Τετάρτη, 20 Φεβρουαρίου 2019

Το προνόμιο των φίφτυς


Το προνόμιο των φίφτυς
Καμιά φορά ζηλεύω την κατάσταση στην οποία βρέθηκαν οι γονείς μου όταν παντρεύτηκαν στην Αθήνα κι έψαχναν να βρουν σπίτι, στη δεκαετία του 50. Αυτό το μηδέν από το οποίο ξεκίνησαν, όπως συνήθιζαν να μας λένε αργότερα, αναπολώντας τη νεότητά τους και τα επιτεύγματα της. Είχε τελειώσει ο πόλεμος, είχε τελειώσει και ο εμφύλιος, κι όλα ξανάρχιζαν και θα μπορούσαν, τότε, να έχουν γίνει αλλιώς, να έχουν γίνει καλύτερα, ή ακόμα και να έχουν γίνει και χειρότερα, αλλά έγιναν όπως έγιναν, όπως τα ξέρουμε τώρα πλέον.
Πώς ήταν εκείνο το μηδέν; Μια πόλη που έσφυζε από ζωή, που ουσιαστικά δεν χωρούσε τους κατοίκους της. Κατέβαιναν στην Αθήνα νέοι κατά κύματα, και δεν είχαν πού να μείνουν, τα νοίκια πανάκριβα, τα σπίτια παλιά, χωρίς θέρμανση, οι σπιτονοικοκυραίοι ζητούσαν ένα χρόνο μπροστά σε λίρες Αγγλίας. Πού τις έβρισκαν τις λίρες, χρυσές εννοείται, δεν έχω καταλάβει,  δεν θυμήθηκα ποτέ να ρωτήσω τους γονείς μου.
Φαινόταν η πορεία της πόλης, δεν θα μπορούσε να παραμείνει όπως ήταν, όλος εκείνος ο κόσμος έπρεπε να στεγαστεί, και ποιος δεν θα ερχόταν στην πρωτεύουσα; Όχι μόνο όσοι ψάχναν για δουλειά, όχι μόνο οι νέες οικογένειες που γίνονταν επιτέλους από άντρες που είχαν χάσει χρόνια και χρόνια στον πόλεμο και στις αιχμαλωσίες, αλλά και οι κατατρεγμένοι της επαρχίας, όλοι εδώ θα έμεναν. Θα γκρεμίζονταν με χαρά, με ανακούφιση, τα ωραία παλιά σπίτια που δύσκολα ζεσταίνονταν, δύσκολα μοιράζονταν και δύσκολα συντηρούνταν, θα υψώνονταν παντού οι ομοιόμορφες, φωτεινές, καινούργιες, και δίκαιες με κάποιο τρόπο, πολυκατοικίες για να στεγαστούν όλοι. Και χώρεσαν και περίσσεψαν, και στρίμωξαν παραπανίσια διαμερίσματα και μαγαζιά, λες και για πάντα θα αυγάτιζαν, και δεν θα κοβόταν το φως από το στενά όσο τα χτίζαν. Η ανάγκη των φίφτυς έγινε συνήθεια κέρδους στα σίξτις και τα σέβεντις κι οι αγαπημένες πολυκατοικίες μισήθηκαν όσο τίποτε. Τα βάζουμε τώρα με τον Καραμανλή που επέτρεψε την αντιπαροχή και ‘κατέστρεψε την Αθήνα’, ή με τους μετανάστες που ‘υποβαθμίζουν τις συνοικίες’ οι οποίες ήταν τόσο προσεγμένες πριν…
Βρισκόμαστε πάλι σε ένα σημείο που μοιάζει με μηδέν, πολύ διαφορετικό αυτή τη φορά.  Είναι πιο περίπλοκα τα πράγματα, είμαστε όλοι μαζί, με την πόλη στα χέρια, σε ένα σημείο εκκίνησης, που μπορεί να γίνει και σημείο εξαφάνισης της.


Πέμπτη, 14 Φεβρουαρίου 2019

Ηδονή της ταλαιπωρίας



«Μήπως μπορείτε να χαμηλώσετε λίγο τη μουσική;»
Είναι αργά, είμαστε οι τελευταίοι πελάτες. Η μουσική τρυπάει τ’ αυτιά, κάνει το στήθος να τραντάζεται, έχουμε βραχνιάσει ουρλιάζοντας ο ένας στον άλλον. Ο σερβιτόρος μας κοιτάζει απλανώς, σα να μην μας βλέπει, να είμαστε διαφανείς, να μην πιστεύουν τ΄ αυτιά του αυτό που άκουσε. Να χαμηλώσει τη μουσική; Πώς είναι δυνατόν να ζητάμε κάτι τέτοιο;
Κοιταζόμαστε κι εμείς με απορία μετά από αυτή την αντίδραση, μάλλον, τη μη αντίδραση. Υπάρχουμε στ’ αλήθεια, ή είμαστε τίποτε σκιές του παρελθόντος που κυκλοφορούν μετά τα μεσάνυχτα; Γιατί ποιος σύγχρονος άνθρωπος ομολογεί με τόση αφέλεια ότι τον ενοχλεί η μουσική που διαπερνά τ’ αυτιά και τραντάζει τα κρανία; Οφείλουμε, όλοι οι ζωντανοί του 21ου αιώνα, όχι μόνο να αντέχουμε αλλά και να μας αρέσει η κακοποίηση του ακουστικού νεύρου κι ολόκληρου του σώματος από τον αβάσταχτο θόρυβο. Αλλιώς θα μας κατατάξουν με τα φαντάσματα.
Τα αυτιά πρέπει να τρυπιούνται. Όχι μόνο απέξω, με όσο το δυνατόν μεγαλύτερες τρύπες κι όσο γίνεται περισσότερα σκουλαρίκια, αλλά κι από μέσα. Να φτάνει ο πόνος στον εγκέφαλο. Τρύπες στο λοβό, στο φρύδι, στο χείλι, στη γλώσσα, στο πηγούνι, σφραγίδες της αδιαφορίας απέναντι στον πόνο που μοστράρονται σε όλο το πρόσωπο, δεν αρκούν. Πρέπει να δείχνεις ότι δεν σε νοιάζει αν κινδυνεύεις να κουφαθείς για πάντα από την ένταση της μουσικής. Σκουλαρίκι δεν μπαίνει εκεί, οπότε απλώς θα το αποδεικνύεις χαμογελώντας ευχαριστημένα και σείοντας ανάλαφρα το χέρι με το ποτήρι σου. Οι ντράμερ σκοτώνονται να χτυπολογούν σαν τρελοί, εσύ  απλώς λικνίζεσαι. Δεν τρέχει τίποτε, όπως οι έφηβοι περνούν το χέρι πάνω από τη φλόγα του κεριού για να δείξουν πόσο θαρραλέοι είναι, έτσι και κουφαίνονται ηρωικά διασκεδάζοντας και επιδεικνύοντας όσο πιο απίστευτη μπορούν αδιαφορία. Αν θελήσεις χαμηλότερη ένταση σημαίνει ότι είσαι γέρος, κι αλίμονο στο άτομο που θα ομολογήσει από μόνο του μια τέτοια πικρή αλήθεια σε χώρους διασκέδασης. Από σεμνότητα λοιπόν έκανε το γκαρσόνι πως δεν άκουσε, ενώ ντρεπόταν για λογαριασμό μας.
Με το κεφάλι να βουίζει την επόμενη μέρα, σκέφτομαι ότι πάλι καλά που έχει αφήσει έξω αυτή η αυτοκαταστροφική μόδα την κλασσική μουσική, να καταφεύγουμε οι ευπαθείς ομάδες.

Σάββατο, 9 Φεβρουαρίου 2019

Αισιοδοξία



Η διπλανή πολυκατοικία έχει δραστήριο διαχειριστή. Μόλις ανέλαβε, κατέγραψε τα άδεια διαμερίσματα και σε λίγες μέρες τα μισά κουδούνια της εξώπορτας είχαν στη θέση του ονόματος τη λέξη ΑΔΕΙΟ με μεγάλα κεφαλαία γράμματα, να τα βλέπεις από μακριά. Όταν περνώ φαντάζομαι κουδούνια να χτυπάνε σε σπίτια χωρίς ανθρώπους, σε σκοτεινά τριάρια και δυάρια τον ήχο να ενοχλεί το κενό.
Γιατί το έκανε αυτό; Ίσως για να εκτιμηθεί ο κόπος του, πόσο παιδεύεται να τα βγάλει πέρα με τους μισούς ιδιοκτήτες απόντες, τα μισά διαμερίσματα άδεια. Οι απόντες δεν θα πληρώνουν κοινόχρηστα. Εδώ οι παρόντες δεν πληρώνουν. Εκτός αν απλώς ήθελε να αποθαρρύνει τους εφήβους που χτυπάν κουδούνια για πλάκα. Ή και να τους βοηθήσει, μη χτυπάτε αυτά, είναι άδεια, χτυπήστε στα γεμάτα, να μην πηγαίνει ο κόπος σας χαμένος.
Οι αισιόδοξοι πιστεύουν ότι η γειτονιά ξεπερνά την κρίση. Λένε πως πολλοί Κινέζοι αγοράζουν διαμερίσματα, λένε ότι πολλά γίνονται Airbnb, ότι νοικιάζονται με τη μέρα σε τουρίστες,. Και μόνο η ιδέα ότι έρχονται εδώ τουρίστες μας ψηλώνει δέκα πόντους. Δεν είναι αυτό που βλέπετε η άχαρη πόλη, υπάρχει κάτι άλλο, ένα ωραίο μυστικό κρυμμένο ίσως σε τριάρια. Αδεια.  Αγοραστές και ενοικιαστές μας τριγυρίζουν,  όλο και κάποιος θα μπαινοβγαίνει, όλο και κάποιος θα πληρώνει κοινόχρηστα, θα ανοίγει τα παράθυρα, θα χρησιμοποιεί το ασανσέρ και θα απαιτεί να μένουν αναμμένα φώτα τη νύχτα.
 Υπάρχουν άλλοι που πιστεύουν ότι όλα γίνονται βάσει σχεδίου, αρχίζοντας από την υποβάθμιση του κέντρου της πόλης και των δικών μας περιοχών. Βάσει σχεδίου οι ιδιοκτήτες πουλούσαν τα σπίτια τους κι έφευγαν για τα προάστεια από τη δεκαετία του 70, βάσει σχεδίου έδωσαν όλοι αντιπαροχή τα παλιά για να πάρουν διαμερίσματα, ώστε να γίνει αφόρητη η ζωή τους ολονών και να φύγουν μαζικά για να φτηνήνουν ύστερα τα πάντα, να τα πάρουν οι Κινέζοι και τα Airbnbn. Δεν έχω καταλάβει αν ήταν κινέζικο το σχέδιο ή γερμανικό, πάντως είχε μεγάλη επιτυχία, αφού πραγματοποιείται με συνέπεια εδώ και τόσες δεκαετίες.
 Αν λιγοστέψουν τα κουδούνια με το ΑΔΕΙΟ, λέτε το σχέδιο να περιλαμβάνει και άναμμα καλοριφέρ;

Τετάρτη, 30 Ιανουαρίου 2019

Η μνήμη των γονιών μας


Παρακολουθώντας τηλεόραση για πολλές ώρες στα τελευταία χρόνια της, η μαμά μου θύμωνε πολύ όταν έβλεπε στις ειδήσεις σκηνές με τους αγανακτισμένους στο Σύνταγμα, στη φάση  που κράδαιναν κρεμάλες και έσειαν αφίσες, τη Μέρκελ με μουστάκι χιτλερικό, και παρομοίαζαν την κρίση με την Κατοχή. Εκείνη είχε ζήσει την αληθινή Κατοχή, δεν είχε κλείσει τα δεκαπέντε της όταν κηρύχτηκε ο πόλεμος. Κι είχε δει αληθινές κρεμάλες στην πλατεία του Αγρινίου, ένα πρωί στα χρόνια της Κατοχής, με πτώματα συμπολιτών της να κρέμονται για μέρες, ώσπου να δοθεί η άδεια να τα πάρουν.
Η γενιά εκείνων των γυναικών ξεκινούσε με άλλες προδιαγραφές και στόχους τη ζωή της. Τα κορίτσια ήταν μοντέρνα κι αισιόδοξα. Διεκδικούσαν πολλά, κατακτούσαν περισσότερα. Κόνταιναν τα φορέματα τους, κατσάρωναν τα μαλλιά τους. Δεν καταλαβαίνουμε τώρα πόση σημασία είχαν αυτά, αλλά ας σκεφτούμε ότι οι μανάδες τους ήταν υποχρεωμένες να καλύπτουν πόδια, χέρια και λαιμό, να κρατούν τα μαλλιά δεμένα σε κοτσίδες μέχρι να παντρευτούν κι ύστερα μαζεμένα σε κότσο. Τα μαλλιά της γυναίκας, η απόλαυση των μαλλιών της, το θέαμα και το άγγιγμα, ανήκαν στο σύζυγό της. Τα παντελόνια ήταν αδιανόητα. Κι επίσης οι γυναίκες δεν δούλευαν, δεν σπούδαζαν, δεν είχαν ψήφο.
Όλ’ αυτά άλλαζαν μετά τον Μεγάλο Πόλεμο, τον Πρώτο Παγκόσμιο δηλαδή, που είχε ταρακουνήσει συθέμελα  Ευρώπη και  κόσμο. Οι περιορισμοί των γυναικών φαίνονταν γελοίοι και ξεπερασμένοι, ακόμα και στις ελληνικές επαρχίες στη δεκαετία του 30 έφταναν οι μόδες και η συνταρακτική βεβαιότητα ότι οι νέες κοπέλες θα έκαναν όσα δεν είχαν κάνει γενιές ολόκληρες γυναικών, θα απολάμβαναν δικαιώματα αδιανόητα ως τότε.
Πάνω εκεί ήρθε ο Δεύτερος πόλεμος να τους δώσει μια σπρωξιά, να τις ξαναρίξει πίσω στη φτώχεια και στην υποταγή. Η μάνα μου μάθαινε πιάνο, το Ωδείο τους έκλεισε. Στο σπίτι τους πήγε ταγματασφαλίτης με επίταξη. Η ζωή τους πήρε αναγκαστική στροφή, η ανάγκη σφράγισε τη μοίρα τους, τα παιδικά τους χρόνια, την ομορφιά της εφηβείας τους. Το ερωτικό τους ξύπνημα, αναβλήθηκε και βουτήχτηκε στην ενοχή και το φόβο.
Η μητέρα μου πέθανε λίγες μέρες πριν την επίσημη μέρα μνήμης του Ολοκαυτώματος. Εκείνη δεν χρειαζόταν μέρες μνήμης, θυμόταν τα πάντα και μας είχε εκπαιδεύσει στη γνώση της. Καθώς σιγοσβήνει αυτή η γενιά, που ήξερε, θα ξεχαστούν τα τερατώδη έργα του πολέμου; Πρέπει να θυμόμαστε. Να κρατούμε τη μνήμη τους. Να φυλάξουμε τον πόνο τους σαν πολύτιμο λίθο.

Παρασκευή, 25 Ιανουαρίου 2019

"Πήγες για πιάνο;"

Ο γιος μου ο Ντίνος μου έστειλε ένα μήνυμα καθώς ταξίδευε με το τραίνο για το αεροδρόμιο του Λονδίνου, για να έρθει στην κηδεία της γιαγιάς του. Θα το φυλάξω εδώ:
«Πήγες στη γιαγιά για πιάνο;» η πιο συχνή ερώτηση της μαμάς όταν κατάφερνε κάποια στιγμή να αφήσει τα γραψίματα και να δει πως περνάμε τη μέρα μας. Το ρώταγε πιο συχνά απ ότι ρώταγε για τα μαθήματα του σχολείου και εγώ τότε δεν καταλάβαινα πόσο τυχερός ήμουν που γιαγιά και μαμά ήθελαν να μάθω μουσική από μικρός. Είχα μπει για τα καλά στην εφηβεία και η όλη φάση με το ωδείο μου φαινόταν πολύ καταπιεστική. Αλλά πάντα «πήγαινα στη γιαγιά για πιάνο». Πολλές φορές η μελέτη του πιάνου δεν ήταν παρά μόνο ένα εικοσάλεπτο αφου είχα αράξει στην τηλεόραση να δω μπάλα, είχα φάει ωραία πράγματα απ τα χεράκια της γιαγιάς και φυσικά είχα πάρει τη δόση μου σε σοκολάτα/κόκα κόλα (που ποτέ δεν έβρισκε κανείς στο σπίτι μας). Το σπίτι της γιαγιάς ήταν το μαγικό μέρος όπου σαν παιδί μπορούσα να κάνω πολλά πράγματα που στο σπίτι δεν συνηθίζονταν ή για τα οποία έπεφτε σκληρή κριτική και χρειαζόντουσαν πολλές διαπραγματεύσεις. Όταν ήθελα να δω τσαμπιονς λιγκ, εντελώς τυχαία αποφάσιζα να πάω για πιάνο κοντά στις 9:45 για να προλάβω τη σέντρα και αν μου χαν λείψει τα λίγο λιγότερο υγιεινά πιάτα ανακοίνωνα πως θα έπαιρνα το δείπνο στη γιαγιά απόψε σαν μικρός κακομαθημένος λόρδος. Η γιαγιά Αριστέα-Τέα ήταν πάντα με κάποιο τρόπο εκεί, όσο μεγάλωνα· στα πιάνα και τα ωδεία, στις βόλτες και τα σινεμά, τα καλοκαίρια στο Πήλιο και το Σούνιο. Διακριτική στα δικά μου μάτια και άνθρωπος-παρηγοριά όταν όλοι οι άλλοι έμοιαζαν αδίστακτοι απέναντί σου. Άργησα να καταλάβω πόσο ιδιαίτερη ήταν η σχέση και η επαφή μας με τη γιαγιά, κι εμένα ειδικότερα. Μεγαλώσαμε στη διπλανή πολυκατοικία οπότε περάσαμε πάρα πολύ χρόνο μαζί της, περισσότερο απ ότι οι περισσότεροι γνωστοί και φίλοι μου με τις δικές τους γιαγιάδες. Καμιά φορά ερχόταν απροειδοποίητα, κι εγώ άκουγα τα κλειδιά στην πόρτα και κάνοντας την πιο γρήγορη επαγωγική μέθοδο για να βρω ποιός είναι, έτρεχα με σιγουριά να της ανοίξω και να εισπράξω τις γλύκες και το καμάρι της, που ποτέ δεν τσιγκουνευόταν στα εγγόνια. Αν καμιά φορά έκανα κάτι καλό, σαν μαμα παλιάς κοπής με γιούς, καμάρωνε λες και ήμουν παιδί-θαύμα. Ο μόνος και ο καλύτερος, όλο κάτι τέτοιες υπερβολές που τις έλεγε σε όλα της τα εγγόνια. Μέχρι και το 2015 που έφυγα τελικά απ την Ελλάδα, με τη γιαγιά μου είχα την πιο συχνή τηλεφωνική επαφή απ ότι με οποιονδήποτε άλλο συγγενή. Μέρα παρά μέρα το λιγότερο με έπαιρνε στο κινητό να δει που είμαι τι κάνω πως περνάω και πότε θα με δει. Ήμουνα καμιά φορά με φίλους και με ρώταγαν, μα καλά πως γίνεται να μιλάς πιο πολύ με τη γιαγιά παρά με τους γονείς σου; «Έλα ντε» έλεγα και αμέσως μετά ένιωθα πολύ όμορφα που οι γονείς δεν ειχαν την ανάγκη να τους δίνω αναφορά συνέχεια, για τη γιαγιά δεν με πείραζε, πότε δεν θα ήταν αυστηρή και μου ήταν δύσκολο να της κρατήσω κακία για τα τόσο συχνα τηλεφωνήματα. Τα τελευταία χρόνια δεν μπορούσε πια να παίρνει ούτε τηλέφωνα. Κι εγώ στο τρέξιμο της ζωής στο Λονδίνο και λίγο με την σιγουριά ότι πάντα θα ναι εκεί όταν γυρνάω, σταμάτησα να παίρνω επίσης. Ούτε κατάλαβα ακριβώς πότε χτύπησε η άνοια και τα γεράματα με τέτοιο σκληρό τρόπο. Πότε το όνομα μου έγινε μια λεπτομέρεια και το που ζω και τι κάνω μια επανάληψη που χανόταν σε δευτερόλεπτα. Ακόμα και προς το τέλος όμως ήξερε πως είμαι κάποιος πολύ αγαπημένος άνθρωπος και ποτέ μα ποτέ δεν ξέχασε το πιάνο. Το πιάνο που μας έμαθε στα εγγόνια της με κόπο που μόνο τώρα μεγαλώνοντας μπορώ να συνειδητοποιήσω, το πιάνο που μας έλεγε ξανά και ξανά πόσο αγαπούσε και πως θα το έκανε επάγγελμα αν δεν ήταν ο πόλεμος στη μέση. Το πιάνο που έπαιζε στον αγαπημένο της Σπυράκο, που ποτέ δεν γνώρισα μα πάντα φαντάζομαι να στέκεται δίπλα της ενώ παίζει και να καμαρώνει, όπως σε μια φωτογραφία που έχει σπίτι της, πάνω στο πιάνο της. Η μαμά, γιαγιά, Τεούλα, θεία-Τέα, Αριστέα δεν θα μας ξαναπαίξει τα αγαπημένα τραγούδια της, ούτε θα κάτσει να ακόυσει πια τα δικά μας. Κατάφερε να μας μάθει πολλά από αυτά οπότε νομίζω πως θα αντηχούν σε σαλόνια οικογενειακών γιορτών για καιρό ακόμα- και πάντα θα μπορούμε να λέμε ότι τα μάθαμε απ τη γιαγιά μας την Αριστέα. Θα είμαι ευγνώμων για πάντα γιαγιάκα μου για όλα. Σ ευχαριστώ πρώτα απ όλα για τα υπέροχα παιδιά που μεγάλωσες, που με τη σειρά τους μεγάλωσαν εμάς με τόση αγάπη και με τόση αφθονία συναισθημάτων και εμπειριών. Για τα καλοκαίρια και τους χειμώνες, τα ολοήμερα και τα ξενύχτια, τα φαγητά, τα γλυκά, τις ιστορίες απ το Αγρίνιο και τον Άη Βλάσση. Και τέλος ευχαριστώ για τη μουσική, που θα με συνοδεύει πάντα και παντού. Σ ευχαριστώ γιαγιά, αντίο.

Τα πεύκα της Ρώμης

Συνήθως είναι τα εγγόνια που εξαντλούν από ιστορίες τη γιαγιά, πες μας τι έγινε στον πόλεμο, στην Κατοχή, στη ζωή σας τότε την αλλιώτικη, πες μας ιστορίες αστείες και τραγικές, δώσε μας το παρελθόν καθώς φροντίζεις καθημερινά το παρόν μας. Να όμως που ζήσαν τα εγγόνια το προνόμιο να προσφέρουν στη γιαγιά κάμποσο παρελθόν μαζεμένο, και δη στην καρδιά του σούπερ παρελθόντος, τη Ρώμη. Χριστούγεννα του 2004. Ο φοιτητής μας τότε, ο μεγάλος εγγονός της, με το πιο στιβαρό μαλλί της καρριέρας του -μάλλον το σήκωνε το ρωμαϊκό κλίμα- μας φιλοξένησε όλους μαζί στο ωραίο του σπιτάκι. Κι εκεί να δεις τη γιαγιά να περπατάει στην πόλη και στα ερείπια ακούραστη, και στα μουσεία, ως το βραδάκι καθημερινά, και να απολαμβάνει τα ωραία εστιατόρια που είχε φροντίσει να κλείσει μέσα στις γιορτές το προνοητικό αγόρι.
Νάτοι εδώ στη Ρώμη οι δυο τους, κάτω από ένα ρωμαϊκό πεύκο, απο εκείνα τα μοναδικά πεύκα της Ρώμης, ειδική ράτσα πεύκων, που τα πρόσεξαν και τα τραγούδησαν ποιητές απ' όλον τον κόσμο.  Μοιάζουν ζωγραφισμένα, σα να τα σχεδίασε κάποιος για να απαλύνει τη σκληράδα της φθαρμένης ισχύος, να χαρίσει στην αιώνια πόλη μια τρυφερή πινελιά. Είδος που για ιδιαίτερο λόγο ευδοκιμεί εκεί, δεν θυμάμαι ακριβώς. 
Εϊχαμε ταξιδέψει οικογενειακώς, αλλά η πιο ωραία φωτογραφία είναι αυτή με τους δυο τους. Η στιγμή μέσα στο χρόνο που το αγόρι έχει μεγαλώσει, η γιαγιά μοιάζει να γέρνει πάνω του σα μικρό κορίτσι. Γίνεται σιγά σιγά το κοριτσάκι που θα χρειαζόταν τη φροντίδα, θα αντιστρέφονταν οι ρόλοι. Κι ήμασταν απροετοίμαστοι γι αυτό, μαθημένοι πάντα να δεχόμαστε εμείς τις φροντίδες.
 Όμως ακόμα εδώ, κάτω από το σαν σχεδιασμένο με γιαπωνέζικο πενάκι πεύκο,  είναι κορίτσι ζωηρό, έτοιμο να μας ακολουθήσει στις βόλτες και τις ανακαλύψεις.

Πέμπτη, 24 Ιανουαρίου 2019

Βασίλισσα της νύχτας

Aπό πού μας ήρθες εσύ εν τόπω χλοερώ; Είσαι παράξενη, πολύ παράξενη.
-Από Κυψέλη φτάνω, βασικά είμαι Θεσσαλή.
-Πολύ ξανθιά για Θεσσαλή νομίζω.
-Δεν με πιστεύετε; Έχω γίνει παράξενη από τη δυσπιστία πια! Γεμάτη ξανθούς είναι η Θεσσαλία! Είμαι Θεσσαλή, μεγάλωσα στο Αγρίνιο, οι γονείς μου νοσταλγούσαν τη Λάρισα, εγώ ονειρευόμουν να πάω στην Αθήνα. Και τα κατάφερα, παντρεύτηκα στην Αθήνα, δούλεψα στην Αθήνα, έζησα, μεγάλωσα τα παιδιά μου, και γέρασα εδώ νοσταλγώντας το Αγρίνιο. Θα γυρίσω εκεί τώρα, δια παντός. Το έχω κανονίσει. 
-Ε, δεν έκανες δα και το γύρο του κόσμου!
-Κι όμως, έμοιαζε καμιά φορά.

Τα εις -ώνω μαυριστικά



Το ρήμα αμαυρώνω είναι ενεργητικό και  ανήκει στα λήγοντα εις -ώνω που γράφονται με ωμέγα. Αμαυρώνω, αμαυρώνεις, αμαυρώνει. Μικρές μειοψηφίες αμαυρώνουν τις μεγάλες ειρηνικές διαδηλώσεις κάνοντας έφοδο στη Βουλή με μολότοφ και ρόπαλα. Φοράνε μαύρα για να είναι σαφές το πράγμα, έχουν έρθει να αμαυρώσουν. Μια και δυο και τρεις φορές, και χίλιες δεκατρείς, αμαύρωσαν οι μαυροφορεμένοι τα ειρηνικά συλλαλητήρια που γίνονται για τη Μακεδονία.
Πριν μερικά χρόνια μικρές μαυροφορούσες μειοψηφίες αμαύρωναν τα μεγαλειώδη ειρηνικά συλλαλητήρια που γίνονταν εναντίον του μνημονίου. Μια και δυο και τρεις φορές απείλησαν να κάψουν τη Βουλή, στο τέλος έκαψαν τη Μαρφίν. Μάλιστα λέγεται ότι τότε ακόμα και οι ειρηνικές πλειοψηφίες του μεγαλειώδους συλλαλητηρίου δεν άφηναν την Πυροσβεστική να περάσει. Το λένε όμως για να αμαυρώσουν τις πορείες, τώρα πια ξέρουμε πόσο πολλή αμαύρωση αμαυρώνει τα μεγαλειώδη συλλαλητήρια και τις πορείες και τις διαδηλώσεις.
Είναι μάλιστα σα να το τραβάει ο οργανισμός τους, τόσο που αρχίζω να υποψιάζομαι ότι το ρήμα αμαυρώνω δεν είναι μόνο ενεργητικό. Πρέπει να είναι και παθητικό. Για να μπορούν να σε αμαυρώνουν ξανά και ξανά μαύρες μειοψηφίες, θα πρέπει να το επιτρέπεις εσύ η μεγαλειώδης λευκή πλειοψηφία. Δεν μπορεί να μένεις πάντα απροετοίμαστη, να είσαι διαρκώς αθώα. Κάπως θα πρέπει να πονηρεύεσαι πια, μετά από τόσες αμαυρώσεις που επαναλαμβάνονται σταθερά. Δεν γίνεται να μην ξέρεις τι θα συμβεί σε κάθε μεγαλειώδη διαδήλωση. Ξέρεις, αλλά πηγαίνεις να κρυφτείς ως πολίτης στη μεγαλειώδη μάζα που προσφέρεται για αμαύρωση. Πριν καν ασβεστωθούν οι αμαυρώσεις των προηγούμενων μεγαλειωδών συλλαλητηρίων και πριν ξαναχτιστούν τα γκρεμίδια τους. Κάτι ελπίζεις απ’ αυτή την αμαύρωση, ένταση, σύγκρουση, κάτι συναρπαστικό, κάτι σέξυ, κάτι ηρωικό, να παίξεις την ελληνική επανάσταση, ή τη γαλλική επανάσταση, κάποια επανάσταση τέλος πάντων, ή την Ιλιάδα, να σε υμνήσουν οι βάρδοι, να σε θαυμάζουν οι γνωστοί, να ζήσεις στιγμές καταστροφής που θα ανεβάσουν την αδρεναλίνη σου; Και τόσο πια αξίζουν όλ’ αυτά, ώστε να ρισκάρεις να αμαυρωθείς και να γκρεμίσεις την πόλη σου ξανά και ξανά; Δεν μαυρίζει η ψυχή σου; Δεν πεθύμησες ποτέ να περπατήσεις μόνος σε μια πόλη χωρίς μαυρίλες, χωρίς ερείπια από μεγαλειώδη αμαυρωμένα συλλαλητήρια;
Μαύρη είναι η νύχτα στα βουνά, και στο λεκανοπέδιο βραδιάζει.



 http://www.efsyn.gr/arthro/ta-eis-ono-mayristika


Δευτέρα, 21 Ιανουαρίου 2019

Κυριακή στο πατρικό

Ο αδερφός μου ξεκίνησε νωρίς από το σπίτι του, να προλάβει τους δρόμους που έκλειναν για το συλλαλητήριο περί Μακεδονίας. Μείναμε ως το βράδυ, πέρασε κι ο ξάδερφός μας ο γιατρός. Δύσκολη και μεγάλη Κυριακή. Η μαμά μας ξαναγίνεται σαν μικρό παιδάκι, ανυπεράσπιστο, και στη φωνή της αναγνωρίζω αυτό το προσωπάκι από τις παιδικές φωτογραφίες. Σε μερικές χαμογελάει, σε μερικές είναι μουτρωμένη. Πεισματάρικο, παράξενο παιδί, αλλιώτικο, ξανθιά γαλανομάτα, με Γερμανό την έκανες; ρωτούσαν τη γιαγιά μου. Το χρώμα των ματιών της, αυτό το έντονο γαλάζιο, δεν το έχω ξαναδεί πουθενά. Δυστυχώς δεν το κληρονόμησε κανείς, ούτε παιδί ούτε εγγόνι. Ποιος ξέρει τι περάσματα από τη Θεσσαλία να μαρτυρούσε; Βλάχων; Σλάβων; Καταλανών; 
Κοιτάζω ξανά τις παιδικές φωτογραφίες της, δεν είναι πολλές, έχει όμως μερικές ωραίες. Ο μεγάλος αδερφός τους είχε φωτογραφική μηχανή και απαθανάτιζε την οικογένεια. Ζωή στο Αγρίνιο, διακοπές στον Άγιο Βλάσιο, συνάξεις της οικογένειας τα Χριστούγεννα, βόλτες στην εξοχή την Καθαρά Δευτέρα, ο παππούς μου με το φλυτζάνι του τσαγιού στο χέρι, εκεί έξω, στα χωράφια. Με παρηγορεί το κλάμα που μου φέρνουν. Πριν τρεις μέρες σταμάτησε να παίζει πιάνο, έχω ηχογραφήσει αυτό το γεροντικό αδέξιο παίξιμο της, που μας κράτησε συντροφιά τα τελευταία δύσκολα χρόνια, μοιάζει τώρα με παίξιμο παιδιού που μαθαίνει πιάνο από την αρχή. 

Τετάρτη, 16 Ιανουαρίου 2019

Ρόμα


Ρόμα
Στην ταινία Ρόμα, του Μεξικανού Αλφόνσο Κουαρόν, έβαλαν Καστιλιάνικους υπότιτλους κι έγινε παρεξήγηση. Γιατί οι Μεξικάνοι δεν μιλούν τα ισπανικά ακριβώς σαν τους Ισπανούς, που έχουν επισήμως υιοθετήσει την καστιλιάνικη διάλεκτο (επειδή κάποτε το βασίλειο της Καστίλης ομογενοποίησε τους πληθυσμούς με τον τρόπο που ήξεραν τότε οι παλιοί) τη διάλεκτο με τα θου και τα χου δηλαδή, αλλά προφέρουν το τρίτο γράμμα της λατινικής αλφαβήτου σαν τους Γάλλους, ή περίπου. Μην το ψάχνετε πολύ. Έχουν κι αυτοί τα προβληματάκια τους, οι χρήστες του λατινικού. Από τη μια φαίνεται εύκολο να χρησιμοποιείς το αλφάβητο με το οποίο γράφονται πια ένα σωρό γλώσσες και όλος ο κόσμος μαθαίνει, από την άλλη όταν μάθεις το τρίτο γράμμα με συγκεκριμένη προφορά από νήπιο, άντε μετά να χωνέψεις ότι σε κάθε γλώσσα προφέρεται αλλιώς, και να θυμάσαι και το πώς ανά περίπτωση. Να μην προχωρήσουμε και στο τέταρτο γράμμα, πονάει και στη δική μας πλευρά.
Εδώ εμείς έχουμε θέμα να ξεχωρίσουμε τη μακεδονική γλώσσα από την ελληνική, κι ας είναι η μια σλάβικη και η άλλη εντελώς ελληνική, και πάλι μπερδευόμαστε. Μας πήρανε τη γλώσσα, σου λέει ο άλλος, επειδή άκουσε μια λέξη που του θυμίζει π.χ. μάτσο λουλούδια. Όχι αγάπη μου, αλβανικά μιλά ο άνθρωπος, μη μπερδεύεσαι, μοιάζουν μερικές λέξεις, τόσους αιώνες συνυπήρξαμε, φυσικό είναι. Ποιοι συνυπήρξαμε, εμείς με τους Αλβανούς; Αποκλείεται, εμείς είχαμε πάρει το Ευπαλίνειο όρυγμα και ζούσαμε σε παράλληλο σύμπαν μέχρι που ξεσηκώθηκαν οι κλέφτες κι οι αμαρτωλοί. Οι αρματωλοί, έστω.
Τέλος πάντων, υποχώρησε το Νέτφλιξ, άλλαξε τους καστιλιάνικους υπότιτλους, αφού θίχτηκε ο ίδιος ο Μεξικάνος σκηνοθέτης, πάνε τα θου και τα χου που μας αρέσουν όπως κι ο Χαβιέ Μπαρδέμ. Αφού δεν υπάρχει θέμα ανεξαρτησίας του Μεξικού, τι πολιτικά παιχνίδια μπορούν να παιχτούν με τέτοιες ευθιξίες; Για τι είδους καριέρες να καλλιεργηθεί το έδαφος;  Μόνο αγνές πατριωτικές γλωσσολογικές συγκρούσεις; Κρίμα, τέτοια φλέβα συγκρούσεων πάει χαμένη.
Όσοι λένε θου μπορούν να κόψουν την καλημέρα σ’ όσους λένε σου.  Να θεωρήσουν ελίτ τον εαυτό τους, διότι  ο κόσμος όλος λέει σου, ενώ θου; Μόνο οι Καστιλιάνοι, κι εμείς οι Ρωμιοί. 
Ρόμα ρε παιδί μου. Μας πήρε στο λαιμό της. Που φτάνει η χάρη της ως τον Ειρηνικό και την Ανταρκτική μέσω Αμερικών. Θου κύριε φυλακήν…


Τετάρτη, 9 Ιανουαρίου 2019

H αγία ρουτίνα

Κάθε πρωί περνώ από το δρομάκι αυτό του πάρκου


Ωραία λιακάδα είχε η Αθήνα χτες, ανάμεσα σε δυο επώνυμα κύματα κακοκαιρίας που χτυπούν αλλού, αλλά εκείνη πάντα τα περιμένει. Τα σχολεία θα μείνουν κλειστά για τον Τηλέμαχο αυτή τη φορά, εκείνον τον νεαρό που ταξίδευε για να βρει τον πατέρα του αιώνες πριν, προοιωνίζοντας τα ρόουντ μούβι που θα κατέκλυζαν τη ζωή μας. Κάποτε θέλαμε πολύ να ταξιδεύουμε, σε αναζήτηση του πατέρα μάλιστα ακόμα καλύτερα, και η ρουτίνα μας γέμιζε ανυπομονησία. Όμως όσο περνούν τα χρόνια την εκτιμάμε περισσότερο, είναι ένα είδος σοφίας που αποκτάμε με τα χρόνια. Έχει την αξία της η ρουτίνα, δεν είναι τόσο φοβερή όσο μας φαινόταν παλιότερα. Νομίζω μάλιστα ότι εξασφαλίζει μακροζωία και δημιουργικότητα, ότι χάρις σ’ αυτήν οι άνθρωποι κατορθώνουν να μένουν νέοι, να μοιάζουν τέλος πάντων όλο και νεώτεροι καθώς ο πολιτισμός εξασφαλίζει όλο και σε περισσότερους την ευεργεσία της ρουτίνας.
Να πηγαίνεις κάθε μέρα στην ίδια δουλειά, να έχεις δουλειά καταρχήν, να κάνεις διάλειμμα για την ίδια πάντα ηδονή του καφέ, να υποκύπτεις στον ίδιο πειρασμό του κρουασάν, να περνά το λεωφορείο στην ώρα του, να είναι πυκνά τα δρομολόγια, να μη στριμώχνεσαι στη διαδρομή, να δουλεύουν ρολόι δηλαδή όλες οι δομές της πόλης, όλες οι ανακαλύψεις του πολιτισμού, όλα τα επιτεύγματα της βιομηχανικής επανάστασης, να ανάβει το καλοριφέρ καθώς ξυπνάς και να κάνει τσίκι τσίκι, να στέκεσαι στο φωτισμένο μαγαζί με τις τυρόπιτες. Ή να είσαι σε δουλειά με καντίνα, αυτό κι αν είναι εξαίσια ρουτίνα, να παίρνεις ένα δίσκο πλαστικό και να διαλέγεις φαγητά από μια βιτρίνα. Να πιέζεις τον εαυτό σου με το συνηθισμένο τρόπο να κάνει τα μικρά του κατορθώματα, να απολαμβάνεις την κούραση που έρχεται όταν τελειώνουν, να μη φοβάσαι την κούραση που έρχεται πριν τελειώσουν. Να μετριέσαι με τους άλλους έξω από τις δεδομένες σχέσεις του σπιτιού και της οικογένειας, ύστερα να επιστρέφεις στις δεδομένες σχέσεις που κι αυτές δεδομένες δεν είναι ποτέ, εδώ που τα λέμε. Που θέλουν κι αυτές τη ρουτίνα τους, αλλά την παραμελούμε, κι ας βλέπουμε διαρκώς αμερικάνικες ταινίες που μας επιπλήττουν γι αυτό.
Ας ξεκινήσει μετά την ταραχή των εορτών η ρουτίνα του νέου έτους με ενέργεια, αποφασιστικότητα, πολλά τρόλεϊ, γρήγορο ίντερνετ, ευγενικούς οδηγούς, και καλές εκπτώσεις.


Το προνόμιο των φίφτυς

Το προνόμιο των φίφτυς Καμιά φορά ζηλεύω την κατάσταση στην οποία βρέθηκαν οι γονείς μου όταν παντρεύτηκαν στην Αθήνα κι έψαχναν να β...