Πέμπτη, 14 Ιουλίου 2016

H παγίδα των αρχαίων

Τα μεγάλα εθνικά θέματα, ή μάλλον τα μεγάλα εθνικά κολλήματα, μου δίνουν την ευκαιρία να γράφω αναμνήσεις. Τα αρχαία ας πούμε, αχ πόσο μου άρεσαν όταν πηγαίναμε σχολείο! Τρελαινόμουν, κι επιπλέον ξελάσπωνα από βαθμούς, σήκωνα το μέσο όρο μου πάντα, παίρνοντας τις περισσότερες φορές 20, με σχετική ευκολία.
Προσέξτε, η δική μου φουρνιά άρχισε αρχαία στο πρωτότυπο στην Τρίτη (Γ') γυμνασίου. Είχαν προηγηθεί δυο χρονιές με αρχαία από μετάφραση, λόγω της μεταρρύθμισης Παπανούτσου. Οδύσσεια στην Α', μετάφραση Σιδέρη, Ιλιάδα στη Β΄, μετάφραση Πολυλά. Στην Γ' θα κάναμε κάτι άλλο, δεν θυμάμαι πια, αλλά ήρθε η 21η Απριλίου κι αμέσως, χωρίς συζητήσεις και διαλόγους, τη σάρωσε εκείνη τη μεταρρύθμιση, κι έβαλε ξανά αρχαία από την Α Γυμνασίου. Οι μεταφράσεις που είχαμε κάνει εμείς καταργήθηκαν, τα βιβλία φυλάχτηκαν ως συλλεκτικά. Αλλά δεν θα τα φύλαξαν αρκετοί φαίνεται, αφού μάλλον έχει ξεχαστεί η εποχή εκείνη.
Εκείνα λοιπόν τα δυο αξέχαστα χρόνια κάναμε ανάλυση κειμένου με τρόπο που δεν είχε ξαναγίνει ούτε ξανάγινε ποτέ στα δικά μου σχολικά χρονικά, και στων παιδιών μου που παρακολούθησα τριάντα χρόνια αργότερα. Μόνο στο Γαλλικό Ινστιτούτο, επιλογή Λογοτεχνία, είδα κάτι παρόμοιο. Διαβάζαμε πάντα ένα μεγάλο κομμάτι κειμένου στην τάξη, ύστερα έπρεπε να γράψουμε στο σπίτι απαντήσεις σε ερωτήσεις του τύπου: “Ποια ήταν τα συναισθήματα του Οδυσσέα όταν είδε τη Ναυσικά να παίζει μπάλα με τις φίλες της στην παραλία που τον είχε ξεβράσει η τρικυμία;”
Δεν σας φαίνεται αρκετά σοβαρό ίσως; Δεν έχει πολλή γραμματική μέσα και παπαγαλία; Σα χαμένος νοιώθει κανείς μπροστά σε κάτι τέτοιο; Το να μάθει να χρησιμοποιεί τη γλώσσα του ο μαθητής για να εκφράσει τις σκέψεις του πάνω σε ένα κείμενο, κι όχι να παραθέσει παραγράφους εκθεσάδων, μοιάζει λίγο επιστημονική φαντασία, έτσι δεν είναι;
Υπήρχε και κάτι άλλο στα βιβλία εκείνα. Στην εισαγωγή, σα στολίδι, μια παράγραφος από το αρχαίο κείμενο, η αρχή του έπους. Άνδρα μοι ἔννεπε, μοῦσα, πολύτροπον.. Μῆνιν ἄειδε θεὰ Πηληϊάδεω Ἀχιλῆος... Τα θυμάμαι πάντα, κυρίως της Οδύσσειας, τον Αχιλλέα και τη μήνι του δεν τα χώνευα και τόσο. Τις είχα μάθει απ' έξω χωρίς κανείς να με αναγκάσει, τις έβλεπα σαν υπόσχεση για το μέλλον. Αυτά που θα μαθαίναμε σε μεγαλύτερες τάξεις. Το οποίο, είπαμε, ήρθε κάπως πιο γρήγορα κι απότομα, με τη χούντα.
Το σύστημα εκείνο είχε το καλό ότι μελετούσε την ομιλούμενη γλώσσα και ταυτόχρονα ένα σπουδαίο κείμενο, είχε όμως το κακό ότι άφηνε απ' έξω άλλα κείμενα νέας ελληνικής λογοτεχνίας. Στηριζόταν ουσιαστικά σε αρχαίο κείμενο, έστω από μετάφραση. Ήδη τότε το αναλυτικό πρόγραμμα δεν περιείχε συστηματική γνωριμία με τα νέα ελληνικά. Με δική τους πρωτοβουλία οι καθηγήτριες, εξαιρετικές όλες στη Σχολή Αηδονοπούλου που πήγαινα, μας έβαζαν να διαβάζουμε κάπως πιο σφαιρικά τους βασικούς λογοτέχνες της Ανθολογίας. Τα Νέα ελληνικά ήταν ο φτωχός συγγενής της ύλης, όπως και τώρα. Αντί με τον καιρό να εμπλουτιστεί η διδασκαλία με περισσότερα κείμενα νέων ελληνικών, γυρίσαμε πίσω στα αρχαία από το πρωτότυπο ως κύριο μάθημα γλώσσας ήδη από την πρώτη Γυμνασίου.
Μα, θα πείτε, τα αρχαία κείμενα είναι πιο σημαντικά, είναι παγκοσμίως γνωστά κλπ κλπ. Πράγματι, πολλοί επικαλούνται τη διδασκαλία τους σε ευρωπαϊκές χώρες, κι έχουν την άποψη ότι εμείς οι χρήστες της γλώσσας που είναι συνέχεια της αρχαίας, θα πρέπει να ξεκινάμε από την αρχή προς το τέλος. Από μικρά τα παιδιά να μαθαίνουν αρχαία, και μεγαλώνοντας, σα να είναι αυτά τα ίδια η ενσωμάτωση του ελληνικού έθνους, να έρχονται και στα Νέα ελληνικά.
Μάλιστα υπάρχει η άποψη ότι ως δια μαγείας, περνάει μέσω γονιδίου τρόπον τινα, ενστικτωδώς, σαν την ανάγκη για νερό και για φαΐ, η ίδια η εξέλιξη της ομηρικής γλώσσας στην αττική διάλεκτο, κι απο κει στην ελληνική κοινή, στην κρητική του Ερωτόκριτου κι εν συνεχεία στην καθαρεύουσα του Παπαδιαμάντη. Αρκεί λοιπόν αυτή η παπαγαλία λίγων αρχαίων κειμένων και πολλών ρημάτων που καταβροχθίζει τις διδακτικές ώρες του Γυμνασίου και του Λυκείου, για να βγει μορφωμένο το γνήσιο ελληνόπουλο. Εμπεριέχουν αυτά τα λίγα κείμενα το μαγικό ξόρκι, φτάνει να χωθούν στον εφηβικό εγκέφαλο, κι ύστερα εκείνος θα γεννήσει τα υπόλοιπα από μόνος του, φτάνει να μην έχει αλλοιωθεί το DNA της φυλής.
Είναι ρομαντικό, είναι ενδιαφέρον, αλλά δεν είναι ο τρόπος που διδάσκονται οι γλώσσες. Μαθαίνουμε ανάγνωση με απλά κείμενα, προχωράμε σε δυσκολότερα μεγαλώνοντας, εμβαθύνουμε σε ακόμα πιο δύσκολα μεγαλώνοντας περισσότερο. Αυτός είναι τρόπος. Στα δεκατρία τα παιδιά δεν έχουν ακόμα εξοικειωθεί με τη γλώσσα τους, δεν έχουν μάθει να διαβάζουν και να κατανοούν νέα ελληνικά, και τα βάζουμε να αποστηθίζουν ρήματα και να καταγίνονται με παραγράφους στην αρχαία. Δεν γίνεται έτσι.
Θα έπρεπε να το έχουμε υποπτευθεί βλέποντας γύρω μας τόσους νέους που έκαναν αρχαία από τα 12 ως τα 18, δεν ξέρουν όμως ούτε τα δευτερόκλιτα ουσιαστικά - η οδός, της οδού- να χρησιμοποιήσουν όταν μιλούν και γράφουν, πόσο μάλλον τα τριτόκλιτα. Αλλά όχι, εμείς πιστεύουμε στη μεταφυσική δύναμη της γλώσσας, στις “αμμουδιές του Ομήρου”, όπου αφού κολυμπάμε πρέπει να ξέρουμε και απέξω τα έπη.
Όμως τη γλώσσα του τη μαθαίνει κανείς αρχίζοντας απ' αυτά που ξέρει. Όσοι γονείς διαβάζουν στα παιδιά τους παιδικά βιβλία, κάθονται αγκαλιά και τους δείχνουν γράμματα και εικόνες, το γνωρίζουν καλά. Μεγαλώνοντας κανείς μαθαίνει περισσότερα και περισσότερα, όλο και πιο δύσκολα. Και πράγματι είναι σπουδαία η ευκολία που έχουμε ως νεοέλληνες, αφού μάθουμε τη γλώσσα που μιλάμε και που γράφεται εδώ και λίγους αιώνες, αρχίζοντας από τα παραμύθια του Τριβιζά στην προσχολική ηλικία, περνώντας από τη σύγχρονη πεζογραφία, πηγαίνοντας όλο και πιο πίσω στο χρόνο καθώς συνεχίζονται οι σπουδές, κι όχι το ανάποδο, να προσεγγίζουμε αρχαία κείμενα στο πρωτότυπο. Τα ίδια που μαθαίνουν και οι Γερμανοί κι οι Σουηδοί κι οι Γάλλοι, όχι για να ελέγχουν την ψυχή των κομπιούτερ, όπως πιστεύουν πολλοί απόφοιτοι Λυκείου, μη σου πω και Πανεπιστημίου, αλλά επειδή είναι τόσο όμορφα και σπουδαία στην πρωτότυπη γλώσσα τους αυτά τα κείμενα, κι αξίζει τον κόπο να τα μάθει κάποιος. Αφού πρώτα μάθει τη γλώσσα του. Όπως κάνουν οι Αγγλοι στην Οξφόρδη, οι Ολλανδοί κι οι Φινλανδοί. Κανείς δεν ξεκινάει αρχαία ελληνικά αν δεν μάθει πρώτα τη γλώσσα του.
Εμείς δυστυχώς έχουμε πέσει σε παγίδα. Με τη μεγαλειώδη ιδέα πως τα αρχαία είναι στην πηγή των νέων ελληνικών, διδάσκουμε στα παιδιά αρχαία με τέτοιο τρόπο που δεν μαθαίνουν ποτέ νέα ελληνικά. Ούτε κι αρχαία μαθαίνουν φυσικά, αλλά αυτό είναι λεπτομέρεια. Το να μην μπορείς να χρησιμοποιήσεις, να διαβάσεις, να απολαύσεις, να μιλήσεις, να παίξεις, να δημιουργήσεις, να εξερευνήσεις τη γλώσσα που μιλάς, αυτό είναι η μεγάλη αναπηρία. Και με αυτή την έννοια έχει δίκιο ο Φίλης, ή όποιος άλλος το είπε: η διδασκαλία των αρχαίων στο Γυμνάσιο είναι αφύσικη, αν υποθέσουμε ότι η φύση θέλει να μαθαίνουμε όσο καλύτερα μπορούμε τη γλώσσα μας. Το φυσικό, το λογικό τέλος πάντων, είναι να μαθαίνεις πρώτα τη γλώσσα σου, κι ύστερα την αρχαία κι όποια άλλη θέλεις. Τη γλώσσα που μιλάμε χρειάζεται όλοι να τη μάθουμε, κι εν συνεχεία όλοι πρέπει να μάθουμε και αγγλικά. Αυτή είναι η γλώσσα των κομπιούτερ, και πολλών άλλων πραγμάτων, δυστυχώς. Αρχαία θα μάθουν όσοι θέλουν, όσοι ακολουθήσουν θεωρητική κατεύθυνση. Μετά τα δεκαπέντε.
Και η χαρά της ετυμολογίας; ρωτά μια φίλη σε σχετική συζήτηση. Μα η χαρά της ετυμολογίας ανήκει στις πολύ απλές χαρές της γλώσσας. Μπορείς και στα μικρά παιδιά να λες τις ιστορίες των λέξεων διδάσκοντας ορθογραφία: ας πούμε, γιατί το “γεια σου” γράφεται με ει και το άλλο “για” με ι; Επειδή το “γεια” βγαίνει από τη λέξη “υγεία” κλπ κλπ. Από το σύγχρονο πας στο παλιό, κινείς το ενδιαφέρον σ' αυτόν που έχει κάποια κλίση στη μελέτη των κειμένων, και στον άλλον που έχει λιγότερη.
Ξεκίνησα με τις σχολικές μου αναμνήσεις, θα συνεχίσω σε τόνο προσωπικό. Ήμουν παιδί μοναχικό και διαβαστερό, λάτρεψα τ' αρχαία, τελειώνοντας το σχολείο μπορούσα να διαβάζω στο πρωτότυπο αττικούς συγγραφείς- προσέξτε, αττικούς, όχι Όμηρο! Το να διαπιστώσω λοιπόν όλα αυτά που γράφω εδώ, μου πήρε πολύ χρόνο και πολύ κόπο. Μου κόστισε και μου κοστίζει. Παρακολούθησα από πολύ κοντά την εκπαίδευση των παιδιών μου, ξέρω το πώς έχει εξελιχτεί η διδασκαλία των αρχαίων. Οι μεν θετικοί κάνουν απλώς υπομονή, δημιουργώντας αντισώματα απέναντι στο διάβασμα ελληνικών κειμένων για όλη τους τη ζωή, οι δε θεωρητικοί, που έχουν κάποια κλίση, κάποιο ενδιαφέρον, κάποια αγάπη, υποχρεώνονται σε τέτοια παπαγαλία και τόσο αποξενώνονται από τα κείμενα που είναι για λύπηση. Κι όχι μόνο αυτοί. Όλοι μας.

Δημοσιεύτηκε στο Books journal του Ιουλίου 2016

Τετάρτη, 6 Ιουλίου 2016

Ιστορίες με τον Μπάτμαν

Καμιά φορά λέμε για φίλους που χάσαμε, πως είναι δύσκολο να μιλήσουμε γι αυτούς. Για διάφορους λόγους, ενίοτε επειδή η δική τους διακριτικότητα μας κλείνει το στόμα, τους βλέπουμε να μας κοιτούν αυστηρά, ίσως και λίγο ειρωνικά, τι μεγάλα λόγια κάθεσαι και λες εκεί για μένα; να μας λένε. Ωστόσο η ανάγκη είναι πάντα επιτακτική, κάτι θέλεις να πεις, να γράψεις, να σημειώσεις, δεν μπορεί να περάσει έτσι. Η γραφή, ένα μικρό όπλο, αστείο βέβαια αλλά από τα ελάχιστα που έχουμε απέναντι στο θάνατο. Θέλω να γράψω κάτι για τον παλιό μου φίλο Σταύρο Ιωαννίδη, οικονομολόγο και καθηγητή στο Πάντειο και υπεύθυνο έρευνας παρατηρητηρίου επιχειρηματικότητας του ΙΟΒΕ και κάτι ακόμα, στρατευμένο στα νιάτα του κατά της χούντας, στέλεχος της οργάνωσης Ρήγας Φεραίος, και μου φαίνεται θα με μαλώσει. Ωστόσο του ζητώ νοερά συγγνώμη, με τον τρόπο που δεν γίνεται να του ζητήσω, και δεν στέκομαι στα όσα σημαντικά έκανε στη ζωή και στην καριέρα του, που ελπίζω να τα αναλάβουν άλλοι ειδικότεροι, να ξεπεράσουν τη διακριτικότητα του ατόμου και να μιλήσουν περισσότερο γι αυτόν. Εγώ θέλω να μιλήσω για μια μακρινή συνήθεια, μια μικρή ρουτίνα που έζησα κάνοντας παρέα μαζί τους πριν κάποια χρόνια.
Περνούσαμε τότε τα καλοκαίρια, την εποχή που τα παιδιά μας ήταν μικρά, μία βδομάδα σε νησί με φίλους. Νοικιάζαμε δωμάτια, θα ήταν δύσκολο να το κάνουμε για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, Μπορεί κάποτε να γίνονταν δυο οι βδομάδες. Τώρα που τα χρόνια πέρασαν και τα παιδιά έχουν μεγαλώσει, είναι σαν εκείνη η βδομάδα να κρατούσε ολόκληρο το καλοκαίρι.
Μεγάλη ευτυχία για τα πιτσιρίκια που ήταν με παρέα από το πρωί ως το βράδυ και με αποκλειστική απασχόληση το παιχνίδι. Το πρωί στη θάλασσα, τ' απόγευμα σε κάποια πλατεία, τα βράδια πλέον κατάκοπα ν' αναζητούν χωρίς να το παραδέχονται κάποια εξ ύψους παρέμβαση, έναν μεγάλο να τα ηρεμήσει με κάποιο μαγικό τρόπο.
Οι μεγάλοι βέβαια, δηλαδή εμείς, προτιμούσαμε να καθόμαστε να κουβεντιάζουμε μεταξύ μας, άσε που το τσούρμο έμοιαζε εκ πρώτης όψεως αδύνατον να τιθασευτεί. Υπήρχε όμως κάποιος που μπορούσε να το κάνει. Φώναζε τη μαγική φράση: “Για μαζευτείτε, ελάτε εδώ να σας πω ιστορίες Μπάτμαν”! Κι ακολουθούσε χαρούμενη τσιρίδα, “Ελάτε, τρέχτε, θα μας πει ο Σταύρος ιστορίες Μπάτμαν!” Συγκεντρώνονταν σε χρόνο μηδέν και κάθονταν γύρω του, άρχιζε εκείνος ρωτώντας πού είχαμε μείνει χτες; Φώναζαν αυτά, εκεί που ο Τζόκερ είχε πάει να συναντήσει τον Μπάτμαν, μεριά διαφωνούσαν, έτρωγαν ένα τέταρτο μέχρι να συμφωνήσουν πού είχαν μείνει, κι εγώ έστηνα αυτί να καταλάβω πώς έκανε αυτή τη δουλειά ο Σταύρος, πώς έφτιαχνε και πώς συνέχιζε μέρα με τη μέρα εκείνες τις ιστορίες. Ήμουν ομότεχνη εκείνη την εποχή, συνέθετα παραμύθια τα βράδυα, βάζοντας για ύπνο τα παιδιά μου, είχα μπει στις δοκιμασίες και τις απολαύσεις της αφήγησης, στους άγνωστους δρόμους της ελευθερίας που σου προσφέρουν, όπου πάντα αναζητάς κανόνες. Αλλά το να κουμαντάρεις τόσα παιδιά μαζί με τόσο παράξενους ήρωες μου φαινόταν εντελώς έξω από τις δυνατότητές μου. Πώς τα έβγαζε πέρα με τον Μπάτμαν, έναν ήρωα που ανήκε, πίστευα, σε άλλον κόσμο όπως και να το κάνεις, όχι στον οικείο δικό μας. Είχαν βγει και οι ταινίες εκείνη την εποχή, όλη εκείνη η βαριά τεχνολογία και οι σκοτεινές πόλεις, έκαναν για παιδιά; Είχα διάφορες επιφυλάξεις, από την άλλη τον θαύμαζα για την τόλμη του, που είχε κάνει αυτή ακριβώς την επιλογή. Ξέφευγε από το καθησυχαστικό μας σκηνικό, το καλοκαιρινό βράδυ σε κάποια ταβέρνα, ακρογιαλιά, ή αυλή ενοικιαζόμενου, από την ήσυχη παρέα μας, έπαιρνε τα παιδιά μαζί του σε μοντέρνες περιπέτειες. Τα πιτσιρίκια τον κοίταζαν στα μάτια, κρέμονταν από τα χείλη του, κι όταν μπερδευόταν καμιά φορά διαμαρτύρονταν, μας είπες χτες άλλα για τον Τζόκερ! Όχι, δεν καταλάβατε, έβγαινε πάντα με το κύρος του αφηγητή αλώβητο, κάπως τα μπάλωνε, συνέχιζε απτόητος, ανοιχτός στο διάλογο και στις προτάσεις, σαν γνήσιος Ρηγάς. Και κάποια στιγμή, όσο κι αν καθόταν κοντά μας, έχανα τον ειρμό της ιστορίας. Πότε με απορροφούσε η κουβέντα των μεγάλων, πότε εκείνος μιλούσε ψιθυρίζοντας στον παιδικό κύκλο για να δώσει ατμόσφαιρα συνωμοσίας, δεν μάθαινα ποτέ το τέλος. Μια μέρα πρέπει να μου πεις τι έγινε στο τέλος της ιστορίας, του είχα πει, και γελούσαμε.
Όλα εκείνα τα παιδιά είναι νεαροί άνθρωποι τώρα και μαθαίνοντας το θάνατο του αμέσως θυμήθηκαν πρώτα εκείνες τις βραδιές, όπως θυμάσαι τα παραμύθια του παππού σου όταν τον χάνεις και ξέρεις ότι έχει θρονιαστεί για πάντα μέσα σου, για όσο ζεις, για να σε μάθει να οικειοποιείσαι ιστορίες, να διηγείσαι κι εσύ, να προσπαθείς να παίζεις αυτό το παιχνίδι γοητείας, όσο μπορείς, ν' αναμετριέσαι.
Κι εγώ βέβαια, τόσον καιρό μετά, έχω μείνει να πρέπει να συμπληρώσω μόνη μου το τέλος της ιστορίας.