Τρίτη, 14 Αυγούστου 2018

Αύγουστος του 68. Ήξερα γαλλικά

Στην πλατεία Βενσεσλας το μνημείο του Γιαν Πάλας
 μπροστά στο άγαλμα του βασιλιά Βενσεσλάς

Το καλοκαίρι πριν πενήντα χρόνια ακριβώς, ο πατέρας μου αποφάσισε ότι δεν έφτανε,  για να μάθω γαλλικά, να πηγαίνω με τα πόδια Τρίτη και Πέμπτη στο Γαλλικό Ινστιτούτο.(Annexe de Patissia) Κι ας παρακολουθούσα προχωρημένο τμήμα, κι ας πήγαινα από μικρό παιδί, κι ας  ήμουν μονίμως η μικρότερη στην τάξη. Η γνώση της γαλλικής ήταν για την οικογένεια του ένα είδος φετίχ, ένα είδος πατρίδας, αφού είχαν χάσει την άλλη. Μάλιστα έλεγαν ότι ο παππούς στην εξορία είχε δάσκαλο γαλλικών στο γιο του, που ήταν μαζί του τότε, δεκατετράχρονος.
Αποδείχθηκε ότι ήξερα πολύ καλά γαλλικά σε σχέση με τις άλλες μαθήτριες στο ελβετικό σχολείο όπου κατάφερε να με στείλει εσωτερική για δυο μήνες. Οι περισσότερες ήταν αρχάριες, τα μαθήματα ήταν σκέτη βαρεμάρα για μένα, κι επειδή  οι δασκάλες με συμπάθησαν, ή  μπορεί και να τις κούραζε να με βλέπουν να νυστάζω φριχτά, με απάλλαξαν από την παρακολούθηση και με άφησαν να τριγυρίζω στη μικρή, κυρίως γαλλόφωνη πόλη, το Fribourg. Αν είχα μυαλό θα ξεκινούσα γερμανικά, αλλά αφού κανείς δεν μου τα ζητούσε προτίμησα τις βόλτες που είχα στερηθεί από τους υπερπροστατευτικούς γονείς. Με δυο ελβετικά φράγκα πήγαινες τότε στη Βέρνη, την πρωτεύουσα, με το τραίνο αλέ -ρετούρ, κι αυτό έκανα συνέχεια.  Τριγυρνούσα στους δρόμους και ρουφούσα εικόνες και ελευθερία. Υπήρχε μια ατμόσφαιρα τόσο διαφορετική από την Αθήνα που ήξερα, ώστε μου αρκούσε να τριγυρίζω και να θαυμάζω. Ζήλευα τις νεανικές παρέες με τις κιθάρες, τα γέλια, το σήμα της ειρήνης στα χίπικα ρούχα, τα τολμηρά αγκαλιάσματα. Ο Μάης του 68 ήταν πρόσφατος, ως έφηβοι της καημένης της χουντοκρατούμενης Ελλάδας νιώθαμε τη στέρηση και τον αποκλεισμό από τα κινήματα αμφισβήτησης που συγκλόνιζαν την Ευρώπη και τις ΗΠΑ, μέχρι το μεδούλι. Μια πλατεία γεμάτη καφενεία μου άρεσε ιδιαίτερα, γεμάτη νεαρόκοσμο. Καθόμουν και τους χάζευα, μιλούσαν γερμανικά βέβαια, αλλά ήξεραν γαλλικά και αγγλικά, και βρίσκονταν μερικοί πρόθυμοι ν' ακούσουν τον πόνο μου, για την Ελλάδα που δεν είχε τέτοιες χαρές, που δεν τολμούσαμε να μιλήσουμε, ή να ακούσουμε ή ακόμα και να μαζευτούμε. 
Μια μέρα του Αυγούστου συνάντησα στην αγαπημένη μου πλατεία μια ομάδα τέτοιων θαυμάσιων κι αξιοζήλευτων νέων να μαζεύουν υπογραφές κατά της εισβολής στην Τσεχοσλοβακία. Δεν είχα ιδέα για το τι είχε συμβεί. Για μένα, φανατικό παιδί ενός γλυκού αριστερού πατέρα, που δεν μπορούσα παρά με επίδειξη φανατισμού να δείξω πόσο  λάτρευα, κάθε κατηγορία εναντίον του κομμουνισμού δεν ήταν παρά κατασκευασμένη προπαγάνδα. Πλησίασα και διάβασα, μίλησα, άκουσα. Κάτι κλονιζόταν μέσα μου. Η Ελβετία δεν ήταν χουντική Ελλάδα, αυτό  το  καταλάβαινα. Δεν γινόταν εκεί προπαγάνδα, όχι από τους ωραίους, τους τολμηρούς εκείνους νέους.
Γύρισα στο σχολείο ταραγμένη, πέρασα τη νύχτα στριφογυρίζοντας στο κρεβάτι μου, και την άλλη μέρα βρήκα ίδια τραπεζάκια και στην πλατεία του μικρού Fribourg. Πήγαινα άκρη- άκρη να ακούσω, δεν ήθελα να υπογράψω, το θεωρούσα προδοσία στον πατέρα μου, αλλά με έκαιγε να μάθω. Άκουσα λεπτομέρειες, είδα φωτογραφίες, είδα το πάθος της ίδιας αγάπης για την ελευθερία. Δυσπιστούσα, αλλά δεν μπορούσα να το προσπεράσω.
Λίγες μέρες μετά έκανα το τρομερό για μένα βήμα, υπέγραψα εκείνη τη διαμαρτυρία. Ήμουν ακόμα μικρή, ένα τίποτε, αλλά έκτοτε ξεκίνησε η καινούργια πολιτική μου ζωή.
 Ποτέ δεν ομολόγησα στον πατέρα μου τι στ’ αλήθεια είχα μάθει εκείνο το καλοκαίρι.

Τρίτη, 24 Ιουλίου 2018

Νεκροί στις εξοχές

Τα πεύκα της ανατολικής Αττικής καίγονται από χτες, και δεν λένε να σβήσουν. Εξήντα νεκροί μέχρι στιγμής, παιδιά, άντρες και γυναίκες. Κόλαση το ωραίο Μάτι, η ωραία Κινέτα, το όμορφο Κόκκινο λιμανάκι, ένα σωρό μέρη που τα ζηλεύαμε όταν πηγαίναμε εκεί, με τα δέντρα να φτάνουν ως τα βότσαλα της παραλίας. Μακάρι να μην έφταναν ως τα βότσαλα της παραλίας τα πεύκα...
Μερικοί μιλούν τώρα για εμπρησμούς, είδαν και βανάκια να περνάνε με στουπιά, λέει. Αστεία πράγματα. Δεν χρειάζεται εμπρηστές η Αττική για να πάρει η φωτιά, ούτε ολόκληρη η Ελλάδα. Όποιος ταξιδεύει με αυτοκίνητο, μια ματιά προσεχτική να ρίξει στο δρόμο, βλέπει τις όχθες του στρωμένες με εύφλεκτες ύλες, Σκουπίδια και χόρτα ξερά. Αν πάει βόλτα σε οποιοδήποτε δάσος, ας πούμε στον Εθνικό Δρυμό Σουνίου που πηγαίνω εγώ συχνά, δεν υπάρχει περίπτωση να μην πετύχει σωρούς σκουπιδιών. Επειδή έχει διακηρυχτεί Εθνικός Δρυμός, τόσο βαρύγδουπα, δεν σημαίνει ότι μπορεί μόνος του να μαζεύει τα σκουπίδια. Δεν χρειάζεται ούτε στουπί, ούτε σπίρτα. Ένα τσιγάρο που πετάγεται από αυτοκίνητο, ένα μπουκάλι που γίνεται φακός συγκέντρωσης, αμέσως βρίσκει εύφλεκτη ύλη.
Είναι δουλειά των Δήμων να καθαρίζουν τους δρόμους; Πρέπει να γίνουν σώματα εθελοντών; Πρέπει να το κάνουν οι περίοικοι υποχρεωτικά; Κανένας δεν το κάνει πάντως. Έχουμε απολύτως συνηθίσει να μην ασχολούμαστε με τον δημόσιο χώρο. Αποκλείεται να αλλάξουμε, όσοι νεκροί κι αν μετρηθούν από πυρκαγιές κι απο πλημμύρες. Μην ελπίζετε. Σε λίγο θα ξεχαστεί, σε μια βδομάδα. Βάζουμε στοίχημα ό,τι θέλετε. Θλιβερό, αλλά έτσι είναι. 
Είναι πολύ βαθιά ριζωμένη η στάση  περιφρόνησης του δημόσιου χώρου στον έλληνα πολίτη. 
Για τον σχεδιασμό της αντιμετώπισης όταν η φωτιά ξεκινά, δεν ξέρω να πω. Δεν έχω τύχει σε πυρκαγιά, περνάω όμως συνέχεια από εξοχικούς δρόμους. Ας πούμε, έχω πάει στο Μάτι. Έχει μικρούς στενούς δρόμους ως την παραλία. Χωράνε μόνο ένα αυτοκίνητο, και λένε οι κάτοικοι, καλύτερα είναι έτσι, να μη μάθει όλος ο κόσμος τις εξοχές μας και να πλακώσει στις παραλίες, να μη βρίσκουμε θέση. Αυτή η αντίληψη υπάρχει σε πολλές εξοχές. Πυροσβεστικά δεν περνάνε απ' αυτά τα κρυμμένα δρομάκια. Η φωτια όμως τα δρασκελά εύκολα. Πώς να τη σβήσεις όταν ξεσπάσει; Έχουν έτσι σχεδιαστεί τα σπίτια και οι οικισμοί... σχεδιαστεί, μεγάλη κουβέντα! Δεν νομίζω να υπήρξε ποτέ σχέδιο. Μάλλον κάποιος κτηματίας θα χώρισε το κτήμα του σε οικοπεδάκια, μικρούτσικα για να πουληθούν εύκολα, με στενούς δρόμους, μη χάσει και πολύ πράμα σε δρόμους, κλπ, κλπ, όπως έχει γίνει η Αθήνα ολοκληρη. Στην Πεντέλη πρέπει να είναι η ίδια η Μονή που έκανε αυτή τη δουλειά. Η Εκκλησία της Ελλάδος ως κτηματίας είναι άπληστη, φαίνεται από τα κτίρια της στην Αθήνα, πώς γλύφουν το πεζοδρόμιο εξαντλώντας κάθε χιλιοστό οικοδομήσιμης δυνατότητας.
Οι πολιτικοί επιτρέπουν κι ενθαρρύνουν αυτές τις συνήθειες. Οι οικοπεδούχοι είναι η εκλογική τους πελατεία. Διευκολύνουν τα αυθαίρετα, έτσι έχουν τους κατοίκους ολόκληρων περιοχών στο χέρι. Είναι οι μεγαλύτεροι υπεύθυνοι σε βάθος χρόνος, γιατί αυτοί θα ώφειλαν να σχεδιάσουν τις πόλεις μιας Πολιτείας που υποτίθεται κυβερνούν βάσει των νόμων κι όχι των παρανομιών. Αλλά πόσο βαρετό να ζητάς ευθύνες από τους παππούδες που άρχισαν το νταραβέρι αυτό, και να φωνάζεις ότι δεν πρέπει να συνεχιστεί. Πόσο μάταιο.
Ενώ οι εμπρηστές, αυτό μάλιστα, έχει σασπένς, έχει άμεση κατανάλωση και ωραία στάχτη στα μάτια. Αυτό ακριβώς που χρειαζόμαστε δηλαδή, γιατί όσο πιο πολλή η στάχτη στον αέρα, τόσο πιο πολλή η ανάγκη για στάχτη στα μάτια. 

Αντίο Σταύρο

Ο Μόλυβος και λίγα ερείπια της αρχαίας Μήθυμνας
Ταξιδέψαμε στο Μόλυβο για την κηδεία του Σταύρου Τσακυράκη, και συναντούσαμε φίλους του στο πλοίο, στο λιμάνι, στο ξενοδοχείο, παντού. Κόσμος πολύ στη μικρή εκκλησία του χωριού του (αλλά είναι χωριό ο Μόλυβος;) στο μικρό νεκροταφείο του (είδαμε και τον τάφο του Βενέζη με τη λέξη ΓΑΛΗΝΗ γραμμένη επάνω, και τίποτε άλλο, ούτε όνομα, ούτε τίποτε), και στο αποχαιρετιστήριο τραπέζι. Οι φοιτητές του, φοιτητές από πολλά έτη της Νομικής, μερικοί είναι πια καθηγητές και σε άλλες χώρες, σε γνωστά Πανεπιστήμια, έδωσαν ζωντάνια στις συνάξεις αυτές, ένας μάλιστα, ο Γιώργος Νικολού, πέρασε ώρες αργά το βράδυ, να τον μιμείται σε συζητήσεις με συναδέλφους του, και να μας κάνει να γελάμε ασταμάτητα, όπως πρέπει να γελά κανείς στις κηδείες. Του άξιζε του Σταύρου η αγάπη και η ενθύμηση, αγαπούσε κι αυτός τους νέους πολύ, τους φρόντιζε όλους, συνέχεια βρισκόταν με τους φοιτητές του.
Τον θυμάμαι στη Δράκεια, μερικές χρονιές συνεχόμενες που έτυχε και πηγαίναμε για λίγες μέρες στις διακοπές της Πρωτοχρονιάς, πόσο καλή παρέα έκανε με όλα τα πιτσιρίκια που ήταν τότε τα παιδιά μας. Μαζεύονταν γύρω του λες κι είχε μέλι, ήταν ο μεγάλος που δεν βαριόταν να παίξει μαζί τους, να τα πειράξει, να τους δώσει σημασία. Τους έβγαζε παρατσούκλια, κι είχε κι εκείνος το δικό του. Αν ήθελες να κουβεντιάσεις μαζί του σχέδια για το μέλλον και τις σπουδές τους, δεν υπήρχε περίπτωση να κουραστεί πρώτος, θα επέμενε ως το τέλος να δίνει τη συμβουλή του, που ήταν πάντα η πιο φιλόδοξη, αυτή που πίστευε περισσότερο στις ικανότητές τους.
Στον ξενώνα της Δράκειας πριν κάμποσα χρόνια, με παιδιά
της παρέας
Ταίριαζε η αγάπη που είχε για τα παιδιά με το ενδιαφέρον του για την πολιτική, για την Πολιτεία. Το μέλλον θα ήταν καλύτερο. Αυτό πίστευε νομίζω, γι αυτό πάλευε, έφερνε ανθρώπους σε επαφή, συζητούσε, έδινε τη συμβουλή και τη γνώμη του, συνέχεια τη ζητούσαμε εξάλλου. Προσπαθούσε συνέχεια, για πολιτικούς σχηματισμούς, για κινητοποίηση ανθρώπων που θεωρούσε ικανούς, τιμούσε και εκτιμούσε αυτούς που συναντούσε.
Η επιστροφή στο Μόλυβο με κάνει να συνειδητοποιώ ότι κι η τιμή προς το γενέθλιο τόπο έδειχνε ένα πρότυπο ταυτότητας, αυτό το πράγμα που τόσο μας παιδεύει. Είμαστε αυτοί που είμαστε, από τα μέρη που είμαστε, έτσι όπως είμαστε μπορούμε να ζητάμε το καλύτερο, και μπορούμε να υπάρχουμε ως άνθρωποι με δικαιώματα και ως Ευρωπαίοι. Και να καλυτερεύουμε συνέχεια, να αλλάζουμε χωρίς να αλλοτριωνόμαστε.. Ο ίδιος ας πούμε έγινε φεμινιστής στην Αμερική, κι ενώ ένιωθες πως είχε μεγαλώσει με τα παραδοσιακά κλισέ της ελληνικής ανδροκρατίας, έβλεπες καθημερινά ότι το πάλευε να δεχτεί τις καθημερινές εκφάνσεις του φεμινισμού, με τη γυναίκα του ας πούμε, έναν άνθρωπο με πάμπολλα ενδιαφέροντα και υψηλές απαιτήσεις από τον εαυτό της.
Προσπαθούσε για κάτι θετικό ως την τελευταία στιγμή. Η στάση αυτή αντανακλούνταν σε όσους τον γνώριζαν, σε όσους τον είχαν δάσκαλο, σε όσους τον διάβαζαν ή τον άκουσαν. Αν μπορούσαμε να κρατήσουμε το βλέμμα και το γέλιο του, την αγάπη του και την πίστη του, να μη σταματήσουμε να ελπίζουμε και να προσπαθούμε, να βλέπουμε στους ανθρώπους το καλό που έχουν να δώσουν, να μοιραστούμε το ταλέντο του...

Παρασκευή, 20 Ιουλίου 2018

Βρεξιτανία

Οφείλω να ξέρω αυτή την πόλη. Ζουν και τα τρία μου παιδιά εκεί, άρα οφειλω να μη χάνομαι, να μπορώ να προσανατολίζομαι, και στοιχειωδώς να συνενοούμαι. Δεν δικαιολογείται, μετά από τόσες φορές που έχω έρθει να μη θυμάμαι τι είναι στο κέντρο και τι όχι, να μην έχω ιδέα για το πώς λειτουργεί το μετρό, να ξεκινάω κάθε φορά σε λάθος κατεύθυνση. Με το τηλέφωνο στο χέρι να κάνω μερικά βήματα και να με δείχνει ότι πηγαίνω ανάποδα, άντε πάλι πίσω. Τι έκανα πριν αποκτήσω GPS; Χανόμουν, ναι, το θυμάμαι αυτό, αλλά πάθαινα τέτοιο πανικό, ή το είχα συνηθίσει; Με πιάνει αγωνία συνέχεια, μήπως πάρω λάθος τραίνο, μήπως βγω σε λάθος σταθμό, μήπως δεν χτυπήσει σωστά το εισιτήριο και δεν ανοίξει η μπάρα. Σα χωριατοπούλα που ήρθε πρώτη φορά στη μεγάλη πόλη. Ποιος, εγώ που είμαι στα μέρη αυτά σαν ψάρι στα νερά. Ο άνθρωπος των μεγάλων πόλεων, που ανάσαινα τον αέρα τους και άνοιγε η ψυχή  μου.
Δεν είναι μόνο ο χρόνος που με αποξένωσε. Είναι και το Brexit που δηλητηρίασε τη σχέση μου με τη χώρα αυτή. Πάντα θαύμαζα τους Άγγλους, κάθετι που έκαναν το θεωρούσα σπουδαίο, δεν περίμενα με τίποτε ότι θα ψήφιζαν έξοδο από την Ευρώπη. Αυτοί, που πολέμησαν για να μη γίνει φασιστική, που κέρδισαν τον πόλεμο κι έχασαν τις αποικίες, που έχτισαν τη δημοκρατία βήμα βήμα χωρίς να χρειαστεί να καρατομήσουν κανέναν βασιλιά μετά τον δέκατο έβδομο αιώνα.
Ο θαυμασμός μου, η εκτιμηση, η αγάπη στη χώρα και τους ανθρώπους, έχει πληγωθεί ανεπανόρθωτα. Με πόση λαχτάρα ερχόμουν κάποτε, με πόση χαρά μιλούσα με τους ανθρώπους σε κάθε ευκαιρία, τ' αυτιά τεντωμένα να καταλάβω τι λένε, τα δικά τους αγγλικά ευαγγέλιο. Γελούσα με την κριτική των Ελλήνων, που τους λένε βρώμικους, που τους κοροϊδεύουν για τις χωριστές βρύσες. Κι αυτή τη φορά είδα κι εγώ τη βρώμα, και σκέφτηκα επίσης πόσο ηλίθιο πράγμα είναι αυτό με τις χωριστές βρύσες. Είδα τις τεράστιες ταξικές διαφορές χωρίς ιστορική κατανόηση, είδα τα ομοιόμορφα σπιτάκια στις γειτονιές σα να μη με αφορούν πια καθόλου. Δεν θαμπώθηκα από τα ωραία, δεν ήμουν επιεικής με τα άσχημα. Ένιωσα, φαντάζομαι, όπως οι περισσότεροι Έλληνες όταν ταξιδεύουν σε ευρωπαϊκές χώρες, από αδιάφορα έως εχθρικά.
Σχεδόν χάρηκα, έγινα επιτέλους όπως όλος ο κόσμος. Όμως τι κρίμα! Και πώς είναι δυνατόν; Τη γριάν Αγγλία την αγαπώ, που έλεγε και το τραγούδι. Την αγαπούσα. Έχω βγάλει τα μάτια μου μια ολόκληρη ζωή να διαβάζω Ντίκενς στο πρωτότυπο, και Τζέιν Ώστεν, και τις αδελφές Μπροντέ, και τον Θάκερεϊ, όλη την κλασσική αγγλική λογοτεχνία χωρίς βοήθεια από σχολεία, δυστυχώς. Τα παιδικά, τόμους ατελείωτους. Μόνο στον Σαίξπηρ κώλωσα, εκεί θέλει δασκάλους. Το σχεδίαζα για το μέλλον, πού να πήγαινα για αγγλική λογοτεχνία. Ξανά και ξανά τους πεζογράφους όμως, με το λεξικό δίπλα, κι ένα σωρό νέους, ακόμα πιο δύσκολους, και Ιστορία με τη σέσουλα, και τα γενεαλογικά των βασιλιάδων, και βιογραφίες επιστημόνων, του Νεύτωνα, του Σάμουελ Τζόνσον που έφτιαξε τα λεξικά, κι ενός ερασιτέχνη λογίου που τον βοηθούσε, χωριστά. Και μιας επίσης ερασιτέχνιδας κυρίας που μάζευε παλαιοντολογικά απολιθώματα σε κάποια ακτή. Ήξερα και της ακτής το όνομα και το δικό της, τα ξέχασα και δεν με νοιάζει. Οι Βρετανοί δεν μας θέλουν, αποφάσισαν. Αυτό το τραύμα καταστρέφει αναδρομικά τα πάντα. Μπαίνω στα βιβλιοπωλεία, κι εκεί που δεν χόρταινα να χαζεύω και δεν ήξερα τι να πρωτοδιαλέξω, δεν με τραβάει τίποτε, φεύγω με άδεια χέρια.
Ήμουν περήφανη που τα παιδιά μου ζουν εκεί και εργάζονται, τώρα είμαι κυρίως αγχωμένη. Γι αυτό χανόμουν και μπερδευόμουν, από αδιαφορία, από έλλειψη λαχτάρας να ξαναβρώ μια πόλη αγαπημένη. Εχασα την αγάπη. Το βλέμμα μου ήταν ψυχρό, κι όσο κι αν προσπαθούσε η λογική να ελέγξει το συναίσθημα, στο κάτω- κάτω η πολιτική δεν είναι η ζωή μας, και οι Λονδρέζοι ψήφισαν να παραμείνουν στην Ευρώπη, όλ' αυτά τα σωστά δεν κατάφερναν να με θεραπεύσουν, το στραπάτσο είχε γίνει.
Ωστόσο έκανα τα σχέδια, το πρόγραμμά μου. Με συμβούλευσαν φίλοι να πάω σε διάφορα μοντέρνα θεάματα και εκθέσεις, η καρδιά μου όμως ήθελε κλασικά, σα να χρειαζόταν να στραφεί στο παρελθόν για να ισορροπήσει. Πήγα δυο μέρες στο Βρετανικό Μουσείο, σε μέρη του που δεν είχα ξαναπάει, άλλες δυο στην Εθνική Πινακοθήκη, άλλες δυο στο Victoria & Albert, κι ένα πρωινό στο Temple, τον ναό των Ιπποτών. Πήγα σε δυο κονσέρτα σε εκκλησίες με χορωδία και όργανο, και σε μια μπαρόκ όπερα. Τα μοντέρνα άλλη φορά, αν επιζήσω να ξαναπάω. 

Τετάρτη, 18 Ιουλίου 2018

Αρχίζουν τα μουσεία


Τη δεύτερη μέρα, αφού συνήλθα ελαφρώς, αποφάσισα να παραστήσω ότι απλώς συνεχίζω τη σχέση μου με την πόλη αυτή εκεί που την είχα αφήσει πριν μερικά χρόνια, ένα πρωί που πέρασα από το μουσείο Victoria & Albert λίγο πριν πάρω το τραίνο για το αεροδρόμιο. Δεν είχα πάει ποτέ πριν στο μουσείο αυτό, κι εκείνο το πρωί ίσα που πρόλαβα να δω το μαγαζί του, αγόρασα κι ένα μαντίλι που ήταν εξαιρετική συντροφιά όλ' αυτά τα χρόνια.
Έχουμε τώρα τους χάρτες στα κινητά, που σου λένε πώς να πας στο κάθε μέρος, κι αν κι ενίοτε κάνουν λάθος και σε στέλνουν άλλ' αντ' άλλων, συνήθως είναι αξιόπιστοι. Αλλά εγώ πήρα κι ένα χάρτη του μετρό στο σταθμό, καλού- κακού, και βρήκα τη διαδρομή για το V&A, πάνω από μισή ώρα έκανα με το μετρό. Καθόμουν και παρατηρούσα, όλοι γύρω ήταν βυθισμένοι στα κινητά τους, καναδυό διάβαζαν και μερικοί μιλούσαν μεταξύ τους. Οι απέναντι μου αίφνης, μια νεαρή πολύ κομψά ντυμένη αλλά χωρίς τσάντα, κι ένας νεαρός που μιλούσαν ασταμάτητα. Μα πού πήγαινε έτσι αυτή, σα να ήταν στο σπίτι της; Κρατούσε μόνο ένα τετράδιο κι ένα στυλό που το χτυπούσε στο εξώφυλλό του. Μού θύμησε εκείνον τον σιδηροδρομικό στη διαδρομή Θεσσαλονίκη- Κομοτινή, πριν τριάντα τόσα χρόνια, που ταξίδευε με τις παντόφλες του. Στο τέλος δεν άντεξα και τους έβγαλα φωτογραφία.
Η διαδρομή από το σταθμό του South Kensington ως το μουσείο ήταν όπως τη θυμόμουν, εξαιρετικά ευχάριστη, από έναν πεζόδρομο γεμάτο εστιατόρια και ζαχαροπλαστεία, που λες, δεν αφήνω την τέχνη να φάω κάτι καλύτερα;Ευτυχώς δεν υπέκυψα στον πειρασμό, γιατί είναι απείρως ωραιότερο να τρως στη μεγάλη και πολυτελέστατη αίθουσα εστιατορίου του V&A, η οποία μάλιστα σχεδιάστηκε από την αρχή για το σκοπό αυτό με ανακτορικές προδιαγραφές.
Δεν το χορταίνεις αυτό το μουσείο. Αφιερωμένο στην τέχνη, στο σχέδιο, και στην καλλιέπεια, είναι χάρμα οφθαλμών σε κάθε γωνία. Έχουν προσπαθήσει να μαζέψουν δείγματα από ό,τι όμορφο υπάρχει στην ανθρωπότητα ανά τους αιώνες, το δε μαγαζάκι τους είναι το ωραιότερο μαγαζί μουσείου που έχω δει στη ζωή μου. Εννοείται ότι πέρασα εκεί περισσότερη ώρα από όσο σε όλες τις άλλες αίθουσες μαζί, εξαιρουμένου του εστιατορίου, και τελικά αγόρασα άλλο ένα μαντίλι, σχεδόν στην τύχη, γιατι τα ήθελα όλα...
Έκανε ζέστη. Βγήκα στον κήπο, πλατσούριζαν τα πιτσιρίκια σ' ένα ρηχό συντριβανάκι, τα φτιάχνουν ίσως ειδικά πια αυτά ως πλατσουρολιμνούλες. Η πρόσοψη αυτού του δεύτερου, του εσωτερικού κτιρίου του μουσείου σου κόβει την ανάσα από ομορφιά
Στην αρχή πήρα ένα σάντουιτς από μια καντίνα στην αυλή αυτή, ύστερα ανακάλυψα τη μέσα αίθουσα. Αφού είχα ήδη φάει, πήρα ένα κυπελάκι με φρούτα μόνο και μόνο για να καθήσω να το φάω εκεί μέσα
Ναι, είναι κάπως απίστευτο. Αλλά αληθινό. Κι έχει και ζωντανή μουσική. Χάρηκα πολύ που τη γνώρισα στο γιο μου, που δουλεύει σχεδόν δίπλα, αλλά δεν είχε μπει ποτέ στο μουσείο.

Ταξίδι στο Λονδίνο


Έφυγα για το Λονδίνο κομμάτια από την κούραση, δεν είχα κουράγιο ούτε να πάρω τη φωτογραφική μηχανή μαζί μου. Γι αυτό όλες τις φωτογραφίες τις έβγαλα με το κινητό, όλο και περισσότερες καθώς ανακτούσα δυνάμεις. Τα παιδιά μου ζουν εκεί μερικά χρόνια τώρα, και μου έλεγαν συχνά να τα επισκεφτώ, αν και στην ουσία δεν έχουν χώρο να με φιλοξενήσουν. Μου έδωσε το δωμάτιο του ο ένας, και κοιμόταν στον καναπέ. Τον ξεβόλεψα.
Τα παιδιά στο Λονδίνο, και δεν είναι πια παιδιά, ζουν ακόμα σαν φοιτητές, κι αλλιώς δεν γίνεται έτσι ακριβά που είναι τα νοίκια. Πρέπει να μένουν πολλοί μαζί σε μεγάλα σπίτια όπου έχει ένα δωμάτιο ο καθένας και μοιράζονται μπάνιο, κουζίνα, τον κήπο όταν υπάρχει. Τα νοίκια ακριβαίνουν συνέχεια, είναι σκέτη τρέλα. Στο μεταξύ χτίζονται παντού τεράστιοι ουρανοξύστες, γύρω από το "αγγουράκι τουρσί" που το χαζεύαμε πριν μερικά χρόνια και φαινόταν χαριτωμένο, έχουν στριμωχτεί ένα σωρό ακόμα, δεν προλαβαίνουν να τους βγάλουν ονόματα. Του γουώκι τώκι πρέπει να ήταν το τελευταίο, μαζί με το shard, κομμάτι σπασμένο γυαλί, στη νότια όχθη. Τώρα, δίπλα στην καμινάδα της Modern Tate που ήταν ορόσημο του λονδρέζικου ορίζοντα, έχει υψωθεί ένα πελώριο και άσχημο κατασκεύασμα, φουσκωμένο στη μέση, καλυμμένο το μισό από μια γιγαντοαφίσσα που λέει ότι υπάρχουν διαμερίσματα για πώληση, σαν πολυκατοικία της Κυψέλης ένα πράμα. Παντού στην πόλη βλέπεις γιαπιά, τεράστια, τα παλιά σπίτια χαμένα μπροστά στα τεράστια καινούργια. Οι τιμές ωστόσο παραμένουν στα ύψη, όσο πιο πολλά χτίζονται, τόσο ακριβαίνουν. Δεν μοιάζει να έχει τέλος αυτο το πανηγύρι.
Η γειτονιά του τωρινού διαμερίσματος είναι  το Shoreditsh, από τις ανερχόμενες, πρώην βιομηχανική περιοχή που μεταβάλλεται με ιλλιγγιώδη ταχύτητα σε μοδάτη και νεανική διαμονή και δράση, γεμάτη γκράφιτι και μετανάστες που θα πρέπει σε λίγο να μετακομίσουν μάλλον, λόγω ακρίβειας. Γκρουπ τουριστών και φιλοτεχνών τριγυρίζουν και ξεναγούνται μέρα- νύχτα στα γκράφιτι, που δεν είναι και τίποτε σπουδαίο μπροστά στα εξαρχειώτικα και τα άλλα αθηναϊκά που ξέρουμε, αλλά εμένα δεν με συγκινούν τα γκράφιτι γενικά.
Τι με συγκινεί; Η παλιά πόλη φυσικά, ό,τι μένει, κι ευτυχώς αν μετακινηθείς λίγο βόρεια, λίγο δυτικά, προς το ποτάμι, περάσεις το Σίτυ και βρεθεις στο κέντρο, ή και πιο μακριά προς τα έξω, σε άλλες ήσυχες γειτονιές, ξαναβρίσκεις το παλιό καλό Λονδίνο, μόνο που πια σε τρώει η αγωνία: πόση ζωή έχει η κάθε γειτονιά, πόσο ακόμα αντέχουν να ζουν εδώ οι νέοι εργαζόμενοι, πόσο θα αντέξουν τα παιδιά μου, τι μέλλον μπορούν να σχεδιάσουν σ' αυτές τις πυρετώδεις συνθήκες;


Παρασκευή, 29 Ιουνίου 2018

Θλάση στο στέρνο και διάβασμα


Xτες το μεσημέρι γυρίζοντας στο σπίτι πέτυχα ένα τρόλεϊ με φρένα χάλια. Δυο τρεις φορές φρέναρε απότομα, και στρίβοντας στο Μουσείο, για να αποφύγει ένα μηχανάκι που πήγαινε ανάποδα φρέναρε τόσο απότομα που έπεσαν οι επιβάτες ο ένας πάνω στον άλλον, εγώ όμως έπεσα πάνω στο μηχάνημα ακύρωσης εισιτηρίων. Φώναζα να μου ανοίξει ο οδηγός να κατέβω, μου είχε κοπεί η ανάσα, τίποτε εκείνος. Κατέβηκα στη Μαυροματαίων και κάθησα σ' ένα πεζούλι να μπορέσω να λειτουργήσω ξανά τους πνεύμονες. Ωραίο σημείο γι αυτή τη δουλειά. Πέρασαν μερικά τρόλεϊ ακόμα, πήρα ένα, πήγα σπίτι, έμεινα ξάπλα όλη την υπόλοιπη μέρα, αντί να πάω στη συναυλία που είχα κανονίσει.
Διάβασα το βιβλίο της Τατιάνας Αβέρωφ για τον πατέρα της, το πρώτο μέρος της ζωής του Ευάγγελου Αβέρωφ -Τοσίτσα, μέχρι που παντρεύτηκε, και ταυτόχρονα τη σχέση της κόρης του μαζί του. Και τα δυο ενδιαφέροντα για μένα, η ζωή του πατέρα στην Ελλάδα του 1910- 1947 και η προσπάθεια της κόρης να κουμαντάρει το βάρος του.

Όπως λέει και η ίδια, είναι οι πρώτες πέντε ζωές, ακριβώς αυτές που αγνοούμε εμείς που τον γνωρίσαμε σαν πολιτικό μετά τη μεταπολίτευση. Ζωές που εμπλέκονται βέβαια με τα ιστορικά γεγονότα της εποχής.
Του είχα πάρει συνέντευξη κάποτε, ήταν ιδέα του Σοφιανού Χρυσοστομίδη στην Αυγή, ίσως για να με βοηθήσει να απαλλαγώ από τις προκαταλήψεις μου. Αλλά δεν κατάφερα να θυμηθώ λεπτομέρειες.

Τετάρτη, 27 Ιουνίου 2018

Βόλτα στου Ζωγράφου



Στο βάθος του τοίχου η βίλα 
 Στο χάρτη είδα ότι το Δημοτικό θέατρο Ζωγράφου είναι στην περίφημη βίλα, κι έτσι αποφάσισα να πάω. Χρόνια πριν, τυχαία την είχα δει περνώντας με αυτοκίνητο, κι έκτοτε ήθελα να ανακαλύψω τι ήταν αυτό το κτίριο που με είχε θαμπώσει ανάμεσα στις πολυκατοικίες του Ζωγράφου. Κάποτε που είχα μείνει στου Ζωγράφου για λίγους μήνες,  δεν την είχα δει. ΄Εβλεπα μόνο στενά και στριμωγμένες πολυκατοικίες, πιο καινούργιες βέβαια από τις δικές μας, της Κυψέλης, αλλά τίποτε περισσότερο.
Λίγο πιο κάτω από το θέατρο και τη βίλα, κάποιο άλλο ωραίο
κτίριο έχει γίνει μάλλον παιδικός σταθμός
Ξεκίνησα λοιπόν με τον χάρτη της Google, και τη διαδρομή που μου υπέδειξε, να πάρω το 608 που παίρνουν και οι φοιτητές για την Πανεπιστημιούπολη. Η διεύθυνση της εκδήλωσης, Ανακρέοντος 60, με έβγαλε σε ένα στενό όπου βρισκόταν ένα υπόγειο "Πολιτιστικό κέντρο του Δήμου", αφού είχα ανέβει μια σκληρή ανηφόρα. Θα πάτε προς τα πάνω και ύστερα θα κατεβείτε, μου είπε μια γυναίκα που συνάντησα, η οποία γνώριζε μια δημοτική σύμβουλο και την πήρε τηλέφωνο. Τυχερή ήμουν.
Πίσω από τοίχο ψηλό και μουτζουρωμένο, ενισχυμένο με λαμαρίνα
η βίλα Ζωγράφου
Βρήκα το θέατρο, σουρούπωνε πια, και βίλα δεν έβλεπα πουθενά. Πήγα κύκλο -κύκλο ως τη μάντρα, τελικά το διέκρινα από τη δεξιά πλευρά των καθισμάτων, ένα κτίριο με προβολείς που φώτιζαν εμάς, με αποτέλεσμα να μην μπορούμε να το δούμε. Άφησα τη θέση μου και βγήκα να εξερευνήσω. Πώς μπορούσες να πλησιάσεις, να δεις την περίφημη βίλα από κοντά;
Δεν μπορούσες. Κατέβηκα ένα δρομάκι και βρέθηκα μπροστά σε μια άλλη βίλα, στην αρχή νόμιζα ότι ήταν η ίδια, αλλά τελικά, αφού ανέβηκα και κατέβηκα αρκετά, κατάλαβα ότι είναι άλλη, μικρότερη, που μάλλον έχει γίνει παιδικός σταθμός. Η μεγάλη ήταν κλειστή ολούθε, με τους προβολείς να τυφλώνουν τον υποψήφιο θεατή.
Γύρισα στο θέατρο κι άκουσα τη φίλη μου Γεωργία Βεληβασάκη να τραγουδά ελληνικά και ισπανικά τραγούδια με κρητική λύρα και κιθάρα. Ωραία ήταν.
Κάποια άλλη βίλα στου Ζωγράφου
Επιστρέφοντας στο σπίτι κάθησα κι έψαξα στο Internet να καταλάβω αν θα μπορέσω να δω αυτό το κτίριο που είχα κάποτε αντικρίσει σαν όνειρο. Ένα σωρό φωτογραφίες στις μηχανές αναζήτησης. Η βίλα, διάβασα στην Βικιπαίδεια, ήταν του κτηματία της περιοχής, ο οποίος είχε διατελέσει βουλευτής του Δηλιγιάννη. Είχε αγοράσει ένα τεράστιο κτήμα από την προηγούμενη ιδιοκτήτρια, κι είχε οικοπεδοποιήσει το μεγαλύτερο μέρος του, κρατώντας μόνο για τον εαυτό του το κομμάτι για το αρχοντικό του.
Το γνωστό σενάριο, το πώς δημιουργήθηκε η Αθήνα πέρα από το τρίγωνο που είχαν σχεδιάσει ο Κλεάνθης και ο Σάουμπερτ τότε που νόμιζαν ότι θα φτιαχνόταν για πρωτεύουσα του νέου κράτους μια κανονική πόλη. Κτηματίες που πριν φτιαχτεί σχέδιο, μόνοι τους χαράκωναν το χάρτη και πουλούσαν οικόπεδα, ύστερα έχοντας τις ψήφους των νέων ιδιοκτητών ως πολιτική δύναμη, περνούσαν το σχέδιο να εγκριθεί. Αν ήσουν και ο ίδιος πολιτικός θα απλουστευόταν η διαδικασία.
Για κάμποσα χρόνια, ίσως μετά από τότε που την είχα δει μπροστά μου ξαφνικά, η βίλα Ζωγράφου είχε καταληφθεί, βρίσκω και επ' αυτού πολλά ντοκουμέντα και κείμενα. Ως τον Μάρτιο του 2017, που την ανακατέλαβε ο Δήμος. Πετυχαίνω τηλεοπτικό ρεπορτάζ, είχαν γίνει και επεισόδια όταν μπήκαν τα ΜΑΤ στην κατάληψη, δείχνουν μέσα τα πανώ και ένα γυμναστήριο.
Αν αυτοί οι προνομιούχοι του 19ου αιώνα, ειδικά οι πολιτικοί, είχαν κρατήσει τα προσχήματα πουλώντας τα οικόπεδά τους και θησαυρίζοντας, αν είχαν σχεδιάσει μερικές πλατείες, δρόμους λίγο πιο φαρδείς, κοινόχρηστους χώρους, πόσο αλλιώτικη θα ήταν η ζωή μας στην Αθήνα! Για τον εαυτό τους και τη δική τους ζωή θεώρησαν δίκαιο να κρατήσουν χώρο και πράσινο και ομορφιά, για την πελατεία τα βασικά, κι ούτε καν. Κι ο κόσμος βέβαια αγόραζε οικόπεδα σαν ζεστά ψωμάκια. Κι έτσι αυτή η εξοχή, που μαντεύεις ακόμα τα ρέματα και τους λόφους, από το λαχάνιασμά σου, δίπλα στα δάση του Υμηττού, δεν έχει μια γωνιά της προκοπής, πέρα από τη βίλα του μεγαλοκτηματία.
Κι οι καταλήψεις βέβαια, δεν το συζητώ, πάντα στα ωραιότερα μέρη.

Το μεγάλο άλμα προς τα πάνω


Είχα πρωτοδεί Κινέζους τουρίστες πριν αρκετά χρόνια στη Στοκχόλμη. Τουρίστρια κι εγώ στον κήπο του Δημαρχιακού Μεγάρου χάζευα το ενθουσιώδες γκρουπ τους που άφηνε την ευτυχία του να ξεχειλίζει και χορτασμό δεν είχε. Τόση χαρά, σα να βλέπεις παιδιά στην πρώτη εκδρομή τους, άφηνες το κτίριο και κοίταζες αυτούς. Είχαν βαλθεί να βγάλουν μια φωτογραφία όπου να είναι όλοι μαζί στον αέρα, και δώστου πήδαγαν ψηλά προσπαθώντας να συγχρονιστούν κι έσκαγαν στα γέλια καθώς προσγειώνονταν, ξανάρχιζαν αμέσως. Κολλούσα γέλιο κι εγώ. Πέρασε ώρα που γελούσαν, κι όταν αποφάσισα να πάω παρακάτω συνέχιζαν εκείνοι να γελούν στην προσπάθεια να κάνουν το μεγάλο τους άλμα προς τα πάνω, έχοντας ίσως ξεχάσει το άλλο εκείνο «μεγάλο άλμα προς τα μπρος» του συντρόφου Μάο που είχε κοστίσει κάποια εκατομμύρια ζωές την εποχή των γονιών τους.
Από τότε κι όπου ταξιδεύω χαζεύω τους Κινέζους τουρίστες, που αφενός πληθαίνουν, κι αφετέρου συνηθίζουν τα ταξίδια, γίνονται σιγά- σιγά μπλαζέ όπως όλος ο κόσμος, συγκρατούν πια τη χαρά τους,  ξεπερνούν το στάδιο του νεοφώτιστου. Σε λίγο, σκέφτομαι, δεν θα μπορώ τόσο εύκολα να τους ξεχωρίζω από τους Γιαπωνέζους.  Αρχίζουν πια και τα πρόσωπα τους ν’ αλλάζουν, τσιτώνεται το δέρμα, σηκώνονται οι πλάτες, χάνονται σιγά- σιγά τα σημάδια του μόχθου, από αυτούς που μπορούν να ταξιδεύουν βέβαια. Ακόμα  είναι πιο απλά τα ρούχα από των Γιαπωνέζων, ακόμα πιο αθώο, πιο έκπληκτο το πρόσωπο, ακόμα υπάρχει αμηχανία στις κινήσεις, αλλά είναι υπό εξαφάνιση. Τους βλέπεις πια να μπαινοβγαίνουν με άνεση στα μαγαζιά της Βουκουρεστίου, μόνο στις πιο γνωστές κι ακριβές φίρμες, καταλαβαίνεις ότι οφείλουν να κατακτήσουν το ανάλογο ύφος καθώς αγοράζουν πανάκριβα αντικείμενα.
Χτες το πρωί ένιωσα ένα είδος θαυμασμού για την άνεση με την οποία μια σχετικά νεαρή Κινέζα χτύπησε το κουδούνι ενός θωρακισμένου κοσμηματοπωλείου και για τη χάρη με την οποία έσπρωξε την πόρτα και χαμογέλασε στον πωλητή. Μπορεί να μη θυμάται καθόλου την ομοιομορφία που μάστιζε τη χώρα της πριν μερικές δεκαετίες. Τα ματάκια της έλαμπαν καθώς δρασκέλιζε το κατώφλι. Κάπως ενοχλήθηκα, ύστερα γέλασα με τον εαυτό μου. Λες και δεν πρέπει, αφού πλούτισαν από την προτίμηση μας στα φτηνά προϊόντα, να προτιμούν τα ακριβά όταν μπορούν! Πλάκα έχουμε!
Τουλάχιστον ακόμα μπορώ να τους ξεχωρίζω από τους Γιαπωνέζους.
 http://www.efsyn.gr/arthro/megalo-alma-pros-ta-pano


Τετάρτη, 20 Ιουνίου 2018

Μορφές πατριωτισμού


Συγχαρητήρια στους καλλιτέχνες!

Για δυο μέρες είχαμε αγωνία με τις παραστάσεις στο Ηρώδειο, θα γίνουν, δεν θα γίνουν; Έβρεχε το μεσημέρι, σταματούσε το απόγευμα, γινόταν η παράσταση το βράδυ. Κυριακή που πήγα εγώ στην Περουζέ, το πάνω διάζωμα ήταν άδειο, με τα μαξιλάρια πακεταρισμένα σε πλαστικό. Είχαμε μαζί ομπρέλα, αδιάβροχο, μπουφάν, συν το καρεκλάκι για τη μέση, αλλά μόνο το τελευταίο χρειάστηκε. Μαζεμένοι όλοι στο αρχαίο θέατρο μάλλον ζεσταθήκαμε, κι ο μαέστρος Βύρων Φιδετζής ήταν μούσκεμα στον ιδρώτα όταν βγήκε να υποκλιθεί στο τέλος. Στο πρόγραμμα διάβασα ότι η παρτιτούρα της όπερας του Θεόφραστου Σακελλαρίδη ήταν κατεστραμμένη, ότι τυχαία κατάφερε να τη βρει, ότι του πήρε δυο χρόνια η προσπάθεια να την αποκαταστήσει. Είναι εντυπωσιακό που το έργο ενός τόσο δημοφιλούς συνθέτη δεν διασώθηκε σε κάποια βιβλιοθήκη, σε κάποιον εκδότη. Δεν ήταν δα και το Μεσαίωνα, αρχές του 20ου αιώνα, κι όμως αγνοούνται πολλά έργα του.
Το χειμώνα είχα παρακολουθήσει στο Μέγαρο Μουσικής μια άλλη συναυλία της Φιλαρμόνια, της ορχήστρας που διευθύνει ο Βύρων Φιδετζής, με έργα από χαμένα χειρόγραφα του Σκαλκώτα που βρέθηκαν σε κάποια βιβλιοθήκη. Και πέρσι είχα πάρει κι εγώ μέρος, ως απλή χορωδός, στην πρώτη εκτέλεση ενός ρομαντικού έργου, του Ρέκβιεμ του Δημήτρη Λιάλιου, γραμμένου στα τέλη του 19ου αιώνα. Δεν τον γνώρισα καλύτερα τον μαέστρο, αλλά τον ζήλεψα βλέποντας τον σαν  Ιντιάνα Τζόουνς της μουσικής, σε αναζήτηση χαμένων χειρογράφων ή τυπωμένων μουσικών έργων. Απορώντας βέβαια πάντα, πώς γίνεται ακόμα και όπερες που αγαπήθηκαν να έχουν εξαφανιστεί; Καλά κάτι που ποτέ δεν κατάφερε να παιχτεί και μένει κλεισμένο στα συρτάρια, αλλά και οι επιτυχίες;  Ήταν καταδικασμένη σε απομόνωση η δυτική μουσική στην Ελλάδα; Δεν νομίζω, ο Σακελλαρίδης υπήρξε δημοφιλέστατος. Από την άλλη, και η λαϊκή παραγωγή άργησε να καταγραφεί, ακόμα καταγράφεται από διαδόχους της άλλης ερευνήτριας - Ιντιάνα Τζόουνς, της Δόμνας Σαμίου. Σα να υπάρχει σε όλα τα επίπεδα ένα είδος υποτίμησης της ίδιας της καλλιτεχνικής παραγωγής, μια συμπεριφορά που ωστόσο σταδιακά θεραπεύεται.
Η ζωή είναι μεγάλη και χωράει συγκινήσεις από όλα τα είδη της μουσικής, κι από πολλές ανακαλύψεις. Μερικοί στην παράσταση της Περουζέ γελούσαν με το ξεπερασμένο ιδίωμα, δεν ξέρω αν κάποια στιγμή κατάφεραν τα πάθη της να τους αγγίξουν. Προσωπικά, υπέκυψα στα μαγικά που πάντα κάνει το τραγούδι, όπως ο ήρωας του έργου. Θα καταφέρει να αφήσει ίχνη στους νέους που το τραγουδούσαν, να εμπνεύσει και να καρπίσει με κάποιον τρόπο;
Πόσο θα ήθελα να συζητάμε τέτοια…

Δευτέρα, 18 Ιουνίου 2018

Εκατό λέξεις για τον μπαμπά μου


Ο μπαμπάς μου αγαπούσε την Αθήνα, πηγαίναμε βόλτα και μου την έδειχνε, με βεβαίωνε ότι έχει όλους τους θησαυρούς του κόσμου, με έβαζε από μικρή να ξεχωρίζω την Ακαδημία από το Πανεπιστήμιο και τη Βιβλιοθήκη. Του άρεσαν τα παλαιοπωλεία στο Μοναστηράκι, περνούσε ώρες να σκαλίζει εκεί μέσα παλιά έπιπλα και αντικείμενα, από δίπλα κι εγώ. Είχαμε αγοράσει κάποτε 4 υπέροχες καρέκλες με σκαλιστά πόδια και ράχη, και μια βαρύτιμη μπρούτζινη λάμπα πετρελαίου. Η μαμά μου είχε γκρινιάξει.
Πολλά χρόνια αργότερα πήγα τα παιδιά μου στα μαγαζιά εκείνα, θεωρώντας ότι κάτι σπουδαίο τους έδειχνα, αλλά βαρέθηκαν. Χωρίς τη δική του γοητευτική παρουσία δεν έβρισκες τίποτε.




(Μου το ζήτησε η συνάδελφος Στέλλα Αλαφούζου από το περιοδικό Mommy)

http://www.mommy.gr/ginaikes-miloun-me-100-lexeis-gia-ton-mpampa-tous/ 

Αύγουστος του 68. Ήξερα γαλλικά

Στην πλατεία Βενσεσλας το μνημείο του Γιαν Πάλας  μπροστά στο άγαλμα του βασιλιά Βενσεσλάς Το καλοκαίρι πριν πενήντα χρόνια ακριβώς,...