Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα χούντα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα χούντα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 21 Ιουνίου 2017

Αλλο είναι το έπιπλο



Με ξάφνιασε το πάθος της αντίδρασης στο άρθρο του Καλύβα, περισσότερο από τις ίδιες τις απόψεις του, οι οποίες δεν θα φανταζόμουν, εγώ προσωπικά, ότι θα μπορούσαν να ξεσηκώσουν τόση φρίκη. Το να λες ότι η χούντα επιτάχυνε τον εκδημοκρατισμό, εξ αντιδράσεως, είναι μια υπόθεση που στηρίζεται στη μέθοδο σκέψης του τι θα γινόταν αν… Μπορεί κανείς να πει τα πάντα με το ‘αν’, και να είναι όλα σωστά και ταυτοχρόνως λάθος. Το αν η χούντα επιτάχυνε τον εκδημοκρατισμό, είναι μια σκέψη που μπορεί να κάνει κάποιος, με έχει απασχολήσει κι εμένα, που ακόμα προσπαθώ να ξεχωρίσω στο μυαλό μου πώς με καθόρισε η χούντα, η οποία με βρήκε στη βράση μιας έντονα πολιτικοποιημένης εφηβείας.
Η γενική μου εντύπωση είναι ότι ο εκδημοκρατισμός ερχόταν σιγά- σιγά, στη δεκαετία του 60, παρόλες τις πολιτικές συγκρούσεις, κι ότι θα συνέχιζε έτσι μέχρι την τελική εθνική συμφιλίωση. Ίσως επειδή ζούσα τη μεταρρύθμιση του Παπανούτσου, σα μαθήτρια, που ήταν μεγάλη πνοή εκσυγχρονισμού. Πιστεύω πως η κοινωνία ήθελε διακαώς να ξεφύγει από το κλίμα ασφυξίας των μετεμφυλιακών απαγορεύσεων και διώξεων, να ξεχάσει τις συγκρούσεις, να ηρεμήσει και να απολαύσει την ευημερία, να συναντήσει το ευρωπαϊκό γίγνεσθαι, αλλά η χούντα μας έδωσε μια σκουντιά και κατρακυλήσαμε πίσω στο παρελθόν, στις παλιές διαμάχες. Όμως ήταν όντως το τελευταίο στρατιωτικό πραξικόπημα, σ’ αυτό έχει δίκιο ο Καλύβας, και επιπλέον ανάγκασε τους δεξιούς να αρνηθούν την εκτροπή άπαξ και δια παντός. Αυτή τη στάση την έζησα, τους φίλους και συγγενείς που μέχρι την προηγούμενη μέρα τσακώνονταν για τα πολιτικά, να ομονοούν, νικητές και νικημένοι στον εμφύλιο, και να παραδέχονται ότι τα στρατιωτικά πραξικοπήματα δεν είναι λύση. Δεν ήμουν ακόμα σε θέση να γνωρίζω τη βαρύτητα της στροφή εκείνης, διότι δεν ήξερα λεπτομέρειες περί του εμφυλίου, αλλά ήταν κάτι σημαντικό, κι αυτό το καταλάβαινα, και τότε και τώρα.
Αυτά μοιάζουν αντιφατικά εκ πρώτης όψεως, πώς δηλαδή αφού συμφώνησαν σε κάτι δεξιοί κι αριστεροί, ξαναγυρίσαμε στις παλιές διαμάχες; Μα επειδή έγειρε πολύ η ζυγαριά, ασύμμετρα, προς το αριστερό δίκαιο, αφού πάλι οι αριστεροί τιμωρήθηκαν για την ήττα που είχαν ήδη πληρώσει. Η αντίθεση αναζωπυρώθηκε και ξαναβγήκε φρέσκια και αδικαίωτη λίγο μετά τη μεταπολίτευση, να ζητά τα ρέστα. Είναι αντιφατικό και περίπλοκο, και γι αυτό δεν μπορεί να συζητηθεί με τόση εμπάθεια. Για παράδειγμα, πιστεύω ότι αν δεν είχαμε χούντα το 71, που έδινα εισαγωγικές εξετάσεις, θα είχα τη δύναμη να διαλέξω το δρόμο της ζωής μου πιο ελεύθερα, και δεν θα ένοιωθα υποχρεωμένη να υπακούσω στον πατέρα μου, που ήταν αριστερός και είχε υποφέρει απ’ αυτό. Μπορεί να μοιάζει άσχετο, αλλά το αναφέρω εδώ επειδή δεν είναι. Δεθήκαμε με τα λάθη των γονιών μας για λόγους συναισθηματικούς, πεισμώσαμε, ήμασταν έτοιμοι να τα επαναλάβουμε, να ξανακάνουμε κάτι σαν εμφύλιο, ενώ εκείνοι ήθελαν να τα ξεπεράσουν.
Όμως το να λέμε τι θα γινόταν αν… και πώς θα ήμασταν αν… μοιάζει με το ‘αν η γιαγιά μου είχε καρούλια θα ήταν σιδηρόδρομος’. Η παρομοίωση με το έπιπλο που μας εμποδίζει να κουνηθούμε μέσα στο σπίτι, που έκανε στο άρθρο του ο Καλύβας, είναι πολύ πετυχημένη, αλλά νομίζω ότι το έπιπλο που έχουμε συνηθίσει δεν είναι η χούντα. Είναι ο εθνικισμός, αυτός ο αυτονόητος μπουφές που πάνω του σκοντάφτουμε διαρκώς, και ουσιαστικά μας κλείνει και τη μπαλκονόπορτα, δεν μπορούμε να βγούμε έξω να πάρουμε ανάσα.
Έχουμε όντως ακόμα πολλά να πούμε για τη χούντα. Έχουμε να πούμε τα βασικά για το πώς έπεσε, παραδείγματος χάριν. Λέμε, το Πολυτεχνείο την έρριξε, και σταματάμε εκεί. Άντε να πούμε και ότι την έρριξε το πραξικόπημα στην Κύπρο. Όμως τι ακριβώς ήθελε η χούντα με κείνο το πραξικόπημα; Γιατί το έκανε λίγους μήνες μετά το Πολυτεχνείο, θέλοντας να κερδίσει πίσω το χαμένο λαϊκό έρεισμα; Το οποίο υπήρχε, ή όχι; Και τι θα γινόταν αν πετύχαινε αυτό το πραξικόπημα; Θα ξανακέρδιζε το έρεισμα; Για πόσον καιρό; Να μερικά ακόμα ‘αν’ για να τσακωθούμε, πιο ενδιαφέροντα νομίζω, διότι περιέχουν σημεία της ιστορίας που αφήνουμε στο σκοτάδι.
Είναι πολύ βολικό να τα ρίχνουμε όλα στους Αμερικανούς, στις ‘ξένες υπηρεσίες’. Φυσικά, υπήρχε ψυχρός πόλεμος, κάποιοι θα είχαν στηρίξει τους πραξικοπηματίες, αλλά πόση ευθύνη είχαν εκείνοι και πόση ευθύνη ετούτοι; Και πόση ευθύνη οι σιωπηλοί κάτοικοι της χώρας; Από το «Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών» πώς βρεθήκαμε στο «Όλη η Ελλάδα στους Έλληνες» και τι ακριβώς νόημα είχε και το πρώτο και το δεύτερο;
Είναι πολλά που δεν λέμε. Ποιος τολμάει να σπάσει τα μούτρα του σ’ αυτό το βαρύ έπιπλο που είναι επιπλέον και γεμάτο καλικάντζαρους, σαν τα έπιπλα στα παραμύθια του Άντερσεν, και θα βγουν να μας φάνε έτσι και τολμήσουμε να το κουνήσουμε λιγάκι; Κι αν κρίνω από την υποδοχή και την αντίδραση του άρθρου του Καλύβα, μάλλον πρέπει να το βουλώσουμε  για λόγους αυτοσυντήρησης. Το να γράφει κάποιος μια άποψη και να τον λένε μέχρι και χρυσαυγίτη, νομίζω ότι είναι άκρως ανησυχητικό.

Τετάρτη 26 Απριλίου 2017

Μισός αιώνας αγάπες



Θυμάμαι τη μέρα που κηρύχτηκε δικτατορία σα να ήταν χτες. Συχνά την έχω ανακαλέσει,  θα ήθελα να το κάνω πάλι σαν κάτι πολύ παράξενο που έτυχε στην εφηβεία μου. Αλλά φέτος ζωντανεύει η ανάμνηση με ανησυχητικά σημάδια.
Δεν είναι πια μόνο οι ταξιτζήδες που πάντα ήθελαν έναν Παπαδόπουλο να μας βάλει σε σειρά. Είναι πολλά παρόμοια, η δυσανεξία των συμπολιτών στις αντίθετες απόψεις, η νοσταλγία τους για κάποια υποτιθέμενη ομοιομορφία που ίσως κάποτε βασίλευε, ίσως τη βλέπουν στις φωτογραφίες από τη Βόρεια Κορέα και τη ζηλεύουν, ίσως έχουν απλώς απαυδήσει από τη ζωή χωρίς κανόνες που επικρατεί στη, γεμάτη απαγορεύσεις ωστόσο, χώρα μας, και πιστεύουν ότι άλλη γιατρειά δεν υπάρχει από ένα σιδερένιο χέρι που θα κρατά τον κόσμο πειθαρχημένο στον τρόπο που εκείνοι- ο καθένας -νομίζει σωστό. Έρχεται δε κι από άλλα μέρη το μήνυμα γι αυτή τη νοσταλγία, όπως με έκπληξη παρατηρούμε τον τελευταίο καιρό. Με έκπληξη, γιατί νομίζαμε ότι μόνο εμείς πάσχαμε από την ανωριμότητα που αναζητά τον συμβολικό πατέρα, έστω και λίγο αυταρχικό, να βάλει τα πράγματα στη θέση τους. Και καλά η Τουρκία, πες ότι τη θεωρούμε ούτε καν συνομήλικη, αλλά νεώτερη και πολύ πιο πρωτόγονη, επιρρεπή στον αυταρχισμό, αλλά και οι ΗΠΑ και η Γαλλία, και διάφορες άλλες χώρες πολιτισμένες να τον χρειάζονται σαν ηλεκτροσόκ που θα τις συνεφέρει, νομίζουν, θα τους ξαναδώσει πίσω λαμπερή την ιδεατή ταυτότητα, ή ό,τι άλλο φαντασιώνονται ότι έχουν χάσει, αυτό δεν χωνεύεται εύκολα. Αν δεν μπορούμε να αναζητήσουμε κι εμείς οι νότιοι το όραμα της ήρεμης αυτογνωσίας σε δημοκρατίες άτρωτες, τι θα απογίνουμε;
Στην εφηβεία μας ήταν σα να μας έκλεισαν ξαφνικά σ’ ένα μοναστήρι. Ο κόσμος γύρω, εκείνη η γοητευτική Ευρώπη του 60 που ωρίμαζε σε μια συναρπαστική εποχή αφθονίας κι ερωτημάτων, έμοιασε πολύ επικίνδυνος κι έπρεπε να προστατευτούμε στο κελί της Ελλάδας Ελλήνων Χριστιανών. Αυτά που χάσαμε ως έφηβοι από τον εγκλεισμό εκείνο δεν αναπληρώθηκαν ποτέ. Εγωιστικό να το σκέφτεται κανείς, σε σχέση με όσους πέρασαν χρόνια σε φυλακή, ή εξορία, βασανίστηκαν, υπέφεραν, αλλά μπορεί και να είναι το καθοριστικό στοιχείο που διαμόρφωσε την πολιτική νοοτροπία μας, ο επαρχιωτισμός που ξαναβγήκε τόσο εύκολα στην επιφάνεια. Ναι, η χούντα δεν αρκούνταν στην υπακοή και την υποκρισία, ήθελε να ελέγχει τα φρονήματα και τα γούστα, να υπαγορεύει τις μουσικές και τις μόδες, ήθελε πλήρη αφοσίωση, ήθελε αγάπη, όπως θέλουν αυτού του τύπου τα σύγχρονα καθεστώτα. Το λαϊκό έρεισμα σε βάθος. Γι αυτό κι έκανε το πραξικόπημα στην Κύπρο, τόσο επιπόλαια κι ωστόσο αυθόρμητα, όταν κατάλαβε ότι έχει χάσει το λαϊκό έρεισμα, την αγάπη, μπας και τα ξανακέρδιζε. Αν τα είχε καταφέρει τότε, σίγουρα δεν θα είχε πέσει έτσι απότομα, είναι βέβαιο.
Μέσα στο κελί που μας έκλεισαν τότε, εμείς επιμέναμε ν’ αγαπάμε άλλους, τους Ευρωπαίους και τους Αμερικάνους, ακόμα κι όταν νομίζαμε ότι ήμασταν κομμουνιστές. Το ίδιο νόμιζαν κι από εκείνους πολλοί  εξάλλου, η πρόκληση μετρούσε, η ελευθερία. Δεν κατάφερε η χούντα να την αγαπήσουμε, ό,τι κι αν έκανε. Κι όχι μόνο επειδή ήταν αιμοβόρα, συγκριτικά με άλλα καθεστώτα της εποχής εκείνης ήταν σχεδόν σοφτ. Αλλά επειδή ήμασταν αλλού τότε, κι άδικα μας κρατούσε στην απομόνωση. Στη μάχη για τις καρδιές των Ελλήνων, νίκησε η άρνηση της νεολαίας να τη δεχτεί.
Πώς γίνεται τώρα, αυτοί που ζούσανε την πιο δημιουργική, την πιο τολμηρή κι ευφάνταστη, την πιο αισιόδοξη περίοδο των ευρωπαϊκών δεκαετιών, αυτήν που εμείς χάσαμε στο νευραλγικό εκείνο 1967, να μοιάζουν να μας πλησιάζουν στην παράξενη νοσταλγία του αυταρχισμού;
Αφελώς για χρόνια πιστεύαμε ότι η δημοκρατία είναι κάτι σαν φυσιολογική εξέλιξη της ανθρώπινης κοινωνίας, πηγαίνουν όλοι προς τα εκεί μοιραία, σχεδόν χωρίς προσπάθεια, δεν έχουν παρά να παίζουν το ρόλο τους σωστά, ο στρατός με το στρατό και οι εκκλησίες με τον εσωτερικό κόσμο των πιστών, να μην ανακατεύονται παλάτια και πεντάγωνα κι όλα θα έβρισκαν το δρόμο τους. Όπως μια γέννα που γίνεται στο νερό, μαλακά θα γλυστρούσε η δημοκρατική συνείδηση στον κόσμο, με λίγες βαθιές αναπνοές θα ελευθερωνόταν κι αυτόματα θα ανέπνεε. Χρειάζεται όμως και εκπαίδευση για να γίνει το μωρό άνθρωπος και η δημοκρατία από προσδοκία και διακήρυξη να γίνει συνείδηση και να λειτουργεί στην καθημερινότητα. Δεν είναι εύκολη δουλειά να μάθεις να σέβεσαι τον αντίπαλο, τις μειοψηφίες, τα δικαιώματα του ενός και του άλλου. Ορίστε, η Γαλλία σε αδιέξοδο, και το Βέλγιο, και η Βρετανία, με τα δικαιώματα των φιδιών που τρέφουν στον κόρφο τους, τι κάνεις με τους φανατικούς μουσουλμάνους; Εκπτώσεις στις δημοκρατικές κατακτήσεις; Και πώς; Κι ο ρατσισμός γεννιέται με την ίδια ευκολία που νομίζαμε ότι είχε το δημοκρατικό αίσθημα, μάλλον με πολύ μεγαλύτερη. Αρχίζουν οι φόβοι, κι ένα σωρό πολιτικοί με χαρά τους καλλιεργούν, στα μικρά εθνικά κράτη, τα περίκλειστα, θα έχουν όλοι τους μεγαλύτερη εξουσία, τι τη θέλουμε την Ευρώπη; Γιατί δεν φτάνει η Δημοκρατία, θέλαμε και Ειρήνη, φτιάξαμε την Ευρώπη, αυτό το δύσκολο επίτευγμα. Δεν αρέσει στους πολιτικούς, πώς θα ελέγχουν σε τόσο πολύπλοκους θεσμούς; Κι ανεβαίνει η Λε Πεν κι οι παρόμοιοι, με τη βοήθεια των τζιχαντιστών, που είναι λες και τους πληρώνουν. Σα να θέλουν οι λαοί να κλειστούν μόνοι τους τώρα σ’ ένα κελί μοναστηριού, να γλιτώσουν από τον κακό κόσμο.
Αλλά όχι, δεν είναι οι λαοί. Είναι οι οπαδοί που οι ηγέτες τους ονομάζουν έτσι. Η τάση μπορεί να περάσει σαν ένα μαύρο σύννεφο πάνω από την Ευρώπη, κι η Ένωση να ξαναβρεί το βήμα της, να ξαναβρεί η δημοκρατία τρόπους.




Κολυμπι, κολύμπι, κολύμπ

Βάζω στο νερό το ποδαράκι μου, προσεχτικά, είμαι μεγάλη γυναίκα, κάνω δυο βήματα, φτάνει η δροσιά ως την καρδιά. Ταυτόχρονα είμαι έξι χρονώ...