Σάββατο, 9 Σεπτεμβρίου 2017

Πώς μένουν λεπτές οι Γαλλίδες;


Βλέποντας την Μπριζίτ Μακρόν στην Αθήνα αναρωτήθηκα γι άλλη μια φορά, όπως νομίζω, πολλές και πολλοί, ποιο να είναι το μυστικό της και μένει έτσι λεπτή σε μια ήλικία που πολύ δύσκολα το πετυχαίνει κανείς; Συνομήλικες είμαστε, το πώς συσσωρεύονται τα περιττά κιλά μετά τα πενήντα το ζω στο πετσί μου με κόπο και πείνα. Τι κάνουν αυτές οι γυναίκες και παραμένουν λεπτές;
Το πώς και γιατί είναι λεπτές οι Γαλλίδες, με απασχολούσε πολύ την εποχή που έζησα στο Παρίσι, και προσπαθούσα να το καταλάβω παρατηρώντας τις συστηματικά, πριν οι Αμερικανοί δημοσιογράφοι και συγγραφείς πιάσουν δουλειά για ν' ανακαλύψουν το μέγα  μυστικό. Με μια έρευνα που είδα τις προάλλες σε αμερικανικό κανάλι, έβαλα τα γέλια: σταματούσαν με το ματσούκι διάφορες Παριζιάνες στο δρόμο και τις ρωτούσαν τι κάνουν για να μένουν λεπτές. Τρώμε λαχανικά, έλεγαν μερικές.  Ψωνίζω μόνη μου  και μαγειρεύω σπίτι, έλεγαν  άλλες. Και στην Ελλάδα ψωνίζουμε μόνες μας και μαγειρεύουμε σπίτι, τρώμε και λαχανικά, αλλά δείτε το αποτέλεσμα. Καλό θα κάνει βέβαια στους Αμερικανούς λίγο μαγείρεμα και λίγες φυτικές ίνες, αλλά δεν είναι τόσο απλό, κορίτσια.
Υπάρχει κάτι άλλο πίσω απ' όλ' αυτά, κάτι που δυσκολεύτηκα να αποδεχτώ τότε που ήμουν νέα στο Παρίσι. Αναγκάζομαι όμως να το δω καθώς περνούν τα χρόνια, κάτι που έχει να κάνει με την κουλτούρα και ξεκινάει από τα πρώτα χρόνια και τις πρώτες μπουκιές. Κι αν δυσκολευόμουν να το αποδεχτώ, είναι επειδή έχει να κάνει με την επιτήδευση. Σαν πρωτοποριακό παιδί του καιρού μου, υπήρξα φυσικά οπαδός του αυθορμητισμού, της απλότητας και της αμεσότητας. Κι όσο προσπαθούσα να καταλάβω το μυστικό της κομψότητας των Γαλλίδων,  αυτό από νωρίς με ενδιέφερε, τόσο διαπίστωνα ότι είχε να κάνει με διαφορετικό τρόπο ζωής, ριζωμένο βαθιά στην παιδική ηλικία, τρόπο περίπλοκο, επίμονα καλλιεργημένο και εντέλει άκρως επιτηδευμένο. Όχι όμως ψεύτικο, έτσι που να ανιχνεύεται από το είδος της δικής μου φανατικής προσήλωσης στη γνησιότητα. Τόσο καλλιεργημένο κι ενσωματωμένο στη ζωή που γίνεται εντέλει ένα με την ανθρώπινηη φύση.
Φάτε με μαχαιροπήρουνο, μας έλεγε ο καημένος ο πατέρας μου όταν ήμασταν μικρά. Στο δεξί το μαχαίρι, στο αριστερό το πηρούνι. Δυσφορούσαμε, αφού έπρεπε ταυτόχρονα να τρώμε γρήγορα, και να τρώμε πολύ, γιατί υπήρχε το τραύμα της Κατοχής πρόσφατο ακόμα. Η μητέρα έβαζε στο πιάτο μας πρόσθετα κομμάτια. Ενίοτε τα έχωνε κατευθείαν στο στόμα μας, ακόμα κι όταν είχαμε κάμποσο μεγαλώσει. Στο τέλος και οι δυο γονείς σκούπιζαν το πιάτο με μπουκίτσες ψωμιού, διευκρινίζοντας ότι κάτι τέτοιο δεν πρέπει να το κάνεις σε επίσημο τραπέζι. Οπότε, η απλή προτροπή για το μαχαιροπήρουνο, δεν είχε αποτέλεσμα. Καλύτερα να έτρωγες λαίμαργα, αυτό ήταν πιο ειλικρινές, στο βάθος. Τέτοιο μήνυμα παίρναμε τελικά.
Μεγαλώσαμε πιστεύοντας ότι είμαστε λιγόφαγοι, ότι πάντα κάποια άλλα καλύτερα παιδάκια από μας τρώνε όλο το φαί τους πιο εύκολα και πρόθυμα, χωρίς να τυραννούν τους γονείς τους, κλπ. Κι ακόμα και τώρα, ενώ η Κατοχή έχει πια απομακρυνθεί, δεν είναι στις αναμνήσεις των σημερινών γονιών, βλέπεις μαμάδες να κυνηγάνε τα παιδιά με τη μπουκιά στο πηρούνι, να τη χώσουν στο στόμα του. Λάθος ξεκίνημα για να γίνουμε λεπτές σαν Γαλλίδες.
Θα έχετε δει τα μικρά των Γάλλων στο τραπέζι, είναι σα να ανήκουν σε άλλο είδος. Τρώνε όντως με μαχαιροπήρουνο, μόνα τους, αργά, σοβαρά, σε βαθμό που σε ελληνική ταβέρνα να προκαλούν πολιτιστικό σοκ και να απειλούνται οι γονείς από μηνύσεις για κακοποίηση παιδιών. Απλώς εξασφαλίζουν τη μελλοντική κομψότητα των βλαστών τους, διατηρώντας και τη δική τους φυσικά. Κοιτάζουν το πιάτο προσεχτικά, κόβουν μικρά κομματάκια. Παρατηρώντας τους σκέφτηκα κάποτε ότι ίσως ζυγίζουν την επιθυμία τους σε κάθε μπουκιά, μήπως χόρτασα; αναρωτιούνται. Προσπάθησα να τους μιμηθώ, κατάφερα να εξυγειάνω κάπως τη σχέση μου με το φαγητό. Γαλλίδα δεν έγινα, ορμάω ακόμα στην κατσαρόλα μ' ένα κουτάλι, όταν πεινάω, αλλά ο αγώνας συνεχίζεται.
Διότι, ναι, οι Γάλλοι μάλλον δεν τρώνε πάνω από τις κατσαρόλες. Κάθονται στο τραπέζι, εμφανίζουν διάφορα τζάντζαλα- μάντζαλα, κάνουν περίπλοκη τη διαδικασία. Πιατάκια, μπολάκια, αξεσουάρ. Το φαγητό είναι κι αυτό περίπλοκο στη γαλλική κουζίνα. Κάθε Γάλλος έχει παραστάσεις και εμπειρίες απίστευτων επινοήσεων και κατασκευών ακόμα και στο φτωχότερο σπίτι. Η μαγειρική είναι τέχνη, είτε υψηλή, είτε λαϊκή, σε κάθε επίπεδο είναι τέχνη.
Και φυσικά δεν είναι η μόνη. Οι Γαλλίδες δεν ξέρουν μόνο να μαγειρεύουν εξ απαλών ονύχων. Μαθαίνουν και να ντύνονται, να μακιγιάρονται, να περπατάνε, να μιλάνε και να γελάνε κομψά, η επιτήδευση δεν είναι επιτήδευση, περνάει στο σώμα τους, είναι η φύση τους πια, ο εαυτός τους. Όπως εμείς μαθαίνουμε από μωρά να λέμε τον άλλο μαλάκα, Γαλλίδες και Γάλλοι μαθαίνουν να μιλάνε στον πληθυντικό σε όλον τον κόσμο πλην των πολύ οικείων. Δυστυχώς, έτσι έχουν τα πράγματα. Στην εφηβεία οι Γάλλοι βέβαια αντιδρούν, κάνουν τους μάγκες, αντιστρέφουν τις λέξεις, προσπαθούν να προκαλέσουν όπως όλοι οι έφηβοι. Οι δικοί μας δυσκολεύονται περισσότερο, ξανά από το

 Μπορεί να το θεωρείτε καταπίεση και δυστυχία όλο αυτό, και να προσέχετε μόνο το σνομπάρισμα που, όντως, ρίχνουν ειδικά οι Παριζιάνοι σε κάθε επισκέπτη της πόλης τους, και μπορεί να έχετε δίκιο. Μπορεί να είναι όντως δυστυχία, δεν ξέρω. Το βέβαιο είναι ότι εξασφαλίζει κομψότητα. 

Πέμπτη, 7 Σεπτεμβρίου 2017

Κεφάτη στη Ρόδο

Το μεγάλο ταξίδι μου του καλοκαιριού ήταν στη Ρόδο, μια μέρα κράτησε, αλλά άξιζε πολλές. Ντροπή μου τόσα χρόνια να μην έχω πάει στη μεσαιωνική της πόλη, στο Παλάτι του Μαγίστρου, να μην έχω περπατήσει την Οδό των Ιπποτών, αλλά επανόρθωσα τον Ιούλιο με όλες τις δυνάμεις μου. Οι οποίες δεν ήταν πολλές μέσα στη ζέστη και δεν τις βοηθούσαν τα ακατάλληλα για τα βοτσαλωτά δρομάκια της παπούτσια, αλλά δεν τους χαρίστηκα.
Περπάτησα μέχρι τελικής πτώσεως (κυριολεκτικά), πήγα στα δύο σημαντικότερα μουσεία, έφαγα βλακείες για να μη χάνω χρόνο αναζητώντας κάτι καλό, την ίδρωσα τη φανέλα του τουρίστα. Κι ακόμα δεν καταλαβαίνω γιατί δεν είχα κάνει νεότερη αυτή την περιήγηση, κι ας είχα πάει στο νησί. Εβλεπα τη Ρόδο ως νησί, έψαχνα παραλίες. Τα νιάτα είναι λίγο άσχετα, όπως διαρκώς διαπιστώνω.
Εκτός κι αν μάντευα ενστικτωδώς την κούραση που με περίμενε ή τις κακουχίες που παραμόνευαν στο καταπληκτικό εκείνο κτίριο που στεγάζει το Αρχαιολογικό Μουσείο. Νοσοκομείο των Ιπποτών υπήρξε κι εκείνοι οι ιππότες ήταν ακριβώς αυτό, δηλαδή νοσοκομειακοί ιππότες.
Μεγάλες αίθουσες, ωραίες αυλές, επίπεδα, κρήνες, προσθήκες μεταγενέστερες, ένα αριστούργημα χωρίς τέλος. Και χωρίς καφενείο, κι ας είχε ταμπελίτσες που σε οδηγούσαν στο πουθενά. Και χωρίς μαγαζάκι για σουβενίρ. Υπεράνω τέτοιων ευτελών συνηθειών πάντα τα ελληνικά μουσεία. Και με τουαλέτες πολύ βρόμικες, γιατί τι να σου κάνουν κι αυτές με τόσο κόσμο; Δεν αυτοκαθαρίζονταν. Κακώς. Δηλαδή ο πληθυντικός είναι μεγαλοπρεπείας, μόνο μία λειτουργούσε.
Ωστόσο θα έπρεπε να είμαι ευγνώμων, γιατί στο Παλάτι του Μαγίστρου, το δεύτερο μουσείο, δεν λειτουργούσε καμία. Είχε όμως μαγαζάκι εκεί που πουλούσε βιβλία. Οχι μαντίλια και ξύστρες και θήκες γυαλιών ή ομπρέλες που παίρνουμε στο Λούβρο, είμαστε σοβαροί εμείς. Και είχε και ηλεκτρονικό εισιτήριο, το οποίο όμως δεν ελεγχόταν ηλεκτρονικά, περνούσες δίπλα από τις μπάρες. Ε, να μην μπερδεύονται οι άνθρωποι με τα μηχανήματα του διαβόλου.
Αν κι έφυγα χωρίς τα χαζά σουβενίρ που πάντα με παρηγορούν στα μουσεία για το τέλος της επίσκεψης, δεν μου χάλασε το κέφι. Προσπάθησα λίγο και ταυτίστηκα κάπως με τους ντόπιους που θα πρέπει να νιώθουν ένα είδος ανωτερότητας απέναντι στους ξένους, αφού δεν θαμπώνονται από τα μνημεία τους και την ιστορία τους και δεν χολοσκάνε να τα περιποιούνται με πάθος. Τους έτυχε ένας υπέροχος τόπος, συρρέουν μιλιούνια να τον θαυμάσουν, ε, με λίγη συγκατάβαση τους ανέχονται.

Παρασκευή, 1 Σεπτεμβρίου 2017

Το τροπάριο του Σεπτέμβρη, οι χαμηλές βάσεις

Κάθε χρόνο τέτοια εποχή, όταν αναγγελλονται οι βάσεις εισαγωγής στις σχολές, επεναλαμβάνεται η τελετουργία της αγανάκτησης για το πόσο χαμηλές είναι. Ω Θεέ μου, στο τάδε επαρχιακό ΤΕΙ μπήκαν παιδιά με 5, ξέρωγώ, ή με ακόμα πιο χαμηλό βαθμό. Οποία κατάπτωση και παρακμή! Μα γιατί πρέπει να σπουδάζουν όλοι, αναρωτιούνται οι προγραμματιστές της ζωής των άλλων, μάλιστα θεωρούνται πολλοί και φιλελεύθεροι με τη βούλα. Είναι ανάγκη να γίνουν όλοι επιστήμονες;
Τις περισσότερες φορές οι χαμηλές αυτές βάσεις, που δεν είναι ποτέ τόσο χαμηλές όσο φαίνονται όταν αναφέρεται κανείς σε βαθμούς ενός μόνο μαθήματος, εφόσον όλα τα παιδιά που περνούν σε σχολές πρέπει να έχουν Απολυτήριο, δηλαδή τουλάχιστον 9,50, οι βάσεις λοιπόν αυτές εξασφαλίζουν είσοδο σε σχολές εξειδικευμένες, που απευθύνονται σε νέους με συγκεκριμένες προσδοκίες. ΤΕΙ Αισθητικής και Κοσμητολογίας ας πούμε, ή Τμήμα Οχημάτων του ΤΕΙ Θεσσαλονίκης,  Υδατοκαλλιέργειες, Νοσηλευτική,  Τουριστικά επαγγέλματα, Επισκέπτες υγείας, Οδοντοτεχνίτες, Οινολογία, Φυσικοθεραπεία, Τεχνολογία τροφίμων, Ανθοκομία και Ιχθυοκομεία, Διαιτολογία, Ηχοληψία, κλπ, κλπ, λίγο ψάξιμο θα σας εντυπωσιάσει. Πολλά επαγγέλματα που άλλοτε τα μάθαινες με μαθητεία, ή πουθενά, ή στου κασίδη το κεφάλι, μπορείς σήμερα να τα σπουδάσεις, ζώντας τα πολυτελή φοιτητικά χρόνια, όσο γίνεται βέβαια. Γιατί στις σχολές αυτές περνάνε παιδιά από οικογένειες με χαμηλά εισοδήματα, κατά κύριο λόγο, και συχνά δεν μπορούν να ανταποκριθούν στα έξοδα και καθώς τα τμήματα είναι στεγανά, αν δεν είναι ακριβώς αυτό που θέλουν, δεν παρακολουθούν καθόλου.
Οι νέοι αυτοί λοιπόν, για να μπουν στις σχολές αυτές και να γίνουν νοσηλευτές και αισθητικοί κι ό,τι άλλο, δίνουν εξετάσεις μαζί με τους άλλους. Όλοι μαζί, στις Πανελλήνιες. Ίδια ύλη, για τη Νομική και την Ιατρική, και την Ανθοκομία Ηπείρου. Σκεφτείτε λίγο. Αυτά τα Μαθηματικά, που εξασφαλίζουν τα χιλιοστά των Ιατρικών και τα προστατεύουν από τα χιλιοστά των Οτδοντιατρικών, τα ίδια φοβερά Αρχαία που ξεχωρίζουν την ήρα των νηπιαγωγών από το στάρι των εκλεκτών της Νομικής, για όλους. Μονοκαλλιέργεια. Η ίδια Φυσική. Η ίδια παπαγαλιστί Ιστορία. Ή ίδια παραμόρφωση εγκεφάλου, που ίσως αντέχεται αν ζεις σε πόλη και έχεις πάρει μια ιδέα για την αληθινή ζωή, πληρώνουν οι γονείς σου φροντιστήριο, ιδιαίτερα και τα ρέστα,  αλλά είναι πιο βαριά όταν  δεν έχεις τα μέσα και τα λεφτά, αν δεν μπορείς να εναγκαλιστείς το αντικείμενο της παπαγαλίας, αν δυσκολεύεσαι με οποιονδήποτε τρόπο.
Εχει γίνει χρόνια τώρα το τροπάριο των θεωρούμενων φιλελευθέρων, κι αυτή είναι η μεγάλη ειρωνία, να μην περνά κανείς σε σχολή, αν δεν πιάνει τη βάση του 10. Νοσηλευτές, ανθοκόμοι, ιατρικοί επισκέπτες, όλοι αυτοί των χαμηλών βαθμών, μηχανικοί αυτοκινήτων, καμαριέρες, σερβιτόροι, θέλουν, σου λέει, και σπουδές; Αφού δεν αποστήθισαν καλά το βιβλίο Ιστορίας, να πάνε στα ιδιωτικά ΙΕΚ, να πληρώσουν. Να κόψουν το λαιμό τους. Μόνο οι υψηλού επιπέδου φοιτητές δικαιούνται την κρατική γενναιοδωρία! Μόνο γιατρούς, καθηγητές και δικηγόρους να τρέφει το κράτος. Α ναι, και μηχανικούς.  Έχουμε και κρίση.
Κάθε φθινόπωρο το ίδιο τροπάριο, χωρίς ενημέρωση, χωρίς περίσκεψη, (και βέβαια χωρίς αιδώ) Χωρίς άλλα νούμερα πέρα από τις περίφημες βάσεις, το πόσο φτάνει κανείς στο μέτρο που έχει στηθεί για να βγάζει τους πρώτους των πρώτων, το τροπάριο ξεκινά στα άρθρα και στα κοινωνικά δίκτυα, χωρίς άλλη βάση πέρα από την κοινή αποδοχή ότι οι χαμηλοί βαθμοί είναι κακό πράμα. Και τόσες σχολές, τι τις χρειαζόμαστε; Τεχνολογία τροφίμων, πφ, βλακείες. Στη χώρα που δίνει μάχες για το ΠΟΠ φέτας; Αμ ιχυοκαλλιέργειες στην Ελλάδα; Καμία σχέση. Εμείς πάντα θα τρώμε τσιπούρες αλανιάρες. Και θα είμαστε αλανιάρηδες κι οι ίδιοι. Και θέλουμε αλανάρηδες μηχανικούς αυτοκινήτων και αισθητικούς, και νοσηλευτές, και ηλεκτρολόγους, κι όλ' αυτά τα παρακατιανά.

Στα σόσιαλ μίντια λοιπόν, τις μέρες που ανακοινώθηκαν οι βάσεις, έβλεπες στη μια παράγραφο τα συγχαρητήρια για το παιδί που πέρασε, στην επόμενη τον αποτροπιασμό για τη χαμηλή βάση σε κάποια επαρχιακή σχολή, που πήρε κάποιο άλλο παιδί, το παιδί του κατώτερου θεού και του κατώτερου βαθμού. Αν μπορούσα να τα βρω ένα- ένα αυτά τα παιδιά, για τα οποία συχνά η περιφρονημένη αποτυχία έχει τεράστιο κόστος, θα ήθελα να τα συγχαρώ αυτοπροσώπως. Συχνά έφτασαν στο επιτυχημένο τους αποτέλεσμα με τρομερές δυσκολίες, συχνά κόντεψαν να τα παρατήσουν, συχνά οι οικογένειες δεν τους ενθάρρυναν, συχνά έδωσαν μάχη ακόμα και για να πάνε  στο Λύκειο. Η αγωνία μας θα έπρεπε να είναι αν αυτά τα παιδιά θα καταφέρουν να τελειώσουν, αν οι σχολές είναι στο ύψος των προσδοκιών τους, και των δικών μας. Και πώς θα μπορούσαν τα στεγανά τμήματα να γίνουν λιγότερο στεγανά, ειδικά στις εξειδικευμένες σχολές με χαμηλές βαθμολογίες, αφού οι υψηλές είναι στο ανέγγιχτο και το απυρόβλητο. Και το τι γίνεται πιο πίσω; Πόσα εγκαταλείπουν την προσπάθεια, και γιατί; Πόσα δεν πάνε καν στο Λύκειο, και γιατί; Πόσα δεν πάνε καν στο Γυμνάσιο, και γιατί;  Αυτά θα έπρεπε να ανησυχούν τους αληθινούς φιλελεύθερους, που υποτίθεται πιστεύουν στις ίσες ευκαιρίες.

Τετάρτη, 12 Ιουλίου 2017

Η ροκού και η άλλη

Μα πώς αφήνουν να γίνονται ροκ συναυλίες στο Ηρώδειο, αναρωτήθηκε η ροκ της παρέας, κάπως συγκλονισμένη από τη μίξη των ειδών. Αυτά παθαίνουν οι ροκ άνθρωποι, μπερδεύονται. Ενώ εμείς του κλασικού, που ακούγαμε Μότσαρτ το καλοκαίρι πριν τις Πανελλήνιες (δεν τις έλεγαν έτσι τότε, και γίνονταν Σεπτέμβρη) έχουμε προ πολλού ξεσκολίσει κι όλα τα ξέρουμε.
Μα η Αρχαιολογική Υπηρεσία δεν άφησε να γίνει παρουσίαση του Gucci στην Ακρόπολη για να μην κουνηθούν/ σοκαριστούν/ πιθανώς λεκιάσουν ή κάτι παρεμφερές τέλος πάντων, οι πέτρες, κι επιτρέπει τέτοιο χαλασμό στο Ηρώδειο, επιμένει η ροκού. Καλά εσύ παιδί μου, δεν είσαι με το ροκ; Δεν καταλαβαίνω πια τίποτε. Είμαι με το ροκ, γι αυτό παίρνω το θάρρος κιόλας, και λέω την απορία μου σε σένα που δεν είσαι, πώς σου φαίνεται αυτό όλο;
Εγώ δεν είμαι του ροκ, γιατί να το κρύψωμεν άλλωστε, φαίνεται πολύ εξάλλου, αλλά τολμάω να βγω να το πω; Να θεωρηθώ πασέ στο άνθος της ηλικίας μου; Όμως εδώ μπερδέψαμε τους ρόλους, η ροκ μας βγήκε υπέρ της συντήρησης, κυριολεκτικά, κι η κλασική υπέρ της συναυλίας, και της χρήσης του Ηρωδείου. Φαντάζεσαι, της λέω, να την πιάσει ευαισθησία την Αρχαιολογική Υπηρεσία και να τ’ απαγορεύσει όλα; Μη μιλάς καθόλου. Στο κάτω- κάτω το Ηρώδειο είναι της ρωμαϊκής περιόδου, δηλαδή ρωμαϊκό πες, ο δε Ηρώδης ήταν ένας πάμπλουτος που έφτασε να γίνει Συγκλητικός στη Ρώμη, άρα σχεδόν Ρωμαίος. Και τα ρωμαϊκά δεν μας νοιάζουν, δεν είναι παρά αντίγραφα, εμείς είχαμε τον 5ο αιώνα αυτοπροσώπως, κι όλα τ’ άλλα είναι απλώς οδοντόκρεμες. Δεν πας στον Εθνικό κήπο να δεις μωσαϊκά αβέρτα; Και κολώνες βεβαίως, και άλλα διάφορα, όλα καταγής, ρωμαϊκής περιόδου είναι, σαν της κατοχής δηλαδή. Ε, πόσα να μαζέψει κανείς σε μουσεία, πόσα να μαντρώσει; Ας μείνει και κάτι στην πόλη να το βλέπουμε περπατώντας, να συνδεόμαστε με το παρελθόν. Ας μείνει κι ένα θέατρο να λειτουργεί, μας έπνιξαν τα ερείπια.
Έχει μωσαϊκά στον Εθνικό κήπο, ρωτά η ροκού δύσπιστα. Εγώ μόνο τη λιμνούλα με τις πάπιες ξέρω. Εμ βέβαια, δεν πάνε σε κήπους οι ροκούδες, ενώ εμείς του κλασικού, πού μας χάνεις, πού μας βρίσκεις; Έλα ένα πρωινό να σου τα δείξω, πάνε οι πάπιες πια, μόνο τα μωσαϊκά έχουν μείνει, και οι πεσμένες κολώνες βεβαίως, βάλανε και ταμπελίτσα τώρα που τα εξηγεί, ήταν η πόλη του Αδριανού εκεί, αυτή που γράφει επάνω και η πύλη του Αδριανού, η τραγουδισμένη. Κοντά στου Μακρυγιάννη.
Είναι παρελθόν μας αυτό, του ανήκουμε; Μας ανήκει; Οι αιώνες της ρωμαϊκής κυριαρχίας έχουν αρχαιολογική αξία; Συναισθηματική αξία; Ιστορική αξία; Προβλήματα ταυτότητας βάζει η ροκού μέσα στον καύσωνα. Ας κοιτάξουμε το μέλλον, προτείνω η κλασική. Αλλά και τα μωσαϊκά όμως βρε παιδί μου, τα ψηφιδωτά, έτσι αβέρτα; Να τα λυπηθούμε ή όχι;
Ας τα πάρουμε μια φωτογραφία τουλάχιστον, λέει η ροκού, πιο εξοικειωμένη εν τέλει με το εφήμερο απ’ όσο δείχνει.

Χελιδονόψαρα και σολομοί



Πέφτει ο αέρας το βραδάκι, και η θάλασσα μοιάζει με καθρέφτη. Βαραίνουμε κι εμείς από τη ζέστη της μέρας, δεν θέλουμε να μετακινηθούμε πιθαμή. Κολυμπούν εδώ παιδιά και γέροι, όρθιοι με τα καπέλα τους συζητούν για ένδοξα ψαρέματα του παρελθόντος, κάποτε έπιανα ροφούς εδώ, τώρα ούτε σαρδέλες δεν βλέπω. Πού να τις δεις, δεν πηδάνε έξω από το νερό! Αφού σου λέω, έχουν εξαφανιστεί τα ψάρια, ο πρώτος επιμένει. Άδικα περιμένεις, φωνάζει στο πιτσιρίκι που έχει πάρει την αδιάβροχη φωτογραφική μηχανή από τον μπαμπά του και στέκεται με τα πόδια ανοιχτά στα ρηχά, περιμένοντας κάποιο ψάρι να ποζάρει.
-Θα βγάλω χελοδονόψαρο, τους πληροφορεί και τη στρέφει στον ουρανό, στον ήλιο που πάει να δύσει. Γελά η παρέα των μεγάλων. Είναι δύσκολο να πετύχεις το χελιδονόψαρο την ώρα που πετάει,  λέει ο πατέρας του. Ξαφνικά θυμάμαι μια στιγμή που δεν πρόλαβα να απαθανατίσω, αν και κουβαλούσα κι εγώ φωτογραφική μηχανή κρεμασμένη στο λαιμό μου. Ήμουν στη Σκωτία, αδερφοποιημένη χώρα για γονείς φοιτητών που επωφελήθηκαν από τις υποτροφίες προς μη Βρετανούς Ευρωπαίους, κι είχαμε πάρει τα βουνά, κυριολεκτικά. Έστω, τους λόφους,  βουνά δεν τα λες, τριακόσια μέτρα ύψος το ψηλότερο, όμως πόσο όμορφα, με τα σημαδεμένα τους μονοπάτια, οργανωμένα, νιώθεις την ανάσα της αγάπης και της φροντίδας των κατοίκων τους σε κάθε βήμα. Ανεβαίναμε δίπλα σ’ ένα ρυάκι που κυλούσε ορμητικό, κι εκεί που ο γκρεμός ήταν μεγάλος είχαν φτιάξει γούρνες σαν σκαλοπάτια, να μειώνεται η απόσταση για τους σολομούς που κολυμπούσαν κόντρα στο ρεύμα, να φτάσουν πίσω στην πηγή που γεννήθηκαν, να κάνουν εκεί τ’ αυγά τους. Όλ’ αυτά τα έγραφαν σε μια κατατοπιστική ταμπελίτσα και τα εξηγούσαν με σκίτσα, κι αφού τα διάβασα σαν το πιο απίστευτο παραμύθι, είπα η έξυπνη, σιγά να μην πηδάνε οι σολομοί απ’ αυτά τα σκαλοπάτια! Και μόλις το είπα, λες και με είχε ακούσει, βλέπω μια ψαρούκλα, μεγάλη σαν τον πήχυ μου, να πηδάει μονοκόμματη, οριζόντια, από τη χαμηλή γούρνα, και να φτάνει την ψηλή, που ήταν ένα μέτρο πιο πάνω. Κι έμεινα με το στόμα ανοιχτό, άφωνη, για κάμποση ώρα, ύστερα άρχισα να φωνάζω σα μικρό παιδί.
 Πρέπει πάντα να επαγρυπνείς, λέω στον πιτσιρίκο, τα χελιδονόψαρα τινάζονται εκεί που δεν το περιμένει κανείς.

Βοήθεια στο δρόμο δεν υπάρχει



Η ταλαιπωρία της μέρας. Κάτι μπανάλ, ούτε που αναστενάζουν πια οι άνθρωποι. Ανεβαίνοντας από Ομόνοια τη Σταδίου, λέει ο οδηγός του τρόλεϊ, έχει πορεία θα στρίψουμε Ακαδημίας. Εντάξει, και τι έγινε; Ρουτίνα. Εννοεί, θα στρίψει από το στενό, την Πεσμαζόγλου, που κάνει ένα τέταρτο μόνο να καταφέρει να χωθεί μέσα.
 Κατεβαίνω εγώ εκεί, να πάω με τα πόδια. Συναντάω και την πορεία, είναι 150 άτομα, με ομπρέλες για τον ήλιο, σωστούς τους βρίσκω. Έχουν τη ντουντούκα τους, περπατούν αργά και βασανιστικά (για τους οδηγούς που απέκλεισαν) Τους προσπερνάω, βλέπω και το πανώ, «Βοήθεια στο σπίτι». Πρέπει να είναι κάποια υπηρεσία του Δήμου. Συμβασιούχοι προφανώς, γιατί να μη διεκδικήσουν μονιμότητα; Είναι κεφάτοι, τραγουδάνε. Βάζουν στιχάκια στο γνωστό σκοπό του γιούπι- γιάγια. Πήγανε στις τράπεζες, κάτι τέτοια λένε. Μπορεί να είναι απλήρωτοι οι άνθρωποι. Αλλά όχι, γιατί το γυρίζουν στην πρόζα, φωνάζουν «Το Βοήθεια είναι εδώ/ ενωμένο- δυνατό» κι αμέσως το ξανασκέφτονται: «Το Βοήθεια είν’ εδώ/ και θα γίνει μόνιμο!» Αυτό το φωνάζουν πιο δυνατά, πιο άγρια.
 Έφτασα στην Κλαυθμώνος, ο δρόμος είναι έρημος, ποτέ δεν κατάλαβα γιατί η Αστυνομία κλείνει το κέντρο τόσο πρόθυμα για κάθε συγκέντρωση, όσο μικρή και να είναι. Τι κέρδος έχει απ’ αυτό, κάποιο κέρδος θα έχει, δεν μπορεί. Τώρα πια είμαι πολύ δύσπιστη με όλ’ αυτά. Τυχαία δεν γίνεται τίποτε, αλλά δεν βγάζω συμπέρασμα. Οι «Βοήθεια» από πίσω συνεχίζουν να απειλούν ότι θα γίνουν μόνιμοι, και τι άλλο είναι παρά απειλή αυτή η κραυγή, στην ταλαιπωρημένη πόλη που υφίσταται χρόνια τώρα τη συνδικαλιστική δύναμη του καθενός με διάφορες συνέπειες, κι ύστερα την πληρώνει κι από πάνω; Έχει ξεχαστεί το ΑΣΕΠ, όπως και η υπογραφή που βάζουν οι συμβασιούχοι στη σύμβαση τους. Τώρα έχουν μαζί την Αστυνομία, που κλείνει τους δρόμους, για να περάσουν και να απειλήσουν. Τώρα έχουν την απάθεια μας, τους σιωπηλούς υπολογισμούς μας, έχουν τη δόση που θα πάρουμε, έχουν κι αυτοί την ελπίδα τους, το πείσμα τους, να γίνουν μόνιμοι.
Αυτός είναι ο δρόμος μας. Κάτι σαν ιερά οδός των διεκδικήσεων από το κράτος. Όπως τότε που η Κλαυθμώνος γέμιζε κλαυθμούς και της έμεινε το όνομα. Ακόμα είναι πλατεία κλαυθμώνος και οδυρμώνος. Τώρα όμως δεν κλαίνε αυτοί, τώρα πρέπει να κλάψουμε εμείς οι υπόλοιποι. Ανεβαίνουν οι συμβασιούχοι, φωνάζουν γενναία, κι άλλοι υπάλληλοι, κι άλλοι διεκδικητές, κι άλλοι μόνιμοι, κι άλλο χρέος του κράτους, κι άλλη πίεση. Κάποια τροπολογία να γίνει. Όχι ΑΣΕΠ, είναι καπιταλιστικό, είναι αντιδραστικό. Και δεν οργανώνει πορείες, αν και ποτέ δεν ξέρεις.
 Τυχαία, όταν κανείς δεν θέλει να περάσει, κανένα ισχυρό σωματείο κρατικών υπαλλήλων με την ευρεία έννοια, αφήνουν και κανα τρόλεϊ, κανα λεωφορείο. Αλλά ο δρόμος τους ανήκει. Ποτέ κανείς συνδικαλισταράς δεν πρότεινε να μην κλείσει η έρμη η Σταδίου, να παρελάσουν δίπλα στ’ αυτοκίνητα, να τους βλέπουμε κιόλας, να τους συμπαθήσουμε ίσως. Βοήθεια στο σπίτι δίνουν, κάτι χρήσιμο, να σκεφτούμε το αίτημα τους.
 Όμως έχει τελειώσει η περίοδος της συμπάθειας. Τώρα όλοι θέλει να ενσπείρουν φόβο, να μας τρομάξουν, είναι ισχυροί, να λέμε,  πρέπει να τους πληρώσουμε κι αυτούς μαζί με τους άλλους. Βοήθεια στο δρόμο δεν υπάρχει. Βοήθεια στην κυκλοφορία δεν νοείται.

Ti είναι ο Άτλαντας, ποιο το βάρος;



Βραδάκι στη Διονυσίου Αεροπαγίτου παρακολουθούμε το δεκάλεπτο βίντεο του Γουίλιαμ Κέντριτζ «Παίξτε το χορό ακόμα πιο γλυκά», μια παρέλαση σκιών όπου συμμετέχουν κι οι περαστικοί με τις δικές τους. Περνούν στην οθόνη άνθρωποι γερμένοι από το βάρος των συμβόλων που κουβαλούν, λάβαρα, σημαίες, ταμπούρλα… Στέκονται και οι διαβάτες, κάνουν κι αυτοί τα δικά τους, σκυλάκια που ανοιγοκλείνουν το στόμα, κουνελάκια, καλόγριες που προσεύχονται. Τα παιδιά γελούν, οι μεγάλοι παιδιαρίζουν. Είναι ζεστές οι βραδιές, και κάθε προσπάθεια διαφυγής επιτρέπεται. Λίγο πιο κάτω, η πόρτα για το χώρο της αρχαίας Αγοράς είναι ανοιχτή, κάποιο κομμάτι του χώρου προσφέρεται στους νέους που έχουν όρεξη να σκαρφαλώσουν στα βράχια και να πιουν τη μπύρα τους απλωμένοι σε κατηφορικές επιφάνειες. Στην πύλη διακρίνω από μακριά ένα γλυπτό που δεν έχω ξαναδεί, ο Άτλαντας σηκώνει στους ώμους την Υδρόγειο. Πότε έβαλαν εκεί πάνω νέα έργα; Σίγουρα είναι κάτι διαφορετικό από τις προτομές που συνέχεια τοποθετούνται εδώ κι εκεί. Ένα γλυπτό με κάποια κίνηση τέλος πάντων, σαν αυτά τα χάλκινα γλυπτά που βλέπεις σε άλλες πόλεις.
Πλησιάζοντας καταλαβαίνω ότι δεν είναι γλυπτό, είναι ζωντανός άνθρωπος που ανέβηκε κει πάνω και παριστάνει τον Άτλαντα. Ελάχιστα κινείται η τεράστια Υδρόγειος καθώς τη σφίγγουν τα δάχτυλά του, κι έτσι συνέρχομαι, πώς θα ήταν δυνατόν να μπει γλυπτό εκεί πάνω και να μη χαλάσει ο κόσμος, να μην έχουν διαμαρτυρηθεί οι αρχαιολόγοι, να μην έχουν μαζέψει υπογραφές οι γλύπτες, να μην έχει γίνει επερώτηση στη Βουλή; Αφελής είμαι ώρες -ώρες, μάλλον τις περισσότερες ώρες της μέρας. Ένας άνθρωπος μόνος, ένας άντρας δυνατός, φαίνεται αυτό, κάθησε και βάφτηκε ολόκληρος, σκαρφάλωσε την παραστάδα αυτής της πόρτας και στήθηκε πάνω εκεί να ισορροπεί παριστάνοντας τον Άτλαντα. Σηκώνει την Υδρόγειο, την ανάγκη του, το κουράγιο του, τη μοναξιά του, την απόφαση του. Πλησιάζω κι αφήνω λίγα νομίσματα στο καπέλο που έχει βάλει στη βάση της κολώνας. Για δευτερόλεπτα αναρωτιέμαι πόσο μέτρησε το συμβολικό βάρος και πόσο το αληθινό στην επιχείρηση αυτή, πόσο τα σέντσια που μαζεύονται μπορούν να πληρώσουν τα έξοδα της κατασκευής και κάποιο γεύμα επιπλέον. Η εφήμερη τέχνη, με τόσο πενιχρή αναγνώριση, με τόσο αμφιλεγόμενη αξία, μπορεί ν’ αφήσει στην ψυχή αβάσταχτο βάρος σε νύχτες με καύσωνα.


Τι είναι ο Άτλαντας, ποιο το βάρος;
Βραδάκι στη Διονυσίου Αεροπαγίτου παρακολουθούμε το δεκάλεπτο βίντεο του Γουίλιαμ Κέντριτζ «Παίξτε το χορό ακόμα πιο γλυκά», μια παρέλαση σκιών όπου συμμετέχουν κι οι περαστικοί με τις δικές τους. Περνούν στην οθόνη άνθρωποι γερμένοι από το βάρος των συμβόλων που κουβαλούν, λάβαρα, σημαίες, ταμπούρλα… Στέκονται και οι διαβάτες, κάνουν κι αυτοί τα δικά τους, σκυλάκια που ανοιγοκλείνουν το στόμα, κουνελάκια, καλόγριες που προσεύχονται. Τα παιδιά γελούν, οι μεγάλοι παιδιαρίζουν. Είναι ζεστές οι βραδιές, και κάθε προσπάθεια διαφυγής επιτρέπεται. Λίγο πιο κάτω, η πόρτα για το χώρο της αρχαίας Αγοράς είναι ανοιχτή, κάποιο κομμάτι του χώρου προσφέρεται στους νέους που έχουν όρεξη να σκαρφαλώσουν στα βράχια και να πιουν τη μπύρα τους απλωμένοι σε κατηφορικές επιφάνειες. Στην πύλη διακρίνω από μακριά ένα γλυπτό που δεν έχω ξαναδεί, ο Άτλαντας σηκώνει στους ώμους την Υδρόγειο. Πότε έβαλαν εκεί πάνω νέα έργα; Σίγουρα είναι κάτι διαφορετικό από τις προτομές που συνέχεια τοποθετούνται εδώ κι εκεί. Ένα γλυπτό με κάποια κίνηση τέλος πάντων, σαν αυτά τα χάλκινα γλυπτά που βλέπεις σε άλλες πόλεις.
Πλησιάζοντας καταλαβαίνω ότι δεν είναι γλυπτό, είναι ζωντανός άνθρωπος που ανέβηκε κει πάνω και παριστάνει τον Άτλαντα. Ελάχιστα κινείται η τεράστια Υδρόγειος καθώς τη σφίγγουν τα δάχτυλά του, κι έτσι συνέρχομαι, πώς θα ήταν δυνατόν να μπει γλυπτό εκεί πάνω και να μη χαλάσει ο κόσμος, να μην έχουν διαμαρτυρηθεί οι αρχαιολόγοι, να μην έχουν μαζέψει υπογραφές οι γλύπτες, να μην έχει γίνει επερώτηση στη Βουλή; Αφελής είμαι ώρες -ώρες, μάλλον τις περισσότερες ώρες της μέρας. Ένας άνθρωπος μόνος, ένας άντρας δυνατός, φαίνεται αυτό, κάθησε και βάφτηκε ολόκληρος, σκαρφάλωσε την παραστάδα αυτής της πόρτας και στήθηκε πάνω εκεί να ισορροπεί παριστάνοντας τον Άτλαντα. Σηκώνει την Υδρόγειο, την ανάγκη του, το κουράγιο του, τη μοναξιά του, την απόφαση του. Πλησιάζω κι αφήνω λίγα νομίσματα στο καπέλο που έχει βάλει στη βάση της κολώνας. Για δευτερόλεπτα αναρωτιέμαι πόσο μέτρησε το συμβολικό βάρος και πόσο το αληθινό στην επιχείρηση αυτή, πόσο τα σέντσια που μαζεύονται μπορούν να πληρώσουν τα έξοδα της κατασκευής και κάποιο γεύμα επιπλέον. Η εφήμερη τέχνη, με τόσο πενιχρή αναγνώριση, με τόσο αμφιλεγόμενη αξία, μπορεί ν’ αφήσει στην ψυχή αβάσταχτο βάρος σε νύχτες με καύσωνα.

Πώς μένουν λεπτές οι Γαλλίδες;

Βλέποντας την Μπριζίτ Μακρόν στην Αθήνα αναρωτήθηκα γι άλλη μια φορά, όπως νομίζω, πολλές και πολλοί, ποιο να είναι το μυστικό της και μ...