Τετάρτη, 5 Δεκεμβρίου 2018

Ιστορίες με κάστρα

Από πού βγαίνει η λέξη ευγένεια; Από τους ευγενείς. Οι οποίοι ευγενείς είναι αυτοί που ανήκουν σε καλό γένος. Το ευ σημαίνει καλό, το ξέρουμε, και το γένος επίσης ξέρουμε τι σημαίνει. Τι είχαν δηλαδή αυτοί από καλό γένος που οι άλλοι δεν το είχαν; Είχαν κληρονομικά δικαιώματα σε πύργους, τίτλους, προσόδους και την υποχρέωση να πολεμούν στο πλευρό του βασιλιά όταν τους καλούσε. Φεουδαρχικό σύστημα της μεσαιωνικής Ευρώπης, που το μαθαίνουμε κυρίως από παραμύθια, σίριαλ και ταινίες, πράγματα που μας αρέσουν, και το ξέρουμε καλά. Προνομιούχοι δηλαδή ενός σκληρού συστήματος μιας σκληρής εποχής.
Κι απ’ αυτούς βγήκε η ευγένεια; Δεν είναι παράδοξο; Πάντα απορούσα. Ωστόσο φαίνεται ότι ακριβώς επειδή είχαν αυτά τα προνόμια οι φεουδάρχες του Μεσαίωνα, είτε από πλήξη είτε από φιλοδοξία είτε από ανάγκη να τα δικαιώνουν ή να απομονώνονται απλώς από τους πολλούς, δημιούργησαν τρόπους συμπεριφοράς για να ξεχωρίζουν. Μεγάλη επιτυχία οι τρόποι αυτοί, χρυσοί και πλατινένιοι δίσκοι.
Ολος ο κόσμος άρχισε να τους αντιγράφει, με αποτέλεσμα τόσους αιώνες μετά να θεωρούνται δυνατότητα των πάντων, σε μερικά μέρη μάλιστα και απαραίτητος κώδικας συμπεριφοράς προς τους συνανθρώπους. Ακόμα και στην Ελλάδα συμβαίνει να συναντάμε ανθρώπους ευγενείς με τη σημερινή έννοια, μάλιστα εμείς εδώ έχουμε τη χαρά να απολαμβάνουμε τέτοιες συναντήσεις βαθύτερα από άλλους λαούς, ακριβώς όπως απολαμβάνουμε τα χιόνια, τους ανοιχτούς δρόμους στο κέντρο της πόλης και τους μάστορες που δεν σε στήνουν: επειδή είναι κάτι σπάνιο.
Μικρό παράδειγμα αυτό για τη χρησιμότητα των ελίτ στις κοινωνίες. Δεν είναι για πέταμα όλα, συγκρατήστε τους λίθους σας, κι ο αναμάρτητος που ποτέ δεν πόθησε να ανέβει κοινωνικά, να βελτιώσει την όψι και τον νου του, να απολαύσει σε βάθος ελεύθερο χρόνο, τέχνες και πνευματικές δημιουργίες, όποιος έχει πλήρη ικανοποίηση από τις αξίες και τις δυνατότητές του και δεν χρειάζεται στ’ αλήθεια τίποτε άλλο, δεν έχει καμιά φιλοδοξία, δεν μπορεί να διδαχτεί, δεν ελπίζει να γνωρίσει κάτι καλύτερο, να κλέψει ιδέες και εικόνες από τους προνομιούχους που τις χαίρονται, να ερωτευτεί και να παθιαστεί από τα δύσκολα, αυτός ο ασκητής που φτύνει στα μούτρα κάθε πολυτέλεια κι επίδειξη αφελή και ομορφιά προκλητική, αυτός πρώτος βαλέτω. Αν σώνει και καλά θέλει δηλαδή. Κι αν το επιτρέψουμε.
 

Παρασκευή, 30 Νοεμβρίου 2018

Πτυχίο Δημοτικού



Γράφτηκαν πολλά για την καθαρίστρια που καταδικάστηκε δέκα χρόνια για πλαστογράφηση του απολυτηρίου δημοτικού, ακόμα όχι αρκετά ώστε να κινήσουν μηχανισμό απονομής χάρης, κάτι τέλος πάντων, να διορθώσει την ποινή. Κι όσα  γράφτηκαν κι ακούστηκαν ίσως δεν έφτασαν παντού. Γιατί, όπως παρατήρησε ο Πάνος Παπαδόπουλος στο  Protagon, ρίχνοντας λοξή ματιά στην απίστευτη αυτή ιστορία, υποτίθεται ότι εκτός από τους νόμους που ορίζουν ως κακούργημα την πλαστογράφηση δημοσίου εγγράφου, υπάρχουν κι εκείνοι που καθιερώνουν υποχρεωτική εννιαετή εκπαίδευση. Πώς γίνεται λοιπόν μια γυναίκα που γεννήθηκε μετά το 1960 να μην έχει τελειώσει  Δημοτικό;
Το κακό είναι ότι υπάρχουν γυναίκες, και λιγότεροι άντρες, γεννημένοι μετά το 2000 που επίσης δεν έχουν τελειώσει Δημοτικό. Οι προχωρημένες δεκαετίες δεν εγγυώνται εφαρμογή του νόμου, μάλιστα παλιότερα, στη δεκαετία του 1950, μπορούσες να δεις το χωροφύλακα να μαζεύει από τα χωράφια  παιδιά σχολικής ηλικίας, που τα είχαν πάρει οι γονείς να τους βοηθήσουν στη δουλειά, και να τα πηγαίνει από τ’ αυτί στο σχολείο. Στο χρονικό διάστημα που πέρασε η εξουσία των γονιών πάνω στα παιδιά αμφισβητείται λιγότερο. Η κοινωνία, οι συνήθειες, ο περίγυρος, είναι που πιέζουν τους γονείς. Αν δεν το κάνουν, αλίμονο στα παιδιά.
Το κράτος ενθαρρύνει, δεν φροντίζει. Δίνει επίδομα π.χ. στις οικογένειες Ρομά για κάθε παιδί που γράφεται στο Δημοτικό. Τα παιδιά γράφονται μεν, αλλά σπανιότατα παρακολουθούν. Σε ορεινά χωριά, ή σε φτωχογειτονιές της πόλης,  ποιος θα ασχοληθεί με κείνα που μένουν αγράμματα, ποιος θα κάτσει να συγκρουστεί με καβγατζήδες πατεράδες ή σκληρές μανάδες; Εδώ δεν μαζεύει η πολιτεία τα παιδιά που ζητιανεύουν στο κέντρο της πόλης, θα τα στείλει σχολείο; Η εξουσία των γονιών είναι στην πράξη απόλυτη. Η ιερή οικογένεια στέκεται φρουρός στην πόρτα της, και κάθε κοινωνικός λειτουργός μπορεί να κάνει το πτυχίο του ρολό.
Αναλύουμε συχνά τις βλαβερές συνέπειες των πολλών μαθημάτων, για τα τυχερά παιδιά, με γονείς που τα νοιάζονται, αλλά τις βλαβερές συνέπειες των καθόλου μαθημάτων για τα άτυχα δεν μπορούμε ούτε να τις φανταστούμε. Ειρωνευόμαστε τα πτυχία, τους κακούς μαθητές, με τόση άνεση εμείς οι μορφωμένοι, αγνοούμε έναν ολόκληρο κόσμο για τον οποίο το σχολείο, ο χρόνος της μάθησης, ο χρόνος τελικά της παιδικής ηλικίας, είναι άπιαστο όνειρο. Και δεν μιλάω για την Αφρική, αλλά για την Ελλάδα, γι ανθρώπους δίπλα μας.


Τρίτη, 20 Νοεμβρίου 2018

Φταίει πάνω απ' όλα το κρασί


Πιάσαμε συζήτηση, Σάββατο βράδυ για το Πολυτεχνείο, είχαμε ξεθεωθεί να περπατάμε στην κλειστή Πατησίων,  δεν μας απασχόλησε το αενάως επαναλαμβανόμενο καταστροφικό παρόν, αυτή η τρομερή φάρσα, αλλά το παρελθόν που γέννησε όλ’ αυτά χωρίς να το θέλει. Είχα χρόνια να υπερασπιστώ τους συνομηλίκους μου πολιτικούς που είχαν πάρει μέρος στην εξέγερση, αλλά όχι ν’ ακούσω το κλισέ για την ‘εξαργύρωση των αγώνων’. Βρίσκω τον ισχυρισμό πρωθύστερο, προφανώς κάποιοι άνθρωποι με ηγετικά προσόντα θα αναδεικνύονταν σε μια εξέγερση που χρειαζόταν στοιχειωδώς ηγέτες, και τι πιο φυσικό από το να ασχοληθούν με την πολιτική στη συνέχεια; Γιατί τόσο ενοχλεί αυτό,  μόνο οι γόνοι των πολιτικών πρέπει να γίνονται πολιτικοί; Μήπως, ό,τι και να λέμε, προτιμούμε τα σίγουρα ονόματα από ανθρώπους που εμφανίζονται και παίρνουν ρίσκα σε δύσκολες καταστάσεις; Και πόσο παράξενο, να θεωρούνται αυτές οι καταστάσεις  προνόμιο και να γίνεται προσπάθεια έκτοτε να αναπαραχθούν σαν θεατρικό έργο, με στόχο να αναδείξουν πολιτικούς˙ πάντα ματαίως…
Φέτος άλλα βέλη, η ‘γενιά του Πολυτεχνείου’ φταίει, κατά μία εκδοχή, για κάθε κακό που βρήκε τη χώρα από τη μεταπολίτευση. Για τον γρήγορο πλουτισμό, για την απότομη άνοδο του επιπέδου ζωής, αλλά κυρίως για την κρίση, αυτή φταίει για όλα. Η λέξη ‘φταίξιμο’ πήγαινε κι ερχόταν στο τραπέζι σε όλες τις μορφές της, ‘φταίνε’, ή ‘δεν φταίνε όλοι’ αλλά οπωσδήποτε ‘φταίνε ορισμένοι’, κι ακόμα δεν είχαμε καν παραγγείλει μεζέδες, είχαμε μόνο κρασί. Ήπια μια γουλιά να πάρω δυνάμεις, κι ένιωσα παράξενα, σα να μεταφέρθηκα αστραπιαία στο χωρόχρονο, πριν σαράντα πέντε χρόνια. Τότε που δεν ήμασταν ακόμα η γενιά του Πολυτεχνείου, αλλά πάλι φταίγαμε για όλα ως ‘γενιά’. Η γενιά με τα μακρυμάλλικα αγόρια, τα χωρίς θηλυκότητα κορίτσια, τα παράξενα όντα που υπήρξαμε, κάπου ανάμεσα στους κουρασμένους γονείς και τους λυσσασμένους κρατούντες, ακατανόητοι, μοναχικοί συχνά, πώς να ανοιχτείς στον διπλανό αν δεν ήσουν σίγουρος, να τραγουδούσες απαγορευμένα στο ξεκούδουνο; Και πώς να σιγουρευτείς; Εμμονικοί με την ανάγκη αντίδρασης στη χούντα, που δεν πραγματοποιούνταν για πολύ καιρό, δεν έβρισκε τρόπο να εκφραστεί,  ύποπτοι πριν από κάθε υποψία δράσης. Με τύλιξε η μοναξιά εκείνη, ανατρίχιασα. Ευτυχώς ήρθαν τα ντολμαδάκια, κι έφαγα γρήγορα καναδυο να συνέλθω.


Τρίτη, 13 Νοεμβρίου 2018

Ποια καινοτομία;



Η πρώτη μας αφίσα
Οχτώ το βράδυ κατηφορίζω τη Φωκίωνος, έφτασε ο χειμώνας με απαλές πνοές στα μεγάλα της δέντρα, κλείνω το γιακά. Περνώ μπροστά από τη Δημοτική Αγορά, στο γωνιακό πρώην κατάστημα κάποια τάξη λειτουργεί ακόμα, νομίζω μαθαίνουν υπολογιστές. Είναι καθαρά και γυαλισμένα, πριν δέκα χρόνια ήμασταν κι εμείς σε κάποιο γωνιακό κατάστημα ως καταληψίες, κάναμε μαθήματα σε αίθουσα πολύ πρόχειρα βαμμένη, πολύ χειροποίητη. Μας έβλεπαν οι περαστικοί να γράφουμε στον πίνακα ελληνικές λέξεις, και οι μαθητές μας μετανάστες. Μερικές φορές είχε σταθεί ο Κουμανταρέας εκεί έξω και μας είχε κοιτάξει, κάποτε έγραψε γι αυτό στο Πρόταγκον. Ίσως μπει μια πλάκα στο μέλλον, «Εδώ στάθηκε ο Κουμανταρέας και παρακολούθησε συγκινημένος μαθήματα ελληνικών σε μετανάστες στο διάστημα 2007 -2011». Τώρα η Αγορά είναι πολύ πιο καλοφτιαγμένη κι αν μου λείπει κάτι, εκτός από τον Κουμανταρέα, είναι το γκράφιτι στο μπροστινό ρολό, αυτό μπορούσαν να το κρατήσουν στην ανακαίνιση, δεν χρειαζόταν να το περάσουν από πάνω όλο γκρίζο, σαν τους πιστούς που από υπερβάλλοντα ζήλο ασβεστώνουν παλιές τοιχογραφίες. Κατά τα άλλα, η Αγορά έγινε όπως θα έπρεπε, και πιστεύω ότι παρόλες τις συγκρούσεις ανάμεσα σε καταληψίες και Δήμο το πνεύμα ήταν τελικά κοινό. Κι εμείς, μερικοί από μας, τους  ερασιτέχνες δασκάλους της γλώσσας, πηγαίνουμε στα Ανοιχτά Σχολεία τώρα, λίγα τετράγωνα παραπάνω, στην πλατεία, κι έχουμε κανονικούς πίνακες και κιμωλίες για το μάθημα μας, αληθινά θρανία, αίθουσες που μοιραζόμαστε με ομάδες κρουστών, ομάδες διδασκαλίας αγγλικών, θεατρικού παιχνιδιού, εκμάθησης μπριτζ, και παραδοσιακών τραγουδιών.
Μπορεί να μην σας φαίνεται συγκλονιστικό, αλλά αυτό έχω να πω προσωπικά για το βραβείο καινοτομίας του Δήμου Αθηναίων. Όλοι καγχάζουν κι αναρωτιούνται τι σόι καινοτομία ζήσαμε και δεν πήραμε χαμπάρι στην πόλη με τα παλαιά κι άλυτα πάθη. Συνήθως γκρινιάζω, τώρα για αλλαγή να επισημάνω κάτι θετικό, γιατί ζω την καινοτομία. Θα έχει κι άλλες, ας αναλάβει το γραφείο Τύπου του Δήμου, θα ξέρει λεπτομέρειες για τα διάφορα ηλεκτρονικά, τις πλατφόρμες, τις επικοινωνίες, για μένα πάντως είναι σημαντική καινοτομία να μπορούν δέκα, πενήντα, εκατό άνθρωποι να πηγαίνουν στο σχολείο τα απογεύματα και να μαθαίνουν κάτι, στη δε συγκεκριμένη γειτονιά όπου ζουν κυρίως μετανάστες, ακόμα και το να κυκλοφορεί η πληροφορία ότι διδάσκεται η γλώσσα δωρεάν στα σχολεία τα απογεύματα για όποιον θέλει να τη μάθει, είναι συγκλονιστική καινοτομία, κι ας μην έχει ηλεκτρονικές εφαρμογές, ας παλεύει με τις κιμωλίες.
Παρέα ποζάρει μπροστά στο γκράφιτι της Αγοράς πριν το περάσουν με γκρίζα μπογιά

Κυριακή, 11 Νοεμβρίου 2018

100 χρόνια ευρωπαϊκές προσπάθειες

Φταίει η λογοτεχνία, τα βιβλία του Ρομαίν Ρολάν που είχαμε σπίτι μας κι άλλα που διάβασα μεγαλύτερη, φταίει γενικώς η γαλλική κουλτούρα, το ταξίδι μου στην Ελβετία στα 15, η ανακάλυψη της Ευρώπης αργότερα, η χούντα που έκανε πολύτιμη κάθε ευρωπαϊκή ρωγμή σε τρυφερή ηλικία για μας, πάντως δεν μπορώ να δω μια τελετή όπως η σημερινή, των 100 χρόνων από την ανακωχή του μεγάλου πολέμου, με τον Μακρόν και τη Μέρκελ στην αψίδα του θριάμβου χωρίς να ανατριχιάσω και να βουρκώσω. Παρόλο που με ξάφνιασε όταν ζούσα στη Γαλλία το πόσο η τριίχρωμη σημαία είχε γίνει σύμβολο των συντηρητικών, για μένα θα είναι πάντα σύμβολο της μόνης επανάστασης που είχε νόημα, κι ας το έχασε στο δρόμο και τρόμαξε να το ξαναβρεί, εκείνης που καθιέρωσε την έννοια του πολίτη, το καθεστώς του πολίτη. Κι όσο κι αν λέτε ότι είναι υποκριτές οι ηγέτες που δήθεν γιορτάζουν την ειρήνη, και να έχετε δίκιο, βεβαίως, και τα τρία χρώματα να είναι κι αυτά υποκριτικά και να έχετε δίκιο, αφήστε με να δακρύζω, διότι έχω συμβιβαστεί, άνθρωποι είμαστε, τι περιμένετε; Ναι, αρπακτικά που διψούν για εξουσία, αλλά δεν πέταξαν στα σκουπίδια κάθε προσπάθεια που έγινε για ισότητα και ειρήνη, να που αυτές είναι τώρα οι αναγνωρισμένες αξίες, οι επίσημες. Και τις εννοούν πολλά εκατομμύρια πολίτες. Φυσικά δεν επικρατούν στον κόσμο. Δεν ξέρω αν ποτέ θα επικρατήσουν, στο πολύ μακρινό μέλλον, δεν το πιστεύω. Αλλά εμείς οι Ευρωπαίοι τις αναγνωρίζουμε, δεν μπορούμε να τις περιφρονήσουμε. Είναι ο στόχος μας και κανένας ηγέτης δεν μπορεί να μας ξεγελάσει τόσο που να τις ξεχάσουμε, να ασπαστούμε τυφλά τις αντίθετες. Έτσι πιστεύω.

Πέμπτη, 8 Νοεμβρίου 2018

Μόραλης στο Μπενάκη της Πειραιώς

Δεν είχα ξεκινήσει να δω τη μεγάλη έκθεση του Μόραλη. Στη γιορτή του Δήμου Αθηναίων για το βραβείο καινοτομίας που πήρε είχα πάει, μας είχαν καλέσει ως ΓΕΦΥΡΕΣ, ομάδα εθελοντών που παραδίδουμε μαθήματα ελληνικών σε μετανάστες. Πήγαμε λοιπόν και ήταν ωραία, γιατί επιτέλους ήμασταν κάπως συμφιλιωμένοι, κι εμείς ως μονίμως διεκδικητικές ΓΕΦΥΡΕΣ, κι εκείνοι, ως Δήμος, οι μονίμως επιφυλακτικοί απέναντι μας. Γνωριστήκαμε πια καλά, κερδίσαμε ο ένας την εμπιστοσύνη του άλλου, μόνο που το Μάιο γίνονται εκλογές, και να δούμε πώς θα είναι η επόμενη χρονιά.
Μετά τη γιορτή πήγαμε στο Μουσείο Μπενάκη για καφέ με την Κωνσταντίνα, ένα από τα νεαρά μέλη της ομάδας, κι εκεί άρχισε να βρέχει, οπότε εγώ η προνομιούχα, που δεν είχα δουλειά να με περιμένει όπως η Κωνσταντίνα, έμεινα στο μουσείο και πήγα να δώ την έκθεση.
Ήταν αναδρομική, παρακολουθούσε όλη την πορεία του, με πάρα πολλά έργα, από τα νεανικά ως τα τελευταία. Κι η ιστορία της ζωής του παράλληλα, με φωτογραφίες και τους αντίστοιχους πίνακες. Πέρασε σχεδόν έναν αιώνα ζωγραφίζοντας, αφού άρχισε στα 13 με διάφορους δασκάλους, και στα 15 πήγε στη Σχολή Καλών Τεχνών ως εξαιρετικό ταλέντο,  και δεν σταμάτησε ποτέ να δουλεύει.
Με πλημμύρισε η αίσθηση οικειότητας, βέβαια τον ξέρω τον Μόραλη, από τα εξώφυλλα των βιβλίων, των δίσκων, τις αφίσες θεατρικών έργων, τον τοίχο του Χίλτον... κι απο την άλλη πόσα δεν ήξερα, δεν είχα δει ποτέ.
Περπατώντας στις αίθουσες, με τις εικόνες που ήξερα καλά και τις άλλες που έμοιαζαν ή ήταν τελείως διαφορετικές, συνειδητοποίησα τον καλλιτεχνικό πυρετό των δεκαετιών που μεγάλωνα, χρυσές δεκαετίες τις λένε τώρα, τις αναζητήσεις γύρω από την ελληνικότητα, την έμπνευση και τη δημιουργία που παρακολουθούσαμε κι εμείς σαν κάτοικοι της Αθήνας. Ζωγραφική και μουσική και ποίηση και θέατρο, και χορός, όλα βούτηξαν στην πηγή και βγήκαν ανανεωμένα.  Η τόλμη του μοντερνισμού βρήκε υλικό στην παράδοση, η ερωτική αγωνία κι οι ασίγαστες επιθυμίες ελευθερώθηκαν σε βαθμό εμμονής. Βέβαια, το είχε κι αυτό εκείνο το κίνημα. Χαρά σε κείνον που μπορεί να εκφράζεται δουλεύοντας ακατάπαυστα, να βρίσκει ασταμάτητα νέες ιδέες και φόρμες.
Το πρόσωπο των γηρατειών το ήξερα από τις φωτογραφίες των εφημερίδων, το νεανικό του με εντυπωσίασε. Πόσο λεπτός και στοχαστικός, πόσο όμορφος στις προσωπογραφίες με την εξίσου λεπτή γυναίκα του, την πρώτη από τις τρεις. Όμορφη και παράξενη φιγούρα στα νιάτα του, πριν αφοσιωθεί στα νιάτα των άλλων.                   

Τετάρτη, 7 Νοεμβρίου 2018

Ποια δεκαετία;



Δεν πιστεύω ότι η ατμόσφαιρα στην Ευρώπη θυμίζει δεκαετία του 30, όπως είπε ο Μακρόν, και λέγεται πολύ εν γένει. Πιο πολύ μπορεί να θυμίζει την εποχή πριν τον Πρώτο Παγκόσμιο πόλεμο, ο οποίος άρχισε με ενθουσιασμό και σιγουριά εκατέρωθεν, δι ασήμαντον αφορμή, για να τελειώσει όπως τέλειωσε πριν ακριβώς 100 χρόνια. Τότε ήταν που οι πολίτες των παρηκμασμένων αυτοκρατοριών και των ανερχομένων εθνών ένοιωθαν θυμό για όσα πίστευαν πως τους αδικούσαν, ασφυκτιούσαν στα όρια της Αυστροουγγαρίας, ήθελαν να γκρεμίσουν και να αναδειχτούν με τις ιδιαιτερότητές τους, που ήταν οπωσδήποτε οι καλύτερες του κόσμου και δεν αναγνωρίζονταν επαρκώς, δεν είχαν κράτος να τις πλαισιώνει, όχι παντού, όχι αρκετά, δεν τους περιλάμβανε όλους. Ένας αντιπαθής διάδοχος της ανάγκης, που κανείς δεν τον ήθελε αφότου είχαν χάσει τον ωραίο και αληθινό διάδοχο, εκείνον τον Ροδόλφο, τον εραστή της Μαρίας Βετσέρα, πήγε επίσκεψη στο Σεράγεβο, ένας αυτονομιστής Σέρβος τον σκότωσε, ο αυτοκράτορας αποφάσισε να δείξει την ισχύ του, κι αυτό ήταν. Χάθηκε όλη η χρυσή ηλικία της Ευρώπης, η γενιά που θα γνώριζε στην καθημερινότητά της τα αποτελέσματα της προόδου. Τότε που διαδιδόταν ο κινηματογράφος, τα αυτοκίνητα, οι μηχανές άρχιζαν να απελευθερώνουν, η ιατρική προόδευε, οι γυναίκες τολμούσαν να ζητήσουν δικαιώματα, οι άνθρωποι αντίκριζαν την ευτυχία, τότε ακριβώς ο γέρο Φραγκίσκος Ιωσήφ αποφάσισε να παλιμπαιδίσει και να ξεχάσει τη διπλωματία, να το παίξει πεισμωμένος, να χαρίσει λίγες ώρες ενθουσιασμού στο λαό του, στους λαούς του μάλλον, να ξεμουδιάσουν λίγο από την υπερβολική ειρήνη. Να, πώς πολεμούσαν εκεί κάτω στα Βαλκάνια οι άλλοι και περνούσαν αξέχαστα; Να μη διασκεδάσουν λίγο και οι βορειότεροι;
Όπως λέει κι ένα αγαπημένο μου γαλλικό τραγούδι, μόλις ο πόλεμος τελειώσει πρέπει να κάνεις ειρήνη. Ίσως είναι πιο περίπλοκο. Πριν εκατό χρόνια ακριβώς τέλειωνε ο απαίσιος εκείνος πόλεμος, κι έβρισκε τους Ευρωπαίους αποφασισμένους να μην πολεμήσουν ξανά ποτέ. Αλλά δεν πρόσεξαν την ειρήνη, την έκαναν άτσαλη, παλιομοδίτικη, τους έβγαλε καινούργιο πόλεμο σε είκοσι χρόνια. Κι έκτοτε προσέχουν. Όσο γίνεται, άνθρωποι είναι κι αυτοί. Κι αν ξέχασαν στ’ αλήθεια τι πέρασαν οι παππούδες τους, αν πάλι θυμώνουν, μουτρώνουν, παλιμπαιδίζουν, κι έχουν μουδιάσει από την πολλή ειρήνη, ζηλεύουν τους πρόσφυγες, θέλουν κι αυτοί ανθρωπιστική βοήθεια, επιδόματα, συσσίτια, όλ’ αυτά τα ωραία, ποιος να τους προφυλάξει;

Παρασκευή, 2 Νοεμβρίου 2018

To φρικιό


Κατεβαίνοντας την Πανεπιστημίου προς την Ομόνοια, εκεί που στρίβει λίγο ο δρόμος και πυκνώνει ο κόσμος σαν να το σκέφτεται να πάει παρακάτω, ή μήπως καλύτερα να γυρίσει προς τα πάνω, αλλά τον τραβά η κατηφόρα, εκεί λοιπόν ανάμεσα στα περίπτερα που πουλάνε πρωτότυπες τσάντες και μαντίλια και γυαλιά και τους πάγκους που δεν πουλάνε τίποτε και τις μουντζουρωμένες κολόνες, ένας τύπος πολύ λεπτός, μαυριδερός, ταλαίπωρος, που φαινόταν να αδιαφορεί για το σύμπαν γύρω του, με το βλέμμα χαμένο και δυσαρεστημένο ταυτόχρονα, γύρισε κι έβαλε μια φωνή σε κάποιον που ζητιάνευε στη βάση μιας κολόνας, ο οποίος κρατούσε στην αγκαλιά του ένα μωρό ανάσκελα ντυμένο σαν μπάμπουσκα.

-Καλά, το παιδί δεν το λυπάσαι;
Αυτός απ’ όλους τους διαβάτες ήταν που ύψωσε τη φωνή για να ρωτήσει το αυτονόητο. Αυτός που φαινόταν περιθωριακός, φρικιό, που έμοιαζε να μη νοιάζεται για τίποτε, κι αγανακτισμένος προσπέρασε. Ο ζητιάνος έτσι κι αλλιώς δεν θα απαντούσε, δεν γύρισε καν να κοιτάξει, ανακάθισε λιγάκι μόνο να βρει στάση πιο βολική. Εμείς οι υπόλοιποι συνεχίσαμε να βαδίζουμε. Ως μεγάλοι και σοβαροί το ξέρουμε καλά ότι αυτοί που παίρνουν τα παιδιά μαζί στη ζητιανιά, δικά τους ή νοικιασμένα, προφανώς δεν τα λυπούνται, ή όχι αρκετά για να τα απαλλάξουν από τη φοβερή αυτή καταδίκη.
Υποτίθεται βέβαια ότι κάνουν έγκλημα, υπάρχει στον Ποινικό Κώδικα, η επαιτεία, η έκθεση ανηλίκου κ.λπ., αλλά προφανώς εδώ και καιρό δεν εφαρμόζεται ο νόμος στους δρόμους της πόλης αυτής, κι εμείς ως καταναλωτές του οίκτου είμαστε σε θέση να συντηρούμε πολλά τέτοια εγκλήματα σε αρκετές γωνιές της. Υποκύπτουμε στο πανίσχυρο ένστικτο προστασίας, για να διώξουμε την ενοχή βάζουμε το χέρι στην τσέπη, επικυρώνοντας την καταδίκη που έχουν απαγγείλει οι γονείς και λοιποί υπεύθυνοι των άγνωστων αυτών παιδιών.
Το ελληνικό κράτος επικυρώνει κι αυτό. Πρώτο και καλύτερο και με τη βούλα. Δική του δουλειά είναι να απαγορεύει έμπρακτα την εκμετάλλευση παιδιών, με συλλήψεις και τιμωρίες. Το πληρώνουμε αρκετά για να μη χρειάζεται να υφιστάμεθα και αυτά τα οδυνηρά θεάματα στους δρόμους. Αλλά όχι. Δεν προκάνει, η Αστυνομία έχει άλλες δουλειές, φυλάει επισήμους. Τόσο που ασχολείται με την υψηλή κοινωνία, καλλιεργείται κιόλας -συνέλαβαν μια μουσικό στο δρόμο, διάβασα, στη Θεσσαλονίκη, προφανώς επειδή δεν θα έπαιζε αρκετά καλά.

Τετάρτη, 24 Οκτωβρίου 2018

Με μια επέκταση ξεχνιέμαι

Βεβαίως να επεκταθούμε. Οι επεκτάσεις ήταν πάντα ανθρώπινη ανάγκη και, αφότου υπάρχουν έθνη, έχει γίνει εθνική. Από παιδιά μαθαίνουμε στην Ιστορία, τρεις φορές σε τρεις διαφορετικές ηλικίες, το πώς επεκτάθηκε από το 1821 μέχρι το 1948 η νέα Ελλάδα, οπότε είναι ακατανόητο στην εθνική μας ψυχολογία το γιατί έχει σταματήσει να επεκτείνεται έκτοτε.
Μπορεί να μην είναι όλοι καλοί μαθητές στα φιλολογικά, αλλά επειδή στη φύση ενυπάρχει η ανάγκη της επέκτασης, δεν χρειάζεται μεγάλος κόπος για να πείσεις τον οποιονδήποτε ότι χρειάζεται να επεκταθεί, έστω κι αν δεν το έχει ανάγκη -πώς το έχουν αποδείξει οι αναλυτές για τις καλλιέργειες αναγκών; Το στρίμωγμα, εξάλλου, είναι αρχαία μέθοδος ταπείνωσης και εξευτελισμού με διαχρονικά εγγυημένα αποτελέσματα.
Αρκεί μια βόλτα με μέσο συγκοινωνίας για να δει κανείς πώς επεκτείνουν, ας πούμε, οι άνδρες τον χώρο που καταλαμβάνει το σώμα τους, ανοίγοντας τα πόδια, ενώ οι γυναίκες του καιρού μου μαθαίναμε ότι πρέπει να τα κρατάμε ενωμένα γιατί γινόμαστε άσχημες και πρόστυχες κι απέμενε μόνο η μέθοδος επέκτασης με τσάντες και μπαγκάζια.
Γενικά ως λαός μοιάζουμε συχνά να γεννηθήκαμε σε λάθος εποχή, τα συναισθήματά μας είναι κάπως αρχαία, συζητάμε με σοβαρότητα για επεκτατικούς πολέμους, σαν να είναι ο κατ’ εξοχήν τρόπος στις μέρες μας που λύνονται τα προβλήματα, μας βρήκε η μακρόσυρτη αυτή ευρωπαϊκή ειρήνη ανώριμους, ασφυκτιούμε στο σαβουάρ βιβρ της.
Αντί για μεγαλειώδεις εκστρατείες πρέπει να ξεδίνουμε με επεκτάσεις της αιγιαλίτιδας ζώνης κι άλλα τέτοια ξενέρωτα, στο Ιόνιο μάλιστα, ούτε μια ναυμαχία δηλαδή δεν παίζει. Εστω κι έτσι ανάβουν τα αίματα, αμέσως ξυπνά ο πατριωτισμός όλων, ξεχνάνε τα βάσανα και την καθημερινότητά τους, βγαίνουν να δείξουν ότι τον έχουν μεγαλύτερο, τον πατριωτισμό.
Ετσι πάμε μπροστά στον παθιασμένο δρόμο της ύπαρξης, ενώ όταν ανακοινώνεται ξέρω 'γώ επέκταση της γραμμής Β του μετρό προς Κοκκινιά και Πέραμα, τι να βγεις να πεις, ότι θα μολυνθεί η μνήμη της εργατιάς με γερμανική τεχνολογία; Αν κι αυτό δεν είναι κακή ιδέα, εδώ που τα λέμε. Πώς δεν το σκέφτηκε ώς τώρα κανείς; Θα πηγαίνουν με το αστικό μετρό του καπιταλισμού τα εγγόνια των τιμημένων εργατών; Είναι σωστό και πατριωτικό κάτι τέτοιο;
http://www.efsyn.gr/arthro/me-mia-epektasi-xehniemai

Τετάρτη, 17 Οκτωβρίου 2018

Απέραντη λιακάδα



Έγινε αβλαβής για τον άνθρωπο βιολογικός καθαρισμός, γράφει ένα χαρτί κολλημένο στον κάδο. Κάτι αόρατο πέρασε και τον άγγιξε, παραμένει απ’ έξω το ίδιο σιχαμένος, πάντα ανοιχτός, και γύρω του μαζεύονται όσα σκουπίδια δεν πετυχαίνουν τη βολή για καλάθι, που σημαίνει ότι είναι άμπαλοι στη γειτονιά, καθότι το καλάθι είναι τεράστιο και θα έπρεπε να το βρίσκουν εύκολα νέοι, γέροι και παιδιά. Προσωπικά πλησιάζω πάντα κοντά  να εμπιστευτώ τη σακούλα μου, από αρχαία συστολή ως προς τα σκουπίδια, ανάλογη  με την πολιτική ευπιστία μου.  Πόσα χρόνια γράφουμε και διαβάζουμε για τα ελληνικά σκουπίδια,  πιο ελληνικά από τον ελληνικό ήλιο και την ελληνική θάλασσα, αυτά δεν τα φτιάξανε ελληνικά χέρια.
Φταίνε οι αριθμοί, καλύτερα να μη μετρά κανείς, καλύτερα να μη θυμάται.  Αυτή η βιολογική λεξούλα ποιος ξέρει τι πυροδότησε στο νου μου και βγήκαν τα χρόνια ξαφνικά από τον κάδο μάτσο, όπως βγάζει τα χαρτόνια ο ρακοσυλλέκτης παραπλεύρως. Ταχτικά και στοιβαγμένα. Τα βάζει στο τρίκυκλο, άλλα χρόνια μετράς εκεί, άλλες αναμνήσεις χυμάνε, ενώ αγκομαχά το κακόμοιρο να προλάβει να κάνει στην άκρη, του κορνάρουν από πίσω, σου περνάει από το μυαλό σκέψη απρόσκλητη,  μπορούσε κάποτε να σκοτώσει άνθρωπο  τέτοιο εργαλείο. Στο μεταξύ πάλιωσε, πέρασε σε ξένα χέρια, δεν τραβά στην ανηφόρα, επιτελεί πια κοινωνικό σκοπό εκ πλαγίου. Μαζεύει ανακυκλώσιμα, τα προωθεί ένας θεός ξέρει πού και πώς, πολλαπλασιάζεται τις νύχτες. Την άλλη μέρα, τρία παρόμοια δεμένα με αλυσίδες στο σιδερένιο παλούκι- σύνορο του κάδου. Αυτά να κρατούν την πόλη ζωντανή; Σύμφωνα με έρευνες προ δεκαετίας οι χωματερές και χυτα είχαν ξεχειλίσει, λογικά θα μας είχαν πνίξει προ πολλού. Ζήσαμε το έπος της Κερατέας, πάει κι αυτό, δεν ανέβηκε ούτε στο Ηρώδειο, δεν έγινε μια μελοποίηση, κάτι. Αν κάνουν έστω και λίγη δουλειά τώρα τέτοια άθλια τρίκυκλα, πώς να ασχοληθούν σοβαροί πολιτικοί μαζί τους; Είναι δυνατόν να αντέξει έλληνος ο τράχηλος τέτοιον συμφυρμό;
 Δεν αρκεί βιολογικός καθαρισμός, χρειαζόμαστε κι εκείνον που καθαρίζει το μυαλό από μνήμες και το απαλλάσσει από συνειρμούς, του χαρίζει απέραντη λιακάδα. Να ξεχνάμε, κι άλλο τίποτε. Τα λόγια και τα χρόνια τα χαμένα. Χρώματα κι αρώματα.
 http://www.efsyn.gr/arthro/aperanti-liakada

Τετάρτη, 10 Οκτωβρίου 2018

Μια πλατεία γεννιέται



Μπορεί να ήταν τραγουδισμένη αλλά πλατεία δεν ήταν. Υπήρχε ένα τριγωνάκι ελεύθερο ανάμεσα στους δρόμους που συγκλίνουν, ούτε που φαινόταν. Έβλεπες ανθρώπους να περπατούν γρήγορα, κοιτάζοντας πίσω τους πριν στρίψουν κι εξαφανιστούν, σαν κάτι να φοβούνταν. Τριγύρω  παλιά ξενοδοχεία με νεοκλασικές προδιαγραφές και εντυπωσιακά ονόματα κατέρρεαν σταθερά.
Την πρώτη φορά που αποφάσισα να αγοράσω φαλάφελ σε ένα μικρό μαγαζάκι που είχε ανοίξει εκεί, ένιωσα τολμηρή που έμεινα παραπάνω λεπτά στην κακόφημη πλατεία από όσα χρειάζονται να τη διασχίσεις. Άξιζε τον κόπο το φαγητό.  Το μαγαζάκι πήγε καλά, επεκτάθηκε, προχτές είδα ότι έβγαλε τραπεζάκια έξω. Μερικές οικογένειες μεταναστών ή προσφύγων έτρωγαν εκεί, τα παιδιά παίζαν στο τριγωνάκι, νεαρές παρέες γελούσαν. Πέρασα ανάμεσα παρατηρώντας τα πιάτα, να διαλέξω το δικό μου.  Μου φάνηκε πως η πλατεία είχε γίνει πλατεία επιτέλους.
Όσο πλατιά κι αν είναι, μια πλατεία δεν έχει νόημα αν δεν σε καλεί  να πλατύνεις τον προσωπικό σου χώρο και χρόνο. Εάν δεν υπάρχει δυνατότητα να καθήσεις έστω και για ένα λεπτό σε  παγκάκι, ή ακόμα καλύτερα σε καρέκλα καφενείου, να αλλάξεις το ρυθμό της τρεχάλας. Να πιείς  καφέ, ή να φας κάτι. Να συναντήσεις κάποιον.  Να γίνεται ο δημόσιος χώρος  ιδιωτικός, να τρως και να σε κοιτούν, να προσηλώνεσαι στο τραπέζι σου και να επιτρέπεις να σε χαζεύουν. Αυτή η αλλαγή ρυθμού την ξεχωρίζει από την κίνηση του δρόμου, ενώ τα αυτοκίνητα συνεχίζουν να τρέχουν γύρω- γύρω, μέσα η βραδύτητα χτίζει το δικό της χώρο, τη δική της ζωή.
Στην ευχάριστη λιακάδα οι ταλαιπωρημένοι ταξιδιώτες είχαν ξαναγίνει άνθρωποι, τσιμπώντας με το πηρούνι τους ψιλοκομμένες μελιτζάνες, μιλώντας ήρεμα, χαζεύοντας τα παιδιά τους τριγύρω. Είχαν εξοβελίσει τη βλοσυρότητα και τη μιζέρια που συνήθως τους τυλίγει, τόσο που σε ξάφνιαζαν με τη χαλαρότητα της στιγμής. Σα να ξέχασαν να είναι δυστυχείς για λίγο, να απελευθερώθηκε μέσα τους η ικανότητα μικρών απολαύσεων.
 Κοίτα να δεις που είχε χώρο τελικά η πλατεία, άξιζε τον τίτλο της. Αρκούσαν μερικά τραπεζάκια έξω. Να που βγάζοντας τα, κάνοντας το άνοιγμα, το μαγαζάκι με τα φελάφελ της έδωσε το αληθινό της νόημα.


Ιστορίες με κάστρα

Από πού βγαίνει η λέξη ευγένεια; Από τους ευγενείς. Οι οποίοι ευγενείς είναι αυτοί που ανήκουν σε καλό γένος. Το ευ σημαίνει καλό, το ξέ...