Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ολυμπιακοί αγώνες. Λονδίνο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ολυμπιακοί αγώνες. Λονδίνο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 13 Αυγούστου 2012

Είμαστε κιτς εμείς οι διεθνιστές

Έρριξα ένα κλάμα χτες με τον Τζον Λέννον, όταν τραγούδησαν το Imagine στην τελετή λήξης των Ολυμπιακών κι έδειξαν τη φωτογραφία του, ούτε όταν τον σκότωσαν δεν είχα κλάψει έτσι. Γενικά είχαν αρχίσει να με παίρνουν τα ζουμιά νωρίς. Είμαι ευσυγκίνητη και κλαψιάρα σαν τον Τζουντ Λό σ' εκείνη την ταινία με τις ανταλλαγές σπιτιών. Κλαίω στις κηδείες πάντα, θα ήμουν θαυμάσια μοιρολογίστρα, κλαίω και στους γάμους. Κλαίω στις συναυλίες και στις όπερες, στο σινεμά, στο θέατρο, στα κάλαντα. Κλαίω στις πανανθρώπινες ελπίδες που ξυπνάνε οι Ολυμπιακοί αγώνες, με όλες αυτές τις μπουχτισμένες σύμβολα τελετές. Οι σημαίες να μην είναι παρά διακόσμηση και καμάρι. Όλες μαζί, σε πανηγύρι. Η ανθρώπινη απληστία να είναι εξιδανικευμένη σε αθλητική άμιλλα. Δεν μου αρέσει ο αθλητισμός, αλλά οι νέοι που αγωνίζονται με κάποιο στόχο και κερδίζουν, ή συνεχίζουν την προσπάθεια, με συγκινούν. Όλ' αυτά τα πράγματα είναι πολύ απλοϊκά, σχεδόν υποχρεωτικά παράγουν κιτς. Λυπάμαι για τους εστέτ, αλλά δεν αρνήθηκα ποτέ το κιτς, πάντα υπέκυπτα στη γοητεία του. Όλοι κρατάνε κάτι απο τα παιδικά τους χρόνια, νομίζω ότι αυτό δεν είναι απο τα χειρότερα.
Πείτε ό,τι θέλετε για τους Άγγλους, τουλάχιστον γιόρτασαν σαν αυτοί που είναι κι όχι παριστάνοντας κάτι άλλο. Είναι παραγωγοί ποπ κουλτούρας, και παρήγαγαν λίγη ακόμα. Τους χάρηκα, κι ας με ξενύχτησαν. Έκλαψα, κι ύστερα γέλασα πολύ, ιδίως μετά την παράδοση στο Ρίο ντε Τζανέιρο που δεν ήθελαν να την κάνουν. Και περιμένω ενθουσιασμένη το Ρίο, εκεί θα ξεσαλώσουμε εμείς οι κιτσάτοι διεθνιστές και λάτρεις της σάμπας.
Εδώ Ρίο, θα λέει ο ανταποκριτής το 2016, εδώ Αντίρριο θα λέμε εμείς.

Κυριακή 8 Ιουλίου 2012

Το Λονδίνο ετοιμάζεται

Μια μέρα μόνο μείναμε στο Λονδίνο και τριγυρίσαμε στους δρόμους. Νόμιζα ότι το έχω μάθει, είχα μείνει 3 βδομάδες την τελευταία φορά, αλλά πέρασαν 5 χρόνια και το είχα ξεχάσει, έτσι ασχολήθηκα κυρίως με το να βεβαιωθώ ότι κάποια βασικά του σημεία βρίσκονται στη θέση τους. Τα πολύ βασικά, όπως οι δρόμοι με τα μαγαζιά, όπου γινόταν χαμός. Μποτιλιαρισμένα τα αυτοκίνητα, κόσμος στα πεζοδρόμια και σημαίες όλων των κρατών του πλανήτη να ανεμίζουν και να βρέχονται εναλλάξ δημιουργώντας πανηγυρική ατμόσφαιρα και πανηγυρικό άγχος.
Πώς θα τη βγάλουμε στη διάρκεια των Ολυμπιακών Αγώνων, αναρωτιούνται οι Λονδρέζοι. Στα γραφεία, που δεν κλείνουν τον Αύγουστο, προτείνονται διάφορες ιδέες: να πιάνουν δουλειά στις 6.30 το πρωί και να τελειώνουν νωρίτερα για να αποφεύγουν τις ώρες αιχμής, ας πούμε. Οι εργαζόμενοι στην πόλη δεν είναι καθόλου ενθουσιασμένοι, σε αντίθεση με τα κτίρια που φωτίζονται και στολίζονται και δηλώνουν την περηφάνια τους για τη συμμετοχή στους Αγώνες.
Η δική μας πικρή ελληνική εμπειρία, ο ωραίος εκείνος ενθουσιασμός και η απογοήτευση που τον ακολούθησε, δίνει στους έλληνες λονδρέζους το προνόμιο μιας ειρωνικής αποστασιοποίησης. Μου δείχνουν γελώντας ένα σωρό έργα που ακόμα δεν έχουν τελειώσει. Η πόλη είναι γεμάτη εργοτάξια και γερανούς. Για να μη λένε για μας μόνο, ότι τα κάνουμε τελευταία στιγμή. Όλοι το ίδιο παθαίνουν, η διοργάνωση είναι όλο και πιο δυσβάσταχτη, έχει κάτι το τερατώδες. Από την ασφάλεια, που καταβροχθίζει εκατομμύρια, μέχρι την τελετή έναρξης που καταβροχθίζει άλλα εκατομμύρια, οι αριθμοί τρομάζουν. Μα δεν δημιουργούνται θέσεις εργασίας, ρωτώ τους απελπισμένους άγγλους φίλους μου. Κουνάνε το κεφάλι φρικαρισμένοι. Όλος ο κόσμος θα ήθελε να παρατήσει την πόλη εκείνες τις μέρες, με βεβαιώνουν, αλλά δεν μπορεί.
Θυμάμαι εμάς το 2004, τη δική μου οικογένεια που αντί να παρατήσει την Αθήνα έμεινε εδώ με ενθουσιασμό, αγόρασε εισιτήρια διαρκείας και δεν άφησε άθλημα για άθλημα. Όλοι εκτός από μένα, που εντάξει, δεν έχω συνηθίσει τον αθλητισμό. Τι ευτυχισμένοι που ήταν όλοι τους στις φωτογραφίες στο στάδιο, και πόσο ήξεραν καλύτερα από μένα τα χρόνια που ακολούθησαν πόσο άξιζαν όλα αυτά τα ολυμπιακά ακίνητα που εγκαταλείφθηκαν στη φθορά ή στα σπεκουλαρίσματα. Τέλος πάντων.
Γιατί θέλουν με τόση μανία οι πόλεις να αναλαμβάνουν Ολυμπιακούς; Τι ανάγκη έχουν πόλεις τόσο μεγάλες και πλούσιες όπως το Λονδίνο και το Παρίσι, να επενδύουν χρήματα σε μια υπόθεση πολύ αμφίβολης κερδοφορίας; Σάμπως χρειάζονται διαφήμιση τα μέρη αυτά; Δεν είναι πασίγνωστα, δεν είναι πρότυπα και αντικείμενα πόθου παγκοσμίως; Είναι ένα μυστήριο στο βάθος, εκτός από τη θολή αυτή ιδέα της παγκοσμιότητας που έχουν οι Ολυμπιακοί, αυτή την αίσθηση ότι υπάρχει αυτό το πράγμα που ονομάζουμε ανθρωπότητα και μπορεί να βρει τρόπους συνύπαρξης, να θεσμοποιήσει κάπως τον ανταγωνισμό, να τον ελέγχει, να τον απολαμβάνει. Μια προσπάθεια σισύφεια, μια αυταπάτη, αλλά πώς να της αντισταθείς;
Το βραδάκι στην τόσο ανακουφιστική βόλτα δίπλα στον Τάμεση, σε αυτό το μονοπάτι που φτιάχτηκε πριν μερικά χρόνια για να χαίρονται οι κάτοικοι την πόλη τους, συναντάμε πιάνα που έχουν τοποθετηθεί σε διάφορα δημόσια μέρη για να παίζει όποιος θέλει. Όλα έχουν κόσμο γύρω τους, παρέες που παίζουν κι ακούνε μουσική. Είναι το πιο όμορφο πράγμα που είδα στο προολυμπιακό Λονδίνο. Τριγυρίζαμε παρέα με έναν πιανίστα, αλλά δεν πετύχαμε ούτε ένα άδειο πιάνο να παίξει λίγο για μας.   

Κολυμπι, κολύμπι, κολύμπ

Βάζω στο νερό το ποδαράκι μου, προσεχτικά, είμαι μεγάλη γυναίκα, κάνω δυο βήματα, φτάνει η δροσιά ως την καρδιά. Ταυτόχρονα είμαι έξι χρονώ...