Τετάρτη, 28 Αυγούστου 2013

Λαμία -Βόλο αλλά με κάρο

Μα τι το θέλεις το τρένο, με ρωτούν οι λογικοί μου φίλοι. Ποιος το χρησιμοποιεί πια, τι μανία είν' αυτή; Δεν θα βάλεις μυαλό ποτέ σου; Πάρε ΚΤΕΛ!
Όμως έλα που μ' αρέσει το τρένο. Όπου κυκλοφορεί ακόμα το προτιμώ, επισκέπτης άλλου κόσμου με απαιτήσεις κανονικού επιβάτη. Το τρένο περνάει από ωραία τοπία, δεν τα βλέπεις σε καμία άλλη διαδρομή. Σκαρφαλώνει βουνά, μπαίνει σε τούνελ. Αλλά μπορεί να πουντιάσεις το καλοκαίρι απο τον κλιματισμό, ή να λειώσεις από τον μη κλιματισμό. Μπορεί να αργήσεις, μάλλον σίγουρα θα αργήσεις, μπορεί να χάσεις την ανταπόκριση σου, κι ας είναι του ΟΣΕ κι αυτή.
-Συγγνώμη, στην ιστοσελίδα σας έγραφε ότι το τρένο των 12.18 από Αθήνα, φτάνει στο Βόλο  17.18. Περιμέναμε στη Λάρισα ως τις 18.38 για να ξεκινήσουμε για Βόλο! Δυο ώρες καθυστέρηση; 
Ο ελεγκτής εισιτηρίων, ο πρώτος άνθρωπος με τη γαλάζια μπλούζα του ΟΣΕ που συναντώ εδώ και τρεις ώρες, θυμώνει σε χρόνο μηδέν. Αρχίζει δηλαδή να μιλάει ήρεμα κι έχει θυμώσει στην τρίτη λέξη.
-Το ελληνικό κράτος κυρία μου δεν έχει λεφτά και για την ασφάλεια σας πηγαίνει αργά, για να μη σκοτωθείτε εσείς, καταλάβατε;
-Ποιο, το κράτος; 
-Το τρένο πάει αργά, για λόγους ασφαλείας...
Ξαφνικά ο θυμός του περνά όπως  ήρθε. Και το κράτος αργά πάει, θα σκέφτηκε, μπορεί να του φάνηκε αστείο.
-Δεν το καταλαβαίνω αυτό, συνεχίζω τη διαμαρτυρία για την τιμή των όπλων. Γιατί δεν μας είπαν τίποτε στο σταθμό της Λάρισας; Δεν υπήρχε ψυχή εκεί να εξηγήσει τι έγινε, να μας προειδοποιήσει... Περιμέναμε και κοιταζόμασταν επι μιάμιση ώρα...
-Τι να εξηγήσει δηλαδή; Χάσατε την ανταπόκριση.
-Εμείς τη χάσαμε, ή εσείς; 
Εκνευρίζεται πάλι.
-Ακούστε, δεν είναι δουλειά δικιά μου, έχω να κάνω έλεγχο εισιτηρίων!
Με κοιτάνε και οι άλλοι επιβάτες παράξενα. Τι θέλω τώρα και απασχολώ τον άνθρωπο; Δεν ακούνε και καλά τι του λέω, το τρένο είναι παμπάλαιο, ταρακουνάει σαν το στίψιμο στο πλυντήριο. Φτάνω στο Βόλο ζαλισμένη, τρεκλίζω, αλλά επιμένω. Κρατώντας τον πίνακα των δρομολογίων πάω να διαμαρτυρηθώ στο σταθμάρχη υπό τα αποδοκιμαστικά βλέμματα των συνεπιβατών. Αυτός πάλι μου χαμογελάει τόσο υποχρεωτικά, τόσο αφοπλιστικά, που θυμάμαι την παλιά μου συμπάθεια για τους σιδηροδρομικούς, την πολύ παλιά, μιας άλλης εποχής ευτυχισμένης άγνοιας τη συμπάθεια. 
-35 ευρώ εισιτήριο για να κάνουμε εφτά ώρες Αθήνα -Βόλο; Ούτε με κάρο!
-Δίκιο έχετε, αλλά τι να κάνουμε; απαντά με χαμόγελο ουράνιας υπομονής.
Μα τι το θες το τρένο; περιμένω να μου πει κι αυτός. Άστο σε όσους έχουν λόγο να το χρησιμοποιούν, όσους έχουν έκπτωση λόγω ηλικίας, σπουδών, οικογενειακής κατάστασης, διάφορα τέτοια. Μια λογική εξήγηση για την παράξενη αυτή διαστροφή, να παίρνουν τρένο. 
Μπορεί να ελπίζω κύριε. Κάποτε θα συναντήσω την αδερφή ψυχή, που θυμάται ταξίδια με το Ιντερσίτι, ή ακόμα παλιότερα, απευθείας σύνδεση με την Ευρώπη, τριήμερα σε φοιτητικά βαγόνια. Κάποιον που του αρέσει να περνά μέσ' απ' τα βουνά, που δεν μπορεί να δεχτεί έτσι αδιάφορα την εγκατάλειψη όλης αυτής της υποδομής, κάποιον που δεν παραιτείται απο την ιδέα ότι θα έπρεπε η Ελλάδα να έχει τρένα όπως οι ευρωπαϊκές χώρες, ευρωλιγούρη δηλαδή όπως ελόγου μου, και τότε ποιος ξέρει τι χρώμα θα δούμε το φως στην άκρη του τούνελ.

Παρασκευή, 23 Αυγούστου 2013

Ο άγνωστος κόσμος των τρόλεϊ

Υπάρχουν άνθρωποι που περνούν σε αστικά δημόσια μέσα συγκοινωνίας ένα μεγάλο κομμάτι της ζωής τους, λογικά θα έπρεπε να απαιτούν- να απαιτούμε- καλύτερη οργάνωση και εξυπηρέτηση. Αλλά δυστυχώς, λογικά και πάλι, φαίνεται πως οι άνθρωποι αυτοί, οι περισσότεροι, δεν έχουν λόγο, κατά κάποιο τρόπο. Δεν ακούγονται, δεν ξέρουν τι να ζητήσουν, δεν αισθάνονται σίγουροι πως έχουν το δικαίωμα να το κάνουν. Μας δέρνει αυτή η έλλειψη αγωγής του πολίτη, η άγνοια δικαιωμάτων και υποχρεώσεων. 
Δικαιούμαστε να βρίσκουμε πληροφορίες για τις διαδρομές είτε στις στάσεις, είτε μέσα στα οχήματα, να μπορούμε να συμβουλευτούμε χάρτες ή ταμπέλες. Κι όμως, για να μάθεις να χρησιμοποιείς τις επίγειες συγκοινωνίες της Αθήνας δεν σε φτάνει μια ανθρώπινη ζωή. Δικαιούμαστε να έχουμε κανονική συχνότητα δρομολογίων, δικαιούμαστε να βρίσκουμε εισιτήρια εύκολα, όχι να πρέπει να τρέχουμε στο κέντρο για να τα αγοράσουμε. 
Δικαιούμαστε ευγενικές απαντήσεις σε ερωτήσεις στον οδηγό, όχι "α παράτα μας μεσημεριάτικο" που άκουσα πριν λίγο καιρό ρωτώντας για τη διαδρομή. Κι αυτό τη στιγμή που λόγω ελλείψεως χαρτών και σχεδιαγραμμάτων οι οδηγοί είναι οι μόνοι που απομένουν να δίνουν πληροφορίες.
Απλά πράγματα που θα έκαναν εύκολη την ζωή μας, λιγότερο αγχωτική την καθημερινότητα, και που είναι παράξενο πως κανείς δεν κατάφερε τόσες δεκαετίες που κινούνται λεωφορεία και τρόλεϊ στην Αθήνα να εφαρμοστούν. Αλλά αυτά δεν τα ζητάμε. Δεν τα ζήτησε ποτέ κανένα κίνημα, προφανώς οι επαναστάτες δεν ασχολούνται με τέτοιες λεπτομέρειες μπροστά στην προοπτική να καταργήσουν κάθε μετακίνηση στον ιδανικό κόσμο του μέλλοντος, οι δε απλοί μεταρρυθμιστές επειδή μάλλον δεν παίρνουν ποτέ λεωφορείο ή τρόλεϊ; Τι να πω;
Δεν δικαιούμαστε να ενοχλούμε τον οδηγό, αλλά κι εκείνος νομίζω πως δεν δικαιούται να μιλάει στο κινητό του, ή ν' ακούει μουσική την ώρα εργασίας. Τα τελευταία σαράντα χρόνια που χρησιμοποιώ μέσα μαζικής συγκοινωνίας δεν έτυχε να δω επιβάτες να ενοχλούν στ' αλήθεια τον οδηγό πάνω απο τρεις φορές, ενώ πολλές δεκάδες φορές έπεσα σε οδηγούς κακότροπους, ή ακόμα και επικίνδυνους, που φρενάρουν απότομα, ή που κλείνουν τις πόρτες βιαστικά, μαγκώνοντας πόδια, χέρια, τσάντες ή ρούχα. Η μετακίνηση με τρόλεϊ και λεωφορεία, ειδικά τον τελευταίο καιρό που οι οδηγοί έχουν περισσότερα νεύρα, δεν ενδείκνυται για άτομα ηλικιωμένα, εγκύους, αναπήρους ή μικρά παιδιά, λένε οι προσωπικές μου στατιστικές. Τι να κάνουν όλοι αυτοί; Καλά θα κάνουν να βρίσκουν κάποιον να τους βοηθά, τι την έχουμε την ελληνική οικογένεια.
Δικαιούμαστε αξιοπρεπή αντιμετώπιση όταν δεν έχουμε εισιτήριο. Όχι δημόσιο εξευτελισμό. Πολλοί που νομίζουν ότι οι ελεγκτές κάνουν απλώς τη δουλειά τους απλώς μπερδεύουν τους ελεγκτές του τρόλεϊ με του μετρό. Καμία σχέση.
Ίσως επειδή το μετρό ξεκίνησε να λειτουργεί σε καλύτερες εποχές, έβαλε απο την αρχή υψηλότερα στάνταρ, μπήκε περισσότερο στη ζωή των μεσαίων στρωμάτων, είναι άλλος κόσμος. Οι έλεγχοι εισιτηρίων εκεί γίνονται διακριτικά, σε μια γωνιά στους διαδρόμους, δεν υπάρχει περίπτωση να σε προσβάλουν ή να σε βρίσουν δημόσια, σου ζητούν το πρόστιμο και κανονίζουν τι πρέπει να γίνει σε περίπτωση που δεν μπορείς να το πληρώσεις. Στα τρόλεϊ και στα λεωφορεία παίζεται πάντα ένα μικρό δράμα με άγνωστη κατάληξη, διότι ο ελεγκτής ζητάει απο τον παραβάτη να κατεβούν μαζί στην επόμενη στάση. Είναι δύσκολο να υπάρχει διακριτικότης μέσα σε τόσο μικρό χώρο, ένας λόγος παραπάνω λοιπόν να εκπαιδεύονται οι ελεγκτές έτσι ώστε να μην εξευτελίζουν τους παραβάτες. Όταν οι νόμοι και ο πολιτισμός έχει φτάσει σε σημείο να προστατεύει ακόμα και τους δολοφόνους απο τον εξευτελισμό, δεν νοείται για ένα εισιτήριο να εξευτελίζεται κανείς δημόσια. Έχω δει σκηνές απαράδεκτες, έχω τσακωθεί, και φέρνω πάντα το επιχείρημα της δυσκολίας να αγοράσει κανείς εισιτήριο. Γιατί να μην καταργηθεί αυτό το επιχείρημα αλήθεια; Γιατί να μην υπάρχουν περισσότερα σημεία πώλησης; Στη Θεσσαλονίκη έχουν κερματοδέκτες και μέσα στα οχήματα. Μια δαπάνη ακόμα, θα πείτε. Ναι, αλλά σπαταλήθηκε εδώ μια ανθρώπινη ζωή. Ας απαιτήσουμε κάποτε να γίνουμε ακριβοί στ' αλεύρι, όχι στα πίτουρα. 

Σάββατο, 17 Αυγούστου 2013

Τα μυστικά του βάτου

Όταν έρχομαι στο χωριό μου κατρακυλώ ατταβιστικά πίσω στη συλλεκτική περίοδο του ανθρωπίνου είδους. Δεν προλαβαίνω ν' αφήσω τα μπαγκάζια, πιάνω το μαχαιράκι μου, το καλαθάκι μου, κι αρχίζω και μαζεύω ό,τι δεν πετάει και δεν κολυμπάει. Χορταράκια, βλήτα και ραδίκια μικρά, γλιστρίδα, μέντα, δυόσμο, ρίγανη αυτά στη γειτονιά, πριν φύγω στο βουνό κι αρχίσω τις φτέρες σε νεαρή ηλικία, τα καρύδια, και τα διάφορα φρούτα ανάλογα την εποχή. Τώρα, απο τέλη Ιουλίου μέχρι όσο μένω εδώ η ξανάρχομαι το φθινόπωρο, η πιο δύσκολη και εκλεκτή λεία είναι τα βατόμουρα.
Βάτα έχει πολλά το χωριό μας δυστυχώς, παραπάνω απ' όσο θά' πρεπε. Αρχοντικά που κατέρρευσαν στο σεισμό του '55 και δεν τα ξανάχτισαν είναι παγίδες που τα βάτα τις κλείνουν για να μην πλησιάζουμε, μέχρι που φράζουν και τα δρομάκια. Για να πάρεις κάθε έναν από τους μικροσκοπικούς καρπούς κινδυνεύεις να γρατζουνιστείς από τα άγρυπνα αγκάθια τους. Σαν τον πρίγκιπα που χρειάστηκε να διασχίσει το κλειστό και γεμάτο βάτα δάσος για να φτάσει στον πύργο της κοιμισμένης βασιλοπούλας, αντιμετωπίζω κι εγώ αδιαπέραστα τείχη, αλλά δεν ανοίγω δρόμους με το σπαθί μου. Μόνο με το χέρι ανακαλύπτω διόδους για τα γυαλιστερά μαύρα βατόμουρα που σείονται προκλητικά στις άκρες των νέων κλώνων.
Αναμετριέμαι με τα τρομερά αγκαθάκια του βάτου που σε βρίσκουν ακόμα κι εκεί που δεν είσαι, τα καλοπιάνω, τα ξεγελώ, κι υποχωρώ με δυσκολία εκεί που δεν με παίρνει να επιμείνω. Γεμίζω το καλαθάκι μου, καμιά φορά σκεπάζεται μόνο ο πλάτος, καμιά φορά φτάνει ως τη μέση, τρώω και κάμποσα επιτόπου. Με φειδώ, εξάλλου αυτή χαρακτηρίζει τη σχέση με τα βατόμουρα. Είναι τόσο μικρά, τόσο πολύτιμα, επιβάλουν την αξία τους εκ των πραγμάτων.
Μια φορά είχαμε βγει πολλοί, γεμίσαμε ένα μεγάλο καλάθι. Φτιάξαμε μαρμελάδες, ζελέ, μέχρι γρανίτες. Η πιο ωραία εκδοχή είναι να τα τρως έτσι όπως είναι για πρωινό, πάνω σε ψωμί με βούτυρο, ή λίγη φρέσκια μυζήθρα, με λίγο μελάκι από πάνω. Αλλά δεν μπορείς να τα έχεις φρέσκα κάθε μέρα, οπότε τα κάνεις μαρμελάδα. Χρόνια δοκιμάζω συνταγές για να πετύχω κάτι που να μοιάζει με τη μαρμελάδα του Συνεταιρισμού Γυναικών Πηλίου, αλλά φέτος παραιτήθηκα, συμβιβάστηκα με την υφή των ολόκληρων καρπών που δεν απλώνονται εύκολα στο ψωμί αλλά κρατάνε τη λεπτή τους γεύση.
Αφού τα πλύνω καλά, τα βάζω σε μπολ και τα περιχύνω με λίγο λεμόνι και μαύρη ζάχαρη. Τους ρίχνω καναδυό μοσχοκάρφια, λίγη κανέλα, ελάχιστη βανίλια, λίγες σταγόνες ρούμι, και τ' αφήνω για το επόμενο πρωί. Βγάζουν υγρά με τα οποία τα βάζω να σιγοβράσουν και γίνονται αυτή η μαρμελάδα που σας περιέγραψα.
Βασικά γράφω αυτό το κείμενο όχι για να δώσω συνταγή, αλλά για να πάρω. Με την ελπίδα να βρω αναγνώστες που θα ξέρουν να μου πουν κάτι περισσότερο, κάτι καλύτερο, κανένα κόλπο άγνωστο για τα βατόμουρα, και να ανταλλάξουμε απόψεις ως βατομουροσυλλέκτες.


Τετάρτη, 14 Αυγούστου 2013

Οι σκηνές που πρόλαβα

Όταν ήμουν παιδί πήγαινα κάθε καλοκαίρι στην κατασκήνωση των υπαλλήλων Τραπέζης Ελλάδος στην Πάρνηθα, όπου περνούσα ένα μήνα στο περιβάλλον που θα ήθελα να ζω όλους τους μήνες: μέσα στη φύση. Στο θέμα της παιδαγωγικής συμφωνώ προσωπικά με τον Ρουσσώ, θα ήθελα να μεγάλωνα στα δάση σαν το Μόγλη, μέχρι τα δέκα μου, όπως λέει η συνταγή του. Όμως δυστυχώς μεγάλωνα στην Κυψέλη, εκτός απο τον ευλογημένο αυτό μήνα, που ήταν εναλλάξ Ιούλιος και Αύγουστος. Τα πρώτα χρόνια είχε σκηνές η κατασκήνωση, μεγάλες σκηνές όπου χωρούσαν δώδεκα κρεβάτια κι έπρεπε να σκύβεις όταν έφτανες στην άκρη, αλλά πολύ γρήγορα της έμεινε μόνο το όνομα. Σταδιακά αντικαταστάθηκαν οι σκηνές απο χτίσματα που τα λέγαμε "παγκαλό", πολύ όμορφα και οικολογικά, μοντέρνα, προσεγμένα, αλλά που ήταν η αρχή της στροφής σε σταθερή παραθεριστική κατοικία και εκεί, όπως παντού. 
Θυμάμαι το καραβόπανο εκείνων των παλιών σκηνών, καθώς βάφω το φράχτη του σπιτιού μας στο χωριό, όπως τις θυμάμαι κάθε χρόνο που γυρίζω απο τις διακοπες πότε με λουμπάγκο, πότε με αυχενικό, πότε με τσακισμένα γόνατα από τις διάφορες εργασίες στο πάντα προβληματικό χωριάτικο σπίτι που αποκτήσαμε στο μεταξύ. Οπως θυμάμαι και την καλαμένια καλύβα που είχαμε φτιάξει μια χρονιά στην παραλία της Σκύρου, κι είχα περάσει τις πιο αξέχαστες, τις πιο όμορφες διακοπες της ζωής μου. Έχω ακούσει μάλιστα από σημερινούς παππούδες ότι οι δικοί τους παππούδες έφτιαχναν κι απο φτέρες  τέτοιες καλύβες, οι οποίες κρατούσαν όσο έπρεπε, ένα καλοκαίρι. Ύστερα οι παραθεριστές μάζευαν τα πράγματα τους κι επέστρεφαν στην πόλη, η δε φύση έπαιρνε πίσω τα υλικά της. Τι μανία έπιασε όλο τον κόσμο με τα εξοχικά και γέμισε η ύπαιθρος εκτός σχεδίου δόμηση, απο αυθαίρετα ατάκτως ερριμμένα μέχρι παλατάκια πάσης φύσεως στα περίφημα τέσσερα στρέμματα, όπου η αισθητική επαφίεται στον πατριωτισμό των Ελλήνων (και λοιπών συμμαχικών δυνάμεων);
Υπάρχουν βέβαια ενδιαφέρουσες αρχιτεκτονικές δημιουργίες, υπάρχει αναβίωση χωριών, ή έστω συντήρηση τους, όπως εδώ στο χωριό της γιαγιάς μου, τη Δράκεια Πηλίου, αλλά υπάρχει και τρέλα μπόλικη. Βάφουμε, και μερεμετίζουμε, και μαστορεύουμε ένα κανονικό σπίτι, εξοπλισμένο πλήρως για μια ολόκληρη ζωή, σα να ζούμε εδώ κανονικά μια παράλληλη ζωή χειμώνα καλοκαίρι, ασυμβίβαστη, με όλα τα κομφόρ, την αληθινή μας ζωή. Κι όταν τελειώσουν οι διακοπές το κλείνουμε, το μανταλώνουμε το σπίτι της αληθινής ζωής, το αφήνουμε μονάχο να τα βγάλει πέρα και κατεβαίνουμε στην πόλη όπου περνάμε τους υπόλοιπους έντεκα μήνες σε κάτι που δεν μας εκφράζει, δεν το αγαπάμε, δεν το αναγνωρίζουμε. Είμαστε κατά βάθος άρχοντες, μικροί φεουδάρχες της εξοχικής μονοκατοικίας μας. Για να δούμε πόσοι αιώνες χρειάζονται για να γίνουμε πραγματικοί ευγενείς.
Στο μεταξύ ένα κίνημα προσωρινής εξοχικής κατοικίας, σαν τις σκηνές και τις καλύβες που γνώρισα, θα έπρεπε πρώτα να ξεπεράσει τη δυσπιστία του νόμου περι αυθαιρέτων, περί ελεύθερου κάμπινγκ κλπ. 
Συνεχίζω το βάψιμο.


Τρίτη, 6 Αυγούστου 2013

Το θαύμα της Αλοννήσου

Πάντως σε μερικά μέρη οι Ευρωπαίοι μια χαρά συνεργάζονται. Σε νησιά, ας πούμε, σε παραδοσιακούς οικισμούς, σε σημεία ειδικής ανάπτυξης που ίσως δεν μνημονεύονται από μελετητές και κυνηγούς ιδεών επαρκώς.  Για παράδειγμα, είχα ξανάρθει στην Αλόννησο πριν χρόνια κι είχαμε πάει στην παλιά της πρωτεύουσα, ένα χωριό φάντασμα. Είχαμε ανέβει από ένα λιθόστρωτο μονοπάτι κι είχαμε βρεθεί στην είσοδο -πλατεία της, κοιτάζοντας με δέος τα σκαρφαλωμένα στο βουνό σπίτια, εγκαταλελειμμένα τότε λόγω σεισμού, χτισμένα γύρω απο ένα παλιό βενετσιάνικο κάστρο. Ο σεισμός είχε γίνει το 1965 και οι ειδικοί είχαν συμβουλεύσει τους κατοίκους να φύγουν. Θα τους έδιναν σπίτια σύγχρονης τεχνολογίας, με φως- νερο -τηλέφωνο, κοντά στη θάλασσα πια. Όλος ο κόσμος μετακινείται στη θάλασσα τα τελευταία χρόνια, δεν έχει λόγο  κανείς να οχυρώνεται στα όρη, στα βουνά και στ' άγρια τα βράχια. Τι απογίνονται λοιπόν οι ορεινοί οικισμοί στην εποχή της ευκολίας;
Εκείνη τη μακρινή μέρα είχαμε κοιτάξει με δέος τα κλειστά, γκρίζα σπίτια, και δεν είχαμε τολμήσει να περπατήσουμε στα στενά. "Μας λένε ότι μπορεί να πέσουν, είχαν πει στο καφενείο οι δυο- τρεις τελευταίοι κάτοικοι". Φιλόξενοι, είχαν ετοιμάσει ομελέτα και σαλάτα για τους τολμηρούς επισκέπτες που νομίσαμε ότι ήμασταν τότε. Μας είχε πάρει η νύχτα κι είχαμε επιστρέψει με το φως του φεγγαριού να ανταυγάζει λευκότητα στο λιθόστρωτο μονοπάτι. 
Και να που αξιώθηκα να ξανανέβω στο χωριό- φάντασμα, δεκαετίες αργότερα. Δεν το πίστευα ότι έχει ξαναζωντανέψει, μέχρι που φτάσαμε, με αυτοκίνητο  πλέον, σ' ένα τεράστιο πάρκινγκ που ήταν και γεμάτο. Τα μικρά σπιτάκια με πρόσοψη στα στενά ήταν σχεδόν όλα ανοιχτά μαγαζάκια, και τουρίστες ευρωπαίοι περιδιάβαιναν με την ευτυχία των διακοπών στα σώματα και στα ρούχα. 
Δεν είχαν πέσει τα σπίτια λοιπόν, δεν ερειπώθηκε η πανέμορφη Χώρα Αλοννήσου. Ξένοι τουρίστες αγόρασαν στην αρχή κάμποσα σπίτια, σιγά- σιγά επέστρεψαν αρκετοί παλιοί κάτοικοι, και το χωριό ξαναζωντάνεψε σχεδόν ολόκληρο, και ξαναζεί μέρες καινούργιου ύφους, ειδικά το καλοκαίρι. Καλλιτέχνες και βιοτέχνες μένουν μόνιμα, απαντώντας στο ερώτημα περί του μέλλοντος των οικισμών που φτιάχτηκαν κάποτε σε μέρη απόκρημνα για να αποφύγουν τους πειρατές. Η αρχιτεκτονική ιδιαιτερότητα του οικισμού μελετήθηκε και αναδείχτηκε στην παραμικρή της λεπτομέρεια. Μέσα από το βλέμμα των ξένων οι ντόπιοι κατάφεραν να εκτιμήσουν το κληροδότημα των προγόνων τους, αν μη τι άλλο τη συνείδηση της Ιστορίας οι συνευρωπαίοι μας τη θεραπεύουν με συνέπεια.  Κι έτσι χωρίς κονδύλια και γραφειοκρατίες, με μόνη την ανάγκη των σύγχρονων ανθρώπων για επαφή με τη φύση και με την παραδοσιακή αρχιτεκτονική, βόρειοι και νότιοι συνεργάστηκαν ατύπως και πέτυχαν αυτό το θαύμα. 
Επόμενος στόχος είναι τώρα να πείσω την παρέα να ξανανέβουμε απο το παλιό μονοπάτι που περιμένει πάντα τους εραστές των αργών προσεγγίσεων.
  

Πέμπτη, 1 Αυγούστου 2013

Πόσο εύκολα μπορείς να ξεγελάσεις ένα δέντρο


Είναι απίστευτο το πόσο εύκολα μπορείς να ξεγελάσεις ένα δέντρο. Ας πούμε αυτή τη φλαμουριά, τη φέραμε μικρή σε γλάστρα απ' το φυτώριο, ένα λιανοκλαδάκι, και κοίτα τη πώς έγινε. Νομίζει πως βρίσκεται σε δάσος, προφανώς, κάπου στο Μέλανα Δρυμό, σε κάτι βόρειο, δεν υποπτεύεται πως είναι απλώς σε κήπο εξοχικού στο Πήλιο. Θα περιμένει να δει τίποτε νύμφες να χορεύουνε, κι αντ' αυτού βλέπει εμάς στις πλιάν πολυθρόνες ν' ανοίγουμε τα λάπτοπ. Ποιος ξέρει τι νομίζει. Της βάλαμε δίπλα και μια βρύση, κολλημένη πέτρα στο φράχτη δηλαδή και νερό του δικτύου, αλλά αυτή θα τη θεωρεί αληθινή πηγή, και θα σου λέει: "Εδώ είμαστε!
Στη βρύση τη βουνίσια
Σιμά στη φλαμουριά
Τώρα θα περιμένει και το Σούμπερτ να της παίξει πιάνο. Αλλιώς δεν εξηγείται. Κάπου βρίσκει αυταπάτες και κίνητρα κι έχει γίνει τεράστια, ξεπέρασε το σπίτι, σε λίγο θα το καλύψει με τα κλαριά της, έτσι που πάει μην το ρίξει κιόλας. 
Κι η ρίζα πού βυθίζεται, ήθελα να ξέρω. Εδώ από κάτω βρίσκεται το πέτρινο υλικό του παλιού σπιτιού που δεν καταφέραμε να ανασύρουμε. Πέτρα πάνω στην πέτρα, απλωνόταν γύρω -γύρω σ' αυτό το χώρο που τώρα εμείς έχουμε κήπο. Το γκρέμισαν με το σεισμό, φέρανε μπουλντόζες και του πέρασαν καλώδια συρμάτινα πελώρια, χοντρά σαν το μπράτσο μου, λέει ο γείτονας, το τράβηξαν να πέσει γιατί ήταν ακατάλληλο. Ακατάλληλο για ανηλίκους και για ενηλίκους, έπρεπε να γκρεμιστεί. Σ' αυτή τη σωριασμένη πέτρα βρήκε κι απλώθηκε η ρίζα της φλαμουριάς. Τι συναντάει εκεί κάτω καθώς προχωράει όλο και βαθύτερα, ποτέ δεν θα το φανταστούμε.
Στο μεταξύ απλώνεται ημισφαιρικά, ο κορμός ίσιος με το χάρακα, τα κλαδιά μελετημένες αναλογίες, περιμένει το πρώτο βραβείο συμμετρίας της Αυτοκρατορικής Ακαδημίας της Βιέννης, ή κάτι τέτοιο. Την άνοιξη παράγει τίλιο, που θα πει ανθίζει δήθεν, με κάτι μικρούτσικα τσαμπιά, κάτι κίτρινα λουλουδάκια που κρέμονται κι ολημερίς όσο κρατάνε αναδίδουν μια βαριά τόσο λιγωτική μυρωδιά που νομίζεις ότι θα λιποθυμήσεις. Αυτή θα το νομίζει δηλαδή, πως θα μας ρίξει κάτω, γονατιστούς να την προσκυνήσουμε για το θαύμα της να βγάζει τόσο τίλιο, και κάτι αρωματικές κορώνες τα μεσημέρια, κάτι οργιώδη κύματα οσφρητικής επίθεσης που σχεδόν ακούς τη χαιρεκακία της, να τι τραβάτε που με ξεγελάσατε και με φέρατε εδώ πέρα. Άσχετοι αθηναίοι, και σας βλέπω πάλι με βαλίτσες να ετοιμάζεστε, πάλι να φύγετε, πού θα πάτε; Αντί να κάθεστε εδώ να με λιβανίζετε και να με παρηγορείτε, που δεν έχω οικογένεια, δεν έχω δάσος, δεν έχω πανίδα και άξια χλωρίδα να με συντροφεύει, ξεκινάτε να πάτε πού; Πότε θα φέρετε το πιάνο να παίξετε λίγο Σούμπερτ τουλάχιστον, στοιχειώδη πράγματα ζητάω...
Βαρύς ο τίλιος, λέει ο γείτονας, που της δίνει αρσενικό όνομα, ο τίλιος, και την αντιμετωπίζει πρακτικά, ανεβαίνει, το μαζεύει, το ξεραίνει, και έχει το τίλιο για να πίνει το χειμώνα και να κοιμάται γλυκά.  Αλλά πόσο να μαζέψει; Εδώ έχουμε παραγωγή για να κοιμίσουμε ολόκληρη τη χώρα. Όπως με κοιμίσατε θα σας κοιμίσω, λέει σιωπηλά το ζουζούνισμα του καλοκαιριού κάτω απο τη φυλλωσιά της. 
Πριν φύγουμε της τραγουδάμε το Σούμπερτ α καπέλα, ή μάλλον α φυλλωσιά. Τι να κάνουμε;

Φως στην άκρη του τούνελ

Έπρεπε να το ψυλλιαστώ όταν μπήκα στο βαγόνι βιαστικά, και το τραίνο δεν ξεκινούσε. Κόσμος, πήχτρα, μέσα κι έξω στο σταθμό της Βικτώριας. ...