόμα και με κουζίνα που μιλάει. Στο μέλλον θα μας πιάνει από τον ώμο η κουζίνα όπου και να βρισκόμαστε, για να συνεχίσουμε το μαγείρεμα,  οι επιστήμονες και οι βιομήχανοι τρελαίνονται για τέτοια. Είναι το άλας της καθημερινότητας, το χαμόγελο μέσα στην κατάθλιψη του καθήκοντος, το κρυφό καμάρι του εγώ.
Ενώ την εποχή που ήταν τα παιδιά μου μικρά, πόσο δύσκολη μου φαινόταν η  βραδύτητα που έπρεπε να αποκτήσουν οι κινήσεις μου. Το πρωινό ξύπνημα, η βόλτα, το βραδινό γεύμα, το διάβασμα παραμυθιού, όλα έπρεπε να γίνουν ήρεμα, με απόλυτη αφοσίωση, έτσι και προσπαθούσα να χώσω κάτι άλλο για να αυγατέψει ο χρόνος, χαλούσε η δουλειά.
Πόσο είχα πανικοβληθεί ανακαλύπτοντας ότι το μεγάλωμα των παιδιών χρειάζεται άλλου τύπου χρόνο, άλλους ρυθμούς από τους συνήθεις και υπέροχους με τους οποίους είχα ρυθμίσει τη ζωή μου. Αγανακτούσα, όμως έπρεπε να αποδεχτώ αυτή την απλή αλήθεια, να κουμαντάρω όπως- όπως την κατάσταση. Ξεκινάμε χωρίς μαθητεία μια από τις δυσκολότερες δουλειές, το μεγάλωμα παιδιών, κι όπως μπορεί ο καθένας πορεύεται. Και μάλιστα κόντρα στη βασική δική του πορεία, που είναι η επιτάχυνση, γιατί πάνω εκεί έρχεται η τεκνοποιία. Κι όταν μαθαίνουμε κάπως να συντονιζόμαστε, έχουν ήδη περάσει τα χρόνια, τα παιδιά έχουν μεγαλώσει κι έχουν μπει σε δικούς τους ρυθμούς, ενώ οι δικοί μας έμειναν πίσω.
Δοκιμασία του χρόνου και τα γηρατειά των δικών μας. Ακόμα πιο απροετοίμαστοι γι αυτά, δεν χαίρουν πια και τόσης κοινωνικής εκτίμησης όπως τα παιδαγωγικά, δεν οδηγούν στο μέλλον, μας κρατούν στο παρελθόν με ρυθμούς πιο δύσκολους, φορτωμένους χρόνια κι αργοκίνητους όσο πιο βασανιστικά αργά πλησιάζουν προς το τέλος. Εκεί κι αν ακυρώνονται οι ταχυδακτυλουργίες μας, οι συμπυκνώσεις μας, οι χαρούμενες επινοήσεις μας, εκεί κι αν είμαστε ανεκπαίδευτοι απολύτως, ξαφνιασμένοι κι αναίτια θυμωμένοι. Κι όμως έχουν να μας δώσουν κι οι γέροι σοφία, όπως και τα παιδιά.
Τι όνομα να δώσουμε στους ρυθμούς αυτούς, πώς να τους δεχτούμε; Είναι καταπιεσμένες μειοψηφίες, περιφρονημένοι φτωχοί συγγενείς. Χρόνια παιδικά και χρόνια γεροντικά, πώς να τα στριμώξουμε στον περήφανο καθημερινό μας αγώνα, πώς να τους βρούμε θέση;

Τετάρτη, 6 Μαρτίου 2019

Mιχαήλ Μήτρας, η αγωνία του μοντέρνου

Τα τελευταία χρόνια είχα μάθει ότι ο Μιχάλης δεν ήταν καλά, τον είχα δει μάλιστα στην κηδεία του Βασίλη Ριζιώτη, όπου ένιωσε άσχημα κι έπεσε κάτω, αλλά δεν θέλησε να μπει στο ασθενοφόρο που καλέσαμε. Στα τηλεφωνήματα απαντούσε βιαστικά και έλεγε ότι δεν χρειάζεται τίποτε.  Από το facebook έμαθα ότι είχε μπει σε οίκο ευγηρίας και σήμερα το πρωί ότι πέθανε. Μια φωτογραφία του δημοσιευόταν σε πολλά σάιτ και εφημερίδες, που τον δείχνει πολύ γέρο, αγνώριστο. Έψαξα και βρήκα μια πιο νεανική, πολύ παλιότερη βέβαια.
Είχαμε γνωριστεί στο ραδιόφωνο. Ήταν εξαιρετικός επαγγελματίας, είχε σπουδάσει ραδιόφωνο και είχε δουλέψει χρόνια στο  BBC. Εκανε ωραίες εκπομπές, είχε πάντα καλές ιδέες, κι είχε πάρει συνέντευξη από τον μπαμπά μου για την εκπομπή "Ανωνύμου του Έλληνος". Ήταν συνάδελφος χωρίς ζήλια, χωρίς κόμπλεξ, αναδείκνυε τους ανθρώπους γύρω του, πράγμα πολύ σπάνιο. Το ίδιο και στον λογοτεχνικό χώρο. Ανανδείκνυε τους λογοτέχνες, τους τιμούσε. Μαζί του έμαθα να μαζεύω υπογραφές, μέχρι τότε δεν είχα σκεφτεί ποτέ να ζητάω να μου υπογράφουν οι συγγραφείς τα βιβλία τους, δεν μου περνούσε από το μυαλό.
Στην τέχνη του είχε την αγωνία για το μοντέρνο και τη διατήρησε ως το τέλος, ανυποχώρητα μένοντας στο στάδιο της ρήξης με τα παραδοσιακά σχήματα. Όλοι περάσαμε κάποια στιγμή αυτή τη φάση, την ανησυχία και το ερώτημα αν τα πάντα στη γλώσσα και στα είδη πρέπει να διαλυθούν και να συντεθούν καινούργια, ο Μιχάλης επέμενε σ' αυτό, προσηλώθηκε στην οπτική ποίηση.
Σε ένα  αφιέρωμα του Δημήτρη Φύσσα στην Αθενς Βόις, βλέπω τελευταία του έργα, φωτογραφίες με λέξεις πάνω σε γωνιές της πόλης, σε κήπους, σε πεζοδρόμια, σε σωρούς σκουπιδιών, και κάτι από το σοκ του μοντέρνου, της παλιάς εκείνης αναζήτησης, ακόμα με βρίσκει.
Με δική του πρόταση, διάβασα όταν πέθανε, είχε καθιερωθεί η ημέρα ποίησης στις 21 Μαρτίου. 

Τρίτη, 5 Μαρτίου 2019

Φωτογραφία στο πάρκο

Τα παιδιά μου τα μεγάλωσα πηγαίνοντας στο πάρκο συστηματικά, σχεδόν κάθε μέρα. Για χρόνια, όταν πήγαινα με τον πρώτο μου γιο, έβλεπα στην στρογγυλή πλατεία με τα περίπτερα έναν φωτογράφο που πρότεινε τις υπηρεσίες του στους περιπατητές, σε γονείς με παιδιά κυρίως. Είχε μια καλή φωτογραφική μηχανή, όχι απο τις μεγάλες τις παλιές τις ξύλινες, μια σοβαρή μοντέρνα τότε, αναλογική βεβαίως μηχανή, κρεμασμένη στο λαιμό του, έκοβε βόλτες γύρω απο το συντριβάνι και την πρότεινε ψιθυρίζοντας "Να σας βγάλω μια ωραία φωτογραφία;"
Τον έβλεπα συνέχεια, πότε στο πάνω στρογγυλό, όπως το λέγαμε, πότε στο κάτω, όση ώρα και να έμενα. Θα πρέπει να περνούσε εκεί ολόκληρη τη μέρα, από το πρωί μέχρι να βραδιάσει και να τελειώσει το φως. Είχα κι εγώ συχνά φωτογραφική μηχανή μαζί μου, όχι και πολύ σπουδαία, μια φτηνή, με την οποία έβγαζα συνέχεια φωτογραφίες το παιδί μου. Μια δυο φορές του το είχα πει καθώς μου πρότεινε την τέχνη του, 'βγάζω μόνη μου φωτογραφίες'
Περνούσαν οι μέρες και τα χρόνια, όταν ο πρώτος μου γιος έκλεινε τα εφτά, απέκτησα άλλους δυο, οπότε το πάρκο έγινε ακόμα πιο εντατική απασχόληση. Περνούσα ώρες κάθε μέρα κι έβλεπα συνέχεια το φωτογράφο που δεν παρέλειπε κάθε φορά να μου δείχνει τη φωτογραφική του μηχανή, χωρίς να λέει τίποτε πια, με βουβό συνεσταλμένο χαμόγελο. Κι εγώ κουνούσα το κεφάλι, ή δεν το κουνούσα καν, χαμογελούσα εννοώντας πως ήξερα ότι ήξερε κι εκείνος. Δεν θα του ζητούσα να μας βγάλει φωτογραφίες. Έφερνα τη δική μου μηχανή και δεν χόρταινα να φωτογραφίζω τα δίδυμα μωρά και το μεγαλύτερο πλέον αγοράκι μου.
Κάποια στιγμή είχε χαθεί απο το πάρκο, υπέθεσα ότι πήρε σύνταξη, ώσπου ξαναεμφανίστηκε κουτσαίνοντας. Με την ίδια μηχανή, το ίδιο συνεσταλμένο χαμόγελο, γέρνοντας όμως βαριά στη μια πλευρά και περπατώντας με δυσκολία. Έπαθα σοκ μόλις τον είδα έτσι, με πιάσανε οι τύψεις. Τόσα χρόνια ο άνθρωπος να περνά δίπλα μου και μια φορά δεν είπα να μας βγάλει φωτογραφία! Μα τι τέρας τσιγκουνιάς ήμουν; Μόλις με πλησίασε με τη μηχανή και το γνωστό βλέμμα, του είπα, ναι, βγάλτε μας μια φωτογραφία!
Φορούσα τα καλά μου, δεν θυμάμαι για ποιο λόγο, κι είχα μαζί μου ένα ακόμα παιδάκι, τη Χλόη, φίλη του μεγάλου μου γιου. Σταθήκαμε οι τρεις πίσω απο το καρότσι, τα μικρά ήταν νυσταγμένα, τα μεγάλα βαριόντουσαν τη διαδικασία, αλλά τους είπα ότι μπορούν ν' ανέβουν στο πίσω στήριγμα του καροτσιού, οπότε έκαναν λίγη υπομονή και τη βγάλαμε τέλος πάντων τη μία και μοναδική φωτογραφία στο πάρκο απο επαγγελματία φωτογράφο. Έκανα και μια χαζή γκριμάτσα. Αλλά είναι ωραία. Και πίσω φαίνεται το περίπτερο του πάρκου, όπου συγκεντρώνονταν όλα τα αντικείμενα του πόθου των παιδιών, παιχνίδια, φαγώσιμα και διάφορα πλαστικά ζώα που τα καβαλούσαν και κουνιόντουσαν πάνω κάτω όταν έριχνες ένα κατοστάρικο. Τώρα πια δεν έχει μείνει τίποτε στο πάρκο που να παίρνει κατοστάρικα ή ευρώ, κάθε είδους εμπορική επιχείρηση έχει εξοβελιστεί από το φόβο των ταλιμπάν οικολόγων, ξέρω γω πώς να τους πω, αυτών των έξαλλων που εμπόδιζαν τρία χρόνια την ανάπλαση να τελειώσει και δεν ήθελαν εμπορευματοποίηση. Τα σημερινά παιδιά, όσα πάνε εκεί ακόμα, δεν έχουν τέτοιους πειρασμούς.

Τετάρτη, 27 Φεβρουαρίου 2019

Ήμουν κι εγώ εκεί

 


Ο γιακάς της. Το μαντίλι της. Το καπελάκι της. Ρούχα περασμένων εποχών.
Ήδη την εποχή που χάζευα μικρή αυτές τις φωτογραφίες ήταν παρελθόν οι δαντελένιοι γιακάδες και τα καπέλα, σαν αυτό που φοράει στη δεύτερη φωτογραφία. Το μαντίλι κάπου υπήρχε για καιρό, ύστερα χάθηκε, τόσο που να μην ξέρω πια αν στ' αλήθεια ποτέ το ειδα με τα μάτια μου και το έπιασα στα χέρια μου. Το καπελάκι υπάρχει όμως, σε μια καπελιέρα που φύλαξα εδώ και χρόνια τα τσόχινα κομψά καπέλα της που δεν φορούσε πια, και καμιά φορά τα έβαζα τις απόκριες.
Μου φαίνονταν θαυμάσια όλα, και ταυτόχρονα πολύ μακρινά. Κομμάτια της προηγούμενης ζωής της μαμάς μου, αυτής που δεν μπορούσα να δω παρά σε αναμνήσεις, φωτογραφίες, διηγήσεις. Είχε αλλάξει πόλη, η οικογένεια της έμενε ακόμα στο Αγρίνιο, ήταν δύσκολο για μας να συνδεθούμε με το παρελθόν της.
Είχαμε στο σπίτι αυτές τις φωτογραφίες σε κάδρα, και σκέφτηκα ότι πρέπει να τις σκανάρω. Τις έβγαλα από τα κάδρα τους, και για πρώτη φορά πρόσεξα το χεράκι που ακουμπά στο μαντίλι. Ήμουν κι εγώ εκεί, στη δεύτερη φωτογραφία! Τόσα χρόνια δεν το είχα ποτέ παρατηρήσει. Υπήρχα στη ζωή της ακόμα κι όταν φορούσε το καπελάκι αυτό, και το μυθικό μαντίλι.

Πέμπτη, 21 Φεβρουαρίου 2019

Εκπαιδεύοντας την Ανα


Μεταφράζοντας το θεατρικό έργο της Κατρίν Μπεναμού, «Άνα, ή Το πανέξυπνο κορίτσι» σκεφτόμουν συνεχώς τις δικές μου μαθήτριες στα μαθήματα ελληνικών. Είναι απίστευτη η δυσκολία που έχουν οι μεγάλοι άνθρωποι στην πρώτη επαφή τους με τα γράμματα, και ο αγώνας που πρέπει να κάνουν για να κατακτήσουν τη χρήση τους. Ανακαλύπτουμε μαζί με τις μαθήτριες μας τις δυσκολίες και τις ιδιαιτερότητες της γλώσσας, τη βαριά αξία των λέξεων, αναπνέουμε κοντά τους την προσδοκία τους από τα γράμματα. Τι μπορεί να κάνει μια μεγάλη γυναίκα με τη γραφή; Πολλά πράγματα, ίσως όχι τόσο εμφανή, όμως σημαντικά και αποκαλυπτικά για την ίδια.
Η Κατρίν Μπεναμού έχει επίσης δουλέψει με μετανάστριας σε εργαστήρια γραφής. Ξέρει κι αυτή την αργή, επίπονη, επαναληπτική οπωσδήποτε προσέγγιση στα γράμματα, και χτίζει ένα παιχνίδι με τις λέξεις και το νόημα τους, ξεκινώντας από ένα παλιό παραμύθι. Η ηρωίδα της καθώς προχωρά με αργά και δισταχτικά βήματα στο δρόμο της μόρφωσης, γυρίζει πίσω, στην καταγωγή της, στις αναμνήσεις της, στα γεγονότα που καθόρισαν τη ζωή της χωρίς να μετέχει η ίδια, γυρίζει στους φόβους της, και στρέφεται τέλος προς τις επιθυμίες της. Απλές επιθυμίες, πράγματα που για τον κόσμο των εγγραμμάτων είναι αυτονόητα και γι αυτήν μεγάλες κατακτήσεις. Το πώς θα τις πραγματοποιήσει, το πώς θα εξελιχτεί, είναι το μεγάλο στοίχημα που κερδίζεται ή χάνεται στην προσπάθεια κατάκτησης της αυτογνωσίας.
Η Αθηνά Κεφαλά ανακάλυψε το έργο της παλιάς της συμφοιτήτριας στο Κονσερβατουάρ, και το μεταφράσαμε μαζί. Καθώς βασίζεται στη γαλλική γλώσσα, μια και η μαθήτρια ζει στο Παρίσι και προσπαθεί να μάθει γαλλικά, ήταν μεγάλη η πρόκληση να μεταφέρουμε τους γλωσσικούς συνειρμούς της στην ελληνική γλώσσα χωρίς να αλλάξει το νόημα των βασικών λέξεων, αυτών που ορίζουν τη ζωή της και που μαθαίνει να τις γράφει. Απλοϊκή και μαζί σοφή, η ηρωίδα προχωρά στη γνώση γραφής κι ανάγνωσης σαν σε σκοτεινό τούνελ όπου ψαχουλεύεις τους τοίχους για να φτάσεις στην έξοδο και στο φως. Στο μοντέρνο αυτό έργο η παλιά και πάντα νέα ιδέα του διαφωτισμού κινεί τα πάντα.
Θα παίζεται από τη Δευτέρα 4 Μαρτίου στο θέατρο Vault, Μελενίκου 2 στο Βοτανικό, κάθε Δευτέρα και Τρίτη στις 9.00 το βράδυ.
Σκηνοθεσία, Αθηνά Κεφαλά

Τετάρτη, 20 Φεβρουαρίου 2019

Το προνόμιο των φίφτυς


Το προνόμιο των φίφτυς
Καμιά φορά ζηλεύω την κατάσταση στην οποία βρέθηκαν οι γονείς μου όταν παντρεύτηκαν στην Αθήνα κι έψαχναν να βρουν σπίτι, στη δεκαετία του 50. Αυτό το μηδέν από το οποίο ξεκίνησαν, όπως συνήθιζαν να μας λένε αργότερα, αναπολώντας τη νεότητά τους και τα επιτεύγματα της. Είχε τελειώσει ο πόλεμος, είχε τελειώσει και ο εμφύλιος, κι όλα ξανάρχιζαν και θα μπορούσαν, τότε, να έχουν γίνει αλλιώς, να έχουν γίνει καλύτερα, ή ακόμα και να έχουν γίνει και χειρότερα, αλλά έγιναν όπως έγιναν, όπως τα ξέρουμε τώρα πλέον.
Πώς ήταν εκείνο το μηδέν; Μια πόλη που έσφυζε από ζωή, που ουσιαστικά δεν χωρούσε τους κατοίκους της. Κατέβαιναν στην Αθήνα νέοι κατά κύματα, και δεν είχαν πού να μείνουν, τα νοίκια πανάκριβα, τα σπίτια παλιά, χωρίς θέρμανση, οι σπιτονοικοκυραίοι ζητούσαν ένα χρόνο μπροστά σε λίρες Αγγλίας. Πού τις έβρισκαν τις λίρες, χρυσές εννοείται, δεν έχω καταλάβει,  δεν θυμήθηκα ποτέ να ρωτήσω τους γονείς μου.
Φαινόταν η πορεία της πόλης, δεν θα μπορούσε να παραμείνει όπως ήταν, όλος εκείνος ο κόσμος έπρεπε να στεγαστεί, και ποιος δεν θα ερχόταν στην πρωτεύουσα; Όχι μόνο όσοι ψάχναν για δουλειά, όχι μόνο οι νέες οικογένειες που γίνονταν επιτέλους από άντρες που είχαν χάσει χρόνια και χρόνια στον πόλεμο και στις αιχμαλωσίες, αλλά και οι κατατρεγμένοι της επαρχίας, όλοι εδώ θα έμεναν. Θα γκρεμίζονταν με χαρά, με ανακούφιση, τα ωραία παλιά σπίτια που δύσκολα ζεσταίνονταν, δύσκολα μοιράζονταν και δύσκολα συντηρούνταν, θα υψώνονταν παντού οι ομοιόμορφες, φωτεινές, καινούργιες, και δίκαιες με κάποιο τρόπο, πολυκατοικίες για να στεγαστούν όλοι. Και χώρεσαν και περίσσεψαν, και στρίμωξαν παραπανίσια διαμερίσματα και μαγαζιά, λες και για πάντα θα αυγάτιζαν, και δεν θα κοβόταν το φως από το στενά όσο τα χτίζαν. Η ανάγκη των φίφτυς έγινε συνήθεια κέρδους στα σίξτις και τα σέβεντις κι οι αγαπημένες πολυκατοικίες μισήθηκαν όσο τίποτε. Τα βάζουμε τώρα με τον Καραμανλή που επέτρεψε την αντιπαροχή και ‘κατέστρεψε την Αθήνα’, ή με τους μετανάστες που ‘υποβαθμίζουν τις συνοικίες’ οι οποίες ήταν τόσο προσεγμένες πριν…
Βρισκόμαστε πάλι σε ένα σημείο που μοιάζει με μηδέν, πολύ διαφορετικό αυτή τη φορά.  Είναι πιο περίπλοκα τα πράγματα, είμαστε όλοι μαζί, με την πόλη στα χέρια, σε ένα σημείο εκκίνησης, που μπορεί να γίνει και σημείο εξαφάνισης της.


Πέμπτη, 14 Φεβρουαρίου 2019

Ηδονή της ταλαιπωρίας



«Μήπως μπορείτε να χαμηλώσετε λίγο τη μουσική;»
Είναι αργά, είμαστε οι τελευταίοι πελάτες. Η μουσική τρυπάει τ’ αυτιά, κάνει το στήθος να τραντάζεται, έχουμε βραχνιάσει ουρλιάζοντας ο ένας στον άλλον. Ο σερβιτόρος μας κοιτάζει απλανώς, σα να μην μας βλέπει, να είμαστε διαφανείς, να μην πιστεύουν τ΄ αυτιά του αυτό που άκουσε. Να χαμηλώσει τη μουσική; Πώς είναι δυνατόν να ζητάμε κάτι τέτοιο;
Κοιταζόμαστε κι εμείς με απορία μετά από αυτή την αντίδραση, μάλλον, τη μη αντίδραση. Υπάρχουμε στ’ αλήθεια, ή είμαστε τίποτε σκιές του παρελθόντος που κυκλοφορούν μετά τα μεσάνυχτα; Γιατί ποιος σύγχρονος άνθρωπος ομολογεί με τόση αφέλεια ότι τον ενοχλεί η μουσική που διαπερνά τ’ αυτιά και τραντάζει τα κρανία; Οφείλουμε, όλοι οι ζωντανοί του 21ου αιώνα, όχι μόνο να αντέχουμε αλλά και να μας αρέσει η κακοποίηση του ακουστικού νεύρου κι ολόκληρου του σώματος από τον αβάσταχτο θόρυβο. Αλλιώς θα μας κατατάξουν με τα φαντάσματα.
Τα αυτιά πρέπει να τρυπιούνται. Όχι μόνο απέξω, με όσο το δυνατόν μεγαλύτερες τρύπες κι όσο γίνεται περισσότερα σκουλαρίκια, αλλά κι από μέσα. Να φτάνει ο πόνος στον εγκέφαλο. Τρύπες στο λοβό, στο φρύδι, στο χείλι, στη γλώσσα, στο πηγούνι, σφραγίδες της αδιαφορίας απέναντι στον πόνο που μοστράρονται σε όλο το πρόσωπο, δεν αρκούν. Πρέπει να δείχνεις ότι δεν σε νοιάζει αν κινδυνεύεις να κουφαθείς για πάντα από την ένταση της μουσικής. Σκουλαρίκι δεν μπαίνει εκεί, οπότε απλώς θα το αποδεικνύεις χαμογελώντας ευχαριστημένα και σείοντας ανάλαφρα το χέρι με το ποτήρι σου. Οι ντράμερ σκοτώνονται να χτυπολογούν σαν τρελοί, εσύ  απλώς λικνίζεσαι. Δεν τρέχει τίποτε, όπως οι έφηβοι περνούν το χέρι πάνω από τη φλόγα του κεριού για να δείξουν πόσο θαρραλέοι είναι, έτσι και κουφαίνονται ηρωικά διασκεδάζοντας και επιδεικνύοντας όσο πιο απίστευτη μπορούν αδιαφορία. Αν θελήσεις χαμηλότερη ένταση σημαίνει ότι είσαι γέρος, κι αλίμονο στο άτομο που θα ομολογήσει από μόνο του μια τέτοια πικρή αλήθεια σε χώρους διασκέδασης. Από σεμνότητα λοιπόν έκανε το γκαρσόνι πως δεν άκουσε, ενώ ντρεπόταν για λογαριασμό μας.
Με το κεφάλι να βουίζει την επόμενη μέρα, σκέφτομαι ότι πάλι καλά που έχει αφήσει έξω αυτή η αυτοκαταστροφική μόδα την κλασσική μουσική, να καταφεύγουμε οι ευπαθείς ομάδες.

Σάββατο, 9 Φεβρουαρίου 2019

Αισιοδοξία



Η διπλανή πολυκατοικία έχει δραστήριο διαχειριστή. Μόλις ανέλαβε, κατέγραψε τα άδεια διαμερίσματα και σε λίγες μέρες τα μισά κουδούνια της εξώπορτας είχαν στη θέση του ονόματος τη λέξη ΑΔΕΙΟ με μεγάλα κεφαλαία γράμματα, να τα βλέπεις από μακριά. Όταν περνώ φαντάζομαι κουδούνια να χτυπάνε σε σπίτια χωρίς ανθρώπους, σε σκοτεινά τριάρια και δυάρια τον ήχο να ενοχλεί το κενό.
Γιατί το έκανε αυτό; Ίσως για να εκτιμηθεί ο κόπος του, πόσο παιδεύεται να τα βγάλει πέρα με τους μισούς ιδιοκτήτες απόντες, τα μισά διαμερίσματα άδεια. Οι απόντες δεν θα πληρώνουν κοινόχρηστα. Εδώ οι παρόντες δεν πληρώνουν. Εκτός αν απλώς ήθελε να αποθαρρύνει τους εφήβους που χτυπάν κουδούνια για πλάκα. Ή και να τους βοηθήσει, μη χτυπάτε αυτά, είναι άδεια, χτυπήστε στα γεμάτα, να μην πηγαίνει ο κόπος σας χαμένος.
Οι αισιόδοξοι πιστεύουν ότι η γειτονιά ξεπερνά την κρίση. Λένε πως πολλοί Κινέζοι αγοράζουν διαμερίσματα, λένε ότι πολλά γίνονται Airbnb, ότι νοικιάζονται με τη μέρα σε τουρίστες,. Και μόνο η ιδέα ότι έρχονται εδώ τουρίστες μας ψηλώνει δέκα πόντους. Δεν είναι αυτό που βλέπετε η άχαρη πόλη, υπάρχει κάτι άλλο, ένα ωραίο μυστικό κρυμμένο ίσως σε τριάρια. Αδεια.  Αγοραστές και ενοικιαστές μας τριγυρίζουν,  όλο και κάποιος θα μπαινοβγαίνει, όλο και κάποιος θα πληρώνει κοινόχρηστα, θα ανοίγει τα παράθυρα, θα χρησιμοποιεί το ασανσέρ και θα απαιτεί να μένουν αναμμένα φώτα τη νύχτα.
 Υπάρχουν άλλοι που πιστεύουν ότι όλα γίνονται βάσει σχεδίου, αρχίζοντας από την υποβάθμιση του κέντρου της πόλης και των δικών μας περιοχών. Βάσει σχεδίου οι ιδιοκτήτες πουλούσαν τα σπίτια τους κι έφευγαν για τα προάστεια από τη δεκαετία του 70, βάσει σχεδίου έδωσαν όλοι αντιπαροχή τα παλιά για να πάρουν διαμερίσματα, ώστε να γίνει αφόρητη η ζωή τους ολονών και να φύγουν μαζικά για να φτηνήνουν ύστερα τα πάντα, να τα πάρουν οι Κινέζοι και τα Airbnbn. Δεν έχω καταλάβει αν ήταν κινέζικο το σχέδιο ή γερμανικό, πάντως είχε μεγάλη επιτυχία, αφού πραγματοποιείται με συνέπεια εδώ και τόσες δεκαετίες.
 Αν λιγοστέψουν τα κουδούνια με το ΑΔΕΙΟ, λέτε το σχέδιο να περιλαμβάνει και άναμμα καλοριφέρ;

Τετάρτη, 30 Ιανουαρίου 2019

Η μνήμη των γονιών μας


Παρακολουθώντας τηλεόραση για πολλές ώρες στα τελευταία χρόνια της, η μαμά μου θύμωνε πολύ όταν έβλεπε στις ειδήσεις σκηνές με τους αγανακτισμένους στο Σύνταγμα, στη φάση  που κράδαιναν κρεμάλες και έσειαν αφίσες, τη Μέρκελ με μουστάκι χιτλερικό, και παρομοίαζαν την κρίση με την Κατοχή. Εκείνη είχε ζήσει την αληθινή Κατοχή, δεν είχε κλείσει τα δεκαπέντε της όταν κηρύχτηκε ο πόλεμος. Κι είχε δει αληθινές κρεμάλες στην πλατεία του Αγρινίου, ένα πρωί στα χρόνια της Κατοχής, με πτώματα συμπολιτών της να κρέμονται για μέρες, ώσπου να δοθεί η άδεια να τα πάρουν.
Η γενιά εκείνων των γυναικών ξεκινούσε με άλλες προδιαγραφές και στόχους τη ζωή της. Τα κορίτσια ήταν μοντέρνα κι αισιόδοξα. Διεκδικούσαν πολλά, κατακτούσαν περισσότερα. Κόνταιναν τα φορέματα τους, κατσάρωναν τα μαλλιά τους. Δεν καταλαβαίνουμε τώρα πόση σημασία είχαν αυτά, αλλά ας σκεφτούμε ότι οι μανάδες τους ήταν υποχρεωμένες να καλύπτουν πόδια, χέρια και λαιμό, να κρατούν τα μαλλιά δεμένα σε κοτσίδες μέχρι να παντρευτούν κι ύστερα μαζεμένα σε κότσο. Τα μαλλιά της γυναίκας, η απόλαυση των μαλλιών της, το θέαμα και το άγγιγμα, ανήκαν στο σύζυγό της. Τα παντελόνια ήταν αδιανόητα. Κι επίσης οι γυναίκες δεν δούλευαν, δεν σπούδαζαν, δεν είχαν ψήφο.
Όλ’ αυτά άλλαζαν μετά τον Μεγάλο Πόλεμο, τον Πρώτο Παγκόσμιο δηλαδή, που είχε ταρακουνήσει συθέμελα  Ευρώπη και  κόσμο. Οι περιορισμοί των γυναικών φαίνονταν γελοίοι και ξεπερασμένοι, ακόμα και στις ελληνικές επαρχίες στη δεκαετία του 30 έφταναν οι μόδες και η συνταρακτική βεβαιότητα ότι οι νέες κοπέλες θα έκαναν όσα δεν είχαν κάνει γενιές ολόκληρες γυναικών, θα απολάμβαναν δικαιώματα αδιανόητα ως τότε.
Πάνω εκεί ήρθε ο Δεύτερος πόλεμος να τους δώσει μια σπρωξιά, να τις ξαναρίξει πίσω στη φτώχεια και στην υποταγή. Η μάνα μου μάθαινε πιάνο, το Ωδείο τους έκλεισε. Στο σπίτι τους πήγε ταγματασφαλίτης με επίταξη. Η ζωή τους πήρε αναγκαστική στροφή, η ανάγκη σφράγισε τη μοίρα τους, τα παιδικά τους χρόνια, την ομορφιά της εφηβείας τους. Το ερωτικό τους ξύπνημα, αναβλήθηκε και βουτήχτηκε στην ενοχή και το φόβο.
Η μητέρα μου πέθανε λίγες μέρες πριν την επίσημη μέρα μνήμης του Ολοκαυτώματος. Εκείνη δεν χρειαζόταν μέρες μνήμης, θυμόταν τα πάντα και μας είχε εκπαιδεύσει στη γνώση της. Καθώς σιγοσβήνει αυτή η γενιά, που ήξερε, θα ξεχαστούν τα τερατώδη έργα του πολέμου; Πρέπει να θυμόμαστε. Να κρατούμε τη μνήμη τους. Να φυλάξουμε τον πόνο τους σαν πολύτιμο λίθο.

Μονταίνιος στο μετρό

Κάθησα απέναντι από το κορίτσι αυτό στο λονδρέζικο tube και το χάζευα. Τι διάβαζε. Στραβολαίμιασα  να δω τον τίτλο του βιβλίου, τελικά τα...