Τετάρτη, 21 Ιουνίου 2017

Αλλο είναι το έπιπλο



Με ξάφνιασε το πάθος της αντίδρασης στο άρθρο του Καλύβα, περισσότερο από τις ίδιες τις απόψεις του, οι οποίες δεν θα φανταζόμουν, εγώ προσωπικά, ότι θα μπορούσαν να ξεσηκώσουν τόση φρίκη. Το να λες ότι η χούντα επιτάχυνε τον εκδημοκρατισμό, εξ αντιδράσεως, είναι μια υπόθεση που στηρίζεται στη μέθοδο σκέψης του τι θα γινόταν αν… Μπορεί κανείς να πει τα πάντα με το ‘αν’, και να είναι όλα σωστά και ταυτοχρόνως λάθος. Το αν η χούντα επιτάχυνε τον εκδημοκρατισμό, είναι μια σκέψη που μπορεί να κάνει κάποιος, με έχει απασχολήσει κι εμένα, που ακόμα προσπαθώ να ξεχωρίσω στο μυαλό μου πώς με καθόρισε η χούντα, η οποία με βρήκε στη βράση μιας έντονα πολιτικοποιημένης εφηβείας.
Η γενική μου εντύπωση είναι ότι ο εκδημοκρατισμός ερχόταν σιγά- σιγά, στη δεκαετία του 60, παρόλες τις πολιτικές συγκρούσεις, κι ότι θα συνέχιζε έτσι μέχρι την τελική εθνική συμφιλίωση. Ίσως επειδή ζούσα τη μεταρρύθμιση του Παπανούτσου, σα μαθήτρια, που ήταν μεγάλη πνοή εκσυγχρονισμού. Πιστεύω πως η κοινωνία ήθελε διακαώς να ξεφύγει από το κλίμα ασφυξίας των μετεμφυλιακών απαγορεύσεων και διώξεων, να ξεχάσει τις συγκρούσεις, να ηρεμήσει και να απολαύσει την ευημερία, να συναντήσει το ευρωπαϊκό γίγνεσθαι, αλλά η χούντα μας έδωσε μια σκουντιά και κατρακυλήσαμε πίσω στο παρελθόν, στις παλιές διαμάχες. Όμως ήταν όντως το τελευταίο στρατιωτικό πραξικόπημα, σ’ αυτό έχει δίκιο ο Καλύβας, και επιπλέον ανάγκασε τους δεξιούς να αρνηθούν την εκτροπή άπαξ και δια παντός. Αυτή τη στάση την έζησα, τους φίλους και συγγενείς που μέχρι την προηγούμενη μέρα τσακώνονταν για τα πολιτικά, να ομονοούν, νικητές και νικημένοι στον εμφύλιο, και να παραδέχονται ότι τα στρατιωτικά πραξικοπήματα δεν είναι λύση. Δεν ήμουν ακόμα σε θέση να γνωρίζω τη βαρύτητα της στροφή εκείνης, διότι δεν ήξερα λεπτομέρειες περί του εμφυλίου, αλλά ήταν κάτι σημαντικό, κι αυτό το καταλάβαινα, και τότε και τώρα.
Αυτά μοιάζουν αντιφατικά εκ πρώτης όψεως, πώς δηλαδή αφού συμφώνησαν σε κάτι δεξιοί κι αριστεροί, ξαναγυρίσαμε στις παλιές διαμάχες; Μα επειδή έγειρε πολύ η ζυγαριά, ασύμμετρα, προς το αριστερό δίκαιο, αφού πάλι οι αριστεροί τιμωρήθηκαν για την ήττα που είχαν ήδη πληρώσει. Η αντίθεση αναζωπυρώθηκε και ξαναβγήκε φρέσκια και αδικαίωτη λίγο μετά τη μεταπολίτευση, να ζητά τα ρέστα. Είναι αντιφατικό και περίπλοκο, και γι αυτό δεν μπορεί να συζητηθεί με τόση εμπάθεια. Για παράδειγμα, πιστεύω ότι αν δεν είχαμε χούντα το 71, που έδινα εισαγωγικές εξετάσεις, θα είχα τη δύναμη να διαλέξω το δρόμο της ζωής μου πιο ελεύθερα, και δεν θα ένοιωθα υποχρεωμένη να υπακούσω στον πατέρα μου, που ήταν αριστερός και είχε υποφέρει απ’ αυτό. Μπορεί να μοιάζει άσχετο, αλλά το αναφέρω εδώ επειδή δεν είναι. Δεθήκαμε με τα λάθη των γονιών μας για λόγους συναισθηματικούς, πεισμώσαμε, ήμασταν έτοιμοι να τα επαναλάβουμε, να ξανακάνουμε κάτι σαν εμφύλιο, ενώ εκείνοι ήθελαν πολλοί να τα ξεπεράσουν.
Όμως το να λέμε τι θα γινόταν αν… και πώς θα ήμασταν αν… μοιάζει με το ‘αν η γιαγιά μου είχε καρούλια θα ήταν σιδηρόδρομος’. Η παρομοίωση με το έπιπλο που μας εμποδίζει να κουνηθούμε μέσα στο σπίτι, που έκανε στο άρθρο του ο Καλύβας, είναι πολύ πετυχημένη, αλλά νομίζω ότι το έπιπλο που έχουμε συνηθίσει δεν είναι η χούντα. Είναι ο εθνικισμός, αυτός ο αυτονόητος μπουφές που πάνω του σκοντάφτουμε διαρκώς, και ουσιαστικά μας κλείνει και τη μπαλκονόπορτα, δεν μπορούμε να βγούμε έξω να πάρουμε ανάσα.
Έχουμε όντως ακόμα πολλά να πούμε για τη χούντα. Έχουμε να πούμε τα βασικά για το πώς έπεσε, παραδείγματος χάριν. Λέμε, το Πολυτεχνείο την έρριξε, και σταματάμε εκεί. Άντε να πούμε και ότι την έρριξε το πραξικόπημα στην Κύπρο. Όμως τι ακριβώς ήθελε η χούντα με κείνο το πραξικόπημα; Γιατί το έκανε λίγους μήνες μετά το Πολυτεχνείο, θέλοντας να κερδίσει πίσω το χαμένο λαϊκό έρεισμα; Το οποίο υπήρχε, ή όχι; Και τι θα γινόταν αν πετύχαινε αυτό το πραξικόπημα; Θα ξανακέρδιζε το έρεισμα; Για πόσον καιρό; Να μερικά ακόμα ‘αν’ για να τσακωθούμε, πιο ενδιαφέροντα νομίζω, διότι περιέχουν σημεία της ιστορίας που αφήνουμε στο σκοτάδι.
Είναι πολύ βολικό να τα ρίχνουμε όλα στους Αμερικανούς, στις ‘ξένες υπηρεσίες’. Φυσικά, υπήρχε ψυχρός πόλεμος, κάποιοι θα είχαν στηρίξει τους πραξικοπηματίες, αλλά πόση ευθύνη είχαν εκείνοι και πόση ευθύνη ετούτοι; Και πόση ευθύνη οι σιωπηλοί κάτοικοι της χώρας; Από το «Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών» πώς βρεθήκαμε στο «Όλη η Ελλάδα στους Έλληνες» και τι ακριβώς νόημα είχε και το πρώτο και το δεύτερο;
Είναι πολλά που δεν λέμε. Ποιος τολμάει να σπάσει τα μούτρα του σ’ αυτό το βαρύ έπιπλο που είναι επιπλέον και γεμάτο καλικάντζαρους, σαν τα έπιπλα στα παραμύθια του Άντερσεν, και θα βγουν να μας φάνε έτσι και τολμήσουμε να το κουνήσουμε λιγάκι; Κι αν κρίνω από την υποδοχή και την αντίδραση του άρθρου του Καλύβα, μάλλον πρέπει να το βουλώσουμε  για λόγους αυτοσυντήρησης. Το να γράφει κάποιος μια άποψη και να τον λένε μέχρι και χρυσαυγίτη, νομίζω ότι είναι άκρως ανησυχητικό.

Αμφιβολίεεεεεεες



Στην Τήλο, το νησί που υπήρξε το πρώτο μέρος στην Ελλάδα όπου ο δήμαρχος συνήψε πολιτικό γάμο ομοφυλοφίλων, τώρα θα καλύπτονται οι ενεργειακές ανάγκες από ανεμογεννήτριες και άλλες τέτοιου είδους πηγές.
Είμαστε όμως σίγουροι ότι είναι καλό αυτό; Ένα τόσο ειδυλλιακό νησί να έχει τόσο μεγάλες ανεμογεννήτριες; Δεν θα παγιδεύονται τα πουλιά στα φτερά τους; Τα πουλιά που περνάνε από εκεί μεταναστεύοντας, δεν θα αποδεκατίζονται; Μήπως εξαφανιστούν κι άλλα είδη πουλιών με την ενεργειακή αυτονομία της Τήλου; Και δεν είναι παρά ένα μικρό νησί. Φανταστείτε τα πουλιά να περνάνε και πάνω από μεγάλα νησιά, με πολύ πληθυσμό και πολλές ανεμογεννήτριες. Κι εμείς χωρίς πουλιά δεν ζούμε, είναι γνωστό αυτό.
Δεν μπορεί να είναι σίγουρος κανείς ότι το τοπίο δεν χαλάει. Αυτή η έλλειψη σιγουριάς μας διαλύει. Είμαστε σίγουροι ότι τα τραίνα θα κινούνται καλύτερα αν ιδιωτικοποιηθούν; Ότι το Ελληνικό θα είναι ωραιότερο αν αξιοποιηθεί; Ότι η γνώση δεν θα χάσει την αξία της αν επιτραπούν τα ιδιωτικά πανεπιστήμια; Ότι η γλώσσα μας δεν θα εξαφανιστεί αν μπουν αγγλόφωνα μαθήματα; Ότι τα Πανεπιστήμια δεν θα δηλητηριαστούν από το σκουλήκι του καπιταλισμού αν κάποια μέρα καθαρίσουν; Ότι η ισότητα στη γνώση δεν θα επηρεαστεί αν καταργηθούν τα δωρεάν συγγράμματα; Ότι η εκμετάλλευση του ήλιου για ενεργειακούς σκοπούς δεν θα αλλοιώσει τη σχέση μας μαζί του; Αυτό το χρώμα το γαλάζιο, αυτό το φως το ελληνικό, το χιλιοτραγουδισμένο και παντοιοτρόπως εξαργυρωμένο, δεν θα πάθει τίποτε αν αρχίσουμε να χρησιμοποιούμε καθρέφτες συλλογής ηλιακής ενέργειας, σαν τον κάθε προτεστάντη γερμανό;
Πρέπει να προσέχουμε. Περπατάμε σε ναρκοπέδιο. Η σύγχρονη ζωή εγκυμονεί απειλές. Τα εμβόλια ίσως κάνουν τα παιδιά αυτιστικά. Οι ΧΥΤΑ καταστρέφουν αρχαιολογικούς χώρους. Τα χρυσωρυχεία απειλούν δάση. Το μετρό της Θεσσαλονίκης μπορεί να καταστρέψει τα αρχαία που βρέθηκαν καθώς έσκαβαν για να το φτιάξουν. Και της Αθήνας το μετρό, θυμήθηκα τώρα, είκοσι χρόνια πριν ξεκινήσει, τότε που φτιάχτηκαν οι πρώτες τρύπες και σταμάτησαν, ήταν επειδή ο Τρίτσης φοβόταν ότι θα μεγάλωνε η κίνηση στο κέντρο, και μαζί του φοβηθήκαμε κι εμείς. Τότε. Πώς να μη φοβάται κανείς τα χειρότερα; Τι εγγυήσεις έχει;
Ζούμε στην αβεβαιότητα, τίποτε δεν ξέρουμε, στα σκοτεινά προχωρούμε, μας τρώει η αμφιβολία για τα πιο απλά, πώς να καταλάβουμε τα σύνθετα;

Παρασκευή, 16 Ιουνίου 2017

Το ένα άβατο φέρνει τ' άλλο



  Άβατο, εγώ ήξερα ως τώρα το Άγιο Όρος, για μας τις γυναίκες, που όπως και να το κάνεις, ιστορικά, την εποχή του Χριστούλη και  λοιπών θεοτήτων που έχουν διασωθεί ως τις μέρες μας, ήμασταν είδος καταπιεσμένο και εκ των πραγμάτων υποτιμημένο. Διότι έτσι είναι το ευγενές είδος άνθρωπος. Δεν αρκεί να καταπιέζει, πρέπει και να υποτιμά. Αλλιώς τον τύπτει η συνείδηση. Αν δεν είναι κατώτερος ο άλλος,  πώς να τον υποτιμήσω; Μήπως δεν πρέπει; Με  τέτοια εκλεπτυσμένα κάνουμε τη ζωή μας δύσκολη, ενώ αν ξέραμε  ότι όποιος είναι δυνατότερος καταπιέζει τον άλλον, ο δε άλλος ας κόψει το λαιμό του, θα ήταν όλα πιο απλά.  
Φαίνεται ότι το ένα άβατο φέρνει τ’ άλλο, διότι εκεί που στα νιάτα μου πίστευα ότι μέχρι να γεράσω θα είχε καταργηθεί το άβατο του Αγίου Όρους, και θα μπορούσα να το επισκεφτώ, τα πράγματα εξελίσσονται διαφορετικά. Η ιδέα του άβατου αντί να σοκάρει, αρέσει. Μετά το άβατο του Αγίου Όρους αποκτήσαμε το άβατο των Εξαρχείων, το οποίο ακόμα δεν είναι θεσμοθετημένο, δεν είναι σαφές σε ποιους απαγορεύεται να βαίνουν και να διαβαίνουν,  και τα λεωφορεία της γραμμής προτιμούν να κάνουν κύκλο,  να μην περνάνε από κει και πέσουν σε κάποιον που αποφασίζει επί τόπου τα δικαιώματα διάβασης και αναλόγως τα καίει, ή τα σπάει, ό,τι θελήσει εκείνος. Βρισκόμαστε στην περιοχή του άγραφου δικαίου, κάτι σαν την εποχή πριν τον κώδικα του Χαμουραμπί.
Μετά το άβατο των Εξαρχείων, νάσου και το άβατο του Μενιδίου. Αυτό δεν χρειάστηκε χρόνια για να κηρυχτεί, με μια λέξη το ονόμασε ο αρμόδιος για βαφτίσεις υπουργός. Οπότε,  ακόμα κι αν το Μενίδι και σχετικά περίχωρα δεν ήξεραν ότι είναι άβατο,  κι είχαν αυταπάτες και ψευδαισθήσεις ως προς τα δικαιώματα διάβασης και περιδιάβασης, τώρα ξέρουν. Ανήκουν κι αυτοί στην εποχή πριν τον κώδικα του Χαμουραμπί, οπότε, κατά την πολύ ρομαντική έκφραση, ‘παίρνουν το νόμο στα χέρια τους’ και θα τον γράψουν με την έμπνευση της στιγμής, με όπλα και αίμα, όχι με μελάνι και χαρτί βέβαια.
Το παράξενο με τα άβατα είναι ότι σου κόβεται η διάθεση να τα διαβείς. Άβατο το Μενίδι, τα Εξάρχεια, ο Άγιος Παντελεήμων; Μα ποιος θέλει να πάει σ’ αυτά τα μέρη; Εγώ προσωπικά, ούτε στο Άγιον όρος πια. Λιγότερη δουλειά για τους φύλακες των συνόρων. Μπορούν να κηρύξουν στάση εργασίας, άνετα, να πραγματοποιήσουν γενική συνέλευση.

Τετάρτη, 14 Ιουνίου 2017

Ο ξεχασμένος Μεσσίας



Επισκέπτομαι το Γενί τζαμί όποτε ταξιδεύω στη Θεσσαλονίκη, πράγμα που γίνεται πιο σπάνια απ’ όσο θα’ θελα. Δεν είναι ο λόγος μόνο ότι είναι όμορφο και παράξενο, και ήσυχο, σχεδόν έρημο, ωστόσο ανοιχτό, γιατί ανήκει στο Δήμο τώρα πια και γίνονται εκεί εκθέσεις, είναι και κάτι άλλο. Κάτι προσωπικό που δυσκολεύομαι να ομολογήσω και στον εαυτό μου, η απορία που έχω, πώς έγινε κι ενώ έμενα στο διπλανό δρόμο την πρώτη μου χρονιά ως φοιτήτρια, και το είχα δει, το θυμάμαι, με είχε εντυπωσιάσει, γιατί δεν είχα ενδιαφερθεί περισσότερο; Ήταν το μόνο ολόκληρο τζαμί που φαινόταν τότε, τα άλλα, τα παλιά, το Αλατζά Ιμαρέτ, το Χαμζά μπέη, δεν φαίνονταν καθόλου, ήταν σκεπασμένα από βιτρίνες και ταμπέλες, ήταν σινεμά ή μαγαζιά. Αλλά δεν μας ένοιαζε, θα μου πεις και τώρα, ποιος ξέρει την ιστορία του κτιρίου αυτού, ακόμα και στην είσοδο που αξιώθηκαν να βάλουν μια ταμπελίτσα, γράφει ότι ήταν το τζαμί των ‘εξισλαμισθέντων εβραίων’ και τίποτε περισσότερο. Ούτε λέξη για τον Σαμπεθάι Ζέβι και τους οπαδούς του, αυτή την απίστευτη ιστορία του 17ου αιώνα, που κατέληξε να δημιουργήσει την κοινότητα των Ντονμένδων στη Θεσσαλονίκη.

Ποιος ήταν αυτός: Ο Σαμπεθάι Ζέβι ήταν εβραίος Ρωμανιώτης, δηλαδή από την πιο παλιά ελληνική κοινότητα, ήταν Σμυρνιός, το 1626 είχε γεννηθεί, και γύρω στα 22 του χρόνια άρχισε να διατείνεται πως είναι ο Μεσσίας. Του πήρε μερικά χρόνια ακόμα και πολλή περιπλάνηση στις πόλεις με μεγάλο εβραϊκό πληθυσμό, Θεσσαλονίκη, Αλεξάνδρεια, Αθήνα, Κάιρο, Γάζα, Ιερουσαλήμ, ώσπου να ανακηρυχτεί Μεσσίας στη Σμύρνη το 1665. Στο μεταξύ είχαν συμβεί διάφορα, τον είχαν κηρύξει αποσυνάγωγο σε πολλές πόλεις, όμως η επιρροή του μεγάλωνε. Τον είχαν πιστέψει Εβραίοι απ’ όλη την Ευρώπη, μεταξύ τους κι ένας φίλος του Σπινόζα, ο οποίος μίλησε γι αυτόν με θαυμασμό στον φιλόσοφο. Έξι χρόνια νεώτερος του ήταν ο Σπινόζα, άλλος μεγάλος αποσυνάγωγος, φανταστείτε, την ίδια εποχή που έδιωχναν τον έναν επειδή ουσιαστικά δεν δεχόταν την ουσία της θρησκείας σαν ορθολογιστής, ο άλλος διεκδικούσε τη θέση του Μεσσία.
Πώς είναι η προσωπικότητα κάποιου που καταφέρνει να πείθει τους ανθρώπους ότι είναι ο σταλμένος από το θεό σωτήρας τους; Τι είναι αυτό που θέλγει, που εμπνέει, και που δεν χάνεται με τη μαζικότητα; Μπορείς να γίνεις δημοφιλής απλώς μοιράζοντας γλυκίσματα στα παιδιά της γειτονιάς, όπως έκανε σε κάποια φάση ο Σαμπεθάι Ζέβι, ή είναι απλώς απαραίτητη συμπεριφορά, αυτή, συμπληρωματική της προσωπικότητας;  Ο ίδιος τι πιστεύει για τον εαυτό του, πόσο βαθιά φτάνει το είδος τρέλας που τον κινεί; Πάντως ο Σαμπεθάι συνέχισε την άνοδο του, καταργώντας νηστείες της παράδοσης και βάζοντας στη θέση τους νηστείες την ημέρα των γενεθλίων του, μεταξύ άλλων. Κάποια στιγμή αναζήτησε και παντρεύτηκε τη Σάρα, μια πόρνη πολύπλαγκτη, διότι μια από τις προφητείες του ερχομού του Μεσσία έλεγε ότι θα παντρευόταν πόρνη. Έκανε διάφορα καββαλιστικά κόλπα, συμβολικές κινήσεις μεγάλης αποτελεσματικότητας, είχε δυνατή φωνή, τραγουδούσε ισπανικά ερωτικά τραγούδια στα οποία έδινε θεολογική ερμηνεία. Κι η φήμη του μεγάλωνε, οι Εβραίοι ολόκληρης της Ευρώπης, ταλαιπωρημένοι από τις διώξεις και τα πογκρόμ, τον πίστευαν και τον ακολουθούσαν μαζικά.
Κάποια στιγμή, ανήσυχος ο βεζίρης για την επιρροή του, έδωσε εντολή να τον συλλάβουν με το που έφτασε στην Κωνσταντινούπολη. Τον φυλάκισαν στην Άβυδο, αλλά είχε τόσους πλούσιους φίλους και επιρροή που έρχονταν κι εκεί να τον επισκεφτούν, η φυλακή ήταν άνετη και η φυλάκιση του τον έκανε να φαίνεται ακόμα πιο σπουδαίος. Τελικά ο σουλτάνος του έβαλε ξεκάθαρο δίλημμα, ή θα βαφτιζόταν μουσουλμάνος ή θα τον εκτελούσε, εκτός αν προτιμούσε τη δοκιμασία με τα τόξα, όπου θα τον σημάδευε ένας λόχος κι αν γλίτωνε τις σαΐτες, θα αποδεικνυόταν ότι ήταν όντως θεός. Προτίμησε να γίνει μουσουλμάνος. Οι περισσότεροι οπαδοί του τον εγκατέλειψαν πικραμένοι και μετανοούντες . Τον ακολούθησαν 300 οικογένειες της Θεσσαλονίκης. Αυτοί που ονομάστηκαν Ντονμέδες, από το ρήμα ντονμεκ, γυρίζω, στρέφομαι.(Ναι, και το ντονέρ από κει βγαίνει. Για την ακρίβεια είναι dönmek)
Είναι οι απόγονοι τους που έχτισαν το Γενί τζαμί στη Θεσσαλονίκη δυο αιώνες αργότερα.  Τα σχέδια ήταν του Ιταλού αρχιτέκτονα Βιταλιάνο Ποζέλι, ο οποίος είχε σχεδιάσει και τη βίλα Αλατίνι, και το Διοικητήριο, και τη Συναγωγή Μπετ Σαούλ που ανατινάχτηκε στον πόλεμο, και την Καθολική και την Αρμένικη εκκλησία. Χτίστηκε το 1902, δέκα χρόνια πριν η Θεσσαλονίκη περάσει στο ελληνικό κράτος και είκοσι χρόνια πριν οι Ντονμέδες ανταλλαχτούν ως μουσουλμάνοι. Αν προσέξετε το αέτωμα, υπάρχει ένα αστέρι του Δαβίδ σχεδιασμένο μέσα στα αραβουργήματα, αναφορά στην παλιά πίστη των Ντονμέδων. Τι είχαν στο μυαλό τους αυτοί οι άνθρωποι όταν προσεύχονταν δεν μπορούμε εύκολα να το συλλάβουμε. Προσκυνούσαν τον Αλλάχ μέσω του Σαμπεθάι; Είχαν ξεχάσει τον Σαμπεθάι και την προσδοκία του Μεσσία; Ποιος ξέρει. Ίσως να υπάρχει θρησκειολογική μελέτη σχετικά, ή να μπορεί να γίνει εν μέσω των σημερινών απογόνων τους στην Τουρκία, συγκεκριμένα στην Κωνσταντινούπολη όπου εγκαταστάθηκαν οι περισσότεροι.
Εμένα με νοιάζει πιο πολύ η μοίρα του τζαμιού που απέμεινε πίσω στην πόλη. Με νοιάζει η δική μου απάθεια, που το κοιτούσα και δεν το έβλεπα, η διαπίστωση ότι τίποτε δεν μπορεί να δει κανείς αν δεν ξέρει τι βλέπει. Γι αυτό, για να διορθώσω αυτή τη νεανική αφασία, πηγαίνω ξανά και ξανά στο Γενί τζαμί, μπαίνω μέσα και τριγυρίζω στον κήπο του. Αυτή τη φορά τον βρήκα γεμάτο χελωνάκια, φοβήθηκα μην πατήσω κανένα. Τριγυρίζανε παντού, ανάμεσα στις σαρκοφάγους και τις επιτύμβιες πλάκες που έχουν μείνει εκεί από την εποχή που το τζαμί είχε γίνει Αρχαιολογικό Μουσείο. Υπάρχει ακόμα η επιγραφή στην πρόσοψη. Μέσα είναι ήσυχα, υπάρχει κάποια έκθεση εικαστική συνήθως, μπαίνω και θαυμάζω  την ατμόσφαιρα ευλάβειας που πετυχαίνει ο αρχιτέκτονας σε σχετικά μικρό χώρο. Έξω έχουν απομείνει πολλές ελληνικές επιτύμβιες στήλες από τη φάση που το τζαμί ήταν μουσείο. Σε μια γωνιά είναι σωριασμένα και μερικά κομμάτια από εβραϊκές και τουρκικές με οθωμανική γραφή. Με δυο βήματα στο κηπάκι έχεις την περίληψη του παρελθόντος της πόλης που δειλά, λάθρα επιβιώνει και καλεί σε έρευνες.
Σε μια γωνιά της αυλής εβραϊκή και αραβική γραφή σε δυο πλάκες
Την ιστορία τη διάβασα στο βιβλίο του Μαζάουερ, απ’ αυτόν μάθαμε για τη Θεσσαλονίκη. Το αγγλικό λήμμα της Wikipedia έχει εξαιρετικές λεπτομέρειες για τον Σαμπεθάι Ζέβι και τους πιστούς του. Στο Γιουτιούμπ, όπου αναζήτησα τα ισπανικά τραγούδια, μου έβγαλε διάφορα σατανιστικά και τέτοια. Κάποια στιγμή, πριν χρόνια, το είχα πετύχει κάπου στο διαδίκτυο, ένα γνωστό τραγούδι που λέει για μια κοπέλα στο παράθυρο της, το οποίο το είχε λέει τραγουδήσει στους συγκεντρωμένους στη Σμύρνη πιστούς. Αν ήμουν εκεί και μου άρεσε η φωνή του, μάλλον θα τον είχα κι εγώ πιστέψει. Ποιος μπορεί ν’ αντισταθεί σε ερωτικό τραγούδι, και μάλιστα ισπανικό; 


Αλλο είναι το έπιπλο

Με ξάφνιασε το πάθος της αντίδρασης στο άρθρο του Καλύβα, περισσότερο από τις ίδιες τις απόψεις του, οι οποίες δεν θα φανταζόμουν, ε...