Παρασκευή, 17 Νοεμβρίου 2017

Η πόλη των χιλίων ποταμών


Αργήσαμε να πάρουμε μπρος, ομολογούσε στο ραδιόφωνο ο δημοσιογράφος που ασχολούνταν με τις πλημμύρες. Λογικό, αφού υπήρχαν τόσα συγκλονιστικά να ασχοληθούν, οι εκλογές της Κεντροαριστεράς, το διάγγελμα του πρωθυπουργού, ο δεύτερος γύρος των εκλογών της Κ/Α, οι ειδήσεις του ΑΠΕ για την υποδοχή πθ στη Θράκη κλπ. Και καθώς συνδεόταν με το ρεπορτάζ στη Μάντρα και τη Μαγούλα, και καθώς αυξανόταν ο αριθμός των νεκρών στις ειδήσεις, τα μονίμως καυτά πολιτικά θέματα συνεχίζονταν: τι είπε ο Δανέλης για το δεύτερο γύρο, ως τι εκφράζει απόψεις η Ξαφά; Είμαστε συνδεδεμένοι με ομφάλιο λώρο με τα πρόσωπα της πολιτικής, αν σταματήσει η ροή τροφής θα κινδυνέψουμε. Έχουμε ξεχάσει τι ακριβώς δουλειά κάνουν, τους παρακολουθούμε προσηλωμένοι σα να βρίσκονται στη γυάλα του Τρούμαν σώου. Πώς να απαγγιστρωθείς για να ασχοληθείς με τις πλημμύρες κάτι αυθαίρετων συνοικισμών τέρμα Θεού, κάτι δήθεν πόλεων που χτίστηκαν χωρίς να το πάρει χαμπάρι κανείς, χωρίς σχέδιο εννοείται, αυτό δα έλειπε. Εδώ ολόκληρη πρωτεύουσα χτίστηκε χωρίς σχέδιο, θα φτιαχνόταν σχέδιο για τη Μάνδρα και τη Μαγούλα;
Αν και σαν πρωτεύουσα που ήταν είχε το καλό το ποτάμι, το μεγάλο, τον Κηφισσό, είχε και τον Ιλισσό, τον τραγουδισμένο, να τους κάνει αγωγούς ομβρίων και αποχετεύσεων και να πορεύεται. Την ευνόησε η εποχή, τότε που χτιζόταν ακόμα τα ρέματα δεν μπαζώνονταν, δεν το είχαν σκεφτεί αυτό οι κτηματίες, είναι μέθοδος που εφαρμόστηκε αργότερα, όταν ξεθάρρεψαν πια οι πόλεις κι ανοίχτηκαν σε βουνά και λαγκάδια, κι εντάξει με τα βουνά, κανένα πρόβλημα, αλλά ίσως έπρεπε να συγκρατηθούν στα λαγκάδια;
Ποιος ξέρει; Λέω τώρα εγώ, υποθέσεις κάνω. Κάτι ρεπορτάζ, κάτι έρευνες, κάτι τέτοια βαρετά που γίνονταν στον προηγούμενο αιώνα, τότε που ακόμα νομίζαμε ότι η δημοσιογραφία είναι να βρίσκεις πράγματα, να τα καταλαβαίνεις και να τα αποκαλύπτεις, να αφυπνίζεται η κοινωνία και να αντιδρά, όχι να παρακολουθείς μέρα -νύχτα τις διασημότητες. Να μαθαίνουν ας πούμε οι κάτοικοι του λεκανοπεδίου ότι δεν έχουν γίνει με σχέδιο οι πόλεις τους, να αγανακτούν και να αντιδρούν. Να αναγκάζονται οι πολιτικοί να φτιάχνουν σχέδιο πόλεως πριν τις πόλεις. Τέτοιες αφελείς ιδέες είχαμε, γιατί τι νόημα θα είχε αλλιώς να καταγγέλεις τις παραλείψεις; Θα γεννούσαν οι καταγγελίες γνώση, θα γεννούσε η γνώση απαίτηση, τέτοια διαλεκτικά ονειρευόμασταν.
Το περαιτέρω ρεπορτάζ και οι επαναλαμβανόμενες μπόρες, πλημμύρες και συμφορές, απέδειξαν πολλαπλώς ότι αυτή δεν είναι η σωστή σειρά των πραγμάτων όπως συμβαίνουν. Δεν φτιάχνεται πολεοδομικό σχέδιο για να γίνει πόλη, χωριό, οτιδήποτε, όχι στην Ελλάδα. Ξεκινούν απλώς κάποιοι που έχουν κτήματα να τα πουλούν, κάποιοι που θέλουν σπίτια να τα χτίζουν, κι όταν χτιστούν πολλά, τότε οι ιδιοκτήτες γίνονται πολιτική δύναμη του βουλευτή τους, ή του δημάρχου τους, τους κρατά στο χέρι και ταυτοχρόνως τον κρατούν κι εκείνοι, κι όλοι μαζί κρατιούνται κόντρα στη λογική, που δεν τη θέλουμε γιατί είναι δυτική κι αντίθετη με τις παραδόσεις μας. Η οποία λέει ότι αν μπαζώσεις ρέμα, θα πλημμυρίσεις το φθινόπωρο. Αν δεν φτιάξεις σχέδιο πόλης, αν δεν λάβεις υπόψιν τα βουνά και τα λαγκάδια, αν δεν προβλέψεις αγωγούς, και άλλα ασύμφορα είδη, πεζοδρόμια, πλατείες, θα ζήσεις μαύρη ζωή σαν τους μαύρους κλέφτες. Ε, δεν πειράζει, οι μαύροι κλέφτες ήταν οι ένδοξοι μας πρόγονοι. Μαύρη μαυρίλα κι εμείς, μαύρη σαν καλιακούδα. Γιατί να δυσαρεστήσει τους φηφοφόρους του κάθε δήμαρχος κι ο κάθε βουλευτής, υποχρεώνοντας τους να προσαρμοστούν στις ανάγκες ενός πράγματος τόσο αφηρημένου όλες τις ημέρες του χρόνου εκτός από τις βροχερές, ενώ μπορεί να τους έχει ευχαριστημένους και ταυτόχρονα να τους έχει και στο χέρι, αφήνοντας τους να κάνουν ό,τι θέλουν; Θα εμφανιστεί σαν ευεργέτης μια μέρα, βάζοντας τα απίθανα σπίτια τους στο σχέδιο πόλης, ύστερα θα πουλήσει διάφορες άλλες εξυπηρετήσεις που θα μπαλώνουν πρόχειρα τις ελλείψεις που ποτέ δεν θέλησαν να δουν, ούτε οι εκείνοι, ούτε αυτός. Μια χαρά όλα.
Επτά νεκροί λοιπόν από τη μπόρα αυτή τη φορά. Και να μην υπάρχει ελπίδα ότι μπορεί κάτι να ξεκουνηθεί, ότι θα καταλάβουμε με πόνο το τι έχει συμβεί, το πώς στηρίξαμε την ίδια τη ζωή μας και τη ζωή των παιδιών μας σε τραπουλόχαρτα που βάψαμε σα σκηνικό αστικού περιβάλλοντος, ότι θα αποφασίσει κάποιος να χαλάσει τη ζαχαρένια του μελετώντας σε βάθος τις αιτίες, σίγουρος ότι θα δεχτεί η κοινωνία μεγάλες αλλαγές στον τρόπο που εκμεταλλεύεται τα ακίνητά της και χτίζει τις πόλεις της, ή ότι θα βρεθεί πολιτικός που θα αντισταθεί στην πορεία των πραγμάτων και στις συνήθειες των ψηφοφόρων του. Όχι, αυτά δεν γίνονται.

Πριν λίγους μήνες είχε κυκλοφορήσει στο ιντερνετ χάρτης της Αττικής με τα ποτάμια της. Είναι σοκ να βλέπεις το δίκτυο αυτό, πυκνό δίκτυο ρεμάτων, τι πιο φυσικό σε ένα χώρο που περιβάλλεται από βουνά, τη στιγμή που ζεις σε μια πόλη που δεν διαθέτει ως ποτάμι παρά ένα ρυάκι με αρχαίο όνομα μέσα σ’ έναν αρχαιολογικό χώρο.

Τετάρτη, 15 Νοεμβρίου 2017

Συν Αθηνά και πόδα κίνει


Από τις ουρές, προτιμώ τις ίδιες τις καμήλες, ειδικά σε μορφή παστουρμά, γι αυτό όταν είναι να πάω να στηθώ, οργανώνομαι -νικώ, παίρνω μαζί μου ξηρά τροφή, πνευματική κυρίως, έξυπνο κινητό με απεριόριστη σύνδεση, τέτοια πράγματα. Αλλά εκείνη την ουρά για την κάρτα Αθηνά, όχι, είπα, η θεά να με προστατεύει, δεν πάω να στηθώ. Θα υπάρχει κι άλλος τρόπος για  αυτοματοποιημένη κάρτα, απ’ αυτόν τον ξεπερασμένο, αυτό το στήσιμο, αυτή την ξορκισμένη ανάμνηση του υπαρκτού που πέρασε στην ανυπαρξία λόγω μεγάλων ουρών και άλλων παρενεργειών. Και πράγματι, λίγες μέρες μετά ανακοινώθηκε ότι μπορούν οι οπαδοί της τεχνολογίας όπως εγώ να συμπληρώσουν μια φόρμα ηλεκτρονικά και να πάρουν έναν κωδικό απ’ αυτούς του διαβόλου με το 666 μέσα, εγγυημένα πράγματα δηλαδή, να πάνε σ’ένα απλό γκισέ ενός απλού σταθμού όπως η Βικτώρια, κι απο κει να περιμένουν να τους έρθει η κάρτα της θεάς με το ταχυδρομείο.
Κι έτσι προσπέρασα πολλές ουρές στους κεντρικούς σταθμούς, μάζεψα τα χαρτάκια μου, φωτοτύπησα το ΑΜΚΑ μου, την ταυτότητα μου, βρήκα και μια ωραία φωτογραφία με καλοκαιρινά, τιράντες και μαυρισμένους ώμους, να μου ανεβάζει το ηθικό, κι ήμουν έτοιμη για κατάθεση. Τόσο απλό. Γιατί γκρινιάζει ο κόσμος; Ούτε καν ακτινογραφία θώρακος δεν μας ζήτησαν, να ξέρουν αν μπαίνει κανείς στο μετρό με προφυματίωση (δίνω ιδέες τώρα;)
Πήραμε και παράταση για το μηνιαίο του Οκτώβρη. Τι κατανόηση εκ μέρους της εταιρίας! Της συγχωρείς και τις ουρές, και το κομφούζιο, και τη σαρδελοποίηση στα λεωφορεία και τρόλεϊ που χειροτερεύει μέρα με τη μέρα ανεξήγητα. Μήπως μοιάζουμε εμείς περισσότερο με σαρδέλες και προκαλούμε τρόπον τινα τη μοίρα μας; Τι να υποθέσει κανείς; Και τα γιωταχί στο μεταξύ σαρδελοποιούνται εξίσου κολασμένα στους δρόμους, κάτι περίεργο συμβαίνει. Κάθε μέρα όμως, τόσο που γίνεται ρουτίνα.
Άρχισαν οι κάρτες να φτάνουν ταχυδρομικώς σε φίλους και γνωστούς οπαδούς της τεχνολογίας, όλα ρολόι, άντε μωρέ γκρινιάρηδες. Σε μένα ήρθε Σάββατο μεσημέρι, βρήκα ειδοποίηση των ΕΛΤΑ κολημμένη στην εξώπορτα της πολυκατοικίας. Τι γύρευα στους δρόμους Σάββατο μεσημέρι, αντί να περιμένω τον ταχυδρόμο σπίτι μου; Αυτά παθαίνουν όσες σουρτουκεύουν. Πρέπει τώρα να πάω στην οδό Κωνσταντινουπόλεως εργάσιμες ώρες, να παραλάβω την κάρτα μου. Δεν ξέρω τι είναι εκεί, ευκαιρία να διευρύνω τις γνώσεις μου. Μέρος δεύτερον της διαδικασίας, ξεκινά αύριο, ή την Τετάρτη, όποτε προλάβω. Αθηνά μου βοήθα.


Τετάρτη, 8 Νοεμβρίου 2017

Απληστία

Τι θέλουν τώρα να μας μιλούν για νησιά και παραδείσους, να μας θυμίζουν καλοκαίρι ενώ το Φθινόπωρο δείχνει τα δόντια του. Επιπλέον μας θυμίζουν ποια είναι η δουλειά που οφείλουν να κάνουν οι δημοσιογράφοι αντί να λένε το κοντό και το μακρύ τους, καληώρα. Έρευνες πρέπει να κάνουν, και μάλιστα κόντρα σε πολύ καλά οργανωμένη μυστικότητα που καλύπτει κινήσεις περιουσιών με όλα τα μέσα, περιουσιών που είναι τόσο μεγάλες ώστε δεν αντέχουν να φορολογούνται. Τα χαρτιά του Παραδείσου αρχίζουν να αποκαλύπτονται ως σήριαλ σε εφημερίδες όπως η Μοντ, και ελπίζουμε όλοι ότι θα κάνουν τόσο κακό στη φήμη ανθρώπων που πλουτίζουν από τη φήμη τους, ώστε να τους αναγκάσουν να αλλάξουν τακτική. Γιατί, τι άλλο να ελπίσει κανείς; Ότι ο ΟΗΕ θα αναγκάσει τους φορολογικούς παραδείσους να αλλάξουν νομοθεσία; Δύσκολο. Η εθνική κυριαρχία όλων των κρατών ζει και βασιλεύει, κι αν κάποια θέλουν να βγάλουν το κατιτίς τους περιθάλποντας αναξιοπαθείς δισεκατομμυριούχους, ποιος μπορεί να τους  εξαναγκάσει να το κόψουν; Αυτό είναι το ζήτημα. 
Υπάρχουν λοιπόν ονόματα στο Πάνθεο των εξωτικώς αυτών φοροδιαφευγόντων που θα πρέπει να ταρακουνηθούν, να μεταμεληθούν, να δοκιμαστούν, να ζητήσουν συγγνώμη. Η σύγκρουση του νόμιμου και ηθικού. Υπάρχουν καλλιτέχνες, που όσο κι αν αρέσουν, όσο κι αν φαίνονται ακαταμάχητοι, αποκτούν μια πινελιά  κυνισμού στην πολύτιμη εικόνα τους, όταν μαθαίνουμε  ότι αποφεύγουν τόσο συστηματικά και για τέτοια ποσά να πληρώνουν φόρους. Υπάρχει η βασίλισσα της Αγγλίας. Υποτίθεται ότι στο πρόσωπό της συμπυκνώνει συμβολικά την ίδια τη χώρ της. Πώς είναι δυνατόν να φοροδιαφεύγει λοιπόν το πρόσωπο αυτό; Τι να κερδίσει παραπάνω αυτή που απολαμβάνει όλα όσα υπάρχουν επί της γης της Αγγλίας και της Κοινοπολιτείας; Μια τέτοια αποκάλυψη καταργεί την ίδια την ουσία του θεσμού. Είναι κρίμα, γιατί έχουν τόσο χάζι οι βασιλείς της Αγγλίας, προσφέρουν θέαμα σε όλη την υφήλιο, με την προϋπόθεση όμως ότι εκφράζουν αυτό για το οποίο υπάρχουν, μαζί με την παράδοση, τη συνέχεια της δημοφιλούς ιστορίας. Αν αποδεικνύονται απλοί άνθρωποι στις αδυναμίες τους, που προσπαθούν να γλιτώσουν κανα φράγκο σε φορολογικούς παραδείσους, τι νόημα έχουν πια οι πύργοι και τα άλογά τους, τα καπέλα τους και τα κάγκελα του ανακτόρου τους; Να δούμε τι δικαιολογία θα σκεφτεί η ανθεκτική γραία. Εκτός κι αν θεωρεί ότι είναι υπεράνω αμφισβήτησης και του ίδιου της του ρόλου λόγω ηλικίας, ότι τόσο πολύ έχουμε συνηθίσει να τη βλέπουμε που έγινε ένα είδος γιαγιάς υπεράνω βασιλείας, την υπομένουμε αγόγγυστα και της συγχωρούμε τα πάντα.

Οι αποκαλύψεις αυτές σημασία έχει να μην μας κάνουν  πιο μοιρολάτρες και πιο κυνικούς. Εντάξει, έχουμε παραδεχτεί ότι οι άνθρωποι είναι άπληστοι κι αχόρταγοι σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης. Έκανε λάθος ο Ρουσώ που πίστευε ότι είναι καλοί εκ φύσεως όταν δεν απομακρύνονται από τη φύση, κι η φιλοσοφική διαπίστωση έχει την αξία της. Το θέμα είναι, έχοντας δεχτεί την αλήθεια για την απληστία,  μπορεί η κοινωνία και οι νόμοι να την χαλιναγωγούν; Όταν οι πάμπλουτοι έχουν τη δυνατότητα να κινούνται έξω από τα πλαίσια της πατρίδας τους, ακόμα κι όταν υποτίθεται ότι είναι η ίδια η πατρίδα τους, όπως η βασίλισσα της Αγγλίας,  πώς ελέγχονται τα μικρά αχαλίνωτα κράτη που τους προσφέρουν ελευθερία χρήματος;  Οι κανόνες και το πώς μπορούν να τηρηθούν είναι το μυστικό. Πώς μπορεί να γίνει ο ΟΗΕ κάτι σαν παγκόσμια ανθρώπινη πατρίδα, μια πατρίδα που θα  λειαίνει τις αδικίες   τις οποίες γεννά η ανθρώπινη φύση;

Τρίτη, 31 Οκτωβρίου 2017

Σκηνικό ημιτελούς παράστασης


Φωτογραφίζω καμιά φορά στην Αθήνα προσόψεις σπιτιών που από μέσα δεν έχουν τίποτε, χάσκουν τα παράθυρα, φαίνεται ο ουρανός πίσω από τις ξεχαρβαλωμένες περσίδες. Αλλά τα σπίτια δεν γκρεμίζονται, θα είναι φαίνεται χαρακτηρισμένα νεοκλασικά από το υπουργείο ΠΠΟ και άρα διατηρητέα, και άρα οφείλουν να διατηρηθούν, αλλά τα άτιμα δεν διατηρούνται, καταρρέουν από μέσα προς τα έξω. Πόσο θ’ αντέξουν να μένουν έτσι, πότε θα πέσουν πάνω στα στηρίγματα που περιμένουν από κάτω υπομονετικά, να κουραστούν οι τοίχοι, να νικήσουν αυτόν τον παράξενο νόμο για τα διατηρητέα; Ήρεμη πάλη σοβεί στα ερείπια, κι όπως τα βλέπω απομονωμένα στο κάδρο, σα να σαρκάζουν κι αυτούς που τα έφτιαξαν κάποτε για να στεγαστούν σε φιλόδοξο πλαίσιο, κι αυτούς που τα παράτησαν και περιμένουν τώρα την πτώση τους.
Μοιάζουν  με σκηνικό, έτσι όπως στέκονται μπροστά στο κενό, έτσι όπως επικίνδυνα ισορροπούν, σκηνικό ενός έργου που δεν ανέβηκε ποτέ, ή που όταν παιζόταν κανένας δεν πρόλαβε να το θαυμάσει, κανένας που να θυμάται. Κάποιοι αποφάσισαν να χτίσουν μια χώρα φιλόδοξη, ένα καινούργιο κράτος με σπουδαίες αρχαίες περγαμηνές, οραματίστηκαν αγνότητα, αναβίωση, γύψινες καρυάτιδες σε ιδιωτικές κατοικίες, γλάστρες υπό τύπον υδρίας και δεν ξέρω τι άλλη παραξενιά, τι άλλη μεταφορά σβησμένων σχεδίων, πολύ οργανωμένο πάντως, μόνο κάτι λεπτομέρειες τεχνικές είχαν ξεχαστεί, αποχέτευση ξέρω γω, ή πεζοδρόμια, τέτοια άχαρα πράγματα που κανένας δεν γουστάρει ν’ ασχολείται. Και στηνόταν το σκηνικό από τη μια και ξηλωνόταν ήδη από την άλλη, πριν προλάβει να ολοκληρωθεί. Το ξεφορτώνονταν οι απόγονοι, ακόμα κι οι ίδιοι που το είχαν πρωτοστήσει το ξεφορτώνονταν, μέχρι που τρόμαξε το κοινό, ο θιασάρχης είπε στοπ, διατηρητέο ό,τι ξέμεινε. Να μας κοιτάει όσο αντέχει, να θυμόμαστε τα μεγαλεία.
 Θέλουμε να ζήσουμε αλλιώς, λαϊκά, τσαμπουκαλήδικα, με σκληρότητα και περιφρόνηση προς το τι βλέπει ο περαστικός, αδιάφορα, μάγκικα, κι έχουμε αυτό το σκηνικό να μας ξεβολεύει, να θυμίζει εκλεπτυσμένα όνειρα παραστρατημένων προγόνων.



Ωραία ερείπια, και άσχημα ερείπια

Απέναντι από το ναό του Ποσειδώνα, στο Σούνιο, ο λόφος πάνω από το δρόμο μοιάζει με πόλη φάντασμα. Καθώς πέφτει ο ήλιος του φθινοπώρου τα χρώματα γλυκαίνουν, κάτι ροζ και ώχρες σε τοίχους που έχουν απομείνει από κάτι που θα ήταν ίσως βίλα. Τι άλλο θα μπορούσε να είναι; Στο αέτωμα υπάρχουν γράμματα, αλλά είναι τελείως σβησμένα. Δίπλα μερικά ακόμα παλιά κτίρια, και στο βάθος ένα εκκλησάκι με χρονολογία, 1909, το πιο γερό κτίριο. Μπαίνουμε μέσα, κάποιος έχει ανάψει ένα κερί, έχει ωραίο εσωτερικό, κάτι εικόνες μικρές, κομψοτεχνήματα ερασιτέχνη, ακουμπισμένα στο περβάζι, και μια ρωγμή πάνω από την πόρτα. Άρα γερό δεν είναι. Να έγινε σεισμός εδώ;
Περπατάμε λίγο στο χωματόδρομο που προχωρά στο βουνό, να δούμε τι γράφει η μεγάλη ταμπέλα στο βάθος. Στα δεξιά, ανάμεσα στα πεύκα που τα φωτίζει ο δύων ήλιος με πορτοκαλιές αποχρώσεις, άλλα ερείπια, από κάποιο μοντέρνο ξενοδοχείο που απλώνεται μέσα στο δάσος. Αυτά τα ερείπια είναι άχαρα όπως όλα από μπετόν, δυσκολεύονται να επιστρέψουν στη φύση.
Επιστρέφοντας στο σπίτι διαβάζω ότι ανήκουν σε κάποιο πολυτελές ξενοδοχείο που ονομαζόταν Belvedere και ήταν στις δόξες του στη δεκαετία του 60. Κάποιος έχει φωτογραφίσει με drone τα μπανγκαλό και τα δωμάτια, τους πρώην πολυτελείς χώρους βανδαλισμένους και ξεκοιλιασμένους. Αναρωτιέμαι αν υπάρχει η δυνατότητα σε άλλες χώρες να παρατά κανείς έτσι τα κτίρια εκτεθειμένα σε κάθε λογής επιθέσεις και τη φθορά, χωρίς καμία υποχρέωση να καθαρίζει κάπως, να συμμαζεύει. Κι αν δεν μπορεί κανείς, σε ποιον πέφτει η υποχρέωση να το κάνει;
Και τα ερείπια βέβαια χωρίζονται σε δυο κατηγορίες: στα ωραία ερείπια, που τα αφήνουμε να ερειπώνονται θαυμάζοντας τα, και στα άλλα, που πρέπει να τα ξεφορτωνόμαστε με κάποιο τρόπο. Θεωρητικά τουλάχιστον.
Στεκόμαστε στο λόγο και βλέπουμε μπροστά μας το παρατημένο ξενοδοχείο, τα κτίρια των αρχών του αιώνα, και πέρα μακριά τις κολώνες από το ναό του Ποσειδώνα. Ερείπια τριών εποχών απλώνονται μπροστά μας. Κι αυτά των αρχών του αιώνα έχουν περισσότερα κοινά με τα αρχαία, που τα χωρίζουν εικοσιπέντε αιώνες, από άποψη υλικών, παρά με τα μοντέρνα από μπετόν, που τα χωρίζουν κάτι παραπάνω από εικοσιπέντε χρόνια.




Σάββατο, 28 Οκτωβρίου 2017

Δεν έχουν όλα χαθεί

Στο τρόλεϊ δεν είχε πολύ κόσμο, αλλά ήταν κατειλημμένα όλα τα καθίσματα. Μπήκα στην Ακαδημία, στάθηκα όρθια κοντά στο παράθυρο, είχα άνεση να παρατηρώ μέσα κι έξω. Δίπλα μου, σε κάθισμα απ’ αυτά που οι κατασκευαστές των οχημάτων προορίζουν για γέρους, εγκύους, αναπήρους κλπ, καθόταν μια ωραιότατη νεαρή ύπαρξη. Όρθιος κοντά της ένας ηλικιωμένος στηριζόταν τρέμοντας σ΄ένα καρότσι λαϊκής. Μπορεί να είχε πάρκινσον, ή κάτι τέτοιο, κάθε του μέλος έτρεμε χωριστά, κι όλος μαζί επίσης, κεφάλι, πόδια, πρόσωπο, τα πάντα. Ήταν δοκιμασία μόνο να τον βλέπεις, αλλά η ωραία μικρή δεν τον έβλεπε. Ίσιαζε το μαλλάκι της, έφτιαχνε τ’ ακουστικά της, κοιτούσε τα γόνατά της, ή έξω. Καρφώθηκα πάνω της, έσκυψα πάνω από το σωλήνα που μας χώριζε, δεν ήταν δυνατόν να είναι τόσο αδιάφορη. Φορούσε από δυο λεπτές αλυσιδίτσες στους καρπούς, είχε ροζ βαμμένα νύχια. Δέρμα απαλό, πρόσωπο γλυκό, όλα τέλεια. Και καμία επαφή με το περιβάλλον.
Τι να κάνω; Να της μιλήσω, να τη σκουντήσω, να πω κάτι; Περνούσαν οι στάσεις, ο ψηλός τρεμάμενος γέρος άλλαζε κάθε τόσο χέρι στο καρρότσι, τον τράνταζαν τα φρεναρίσματα μετακινιόταν λίγο τρέμοντας ασταμάτητα, στο πρόσωπο φαινόταν ότι υποφέρει αλλά δεν έλεγε τίποτε, δεν κοίταζε κανέναν. Τι με νοιάζει; Άρχισα να κοιτάζω τη νεαρή, το στομάχι μου σφίχτηκε, δεν μπορώ ακόμα να μην αναστατώνομαι με τη γαϊδουριά. Να την πληροφορήσω ότι τα καθίσματα αυτά είναι ειδικά, λέγονται θέσεις προτεραιότητας, επίτηδες χαμηλά για τους ανθρώπους με προβλήματα; Από τα περισσότερα οχήματα έχουν βγάλει και τις ταμπελίτσες. Δεν μπαίνει κανείς στον κόπο να εκπαιδεύσει το κοινό. Κάποτε ο οδηγός έλεγε, «μια θέση για την κυρία με το παιδάκι, ή για την κυρία που είναι σε ενδιαφέρουσα». Εχω χρόνια να τ’ ακούσω. Ίσως είναι συνδικαλιστική πρόοδος, να μη χρειάζεται ο οδηγός να ασχολείται με τους επιβάτες.  
Οι γονείς όχι. Δεν μαθαίνουν τα παιδιά τους να δίνουν θέση. Τα θεωρούν πάντα πιο σπουδαία πρόσωπα από κάθε άλλον, επίσης μπορεί να ελπίζουν ότι δεν θα χρειαστεί να χρησιμοποιήσουν στη ζωή τους τρόλεϊ και λεωφορεία. Οπότε χρειάζεται πληροφόρηση. Και γιατί πρέπει να την κάνω εγώ; Υπομονή, σε λίγο θα κατέβω.
Προχωρά αργά το όχημα, έχουμε φτάσει στη Μαυροματαίων, ακόμα ο γέρος τρέμει δίπλα στη νεαρή, κι εκείνη τίποτε. Κάποια στιγμή σήκωσε το αθώο βλέμμα της κι είδε το δικό μου, θα πρέπει να πετούσε κεραυνούς, αμέσως κοίταξε αλλού. Περνά κανα πεντάλεπτο, τελικά δεν αντέχω, σκύβω κι αγγίζω ελάχιστα τον σφριγηλό πήχη δίπλα στο βραχιολάκι, «κοίταξε τον!» της ψιθυρίζω. Πολύ σιγά, χωρίς ήχο σχεδόν. Γύρισε επιτέλους το κεφαλάκι, κατάλαβε αμέσως ποιον εννοούσα. «Τον είδες;» Το κούνησε  καταφατικά. «Σήκω λοιπόν!»

Απαλά. Τα είπα όλα απαλά, τελοσπάντων από το να σκάσω έκανα μια προσπάθεια παρέμβασης. Περιμένω, κουνιέται λίγο, δεν σηκώνεται αμέσως, πλησιάζουμε στη στάση του Πανελλήνιου, στηρίζει την τσάντα στον ώμο και τελικά το παίρνει απόφαση. Ο έρμος ο άνθρωπος σχεδόν σωριάζεται στο κάθισμα κι εγώ γυρίζω από την άλλη να πάρω μια βαθιά ανάσα. Μπορεί να της είπε ευχαριστώ, δεν ξέρω. Μπορεί να κατέβηκε, μπορεί να περίμενε όρθια, δεν θέλω να δω περισσότερα, αλλά ουφ, ξαλάφρωσα. Θα μου καθόταν στο στομάχι αν το κατάπινα αμάσητο. Μπορεί το κορίτσι να με βρίζει από μέσα του, τουλάχιστον δεν έβρισε απ’ έξω. Κάπως το δέχτηκε, σηκώθηκε τελικά. Είναι μια αντικειμενική αλήθεια, ο γέρος χρειαζόταν το κάθισμα, και οφείλουμε να το καταλαβαίνουμε. Και κάπως το δέχτηκε. Δεν έχουν όλα χαθεί.

Τρίτη, 24 Οκτωβρίου 2017

Πάντα ποθείς τα λεωφορεία


Είναι νόμος απαράβατος του Μέρφυ, να φεύγει το πολυπόθητο λεωφορείο τη στιγμή που πλησιάζεις. Η θετική σου ματιά στον κόσμο εξαρτάται από τη διάθεση του οδηγού, αν είναι στις καλές του και σταθεί για δέκα δευτερόλεπτα, σου ανοίξει και την πόρτα, τότε μπορείς να δεις με άλλα μάτια τον κόσμο, τους ανθρώπους γύρω σου και τη ζωή σου ολόκληρη. Το λεωφορείο είναι πάντα «ο πόθος», μπορεί να υπάρχουν πόθοι χωρίς λεωφορεία, αλλά όχι λεωφορεία που δεν τα έχουμε ποθήσει. Ακόμα κι όταν έχεις περάσει δεκάλεπτα ή και μισάωρα που σιχαίνεσαι τον εαυτό σου και τη βαλκάνια μοίρα σου σε μερικά από δαύτα, στριμωγμένος, με ξένους αγκώνες να χώνονται στα πλευρά, με πόρτες να ανοίγουν στα μούτρα σου και να σου φέρνουν τα γυαλιά μέσα στο πρόσωπο, σα να οφείλεις να γίνεις κάποιο νέο είδος ζώου με ενσωματωμένους φακούς, ακόμα και αυτά όπου έχεις υποφέρει, συμβαίνει να τα δεις μια μέρα μπροστά σου ξαφνικά, να καταφθάνουν πλησίστια σε μια στάση όπου δεν θα σταματήσεις, να μην τα χρειάζεσαι καθόλου, κι όμως αυτόματα, σαν τον σκύλο του Παβλώφ, να γεμίζει η ψυχή σου πόθο, και μάλιστα ανάμικτο με χαρά, μην πω και κάτι σαν εθνική περηφάνεια και παρεξηγηθώ μέρες πούρχονται.
Συμβαίνει, ενώ μπορεί να επιστρέφεις στο σπίτι μετά από μια κουραστική μέρα στην πόλη, και δεν θες τίποτε άλλο παρά να γυρίσεις στην πόρτα το κλειδί και να πετάξεις τα παπούτσια σου, με το που βλέπεις το λεωφορείο, αυτό το ίδιο που σε βασάνισε στον πηγαιμό μέχρι να εμφανιστεί, και τώρα που δεν το χρειάζεσαι πλησιάζει καμαρωτό και θορυβώδες, να νομίζεις ότι είσαι άξιος να ξαναρχίσεις τη μέρα σου από την αρχή, να κάνεις τη διαδρομή ανάποδα, και βέβαια όλα να πάνε καλύτερα, να ζυγίσεις πιο σωστά τις αντιδράσεις σου, να πεις σωστές ατάκες εκεί που είπες τις μπαρούφες, κλπ. κλπ. Σα να φεύγει η κούραση μόνο που αντικρίζεις την ταμπέλα του.

Ευτυχώς, αυτά συμβαίνουν μόνο στον ξύπνιο σου. Στον ύπνο σου οι τάσεις φυγής είναι πιο κλασικές, κι όσο πρέπει λογοτεχνικές. Πάντα τραίνα σε παίρνουν για τα μακρινά ταξίδια, το υποσυνείδητο αντιστέκεται στην ευτελή καθημερινότητα. 

Τετάρτη, 18 Οκτωβρίου 2017

Μου έρχεται να ουρλιάξω


Ναι, εντάξει, να κάνεις κατάληψη. Όμως έτσι, άντε- άντε; Εύκολο να το λες... Αν θέλεις να την κάνεις στ’ αλήθεια, πρέπει να βρεις  έναν σοβαρό λόγο...
Κρατημένη από τη χειρολαβή ακούω δυο γυναίκες δίπλα. Τις κοιτάζω κλεφτά, δεν είναι μαθήτριες, ούτε μοιάζουν φοιτήτριες. Είναι μεγάλες, κουρασμένες, κουβαλούν σακκούλες ψώνια.  Σε  λίγο καταλαβαίνω, μιλούν για το σχολείο των παιδιών τους. Ταυτισμένες, όπως άλλοτε  ακούς μανάδες για τα μαθήματα. Στα Λατινικά είμαστε καλά, λένε την εποχή των εξετάσεων, αρχαία δυσκολευόμαστε...  Πληθυντικός μεγαλοπρεπείας, περιλαμβάνει τους νεαρούς βλαστούς. Τώρα τα μαθήματα είναι ντεμοντέ, Οκτώβρη μήνα είμαστε σε ντεμί σεζόν, δεν φοράμε παλτά και μιλάμε για καταλήψεις.
Περιμένω να εκφράσουν ανησυχία, αγανάκτηση. Η σχολική χρονιά είναι ούτως ή άλλως απελπιστικά μικρή, η ύλη δεν προλαβαίνει ποτέ να τελειώσει, χάνονται μέρες άδικα. Πότε συνελεύσεις καθηγητών, πότε απεργίες, εορτές και πανηγύρεις, πρόβες παρελάσεων, για την 28η,  για την 25η Μαρτίου, μανία σπατάλης καταδιώκει τις λίγες ώρες μαθημάτων. Για καταλήψεις δεν περισσεύει χρόνος, θα έπρεπε οι γονείς να αγρυπνούν, να είναι έξω από τα σχολεία, να φρουρούν τον πολύτιμο χρόνο. Αλλά προφανώς δεν ξέρουν, δεν καταλαβαίνουν όσοι δεν μπορούν να ξεφύγουν από το δημόσιο σχολείο, δεν νιώθουν την αδικία που υφίστανται. Δεν είναι μόνο που αν δεν έχουν χρήματα για φροντιστήριο θα αποκλειστούν τα παιδιά τους από τις ανώτερες σπουδές, είναι όλες οι λεπτομέρειες που θα χάσουν ανεπιστρεπτί. Ακόμα και την πλήξη των μαθημάτων, το καθημερινό βάλε- βγάλε των βιβλίων, τον πιθανό αγώνα κάποιων νέων καθηγητών να ξυπνήσουν το ενδιαφέρον, την πιθανή κρυφή επιθυμία κάποιων μαθητών να διαβάσουν κάτι. Μια παράγραφο που θα διαβαστεί με την άκρη του ματιού, μια εικόνα που θα μείνει αποτυπωμένη. Χρόνια μάθησης που δεν θα ξαναρθούν. Πώς είναι τόσο ψύχραιμες οι μανάδες; Ξέρουν κάποιο μυστικό που δεν υποπτεύομαι;
Δεν υπάρχει σοβαρός λόγος να γίνει κατάληψη, μου έρχεται να ουρλιάξω. Αντισταθείτε στην αδικία που υφίστανται τα παιδιά σας! Κάντε κάτι, σώστε τα, σταματήστε τα! Δεν θα τους ξαναχαρίσει κανένας αυτά που τώρα υποχρεωτικά τους δίνουν και τα πετάνε!
Φυσικά συγκρατούμαι, πλησιάζουμε στη στάση, λίγο ακόμα κουράγιο, λίγο ακόμα σιωπή!



Δευτέρα, 16 Οκτωβρίου 2017

Νεοκλασικές εκκλησίες της Αθήνας 3

Το καλύτερο σημείο για να βγάλει κανείς φωτογραφία την Αγία Ειρήνη στην Αιόλου πρέπει να είναι κάποια κοντινή ταράτσα. Να φαίνεται από ψηλά πόσο μεγάλη είναι, γιατί πνιγμένη κι αυτή στα στενά, δεν φαίνεται. Υπήρχε μια μικρή παλιά εκκλησία εκεί, που γκρεμίστηκε στις μάχες της επανάστασης, στη θέση της χτίστηκε η νέα, σε σχέδια Λύσανδρου Καυταντζόγλου, άρα έχει κατά κάποιον τρόπο τη σφραγίδα του νεοκλασικού. Αλλά οι δρόμοι έμειναν στενοί, βρισκόταν εδώ η παλιά πόλη.
Ήταν η πρώτη μητρόπολη της Αθήνας, μέχρι να χτιστεί η οριστική, και διαβάζω στη Βικιπαίδεια ότι έγιναν σ' αυτήν η τελετή ενηλικίωσης του Όθωνα, που δεν είχατε ίσως ποτέ φανταστεί ότι θα ήταν τελετή θρησκευτική, η κηδεία του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, και η δοξολογία για το πρώτο ελληνικό Σύνταγμα, πράγμα που επίσης δεν θα φανταζόταν εύκολα κανείς. Σε κάθε ευκαιρία δηλαδή η εκκλησία έβαζε την πινελιά της, την ευλογία της, την παρουσία της, ή το καπέλο της, όπως το βλέπει κανείς. Πάντως σίγουρα διέθετε μεγάλη γκάμα τελετών, που μπορούσαν, και ακόμα μπορούν, να καλύπτουν κάθε ανάγκη.
Στη οροφή της εισόδου τα τετράγωνα αυτά φατνώματα είναι ίδια με ό,τι έχει σωθεί στην Αθήνα από τον 5ο αιώνα.
Μην έχοντας τη δυνατότητα ν' ανέβω σε κάποιο ψηλό κτίριο και να τη φωτογραφίσω, έβγαλα τη πιο κοντινή σε γενική άποψη που μπορεί να έχουν οι πεζοί, λοξά από την οδό Αγίας Ειρήνη στη γωνία με Αιόλου.

Σάββατο, 14 Οκτωβρίου 2017

Nεοκλασικές εκκλησίες της Αθήνας, 2

 Ο Άγιος Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης στη Σκουφά δεν είναι της νεοκλασικής περιόδου, χτίστηκε από το 1925 ως το 1931.  Αλλά βέβαια στην Αθήνα κράτησε πολύν καιρό η νεοκλασική περίοδος. Όπως γράφει το σάιτ της Αρχιεπισκοπής, είναι σταυροειδής με τρούλο, σε ρυθμό νεομπαρόκ με νεοκλασικά στοιχεία, απλώς. Έστω κι έτσι, είναι σπάνια περίπτωση όμορφης εκκλησίας, με το ίδιο πρόβλημα που έχουν και οι άσχημες όμως: δεν έχεις χώρο να σταθείς να την κοιτάξεις. Έπρεπε να έχει μπροστά άλλη τόση πλατεία τουλάχιστον,ή ένα φαρδύ πεζοδρόμιο,  όχι το θεόστενο της Σκουφά και τον ψηλό τοίχο του Πειραματικού. Μόνο από τις δυο γωνίες για μια στιγμή κάτι φαίνεται, από κει που τη φωτογράφισα κι εγώ.
 Οι λεπτομέρειες της ιστορίας είναι ότι νωρίτερα, το 1880 είχε αρχίσει να χτίζεται άλλη εκκλησία εκεί, μικρότερη, που ίσως θα ταίριαζε περισσότερο στο χώρο. Αλλά την γκρέμισαν για να φτιάξουν τη μεγάλη. Από τότε μεγαλοπιασμένοι οι Κολωνακιώτες. Αλλά πώς να ανταποκριθεί στις προσδοκίες τους η συνοικία που, όπως όλες, είχε ήδη οικοπεδοποιηθεί, πουληθεί, είχε δώσει στον κτηματία όσα είχε να δώσει, κι έπρεπε στους στενούς ήδη δρόμους με τα στενότερα πεζοδρόμια να χωρέσει το μεγαλείο της;
Τα σχέδια έκανε ο Αναστάσιος Ορλάνδος με τη συμβολή του Δημητρίου Φιλιππάκη, και την αγιογράφησε ο Σπύρος Βασιλείου, μεταξύ άλλων. Εμένα με συγκινούν τα νεοκλασικά της στοιχεία που  θυμίζουν μεγάλες πόλεις της Ευρώπης, τα αετώματα, τα κιονόκρανα, ο συνδυασμός τους με τα βυζαντινά, και κυρίως ο πράσινος τρούλος, που όταν τον διακρίνω από ψηλά πάντα ξαφνιάζομαι, σα να έχω μεταφερθεί ξαφνικά στη Βιέννη.


Παρασκευή, 13 Οκτωβρίου 2017

Νεοκλασικές εκκλησίες της Αθήνας

 Πριν η Εκκλησία της Ελλάδος αποφασίσει πως πρέπει να έχουν όλες οι καινούργιες εκκλησίες την ίδια ασχήμια, ώστε να μην αδικείται καμία, είχαν χτιστεί μερικές ωραίες στην Αθήνα.
Μια από τις νεοκλασικές εκκλησίες της Αθήνας είναι ο Άγιος Κωνσταντίνος, απέναντι από το Εθνικό θέατρο. Είχε χτιστεί το 1869, σε σχέδια του Λύσανδρου Καυταντζόγλου, με απόφαση του Σημοτικού συμβουλίου της ΑΘήνας, για να γιορταστεί η γέννηση του βασιλιά Κωνσταντίνου. Η μητέρα του, η Ολγα, ενίσχυσε την ανέγερση, όπως γράφει στην πρόσοψη. 

Δεκαπέντε χρόνια τον ανακαίνιζαν και ήταν σκεπασμένος με λινάτσες, να που κάτι γινόταν πίσω τους: εμφανίστηκε καθαρός και λευκός. Δεν φαντάζομαι να μείνει έτσι για πολύ καιρό. Σπεύσατε να τον απαθανατίστε με κάτι καλύτερο απο φωτογραφίες κινητού, όπως αυτές. 
Το πρόβλημα με αυτόν, όπως και με τις άλλες ωραίες εκκλησίες της Αθήνας που αποφάσισα να φωτογραφίσω, είναι ο χώρος. Είναι όλες χτισμένες σε δρόμους στενούς, σε μέρη που θα χρειάζονταν άλλη μια πλατεία μπροστά τους για ν' αναδειχθούν. Ετούτη εδώ τουλάχιστον διαθέτει κάποιο σχετικό άνοιγμα στο πλάι, της έχουν αφήσει λίγο χώρο. Θα μου πείτε τι νόημα έχει αυτό σε ένα τόσο υποβαθμισμένο μέρος όπως οι δρόμοι κάτω από την Ομόνοια; Κι αυτή η εκκλησία και το Εθνικό θέατρο απέναντι είναι σα χαμένα κτίρια, νησιά αστικής φιλοδοξίας που απέτυχε στην παραδομένη σε τριτοκοσμική πραγματικότητα ζωή της περιοχής. Ε, δεν πειράζει, ας ανακατευόμαστε ενίοτε  με τα περασμένα μεγαλεία, ή τις περασμένες προσδοκίες. Κι όσο για την επίδραση της παρουσίας αυτών των δυο αριστουργημάτων της αρχιτεκτονικής στην καρδιά της αθλιότητας και στις καρδιές των αθλίων, αυτήν ποιος μπορεί να την ανιχνεύσει και να τη μετρήσει; 


Κυριακή, 8 Οκτωβρίου 2017

Αh, ça ira, ça ira, ça ira...

Φωτογραφίες στην παράσταση απαγορεύονται, οπότε έβγαλα εμάς
Δεν γινόταν να μη θυμηθώ τις φιλοσοφίες που διάβαζα πριν λίγες μέρες για την ισότητα, καθώς παρακολουθούσα το τετραωρο έργο του Ζοέλ Πομερά Ça ira στη Στέγη. Κάτι είχε πει ο Μητσοτάκης, ότι οι άνθρωποι δεν είναι όλοι ίσοι, ή ότι δεν γεννιούνται ίσοι, δεν θυμάμαι ακριβώς, δεν τους παρακολουθώ τους πολιτικούς στην τηλεόραση, κι είχε ξεχυθεί με πάθος η κουβέντα. Πόσο ίσοι είμαστε, πόσο δεν είμαστε, κι αν δεν είμαστε γιατί, κλπ. Στην παράσταση του Ça ira λοιπόν ήταν σα να είχαμε βρεθεί στην πηγή της έννοιας, κατά κάποιον τρόπο. Κι εγώ που δεν παρακολουθώ πολιτικούς στην τηλεόραση, βρέθηκα σε θέση περικυκλωμένη από τους ηθοποιούς που έπαιζαν τους βουλευτές της αριστεράς, καθισμένοι αριστερά, και φώναζαν, ζητωκραύγαζαν, ή γιουχάιζαν τόσο δυνατά που έμοιαζε να παίρνω μέρος στη συνέλευση της Τρίτης τάξης που έγινε Εθνοσυνέλευση.
Πρωτότυπη παράσταση, χωρίς άλλο δράμα από το γνωστό, πώς ο Λουδοβίκος συγκάλεσε τις τρεις τάξεις με αρχικό στόχο να μειώσει τα φορολογικά προνόμια των δυο προνομιούχων τάξεων, αφού δεν συμφωνούσαν με τίποτε να χάσουν μερικά, κι ας ‘χανόταν η πατρίδα’, βασισμένη σε ιστορικά κείμενα και γεγονότα, πώς οι  συνελεύσεις των δυο κυρίαρχων τάξεων με την άρνηση τους να συνεργαστούν, ενίσχυσαν την ανάγκη της τρίτης συνέλευσης να πάρει τον εαυτό της και το ρόλο της στα σοβαρά, πώς επιχειρηματολογούσαν εκατέρωθεν οι μαχητικοί -αυτοί που κάθονταν γύρω μου και με ξεκούφαιναν- και οι συμβιβαστικοί, οι οποίοι προσπαθούσαν να προλάβουν τις συγκρούσεις και γίνονταν τα πρώτα τους θύματα. Πρώτα στο υπουργικό συμβούλιο, ύστερα στις Γενικές τάξεις και στην Εθνοσυνέλευση, συζητιούνταν θέματα που θύμιζαν με κάποιο τρόπο συζητήσεις σημερινές, αν και η εποχή ήταν τόσο διαφορετική. Δηλαδή ήταν ακριβώς η εποχή που η ισότητα δεν ήταν στους νόμους, η ανισότητα ήταν το δεδομένο, όχι απλώς η πραγματικότητα, όπως τώρα ας πούμε, αλλά ο νόμος ο ίδιος. Όσοι δεν ανήκαν στις δυο κυρίαρχες τάξεις, των κληρικών και των ευγενών δηλαδή, δεν μπορούσαν να καταλάβουν δημόσια θέση. Φορολογούνταν διαφορετικά, ή μάλλον φορολογούνταν, τελεία. Ενώ οι άλλοι εισέπρατταν. Ήταν οι κυβερνώντες και οι κυβερνούμενοι, απλά πράγματα. Το ζητούμενο λοιπόν ήταν η νομική ισότητα, κάποια ελάχιστη νομική ισότητα τέλος πάντων, κάποια πολιτικά δικαιώματα, κι όμως οι συζητήσεις έμοιαζαν σύγχρονες. Κυρίως επειδή παιζόταν πάντα το παιχνίδι της εξουσίας, οι δυνατότητες των συγκρούσεων, ποιος θα νικούσε, τι θα κέρδιζε. Πράγματα αιώνια βεβαίως, αλλά μοναδικά στη συγκυρία εκείνη που η σύγκρουση δεν έγινε απλώς ανάμεσα σε τάξεις και ηγέτες, αλλά περιλάμβανε τις ιδέες εκείνες, την ελευθερία, την ισότητα, τα δικαιώματα, που διατυπώνονταν τόσο ξεκάθαρα κι από τότε ως τώρα είναι παρόντα στις πολιτικές μάχες ως μονίμως ζητούμενα και μονίμως ανεύρετα. Όμως τότε ήταν η στιγμή που μπορούσαν να βρεθούν, βρέθηκαν, διατυπώθηκαν με λέξεις. Δεν επινοήθηκαν βέβαια εκείνη τη στιγμή, υπήρχαν ήδη στα βιβλία, στις φιλοσοφικές συζητήσεις, για όλα έφταιγε ο Ρουσώ έλεγαν.
Ας διατυπώσουμε τα βασικά δικαιώματα του ανθρώπου πάνω από το Σύνταγμα, πρότεινε ένα βουλευτής. Μα τι λες τώρα, έξω ο όχλος σφάζει κόσμο, εμείς θα καθόμαστε να διατυπώνουμε τα δικαιώματα; Δεν θα λύσουμε έτσι τα προβλήματα της Γαλλίας. Η πατρίδα μας χάνεται κι εμείς φιλοσοφούμε. Σας νοιάζει να δοξαστείτε στις επόμενες γενιές, όχι να βρείτε λύση στα προβλήματα. Ο όχλος έχει δίκιο που λυντσάρει, τόσους αιώνες καταπιέζεται! Ωραία, να τον αφήσουμε λοιπόν να σκοτώνει χωρίς νόμο και χωρίς αρχή; Κι εσείς κυρία που κατηγορείτε τους ιδιοκτήτες ότι καταπιέζουν το λαό, δεν έχετε μια ιδιοκτησία στο κέντρο του Παρισιού; Δωρεάν την παρέχετε, δεν ζητάτε νοίκι;
Τα διλήμματα όλα ζωντανά. Η εξουσία και ό,τι τη στηρίζει, κι ό,τι την αφήνει ξαφνικά έκθετη, οι άνθρωποι γυμνοί από τα αξιώματα, από το σεβασμό στο βασιλιά που κάποτε τους ένωνε, έτοιμοι για όλα. Το τραύμα που από τότε επουλώνεται, η αρχή που από τότε αναλύεται. Καμιά πλευρά δεν μπορείς να συμπαθήσεις, κι ενώ τόσο σημερινά ακούγονται όλα, αναγκάζεσαι να παραδεχτείς ότι είναι ιστορία, κι όσα ακόμα ζούμε και αντιμετωπίζουμε μοιάζουν κάποια στιγμή σαν απόνερα της ιστορίας εκείνης που πέταξε πολλά πυροτεχνήματα στον αέρα κι ακόμα μας τυφλώνουν.


Τετάρτη, 4 Οκτωβρίου 2017

Ζήτω η αυτόνομη Kypseli


Λέω να δημιουργήσω ένα κίνημα για την αυτονομία της Κυψέλης. Δεν αντέχεται πια η πρωτεύουσα, μας αγνοεί συστηματικά. Ο θεός να την κάνει πρωτεύουσα δηλαδή.  Είμαστε ένα χαρούμενο, πολύχρωμο, πολυπολιτισμικό κράτος εμείς εδώ , που σφύζει από τον δυναμισμό των νέων κατοίκων του, το μόνο μέρος της Ελλάδας που τα παιδιά είναι όσα κι οι γέροι, και μιλάμε για πολλούς γέρους, διότι οι νυν σαραντάρηδες τους άφησαν εδώ όταν μετακόμισαν στα προάστεια. Το κράτος των Αθηνών αγνοεί επιδεικτικά όχι μόνο αυτή τη νεολαία, την οποία βασανίζει με νομικά τερτίπια για την καταγωγή της, αλλά κυρίως τη συνύπαρξη που έχουμε πετύχει εμείς εδώ με όλα τα ποικίλα έθνη Ευρώπης, Ασίας και Αφρικής. Λίγο πιο κάτω, στον Άγιο Παντελεήμονα, έχει κράτος κι εξουσία η χρυσοαποτέτοια, η ατμόσφαιρα είναι πολύ συγκρουσιακή. Λίγο πιο πάνω, μετά το πάρκο, αρχίζει το άλλο κράτος, των Εξαρχείων, οι μετανάστες εκεί είναι υλικό συγκρούσεων από την άλλη μπάντα. Εμείς εδώ όμως έχουμε πετύχει ειρήνη και αποδοχή, συνύπαρξη και σεβασμό, πράγματα που ακόμα κι ολόκληρη η Ευρώπη παλεύει να τα αποκτήσει. Είμαστε η Ελβετία της Αθήνας, μπροστά από τους νόμους και πέρα από τα ρηχά έως ηλίθια ρεπορτάζ που μας τρίβουν στα μούτρα κάθε μέρα οι πάσης φύσεως φυλλάδες. Μια ιδέα είναι να ξεκινήσουμε το κίνημα με μηνύσεις για συκοφαντική δυσφήμιση ως Κυψελιώτες.
Αν αποσχιστούμε θα μπορέσουμε επιτέλους να επιδείξουμε την ταυτότητά μας καθαρή, να διεκδικήσουμε την αναγνώριση που μας αξίζει και να βιώσουμε την ανάπτυξη που ήδη βράζει και ασφυκτιά στα μίζερα, αλλοίθωρα, φοβισμένα πλαίσια της παρηκμασμένης Αθήνας.

Νομίζω ότι η πρόταση μου είναι πολύ γλυκούλα, και θα συσπειρώσει γύρω μου φιλόδοξους και χαρούμενους νέους. Θα διαβάζουμε αποφθέγματα του Βακαλόπουλου περί Κυψέλης και θα τραγουδάμε Κηλαηδόνη. Θα οργανώσουμε ένα δημοψήφισμα με χρονοδιάγραμμα και θα γνωριστούμε μεταξύ μας. Θα μπορούμε να δανειζόμαστε ένα κρεμμύδι βρε αδερφέ μια Κυριακή βράδυ, αν και ποτέ δεν κοιμάται η γειτονιά μας, έχει μαγαζιά πάντα ανοιχτά. Θα εκδώσουμε διαβατήρια, θα δίνουμε συνεντεύξεις, θα φτιάξουμε μια ομάδα μελέτης της γλώσσας μας, που κι αν δεν υπάρχει αυτοτελώς ακόμα, σίγουρα βρίσκεται σε εξέλιξη, και γενικά θα περάσουμε συναρπαστικά. Μας περιμένουν αξιώματα, εξουσία, στιγμές μεθυστικές. Τρέμε κόσμε, τρέμε Αθήνα! 

Τρίτη, 26 Σεπτεμβρίου 2017

Φύλακας στη βρώμη

Προλάβαμε  λιακάδες το σαββατοκύριακο στην Άνδρο, γλυκό καιρό που κολυμπάς και περπατάς με άνεση, κρίμα να μην μπορείς να τον παραγγέλνεις όποτε θέλεις. Στην προκυμαία του μικρού λιμανιού χαζεύαμε ομάδες οδοιπόρων, ξένοι φαίνονταν, με γερές γάμπες, σωστό εξοπλισμό, καπέλα, αρβύλες. Ιταλοί ήταν, μια βδομάδα περπατούσαν στα μονοπάτια, που συνέχεια αναδεικνύονται και επισκευάζονται και τα ζηλεύουν οδοιπόροι από τα πέρατα της γης με τις μεγάλες σχιστολιθικές πέτρες τους και τους παράξενους τοίχους που τα ζώνουν. Τους γνωρίσαμε, γιατί αναγκαστήκαμε να ζητήσουμε φιλοξενία στο πούλμαν τους, άλλο τρόπο δεν βρίσκαμε να μετακινηθούμε εκείνη την ώρα. Μας δέχτηκαν μετά χαράς, μας είπαν πόσο τους αρέσει η Ανδρος, ζηλέψαμε εμείς την εβδομάδα στα μονοπάτια. Σε ποια ζωή θα αφιερώσουμε μια ολόκληρη εβδομάδα μόνο σε νησιώτικα μονοπάτια;
Τρία νησιά επισκέφτηκα φέτος, για λίγες μέρες το καθένα, κι όλα έλαμπαν σα να πλάστηκαν χτες. Σαν να χρησιμοποιούν καινούργιο στιλβωτικό, κι αν δεν είναι η δική μου εντύπωση μετά από έναν μακρύ χειμώνα στη μιζέρια της Αθήνας, πρέπει να είναι το βλέμμα που τα αγκαλιάζει από παντού και τα αναδεικνύει έτσι. Σα να κατάλαβε πια ο κάθε επίδοξος ταξιδιώτης του κόσμου ότι αν υπάρχει ένα μέρος που μπορεί να κάνει την ομορφιά αίσθηση απτική και γευστική και να την απολαύσει με αξιοπρέπεια, αυτό είναι οι Κυκλάδες, και τα Δωδεκάνησα, και τα Επτάνησα, και οι Βόρειες Σποράδες, και τα νησιά του Β.Α. Αιγαίου. Ξέχασα κανένα; Συγγνώμη, οι καλοί στη Γεωγραφία συμπληρώνουν.
Εκτός από τα μονοπάτια υπάρχουν και οι ξερολιθιές, οι πεζούλες, οι αιμασιές όπως τις λένε στην Άνδρο. Δεν πρέπει κι αυτές να διατηρηθούν και να αγαπηθούν και να φωτογραφηθούν; Γιατί όχι και να καλλιεργηθούν; Δεν θα υπάρχουν Ιταλοί που λαχταράνε να φυτέψουν με τα χέρια τους σε χώρο τόσο περιορισμένο όσο μια ζώνη ανάμεσα σε χτισμένο έδαφος, σε μικρά κλιμακωτά κηπάκια; Και σουηδοί, και δανοί και άλλοι ευρωπαίοι, ακόμα και αμερικάνοι ή κινέζοι; Θα πρέπει να μπει ένα κριτήριο βέβαια, όχι να έρχεται ο κάθε άσχετος να προσκυνάει τις ωραίες πέτρες. Θα γίνεται αξιολόγηση.
Εγώ θα είμαι φύλακας στη σίκαλη, μάλλον στη βρώμη της ξερολιθιάς, να κόβω εισιτήρια για πετρόχτιστα περάσματα, να εξασκώ τις ξένες γλώσσες.


Σάββατο, 9 Σεπτεμβρίου 2017

Πώς μένουν λεπτές οι Γαλλίδες;


Βλέποντας την Μπριζίτ Μακρόν στην Αθήνα αναρωτήθηκα γι άλλη μια φορά, όπως νομίζω, πολλές και πολλοί, ποιο να είναι το μυστικό της και μένει έτσι λεπτή σε μια ήλικία που πολύ δύσκολα το πετυχαίνει κανείς; Συνομήλικες είμαστε, το πώς συσσωρεύονται τα περιττά κιλά μετά τα πενήντα το ζω στο πετσί μου με κόπο και πείνα. Τι κάνουν αυτές οι γυναίκες και παραμένουν λεπτές;
Το πώς και γιατί είναι λεπτές οι Γαλλίδες, με απασχολούσε πολύ την εποχή που έζησα στο Παρίσι, και προσπαθούσα να το καταλάβω παρατηρώντας τις συστηματικά, πριν οι Αμερικανοί δημοσιογράφοι και συγγραφείς πιάσουν δουλειά για ν' ανακαλύψουν το μέγα  μυστικό. Με μια έρευνα που είδα τις προάλλες σε αμερικανικό κανάλι, έβαλα τα γέλια: σταματούσαν με το ματσούκι διάφορες Παριζιάνες στο δρόμο και τις ρωτούσαν τι κάνουν για να μένουν λεπτές. Τρώμε λαχανικά, έλεγαν μερικές.  Ψωνίζω μόνη μου  και μαγειρεύω σπίτι, έλεγαν  άλλες. Και στην Ελλάδα ψωνίζουμε μόνες μας και μαγειρεύουμε σπίτι, τρώμε και λαχανικά, αλλά δείτε το αποτέλεσμα. Καλό θα κάνει βέβαια στους Αμερικανούς λίγο μαγείρεμα και λίγες φυτικές ίνες, αλλά δεν είναι τόσο απλό, κορίτσια.
Υπάρχει κάτι άλλο πίσω απ' όλ' αυτά, κάτι που δυσκολεύτηκα να αποδεχτώ τότε που ήμουν νέα στο Παρίσι. Αναγκάζομαι όμως να το δω καθώς περνούν τα χρόνια, κάτι που έχει να κάνει με την κουλτούρα και ξεκινάει από τα πρώτα χρόνια και τις πρώτες μπουκιές. Κι αν δυσκολευόμουν να το αποδεχτώ, είναι επειδή έχει να κάνει με την επιτήδευση. Σαν πρωτοποριακό παιδί του καιρού μου, υπήρξα φυσικά οπαδός του αυθορμητισμού, της απλότητας και της αμεσότητας. Κι όσο προσπαθούσα να καταλάβω το μυστικό της κομψότητας των Γαλλίδων,  αυτό από νωρίς με ενδιέφερε, τόσο διαπίστωνα ότι είχε να κάνει με διαφορετικό τρόπο ζωής, ριζωμένο βαθιά στην παιδική ηλικία, τρόπο περίπλοκο, επίμονα καλλιεργημένο και εντέλει άκρως επιτηδευμένο. Όχι όμως ψεύτικο, έτσι που να ανιχνεύεται από το είδος της δικής μου φανατικής προσήλωσης στη γνησιότητα. Τόσο καλλιεργημένο κι ενσωματωμένο στη ζωή που γίνεται εντέλει ένα με την ανθρώπινηη φύση.
Φάτε με μαχαιροπήρουνο, μας έλεγε ο καημένος ο πατέρας μου όταν ήμασταν μικρά. Στο δεξί το μαχαίρι, στο αριστερό το πηρούνι. Δυσφορούσαμε, αφού έπρεπε ταυτόχρονα να τρώμε γρήγορα, και να τρώμε πολύ, γιατί υπήρχε το τραύμα της Κατοχής πρόσφατο ακόμα. Η μητέρα έβαζε στο πιάτο μας πρόσθετα κομμάτια. Ενίοτε τα έχωνε κατευθείαν στο στόμα μας, ακόμα κι όταν είχαμε κάμποσο μεγαλώσει. Στο τέλος και οι δυο γονείς σκούπιζαν το πιάτο με μπουκίτσες ψωμιού, διευκρινίζοντας ότι κάτι τέτοιο δεν πρέπει να το κάνεις σε επίσημο τραπέζι. Οπότε, η απλή προτροπή για το μαχαιροπήρουνο, δεν είχε αποτέλεσμα. Καλύτερα να έτρωγες λαίμαργα, αυτό ήταν πιο ειλικρινές, στο βάθος. Τέτοιο μήνυμα παίρναμε τελικά.
Μεγαλώσαμε πιστεύοντας ότι είμαστε λιγόφαγοι, ότι πάντα κάποια άλλα καλύτερα παιδάκια από μας τρώνε όλο το φαί τους πιο εύκολα και πρόθυμα, χωρίς να τυραννούν τους γονείς τους, κλπ. Κι ακόμα και τώρα, ενώ η Κατοχή έχει πια απομακρυνθεί, δεν είναι στις αναμνήσεις των σημερινών γονιών, βλέπεις μαμάδες να κυνηγάνε τα παιδιά με τη μπουκιά στο πηρούνι, να τη χώσουν στο στόμα του. Λάθος ξεκίνημα για να γίνουμε λεπτές σαν Γαλλίδες.
Θα έχετε δει τα μικρά των Γάλλων στο τραπέζι, είναι σα να ανήκουν σε άλλο είδος. Τρώνε όντως με μαχαιροπήρουνο, μόνα τους, αργά, σοβαρά, σε βαθμό που σε ελληνική ταβέρνα να προκαλούν πολιτιστικό σοκ και να απειλούνται οι γονείς από μηνύσεις για κακοποίηση παιδιών. Απλώς εξασφαλίζουν τη μελλοντική κομψότητα των βλαστών τους, διατηρώντας και τη δική τους φυσικά. Κοιτάζουν το πιάτο προσεχτικά, κόβουν μικρά κομματάκια. Παρατηρώντας τους σκέφτηκα κάποτε ότι ίσως ζυγίζουν την επιθυμία τους σε κάθε μπουκιά, μήπως χόρτασα; αναρωτιούνται. Προσπάθησα να τους μιμηθώ, κατάφερα να εξυγειάνω κάπως τη σχέση μου με το φαγητό. Γαλλίδα δεν έγινα, ορμάω ακόμα στην κατσαρόλα μ' ένα κουτάλι, όταν πεινάω, αλλά ο αγώνας συνεχίζεται.
Διότι, ναι, οι Γάλλοι μάλλον δεν τρώνε πάνω από τις κατσαρόλες. Κάθονται στο τραπέζι, εμφανίζουν διάφορα τζάντζαλα- μάντζαλα, κάνουν περίπλοκη τη διαδικασία. Πιατάκια, μπολάκια, αξεσουάρ. Το φαγητό είναι κι αυτό περίπλοκο στη γαλλική κουζίνα. Κάθε Γάλλος έχει παραστάσεις και εμπειρίες απίστευτων επινοήσεων και κατασκευών ακόμα και στο φτωχότερο σπίτι. Η μαγειρική είναι τέχνη, είτε υψηλή, είτε λαϊκή, σε κάθε επίπεδο είναι τέχνη.
Και φυσικά δεν είναι η μόνη. Οι Γαλλίδες δεν ξέρουν μόνο να μαγειρεύουν εξ απαλών ονύχων. Μαθαίνουν και να ντύνονται, να μακιγιάρονται, να περπατάνε, να μιλάνε και να γελάνε κομψά, η επιτήδευση δεν είναι επιτήδευση, περνάει στο σώμα τους, είναι η φύση τους πια, ο εαυτός τους. Όπως εμείς μαθαίνουμε από μωρά να λέμε τον άλλο μαλάκα, Γαλλίδες και Γάλλοι μαθαίνουν να μιλάνε στον πληθυντικό σε όλον τον κόσμο πλην των πολύ οικείων. Δυστυχώς, έτσι έχουν τα πράγματα. Στην εφηβεία οι Γάλλοι βέβαια αντιδρούν, κάνουν τους μάγκες, αντιστρέφουν τις λέξεις, προσπαθούν να προκαλέσουν όπως όλοι οι έφηβοι. Οι δικοί μας δυσκολεύονται περισσότερο, ξανά από το

 Μπορεί να το θεωρείτε καταπίεση και δυστυχία όλο αυτό, και να προσέχετε μόνο το σνομπάρισμα που, όντως, ρίχνουν ειδικά οι Παριζιάνοι σε κάθε επισκέπτη της πόλης τους, και μπορεί να έχετε δίκιο. Μπορεί να είναι όντως δυστυχία, δεν ξέρω. Το βέβαιο είναι ότι εξασφαλίζει κομψότητα. 

Πέμπτη, 7 Σεπτεμβρίου 2017

Κεφάτη στη Ρόδο

Το μεγάλο ταξίδι μου του καλοκαιριού ήταν στη Ρόδο, μια μέρα κράτησε, αλλά άξιζε πολλές. Ντροπή μου τόσα χρόνια να μην έχω πάει στη μεσαιωνική της πόλη, στο Παλάτι του Μαγίστρου, να μην έχω περπατήσει την Οδό των Ιπποτών, αλλά επανόρθωσα τον Ιούλιο με όλες τις δυνάμεις μου. Οι οποίες δεν ήταν πολλές μέσα στη ζέστη και δεν τις βοηθούσαν τα ακατάλληλα για τα βοτσαλωτά δρομάκια της παπούτσια, αλλά δεν τους χαρίστηκα.
Περπάτησα μέχρι τελικής πτώσεως (κυριολεκτικά), πήγα στα δύο σημαντικότερα μουσεία, έφαγα βλακείες για να μη χάνω χρόνο αναζητώντας κάτι καλό, την ίδρωσα τη φανέλα του τουρίστα. Κι ακόμα δεν καταλαβαίνω γιατί δεν είχα κάνει νεότερη αυτή την περιήγηση, κι ας είχα πάει στο νησί. Εβλεπα τη Ρόδο ως νησί, έψαχνα παραλίες. Τα νιάτα είναι λίγο άσχετα, όπως διαρκώς διαπιστώνω.
Εκτός κι αν μάντευα ενστικτωδώς την κούραση που με περίμενε ή τις κακουχίες που παραμόνευαν στο καταπληκτικό εκείνο κτίριο που στεγάζει το Αρχαιολογικό Μουσείο. Νοσοκομείο των Ιπποτών υπήρξε κι εκείνοι οι ιππότες ήταν ακριβώς αυτό, δηλαδή νοσοκομειακοί ιππότες.
Μεγάλες αίθουσες, ωραίες αυλές, επίπεδα, κρήνες, προσθήκες μεταγενέστερες, ένα αριστούργημα χωρίς τέλος. Και χωρίς καφενείο, κι ας είχε ταμπελίτσες που σε οδηγούσαν στο πουθενά. Και χωρίς μαγαζάκι για σουβενίρ. Υπεράνω τέτοιων ευτελών συνηθειών πάντα τα ελληνικά μουσεία. Και με τουαλέτες πολύ βρόμικες, γιατί τι να σου κάνουν κι αυτές με τόσο κόσμο; Δεν αυτοκαθαρίζονταν. Κακώς. Δηλαδή ο πληθυντικός είναι μεγαλοπρεπείας, μόνο μία λειτουργούσε.
Ωστόσο θα έπρεπε να είμαι ευγνώμων, γιατί στο Παλάτι του Μαγίστρου, το δεύτερο μουσείο, δεν λειτουργούσε καμία. Είχε όμως μαγαζάκι εκεί που πουλούσε βιβλία. Οχι μαντίλια και ξύστρες και θήκες γυαλιών ή ομπρέλες που παίρνουμε στο Λούβρο, είμαστε σοβαροί εμείς. Και είχε και ηλεκτρονικό εισιτήριο, το οποίο όμως δεν ελεγχόταν ηλεκτρονικά, περνούσες δίπλα από τις μπάρες. Ε, να μην μπερδεύονται οι άνθρωποι με τα μηχανήματα του διαβόλου.
Αν κι έφυγα χωρίς τα χαζά σουβενίρ που πάντα με παρηγορούν στα μουσεία για το τέλος της επίσκεψης, δεν μου χάλασε το κέφι. Προσπάθησα λίγο και ταυτίστηκα κάπως με τους ντόπιους που θα πρέπει να νιώθουν ένα είδος ανωτερότητας απέναντι στους ξένους, αφού δεν θαμπώνονται από τα μνημεία τους και την ιστορία τους και δεν χολοσκάνε να τα περιποιούνται με πάθος. Τους έτυχε ένας υπέροχος τόπος, συρρέουν μιλιούνια να τον θαυμάσουν, ε, με λίγη συγκατάβαση τους ανέχονται.

Παρασκευή, 1 Σεπτεμβρίου 2017

Το τροπάριο του Σεπτέμβρη, οι χαμηλές βάσεις

Κάθε χρόνο τέτοια εποχή, όταν αναγγελλονται οι βάσεις εισαγωγής στις σχολές, επεναλαμβάνεται η τελετουργία της αγανάκτησης για το πόσο χαμηλές είναι. Ω Θεέ μου, στο τάδε επαρχιακό ΤΕΙ μπήκαν παιδιά με 5, ξέρωγώ, ή με ακόμα πιο χαμηλό βαθμό. Οποία κατάπτωση και παρακμή! Μα γιατί πρέπει να σπουδάζουν όλοι, αναρωτιούνται οι προγραμματιστές της ζωής των άλλων, μάλιστα θεωρούνται πολλοί και φιλελεύθεροι με τη βούλα. Είναι ανάγκη να γίνουν όλοι επιστήμονες;
Τις περισσότερες φορές οι χαμηλές αυτές βάσεις, που δεν είναι ποτέ τόσο χαμηλές όσο φαίνονται όταν αναφέρεται κανείς σε βαθμούς ενός μόνο μαθήματος, εφόσον όλα τα παιδιά που περνούν σε σχολές πρέπει να έχουν Απολυτήριο, δηλαδή τουλάχιστον 9,50, οι βάσεις λοιπόν αυτές εξασφαλίζουν είσοδο σε σχολές εξειδικευμένες, που απευθύνονται σε νέους με συγκεκριμένες προσδοκίες. ΤΕΙ Αισθητικής και Κοσμητολογίας ας πούμε, ή Τμήμα Οχημάτων του ΤΕΙ Θεσσαλονίκης,  Υδατοκαλλιέργειες, Νοσηλευτική,  Τουριστικά επαγγέλματα, Επισκέπτες υγείας, Οδοντοτεχνίτες, Οινολογία, Φυσικοθεραπεία, Τεχνολογία τροφίμων, Ανθοκομία και Ιχθυοκομεία, Διαιτολογία, Ηχοληψία, κλπ, κλπ, λίγο ψάξιμο θα σας εντυπωσιάσει. Πολλά επαγγέλματα που άλλοτε τα μάθαινες με μαθητεία, ή πουθενά, ή στου κασίδη το κεφάλι, μπορείς σήμερα να τα σπουδάσεις, ζώντας τα πολυτελή φοιτητικά χρόνια, όσο γίνεται βέβαια. Γιατί στις σχολές αυτές περνάνε παιδιά από οικογένειες με χαμηλά εισοδήματα, κατά κύριο λόγο, και συχνά δεν μπορούν να ανταποκριθούν στα έξοδα και καθώς τα τμήματα είναι στεγανά, αν δεν είναι ακριβώς αυτό που θέλουν, δεν παρακολουθούν καθόλου.
Οι νέοι αυτοί λοιπόν, για να μπουν στις σχολές αυτές και να γίνουν νοσηλευτές και αισθητικοί κι ό,τι άλλο, δίνουν εξετάσεις μαζί με τους άλλους. Όλοι μαζί, στις Πανελλήνιες. Ίδια ύλη, για τη Νομική και την Ιατρική, και την Ανθοκομία Ηπείρου. Σκεφτείτε λίγο. Αυτά τα Μαθηματικά, που εξασφαλίζουν τα χιλιοστά των Ιατρικών και τα προστατεύουν από τα χιλιοστά των Οτδοντιατρικών, τα ίδια φοβερά Αρχαία που ξεχωρίζουν την ήρα των νηπιαγωγών από το στάρι των εκλεκτών της Νομικής, για όλους. Μονοκαλλιέργεια. Η ίδια Φυσική. Η ίδια παπαγαλιστί Ιστορία. Ή ίδια παραμόρφωση εγκεφάλου, που ίσως αντέχεται αν ζεις σε πόλη και έχεις πάρει μια ιδέα για την αληθινή ζωή, πληρώνουν οι γονείς σου φροντιστήριο, ιδιαίτερα και τα ρέστα,  αλλά είναι πιο βαριά όταν  δεν έχεις τα μέσα και τα λεφτά, αν δεν μπορείς να εναγκαλιστείς το αντικείμενο της παπαγαλίας, αν δυσκολεύεσαι με οποιονδήποτε τρόπο.
Εχει γίνει χρόνια τώρα το τροπάριο των θεωρούμενων φιλελευθέρων, κι αυτή είναι η μεγάλη ειρωνία, να μην περνά κανείς σε σχολή, αν δεν πιάνει τη βάση του 10. Νοσηλευτές, ανθοκόμοι, ιατρικοί επισκέπτες, όλοι αυτοί των χαμηλών βαθμών, μηχανικοί αυτοκινήτων, καμαριέρες, σερβιτόροι, θέλουν, σου λέει, και σπουδές; Αφού δεν αποστήθισαν καλά το βιβλίο Ιστορίας, να πάνε στα ιδιωτικά ΙΕΚ, να πληρώσουν. Να κόψουν το λαιμό τους. Μόνο οι υψηλού επιπέδου φοιτητές δικαιούνται την κρατική γενναιοδωρία! Μόνο γιατρούς, καθηγητές και δικηγόρους να τρέφει το κράτος. Α ναι, και μηχανικούς.  Έχουμε και κρίση.
Κάθε φθινόπωρο το ίδιο τροπάριο, χωρίς ενημέρωση, χωρίς περίσκεψη, (και βέβαια χωρίς αιδώ) Χωρίς άλλα νούμερα πέρα από τις περίφημες βάσεις, το πόσο φτάνει κανείς στο μέτρο που έχει στηθεί για να βγάζει τους πρώτους των πρώτων, το τροπάριο ξεκινά στα άρθρα και στα κοινωνικά δίκτυα, χωρίς άλλη βάση πέρα από την κοινή αποδοχή ότι οι χαμηλοί βαθμοί είναι κακό πράμα. Και τόσες σχολές, τι τις χρειαζόμαστε; Τεχνολογία τροφίμων, πφ, βλακείες. Στη χώρα που δίνει μάχες για το ΠΟΠ φέτας; Αμ ιχυοκαλλιέργειες στην Ελλάδα; Καμία σχέση. Εμείς πάντα θα τρώμε τσιπούρες αλανιάρες. Και θα είμαστε αλανιάρηδες κι οι ίδιοι. Και θέλουμε αλανάρηδες μηχανικούς αυτοκινήτων και αισθητικούς, και νοσηλευτές, και ηλεκτρολόγους, κι όλ' αυτά τα παρακατιανά.

Στα σόσιαλ μίντια λοιπόν, τις μέρες που ανακοινώθηκαν οι βάσεις, έβλεπες στη μια παράγραφο τα συγχαρητήρια για το παιδί που πέρασε, στην επόμενη τον αποτροπιασμό για τη χαμηλή βάση σε κάποια επαρχιακή σχολή, που πήρε κάποιο άλλο παιδί, το παιδί του κατώτερου θεού και του κατώτερου βαθμού. Αν μπορούσα να τα βρω ένα- ένα αυτά τα παιδιά, για τα οποία συχνά η περιφρονημένη αποτυχία έχει τεράστιο κόστος, θα ήθελα να τα συγχαρώ αυτοπροσώπως. Συχνά έφτασαν στο επιτυχημένο τους αποτέλεσμα με τρομερές δυσκολίες, συχνά κόντεψαν να τα παρατήσουν, συχνά οι οικογένειες δεν τους ενθάρρυναν, συχνά έδωσαν μάχη ακόμα και για να πάνε  στο Λύκειο. Η αγωνία μας θα έπρεπε να είναι αν αυτά τα παιδιά θα καταφέρουν να τελειώσουν, αν οι σχολές είναι στο ύψος των προσδοκιών τους, και των δικών μας. Και πώς θα μπορούσαν τα στεγανά τμήματα να γίνουν λιγότερο στεγανά, ειδικά στις εξειδικευμένες σχολές με χαμηλές βαθμολογίες, αφού οι υψηλές είναι στο ανέγγιχτο και το απυρόβλητο. Και το τι γίνεται πιο πίσω; Πόσα εγκαταλείπουν την προσπάθεια, και γιατί; Πόσα δεν πάνε καν στο Λύκειο, και γιατί; Πόσα δεν πάνε καν στο Γυμνάσιο, και γιατί;  Αυτά θα έπρεπε να ανησυχούν τους αληθινούς φιλελεύθερους, που υποτίθεται πιστεύουν στις ίσες ευκαιρίες.

Τετάρτη, 12 Ιουλίου 2017

Η ροκού και η άλλη

Μα πώς αφήνουν να γίνονται ροκ συναυλίες στο Ηρώδειο, αναρωτήθηκε η ροκ της παρέας, κάπως συγκλονισμένη από τη μίξη των ειδών. Αυτά παθαίνουν οι ροκ άνθρωποι, μπερδεύονται. Ενώ εμείς του κλασικού, που ακούγαμε Μότσαρτ το καλοκαίρι πριν τις Πανελλήνιες (δεν τις έλεγαν έτσι τότε, και γίνονταν Σεπτέμβρη) έχουμε προ πολλού ξεσκολίσει κι όλα τα ξέρουμε.
Μα η Αρχαιολογική Υπηρεσία δεν άφησε να γίνει παρουσίαση του Gucci στην Ακρόπολη για να μην κουνηθούν/ σοκαριστούν/ πιθανώς λεκιάσουν ή κάτι παρεμφερές τέλος πάντων, οι πέτρες, κι επιτρέπει τέτοιο χαλασμό στο Ηρώδειο, επιμένει η ροκού. Καλά εσύ παιδί μου, δεν είσαι με το ροκ; Δεν καταλαβαίνω πια τίποτε. Είμαι με το ροκ, γι αυτό παίρνω το θάρρος κιόλας, και λέω την απορία μου σε σένα που δεν είσαι, πώς σου φαίνεται αυτό όλο;
Εγώ δεν είμαι του ροκ, γιατί να το κρύψωμεν άλλωστε, φαίνεται πολύ εξάλλου, αλλά τολμάω να βγω να το πω; Να θεωρηθώ πασέ στο άνθος της ηλικίας μου; Όμως εδώ μπερδέψαμε τους ρόλους, η ροκ μας βγήκε υπέρ της συντήρησης, κυριολεκτικά, κι η κλασική υπέρ της συναυλίας, και της χρήσης του Ηρωδείου. Φαντάζεσαι, της λέω, να την πιάσει ευαισθησία την Αρχαιολογική Υπηρεσία και να τ’ απαγορεύσει όλα; Μη μιλάς καθόλου. Στο κάτω- κάτω το Ηρώδειο είναι της ρωμαϊκής περιόδου, δηλαδή ρωμαϊκό πες, ο δε Ηρώδης ήταν ένας πάμπλουτος που έφτασε να γίνει Συγκλητικός στη Ρώμη, άρα σχεδόν Ρωμαίος. Και τα ρωμαϊκά δεν μας νοιάζουν, δεν είναι παρά αντίγραφα, εμείς είχαμε τον 5ο αιώνα αυτοπροσώπως, κι όλα τ’ άλλα είναι απλώς οδοντόκρεμες. Δεν πας στον Εθνικό κήπο να δεις μωσαϊκά αβέρτα; Και κολώνες βεβαίως, και άλλα διάφορα, όλα καταγής, ρωμαϊκής περιόδου είναι, σαν της κατοχής δηλαδή. Ε, πόσα να μαζέψει κανείς σε μουσεία, πόσα να μαντρώσει; Ας μείνει και κάτι στην πόλη να το βλέπουμε περπατώντας, να συνδεόμαστε με το παρελθόν. Ας μείνει κι ένα θέατρο να λειτουργεί, μας έπνιξαν τα ερείπια.
Έχει μωσαϊκά στον Εθνικό κήπο, ρωτά η ροκού δύσπιστα. Εγώ μόνο τη λιμνούλα με τις πάπιες ξέρω. Εμ βέβαια, δεν πάνε σε κήπους οι ροκούδες, ενώ εμείς του κλασικού, πού μας χάνεις, πού μας βρίσκεις; Έλα ένα πρωινό να σου τα δείξω, πάνε οι πάπιες πια, μόνο τα μωσαϊκά έχουν μείνει, και οι πεσμένες κολώνες βεβαίως, βάλανε και ταμπελίτσα τώρα που τα εξηγεί, ήταν η πόλη του Αδριανού εκεί, αυτή που γράφει επάνω και η πύλη του Αδριανού, η τραγουδισμένη. Κοντά στου Μακρυγιάννη.
Είναι παρελθόν μας αυτό, του ανήκουμε; Μας ανήκει; Οι αιώνες της ρωμαϊκής κυριαρχίας έχουν αρχαιολογική αξία; Συναισθηματική αξία; Ιστορική αξία; Προβλήματα ταυτότητας βάζει η ροκού μέσα στον καύσωνα. Ας κοιτάξουμε το μέλλον, προτείνω η κλασική. Αλλά και τα μωσαϊκά όμως βρε παιδί μου, τα ψηφιδωτά, έτσι αβέρτα; Να τα λυπηθούμε ή όχι;
Ας τα πάρουμε μια φωτογραφία τουλάχιστον, λέει η ροκού, πιο εξοικειωμένη εν τέλει με το εφήμερο απ’ όσο δείχνει.

Χελιδονόψαρα και σολομοί



Πέφτει ο αέρας το βραδάκι, και η θάλασσα μοιάζει με καθρέφτη. Βαραίνουμε κι εμείς από τη ζέστη της μέρας, δεν θέλουμε να μετακινηθούμε πιθαμή. Κολυμπούν εδώ παιδιά και γέροι, όρθιοι με τα καπέλα τους συζητούν για ένδοξα ψαρέματα του παρελθόντος, κάποτε έπιανα ροφούς εδώ, τώρα ούτε σαρδέλες δεν βλέπω. Πού να τις δεις, δεν πηδάνε έξω από το νερό! Αφού σου λέω, έχουν εξαφανιστεί τα ψάρια, ο πρώτος επιμένει. Άδικα περιμένεις, φωνάζει στο πιτσιρίκι που έχει πάρει την αδιάβροχη φωτογραφική μηχανή από τον μπαμπά του και στέκεται με τα πόδια ανοιχτά στα ρηχά, περιμένοντας κάποιο ψάρι να ποζάρει.
-Θα βγάλω χελοδονόψαρο, τους πληροφορεί και τη στρέφει στον ουρανό, στον ήλιο που πάει να δύσει. Γελά η παρέα των μεγάλων. Είναι δύσκολο να πετύχεις το χελιδονόψαρο την ώρα που πετάει,  λέει ο πατέρας του. Ξαφνικά θυμάμαι μια στιγμή που δεν πρόλαβα να απαθανατίσω, αν και κουβαλούσα κι εγώ φωτογραφική μηχανή κρεμασμένη στο λαιμό μου. Ήμουν στη Σκωτία, αδερφοποιημένη χώρα για γονείς φοιτητών που επωφελήθηκαν από τις υποτροφίες προς μη Βρετανούς Ευρωπαίους, κι είχαμε πάρει τα βουνά, κυριολεκτικά. Έστω, τους λόφους,  βουνά δεν τα λες, τριακόσια μέτρα ύψος το ψηλότερο, όμως πόσο όμορφα, με τα σημαδεμένα τους μονοπάτια, οργανωμένα, νιώθεις την ανάσα της αγάπης και της φροντίδας των κατοίκων τους σε κάθε βήμα. Ανεβαίναμε δίπλα σ’ ένα ρυάκι που κυλούσε ορμητικό, κι εκεί που ο γκρεμός ήταν μεγάλος είχαν φτιάξει γούρνες σαν σκαλοπάτια, να μειώνεται η απόσταση για τους σολομούς που κολυμπούσαν κόντρα στο ρεύμα, να φτάσουν πίσω στην πηγή που γεννήθηκαν, να κάνουν εκεί τ’ αυγά τους. Όλ’ αυτά τα έγραφαν σε μια κατατοπιστική ταμπελίτσα και τα εξηγούσαν με σκίτσα, κι αφού τα διάβασα σαν το πιο απίστευτο παραμύθι, είπα η έξυπνη, σιγά να μην πηδάνε οι σολομοί απ’ αυτά τα σκαλοπάτια! Και μόλις το είπα, λες και με είχε ακούσει, βλέπω μια ψαρούκλα, μεγάλη σαν τον πήχυ μου, να πηδάει μονοκόμματη, οριζόντια, από τη χαμηλή γούρνα, και να φτάνει την ψηλή, που ήταν ένα μέτρο πιο πάνω. Κι έμεινα με το στόμα ανοιχτό, άφωνη, για κάμποση ώρα, ύστερα άρχισα να φωνάζω σα μικρό παιδί.
 Πρέπει πάντα να επαγρυπνείς, λέω στον πιτσιρίκο, τα χελιδονόψαρα τινάζονται εκεί που δεν το περιμένει κανείς.

Η πόλη των χιλίων ποταμών

Αργήσαμε να πάρουμε μπρος, ομολογούσε στο ραδιόφωνο ο δημοσιογράφος που ασχολούνταν με τις πλημμύρες. Λογικό, αφού υπήρχαν τόσα συγκλονιστ...