Τρίτη, 31 Ιανουαρίου 2012

Σπόρια για το χρόνο

Μερικά πρωινά βάζουν στο πάρκο το σιντριβάνι να δουλεύει. Ακόμα και με το κρύο τα μικρά παιδιά μπαίνουν στον πειρασμό να παίξουν με το νερό. Τα παιδιά είναι πάντα ένα σοκ σ’ αυτό τον κόσμο.
Τ’ απογεύματα το σιντριβάνι δεν δουλεύει ποτέ. Οι άνθρωποι περπατάνε στα στρωμένα μάρμαρα, εκεί που το πρωί δεν μπορούν να περάσουν. Παιχνίδι ορίων που καταργούνται και ξαναορίζονται, κάθε μέρα. Τι αίσθηση νίκης, να μπορείς να περπατάς άνετα εκεί που πριν τιναζόταν το νερό και δεν στο επέτρεπε. Παραβίαση και ξανά ορισμός ορίων και ξανά παραβίαση.
Δίπλα είναι ένα κτίσμα που ίσως γίνει κάποτε καφενείο. Ακόμα έχει τα χαρτιά συσκευασίας των κουφωμάτων πάνω του, άρα μπορούμε να ελπίζουμε. Οι συνταξιούχοι του πάρκου συνεχίζουν να κουβαλάνε παλιές καρέκλες από το σπίτι τους για να στήνουν τις παρτίδες τους το τάβλι. Κάποια στιγμή ίσως καταφέρει το καφενείο να νοικιαστεί και να λειτουργήσει. Είναι κι ο φόβος μην ξεσηκωθούν ξανά εκείνοι οι γείτονες που ήθελαν το πάρκο ακραιφνώς «δασική έκταση» και χαλούσαν τον κόσμο να μη γίνει καφενείο ούτε τίποτε, ήταν κατά της εμπορευματοποίησης. Ίσως πρέπει να φτιαχτεί κάτι σαν λαθροκαφενείο, να πίνουμε λαθροκαφέδες, να μην τους ερεθίζουμε.
Στο μεταξύ η έλλειψη κάθε είδους εμπορίου σε τόσα στρέμματα περιπάτου γεννά μικρές διακριτικές συναλλαγές. Ακόμα κι αν πάνε δυο άνθρωποι να ζήσουν στην πιο παρθένα δασική έκταση που υπάρχει σε λίγο θα εφεύρουν το εμπόριο. Αλλά μην το πείτε στους ακραιφνείς της περιοχής. Ένα αγόρι πουλάει σακούλες με σπόρια στις γυναίκες πρόσφυγες που κάνουν βόλτα. Πάνω- κάτω περπατάνε ώρες ατέλειωτες, κάτι πρέπει να κάνουν, όχι τσιγάρο, το ρίχνουν λοιπόν στους ηλιόσπορους..
Καθώς βλέπω το παιδί να πουλάει τα σακκουλάκια του συνειδητοποιώ ότι έχω χρόνια να δω ανθρώπους να τρώνε σπόρια. Κάποτε τρελαινόμασταν γι αυτό το τσίκι- τσίκι,  θεωρούσαμε μάλιστα παλικαριά να πηγαίνουμε σινεμά και να αφήνουμε ένα βουνό φλούδια φεύγοντας κάτω από το κάθισμα. Σε μιαν άλλη ζωή τα κάναμε αυτά. Τα παιδιά μας προτιμούσαν τα γαριδάκια και τα φουντούνια.
Τώρα αγοράζουμε πασατέμπο και ηλιόσπορο καθαρισμένο και ξεφλουδισμένο σε κουτάκια. Τα τρώμε με τις χούφτες, σα φάρμακο επειδή έχουν αντιοξειδωτικές ουσίες.  Ο χρόνος έχει αλλάξει για μας, αυτός ο χρόνος που περισσεύει στις Αφγανές με τα σπόρια. Πόσο να πουλάει άραγε ο μικρός .το σακκουλάκι; Αν αγοράσω ένα, βγάλω το χέρι από το γάντι και τσίκι- τσίκι ξεκινήσω, θα κερδίσω με την αλμυρή γεύση του μια σταγόνα χαμένο χρόνο;
Από το Protagon 

Κυριακή, 29 Ιανουαρίου 2012

Μάρκα Μάρκαρη, χάρη Χαρίτου


Ορίστε που βρέθηκα διαβάζοντας την «Περαίωση» του Μάρκαρη, να έχω ταυτιστεί με το δολοφόνο! Ποια, εγώ που είμαι τόσο κατά της βίας, να βρίσκομαι να εύχομαι μυστικά να μην πιάσουν τον εθνικό φοροεισπράκτορα, ενώ ταυτόχρονα ήξερα ότι θα τον πιάσουν, γιατί πάντα συλλαμβάνεται ο δολοφόνος από τον δαιμόνιο Χαρίτο, ο οποίος είναι το άκρο αντίθετο από κάθε λογοτεχνικό στερεότυπο αστυνομικού, ένας μικροαστός λάτρης των γεμιστών και της γυναικούλας του, και προσπαθούσα να προετοιμαστώ ψυχολογικά να μη στεναχωρηθώ στο τέλος! Αχ οι καλλιτέχνες μας αιχμαλωτίζουν σαν παιδιά ξελιγωμένα μπροστά στο κουκλοθέατρο…
Τι να κάνουμε, έτσι είναι η τέχνη, μας ξεγυμνώνει μπροστά στον εαυτό μας, αλλά η ίδια έχει το φάρμακο για να μας ηρεμεί, δι ελέου και φόβου περαίνουσα….
Περαίνουσα; Τι περαίνουσα δηλαδή; Πάλι η περαίωση; Μήπως υπάρχει η έννοια της περαίωσης μέσα σε κάθε τραγωδία, και βέβαια κάθε αστυνομικo, με πολιτικές προεκτάσεις κι ερμηνείες και κλειδιά, ή και χωρίς;
Και σα να μην έφτανε που πιάνει το δολοφόνο ο Χαρίτος, πετυχαίνει να πείσει και την κόρη του να μη φύγει στην Αφρική! Νομίζω ότι στη θέση του δεν θα το έκανα αυτό, συνέχεια λέω στους νέους, και πρωτίστως στα παιδιά μου, να φύγουν. Να δοκιμάσουν τα φτερά τους σε άλλα μέρη, να γνωρίσουν τον εαυτό τους καλύτερα, να αξιολογηθούν στη δουλειά τους πιο τίμια. Το έλεγα και πριν την κρίση, για τους ίδιους λόγους που κι εκείνος γράφει στις ιστορίες του. Τέλος πάντων, το παιδί της ιστορίας μένει εδώ, και περνά το αισιόδοξο μήνυμα του: μένουμε και αγωνιζόμαστε. Εδώ που τα λέμε, χιλιάδες σηκώνονται και φεύγουν, ας μείνει τουλάχιστον η κόρη του Χαρίτου. Κι όλ' αυτά συμβαίνουν σε μια ιστορία που εκθέτει την ελληνική ασθένεια σα θερμογραφία με όλες τις εστίες μόλυνσης στο φως. 
Απολαμβάνω κάθε βιβλίο του Μάρκαρη, τον ευγνωμονώ που γράφει ασταμάτητα. Δεν έχω διαβάσει άλλα τέτοια αστυνομικά, αλλά αν υπάρχουν ανάλογα σε άλλες χώρες θα τα διάβαζα για να τις καταλάβω πριν τις επισκεφτώ, ή για να τις επισκεφτώ νοερά τώρα που δυσκολεύουν τα ταξίδια. Θα έπρεπε να συνοδεύουν τους οδηγούς των πόλεων και τις ιστορίες των χωρών, να μπερδεύεσαι στις διαδρομές, να μποτιλιαρίζεσαι στα πάθη τους, να συμπονάς τα αδιέξοδά τους. 

Σάββατο, 28 Ιανουαρίου 2012

Το πρόβλημα Γιάλομ


Μου αρέσουν τα εκλαϊκευτικά βιβλία, τα ιστορικά μυθιστορήματα, όλα τα είδη γενικά που διευκολύνουν την προσέγγιση σε θέματα δύσκολα και κάπως απρόσιτα, την κάνουν ευχάριστη, εν ολίγοις συνδυάζουν το τερπνό μετά του ωφελίμου. Φχαριστιέσαι και μαθαίνεις και κάτι. Είχα απολαύσει τον Κόσμο της Σοφίας του Jostein Gaarder, για παράδειγμα, την ιστορία της Φιλοσοφίας μέσα από εκείνο το παιγνιώδες μυθιστόρημα. Γι αυτό αγόρασα το «πρόβλημα Σπινόζα» του Γιάλομ, κι ας είδα ότι είναι δυο παράλληλες ιστορίες, αφενός του Σπινόζα, αφετέρου του Άλφρεντ Ρόζεμπεργκ,  συνεργάτη του Χίτλερ, πράγμα που δεν μου άρεσε και τόσο. Αρκετά είχα διαβάσει για τον Χίτλερ πρόσφατα στο βιβλίο του Μαζάουερ «Η αυτοκρατορία του Χίτλερ». Σκέφτηκα ότι θα μπορούσα να πηδάω τα κεφάλαια με τον ναζί. Τελικά τα διάβασα κι αυτά. Κάτι έχουν οι τυπωμένες σελίδες και σου επιβάλλονται.
Προς τι ο ναζί; Ο Ρόζεμπεργκ ήταν από τους εγκεφάλους του Τρίτου Ράιχ, ιδεολόγος ρατσιστής, ο οποίος είχε διαβάσει φιλοσοφία και δεν μπορούσε, κατά τον Γιάλομ, να χωνέψει το γεγονός ότι ο Σπινόζα ήταν εβραίος. Μπορεί να ακούγεται κάπως αφελές, αλλά οι ρατσιστικές θεωρίες του Γ’ Ράιχ ήταν υπεράνω πάσης φαντασίας, οπότε δεν μπορείς να αποκλείσεις ότι κάτι τέτοιο θα μπορούσε να συμβεί. Πάντως προσωπικά αμφιβάλω για την τόση προσήλωση σε φιλοσόφους από τους ιδεολόγους του ρατσισμού.
 Παρακολουθούμε λοιπόν τη ζωή του Σπινόζα στην Ολλανδία τον 17ο αιώνα, τον αφορισμό του από την εβραϊκή κοινότητα και τη μετέπειτα πορεία του, και παράλληλα την καριέρα του Ρόζεμπεργκ και την άνοδο του ρατσισμού στη Γερμανία. Το βιβλίο έχει ενδιαφέρον, ειδικά η ζωή του Σπινόζα, αλλά και στις δύο ιστορίες υπάρχουν τόσο πολλοί διάλογοι που θυμίζουν σύγχρονη ψυχανάλυση κατά την αμερικάνικη μάλιστα σχολή, που ομολογώ ότι έβαζα συχνά τα γέλια. Ήταν σα να σουλατσάριζαν στην πλοκή οι  ψυχαναλυτές των ταινιών του Γούντι Άλλεν με τις αναλυτικές του ερωτήσεις και το προβληματισμένο τους ύφος. Κατά κάποιο τρόπο όλ’ αυτά λειτουργούσαν σαν ένα διαρκές παραξένισμα, και πετύχαιναν εξαιρετική αποστασιοποίηση. Δεν μπορούσα να χαθώ στην ατμόσφαιρα της εποχής εξαιτίας αυτών των διαλόγων, οπότε μπορείς να πεις ότι έχει κάτι μπρεχτικό η ανάγνωση. 

Σκέφτομαι να γράφω για τα βιβλία που διαβάζω για να μπορώ να βρω εύκολα το Δεκέμβρη το καλύτερο μου και να μην πιαστώ ανοργάνωτη όπως φέτος όταν μας ρώτησε το Πρόταγκον. Ετικέτες «βιβλίο» και βγαίνουν όλα ξανά στο φως. 

Παρασκευή, 27 Ιανουαρίου 2012

Όταν θα πάω κυρά μου στο παζάρι

Μπήκα στο παζάρι βιβλίων στην Κλαυθμώνος, ενώ δεν ήθελα να μπω, κι αγόρασα βιβλία ενώ δεν ήθελα να αγοράσω επειδή με πονούσε η μέση και δεν ήθελε να τα κουβαλήσω. Εϊχε πάρα πολύ κόσμο, αγόραζαν όλοι στοίβες βιβλία. Πολλοί θα έχουν πόνους στη μέση τις επόμενες μέρες.
Υπέκυψα κι εγώ στον πειρασμό, πήρα κάμποσα παιδικά, κλασσική λογοτεχνία και επιστημονικά, όλα συντομευμένα αγρίως και απλοποιημένα, με εικόνες. Τα πήρα για το μάθημα που κάνω, ελληνικά σε μετανάστες, σαν παράλληλο υλικό.
Κανονικά θα έπρεπε να έχω τρεις βιβλιοθήκες με παιδικά, αφού έχω μεγαλώσει τρία παιδιά που είχαν ένα σωρό βιβλία, αλλά τα έδωσα όλα στο χωριό όταν μεγάλωσαν, αν και μερικές φορές γκρίνιαξαν οι ιδιοκτήτες τους γι αυτή τη δωρεά. Το έκανα κυρίως για να απελευθερώσω χώρο στο διαμέρισμα όπου ζούμε πολλά χρόνια πέντε άνθρωποι κι έχει μαζευτεί πολύ πράμα, κι η δασκάλα της Δράκειας το είχε εκτιμήσει. Πολύ σημαντικό για μένα. Ακόμα κι αν οι μαθητές του μονοτάξιου σχολείου Δράκειας πάρουν τα βιβλία στο σπίτι και τα ξεχάσουν, ακόμα κι αν δεν τα πάρουν καν, ακόμα και τις ράχες τους να βλέπουν, είναι κάτι νομίζω. Να ξέρουν κάπου στο βάθος του μυαλού τους ότι τα βιβλία είναι κάτι ευχάριστο και συμπαθητικό που προσπαθεί να σε δελεάσει.
Αν ήμουν πλούσια θα έκανα αυτή την ευεργεσία, μια δανειστική βιβλιοθήκη στην Κυψέλη. Σαν τις εγγλέζικες, εκείνη στο Καντέρμπουρι που είχαμε δει κάποτε, ή στη λαϊκή γειτονιά του Λονδίνου Whitechapel. Θα είχε μέσα ασύρματο Ίντερνετ και κομπιούτερ, περιοδικά, πολυθρόνες, τραπεζάκια, φυτά εσωτερικού χώρου, θα ήταν ανοιχτή όλη τη μέρα. Βιβλιοθήκη για όλους.
Θα έπρεπε να ντρέπομαι να το ομολογήσω, αλλά τώρα πια μεγάλωσα και λέω αλήθειες: η μόνη βιβλιοθήκη που χρησιμοποίησα στη ζωή μου ήταν του σχολείου. Την είχα διαβάσει ολόκληρη, ήταν και μικρή. Είχα και το κλειδί της, με κάποιο τρόπο είχα ανακαλύψει ότι άνοιγε με ένα δικό μου κλειδί! Εντάξει, ήμουν ένας μικρός διαρρήκτης, αλλά πολύ το ευχαριστήθηκα, κι όλα τα βιβλία τα πήγα πίσω αφού τα διάβασα. Δεν ξαναμπήκα όμως σε άλλη βιβλιοθήκη στη ζωή μου για διάβασμα, μόνο για τουρισμό. Στο Παρίσι, το Λονδίνο, τη Βενετία, την Οξφόρδη, τη Νέα Υόρκη, έμπαινα, έρριχνα μια ματιά κι έφευγα. Τέλειωσα τη Νομική Σχολή, έκανα και μεταπτυχιακά διαβάζοντας μόνο στο σπίτι μου και στα βιβλιοπωλεία. Ίσως είχα κακομάθει με το κλειδί της σχολικής βιβλιοθήκης, αλλά νομίζω ότι δεν έχουμε την κουλτούρα της βιβλιοθήκης γενικά.
Αφού δεν μπορώ να ιδρύσω τη βιβλιοθήκη των ονείρων μου, με αυτά τα φτηνά βιβλία θα φτιάξω μια μικρή σπίτι μου. Τα παιδικά είναι ό,τι πρέπει για εκμάθηση της γλώσσας, αλλά γενικά νομίζω ότι είναι και τα καλύτερα βιβλία. Προσεγμένα, ευχάριστα, και προσηλωμένα στην άντληση κλασσικής λογοτεχνίας και στην παρουσίαση γνώσεων. Με τους εφτά μαθητές μου θα κάνω ερασιτεχνικά αυτό που θα έκανα κι αν ήμουνα διευθύντρια σχολείου ή ευεργέτης της Κυψέλης, που λέγαμε.

Πέμπτη, 26 Ιανουαρίου 2012

Αντίο φοινικιά

Οι φοίνικες πεθαίνουν όρθιοι στο πάρκο, φαγωμένοι απο τερμίτες απο πάνω προς τα κάτω. Τους καθαρίζουν, αλλά δεν θα ζήσουν, έτσι είπε ο γεωπόνος που είδα μια μέρα. Γύρω τα άλλα δέντρα είναι εντάξει, οι ευκάλυπτοι σκεπάζουν τα ουράνια, θάμνοι και μουριές βαίνουν καλώς και ζουν απαθώς τον κύκλο της ζωής τους. Μόνο οι φοίνικες πεθαίνουν ο ένας μετά τον άλλον, αυτούς προτιμούν οι τερμίτες. Πώς τους αναγνωρίζουν, τι τους καλεί στους φοίνικες; Εϊναι άραγε η κοινή καταγωγή, αφρικανοί κι οι δυο, και η ατταβιστική ανάγκη τους ωθεί να πηγαίνουν απο φοίνικα σε φοίνικα;
Η ιδέα μου μπήκε επειδή θυμάμαι έναν τύπο που ήταν τόσο ρατσιστής ώστε τον ενοχλούσαν ακόμα κι οι φοίνικες. Πού τους πετυχαίνω κι εγώ τέτοιους ανθρώπους, είναι ν' απορείς. Εχουν γεμίσει κι αυτοί τον τόπο. Έχουμε, είχε πει, τόσους φοίνικες πια, όλο φοίνικες παντού, σε λίγο θα μιλάμε αραβικά! Προφανώς θα περίμενε να γελάσουμε, αλλά δεν είχαμε κάνει τίποτε, προσπαθήσαμε να αλλάξουμε συζήτηση για να μην αναγκαστούμε να δείξουμε ότι είχαμε ακούσει...
Αραγε θα είναι τώρα ευχαριστημένος που οι φοίνικες αφανίζονται; Αναρωτιέμαι. Είναι τόσο θλιβερό το θέαμα των άοπλων, ανυπεράσπιστων, παραδομένων δέντρων.
Ο Παλαμάς έλεγε τους φοίνικες φοινικιές. Υπάρχει ένα ωραίο ποίημα του, η Φοινικιά, μιλάει βεβαίως για ανθρώπους και τη δική τους μελαγχολία. Ισως εννοούσε τις λατάνιες. Αιώνες εγκλιματισμένος ο φοίνικας εδώ, αρσενικός ή θηλυκός. Με τους τερμίτες τι γίνεται δεν ξέρω.

Τετάρτη, 25 Ιανουαρίου 2012

Θάνατος τα μεσάνυχτα


Στο σκηνικό της ταινίας 'Το λιβάδι που δακρύζει'

Μάλλον τα νεύρα μου είναι σπασμένα. Δεν μπορώ να δουλέψω όσο θέλω, χαζεύω, δεν με ικανοποιούν αυτά που κάνω, όλη μέρα διαβάζω πολιτικά άρθρα και απελπίζομαι. Μάλλον γι αυτό με πιάσανε τα κλάματα μέσα στα μαύρα μεσάνυχτα μόλις διάβασα ότι πέθανε ο Θόδωρος Αγγελόπουλος μετά το ατύχημα που είχε σε τροχαίο.
Θέλω να πω, δεν είναι νορμάλ. Δεν μου άρεσαν οι ταινίες του εδώ και καιρό, αν και προσπαθούσα, έβλεπα κάθε τόσο μία, ξεχώριζα κάποιες σκηνές, αλλά γενικά έβρισκα κυρίως ένα μπλοκάρισμα στο λόγο του. Έλεγε πράγματα βεβαίως σημαντικά, έλεγε έδειχνε, αλλά όλες αυτές οι σιωπές, τα μεγάλα πλάνα, κάτι άλλο έπρεπε να πει επίσης, κάτι κάλυπταν που δεν έβλεπε, δεν ήξερε να το πει, δεν ήθελε, ίσως να είχε αποφασίσει και πως δεν χρειαζόταν.
Πήγαινα ξανά και ξανά να δω ταινίες του επειδή οι πρώτες με είχαν συγκλονίσει. Ο Θίασος, η Αναπαράσταση, οι Μέρες του 36. Ήμουν φοιτήτρια στη Θεσσαλονίκη, τις είχαμε δει στο φεστιβάλ. Οι Μέρες του 36 είχαν προβληθεί επί χούντας, κάθε πλάνο και κάθε λέξη και κάθε στιγμή μας φαινόταν φορτωμένη νοήματα και μηνύματα που έπρεπε να καταλάβουμε. Θυμάμαι ακόμα να βγαίνω από το σινεμά φορτωμένη εντυπώσεις κι απορίες και στόχους για τη σκέψη, κι εκείνο το αίσθημα της αδυναμίας που ζούσαμε στη χούντα να έχει πυκνώσει και ταυτόχρονα ταρακουνηθεί. Η Αναπαράσταση, τι τέλεια φτιαγμένη ταινία. Ύστερα ο Θίασος, ένας θρίαμβος της ελευθερίας μόνο να τον βλέπεις, η ελληνική τραγωδία ζητούσε τη θέση της επιτέλους. Τέρμα η χαζοχαρούμενη λήθη. Ζητούσε τη θέση της και την κατακτούσε. Στη Γαλλία μαγεύτηκαν άπαξ δια παντός με το σκηνοθέτη. Τα δυο χρόνια που έμεινα στο Παρίσι προβλήθηκαν τα πάντα γύρω απ’ αυτόν.
Στις επόμενες ταινίες του δεν ξαναβρήκα αυτή την συγκλονιστική συγκίνηση. Υπήρχαν στιγμές που ξεχώριζαν, αλλά το όλο πράγμα μου ξέφευγε. Στο τέλος δεν πήγαινα πια να τις δω,  με ξάφνιασε ο εαυτός μου, γιατί να με πιάσει τέτοιο παράπονο τώρα; Είναι ο θάνατος απαράδεκτος ούτως ή άλλως. Δεν ήταν και γέρος να πεθάνει έτσι ξαφνικά, ταινία γύριζε. Τον παρέσυρε μοτοσικλέτα, όπως ένα σωρό πεζούς στην πόλη των οχημάτων.
Αλλά βέβαια είναι και ένα κομμάτι της νεότητάς μας που χάνεται έτσι ξαφνικά. Η εμμονή στο μάταιο έπος της Αριστεράς, η προσπάθεια να γίνει έπος ένας πόλεμος με τόσο σκοτάδι, να βγουν από τη βία κομμάτια ποίησης, να δικαιωθούν τα  λάθη από τον πόνο των ανθρώπων. Να έχουμε να λέμε ότι δεν ήταν μόνο αγριότητες και λάθη όλ’ αυτά που μας απασχόλησαν, υπήρχαν οι καλλιτέχνες που μας έπαιρναν από το χέρι να μας δείξουν την ανθρώπινη αδυναμία στις ιστορικές εκφάνσεις, ο Τσίρκας που έγραψε, έλεγε, τις Ακυβέρνητες Πολιτείες για να δικαιώσει το κίνημα του Απρίλη, ο Αγγελόπουλος που βρήκε πτυχές και πτυχές στα τόσα ακατανόητα σούρτα φέρτα του Εμφυλίου.
Δεν φαντάζομαι να τον ξεχάσουν οι Γάλλοι, ανάμεικτα συναισθήματα θα μολύνουν σήμερα το Σηκουάνα, θα δείτε.  
Από το Protagon http://www.protagon.gr/?i=protagon.el.proswpa&id=12064

Τρίτη, 24 Ιανουαρίου 2012

Το άλογο του πολέμου


Υπήρχαν και στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο άλογα του πολέμου. Καθαρόαιμα, τα καλύτερα πάντως, φαίνονται στις φωτογραφίες που έχω του πατέρα μου.
Ήταν έφεδρος αξιωματικός στο ιπποκίνητο πυροβολικό. Για φαντάσου, υπήρχε ακόμα ιπποκίνητο πυροβολικό στο Β’ παγκόσμιο πόλεμο!. Άλογα τραβούσαν τα κανόνια, όπως έκαναν και στον Τριακονταετή πόλεμο.
Το σώμα εκείνο πολέμησε στο οχυρό Λίσε, δίπλα στο Ρούπελ, στα βόρεια σύνορα. Όταν μπήκαν οι Γερμανοί,  Απρίλη του 41, ο πατέρας μου με ένα φίλο του  αποφάσισαν ότι δεν θα παρέδιδαν τα όπλα και τα άλογά τους στο νικηφόρο γερμανικό στρατό, κι έφυγαν για τη θάλασσα, να ξεφύγουν, μέσω νησιών και Τουρκίας να πάνε  στην Αίγυπτο, να συνεχίσουν να πολεμούν. Κάλπασαν ώρες ατελείωτες, μέρα και νύχτα, κι όταν έφτασαν  στην παραλία,  ετέθη το ζήτημα τι θα έκανε το άλογο. Βρήκαν  βάρκα να φύγουν στη Θάσο, αλλά το άλογο; Ήταν περιουσία του στρατού,  οι Γερμανοί θα το έπαιρναν και θα το χρησιμοποιούσαν αν το άφηνε εκεί, ελεύθερο στο παραλία.

Και τότε, έλεγε ο πατέρας μου όταν διηγόταν την ιστορία στον αδερφό μου και σε μένα, δεκαετίες αργότερα, τότε κατάλαβα ότι έπρεπε να  σκοτώσω το άλογο! Κι εμείς εκεί αρχίζαμε τις φωνές, όχι, όχι, δεν έπρεπε, δεν το σκότωσες, πες ότι δεν σκότωσες το καημένο το αλογάκι! Λες κι ήταν ένα παραμύθι που μπορούσαμε να παρέμβουμε στην πλοκή του, αφού το έγραφε σα να λέμε ο ίδιος ο μπαμπάς μας, τι διάολο, είχαμε τα μέσα. Όμως εκείνος δεν μας έκανε τη χάρη να πει ένα ψεματάκι παρηγορητικό. Το σκότωσα, μας έλεγε, το σκότωσα για να μην το πάρουν οι Γερμανοί, έκλαιγα πολύ, το κρατούσα αγκαλιά, αλλά το σκότωσα…
Και δάκρυζε ξανά καθώς το θυμόταν, κι εμείς ανατριχιάζαμε, και δεν το πιστεύαμε, δεν το δεχόμασταν, πώς μπορούσε να έχει κάνει κάτι τέτοιο, δεν του το συγχωρούσαμε ποτέ. Δεν καταλαβαίναμε πως εκείνη τη στιγμή ο υπάκουος αξιωματικός που εκτελούσε διαταγές ανωτέρων επί χρόνια, προσπαθούσε να ξαναγίνει άνθρωπος που έπαιρνε αποφάσεις, να συνεχίσει, κατά κάποιον τρόπο, τον πόλεμο μόνος του. Βλέπαμε μόνο το άδικο, δεν ήταν παρά ένας άνθρωπος, τόσο μικρόσωμος στις φωτογραφίες πάνω στ’ άλογο του, και να’ χει δικαίωμα ζωής και θανάτου στο μεγαλειώδες αυτό ζώο; Δεν το χωρούσε ο νους μας.
Τον θυμήθηκα τώρα με τον τίτλο της νέας ταινίας του Σπήλμπεργ, «Το άλογο του πολέμου». Φαντάζομαι θα έχει καλό τέλος η ταινία. Θα βρίσκει το άλογο το αφεντικό του και θα παίρνει αγκαλιά το μεγάλο κεφάλι του, όχι για να το σκοτώσει βέβαια, και οι θεατές θα μαθαίνουν πολλά για τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο στην Ευρώπη, που εδώ στην Ελλάδα δεν τον ζήσανε οι παππούδες μας όπως οι υπόλοιποι Ευρωπαίοι, γι αυτό και ποτέ δεν καταλάβαμε ακριβώς για ποιο λόγο δεν ήθελαν οι Γάλλοι και άλλοι παθόντες του Πρώτου να πολεμήσουν στο Δεύτερο. Όσο μπορεί να καταλάβει κανείς τον πόνο του άλλου, την αδικία στον άλλον, την απώλεια των άλλων.  
Από το Protagon http://www.protagon.gr/?i=protagon.el.8emata&id=12004

Σάββατο, 21 Ιανουαρίου 2012

Από πού είσαι;

Μουντό το σαββατιάτικο μεσημέρι, γεμάτη κόσμο η Ερμού, είπα να την κατέβω να μου φτιάξει λίγο το κέφι. Πάντα φτιάχνει το κέφι χαζεύοντας τον κόσμο, φτάνει να μη δεις πράγματα ακραία, παιδιά που ζητιανεύουν, ανάπηρους, κυνηγητό μικροπωλητών και τέτοια. Γλύτωσα τα παιδιά και τους ανάπηρους, είχε μάλιστα σαλεπιτζήδες, λατερνατζή, κόσμο που ψώνιζε, νεαρούς αφρικανούς που μετακινούνταν σχεδόν γαλήνια με μικρά φορτία, κι όλα έβαιναν καλώς μέχρι το Φωκά κι αυτή τη γριά που πουλούσε τερλίκια δίπλα στην πόρτα του. Καθόταν εκεί και δεν μιλούσε, έτρεμε λιγάκι σαν από ελαφρύ Πάρκινσον, και βέβαια ενσάρκωνε και συμπύκνωνε, στο θέαμα που προσέφερε, όλον τον πόνο και τον καημό, τη μιζέρια και τη στεναχώρια της εποχής που περνάμε. Ξαφνικά σα να μην υπήρχαν γύρω ούτε νέα κορίτσια με σακούλες, ούτε γυναίκες με διλήμματα τι να ψωνίσουν, ούτε αφρικάνοι και δημοτικοί αστυνομικοί, ούτε καστανάδες και παιδιά με ακορντεόν, μόνο αυτή η γυναίκα που ίσως είχε πλέξει μόνη της τα τερλίκια και τα έφερε να τα πουλήσει στην Ερμού.
Δεν πέρασε άνθρωπος να μην την κοιτάξει και να μη σοκαριστεί. Δεν έπρεπε να είναι εκεί, κάπου θα την περίμεναν εγγόνια, κάπου θα την περίμεναν φιλενάδες, ρούχα για άπλωμα, κότες στο κοτέτσι για τάισμα. Έπρεπε να έχει γύρω της μια αυλή, έστω ένα στενό δρομάκι με ψάθινες καρέκλες, κάτι δικό της, όχι τους κυβόλιθους της Ερμού, το πεζούλι του Φωκά, και τη βιτρίνα του απο πάνω. Μια μαμά και μια γιαγιά στο μυαλό ολονών σίγουρα θα τους ενοχλούσε τη συνείδηση, κάποια που δεν τη προσέχουν αρκετά, που δεν την πρόσεξαν όταν έπρεπε και τώρα είναι αργά, ίσως.
Στάθηκα να τη φωτογραφίσω και μπήκε μια γυναίκα μπροστά. "Από πού είσαι;" τη ρώτησε. Λες κι αν μάθαινε απο πού ήταν θα έβαζε τα πράγματα στη θέση τους. Θα έβρισκε τη λογική της εικόνας. Δεν άκουσα τι απάντησε η γριά, έπιασαν κουβέντα, έπιασαν να γελάνε, κι έτσι βγήκε στη φωτογραφια μου. Να γελά με την οικειότητα και την άνεση που έχουν μερικές γριές, λες και δεν ήταν εκεί που τη βλέπαμε αλλά κάπου αλλού, στον τόπο της ίσως.
Της άφησε νομίσματα η γυναίκα χωρίς να αγοράσει τερλίκια, κι άλλος ένας πλησίασε κι έκανε το ίδιο, κι η γριά έμεινε με ενα ύφος απορημένο, σχεδόν κοριτσίστικο, και δεν ξαναπήρε εκείντο μελαγχολικό με το τρέμουλο που είχε όταν την είδα.

Παρασκευή, 20 Ιανουαρίου 2012

Λάθος πληροφόρηση

Δεν ξέρω τι τους έκανε ο Παύλος Τσίμας τελευταία, πέρα απο το ότι το όνομα του στην αιτιατική κάνει ομοικαταληξία με το χρήμα, αλλά όπως το είδα αυτό γραμμένο στη στοά του Ριάλτο, θα ήθελα να πω στους συγγραφείς του πως κάνουν λάθος. Δεν αρκεί το πάθος για χρήμα για να γίνεις Παύλος Τσίμας. Χρειάζεται δουλειά, επιμονή, μόρφωση, χρειάζεται φοβάμαι και κάτι ακόμα που λέγεται ταλέντο. Το ρημάδι. Ταλέντο που όλοι έχουν για κάτι, δεν μπορεί, και καλύτερα θα έκαναν, αντί να λερώνουν τοίχους με το μίσος, τη ζήλια και τη λάσπη τους, να ψάξουν να βρουν πού βρίσκεται το δικό τους και να συνομιλήσουν μαζί του

Πέμπτη, 19 Ιανουαρίου 2012

Το κουλούρι του άστεγου

Η Φατίμα και τα αδέλφια της μαζί με το κουλούρι
Αυτές οι γυναίκες από το Αφγανιστάν όλο χαμογελάνε. Είναι κάτι ανεξήγητο, πού το βρίσκουν τέτοιο κέφι; Το καλοκαίρι εντάξει, έβγαιναν όλες μαζί βόλτα με τα πιτσιρίκια τους στο πάρκο, μιλούσαν μεταξύ τους και χαμογελούσαν. Τώρα πετυχαίνω πού και πού καμία μονάχη με τα πιτσιρίκια της, πάλι χαμογελάν.
Είναι μυστήριο. Τόσο ευχαριστημένες είναι πια που βρέθηκαν στον παράδεισο της Δύσης; Ή μήπως τους έχουν δώσει κάποια συμβουλή του στυλ: «εκεί που θα πάτε, κοιτάτε να είστε ευχάριστες, για να σας κρατήσουν και να μη σας βάλουν σε κανένα αεροπλάνο επαναπατρισμού στα γρήγορα»;
Πού τις επαναπατρίζουν αυτές και τα παιδιά τους είναι επίσης μυστήριο. Δεν ξέρουν καμία γλώσσα να μιλήσουν, μόνο φαρσί. Τρομερό να μιλάς τα φαρσί σε έλληνες που ξέρουν φαρσί ένα σωρό γλώσσες πλην των φαρσί. Το μόνο που καταλαβαίνουμε από όσα λένε είναι «Αφγανιστάν». Ίσως είναι Αφγανές που έρχονται διωγμένες από το Ιράν. Πρόσφυγες που περνάνε στο Ιράν, αλλά είναι ανεπιθύμητοι. Ποιος ξέρει τι ταξίδι έχουν κάνει για να φτάσουν ως εδώ. Πού μένουν, που κοιμούνται με τα παιδιά τους; Γιατί έφυγαν; Δεν μοιάζουν οικονομικοί μετανάστες. Είναι καλοβαλμένες οι γυναίκες, τα παιδιά καθαρά, προσεγμένα. Πόσο θα αντέξει αυτή η όψη τους, η κάπως αξιοπρεπής; Πού θα καταλήξουν; Τι πέρασαν; Πού θα βρίσκονται σε μισό χρόνο;
Χτες μια πολύ νεαρή μητέρα έκανε βόλτα με τέσσερα πιτσιρίκια. Μαντίλα η μαμά, μαντίλα και η μεγαλύτερη κόρη που ήταν γύρω στα έντεκα και παρίστανε ότι πρόσεχε τα μικρότερα. Τρέχανε, παίζανε, τα είδε ένας  που λιαζόταν σ’ ένα παγκάκι, σηκώθηκε και τους έδωσε το  κουλούρι του. Μεγάλος πειρασμός, να δίνεις κάτι σε παιδιά, ειδικά όταν δεν ζητάνε. Η όψη του δωρητή ήταν πολύ πιο άθλια από τα ξένα  γυναικόπαιδα, έμοιαζε με άστεγο, ωστόσο επέμενε να δώσει το κουλούρι στο μικρότερο κορίτσι. Βουβή συνεννόηση. Η μαμά δέχτηκε να το πάρει. Τα άλλα παιδιά δεν ζήλεψαν, δεν γκρίνιαξαν, δεν ζήτησαν κομμάτι. Δεν φαίνονταν να πεινάνε, ήταν μάλλον προς το γεματούτσικο. Έχουν φαγητό. Πού να το βρίσκουν, ποιος τους φροντίζει, πώς τα βγάζουν πέρα με τα διαβατήρια, τις αιτήσεις ασύλου, τα σύνορα, τον τελικό προορισμό; Πού άφησαν το σπίτι τους, σε χωριό ή σε πόλη; Θέλουν να γυρίσουν πίσω; Θέλουν να ζήσουν στην Ευρώπη; Πώς αγοράζουν ψωμί; Τι βλέμματα αντικρίζουν όταν περπατάνε στην Πατησίων;
Πλησίασα με τη φωτογραφική μου μηχανή. Να βγάλω μια φωτογραφία, ρωτάω. Στήνεται η οικογένεια, πίσω η μαμά, μαζεύει τα παιδιά μπροστά, ύστερα για τη δεύτερη πόζα, τ’ αφήνει μόνα τους. Αφγανιστάν, μου λέει. Το κορίτσι με τη μαντίλα δείχνει ένα- ένα τ’ αδέρφια της, λέει τα ονόματα τους. Εκείνη τη λένε Φατίμα.
Αν είχα μια καλύτερη κάμερα θα έβγαζα φωτογραφία σαν του National Geographic. Πάντα αφγανές βάζει στα εξώφυλλα του. Δεν βοηθάει βέβαια πολύ το ντεκόρ εδώ,  είναι κι αυτό το ξεκάρφωτο χαμόγελο.

Δευτέρα, 16 Ιανουαρίου 2012

Πού έγινε η Reunion με τους συμμαθητές του Δημοτικού

Αγόρια και κορίτσια σε γιορτή στο Δημοτικό
Xτες το απόγευμα συναντηθήκαμε με συμμαθητές απο το Δημοτικό που είχαμε να δούμε απο τα δώδεκα μας χρόνια. Οι συμμαθήτριες βλεπόμαστε, γιατί στο Γυμνάσιο μείναμε μαζί, αλλά τα αγόρια τα είχαμε χάσει. Ήταν ιδέα ενός μικρού πυρήνα επίμονων φιλενάδων να τους αναζητήσουμε και να τους καλέσουμε. Το πέτυχαν, έμοιαζε απίστευτο. Δεν τους βρήκαν όλους, αλλά μάζεψαν πέντε, που δεν ήταν κι εύκολο. Τα αγόρια μας ήταν λίγα, το Γυμνάσιο ήταν θηλέων και έφευγαν τα περισσότερα πριν την Έκτη, πήγαιναν απο Τετάρτη στο Κολλέγιο, που ήταν τότε αρρένων. Ένας απο τους παλιούς αυτούς συμμαθητές, εκείνος με τον οποίο ήμασταν οι περισσότερες ερωτευμένες, ταξίδεψε απο τις Βρυξέλλες, όπου ζει, για να μας συναντήσει.
Ναι, ήταν σχολείο της αστικής τάξης η Αηδονοπούλου. Όλες οι συμμαθήτριες μου έμεναν τότε στην Αθήνα, μια μεγάλη παρέα ήταν στα Πατήσια, μια άλλη στο Κολωνάκι, και δυο- τρεις Φιλοθέη και Ψυχικό.
Για τη συνάντηση αναζητήθηκε ένα σπίτι στο κέντρο. Στα Πατήσια δεν μένει πια καμία, εδώ και πολλες δεκαετίες. Η φίλη μου απο την Κυψέλη ζει στη Γλυφάδα εδώ και τριάντα χρόνια. Η κολλητή μου (ακόμα) απο το Παγκράτι, είναι στου Παπάγου απο το 1969. Οι υπόλοιπες που ρώτησα μένουν στην Κηφισιά οι περισσότερες, στην Πολιτεία, στη Δροσιά, στη Γλυφάδα, στο Χολαργό, στο Μαρούσι. Μόνο μία έχει απομείνει στο Κολωνάκι, κι εγώ στην Κυψέλη! Καλά, εγώ είμαι εκτός συναγωνισμού.
 Αποφασίσαμε να κάνουμε τη συνάντηση στο σπίτι μιας μαμάς στο Κολωνάκι, που είναι και μεγάλο, γιατί της άλλης Κολωνακιώτισσας είναι μικρό.
Ήταν μια βραδιά εξαιρετική, εννοείται, τα αγόρια ήταν αποκάλυψη, φυσικά, δεν μπορώ να γράψω γι αυτά όλα εδώ, όχι έτσι βιαστικά. Θέλω μόνο να σημειώσω αυτό, που το ξέρουμε όλοι φυσικά, ότι η αστική τάξη δεν μένει στην πόλη αυτή, εδώ και χρόνια. Γι αυτό δεν ελπίζω για την Αθήνα.

Παρασκευή, 13 Ιανουαρίου 2012

Δυο φορές ξένος

Αθηνα, 1922, ο μπαμπάς μου και η
θεια μου προσφυγάκια
Το ντοκιμαντέρ του Ανδρέα Αποστολίδη "Δυο φορές ξένος" βασισμένο στο βιβλίο του Μπρους Κλαρκ με τον ίδιο τίτλο με έκανε να χάσω το μάθημα κιθάρας που είχα την ίδια ώρα, αλλά μόνο μια φορά γινόταν η προβολή στο Γαλλικό Ινστιτούτο. Πήγαμε μεγάλη παρέα, και κάναμε το λάθος να μείνουμε κι όταν τέλειωσε, αλλά ήμασταν τόσο φορτισμένοι, συγκλονισμένοι, έκανε και κρύο, πώς να σηκωθείς να φύγεις;
Η ταινία ήταν εξαιρετική. Στα ίχνη του βιβλίου, έδειχνε ανθρώπους κι απο τις δυο μεριές, γέρους πρόσφυγες που είχαν μνήμες απο την πατρίδα τους, Τούρκους με καταγωγή απο την Κρήτη και τα Γρεβενά, Έλληνες με καταγωγή απο τη Μικρά Ασία. Μια γυναίκα έδειχνε το λέυκωμα της γιαγιάς της, μαντινάδες στα ελληνικά γραμμένες με αραβική γραφή.
 Είχε μια θαυμάσια ιστορική εισαγωγή και επεξήγηση, πώς έφτασαν ως εκεί οι δυο χώρες, μιλούσαν ιστορικοί, άγγλοι, έλληνες και τούρκοι. Καταπληκτική δουλειά, και μάλιστα απο έλληνα, αξιοθαύμαστη πώς μοίραζε δίκαια τις ευθύνες, πώς έδινε σε μια ώρα μέσα, μια πλήρη εικόνα. Υπήρχαν λεπτομέρειες σπαρακτικής ευαισθησίας, που δεν τις ήξερα ούτε εγώ η οποία έχω διαβάσει ένα σωρό βιβλία γύρω απο το θέμα κι έχω ακούσει άπειρες διηγήσεις απο μικρό παιδί. Για παράδειγμα, δεν ήξερα ότι τα ξένα πλοία στη Σμύρνη είχαν βάλει μουσική να παίζει δυνατά για να μην ακούν οι ναύτες τις κραυγές των θυμάτων..
Μόλις τέλειωσε η προβολή δώσανε το λόγο στο κοινό. Παίρνει ένας το μικρόφωνο και λέει: "Να μην ξεχνάμε απο πού έρχονταν αυτές οι ιδέες που οδήγησαν σε αυτή την υπόθεση... να μην ξεχνάμε πώς έρχονταν απο τη Δύση...οι ιδέες του εθνικισμού..."
Το άφησαν έτσι αυτό, γιατί τι να πούν; Έπρεπε να φτάσουν στην ελληνική επανάσταση. Και να πουν ότι εν τοιαύτη περιπτώσει, δεν έπρεπε να γίνει. Ούτε και η γαλλική ούτε και καμία. Την άφησαν τη συζήτηση, ίσως ένοιωσαν όλοι ότι θα οδηγούσε σε επικίνδυνα μονοπάτια..
Παίρνει μια γυναίκα το λόγο, εγώ έχω καταγωγή απο τη Σμύρνη, λέει. Είμαι πολίτης του κόσμου κι έχω να σας πω ότι τη σφαγή στη Σμύρνη δεν τη δείξατε σωστά!"
Παίρνει άλλος: "Δεν αναφερθήκατε καθόλου στη γενοκτονία των Αρμενίων"
Κι ο γάλλος φίλος μου από δίπλα να μου λέει: "Μήπως έφταιγαν τα τεχνολογικά μέσα που οδήγησαν στην ιδέα της ανταλλαγής, διότι αν δεν υπήρχαν δεν θα τη σκέφτονταν οι ηγέτες;" Αυτόν τουλάχιστον τον έπεισα ότι κάνει λάθος, διότι ο πατέρας μου και οι συμπατριώτες του, γυναικόπαιδα, περπάτησαν οκτώ μέρες απο τα Σπάρτα στην Αττάλεια, κι ύστερα οκτώ μέρες ταξίδευαν με πλοίο ως τον Πειραιά, αλλά εκείνου η μανία είναι να θεωρεί πως η Δύση βλάφτει τον κόσμο επειδη προχωρά τεχνολογικά.
Η οικογένεια του πατέρα μου στην Ξάνθη το 1931, όπου ο παπούς
εργαζόταν ως γιατρός στο Νοσοκομείο Αμερικανίδων Κυριών,
ένα ίδρυμα για την περίθαλψη των προσφύγων
Άλλος απο το κοινό: "Τον Ποντιακό Ελληνισμό δεν τον αναλύσατε" κι έτσι συνέχεια.
 Ο σκηνοθέτης άρχισε να απολογείται, μια ταινία με ένα θέμα συγκεκριμένο έκανα, δεν χωρούσε όλος αυτός ο προβληματισμός κλπ... Δεν περίμενε τέτοια υποδοχή προφανώς, μετά τη δουλειά που είχε κάνει. Αλλά είναι δύσκολο να θες να ξεκουνήσεις τους ανθρώπους απο τις σιγουριές τους. Αυτό ήταν και το πρόβλημα του τύπου που μίλησε για τις δηλητηριώδεις ιδέες απο τη Δύση.
Εχει γίνει της μόδας τώρα τελευταία να τα βάζουν όλοι με το Διαφωτισμό και τις προσπάθειες για αλλαγές και πρόοδο σε όλες τους τις εκφάνσεις. Φέτος, στην επέτειο του Πολυτεχνείου, για πρώτη φορά τόλμησαν διάφοροι και κατηγορούσαν τη γενιά του Πολυτεχνείου για όλα τα κακά που μας έχουν τύχει, και για κανένα καλό. Το υπονοούμενο είναι ότι το βλαβερό πράγμα ήταν η εξέγερση, αυτή μας έβλαψε κυρίως απ' όλη την πεντηκονταετία.
Κι ο Διαφωτισμός, οι ιδέες για ανεξαρτησία των εθνών, για χειραφέτηση των ατόμων, σε τι περιπέτειες δεν οδήγησαν την ανθρωπότητα, ε; Τι ευτυχισμένη που ήταν πριν, ο κόσμος ζούσε στη στοργική αγκαλιά των αυτοκρατοριών, Οθωμανική, Αυστροουγγρική, κλπ, τι τις ήθελε τις εξεγέρσεις; Για όλα φταίει ο Βολταίρος, για όλα φταίει ο Ρουσώ! Μας ξεγέλασαν να μπλεχτούμε με το ναρκωτικό της ελευθερίας που θέλει εγρήγορση και υπευθυνότητα... τι κακό μας βρήκε... Δεν ήμασταν εμείς για τέτοια. Να ζούσαμε αθώοι κι ανέμελοι στην παιδική ηλικία της αιώνιας καθυστέρησης, να μην μπλέξουμε με την παρακμή της Δύσης....
Τι νοσταλγία κι αυτή... Αλλά τι να κάνεις. δεν υπάρχει επιστροφή φίλε μου. Γι αυτό σκάσε και κολύμπα. Άσε που αν το καλοσκεφτείς το κακό άρχισε με τη διάλυση της μίας και μόνης Αυτοκρατορίας που κατάφερε να ενώσει την ατίθαση Ευρώπη, της Ρωμαϊκής... Και ποιος έφταιγε γι αυτήν, αν όχι ο τύπος που έφερε την πρωτεύουσα ανατολικά και παράτησε τη Δύση στους βαρβάρους να προοδεύει μοναχή της, όπως έλεγε κι ο Προγκίδης;
Ας μην πάμε πίσω στο Μεγαλέξαντρο, όπως είπε κι ένας απο το κοινό στο Γαλλικό Ινστιτούτο.

Πέμπτη, 12 Ιανουαρίου 2012

Το κρύο της Αθήνας


Το κρύο της Αθήνας είναι αλλιώτικο, λένε οι ειδικοί. Δηλαδή, ποιοι ειδικοί, αυτοί που έχουν ζήσει σε βόρεια κλίματα. Στο Λονδίνο και στο Παρίσι, όπου τα σπίτια θερμαίνονται με κάποιο τρόπο διαφορετικό, πιο φτηνό, πιο έξυπνο, πιο φιλικό στο χρήστη. Στο Βερολίνο, το Μόναχο τις Βρυξέλλες. Έχουν δίκιο, κοιτάζω το θερμόμετρο, έχει έξω 8ο Κελσίου και στο σπίτι τουρτουρίζουμε. Με δυο ζευγάρια κάλτσες τα πόδια μου πάγωσαν μέσα στις μπότες χτες το βράδυ. Μπας και χρησιμοποιούμε πλακάκια ειδικά για να μεταδίδουν ψυχρότητα στους περιπατητές;
Έχει υγρασία στην Αθήνα, λένε οι ειδικοί. Πώς έγινε αυτό και πότε; Δεν ήταν φημισμένη η Αθήνα για το ξηρό της κλίμα; Θυμάμαι τον παππού μου να παραπονιέται, πόσο θα ήθελε να ζει εδώ, να μην υποφέρει από την υγρασία. Μέχρι και στο σχολικό βιβλίο Ιστορίας το έγραφε, ότι έχει ξηρό κλίμα η Αθήνα. Ιστορικό ξηρό κλίμα. Μήπως έχουν δίκιο αυτοί που λένε ότι φταίει η οικοδόμηση, το χώμα που δεν υπάρχει πουθενά να απορροφά την υγρασία, τα σκεπασμένα ποτάμια, όλη αυτή η οικοδομική επίθεση στο καναλιζαρισμένο υγρό στοιχείο που το διέχυσε παντού και μας εκδικείται τώρα με πανταχόθεν αντεπίθεση;
Το κρύο της Αθήνας είναι αφόρητο. Δεν έχει ακόμα γραφτεί στο σχολικό βιβλίο, αλλά έχει γίνει υγρή πια η ιστορικά ξηρή πόλη. Αλλά μπορεί να φταίει ότι περπατώντας πρέπει υποχρεωτικά να κοιτάς κάτω, μην πατήσεις κανένα σκυλοκούραδο, ή λειωμένο φύλλο, ή σπασμένο μάρμαρο και βρεθείς κάτω. Τα οργωμένα πεζοδρόμια και τα ανώμαλα οδοστρώματα ως διαρκές περιπατητικό θέαμα δεν είναι ό,τι καλύτερο για να σου ζεσταίνει την καρδιά.
Είναι που μας κακομαθαίνει κι η λιακάδα. Δεν αντέχουμε τη συννεφιά, η οποία επιπλέον σκοτεινιάζει τα στενά όπου αποφασίσαμε σε ιστορικούς χρόνους να κατοικούμε. Δε σου ζεσταίνει την καρδιά κι αυτή η σκοτεινιά με τα ξεφλουδισμένα τσιμέντα.
Κι έπειτα είναι το κρύο των διαμερισμάτων το αθεράπευτο. Αυτή η καταπληκτική ιδέα της κεντρικής θέρμανσης, του πετρελαίου και του αερίου που πρέπει να μοιράζονται  οι συγκάτοικοι μιας πολυκατοικίας. Θα πεθάνουμε από το κρύο πολύ πριν πεινάσουμε, γιατί ο φόβος ότι οι γείτονες χρειάζονται τη ζέστη περισσότερο από μας, άρα μπορεί να επωφελούνται από το κοινό ταμείο παραπάνω από μας, μπορεί να μας οδηγήσει σε αργή και ασυνείδητη αυτοκτονία. Το κρύο της πόλης παγώνει μέσα μας τις ελπίδες για συνύπαρξη και συνεννόηση με τους πολύ κοντινούς γείτονες και συμπολίτες.

Συμπέρασμα: οι εφευρέτες των καλοριφέρ ήταν ανθέλληνες κι είχαν σκοπό να εξοντώσουν την ένδοξη φυλή μας.



Παρασκευή, 6 Ιανουαρίου 2012

Χιονίζει ήσυχα στις Αγριόλευκες

Επιτέλους άρχισε να το μοιράζει ο Γαβριηλίδης στα βιβλιοπωλεία!
Το μυθιστόρημα του Δημήτρη με τίτλο "Χιονίζει ήσυχα στις Αγριόλευκες" δεν μπορώ εύκολα να το κατατάξω. Όπως και το πρώτο βιβλιο του, που είχα διαβάσει πριν τον γνωρίσω, τη "Μεροληπτική κατάθεση", θυμάμαι που με δυσκόλευε, πού να το βάλω, στα διηγήματα, ή στα δοκίμια, τότε που είχα βιβλιοθήκη πολύ ταχτική. Ήταν ένα βιβλίο που είχα βρει πολύ ερωτικό, ενώ ήταν πολιτικό, με τον τρόπο που το έλεγε ο τίτλος: μια προσωπική αφήγηση πολιτικών γεγονότων.
Το καινούργιο τώρα βιβλίο, μετά απο ένα σωρό επιστημονικά που έγραψε για τον Τύπο, την Ιστορία της γραφής, τα γράμματα και τους αριθμούς, κι αυτά μετά τις εθνολογικές έρευνες στο Συρράκο και τις κοινωνικές- οικονομικές αναλύσεις στην Αχαΐα, τα χιλιάδες άρθρα στις εφημερίδες και τα περιοδικά όλ' αυτά τα χρόνια, το καινούργιο λοιπόν βιβλίο είναι ένα μυθιστόρημα. Προΐόν τολμηρής φαντασίας σε συνδυασμό με περιπλανήσεις σε μέρη μοναδικής ομορφιάς, μέρη παράξενα που σου βάζουν παράξενες ιδέες, στις πλαγιές και τα διάσελα του Πηλίου, στις πλατείες και τα δρομάκια της Δράκειας και των άλλων χωριών, στις πίστες του χιονοδρομικού πάνω στις Αγριόλευκες, όπου ήταν ο μόνος από τους μπαμπάδες που ενθάρρυνε τα παιδιά να πάνε κι είχε τα κότσια να τα συνοδέψει στις απότομες χιονισμένες πλαγιές και να κάτσει να μάθει σκι μαζί τους.
Μυθιστόρημα λοιπόν, αλλά τι είδους; Δεν είναι επιστημονικής φαντασίας, αν και μοιάζει πολύ με τα μυθιστορήματα επιστημονικής φαντασίας. Δεν είναι σίγουρα ρεαλιστικό, μια κι έχει μέσα πολλή φαντασία, αλλά οι περιγραφές είναι απολύτως ρεαλιστικές, για το Πήλιο, το χιονοδρομικό, τον τρόπο που οι άντρες ερωτεύονται και οι γυναίκες αναζητούν κι επιμένουν, κι ένα σωρό άλλα. Δεν είναι φιλοσοφικό, αλλά προτείνει μια πολύ φιλοσοφημένη άποψη για τη χρήση των ονείρων.
Σουτ, δεν λέω άλλα, δεν αποκαλύπτω την ερμηνεία και την πλοκή. Εχει πολύ μυστήριο και μπόλικο χιούμορ, φοβάμαι μην το χαλάσω αποκαλύπτοντας πτυχές. Απλώς ανατρέχω σε μερικές φωτογραφίες απο το Πήλιο, απο τις χειμωνιάτικες μέρες που συνηθίζαμε να περνάμε εκεί στις αρχές Ιανουαρίου κάθε χρόνο, σαν εικονογράφηση των περιπετειών που περιμένουν τους ήρωες του.
Πάντως θα ήθελα να μάθω απόψεις αναγνωστών για το πού θα μπορούσε να κατατάξει κανείς το βιβλίο. Εγώ μετά απο τρεις μέρες σκέψη λέω ότι μπορεί να ονομαστεί επιστημονική φαντασία.

Πέμπτη, 5 Ιανουαρίου 2012

Χωριό μου χωριουδάκι μου...

Παλιό αρχοντικό στο ρέμα της Δράκειας
Πώς ξεμείναμε στην Αθήνα φέτος; Κάθε χρόνο τέτοια εποχή ήμασταν στα βουνά, τουλάχιστον την τελευταία δεκαπενταετία. Για πέντε μέρες ανασαίναμε τον αέρα του Πηλίου, περπατούσαμε στα μονοπάτια της Δράκειας, τρώγαμε στην ταβέρνα του Μεταξογένη, πηγαίναμε με τα πόδια στον Άγιο Λαυρέντιο, και κάθε βράδυ μαζευόμασταν στο καθιστικό του ξενώνα ή στο σπιτάκι μας, και παίζαμε ομαδικά επιτραπέζια, σαν παιδιά, μαζί με τα παιδιά.
Τι ευτυχισμένες μέρες περάσαμε, έστω κι αν ήταν μεγάλος κόπος να ξεκουνήσεις τους αθηναίους για περπάτημα, να τους πείσεις να κάνουν μερικά χιλιόμετρα, να τους πείσεις να αφήσουν τα παιδιά τους να ανέβουν στα Χάνια, που είναι πολύ κοντά στη Δράκεια, όπου μέναμε, και να μάθουν σκι. Τα καταφέρναμε όμως, και έχουν μαζευτεί στις αναμνήσεις μας, σαν πολύτιμοι τόμοι σε βιβλιοθήκη, σαν υπέροχοι πίνακες σε σαλόνια, σαν τραγούδια σε ρεπερτόριο, μερικές πορείες απο τη Δράκεια στην Πορταριά, απο τη Δράκεια στα Χάνια, απο τις Μηλιές στα Καλά Νερά, απο το Τρίκερι στην Αγία Κυριακή, απο την Πορταριά στη Μακρυνίτσα, το πανεύκολο, κι απο τις Μηλιές στην Τσαγκαράδα, το πιο δύσκολο, μόνο για εκλεκτούς και πεπειραμένους Τα δε παιδιά μάθανε σκι, μαζί τους έμαθε κι ένας μόνο μεγάλος. Όχι εγώ, αν και προσπάθησα.
Το χωριό που η γιαγιά μου εγκατέλειψε το 1910 για να βρει την τύχη της, να αναζητήσει κάποιον καλό γαμπρό, να ζήσει καλύτερες μέρες, και μετά απ' αυτήν το εγκατέλειψαν άλλοι κι άλλοι, μέχρι που οι Γερμανοί στον Κατοχή εκτέλεσαν 120 άντρες κι ύστερα ο σεισμός το ρήμαξε, το χωριό αυτό το παρατημένο, το δοκιμασμένο και εγκαταλελειμένο, ήταν σκηνικό για λίγες μέρες συμπυκνωμένων απολαύσεων κάθε χρόνο, για μια μικρή έστω περίοδο, σημαντική όμως επειδή μεγάλωναν τα παιδιά μας. Γινόμασταν κοινωνικοί εκεί πάνω, οι επαφές ήταν εύκολες, οι απολαύσεις απλές. Μια βόλτα στο βουνό μπορούσε να δώσει βαθιά χαρά, που μοιρασμένη βάθαινε περισσότερο. Καμιά φορά ήμασταν 35 άτομα που πηγαίναμε στην ταβέρνα της πλατείας και καταφέρναμε να καθίσουμε όλοι μαζί και να γιορτάσουμε την Πρωτοχρονιά,  τα Φώτα, ή απλώς τη χαρά της συνάντησης.
Φέτος δεν έχει. Πρώτη φορά περνάμε μακριά απο τη Δράκεια μας τα Φώτα. Τέτοια ώρα ξεκινάνε στο χωριό τα πολυφωνικά κάλαντα των Φώτων, αντρική χορωδία που γυρίζει στα σπίτια και τραγουδά. Πρώτη φορά μετά απο καιρό θα βρούνε σκοτεινό το σπιτάκι μας. Τι να κάνουμε, ήρθαν τα παιδιά μας για τις διακοπές, δεν ήθελαν και οι φίλοι να ταξιδέψουν, μείναμε στην Αθήνα. Κατά σύμπτωση βγήκε στο Γαβριηλίδη το βιβλιο του Δημήτρη τις μέρες αυτές, που είναι εμπνευσμένο απο τα τοπία της Δράκειας,  με τίτλο "Χιονίζει ήσυχα στις Αγριόλευκες". Είναι μια μικρή παρηγοριά. Αλλά του χρόνου να είμαστε καλά, θέλω να είμαστε εκεί ξανά, να ακούσω τις φωνές να πλησιάζουν μέσα στο βιαστικό δειλινό, τους σκληροτράχηλους άντρες του χωριού να τραγουδάνε όλοι μαζί, με όλες τις δυνάμεις τους, και να δημιουργούν στον κρυστάλλινο αέρα μια απίστευτη αρμονία.

Χιονίζει ήσυχα στις Αγριόλευκες



Του 60 η Ομόνοια

Δεν ξέρω πώς ξεκίνησε η συζήτηση για τη δεκαετία του 60, αλλά πολύ μου αρέσει. Ήμουν τότε παιδίσκη, καταλαβαίνετε. Στην Αθήνα, στο κέντρ...