Τετάρτη, 21 Σεπτεμβρίου 2016

Γονείς, επαγρυπνείτε

-Μαμά, είναι αλήθεια ότι στον πόλεμο κάνανε σαπούνι του Εβραίους;
Αυτή τη φράση άκουσα με τ' αυτιά μου χρόνια πριν, από μαθητή Δημοτικού, Εβραίο στο θρήσκευμα. Νομίζετε ότι είναι απλό να χειριστεί ένας γονιός μια τέτοια στιγμή; Ελάτε στη θέση του. Μια απλή, διαδεδομένη φράση που καταδεικνύει κι αποδέχεται την αλήθεια της φρίκης, να πρέπει να την κατανοήσει ένα παιδί που όντως, έχει στην οικογένεια ανθρώπους που είχαν ξεκινήσει “να γίνουνε σαπούνι” και γλύτωσαν κατά τύχη. Πόσο μεγάλο τραύμα μπορεί να πάθει ένα παιδί με ένα κλισεδάκι που λέγεται χωρίς κακή πρόθεση.
Η γιαγιά εκείνου του παιδιού ήταν επιζήσασα του Άουσβιτς. Ο άντρας και το πρώτο παιδί της είχαν σκοτωθεί στα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Δέκα χρόνια μετά την απελευθέρωση ξαναπαντρεύτηκε κι έκανε το δεύτερο παιδί. Γνώρισα τα εγγόνια της και τους γονείς τους. Το να μεγαλώνεις παιδιά με τέτοιο βάρος και να τα κάνεις ψυχικά υγιή δεν είναι καθόλου εύκολη υπόθεση. Πάντα κάτι αφήνει το βαρύ παρελθόν, και πέφτει στους ώμους των γονιών η ευθύνη να μεταδώσουν την ιστορία χωρίς την ενοχή, την επίγνωση χωρίς το μίσος.
Το θυμήθηκα διαβάζοντας την ομιλία του καθηγητή Πελεγρίνη στην επέτειο μνήμης Μικρασιατικής καταστροφής. (http://www.minedu.gov.gr/eidiseis/23534-15-09-16-omilia-tou-theodosi-pelegrini-gia-tin-imera-ethnikis-mnimis-gia-tin-katastrofi-tou-mikrasiatikoy-ellinismoy) Δεν αρκεί, μας λέει, να θυμόμαστε τη “Μικρασιατική καταστροφή”, αλλά και τις αλλεπάλληλες καταστροφές που υπέστη ο ελληνικός λαός. Πώς το κατάφεραν οι Εβραίοι, που είναι οργανωμένοι, κλπ, να συνδέσουν το όνομά τους με τη λέξη “γενοκτονία”; Με έξι εκατομμύρια νεκρούς στα ναζιστικά στρατόπεδα νομίζατε ίσως; Με επιμονή και υπομονή, μας λέει ο καθηγητής. Χρειαζόμαστε κι εμείς μια εκστρατεία ταύτισης της έννοιας της καταστροφής με την εθνική μας μοίρα, εκστρατεία που θα ξεκινά στο Δημοτικό και θα φτάνει στα Πανεπιστήμια. Να ηγηθεί η Ακαδημία (ως ειδική στις καταστροφές;)
Αγαπητοί αναγνώστες, τα παιδιά μου τα μεγάλωσα, δεν κινδυνεύουν από την εντατικοποίηση της κλάψας. Ανατρίχιασα επειδή θυμήθηκα όχι μόνο των εβραίων φίλων μου τα δύσκολα, αλλά και τα δικά μας, γιατί τα ψυχικά τραύματα περί καταγωγής τα εγγυάται ήδη η διδακτέα ύλη, κι η καλλιέργεια τους αρχίζει από το νηπιαγωγείο.
Γονείς επαγρυπνείτε, και συνειδητοποιείστε ότι όλη αυτή η νοοτροπία που σας κουβαλάνε τα παιδιά από το σχολείο, το πόσο κυνηγημένη και πόσο θύμα είναι η Ελλάδα, δεν τα ωφελεί καθόλου ούτε αυτοπεποίθηση, ούτε δημιουργικότητα κι υπευθυνότητα ν' αποκτήσουν, ούτε τον κόσμο να βλέπουν θετικά, ούτε τον εαυτό τους. Ουσιαστικά, υπονομεύει την ψυχική τους υγεία και προσφέρει στοιχεία που θα συντελέσουν στην εξασφάλιση της δυστυχίας τους.
Αν η επίσημη πολιτική πάει ακόμα περισσότερο προς την καταστροφολογία, όπως προτείνει η Πελεγρίνης, θα το βρείτε μπροστά σας.
Αν κατάλαβα καλά, αυτή είναι η αριστερή, κι επίσημη απάντηση στη δεξιά επιμονή για χρήση της λέξης “Ολοκαύτωμα”. Σου λέει, μπορεί οι Εβραίοι να οικειοποιήθηκαν το Ολοκαύτωμα, αλλά εμείς θα πάρουμε την Καταστροφή, ίδια λέξη σε τόσες γλώσσες, στρωμένη δουλειά είναι, και θα αναδειχτούμε ως οι πλέον κατεστραμμένοι του κόσμου, φτάνει να το οργανώσουμε κατάλληλα.
Συναρπαστικός ο ανταγωνισμός, ποιοι θα εμφανίζουν τη χώρα πιο αξιολύπητη.
Μ' ένα μεγάλο ωιμέ και δυο μικρά αλί και τρισαλί, σας εύχομαι ευτυχές το νέο σχολικό έτος.

Καλλιτεχνικό ζευγάρι

Για αποχαιρετιστήριο δώρο από το χωριό των διακοπών, ο γείτονας μάζεψε ρίγανη και μου έφερε ένα φουντωτό μπουκέτο. Φαντάστηκα το χειμώνα που έρχεται με κάτι σα μεγάλο βάζο στην κουζίνα μου, και να κόβω τη ρίγανη να ρίχνω στη σαλάτα κάθε μεσημέρι. Ααα, ευχαριστώ είπα, κι έτρεξα να φέρω βάζο να τη βάλω. Έβαλε τα γέλια.
-Στάσου να σου δείξω, λέει, και στέκομαι. Μαθαίνω γενικά να στέκομαι με τον γείτονα αυτόν που μου έλαχε στο χωριό της γιαγιάς μου, στο Πήλιο. Εκεί που τρέχω βιαστικά, να γυρίσω σπίτι, ή να φύγω, ή να πάω για ψώνια, με αναγκάζει να σταθώ. Μου δίνει συμβουλές, μου δίνει κηπευτικά, αυγά, εκτελεί έργα στον κήπο, με φωνάζει να κοπιάσω να πάρω γλυκό. Μου πήρε χρόνια να μάθω να χαλαρώνω το πρόγραμμα των διαδρομών από και προς το σπίτι και να μπορέσω να τον ακούσω, να τον δω, να τον γνωρίσω.
Όταν τα κατάφερα, άκουσα συναρπαστικές ιστορίες από την πρώτη του δουλειά, στο Σανατόριο του Καραμάνη πάνω στα Χάνια, όπου πήγαινε με τα πόδια κάθε μέρα, έφηβος ακόμα, κι ύστερα για το μόχθο της δουλειάς στα ψυγεία των μήλων, όπου επίσης πήγαινε με τα πόδια για χρόνια πολλά. Όλ' αυτά σε θεσσαλική διάλεκτο, ιδίωμα που αν το αναζητούσαν γλωσσολόγοι και θεατρικοί συγγραφείς θα ήταν αδύνατον να το επινοήσουν, με εκφραστικό πλούτο που με έκανε τελικά να ξεχνιέμαι και να διαλύεται ο προγραμματισμός της μέρας. Θα μου πείτε, τα μαγνητοφώνησα; Όχι ποτέ, αν και κάθε φορά νιώθω σαν τον Αλή μπαμπά στη σπηλιά με τους θησαυρούς που δεν έχει μαζί του σακί να τους βάλει.
Τον παρατηρώ με τη ρίγανη, έμαθα επιτέλους να στέκομαι και να μαθαίνω, να χωρίζει το μπουκέτο σε μικρότερα μάτσα που τα δένει χωριστά και μεταξύ τους, κι απλώνει τα χέρια ύστερα και βλέπω ότι είναι η απόσταση ανάμεσα τους σα να τη μέτρησε με το υποδεκάμετρο. Ταλαντούχος αγρότης στον κήπο του, αν και υπήρξε εργάτης στη ζωή, κάθε μέρα τον συγυρίζει και καθαρίζει και τα πέριξ, ξεκινώντας από τα χαράματα. Το μεσημέρι τρώει νωρίς, η γυναίκα του πάντα στρώνει τραπέζι με όλα τα αξεσουάρ, κι αν είμαι μόνη μου στο σπίτι με λυπάται, στέλνει και μένα ένα σκεπασμένο πιάτο. Μαγειρεύει ψαράκια πάνω από λαχανικά γιαχνί, κουκιά με ντομάτα, φασολάκια με κολοκύθια, κι έχουν τόση νοστιμιά όλα, σα να μην έχω ξαναφάει προϊόντα του πλανήτη.
Ανοίγει λοιπόν την παράταξη των μπουκέτων ρίγανης που έφτιαξε, τα κρεμάει στον παλιό ξύλινο φράχτη, και καθώς απλώνει τα χέρια και σκύβει, μοιάζει με χορευτή που κέρδισε την απέναντι πλαγιά για σκηνικό του. Το μπαλέτο του καλοκαιριού μου, σκέφτομαι, φέτος δεν πήγα σχεδόν καθόλου θέατρο, σινεμά, κάτι καλλιτεχνικό. Ας είναι αυτό ο χορός για μένα.
Τη ρίγανη βέβαια μου την έδωσε σ' ένα βαζάκι, αφού την έτριψε μόνος του. Απ' όλο το μπουκέτο, μια χούφτα ρίγανη, το απόσταγμα των διακοπών.

Οι άγιοι των άλλων

Διάβασα πριν λίγο καιρό το Confiteor του Ζάουμε Καμπρέ, που είχε μεγάλη επιτυχία στην Ελλάδα, κι ύστερα ένα ακόμα δικό του, παλιότερο, λιγότερο γνωστό, το “Οι φωνές του ποταμού Παμανο”. Η ηρωίδα σ' αυτό το δεύτερο, μια πάμπλουτη γηραιά κυρία, κάνει ό,τι μπορεί, ξοδεύει πολύ χρήμα, ενέργεια, άοκνες προσπάθειες, για να ανακηρύξει άγιο τον εραστή που είχε αγαπήσει πολύ στα νιάτα της, στη διάρκεια του πολέμου, όταν ακόμα υπήρχε αντάρτικο κατά του Φράνκο στην Καταλωνία. Παρακολουθούμε βεβαίως την ιστορία προς τα πίσω, από το σήμερα πάμε στο τότε, τα πρόσωπα ολοκληρώνονται αργά, υπάρχουν ανατροπές, τα γεγονότα ξεδιαλύνονται, και ο αναγνώστης τελειώνει το βιβλίο χωρίς να ξέρει ποιον πρέπει να αντιπαθήσει από τους κακούς και πόσο ακριβώς.
Παρόμοια σύγχυση ένιωσα διαβάζοντας για την αγιοποίηση της μητέρας Τερέζας, αν και όχι τόσο έντονη, διότι όσο κι αν η δική της ιστορία είναι αληθινή, πιάνει λιγότερες σελίδες, κι όχι λογοτεχνίας. Χρόνια και χρόνια διαβάζαμε για τις αγαθοεργίες της, το όνομά της έγινε συνώνυμο με την προσφορά και τη φιλανθρωπία, μέχρι τώρα που το Βατικανό την κηρύσσει αγία. Ξαφνικά ακούγονται ένα σωρό φωνές που την κατηγορούν για μεγάλη υποκρίτρια και εκμεταλλεύτρια, μια τυραννική ιεραπόστολο η οποία απλώς καταπίεζε τους πάμφτωχους ασθενείς που έπεφταν στα χέρια της χωρίς καν να τους θεραπεύει, μόνο και μόνο για να κερδίσει πολιτική επιρροή με την οποία ενίσχυε φασιστικά καθεστώτα. Δεν είναι παράξενο που δεν ακούγονταν όλ' αυτά τόσον καιρό; Συνήθως βέβαια οι δημοσιεύσεις στα ελληνικά μέσα ήταν φωτογραφίες της, ή ένα μικρό βίντεο, με μια απλή λεζάντα του στυλ “πήγε εκεί, έκανε αυτό, είδε τον τάδε” κλπ. Η μητέρα Τερέζα ήταν μια διασημότητα που μας αφορούσε λιγότερα από την Αντζελίνα Τζολί πχ, την οποία βλέπαμε και σε ταινίες, τη θαυμάζουμε, η ομορφιά της μας ενδιαφέρει (αν και μάλλον αποκλείεται να σκεφτεί οποιοσδήποτε να την κηρύξει αγία)
Άραγε έχουν δίκιο οι σημερινοί αμφισβητίες της αγιοσύνης της, ή η εντύπωση που μας έχει δημιουργηθεί από τις πολλές αναφορές στο παρελθόν; Οι κατηγορίες είναι πολύ σοβαρές για να είναι ψεύτικες, από την άλλη αναρωτιέται κανείς αν τελικά έστω και κάποιους ανθρώπους βοήθησε στοιχειωδώς αυτή η καθολική αποστολή, αν έδωσε έστω κάτι παραπάνω από το τίποτε, μήπως είναι άδικο να την απαξιώνουν;
Δεν μιλάω για την αγιοσύνη, δεν καταλαβαίνω την ανάγκη της Καθολικής Εκκλησίας να ανακηρύσσει κάθε τόσο νέους άγιους. Υπάρχει κάποια σκοπιμότητα, έχει μελετηθεί η διαδικασία ότι γοητεύει τους πιστούς, φρεσκάρει την πίστη; Δεν ξέρω.
Θα μου πείτε, τι ερωτήματα είν' αυτά από πολίτη μιας χώρας που έχει επίσημη εκκλησία του κράτους την Ορθόδοξη, γιατί δεν ασχολούμαι με τη δική της ανάγκη να ανακηρύξει τον Παΐσιο και δεν ξέρω ποιους άλλους αγίους;
Και θα έχετε απόλυτο δίκιο.

Κυριακή, 4 Σεπτεμβρίου 2016

Οι θρησκείες είναι μαγεία

Οι θρησκείες είναι μαγεία. Πώς να μη ζηλέψει κανείς την πίστη των νεαρών κοριτσιών που βγήκαν να διαδηλώσουν στην Αθήνα υπέρ του δικαιώματος των μουσουλμανίδων να φορούν μπουρκίνι στις γαλλικές παραλίες; Προχτές, μπροστά στη γαλλική πρεσβεία, στην καυτή αθηναϊκή άσφαλτο της πλατείας Συντάγματος, οι φτωχές αυτές κοπέλες από το Πακιστάν κι από το Μπαγκλαντές, που πιθανότατα δεν έχουν φτάσει ούτε μέχρι το Φάληρο, απέναντι από τη στάση του Ηλεκτρικού, να κολυμπήσουν ανάμεσα στα τσιμεντένια ντόκια, ταυτίστηκαν με τις πάμπλουτες κυρίες από τη Σαουδική Αραβία που περνούν τις διακοπές τους στην Κυανή Ακτή. Πώς να μη θαυμάσει κανείς την απίστευτη ικανότητα των θρησκειών, να χαρίζουν τέτοιες ευτυχίες, τέτοιες παρηγοριές κι ευγενικά αγωνιστικά αισθήματα σε ανθρώπους ταπεινούς, που ίσως έχουν χίλιους λόγους να αισθάνονται καταπιεσμένοι κι ανεπιθύμητοι στην πόλη όπου ζουν, αλλά το μόνο πράγμα που τις έκανε να βγουν στους δρόμους, ήταν η απαγόρευση του μπουρκίνι στη Γαλλία;
Είναι μαγικές οι θρησκείες. Καταφέρνουν πράγματα που τίποτ' άλλο δεν μπορεί να καταφέρει, απρόσμενα και θαυμαστά. Θρησκεία ίσον θαύμα, τέλος. Αν δεν μπορούν να παράγουν θαύματα ορατά και βεβαιωμένα, παράγουν τέτοιου τύπου αξιοθαύμαστα φαινόμενα, για τα οποία χρειάζονται μόνο λίγο από το βασικό τους συνδετικό υλικό, λίγο τσιμέντο από αίσθημα καταδίωξης. Μια απόφαση δημάρχων σε απολύτως απρόσιτες παραλίες δεν είναι βέβαια η αρένα με τα λιοντάρια της Ρώμης, ή πογκρόμ, ή ανταλλαγή πληθυσμών, αλλά πορεύεται κανείς με ό,τι βρίσκει. Σημασία έχει να κινηθεί ο καταπληκτικός αυτός ψυχολογικός μηχανισμός, και να οι κοπελίτσες με το πανώ που βεβαιώνει ότι “το ντύσιμο είναι επιλογή μας!” Αυτό που επιβάλει η θρησκεία δεν θεωρείται καταναγκασμός στη μικρή μαγική αυτή φράση. Όμως μια απαγόρευση στολής στη γαλλική Νίκαια ξαφνικά καταφέρνει να ενσωματώσει, να συμπυκνώσει κάθε έννοια εξαναγκασμού. Δεν είναι καταπίεση το να πρέπει να καλύπτεις κάθε γωνιά του κορμιού σου κάθε ώρα και στιγμή, αλλά το να υποψιάζεσαι ότι τρεις χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά, πέρα από σύνορα που δεν μπορείς να περάσεις, σε μέρη που μάλλον δεν θα καταφέρεις ποτέ να πας, κάποιες πλούσιες ομόθρησκες έδειξαν τα μπράτσα τους. Δεν υπάρχει λογική, είναι η μαγεία, η παντοδυναμία της θρησκείας.
Είναι μαγικές οι θρησκείες. Δίπλα στις νεαρές μουσουλμάνες με τα μαντίλια διαδήλωσαν και μέλη της “Ανταρσύας”, άλλοι πιστοί αυτοί. Οπαδοί άλλης, διαφορετικής θρησκείας, πλην όμως εξίσου μαγικής. Θέλοντας να καταλύσουν με κάθε τρόπο την αστική δημοκρατία, οι αυστηροί αυτοί επαναστάτες, θα σταθούν δίπλα σε κάθε άνθρωπο που υποψιάζονται ότι μπορεί να εξυπηρετήσει τον υψηλό τους στόχο. Κι αφού βασανίζεται η αστική δημοκρατία με τους μουσουλμανικούς κανόνες και τους φανατισμούς, να μη ρίξουν όσο μπορούνε λάδι στη φωτιά; Μπορεί να μη νοιάστηκαν για το αν τα κοριτσάκια της διαδήλωσης πηγαίνουν κανονικά σχολείο, αν είναι σε θέση να παρακολουθήσουν τα μαθήματα ελληνικής γλώσσας, αν τα άλλα παιδιά τα κοροϊδεύουν στην τάξη, αν κάνουν κανονικά τα εμβόλια τους, τι περίθαλψη έχουν, αν τρώνε κάθε μέρα, αν οι γονείς τους περιμένοντας να πάρουν άδεια παραμονής μπορεί να λιποθυμήσουν από εξάντληση στην ουρά, αν δουλεύουν δεκαπέντε ώρες τη μέρα κι αφήνουν τα παιδιά κλεισμένα μέσα. Δεν συζήτησαν τέτοιες αρλούμπες που έχουν να κάνουν ακριβώς με την αστική δημοκρατία την οποία επιθυμούν να καταργήσουν πλήρως και ολοσχερώς. Οπότε δεν τους ενδιαφέρει το φιλοσοφικό ερώτημα της ελευθερίας που μπορεί να απολαύσει ένα κοριτσάκι σε μια μουσουλμανική οικογένεια που ζει στο διπλανό σπίτι, όχι στη Γαλλία ούτε στην Καμπούλ, αλλά εδώ, μαζί μας. Δεν σκάνε για το αν μπορεί να θεωρηθεί αρκετά ώριμο στα δεκατρία του να κρατάει ένα πλακάτ που να λέει ότι το “ντύσιμο είναι επιλογή”, αφού στην πραγματικότητα δεν επέλεξε ως άτομο τίποτε ποτέ, κι ας κατοικεί στην ήπειρο της ελεύθερης επιλογής. Το μόνο που τους απασχολεί είναι να καταγγείλουν το “απάνθρωπο πρόσωπο του καπιταλισμού και της αστικής δημοκρατίας”. Να αναδείξουν αυτή τη βαθιά αλήθεια στα μάτια των μεταναστριών που ήρθαν εδώ για μια καλύτερη ζωή, να εξάψουν την αγανάκτηση τους, να τις κάνουν επαναστάτριες. Είδατε τι τρομερή που είναι η αστική δημοκρατία στη Νίκαια; Πρέπει να ξεσηκωνόμαστε! Σημασία έχει ο ξεσηκωμός, ας είναι και για τα φρικαλέα μαγιώ των παραθεριστριών εκ Σαουδικής Αραβίας.
Μαγικό πράγμα οι θρησκείες.

Το παιχνίδι της χαράς

Όταν πήγαινα Δημοτικό κάποιος μου χάρισε την Πολυάννα. Ίσως δεν μου το είχαν καν χαρίσει, κάποια συμμαθήτρια μου το είχε δανείσει και το διάβασα. Ήταν πολύ της μόδας τότε, όχι όμως όπως υπήρξε αργότερα ο Χάρι Πότερ που είναι βιβλίο γιούνισεξ. Ήταν της μόδας στα κορίτσια. Τότε τα βιβλία για παιδιά χωρίζονταν σε αγορίστικα και κοριτσίστικα. Συνήθως τα κορίτσια διάβαζαν και τ' αγορίστικα, τα αγόρια όμως ποτέ δεν διάβαζαν τα κοριτσίστικα.
Ευτυχώς στο σπίτι υπήρχαν κι άλλα βιβλία, όχι πολλά κι ούτε καν θελκτικά, αλλά μέσα στις ατέλειωτες ώρες του παιδικού εγκλεισμού τα είχα διαβάσει όλα. Από τους Αθλίους του Ουγκώ, που είχαν και εικονογράφηση, και το “Ένα δέντρο μεγαλώνει στο Μπρούκλιν”, που ήταν και το αγαπημένο μου, (άλλο κοριτσίστικο κι αυτό) μέχρι τη Δίκη της Νυρεμβέργης και το Φιλοσοφικό Λεξικό Ρόζενταλ- Γιούντιν. (πολύ αγορίστικα) Και λέω ευτυχώς, γιατί φαντάσου να είχα μείνει με την Πολυάννα, που έπαιζε κάθε μέρα με τον εαυτό της το “Παιχνίδι της χαράς”, αναζητώντας τι θα της έδινε ευχαρίστηση ακόμα και στη χειρότερη περίσταση; Πόσο παθητικό, πόσο αντιδραστικά γυναικείο και αντιαγωνιστικό θα ήταν κάτι τέτοιο; Ρεζίλι θα γινόμουν αν, ας πούμε, περνούσα πρώτη στις εξετάσεις, μου έπαιρναν συνέντευξη και μου ξέφευγε καμιά ατάκα της Πολυάννας. Όχι ότι υπήρχε βέβαια κίνδυνος να έρθω πρώτη στο πανελλήνιο, λέμε τώρα.
Πέρασα μεγάλο κίνδυνο με την Πολυάννα, κι ευτυχώς βγήκα καθαρή χωρίς κανείς να υποπτεύεται ότι παρέμεινα προσηλωμένη στην αρχή του “παιχνιδιού της χαράς” με όλη την έλλειψη αγωνιστικότητας που το διέκρινε. Κάθε μέρα, μη σου πω και κάθε ώρα και στιγμή, να βρίσκεις κάτι να χαρείς απ' αυτά που διαθέτεις. Όσες προσπάθειες κι αν έκανα να ξεχάσω αυτή την ύπουλη αρχή, όσους τόμους μαυρίλας κι αν συσσώρευσα στην ενήλικη αναγνωστική ζωή μου, η σαχλοΠολυάννα με το γλυκερό εξώφυλλο ήταν πάντα εκεί να χαιρετάει την καθημερινότητα με την αλογοουρά της αλά φίφτυς ν' ανεμίζει ανέμελα. Ή αυτό είναι άλλο εξώφυλλο; Τα έχω σίγουρα μπερδέψει.
Αυτή τη διπλή (λογοτεχνική) ζωή συνιστώ ανεπιφύλαχτα στους σημερινούς νέους, που εκτίθενται υπερβολικά στα διάφορα Ίνσταγκραμ και φέισμπουκ, στους δρόμους που κυνηγάνε Πόκεμον, στις δηλώσεις όταν περνάνε πρώτοι στο πανελλήνιο. Προσοχή, μην καταλάβουν το παιχνίδι της χαράς σας. Σκοτεινά να εμφανίζεστε, μακριά από το μάτι και τη ζήλεια. Κυκλοφορείτε σκυθρωποί και πάντα να γκρινιάζετε. Ιδρύστε ένα παιχνίδι λύπης για τις κοινωνικές ανάγκες, όπως φοράτε αντηλιακό όταν εκτίθεστε στον ήλιο.

Τετάρτη, 24 Αυγούστου 2016

Χρωματοθεραπεια στη Χαλκιδική

Ξαναπήγα για διακοπές στη Χαλκιδική μετά σχεδόν είκοσι έτη. Τότε είχα σοκαριστεί με τα συγκροτήματα εξοχικών κατοικιών, τώρα μου φάνηκαν σεμνά και ενταγμένα στο τοπίο. Τόσο πολύ ωρίμασα ώστε να βλέπω στην εξάπλωση του προνομίου των εξοχικών σπιτιών μια κρυμμένη δημοκρατική αρμονία, ή απλώς ο καινούργιος δρόμος επιτρέπει να αντιμετωπίζεις έτσι τα πράγματα;
Νομίζω συμβαίνουν και τα δύο. Τότε περνούσαμε με το αυτοκίνητο μέσα από τις καλοκαιρινές κωμοπόλεις για να φτάσουμε στο σπίτι των φίλων μας, περιμένοντας σε ουρές, ακούγοντας βρισιές και κορναρίσματα από τους ανυπόμονους έτσι και καθυστερούσαμε για ένα δευτερόλεπτο, με τα παιδιά σε κατάσταση παροξυσμού και τα λοιπά, τώρα ο νέος αυτοκινητόδρομος περνάει έξω από τα χωριά, προσφέρει αυτό το αφ' υψηλού αίσθημα του επισκέπτη, πέρα από την ταχύτητα και την ευκολία. Τα παιδιά δεν είναι πια παιδιά και δεν είναι μαζί μας, τα συγκροτήματα τα ξέρω και δεν με σοκάρουν, αντίθετα εκτιμώ πόσο μερικά έχουν χτιστεί με τέτοιο τρόπο ώστε κάθε ένοικος να έχει θέα σε βουνό και θάλασσα, κι ας είναι μικρούτσικα τα σπίτια. Κι ύστερα το χρώμα της θάλασσας στις ακτές που κολυμπάμε σε κάνει να τα ξεχνάς όλα και να θυμάσαι μόνο το σλόγκαν των σαλονικιών, ότι σαν τη Χαλκιδική δεν έχει, να διαπιστώνεις ότι έχουν δίκιο και να τους ζηλεύεις εκ βάθους καρδίας.
Υπάρχει άραγε άλλη χώρα στον κόσμο που να διαθέτουν οι πολίτες της τόσα εξοχικά ανά κεφαλή, πέρα από την κύρια κατοικία; Και να μην είναι φτιαγμένα σαν τις πολυκατοικίες της Ισπανίας, αλλά σαν μικρά ανεξάρτητα σπιτάκια, έστω και με ασφυκτική γειτνίαση, που προσφέρουν την αίσθηση ή την ψευδαίσθηση της ανεξαρτησίας; Θα πρέπει να είναι η Ελλάδα μοναδική περίπτωση τόπου που οι κάτοικοι της ανακάλυψαν την ύπαιθρο από την αρχή, ως τόπο απολαύσεων, αφού την είχαν εγκαταλείψει ως τόπο μόχθου, και την ανέκτησαν τόσο συστηματικά.
Όταν ήμουν παιδί και δεν είχαμε χωριό, ούτε γιαγιάδες και παππούδες να μας περιμένουν, θεωρούσα προνόμιο να πηγαίνω διακοπές για ένα μήνα στην κατασκήνωση των υπαλλήλων Τραπέζης Ελλάδος στην Πάρνηθα, κι ύστερα με τους γονείς σε κάτι νοικιασμένα δωμάτια με τσιμέντο για πάτωμα και άβαφες πόρτες. Τα παιδιά μας όμως είχαν δυο γιαγιάδες και τρία εξοχικά, το δικό τους πρόβλημα ήταν σε ποια θα πρωτοπήγαιναν. Μια φορά τα έστειλα στην κατασκήνωση μου, ως εγγόνια τραπεζικού, κι έφριξαν, πώς είναι δυνατόν να περνούσες καλά εδώ πέρα, μου είπαν, κι έφυγαν σε μια βδομάδα. Το επίπεδο ζωής μας έχει ανέβει απίστευτα, τόσο που δεν προλάβαμε να συντονιστούμε σε ανάλογη παιδεία και ικανότητες διατήρησης του.
Αν ο καινούργιος δρόμος κατέληγε σε πάρκινγκ έξω από τις πόλεις, όπου θα αφήνεις το αυτοκίνητο και θα περπατάς μετά σε πεζόδρομους, θα ζηλεύω αβάσταχτα τους Σαλονικιούς. Οπότε καλύτερα όχι.

http://www.efsyn.gr/arthro/hromatotherapeia-sti-halkidiki

Ενα βότσαλο στη θάλασσα

Πω πω, σκέφτηκα σε ηλικία τεσσάρων ή πέντε χρονών, πιάνοντας στο χέρι μια πολύ στρυγγυλεμένη και πολύ χρωματιστή πέτρα στην ακροθαλασσιά, γιατί ως τώρα ζούσα χωρίς να έχω δει τέτοιο πράγμα; Με έπνιξε το παράπονο για τα περασμένα χρόνια, τα τέσσερα ή πέντε. Χαμένα χρόνια! Γιατί δεν ήξερα ότι στη θάλασσα βρίσκει κανείς αυτά τα εξαίσια πράγματα, τη στιγμή που ζούσα νυχθημερόν με τρομερή λαχτάρα για εξαίσια πράγματα; Παράπονο που το θυμάμαι ζωντανό ακόμα καμιά φορά όταν σηκώνω από την παραλία τέτοιο βότσαλο, και γελάω με τη νηπιακή αναδρομική πλεονεξία. Πώς αλλιώς να την ονομάσω την ανάμνηση αυτού του καημού;
Δεν ήταν καν αλήθεια η σκέψη εκείνη, αφού θα πρέπει ήδη πριν τα τέσσερα και τα πέντε να πηγαίναμε διακοπές στη θάλασσα. Υπάρχουν φωτογραφίες κάθε χρονιάς, εκτός πια κι αν ήταν σε αμμουδιές. Κάπου πρέπει να πηγαίναμε σίγουρα, δεν έβγαινε το καλοκαίρι στην Αθήνα. Από τότε ήταν φοβερή κι αβίωτη, ας λένε οι νοσταλγοί που αλλοιώνουν τις αναμνήσεις τους.
Μπορεί όμως να ήταν η στιγμή που έμαθα τη λέξη. Βότσαλο, ήξερα ξαφνικά το όνομα της πέτρας, κι ίσως αυτό που ήθελα να σκεφτώ ήταν ότι ως τότε, τι κρίμα, δεν ήξερα ότι αυτές οι πέτρες λέγονται βότσαλα. Αυτή η παραλλαγή δίνει ιδιαίτερο βάρος στη γλώσσα και τις λέξεις, και μας βάζει αμέσως ερωτήματα υπαρξιακά, αν τα πράγματα έχουν υπόσταση όταν δεν ονομάζονται, ας πούμε. Μερικοί είναι σίγουροι ότι όχι, δεν γίνεται αυτό. Χωρίς όνομα δεν υπάρχει ούτε βότσαλο, ούτε θάλασσα, ούτε αχινός, ακόμα κι αν τον πατήσεις. Άλλοι δεν είναι σίγουροι. Ούτ' εγώ είμαι σίγουρη αν το παράπονο για τα χαμένα χρόνια, τα τέσσερα ή πέντε πριν το βότσαλο, ήταν επειδή δεν είχα ακόμα μάθει τη λέξη, ή επειδή πηγαίναμε διακοπές σε παραλίες με άμμο. Το προσωπικό μου μυστήριο δεν θα λυθεί ποτέ.
Θα πρέπει τότε να άρχισε η μακρά συλλεκτική περίοδος, που συνεχίστηκε για αρκετές δεκαετίες, κι ας ήταν από την αρχή απογοητευτική, κι ας παρέμεινε απογοητευτική ως την τελευταία θαλασσινή πετρούλα. Το ξέρουν όλοι ότι τα βότσαλα μακριά από τη θάλασσα δεν είναι όμορφα πια, χάνεται η στιλπνότητα που τους δίνει το νερό. Πόσα χρόνια πέρασα να τα περνάω βερνίκι ελπίζοντας ότι κάτι θα διατηρούσαν από τη γοητεία τους; Η ωριμότητα μου ήρθε την ημέρα που αρνήθηκα να σηκώσω από το γυαλό μια πέτρα πρασίνην ωραιοτάτην, ξέροντας πια ότι δεν θα μπορούσα να τη φυλάξω. Καταλάβαινα ωστόσο τη φίλη μου που συνέχισε να τις μαζεύει με το όνειρο να φτιάξει κάποτε βοτσαλωτή αυλή. Μπορεί και βοτσαλωτό σπίτι, ποιος ξέρει;
Καλό μήνα Αύγουστο, και μην το παρακάνετε στη βοτσαλοσυλλεκτική.


Αβολο πράγμα το άσυλο

Μια χαρά ήταν το άσυλο όταν στην Ελλάδα είχε επιβληθεί η δικτατορία και κατάφερναν οι διωκόμενοι να φεύγουν προς Ιταλία και Γαλλία μεριά. Ύψιστη κατάκτηση του πολιτισμού. Τώρα που όλα κάπως μπαγιατεύουν, στους καιρούς αυτούς της παρακμής που ζούμε, έχουμε και τα δικά μας προβλήματα, να πρέπει να ασχοληθούμε με το άσυλο στους στρατιωτικούς που ξέφυγαν από την Τουρκία, είναι πραγματικά τόσο άχαρο μέσα στη ζέστη. Έχουμε τα δικά μας κατ' αρχήν. Ενδιαφέρουσες διαφορές, οικονομική κρίση, φιλολογικές συζητήσεις. Και ξαφνικά χτυπάν την πόρτα.
Σα να μας σταματάει τον καυγά για το πάπλωμα, ή για το σεντόνι, ένας γείτονας που αιμορραγεί στο κατώφλι, και πρέπει να το κάνουμε λουρίδες το σεντονάκι μας, για να του δέσουμε την πληγή. Μα είναι πράγματα αυτά; Πού νομίζει ότι βρίσκεται;
Κι ο πληγωμένος να μην είναι ακριβώς γείτονας. Κάποιο άτακτο αγόρι να είναι, που ξέφυγε από την ανεπιθύμητη αυτή οικογένεια, εδώ δίπλα. Πάντα το λέγαμε πως έχουμε αδικηθεί στην τοποθεσία του σπιτιού. Ωραίο οικόπεδα, ζεστό και γαλάζιο, αλλά προσέχεις πού πας και χτίζεις. Όχι φάτσα φόρα στους μουστακαλήδες απέναντι. Ορίστε τώρα. Κι αυτό το παλιόπαιδο το ατίθασο, για ποιούς μας πέρασε; Για τίποτε Ιταλούς; Τους άρχοντες που έχουνε τη βίλα παρακάτω; Λίγο αριστερότερα δεν ήξερε να το πάει το ελικόπτερο; Άχρηστοι άνθρωποι, μου ήθελαν και πραξικόπημα.
Μα ποιος τη σκέφτηκε αυτή την περίπλοκη φάση, το άσυλο; Μη μου λέτε τώρα για ελληνική λέξη και μπούρδες. Εμείς εδώ με τους γείτονες μια χαρά τα πάμε με τους εξοπλισμούς μας, την διαρκή απειλή, τη διαρκή προμήθεια όπλων, τα 12 μίλια και την υφαλοκρηπίδα μας, τις παραβιάσεις μας και δώστου απ' την αρχή τα νέα μας όπλα, τώρα τι θέλουν αυτοί οι τύποι και μας χαλάνε τη ραστώνη; Μήπως έχουν κάνει κάτι ποινικό, για ψάξε καλά. Έγκλημα κατά της ανθρωπότητας σου λέει ο άλλος. Κάτι τέτοιο θα είναι. Στο μεταξύ κάνε τους τη ζωή δύσκολη, δεμένα χέρια, φυλακές, σπρωξιές, άσυλο ήθελαν. Αξέχαστα θα περάσουν. Να φαίνεται η συμπεριφορά, μην τολμήσουν και πλακώσουν άλλοι. Στην Ιταλία απευθείας, στη Γαλλία, να πληρώσει για τον ιμπεριαλισμό. Εμείς τι φταίμε; Ναι, ελληνική λέξη είναι το άσυλο, την έφτιαξαν οι πρόγονοι για τις ανάγκες τους, όχι για τον κάθε Τούρκο. Κι ήταν και πονηροί, όταν ο Παυσανίας ζήτησε άσυλο στο ναό, ξέρετε τι του έκαναν, ξήλωσαν τη στέγη, και τον άφησαν κλεισμένο.
Άτιμοι αρχαίοι, πώς μας μπλέξατε!
http://www.efsyn.gr/arthro/avolo-prama-asylo

Μην κύπτετε έξω

Καταλαβαίνω από αυταπάτες. Είχα κι εγώ πολλές, καθόρισαν μοιραία τη ζωή μου. Καλύτερα βέβαια να γίνεσαι πρωθυπουργός με τις αυταπάτες σου, παρά, ξερωγώ να είσαι θύμα του εμφυλίου, αλλά το παρελθόν δεν αλλάζει, οι νυν αυταπατημένοι είναι γενιές προνομιούχες, πώς να το κάνουμε.
Μία από τις αυταπάτες που είχα επί σειρά ετών ήταν σχετικά με τα τρένα. Νομίζω έπαιξε ρόλο ένα ταξίδι που είχα κάνει στην εφηβεία μου με Ιnterail, όπου πήρα το τρένο από την Αθήνα, πέρασα δυο μέρες αξέχαστες, και κατέβηκα στο Μόναχο. Κατόπιν αυτού συνέδεσα στο μυαλό μου άρρηκτα την Ελλάδα με την Ευρώπη μέσω Γιουγκοσλαβίας μάλιστα, δηλαδή δεν έβλεπα τι μας εμπόδιζε να τσουλάμε από βελτίωση σε βελτίωση ακριβώς όπως τσουλούσαν τα βαγόνια στις σιδηροτροχιές ομαλά και σίγουρα, και να φτάνουμε στα ευρωπαϊκά στάνταρ παντού, και πρωτίστως σε ό,τι αφορούσε τα τρένα. Θυμάμαι κι εκείνη την επιγραφή: “Μην κύπτετε έξω, έγραφε στα ελληνικά, και μετά e pericoloso sprogersi, nicht hinauslehnen, ne pas se pencher au dehors” Όλα ήταν θέμα μετάφρασης, αφού μαθαίναμε τη γραμματική δεν είχαμε παρά να περιμένουμε και τον εξηλεκτρισμό των τρένων. Βάλε κι ένα ταξίδι που είχα κάνει μικρότερη στην Πελοπόννησο, όλα δένονταν και συνδέονταν.
Η αυταπάτη συνεχίστηκε με την πολιτική μου εκπαίδευση. Οι αναλύσεις μας έλεγαν ότι ο Καραμανλής (ο μεγάλος) προτιμούσε να ενισχύει τους αυτοκινητόδρομους κι όχι τους σιδηρόδρομους, οπότε άφησε τα τρένα να παρακμάσουν. Αυτός έφταιγε για όλα. Οι γραμμές διακόπτονταν, οι σιδηροτροχιές χορτάριαζαν, τα βαγόνια πάλιωναν, διαδρομές κάθε τόσο καταργούνταν. Εκείνο που δεν ήξερα, και που δεν ακουγόταν καθόλου, και που ακόμα και τώρα ακούγεται ψιθυριστά και με ανεξήγητη διακριτικότητα, είναι το πόσο πολύ κόστιζαν όλ' αυτά. Σαν ταξιδιώτης έβλεπα πάντα, κι ακόμα βλέπω, φτώχια και παρακμή, φθορά, αδιαφορία. Σαν πολίτης μαθαίνω ότι ο ΟΣΕ έχει καταπιεί εκατομμύρια τα τελευταία χρόνια πριν την κρίση. Πού πήγαν αυτά τα λεφτά; Μυστήριο, το οποίο ουδείς ενδιαφέρεται να ξεδιαλύνει. Σίγουρα δεν πήγαν για να συντηρηθεί η γραμμή Πάτρα- Καλαμάτα (χα χα, εδώ γελάστε) ή για να ηλεκτροδοτηθεί το τμήμα Αθήνα- Δομοκός, και δεν ξέρω τι άλλο.
Κάποιο είδος σεμνότητας, ίσως ενοχές που δεν χρησιμοποιούμε τρένα πια, μας κρατά μακριά από οποιαδήποτε υποψία έρευνας σχετικά με το έλλειμμα του ΟΣΕ, το οποίο είναι από τα μεγαλύτερα των δημοσίων οργανισμών. Ξέρουμε ότι αγοραστικά δεν αξίζει τίποτε, αλλά δεν σοκάρεται κανείς με τους εργαζόμενους που απεργούν για την ιδιωτικοποίηση του. (Τους καταλαβαίνουμε, οι άνθρωποι θέλουν να παραμείνουν δημόσιοι υπάλληλοι έστω και σε ανύπαρκτο δίκτυο. Το άλλο δίκτυο υπάρχει ακόμα, το ελληνικό κράτος θα πληρώνει υπαλλήλους ως την τελευταία του πνοή). Επενδυτής δεν υπάρχει να τον αγοράσει, ίσως λέει οι Ιταλικοί σιδηρόδρομοι. Απορώ με τους ιταλικούς σιδηρόδρομους, ίσως θέλουν να κάνουν αρχαιολογικές έρευνες, να δουν υπάρχει ακόμα στα βαγόνια εκείνο το e pericoloso sporgersi.
Κι εμείς δεν κύπτουμε έξω γενικώς, ούτε κύπτουμε στα κιτάπια του ΟΣΕ, μη ζαλιστούμε.
http://www.efsyn.gr/arthro/min-kyptete-exo