Δευτέρα, 30 Δεκεμβρίου 2013

Παιδιά στο τρόλεϊ χρονιάρα μέρα



Στο τρόλεϊ υπήρχαν παιδιά χτες το απόγευμα, ελληνόπουλα μάλιστα, με έλληνες γονείς! Πολύ σπάνιο φαινόμενο, δυο ελληνόπουλα ταυτόχρονα σε τρόλεϊ. Να σημειώσω την ημερομηνία. Το ένα δύσκολα θα το ξαναβάλουν οι γονείς του σε δημόσιο μέσο συγκοινωνίας, πάντως, αν κρίνω απο τον τρόπο που το αγκάλιασε ο πατέρας του καθώς προχώρησαν και στάθηκαν όρθιοι οι δυο τους δίπλα σε δυο μετανάστες ασιάτες πολύ ταλαιπωρημένους. Ήταν ένα κοριτσάκι γύρω στα έντεκα, ο μπαμπάς του το τύλιξε κυριολεκτικά για να μην κινδυνέψει να έρθει σε επαφή με τα φθαρμένα ρούχα των ξένων, να τους κρύψει κι απο τη θέα της, να την κρύψει κι αυτήν από τη δική τους θέα. Ήταν πολύ φανερή η αποστροφή του, με έκανε να ντραπώ, και πλησίασα εγώ κοντά τους επίτηδες, να παρεμβληθώ κατά κάποιο τρόπο ανάμεσα στο σοκαρισμένο γονέα με το ωραίο του μοντγκόμερι και τους τρεις ταλαίπωρους ανθρώπους που δεν είχαν τη δυνατότητα να αγοράσουν ρούχα που να τους πηγαίνουν. Και δεν είχαν καθόλου σκεφτεί να μην στέκονται έτσι κοντά- κοντά ο ένας στον άλλον, να τονίζεται η μιζέρια τους. Αν ο καθένας είχε πιάσει απο μια γωνία δεν θα φαίνονταν τόσο τρομαχτικοί, και δεν θα έκαναν τον έλληνα πατέρα να σκεφτεί ότι δεν θα ξαναπάρει ποτέ τρόλεϊ με την κόρη του, όπως θα σκεφτόταν σίγουρα τώρα. 
Ωστόσο, δεν είναι και τόσο φριχτοί αν τους καλοκοιτάξεις. Ο ένας είναι αφρικάνος, σχετικά ηλικιωμένος, πολύ αδύνατος, πολύ ταλαίπωρος. Πώς να βρέθηκε εδώ άραγε, συνήθως είναι νέοι αυτοί που κατορθώνουν να φτάσουν στην Ελλάδα. Φοράει πολύ φθαρμένα σκούρα ρούχα, το πρόσωπό του είναι ταλαιπωρημένο, τα φρύδια του ζορίζονται να κρατήσουν τα μάτια του ανοιχτά κι αυτό του δίνει μια όψη δυσάρεστη. Αν ντυνόταν με κάτι ανοιχτόχρωμο, καθαρό και καινούργιο, αν ηρεμούσε το πρόσωπό του, θα φαινόταν πόσο γέρος και ανήμπορος είναι και δεν θα προκαλούσε φόβο, αν μη τι άλλο. 
Στηρίζομαι στο στύλο των καθισμάτων πίσω απο την πλάτη του κι αισθάνομαι το μπράτσο του μέσα απο το μανίκι του, ή μάλλον δεν το αισθάνομαι καν. Τόσο λεπτό πρέπει να είναι αυτό το μπράτσο, σα να έχει περάσει ένα καλάμι μέσα στο μανίκι για να το κρατάει όρθιο. Θα ήθελα να ανοίξω γραφείο στυλίστα στη γειτονιά μου, να παρέχω συμβουλές εμφάνισης σε μετανάστες μελαχρινούς που ντύνονται με σκούρα, σε χοντρές γυναίκες που φορούν εφαρμοστά. Κρίμα που δεν συνηθίζονται τέτοιες δουλειές, θα άλλαζα το τοπίο της Κυψέλης. Ένα είδος γραμματείας σε λουτρό- χαμάμ σαν αυτά που δεν υπάρχουν πια στην Αθήνα. Το νεαρό δίπλα, που έχει κάνει τον πατέρα να μετατραπεί σε παραβάν, θα τον συμβούλευα να φορέσει κάτι σε πράσινο, αλλά κυρίως θα τον συμβούλευα να μην έχει αυτό το πανικόβλητο ύφος, να προσπαθήσει να δείχνει ήρεμος. Είναι όμορφος στην πραγματικότητα, θα ήθελα να πω στον πατέρα (θα χρειαζόμουν ένα άλλο γραφείο γι αυτή τη δουλειά) απλώς είναι πολύ μαύρος, θα έρχεται μάλλον από τη νότια Ασία καλέ μου κύριε, ανοίξτε το χάρτη με την κορούλα σας. Είναι σαν τον Τζαφάρ στο φιλμάκι που κυκλοφορεί σήμερα στο διαδίκτυο, πριν ξυριστεί και φορέσει ανοιχτόχρωμα ρούχα. 
"Είμαι μαύρη, μα είμαι ωραία, θυγατέρες της Ιερουσαλήμ", θυμάστε;
Δεν χαλάρωσε το παραβάν που είχε φτιάξει με το σώμα του ο έλληνας πατέρας, μέχρι που κατέβηκαν στη Μαυροματαίων. Μπήκε μέσα πολύς κόσμος, πάντα γεμίζει το τρόλεϊ όσο ανεβαίνει προς Κυψέλη. Στριμώχτηκα δίπλα στα πίσω καθίσματα, όπου το άλλο παιδί του τρόλεϊ, κοριτσάκι γύρω στα πέντε, συζητούμε με τον πατέρα του, κι άκουσα τον εξής διάλογο:
-Κοίτα, τώρα θα περάσουμε απο την Κυψέλη. Εδώ μένει τώρα η μαμά με την Κάτια. 
-Μπαμπάααα, εεε, δεν θα έρθει ξανά στο σπίτι;
-Σου λείπει η μαμά σου;
-Μου λείπει πολύ η μαμά μου, πολύ...
-Θέλεις να είσαι μαζί της;
-Θέλω πολύ να είμαι με τη μαμά μου, μωρέ μπαμπά....
-Θέλεις να είσαι μαζί της, ή με μένα;
Θα ήθελα στο σημείο αυτό να έχω γίνει κουφή, να μην ακούω άλλο. Να ήμουν εγώ ασιάτισσα μετανάστρια ή κάτι τέτοιο, να μην καταλαβαίνω αυτόν τον σπαραξικάρδιο διάλογο δίπλα στ' αυτί μου. Τρόλεϊ ήταν αυτό ή φεστιβάλ δραμάτων, πρώτα το κοινότυπο 'καθημερινός ρατσισμός χωρίς λόγια', τώρα το ατομικό, 'παιδί χωρισμένων γονιών που ζει με τον πατέρα και του λείπει η μάνα'; Πόσα ν' αντέξει ο όρθιος επιβάτης; Θα ήθελα κυρίως, να μην ακούσω την απάντηση του παιδιού στην εκβιαστική ερώτηση του πατέρα, 'θέλεις εμένα, ή εκείνη;' Τι να πει το παιδί; Πώς να σκεφτεί τη σωστή απάντηση; 
Μου φαίνεται ότι βουίζουν τ' αυτιά μου. Σωματική άμυνα να μην ακούσω άλλο.
-Έχω μια ιδέα, λέει ο μπαμπάς λίγο μετά, όταν έχει περάσει το βουητό. 
-Τι ιδέα, μπαμπά; λέει το κοριτσάκι με προσδοκία.
-Λέω να κατεβούμε λίγο παρακάτω...
Να κατεβούμε λίγο παρακάτω, να πάμε στη μαμά επίσκεψη να της κάνουμε έκπληξη, αυτό θα πει, περιμένω ν' ακούσω, ταυτισμένη πια με τη μικρή, έτοιμη να χειροκροτήσω την απόφαση του. 
-... να πάμε στην πλατεία και να φάμε οι δυο μας σουβλάκια, θέλεις;
-Τι σουβλάκια, ρωτάει άχρωμα το κοριτσάκι.
Αντί για μαμά, σουβλάκια. Δεν το ρισκάρει το σενάριο που φαντάστηκα ο συμπαθής αυτός νεαρός. Να πάει επίσκεψη στη μαμά εκτός προγράμματος, να δώσει νόημα γιορτινό στη βόλτα, στη χρονιάρα μέρα, στα Χριστούγεννα και την Πρωτοχρονιά. Θα είναι πολύ τσακωμένος με τη μάνα, ή ποιος ξέρει τι άλλο. Κι η Κάτια ποια να είναι, η άλλη κόρη του ζευγαριού; 
Ψυχοπλακώθηκα. Έτσι μούρχεται να γυρίσω να τον αρπάξω απ' το σακάκι, 'βρε άσε τα σουβλάκια και πήγαινε το παιδί στη μάνα του, να χωθεί στην αγκαλιά της, να της κάνετε έκπληξη, δώσε τόπο στην οργή χρονιάρα μέρα!' 
Αυτός κι αν δεν θα ξανάπαιρνε τρόλεϊ ποτέ στη ζωή του, αν έκανα κάτι τέτοιο! Δεν είναι ο τύπος μου να φέρομαι έτσι, νομίζω, αν και έτοιμη είμαι ν' αλλάξω τύπο, ανοίγει το στόμα μου μόνο του, ετοιμάζονται οι φράσεις και κουδουνίζουν στο κεφάλι μου, δεν υπάρχει τίποτε να με συγκρατήσει...
Τελικά δεν λέω λέξη, πλησιάζει κι η στάση που θα κατέβω. Σουβλάκι αντί για τη μαμά, κι αν γίνει το παιδί παχύσαρκο μεγαλώνοντας, θα είναι επειδή το φαγητό προτάθηκε ως λύση στις συναισθηματικές ανάγκες. Προς το παρόν μάλλον από ανορεξία κινδυνεύει, έτσι που το βλέπω, χαμένο στο μπουφάν του, σαν εγγόνι του παρακείμενου υποσιτισμένου αφρικανού. Ο οποίος του χαμογελά κιόλας σαν παππούς του, μακάρια, αλλά κόρη και πατέρας είναι αφοσιωμένοι στο αδιέξοδό τους, οπότε δεν τους ενοχλεί αυτό το χαμόγελο, χαμπάρι δεν παίρνουν.
Αμάν, να κατέβω. Τι διαδρομή ήταν αυτή! Καλύτερα τα καθημερινά children free τρόλεϊ, με τους συνηθισμένους τσακωμούς και το συνηθισμένο στρίμωγμα. Δεν ταιριάζουν τα παιδιά μας σε τέτοιους χώρους. Πρέπει να γίνεται κάτι σαν τελετή ενηλικίωσης, μετά τα 18, με σαμπάνιες. 

Πέμπτη, 26 Δεκεμβρίου 2013

Ευρωπαϊκό τανγκό

Μόλις νυχτώσει φέρνουν τ' αυτοκίνητα και παρκάρουν δίπλα στο εστιατόριο  εκεί, στο καφέ, ό,τι είναι. Πολύ μου τη δίνει. Μην κάνουν ένα βήμα. Θυμώνω κάθε βράδυ που περνάω, κι εκείνο το βράδυ ήταν πολυ περισσότερα τ' αυτοκίνητα και θύμωσα περισσότερο. Περνάνε τη μπάρα, βγάζουν την αλυσίδα, τι ατιμία σκαρώνουν; Εκεί μπροστά στη Σχολή Ευελπίδων, που την ημέρα παίζουν τα παιδιά, μεταμορφώνουν το χώρο σε κανονικό πάρκινγκ. Υπάρχει ένα κέντρο, πολύ δροσερό το καλοκαίρι, αλλά το χειμώνα μου φαίνεται μάλλον απωθητικό, ωστόσο ήταν γεμάτο κόσμο. Ήταν μεσάνυχτα, περασμένη η ώρα του χορού της Σταχτοπούτας, κι έπρεπε να κάνω σλάλομ ανάμεσα στ' αυτοκίνητα για να περάσω. Έτσι παρασύρθηκα προς τη τζαμαρία, να δω τι γινόταν τέλος πάντων εκεί μέσα κι είχε τόση προσέλευση. Ακουγόταν και μουσική παράξενη, κάτι σαν ταγκό. Το τανγκό της Αθήνας; Το πιο παράξενο, ήταν ταγκό. Στάθηκα και χάζευα ξεχνώντας ότι ήμουν θυμωμένη κι ότι κρύωνα και βιαζόμουν. Κάμποσα ζευγάρια, όχι όλα νεαρά, χόρευαν με τις μικρές, προσεκτικές κινήσεις του ευρωπαϊκού τάνγκο, όπως έμαθα να τα ξεχωρίζω. Άλλο το ευρωπαϊκό, άλλο το αργεντίνικο με τις τολμηρές περιπτύξεις. Έκαναν βήματα μετρημένα, προσηλωμένοι οι καβαλιέροι στις ντάμες και τούμπαλιν, με κάτι σαν ευλάβεια στο βλέμμα όλοι τους, οι άντρες κυρίως. Έτσι είναι το ταγκό, αν δεν προσέχεις τον άλλον και χάσεις το ρυθμό θα ρεζιλευτείτε και οι δυο. Οι άνδρες υποτίθεται οδηγούν, οπότε πρέπει να είναι διπλά συγκεντρωμένοι. Λέω 'υποτίθεται' γιατί ούτως ή άλλως τα βήματα είναι δεδομένα, και δίνουν αυτή τη θεατρική υπεροχή στον καβαλιέρο, τον επενδύουν με το ρόλο του καθοδηγητή.  Αφού μάθεις τα βήματα λοιπόν, πρέπει να συντονιστείς με τον παρτενέρ σου. Διαδικασίες που δεν περάσαμε ποτέ εμείς, η γενιά του Πολυτεχνείου, δηλαδη του σέικ. Να κάτι που θα χαρακτήριζε τη γενιά με μεγαλύτερη ακρίβεια. Κι όσο νάναι δεν είναι και πολύ του τανγκό οι Έλληνες, οπότε ήταν φυσιολογική και απαραίτητη η προσήλωση, η οποία έδινε ένα ξεχωριστό ύφος στο χορό, που τον  κοιτούσα εγώ έξω από το τζάμι.   
Το σέικ που χόρεψε μετά μανίας η γενιά μου ήταν απελευθερωμένο απο βήματα και κανόνες, ήταν ο θρίαμβος του αυθορμητισμού και της αμεσότητας. Κουνιόμασταν τρελά σα μανιασμένοι πίθηκοι, μόνοι ο καθένας και παρέα όλοι, πολυ περήφανοι για το κατόρθωμα μας. Μήπως η επιστροφή στο τανγκό των γονιών μας είναι επιστροφή στο συντηρητισμό, όπως η επιστροφή στη θρησκεία και σε άλλα οπισθοδρομικά πράγματα; Πόσο θα ήθελα όμως, πόσο λαχτάρησα και ζήλεψα εκείνο το βράδυ, να μπορούσα να μπω κι εγώ να χορέψω! Αν είχα μάθει τανγκό, ίσως ακόμα να συνήθιζα να βγαίνω έξω για χορό, αλλά σέικ δεν χορεύεις όταν μεγαλώνεις. Είναι έκφραση νεότητας που χάνει το νόημα της όταν τα χρόνια περνάνε. 
Ηθικόν δίδαγμα πρώτον: χορέψτε όσο είστε νέοι, αλλά  μάθετε και βήματα για τα γεράματα, να βρίσκονται.  Και δεύτερον: λίγο τανγκό σε κάνει να ξεχνάς ακόμα και τις αυστηρές αρχές σου εναντίον του παράνομου παρκαρίσματος. Πράγμα που δεν ξέρω πια αν είναι καλό ή κακό, χρονιάρα μέρα. 

Τρίτη, 17 Δεκεμβρίου 2013

Ελα να μάθεις, στην πλατεία Βάθης

Τι μπορείς να μάθεις τώρα πια στην πλατεία Βάθης; Πολλά πράγματα, ας πούμε τις φθηνότερες τιμές σε δωμάτια ξενοδοχείου καθώς περιμένεις τα φαλάφελ σου στο γωνιακό μαγαζάκι, που δεν έχει ουρά όπως εκείνο στην Αιόλου. Και τι άλλο; Τη φιλολογική λεπτομέρεια ότι το όνομα του κτηματία κυρίου Βάθη κοντεύει να αντικαταστήσει τη μυστηριώδη και σκοτεινή θηλυκή λέξη "η Βάθη, της Βάθης" που πάντα κάτι θα είχε να μας διδάξει στα βάθη της. Ή μάλλον στη διαρκή και αενάως ματαιωμένη προσπάθεια να φτάσουμε τα βάθη αυτά της Βάθης, κι όλο να μην το κατορθώνουμε, κι όλο να νιώθουμε ρηχοί. 
Πάνε αυτά τα ωραία τώρα και τα τραγουδισμένα, διότι οι κληρονόμοι των παλιών κτηματιών διεκδίκησαν και πέτυχαν την αποκατάσταση του ονόματος του προπάππου τους, πράγμα που φαίνεται στα λεωφορεία. Η απύθμενη κι απίθανη Βάθη (γενική, της Βάθης) έγινε κ. Βάθης, όπως το πολυσήμαντο Γουδί που θα μας κοπανάει στον αιώνα τον άπαντα την ανάμνηση μιας φριχτής εκτέλεσης, έγινε ο κ. Γουδής, τουλάχιστον για τα λεωφορεία που αμέσως συμμορφώθηκαν στις επιταγές αυτές, ενώ δυσκολεύονται τόσο να συμμορφωθούν στα ωράρια τους, πχ. Τέλος πάντων. 
Και τι σπουδαίο έκαναν αυτοί οι κτηματίες για να πρέπει να τους θυμόμαστε με το σωστό επίθετο τους, καταστρέφοντας αυθόρμητες αλλοιώσεις που δίνανε  κάποιο νόημα σε γειτονιές; Είχαν τα κτήματα απλώς, τα οποία αν δεν τα βρήκαν κληρονομιά, τα είχαν ίσως αγοράσει, όπως είχαν κάνει πολλοί στην περιοχή που θα χτιζόταν η πρωτεύουσα, κοψοχρονιά απο τους Τούρκους κατοίκους που έφευγαν βιαστικά μετά την απελευθέρωση. Πολύ έξυπνη κίνηση για πλουτισμό, αφού τα φτηνά κτήματα, όσα δεν ανήκαν στο μικρό, ένδοξο και θρυλικό, πρώτο και μοναδικό, σχέδιο πόλης των Κλεάνθη- Σάουμπερτ, μοσχοπουλήθηκαν σαν ζεστοί μπακλαβάδες σε ταψί, και με παρόμοιο τεμαχισμό. Ούτε πλατείες, ούτε νησίδες, ούτε παρκάκια, ούτε εσοχές, ούτε πεζοδρόμια της προκοπής χαλάλισαν εκείνοι οι κτηματίες στα σχέδια που υπέβαλαν για έγκριση, αφού πρώτα πουλούσαν τα κομμάτια. Γιατί λοιπόν να τους θυμόμαστε; Ακριβώς γι αυτό, θα μου πείτε ίσως, για να βάλουμε ανάμεσα στον Σωκράτη, όστις διασχίζει υπό μορφήν στενής και βρωμεράς οδού την εν λόγω πλατεία, και σε μας, ένα κομμάτι σύγχρονης Ιστορίας γεμάτο κυνισμό. Θα ήταν χρήσιμο αν ξέραμε, αλλά δεν ξέρουμε, ούτε την ιστορία του Βάθη, ούτε την ιστορία του ποταμού Μάρνη, που είναι κι αυτός παρακείμενη οδός, κι έχει γίνει δια παντός θηλυκός, η Μάρνη της Μάρνης (μια Μάρνη. Μα ποια Μάρνη; Αυτή που μάρναται για πάρτη μας; Δεν θα μάθουμε ποτέ)  
Να μάθαινες λοιπόν τέτοια πράγματα στην πλατεία Βάθης, καλά θα ήταν. Φοβάμαι όμως ότι η άμεση αποκατάσταση των ονομάτων των κτηματιών έγινε απο κάποιο βαθύ σεβασμό στους θεσμούς που συνόδευαν και προωθούσαν την γεωκτησία στον ευρωπαϊκό μεσαίωνα, και οι οποίοι σα να έλειψαν υποσυνείδητα απο το σύγχρονο φιλελεύθερο κράτος που ξεκίνησε το 1821. Βρε θες να πρέπει να περάσουμε όλη τη διαδικασία, απο τη φεουδαρχία μέχρι τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο για να πειστούμε ψυχικά ότι αξίζει η δημοκρατία κι ο εκσυγχρονισμός; Φτου, δεν προλαβαίνω να το ζήσω!
Και μην νομίζετε ότι αργούσαν τα φαλάφελ και τα σκεφτόμουν ολ' αυτά. Κάθε άλλο.
 

Τρίτη, 10 Δεκεμβρίου 2013

Το σπίτι και το παράσπιτο

Ισορροπώντας πάνω σε τάβλες και τουρτουρίζοντας από το κρύο είδαμε τις εργασίες αναστήλωσης στο αρχοντικό της Πούλκως, στη συνοικία Γεράνεια της Σιάτιστας. Μεγάλη τύχη να μας στείλουν συστημένους εκεί, σε μία από τις συντηρήτριες. Αμύθητος καλλιτεχνικός πλούτος σε ντουλάπες, τοίχους, πόρτες και παράθυρα, σε τζάκια, ταβάνια, σε κάθε γωνιά που μπορεί να βρεθεί σ” ένα σπίτι. Αργότερα, στην πλατεία, δίπλα στην επιγραφή που έδειχνε τη θέση του αρχοντικού για τους μελλοντικούς επισκέπτες, πρόσεξα άλλη μια με τηλέφωνο, «επισκέψιμο παλιό σπίτι». Πήρα το νούμερο και μας οδήγησαν ξανά στο ίδιο μέρος, από την άλλη πλευρά του αρχοντικού που ανακαινίζεται, εκεί που ήταν το παράσπιτο, για τους υπηρέτες της οικογένειας.

 

Ωστόσο θα μπορούσε να είναι από μόνο του ένα αρχοντικό κι αυτό το παράσπιτο, δίπατο, με πολλά δωμάτια. Το οποίο δεν ανήκει στο υπουργείο Πολιτισμού, το αγόρασε πριν από καιρό ένα ζευγάρι που το ανακαίνισε μόνο του. Μέσα συγκέντρωσε αντικείμενα που συνέλεγε χρόνια -παλιά κρεβάτια, κούνιες, φορεσιές, καθρέφτες, φωτογραφίες, μπακίρια κάθε λογής, έπιπλα και λευκά είδη, προίκες ολόκληρες για πολυτελή ζωή πριν από εκατό χρόνια.

 

Ηταν σαν να συνάντησα εκεί πέρα χαμένα κι απαρνημένα μεράκια μου, κι ακόμα χαμένες αλλά αξέχαστες φίλες. Συλλογές είχα κι εγώ ξεκινήσει στη νεανική μου λαογραφική περίοδο, πάσχοντας από αγιάτρευτη νοσταλγία για τρόπους ζωής που δεν γνώρισα, και που σίγουρα δεν έμοιαζαν τόσο ρομαντικοί παρά επειδή είχαν εξαφανιστεί. Καταλαβαίνω τους συλλέκτες, ειδικά αντικειμένων που συνθέτουν έναν ολοκληρωμένο πίνακα. Θαύμασα και ζήλεψα την Τατιάνα Ντέρου που μας ξενάγησε στο στημένο με τα χεράκια, τα δικά της και του συζύγου της, αυτό «παράσπιτο». Μας διηγήθηκε την ιστορία της προσπάθειάς τους, η οποία περιλάμβανε κι έναν οκταετή αγώνα άγονο να πείσουν το ΥΠΠΟ να αναλάβουν να ανακαινίσουν και να χρησιμοποιήσουν ένα από τα σπίτια που του ανήκουν. Αλίμονο, οι άνθρωποι με μεράκι προφανώς δημιουργούν αμηχανία στα υπουργεία. Αλλες συμπεριφορές εκτιμά απ’ όσο ξέρω. Ας πούμε, ένα αρχοντικό στο χωριό της γιαγιάς μου, τη Δράκεια Πηλίου, έχει ανακαινιστεί με υπουργική επιδότηση για να επιδεικνύεται σαν μουσείο στους επισκέπτες, πλην όμως ουδέποτε οι ιδιοκτήτες του άνοιξαν την πόρτα ή δέχτηκαν να ξεναγήσουν άνθρωπο, προφασιζόμενοι διάφορα, μέχρι να ξεχαστεί και να πάψει να γράφεται στους τουριστικούς οδηγούς η ύπαρξή του.

Φύγαμε με την ευχή, σπίτι και παράσπιτο όταν τελειώσει η ανακαίνιση να καταφέρουν να έρθουν σε επαφή, να μη γυρίζει την πλάτη το αρχοντικό σε κείνο που υπήρξε κάποτε κατοικία των υπηρετών του, να συνεργαστούν σε νέα βάση. Να βρουν τρόπους να ξεπεράσουν τα γραφειοκρατικά εμπόδια και τη δυσπιστία τους οι… υπουργικοί, να αξιοποιήσουν τα σπάνια μεράκια των ανθρώπων, όπου τα συναντούν. Αλλιώς πώς θα επιζήσουν σε όλα τα μέρη όπου συντηρήθηκαν παραδοσιακά σπίτια και κομμάτια πόλεων, αν δεν αναγνωριστεί η αφοσίωση όσων τ” αγαπούν; Την εποχή της ένδειας αυτά τα πράγματα θεωρούνται πολυτέλεια και χωρίς το δικό τους πάθος είναι καταδικασμένα.


Πέμπτη, 5 Δεκεμβρίου 2013

Οι Κινέζοι είναι παράξενοι άνθρωποι

Πήγα στο Πεκίνο ταξίδι πριν καμιά δεκαπενταριά χρόνια και τους είδα. Αντί να είναι με ποδήλατα στους δρόμους, όπως στις φωτογραφίες που έβλεπα απο μικρό παιδάκι, είχαν αυτοκίνητα και ανέπνεαν καυσαέριο. Τα ποδήλατα στην άκρη, σα να ήσουν στην Αθήνα, στο πιο φαρδύ. Σα να μην είχαν καθόλου εκτιμήσει την πολιτιστική επανάσταση που πέρασαν, έχτιζαν με μανία ουρανοξύστες, με τους εργάτες ανεβασμένους σε σκαλωσιές από μπαμπού. Άπληστοι, σαν αμερικάνοι, σαν ευρωπαίοι, σαν όλους τους ανθρώπους, χωρίς καμιά έγνοια να αποδείξουν την πολιτιστική τους ιδιαιτερότητα, βιάζονταν να αποκτήσουν όλοι ντουσιέρες, μπουφάν, κινητά. Κι είχαν ριχτεί με τα μούτρα στις παλιές τους θρησκείες, ξαναχτίζανε παγόδες. Πλούσιες γυναίκες στο ξενοδοχείο έκαναν σκηνές σε εργαζόμενους με υστερικές φωνές. Ίδιοι, ίδιοι κι απαράλλαχτοι με όλους. Μεγάλη απογοήτευση. Διάβαζα και για τον Μπαρτ που είχε πάει ταξίδι επι Μάο μαζί με άλλους διανοούμενους, προβληματιζόταν κι αυτός. Στην καρδιά της επανάστασης. Αν ζούσε τώρα θα του φαίνονταν όλα πολύ θλιβερά στην απλότητά τους.
Ύστερα, σ' ένα άλλο ταξίδι, πολύ αργότερα, στη Βενετία αυτό, παρατήρησα μαγαζιά με πολύ φτηνά πράγματα ιταλικού ντιζάιν και πωλητές Κινέζους. Τι στο καλό, τόσο τέλειες μαϊμούδες πώς τις έφτιαχναν; Κάποια στιγμή διάβασα ότι υπάρχουν στην Ιταλία ολόκληρες αποικίες μεταναστών χωρίς χαρτιά που δουλεύουν σε άθλιες συνθήκες. Έτσι λύθηκε το μυστήριο. Είδα και μια ταινία πέρσι, στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Με την ιστορία μιας Κινέζας που φτάνει στην Ιταλία μετανάστρια, τα έλεγε όλα: για την ανασφάλιστη και μαύρη, κατάμαυρη δουλειά, τις κινέζικες μαφίες και τις συνήθειες τους. Μαφίες φυσικά υπάρχουν όπου υπάρχει η σκληρότερη παρανομία. Στην Ευρώπη που η μετανάστευση απαγορεύεται ενώ συμβαίνει, οι μαφίες βασιλεύουν, πώς αλλιώς θα γινόταν;   
Και να η ατυχία με την πυρκαγιά που αποκαλύπτει πια πολύ ενοχλητικά την ύπαρξη αυτών των εργοστασίων. Μα γιατί δεν τους φτάνει η ανάπτυξη της Κίνας κι έρχονται οι Κινέζοι να ζήσουν σα σκλάβοι στην Ευρώπη; Μυστήριο. Κι οι Ιταλοί γιατί κάνουν τα στραβά μάτια τόσον καιρό; Άλλο μυστήριο. Γιατί τα συνδικάτα δεν ασχολούνται με τους εργαζόμενους αυτού του τύπου; Επίσης μυστήριο. Γιατί οι ευρωπαίοι δεν παραδέχονται την κατάσταση για να μπορέσουν να την αντιμετωπίσουν με άλλο τρόπο; Και γιατί να μην είναι πυρίμαχοι εν τέλει αυτοί οι εργάτες, αφού παριστάνουν τους διαφορετικούς; Δεν θα ώφειλαν;
Οι Κινέζοι είναι παράξενοι άνθρωποι. Φημισμένοι για την αντοχή τους και τη συνήθεια να υπακούουν, θα μπορούσαν να περιμένουν το κόμμα, τον άγριο καπιταλισμό, την ιλιγγιώδη ανάπτυξη της χώρας τους, αντί να έρχονται εδώ σε μας και να μας μπερδεύουν. Δεν φτάνει που κατασκευάζουν στην Κίνα τα φτηνά αντικείμενα, καθώς και τα ακριβά αλλά με φτηνά μεροκάματα; Τι κακό κι αυτό να μην τους συγκρατεί η κουλτούρα τους, οι οικογενειακοί δεσμοί, η σκέψη του Μάο,  τίποτε, να ταξιδεύουν και για τα μέρη μας. Και θα θέλουν σε λίγο ασφάλιση, κρατήσεις, συντάξεις, όλ' αυτά τα τρομερά, να μου το δείτε. Παράξενοι, αλλά όχι αρκετά, ίδιοι με μας εν τέλει.

Πέμπτη, 28 Νοεμβρίου 2013

Μοναξιές στη Ρώμη

Πήρα εισιτήριο για Λονδίνο μέσω Ρώμης. Στον πηγαιμό είχε στάση έξι ώρες, ευκαιρία για μια μικρή βολτίτσα στην αιώνια πόλη. Πήρα το τρένο, για να διαπιστώσω μόλις κατέβηκα στο σταθμό ότι ξετυλίγεται μπροστά μου σα να μην την έχω δει ποτέ πριν. Άγνωστη ξανά, δύσκολη μεγαλούπολη. Δεν θυμάμαι πού είναι η Φοντάνα ντι Τρέβι και η πιάτσα ντι Σπάνια, δεν μπορώ να προσανατολιστώ. Το Τραστέβερε που σταμάτησε το τρένο, δεν έμοιαζε με το Τραστέβερε που εγώ θυμόμουν. Μόνο μια εικόνα είναι οικεία, τα πεύκα  που υψώνονται στους αρχαιολογικούς χώρους. Απέναντι ακριβώς απο τον τεράστιο και πολύβουο σταθμό, μισός αρχαίος θολωτός τοίχος κοκκινίζει στον ήλιο και τα πεύκα ρίχνουν τη σκιά τους σε μια ήσυχη αυλή. Είναι το μουσείο στις Θέρμες του Διοκλητιανού.
Τα πεύκα της Ρώμης θα πρέπει να ανήκουν σε κάποιο είδος μοναδικό. Μοιάζουν με τα πρώτα δέντρα που θα ζωγράφιζε ένα παιδί. O κορμός προχωρά γυμνός και σε μεγάλο ύψος ξεκινούν τα κλαριά και το φύλλωμα που απλώνεται σαν ομπρέλα. Γέρνουν στοργικά πάνω απο βίλες, πάνω απο παγκάκια, δίπλα σε ερείπια. Πινελιές φύσης που την άφησαν να εμφανιστεί εκεί που κάποτε άστραφτε η ισχύς της αυτοκρατορίας. Της επέτρεψαν να θυμίζει ότι το πράσινο παραμονεύει να κατακτήσει την ανθρώπινη φθορά. Συγκρατημένα όμως, ίσα που δίνουν μια ρομαντική πινελιά. Λίγο παραπέρα η πόλη συνεχίζει να ζει το σύγχρονο πυρετό της, δρόμοι με τρελή κυκλοφορία, επιβλητικές προσόψεις του 19ου αιώνα, θάμνοι κουρεμένοι αυστηρά, παρτέρια πειθαρχημένα γεμάτα μαύρη σκόνη. Παρακάτω, στο επόμενο αρχαίο ερείπιο πάλι τα ίδια χαλαρά πεύκα, με την ψευδαίσθηση της ελευθερίας κινήσεων στην ακινησία τους, τη λυρική συστροφή του κορμού τους, το άπλωμα της πράσινης ομπρέλας τους σαν αγκαλιά αφ' υψηλού. 
Αχ Ρωμαίοι, Ρωμαίοι, γιατί να σας λένε Ρωμαίους; Ρωμαίους εσάς κι εμάς Ρωμιούς; Αχ, Ρωμαίοι, Ρωμαίοι, αλλάξτε τον τόνο στ' όνομα σας, να γίνουμε ένα, Ρωμιοί κι εσείς, Ρωμιοί κι εμείς. Ή μάλλον, Ρωμαίοι γιατί να σας λένε Ιταλούς εσάς κι εμάς Έλληνες; Γιατί εσείς βρήκατε να πάρετε ένα δικό σας σύγχρονο όνομα, ενώ εμείς έπρεπε να σηκώσουμε το αρχαίο; Και γενικά, γιατί δεν γίνατε ψωνάρες όσο εμείς, ενώ έχετε υποτίθεται κι εσείς μια εξίσου βαριά κληρονομιά;
Ίσως βέβαια και να εμβολιαστήκατε για τα καλά με τον Μουσολίνι, ο οποίος πήγε να αναβιώσει πολύ συστηματικά τη ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Ακόμα και τη λέξη φασισμό τη βρήκε στα αρχαία σύμβολα, αυτό το μάτσο βέλη μέσα στη φαρέτρα και τις κορδέλες είναι οι fasces. Φάγανε τότε ρωμαϊκό κλέος οι Ιταλοί με την κουτάλα, τους βγήκε απο τ' αυτιά, δεν θα πάρουν άλλο. Αλλά κι εμείς δεν έχουμε καταναλώσει αρχαιοπληξία με το φασισμό του μεσοπολέμου, και του μεταπολέμου, και της χούντας, γιατί δεν εμβολιαστήκαμε αρκετά; Ούτε για το φασισμό, ούτε για την αρχαιοπληξία;
Μανία κι αυτή με τις συγκρίσεις. Είναι λάθος σκέψη, το έχουμε πει. Κάθε πόλη έχει τη δική της ιστορία, τις δικές της αιτίες κι αποτελέσματα, τα δικά της συναισθήματα. Αυτή είναι η Ρώμη, η μία και αληθινή, που δεν θα προλάβω να θυμηθώ στις λίγες ώρες που διαθέτω. Όπως και τα κύματα των τουριστών που ξεχύνονται στα πεζοδρόμια, προσπαθώ κι εγώ να αποθηκεύσω λίγες εικόνες κι εντυπώσεις. Ακολουθώ μηχανικά ένα πλήθος εγγλέζων, ακούω διάφορα σχόλια για την κοσμοσυρροή. This is insane, λέει μια γυναίκα πίσω μου. Έχει πραγματικά κάτι το νοσηρό η μανία των τουριστών, αλλά δεν είναι αστείο να συμμετέχεις και να το διαπιστώνεις ο ίδιος;  
Κανονικά δεν έχω λόγο να τρέχω με τους τουρίστες να δω τ' αξιοθέατα, τα επισκεφτήκαμε όλα σχολαστικά στο τελευταίο ταξίδι, πριν εφτά χρόνια. Είχαμε έρθει οικογενειακώς, μείναμε στο φοιτητικό σπίτι του γιου μου που έκανε Εράσμους, ακόμα κι η μαμά μου ακολούθησε στο εξοντωτικό τουριστικό πρόγραμμα Έκανε κρύο τότε, έριχνε διαρκώς χιονόνερο, τουρτουρίζαμε  κάτω απο τις ομπρέλες, αλλά τα είδαμε όλα. Έτσι αναπλήρωσα τη φοιτητική μου χαζομάρα, τότε που έκανα σεμινάριο εδώ αλλά δεν είχα βρει καιρό και ενδιαφέρον να πάω στα μουσεία. Κλασσικό σπασικλάκι ελληνικού σχολείου, άργησα να καταλάβω τι σημαίνει η Ρώμη.
 Μεγαλώνουμε με μια έλλειψη απέναντι στη ρωμαϊκή ιστορία, στη ρωμαϊκή σημασία μάλλον, κι ας μαθαίνουμε στο σχολείο και λατινικά και Ρωμαϊκή Ιστορία. Δεν καταλαβαίνουμε γιατί τα μαθαίνουμε αυτά. Το σχολείο μας έχει πείσει ότι οι Ρωμαίοι ήταν κατακτητές, ότι οι Έλληνες ήταν ανώτεροι τους, ότι τους κατέκτησαν οι κατακτημένοι με τον πολιτισμό τους, οπότε γιατί μαθαίνουμε τον κατώτερο πολιτισμό εμείς οι ανώτεροι; Αυτή η απορία διατρέχει το σχολικό πνεύμα και δεν μας αφήνει ουσιαστικά να καταλάβουμε τι νόημα έχει ο κόπος μας για τα λατινικά. Στην αποξένωση βοηθάει το μίσος των ορθόδοξων παπάδων για τους καθολικούς, που καταφέρνει να επηρεάζει ακόμα και τους μη θρήσκους. Οι παπάδες ζουν πάντα στο Σχίσμα, χίλια χρόνια πριν. Έχουν παγώσει το χρόνο γενικότερα, αυτή είναι η ζωή τους. Το αποτέλεσμα είναι να μην έχουμε συνείδηση της κοινής ρωμαϊκής  κληρονομιάς που έχουν όλοι οι Ευρωπαίοι. Τσάμπα παιδευόμαστε με τη λατινική γραμματική.
Ουσιαστικά άρχισα να καταλαβαίνω τη σημασία της Ρώμης διαβάζοντας σχολική ιστορία με τα παιδιά μου. Μαζί τους θυμήθηκα, κατά κάποιο τρόπο, τα δικά μου κενά κατανόησης των ευρωπαϊκών γεγονότων, κι άρχισα να τα καλύπτω όπως- όπως καταφεύγοντας σε εγκυκλοπαίδιες και τόμους γενικής ιστορίας στο σπίτι. Όχι τίποτε ψαγμένο δηλαδή. Κατάφερα να συνδέσω τη στέψη του Καρλομάγνου στη Ρώμη με τη στέψη των αυτοκρατόρων της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, μέχρι και τη στέψη του Ναπολέοντα. Οι ηγεμόνες προσπαθούσαν διαρκώς μέσα στους αιώνες να συνδεθούν με το παρελθόν της Ρώμης, της αυτοκρατορίας που είχε ενώσει την Ευρώπη κι είχε βρει τον τρόπο να επιβάλει ειρήνη στα εδάφη της. Μετά την κατάλυση της Ρώμης, οι ίδιοι οι Βάρβαροι που την κατέλυσαν προσπαθούσαν να την ξαναφτιάξουν. Μέσα απο τον Χριστιανισμό η αρχαία αυτοκρατορία συνέχισε να ζει, καλούνταν να απονέμει ισχύ, να κατευνάζει και να πείθει. 
Θα μου πείτε, δεν είναι πασίγνωστα όλ' αυτά και αυτονόητα; Την Αμερική ανακάλυψες; Είναι πασίγνωστα, αλλά στο βάθος ένας απόφοιτος Λυκείου με καλούς βαθμούς τα αγνοεί, δεν έχουν περάσει στη συνείδηση του. Αν και Ρωμιοί, δεν μας αφήνει η Παιδεία μας να δεχτούμε ότι έχουμε σχέση με την κοινή ρωμαϊκή παράδοση της Ευρώπης. Μας πείθει ότι οι Ρωμαίοι, όπως και οι Βενετοί, οι Οθωμανοί, και οι Γερμανοί, ήταν κατακτητές. Απλώς πέρασαν, καταπίεσαν, σκλάβωσαν, κι ύστερα εκδιώχθηκαν. Το 'Ρωμιοί' λοιπόν είναι πλήρως εξελληνισμένο, δηλαδή δεν έχει νόημα, έχει ξεχάσει τη σχέση με τη Ρώμη. 
Στέκομαι να δω το χάρτη, ξέχασα τις αποστάσεις, τα σημεία, τα πάντα. Μόνο τα μνημεία θα γνωρίσω όταν τα δω, αλλά θα μου χρειάζονταν μέρες για ν' αποκτήσω την κάποτε κεκτημένη οικειότητα. Πάνε τα κεκτημένα, πάνε. Με μπερδεύει το πλήθος, η ανάδειξη του παρελθόντος κάθε φορά και πιο οργανωμένη, σαν επαρχιώτισσα είμαι στην πόλη που θα έπρεπε να βλέπω ως μεγάλη ευρωπαϊκή πατρίδα. Μόνο τα δέντρα της με ησυχάζουν, αυτά τα ζωγραφισμένα πεύκα. Ίσως γι αυτό τους επιτρέπουν να ψηλώνουν έτσι, να ηρεμούν ανθρώπους μόνους και χαμένους σαν εμένα. Να πηγαίνουμε ήσυχα στο πλησιέστερο καφενείο και να παίρνουμε το θάρρος να παραγγείλουμε έναν καπουτσίνο που θα πληρώσουμε περήφανα με το κοινό ευρωπαϊκό μας νόμισμα.  

Πέμπτη, 21 Νοεμβρίου 2013

Ιδέες για την Αθήνα

Στο εργαστήρι "Αθήνα πάλι ξεκίνα" (μεταφράζω σωστά το reactivate Athens;) δέχονται ιδέες πολιτών για να ζωντανέψει η πόλη. Έχω πολλές κι ελπίζω να περάσω να τις βάλω στη λίστα. Μια ιδέα θα ήταν πάντως να άρχιζαν με κάποιο μαγικό τρόπο να γίνονται σεβαστοί οι κανόνες που ήδη υπάρχουν. Καλά, δεν εννοώ τις μοτοσικλέτες στα πεζοδρόμια, τη μέρα που θα φτάσουμε να συζητάμε κάτι τέτοιο θα έχει γίνει η μεγαλύτερη επανάσταση από καταβολής πόλης. 
Κάτι πιο απλό, ας πούμε τις περιφράξεις πεζοδρομίων και στοών από διάφορους που ενοχλούνται να περνάει ο καθένας ελεύθερα στα πεζοδρόμια. Σου λέει, εγώ μένω εδώ, να μη βάλω κι ένα κάγκελο να το καταλάβει ο κάθε άσχετος, να αισθανθεί με ποιον έχει να κάνει; Έτσι, άντε- άντε όλοι να περπατάνε στο πεζοδρόμιο; Με ποιο δικαίωμα; 
Θα το έχετε παρατηρήσει, ιδιοκτήτες σπιτιών φράζουν με κάγκελο ακόμα και χώρο που υποτίθεται έχουν παραχωρήσει για να πάρουν αντάλλαγμα με χτίσιμο παραπάνω ορόφους. Ε, τώρα τους έχτισαν, δεν θα πάει κανείς να τους γκρεμίσει! Βάλε κι ένα κάγκελο να νιώθουμε ασφαλείς.
Κανονικά η Πολεοδομία μπορεί να πάει να ξηλώσει κάθε τέτοιο κάγκελο που ιδιοποιείται δημόσιο χώρο. Τι κάνει όμως όταν ο παραβάτης είναι το ίδιο το κράτος; (θεωρητική είναι η ερώτηση. Έτσι κι αλλιώς η Πολεοδομία δεν ασχολείται με τέτοια πεζά πράγματα) 
Θαυμάστε εδώ τι έχει κάνει το Υπουργείο απασχόλησης και κοινωνικής προστασίας έξω από τα γραφεία του ΟΑΕΔ, στην οδό Σολωμού, στην καρδιά της Αθήνας, απέναντι από το αγωνιστικό Πολυτεχνείο. Όλο το χώρο της στοάς τον έχει κλείσει με κάγκελο, το οποίο κλειδώνει όταν κλείνει το μαγαζί. Προσέξτε, το κτίριο αυτό είναι πολύ ψηλό και ογκώδες, και προφανώς κατάφερε να πάρει άδεια να χτιστεί έτσι επειδή παραχώρησε στοά για πεζοδρόμιο. Τώρα όμως το κρατικό κτίριο έφραξε το πεζοδρόμιο. Κατέβα στο δρόμο πεζέ, όπου δεν χωράς, γιατί είναι πολύ στενός. Κι απέναντι είναι ένα κτίριο σαβανωμένο με λαμαρίνα που εξέχει, ούτε κι εκεί χωράς. 
Είναι όμως η οδός Σολωμού, του εθνικού ποιητού το όνομα! Ουάου! Και τι ωραίο χώρο έχουν φτιάξει! Ψάλε τον ύμνο στην ελευθερία δίπλα στο υπουργικό κάγκελο πριν απομακρυνθείς, για να γεμίσει η ψυχή σου μεγαλείο. 
Αυτή είναι η ιδέα μου. Τι λέτε, να πάω να την καταθέσω;

Τετάρτη, 20 Νοεμβρίου 2013

Kαφές με μύρτιλλο

Στο Ηράκλειο Αττικής, στην πλατεία δίπλα στο σταθμό του Ηλεκτρικού, έφαγα την Κυριακή σφακιανή πίττα στο Μύρτιλλο, το πιο πρωτοποριακό καφέ που έχω γνωρίσει. Δεν θα καθήσω να ψάξω εντυπωσιακές λέξεις να περιγράψω το ντεκόρ, γιατί δεν είναι αυτό το θέμα, αλλά η ιδέα που το ξεκίνησε: να προσφέρει εργασία σε άτομα με ειδικές ανάγκες και σε προερχόμενα από ευάλωτες ομάδες. Όχι απλώς βοήθεια και απασχόληση σαν ίδρυμα που προστατεύει και απασχολεί τους ανθρώπους, προσπαθώντας να γεμίσει τις ατέλειωτες ώρες μιας ζωής που δεν μπορεί να ενταχθεί κοινωνικά κάπου. Κανονική δουλειά, με ωράριο, με απαιτήσεις και με αμοιβή. Δουλειά μάγειρα, σερβιτόρου, ζαχαροπλάστη, κι όποιας άλλης ειδικότητας χρειάζεται ένα καφενείο που σερβίρει και φαγητό, στην οποία θα μπορεί να εκπαιδεύεται κανείς πριν ξεκινήσει να εργάζεται. 
Την ιδέα την έφερε απο το Εδιμβούργο όπου ζούσε μέχρι πρόσφατα η Γεωργία Βαμβουνάκη, ιδρύοντας μια επιχείρηση παρόμοια με κάποια που λειτουργεί εκεί από καιρό και που έχει τις ίδιες αρχές. Για την Ελλάδα είναι πιλοτική. Το καφενείο έχει δυο βδομάδες που άνοιξε, πιλοτάρει λοιπόν αργά και προσεκτικά στα άγνωστα νερά του ανταγωνιστικού τοπίου της ψυχαγωγίας, με πολύ συγκεκριμένο πρόγραμμα και σχέδιο: Θέλει να εκπαιδεύσει τους ανθρώπους που έχουν ανάγκη από εκπαίδευση και ταυτόχρονα αυτούς που νομίζουν ότι δεν έχουν: τους κατοίκους του Ηρακλείου Αττικής ας πούμε, που μπορεί να περνούν αδιάφοροι ή δύσπιστοι έξω από το μαγαζί και να μην φαντάζονται τι είδους φιλοδοξίες έχει, να ακούνε μια γεμάτη προκατάληψη κουβέντα και να κοιτάνε με μισό μάτι. Εκπαίδευση προς τα μέσα, και προς τα έξω. 
Παντρεμένη χρόνια με Σκωτσέζο, η κα Βαμβουνάκη φέρνει από το Εδιμβούργο τις συνήθειες των οργανωμένων σχεδίων που βασίζονται σε συγκεκριμένους αριθμούς. Στο μαγαζί εκπαιδεύονται 15 ενήλικες με μέτριες μαθησιακές δυσκολίες, για δύο χρόνια, από 15 εκπαιδευτές -σπουδαστές σχολών ειδικής αγωγής, ψυχολογίας κλπ που κάνουν την πρακτική τους, και οι οποίοι αξιολογούνται και παίρνουν πιστοποιητικά από δυο επόπτες. Ταυτόχρονα, για τις ανάγκες λειτουργίας του καφενείου,  εργάζονται επαγγελματικά δέκα άτομα, οι πέντε τουλάχιστον θα πρέπει να ανήκουν πάντα σε ευάλωτες ομάδες. 
Οι εκπαιδευόμενοι μαθαίνουν όχι μόνο τις τεχνικές γύρω απο το μαγείρεμα, το σερβίρισμα και την υποδοχή που απαιτεί το καφενείο, αλλά και γενικότερα κοινωνική συμπεριφορά, συμμετέχοντας ως εθελοντές σε κοινωνικές δράσεις της γειτονιάς. Ειδικοί θεραπευτές και καλλιτέχνες συμπληρώνουν την εκπαίδευση τους, τη δική τους και τη δική μας όπως είπαμε, που αρχίζει μαζί με τον καφέ, με μια γουλιά ξεπέρασμα ταμπού, μια γουλιά συζήτηση και αναγνώριση της απλής αλήθειας που ξεχνάμε, και που είναι το μότο της επιχείρησης: οι άνθρωποι στο βάθος έχουν όλοι τις ίδιες επιθυμίες, την ίδια ψυχική δομή, την ίδια ανάγκη κοινωνικότητας. Οι μη συνηθισμένοι άνθρωποι πρέπει να βρίσκουν τους δικούς τους τρόπους, οι προνομιούχοι που μπορούν να μοιάζουν με συνηθισμένους οφείλουν να προσπαθούν να βοηθούν και να αποδέχονται.
Βάλτε στο γκουγκλ το "μύρτιλλο" και θα δείτε περισσότερο. Ξέχασα να ρωτήσω τι συμβολίζει το όνομα, αλλά ξέρω ότι το μύρτιλλο είναι ένας σπάνιος καρπός με ιδιότυπη γεύση που θέλει ειδική μεταχείριση για να προσφέρει ανεκτίμητες βιταμίνες


Κυριακή, 17 Νοεμβρίου 2013

Σαράντα χρόνια παρεξήγηση

Σαράντα χρόνια στρογγυλά, δεν λέω, είναι κάτι. Μια ολόκληρη ζωή. Αλλά δεν έχει σημασία, και δέκα χρόνια μετά, το 83 ας πούμε, όταν έλεγα σε νεώτερους φίλους μου ότι δεν έπρεπε να μας ζηλεύουν που "είχαμε ζήσει το Πολυτεχνείο", ότι αυτοί ήταν πολύ πιο τυχεροί γιατί πρόλαβαν να περάσουν φοιτητικά χρόνια χωρίς χούντα, ότι περνούσαμε άσχημα στην επταετία, ότι θα ήθελα πολύ να μην έχω ζήσει κανένα Πολυτεχνείο, αλλά να νιώθω πιο ελεύθερη στην εφηβεία και στη νεανική ηλικία μου, δεν με πίστευαν. 
Τη θυμάμαι αυτή τη συζήτηση γιατί με είχε ξαφνιάσει. Γινόταν με νεαρούς μουσικούς, δέκα χρόνια μικρότερους από μένα. Ήμουν τριάντα κι ήταν είκοσι, είχα μείνει κατάπληκτη που μου έλεγαν ότι ήμουν τυχερή που είχα αντισταθεί στη χούντα! Ίσως είχαν φανταστεί μια αντιστασιακή ζωή, όχι μια ζωή φοβισμένη, γεμάτη θυμό που δεν βρίσκει διέξοδο, με πολλή υποταγή και ανοχή αυθαιρεσιών, πολλή καχυποψία και πνευματική φτώχεια, πολλή μοναξιά και επιφύλαξη, σαν αυτή που είχαμε ζήσει για εφτά χρόνια. Δεν ξέρω τι είχαν φανταστεί. Υπήρχε μια τεράστια παρεξήγηση ήδη. 
Φοβάμαι πως αν ξαναπώ τα ίδια πράγματα, τώρα, σαράντα χρόνια μετά, πάλι στου κουφού την πόρτα θα τα λέω. Με ξεκουφαίνουν κλαψιάρικα τραγούδια στα μεγάφωνα, πανό κρεμασμένα στη μάντρα με κάνουν να ντρέπομαι που τα κοιτάζω. Όλο αυτό το μελό, με τα σιχαμένα κύματα των κλισέ που κάλυψαν την εξέγερση του 73 ήδη από την πρώτη επέτειο, και δεν του αντιστάθηκε κανένας, μας σάρωσε γλιτσερό κι ακαταμάχητο. Άντε να μιλήσεις για τις επιφυλάξεις, και τις απογοητεύσεις, και τις αμφιβολίες κι όλ' αυτά. 
Διάβασα ένα άρθρο του Δημήτρη Φύσσα σήμερα που μιλάει για πράγματα τα οποία έχω επίσης σκεφτεί και τα οποία, παρόλη τη φλυαρία δεν τα είπαμε ποτέ, δεν τολμήσαμε. Ας πούμε, αν δεν είχε γίνει το Πολυτεχνείο, τι θα συνέβαινε με τη 'σταδιακή μετάβαση στη δημοκρατία' που είχε αναγγείλει η χούντα και είχε αναλάβει ο Μαρκεζίνης; Τότε πάντως, την 18η Νοεμβρίου του 1973, όταν είχαμε βγει από το Πολυτεχνείο της Θεσσαλονίκης εμείς, και δεν είχαμε πάει ακόμα στο σπίτι μας, μέναμε σε μιας φίλης κάμποσοι μαζί από το φόβο μας, μέσα στη σιωπή και στην κατήφεια, εκείνη τη μέρα και τις επόμενες, σκεφτόμασταν μερικοί και το κουβεντιάζαμε μεταξύ μας, πόσο λάθος είχαμε κάνει μ' εκείνη την εξέγερση. Η χούντα είχε σκληρύνει, υπήρχαν νεκροί, είχε κηρυχτεί ξανά στρατιωτικός νόμος, τι είχαμε καταλάβει; Είχαμε ελπίσει κάτι βλέποντας στην Αθήνα να γεμίζουν κόσμο οι δρόμοι,  νομίσαμε απλό να πέσει η χούντα έτσι; 
Δεν ήμασταν στελέχη, δεν ανήκαμε σε οργάνωση, τίποτε δεν ήμασταν. Απλοί φοιτητές και φοιτήτριες, χωρίς επαφή με κανέναν, μόνοι με τις σκέψεις και τα σχέδιά μας. Ήταν πολύ δύσκολο να βρεις παρέες που να ταιριάζεις. Δεν υπήρχαν τραπεζάκια πολιτικών οργανώσεων, να διαλέξεις πού θα πας. Στα τυφλά, στα κρυφά, αν ήσουν τυχερός μπορεί να δικτυωνόσουν. Πολλοί έχουν περιγράψει στιγμές συγκινητικές με  φίλους, οργανωμένοι σε νεολαίες, αλλά την αμηχανία των ανοργάνωτων, που ήταν οι περισσότεροι, δύσκολα την περιγράφεις. 
Στη δική μας μικρή παρέα, που δεν είχε καταφέρει να κάνει μια αληθινή πολιτική συζήτηση  σοβαρή επί τρία χρόνια στο πανεπιστήμιο, αν και το ήθελε διακαώς, εκείνες τις μαύρες μέρες κλαίγαμε τη μοίρα μας. Αν και ανοργάνωτοι και απομονωμένοι, νιώθαμε τύψεις φριχτές που είχαμε γυρίσει το ρολόι πίσω, στις πρώτες σκληρές μέρες της δικτατορίας. Τύψεις για λογαριασμό όλων, αφού για λίγες μέρες είχαμε αποκτήσει συλλογική ταυτότητα, αυτό ίσως μας είχε λείψει περισσότερο, έκαναν τους μήνες που ακολούθησαν το Πολυτεχνείο να φαινεται εκ του αποτελέσματος φριχτό λάθος. Ξανάνοιξαν οι φυλακές, ξαναπιάστηκαν άνθρωποι, ξαναμπήκε λογοκρισία, ξανά, ξανά, πίσω στη δικτατορία, φόβο, στρατοκρατία, φτου κι απ΄την αρχή. 
Όταν έπεσε η χούντα τον Ιούλιο του 74 ήταν τόση η χαρά που δεν κάτσαμε να το ψειρίσουμε. Γιατί και πώς. Τα κάνανε θάλασσα στην Κύπρο οι δικτάτορες, το σκληρό καρύδι ο Ιωαννίδης ήταν μια χάρτινη τίγρη, έπεσε απλώς από ανικανότητα. Τι γύρευε στην Κύπρο ακριβώς δεν είπαμε ποτέ. Ούτε καν τι έκανε ακριβώς εκεί. Δεν έχει ανοίξει ο φάκελος. 
Κι άμα ανοίξει τι θα μάθουμε άραγε; Θα ειπωθούν τα δύσκολα κι απλά;  Ταυτίζοντας το καθεστώς εκείνο με το απόλυτο κακό, δεν ψάχναμε λογική στις κινήσεις του, όμως ο Ιωαννίδης, ο Σαμψών, είχαν κάποια σχέση με τα ελληνικά ιδανικά, δεν ήταν εξωγήινοι. Εθνικιστές και μιλιταριστές, κάπως θα είχαν φανταστεί να επιβάλουν στο Κυπριακό τη δική τους λύση. Δικτατορία, ένωση, και ποιος ξέρει τι ονειρεύονταν για την τουρκική μειονότητα.
Μετά το Πολυτεχνείο, που προφανώς ήταν αποτυχία του Παπαδόπουλου, τον ανέτρεψε ο Ιωαννίδης. Πήρε την εξουσία, δοκίμασε να κάνει πραξικόπημα εναντίον του κράτους εκείνου στην Κύπρο που είχε δυο κοινότητες, τούρκο αντιπρόεδρο, τουρκική μειονότητα με αναγνωρισμένα δικαιώματα, κλπ κλπ. Πολύ αβάσταχτα και απαράδεκτα πράγματα όλ' αυτά για μιλιταριστές εθνικιστές σκληροπυρηνικούς σαν τον Ιωαννίδη. Αποφάσισε να επιτεθεί στο πολυεθνικό -ας το πούμε- αυτό κράτος, να φτιάξει μια Κύπρο κατ' εικόνα και ομοίωση του. Αν πετύχαινε, θα ξεχνούσαν όλοι το Πολυτεχνείο, θα έμενε στην Ιστορία ως ο άνθρωπος που ένωσε την Κύπρο με την Ελλάδα. 
Μάλλον δεν ήταν πρακτοριλίκι των αμερικάνων εκείνο το πραξικόπημα. Το έκανε για να κερδίσει τις καρδιές των Ελλήνων, που είχε χάσει στο Πολυτεχνείο. Έχασε τα πάντα αυτός, έχασε πολλά η Κύπρος, κέρδισε η Ελλάδα τη δημοκρατία, βγήκε εκ των υστέρων η εξίσωση πως το Πολυτεχνείο έριξε τη χούντα. Εξίσωση των βιαστικών που από τη μανία τους για συντομεύσεις χάνουν την ουσία. 
Ίσως ποτέ δεν θα μιλήσουμε σαν άνθρωποι για όλ' αυτά,  δεν θα ξεπεράσουμε τα κλισέ των ηρωισμών και τα ταμπού των εθνικισμών.  Χαλάει η σούπα και της επανάστασης και της προδομένης Κύπρου.  
Ώρες ώρες νομίζω ότι τα χρόνια δεν πέρασαν καθόλου, ότι είμαι πάντα στον προθάλαμο της ζωής, είκοσι χρονών, και προσπαθώ να καταλάβω τις βασικές έννοιες: τι είναι δημοκρατία, ανθρώπινα δικαιώματα, ισότητα, ελευθερία, άσε πια και την αδερφοσύνη. Άστην αυτήν, μου φτάνουν τα υπόλοιπα για να στέκομαι  στον προθάλαμο.  Έφτασα εξήντα κι ακόμα δεν έχω προχωρήσει, διευκρινίζω τα βασικά. Κάποιο λάθος έχετε κάνει σας λέω. Θα περάσει η ζωή όλη και δεν θα το έχουμε ξεκαθαρίσει ακόμα.
http://www.protagon.gr/?i=protagon.el.ellada&id=29324 

Τρίτη, 12 Νοεμβρίου 2013

Μανία με τις ανακωχές

-Εχουμε αργία τη Δευτέρα, μου είπε στο τηλέφωνο η φίλη από το Παρίσι, μας έρχεται τριήμερο, γιορτάζουμε την Ανακωχή!
Κι ότι κόντευαν να με πείσουν ότι μόνο στην Ελλάδα έχουμε τριήμερα.
-Ποιαν ανακωχή γιορτάζετε πάλι; Στις 9 Μαΐου δεν είν' αυτό; 
-Είναι η ανακωχή του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου!
-Καλά, δεν το πιστεύω, κι αυτή τη γιορτάζετε;
Μανία με τις ανακωχές αυτοί οι Γάλλοι. Χαριτολογούμε λίγο για τη γνωστή αντίθεση, εκείνοι να γιορτάζουν τις ανακωχές κι εμείς την είσοδο μας στον πόλεμο. Είναι κάτι ενδεικτικό, που ποτέ δεν αναλύσαμε βέβαια επαρκώς τι σημαίνει για την εκπαίδευση και την ψυχολογία των παιδιών. 
Αν το καλοσκεφτείτε, η ανακωχή ως έννοια θα πρέπει να ακούγεται πολύ περίπλοκη για μια σχολική γιορτή. Με τι καρδιά, με τι πνοή να οργανώσεις παρέλαση πίσω από το στρατό; Ενώ το κάνεις τόσο απλά για την επέτειο της εισόδου στον πόλεμο: τι έκανε τότε ο κόσμος; Πήγαινε να πολεμήσει. Άντε λοιποί στοιχηθείτε κι εσείς παιδιά, κι εν δυο. Απλά πράγματα, οι άνθρωποι είναι λαός, ο λαός γίνεται στρατός, ο ηγέτης έχει απόλυτη ευθύνη, η ιεραρχία είναι απαραίτητη, μπροστά πηγαίνει ο σημαιοφόρος κι από πίσω οι άλλοι, να εθίζονται στον μιλιταρισμό. 
Αλλά στην ανακωχή; Εκεί ο κόσμος έπρεπε να αποδεχτεί τις εκατέρωθεν απώλειες, ειδικά στον Πρώτο Πόλεμο που ήταν εκατόμβη ανθρώπινων θυμάτων για κάθε πλευρά, να ξεκινήσει να κλείνει τις πληγές, να ξαναβάλει μπρος την κανονική ζωή στην μη ηρωική της καθημερινότητα, να παραδεχτεί την ύπαρξη του άλλου δίπλα που είχε επιζήσει. Να ψάξει να βρει δουλειά. Να ξυπνά το πρωί νωρίς και να τρέχει να προλάβει το τραμ, να προσέχει τις σχέσεις που αναπτύσσονται με τους ανθρώπους γύρω του. Δύσκολη, περίπλοκη κατάσταση. Οι άνθρωποι αποκτούν ξανά την ατομικότητα τους, την προσωπική ευθύνη για τη ζωή τους. Τα ερωτικά τραγούδια που είχαν γίνει εμβατήρια, ξαναγίνονται ερωτικά τραγούδια. Στις γιορτές για τις ανακωχές χορεύουν ζευγαρωτά. Δεν ονειρεύονται να ξαναβρεθούν στοιχημένοι πίσω από τον ηγέτη και μπρος μαρς και εν δυο, να μη χρειάζεται να σκέφτονται και να παίρνουν αποφάσεις. Γιατί πρέπει να το παραδεχτούμε, ο πόλεμος με όλη του την αγριότητα σε απαλλάσσει, υποτίθεται, από το βάρος της ύπαρξης, μετέχεις σε κάτι μεγάλο, δεν έχεις να ζεις την ασημαντότητα των καθημερινών προσπαθειών της ειρήνης. Είναι τόσο απλή και καθαρή υπόθεση. Ή μάλλον μοιάζει έτσι όταν είσαι μικρούλης και μαθαίνεις το εν δυο. 
Αυτό το ωραίο αιματηρό μεθύσι είναι που έζησαν οι Ευρωπαίοι μέχρι σκασμού στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο κι αποφάσισαν να απεξαρτηθούν στο τέλος του, έστω κι αν άργησαν να το κατορθώσουν. Μέσα στα μουσκεμένα χαρακώματα ξεσηκώθηκαν οι περίπλοκες ατομικότητές τους και διεκδίκησαν στο εξής, για ολόκληρες τις ζωές τους, την πολυπλοκότητα της ειρήνης. 
Εμείς όμως ακόμα ονειρευόμαστε συλλογικά μεθύσια, ηγέτες που θα μας απαλλάσσουν από τη σκέψη, τους ανθρώπους να γίνονται μάζα, λαός και στρατός, και περιγελάμε τους Γάλλους και τη μανία τους για τις ανακωχές.
Αλλά δεν τα είπα όλ' αυτά στη φίλη μου.


Δευτέρα, 11 Νοεμβρίου 2013

Δύση ή Ανατολή;

 Δεν κράτησα το λόγο μου, να γράφω για όλα τα βιβλία που διαβάζω. Προσπαθώ να επανέλθω. Αυτό που τέλειωσα χτες μου πήρε λίγες μέρες παραπάνω, λόγω πυκνού ύφους και πολλών σημειώσεων. 
 Παναγιώτης Γεννηματάς, "Ελλάς, Δύση ή Ανατολή;"
Είναι απ' αυτά που σε βοηθάνε να σκεφτείς τις βαθύτερες αιτίες των σημερινών ανεξήγητων καταστάσεων, τις οποίες πάντα προσπαθώ να ερμηνεύσω. Για τα σημερινά κολλήμματα ο συγγραφέας πιστεύει ότι βαραίνει υποσυνείδητα η παρακμή του Βυζαντίου, η αρτηριοσκλήρωση με την οποία αντιμετώπισε, ή μάλλον δεν αντιμετώπισε κανένα από τα προβλήματα του. Το πώς άφησε το εμπόριο, οικειοθελώς, στους Ιταλούς, το πώς έλεγχε τη μία και μίζερη ανώτατη σχολή που είχε δημιουργήσει μόνο για τις γραφειοκρατικές του ανάγκες, το πώς αναμασούσε τα περασμένα μεγαλεία, το πώς είχε παραδοθεί στην απόλυτη θεοκρατία, στην εκκλησία η οποία τελικά έρριξε το ζάρι για την πλήρη του κατάρρευση προτιμώντας στα ίσα το σαρίκιον του Τούρκου που θα της εξασφάλιζε απρόσκοπτη και μεγαλύτερη από όση είχε εξουσία. 
Υπάρχει ακόμα κάτι από θεοκρατικό καθεστώς στη σύγχρονη μανία καταδίκης των πολιτικών αντιπάλων πχ, σαν αιρετικών κάποιας θρησκείας, ή στην προσκόλληση στον κρατισμό, στο σημερινό αναμάσημα των περασμένων μεγαλείων, στην παθητικότητα των πολιτών που ακόμα και τώρα δεν αισθάνονται υπεύθυνα πολιτικά υποκείμενα, σε όλες αυτές τις συμπεριφορές που μας ταλανίζουν ενίοτε ανεξήγητα. Μπορούμε ν' αλλάξουμε συνειδητοποιώντας το βάθος και την προέλευση των προβλημάτων; Αυτό είναι το ερώτημα.

Κυριακή, 10 Νοεμβρίου 2013

Παπάκια θέλει μόνο

Στη μετάφραση των Αθλίων του Βίκτωρος Ουγκώ που είχα διαβάσει μικρή, υπήρχε η εικονογράφηση μιας σκηνής στον κήπο του Λουξεμβούργου. Τα παιδάκια παίζανε σε μια λιμνούλα με ιστιοφόρα καραβάκια που τα οδηγούσαν με ένα μακρύ ξύλο. Τάιζαν κουλούρι τα παπάκια. Το 1830 αυτά.  Πόση έκπληξη ένιωσα όταν πήγα στο Παρίσι πολλά χρόνια αργότερα κι είδα ίδια καραβάκια στις ίδιες λιμνούλες του Λουξεμβούργου! Το παιχνίδι συνεχίζεται εκεί με τον ίδιο τρόπο, εδώ και αιώνες. Οι αλέες είναι ίδιες κι αυτές, και οι καρέκλες παμπάλαιες. Αντίκες. Ένα κομμάτι Ιστορίας υπάρχει ζωντανό στην καρδιά της πόλης και στην καθημερινότητα της.
Στην Αθήνα, στον Εθνικό κήπο, τα παιδιά μου, γεννημένα το 90, είναι τα τελευταία που πρόλαβαν τις πάπιες στη λιμνούλα και τις δημόσιες καρέκλες τριγύρω. Ήδη φαινόταν η παραμέληση του χώρου, η εγκατάλειψη. Τώρα πια, δήθεν λόγω γρίπης των πτηνών, λόγω λειψυδρίας και δεν ξέρω τι άλλο, οι πάπιες έχουν εξαφανιστεί, οι καρέκλες ομοίως. Η στάθμη του νερού έχει χαμηλώσει στη λιμνούλα, κι άλλες μικρότερες δεν έχουν καθόλου. Περνάς δίπλα της και δεν στέκεσαι, καμία σχέση με το μικρό βιότοπο που ήταν κάποτε.
Ανακοινώθηκε πριν λίγες μέρες ανάπλαση στον Εθνικό κήπο, και με ζώσανε τα φίδια. Διαβάζω λεπτομέρειες, ευτυχώς δεν υπάρχει πρόθεση να αλλάξουν οι πέργκολες και η διαμόρφωση, μόνο φυτολογικές θα είναι οι παρεμβάσεις. Μα και τα φυτά, μια χαρά είναι. Αν χρειάζεται να ασχοληθεί κανείς με κάτι εκεί μέσα, είναι να ξαναλειτουργήσουν οι λιμνούλες, να είναι καθαρές, να φέρουν ξανά τις πάπιες και τις καρέκλες! Γιατί κανείς δεν προτείνει κάτι τόσο απλό; Δεν ήρθαν ποτέ ως παιδιά στον Κήπο οι δήμαρχοι και οι αρχιτέκτονες τοπίου, να θέλουν να υπάρχει μια σπάνια γωνίτσα σ' αυτή την άχαρη πόλη, όπου θα μπορούν κι εκείνοι να πάνε τα δικά τους παιδιά και να τους δείξουν πού έπαιζαν;
Εξηγείστε μου γιατί σ' αυτή την πόλη χαλάμε συνέχεια και ξαναφτιάχνουμε, συνήθως χειρότερα, τους λίγους δημόσιους χώρους, τις λίγες πλατείες, τους ελάχιστους κήπους; Το Πεδίο του Άρεως, επί χρόνια παραμελημένο, δεν μπορούσε να συντηρείται απλώς, έπρεπε να γίνει ολόκληρη ανάπλαση, να δώσουν ένα σωρό λεφτά, να τους κάνουν αγωγές και οι διάφοροι ταλιμπάν περίοικοι, να μείνει τρία χρόνια κλειστό μ' αυτά και μ' εκείνα, κι αφού τελοσπάντων άνοιξε και παραδόθηκε, και ήταν ωραίο και σπουδαίο, να αρχίσει πάλι να εγκαταλείπεται. Να σπάνε τα μάρμαρα, να γεμίζει σκουπίδια, να ξεραίνονται οι 'διαδρομές νερού' του Τομπάζη, να γίνεται το νέο στέκι διανομής ναρκωτικών κλπ. Γιατί όλ' αυτά; Για να πληρωθούν διάφοροι εργολάβοι, να κινηθεί η οικονομία; Μέχρι πότε θα γίνονται αυτά; Πότε θα βάλουμε μυαλό;
Τόσα λεφτά που έχουν δοθεί σε αναπλάσεις θα μπορούσαν να δοθούν σε απαλλοτριώσεις. Να αποκτηθούν νέοι δημόσιοι χώροι, να διαμορφωθούν εκείνοι από την αρχή, μοντέρνα και πρωτοποριακά. Υπάρχουν εξάλλου ήδη πολλοί ωραίοι χώροι προς διαμόρφωση, και μόνο αυτός ο Κήπος στο κέντρο της Αθήνας με αυθεντικό στυλ 19ου αιώνα. Παπάκια θέλει και φροντίδα.

Τρίτη, 5 Νοεμβρίου 2013

Βόλτα στην Πειραϊκή


Όσο γερνάω καταλαβαίνω ένα σωρό πράγματα που δεν καταλάβαινα παλιότερα. Είναι από τις μεγαλύτερες ηδονές της ζωής, να γίνεται φως ξαφνικά μέσα στο μυαλό σου και να λύνεται κάποια απορία που σε βασάνιζε. Κατά πάσα πιθανότητα θα γεννηθεί άλλη σε λίγο, μάλιστα θα τη γεννήσει η ίδια η νέα κατανόηση, κι ο κύκλος ξαναρχίζει.
Μία απο τις απορίες που δεν έχω λύσει είναι το πώς καταφέρνουν οι άνθρωποι να συμφιλιώνονται με τα σκουπίδια στο δημόσιο χώρο που κυκλοφορούν. Εντάξει, μπορεί η εισαγωγή μου να σας προϊδέασε για κάτι πιο φιλοσοφικό, αλλά ειλικρινά, αυτό το πράγμα, για μένα, αποτελεί μυστήριο. Χτες στη λιακάδα η απορία ανέκυψε σε μια βόλτα στον Πειραιά και δεν μπόρεσε να λυθεί αν και περπάτησα ολόκληρη την παραλία της Πειραϊκής αρχίζοντας από τη Ζέα μέχρι το μεγάλο λιμάνι.
Μήπως μ' έχουν επηρεάσει τα τραγούδια; Το Όσκαρ μουσικής στα Παιδιά του Πειραιά και η διαβεβαίωση της Μελίνας ότι όσο κι αν ψάξει δεν βρίσκει άλλο λιμάνι; Η αλήθεια είναι ότι μεγάλωσα με τους στίχους αυτούς και τόσο βαθιά τους πίστεψα που δεν θέλησα ποτέ μου να ψάξω άλλο λιμάνι, αφού είχαν προηγουμένως αποβεί μάταιες οι έρευνες της Μελίνας. Κι ίσως ακόμα και τώρα εξαιτίας του τραγουδιού να μη μπορώ να συνηθίσω το σκουπιδαριό που αντικρίζει ο περιπατητής ακολουθώντας την ακτογραμμή πάνω απο τα αρχαία τείχη και τ' ακόμα αρχαιότερα βράχια.
Να γέρνει ο ήλιος περιπαθώς πάνω απο τη θάλασσα, να την κάνει ν' αστράφτει, να περνάνε στο βάθος καραβάκια με πανί, να νομίζεις ότι αρκεί να σηκώσεις τα μπράτσα για να μπορέσεις κι εσύ, το δίπουν άπτερον, να πετάξεις, να τρώνε οι οικογένειες ψαράκι στις ταβέρνες και στα ουζερί, να τρέχουν τα γκαρσόνια ιδρωμένα να προλάβουν, και δίπλα, σε απόσταση αναπνοής, να συσσωρεύονται τα απορρίματα πάσης φύσεως, οργανικής και ανοργάνου. Να παλεύουν οι ευκάλυπτοι να καλύψουν τις άγριες μυρωδιές σαπίλας και συσσώρευσης, κι οι κυρίες να παίρνουν βαθιές αναπνοές κοιτάζοντας μακριά, αγνοώντας και τις μυρωδιές και το θέαμα, απολαμβάνοντας το τοπίο. Κι οι κύριοι να ρεμβάζουν, ή να ετοιμάζονται για ψάρεμα, κι οι νεαροί να πηγαίνουν για κολύμπι ή να επιστρέφουν περνώντας αδιάφορα δίπλα απο ένα σωρό σιχαμένα αντικείμενα πεταμένα στο χώμα και τις πέτρες.
Μα πώς το καταφέρνουν; Πίσω απο το δρόμο υψώνονται πολυκατοικίες με θέα τη θάλασσα, τις χτυπά ο ήλιος καθώς δύει, θα πρέπει να είναι μεγάλο προνόμιο να μένεις εδώ. Αυτοί δεν ενοχλούνται άραγε, ή μήπως σκέφτονται ότι μπορεί να τους λυπηθούμε λίγο για τα σκουπίδια και να τους συγχωρήσουμε για τη θέα φάτσα στη θάλασσα; Δεν ξέρω, ειλικρινά, η απορία παραμένει.
Πέρα απο την οικοδομική γραμμή, καταμεσής στα βράχια βλέπω κι ένα προσκυνητάρι με την αυλίτσα του, πιο πέρα ένα εκκλησάκι. Τα θρησκευτικά κτίσματα δεν υποκύπτουν σε πολεοδομικούς κανόνες. Μια οικογένεια δηλώνει μεγαλόφωνα πως πάει να προσκυνήσει στο δεύτερο εκκλησάκι, το τριγυρισμένο από τα πιο βρωμερά απορρίματα της βόλτας. Χαζεύω με περιέργεια τα παιδιά και τους γονείς, τρεχοβολάνε ανενόχλητοι ανάμεσα σε πλήθος βρωμερά χαρτιά πρώην υγείας και νυν αηδίας, σα να βρίσκονται σε καθαρό λιβάδι,  μπαίνουν στο εκκλησάκι χωρίς να χάσουν το κέφι τους. Θαύμα, θαύμα!

Τετάρτη, 30 Οκτωβρίου 2013

Ας φρόντιζαν

-Στρίψε εδώ!
-Δεν πάει, κοίτα την πινακίδα!
-Πάει, αλλά το αυτοκόλλητο έχει μπει έτσι που φαίνεται ανάποδα!
-Σίγουρα πάει;
-Την ξέρω τη γειτονιά, εδώ μένω!
Οκέι λοιπόν, στρίβω, καθότι όντως δίπλα μου κάθεται παγκρατιώτισσα βέρα και είμαστε στο Παγκράτι. Όχι όπως χτες που ήμουνα με ξένη στα Πατήσια, δηλαδή κάτοικο της πλατείας Παπαδιαμάντη, κι εγώ δίπλα κυψελιώτισσα, δεν ξέραμε τους δρόμους και μας κορνάριζαν σε κάθε σταυροδρόμι. Δεν υπήρχε πινακίδα σώα, όλες καλυμμένες με αυτοκόλλητα ή μουτζουρωμένες. Μόνο με ντόπιο δίπλα σου έβρισκες το δρόμο. Κοιτούσαμε τα παρκαρισμένα αυτοκίνητα για να βγάλουμε συμπέρασμα, όμως κάποιος είχε παρκάρει ανάποδα, στρίψαμε λάθος και κοντέψαμε να πέσουμε στον απέναντι. 
Γιατί τόσο μίσος στις πινακίδες; Εκπροσωπούν κι αυτές το κράτος, την τάξη, τους κανόνες, τέτοια πράγματα εξοβελιστέα προφανώς, οπότε καλύπτονται και καταστρέφονται με επαναστατική ηδονή. Είναι πολλές, είναι παντού, ποιος να τις φροντίσει και να τις καθαρίσει; Μπορεί να μην είναι αρμόδιο το Υπουργείο αλλά ο Δήμος, ποιος να ξεμπλέξει με τις αρμοδιότητες; Δύσκολο πράγμα τα όρια της ευθύνης, ή μάλλον της ανευθυνότητας, οπότε άστα καλύτερα. Δεν έχεις παρά να μη φεύγεις από τη γειτονιά σου. Στρατηγέ, τι γύρευες στο Παγκράτι, εσύ μια κυψελιώτισσα; Αμ στα Πατήσια νυχτιάτικα; Δεν ξέρεις ότι ο κόσμος δεν κυκλοφορεί σ' αυτά τα μέρη; Να θες να νυχτοπερπατάς σε ξένες γειτονιές είναι ύποπτο. Αν δεν ξέρεις πού πας, αν δεν έχεις προορισμό σοβαρό, όψη αξιοσέβαστη. Γι αυτό κι ο οδηγός του λεωφορείου νευρίασε όταν τον ρώτησες "Πού πάει το λεωφορείο;" Γύρισε, σε κοίταξε αυστηρά, είπε κάτι που δεν άκουσες, κι όταν τόλμησες να ζητήσεις διευκρίνηση άκουσες τις βρισιές σου. "Άει παράτα μας πού' χεις όρεξη για κουβέντα!" 
Σωστά, γιατί να έχεις όρεξη για κουβέντα; Μήπως με νοήματα θα μπορούσε να γίνει η δουλειά;  Κι αυτοί οι χορηγοί με τον Καβάφη, δεν μπορούσαν να ρίξουν τα λεφτά τους για μερικούς χάρτες, για μερικές ταμπελίτσες και σχεδιαγράμματα διαδρομών; Να περιμένεις λέει στη στάση και να βλέπεις πού θα πάνε τα λεωφορεία, πού ακριβώς θα πάνε, όχι μόνο μυστηριώδη ονόματα στάσεων αλλά γειτονιές, τοποθεσίες, ονόματα δρόμων, κανονικό σύστημα προσανατολισμού, σαν αυτό που... ΄Οχι, μην το πεις, σαν αυτό που έχουν οι ευρωπαϊκές πόλεις, πάλι θα σε πουν ευρωλιγούρα και δεν θα σε πάρουν στα σοβαρά.
 Σαν αυτό που είχε η Βυζαντινή αυτοκρατορία τότε; 
Μα δεν υπήρχαν λεωφορεία στο Βυζάντιο! 
Σαν αυτό που θα έβαζε η Βυζαντινή αυτοκρατορία αν υπήρχε ακόμα σήμερα; 
Δεν θα ήταν αυτό ποίηση; Δεν θα είχε λυρισμό και συγκίνηση; Χάρτες στις στάσεις. Καθαρές πινακίδες στους δρόμους; Ποιος χορηγός, ποιος αρμόδιος, ποιος ευεργέτης θα μπορούσε ν' ασχοληθεί με κάτι τόσο ταπεινό; Ποιος ποιητής θα μπορούσε να πείσει αυτόν τον τόσο ποιητικό κι εξόχως φιλολογικό λαό να εκτιμήσει τις εξωγλωσσικές πινακίδες της Τροχαίας και να διαδώσει την ανάγκη της πεζής γνώσης των διαδρομών που κάνουν λεωφορεία και λοιπά ΜΜΜ;

Τρίτη, 22 Οκτωβρίου 2013

Η μαμή της Ιστορίας είναι στο χρονοντούλαπο

Στην ιστορία της τέχνης μαθαίνουμε τη σημασία της προοπτικής. Αρχίζει να χρησιμοποιείται την εποχή που ονομάζουμε Αναγέννηση, εποχή πραγματικής επανάστασης στη σκέψη και στις πάσης φύσεως απεικονίσεις που πυροδοτούν νέα σκέψη, που επινοεί νέες απεικονίσεις, κοκ. Με την προοπτική οι σκηνές που φαίνονταν επίπεδες, μοιάζουν πια εκ των υστέρων ναΐφ, σαν παιδικά σχέδια. Οι καλλιτέχνες έμαθαν να φτιάχνουν κάναβο, να δίνουν βάθος στην εικόνα. Χωρίς να ξεφύγουν από το επίπεδο, του έδωσαν νέα διάσταση. Αν ξαναφτιάξεις εικόνες χωρίς προοπτική θα είσαι πια συνειδητά ναΐφ. Μπορεί να ζωγραφίζεις πανέμορφα, αλλά θα είσαι στο περιθώριο. 
Μιλάμε για τη βία σα να μην έχουμε ανακαλύψει ακόμα την κάναβο και την προοπτική που βάζει τα πράγματα σε σωστές διαστάσεις. Μα η γαλλική επανάσταση έστηνε αγχόνες! Μα η ρώσικη είχε αίμα, η ελληνική επίσης, όλες τελοσπάντων οι επαναστάσεις ήταν κόκκινες. Το λένε κι οι ποιητές. 
Με την ποίηση πώς να τα βάλεις; Οι μεταφορές γίνονται κυριολεξίες αν κάποιος θέλει να τις προφέρει έτσι, ενώ στην πραγματικότητα κυριολεκτώντας τις ξανακάνει μεταφορές. Η λογική πάντως θα έλεγε ότι η γαλλική επανάσταση δεν επινόησε τις αγχόνες. Ξεκίνησε σε μια εποχή που υπήρχαν αγχόνες, οι εκτελέσεις ήταν δημόσιες και αποτελούσαν μέρος των προσφερομένων θεαμάτων, επειδή οι νόμοι και οι πολίτες, και η εξουσία, και η κοινωνία, όλοι τέλος πάντων πίστευαν ότι ήταν θέαμα εποικοδομητικό, παραδειγματικό και ψυχωφελές. Η θανατική ποινή αποφασιζόταν για ψύλλου πήδημα και εκτελούνταν χωρίς αναβολές. Η περίοδος της τρομοκρατίες στη γαλλική επανάσταση μπορεί να συνετέλεσε μακροπρόθεσμα στην κατάργηση της ποινής αυτής, αφού οι άνθρωποι ξεπέρασαν τα όρια της αντοχής τους να βλέπουν κεφάλια να κόβονται μέχρι να στομώνει η γκιλοτίνα. 
Η ελληνική επανάσταση, και η ρώσικη παρομοίως. Έγιναν σε εποχές βίαιες, το αίμα έρεε άφθονο παντού. Εξάλλου η Ευρώπη υπήρξε βίαιη μέχρι κι όταν μεγάλωνε η γενιά των δικών μου γονιών. Η μητέρα μου, 86 χρονών σήμερα, στην εφηβεία της είχε δει στρατιώτες να ακρωτηριάζονται στο νοσοκομείο, είχε δει κρεμασμένους στην πλατεία του Αγρινίου όπου ζούσε, κι είχε ακούσει πυροβολισμούς εκτελέσεων στη διάρκεια της Κατοχής. Ούτε εφτά δεκαετίες δεν έχει η Ευρώπη που αποφάσισε να ζήσει χωρίς πόλεμο και σχεδόν το κατάφερε, σχεδόν. Ακόμα λιγότερος καιρός έχει περάσει αφότου καταργήθηκε σιγά σιγά, σε μια -μια χώρα, η θανατική ποινή. Φιλοσοφικά η προσπάθεια για την επιβολή αυτών των ιδεών είχε αρχίσει πριν αιώνες, αλλά το να γίνουν πράξη πήρε επίσης αιώνες. 
Ωστόσο οι θιασώτες της βίας θέλουν να αγνοούν αυτή την εξαιρετικά αργή και εύθραυστη, πιθανότατα, εξέλιξη. Σα να ζωγραφίζουν χωρίς προοπτική, μιλάνε για τη γαλλική επανάσταση λες κι έγινε στον αέρα, εκτός τόπου και κυρίως εκτός χρόνου, σα στάμπα με τον Τσε που αιωρείται απο μπλουζάκι σε μπλουζάκι και ξεσηκώνει κορίτσια κι αγόρια. 
Ο οποίος Τσε παρεπιμπτόντως, πίστευε επίσης στη βία και την εφάρμοζε, αλλά είπαμε, ήταν εξίσου αρχαίος με τον Ροβεσπιέρο, κι η πουδραρισμένη περούκα θα του πήγαινε εξίσου με το ελεύθερο μαλλί. 
Το ποτάμι όμως δεν γυρίζει πίσω, κι ο καθένας τους είναι μαρμαρωμένος στον καιρό του. Ενώ το σήμερα κυματίζει κι αναζητά τις δικές του λέξεις και τους δικούς του τρόπους.

Παρασκευή, 18 Οκτωβρίου 2013

Λίγη βροχούλα

Με βάζετε σε πειρασμό με τις αναμνήσεις σας από τον Οκτώβριο του '81, να γράψω κι εγώ τις δικές μου. 
Λοιπόν, δούλευα στην Αυγή, και παρακολουθούσα το ΠαΣοΚ στην προεκλογική εκστρατεία. Είχα ένα είδος αφέλειας, καθότι είχα επιστρέψει από το Παρίσι τον Ιούλιο, κι ένα είδος σοφίας, γιατί εκτιμούσα ανά πάσα στιγμή την άνοδο του ΠαΣοΚ, δεν την έβλεπα δηλαδή όπως οι περισσότεροι του ΚΚΕες σαν κάτι αρνητικό. Είχα ταξιδέψει με τον Παπανδρέου και την κουστωδία των δημοσιογράφων στην Κρήτη, στη Θεσσαλονίκη, και σε άλλες πόλεις, δεν θυμάμαι ακριβώς ποιες άλλες, αυτά έχω κρατήσει στη μνήμη. Τη συγκέντρωση της Θεσσαλονίκης την ξαναβλέπω καθαρά, βρισκόμασταν στο ξενοδοχείο Ηλέκτρα  και κοιτούσαμε τον κόσμο από ψηλά να έχει πλημμυρίσει μέχρι τη θάλασσα την Αριστοτέλους, και να δονείται στις αραιές φράσεις του Αντρέα. Έσκυβα σ' ένα διπλανό παράθυρο από εκείνο που μιλούσε. Δεν είχαν τότε καραμούζες και φωτοβολίδες και σημαίες, έβλεπες κυρίως μιλιούνια κεφάλια. Είχα συγκινηθεί, αυτή είναι η λέξη. Τόσος κόσμος, τόση χαρά. Από την άλλη πλευρά, δεν μπορούσα να συμπαθήσω τον Παπανδρέου ζώντας κοντά του όλες εκείνες τις μέρες. Είχε κάτι το ψυχρό επάνω του, δεν μπορούσα να το προσδιορίσω, εξάλλου κανένας μάλλον δεν το συμμεριζόταν σαν άποψη, οι περισσότεροι τον έβρισκαν αντίθετα θερμό και χαρισματικό. Εμένα μου φαινόταν ότι πιο πολύ είχε απορροφήσει την ανάγκη του κόσμου να συντονιστεί σε ένα είδος λατρείας προς έναν ηγέτη, παρά την ενέπνεε. Ώρες ώρες μου φαινόταν σα να πλήττει, σα να ξαφνιάζεται. Τέλος πάντων. Είναι εντελώς προσωπικά όλ' αυτά. Δεν μου άρεσε και εμφανισιακά, δεν λειτουργούσε προσωπικά σε μένα καμία έλξη, γούστα είν' αυτά, ωστόσο είχα απολαύσει το θρίαμβο της περιοδείας του σαν ένδειξη του πόσο πολύ οι άνθρωποι επιθυμούσαν αλλαγές στη ζωή τους, αυτή η λέξη, 'αλλαγή' ήταν και το φετίχ της προεκλογικής του εκστρατείας. 
Στη συγκέντρωση της Αθήνας ήμουν πάλι στο ρεπορτάζ, πάλι σε παράθυρο του ξενοδοχείου κοντά του, πάλι με κόσμο τρομερό στην πλατεία. Ήξερα πολύ καλά ότι θα κέρδιζε τις εκλογές, δεν ξαφνιάστηκα καθόλου, χάρηκα στ' αλήθεια, και το βράδυ των εκλογών στα γραφεία του ΚΚΕ εσωτερικού είχα μάλλον ξαφνιαστεί με την κατήφεια πολλών συντρόφων. Πάμε κι εμείς να γιορτάσουμε, τους είπα, αλλά δεν ήρθε κανείς, όχι αμέσως τουλάχιστον, οπότε πήρα κι εγώ μια σημαία του ΚΚΕ εσωτερικού και βγήκα μόνη μου μέσα στις πράσινες του ΠαΣοΚ και βολτάριζα και την ανέμιζα. 
Ο Λεωνίδας Κύρκος είχε κάνει το ίδιο, έγραψε σήμερα η Βένα Γεωργακοπούλου. Χαίρομαι που συμφωνούσαμε. Η ανακούφιση των μισών τουλάχιστον Ελλήνων, στους οποίους συγκαταλέγονταν ο πατέρας μου και οι φίλοι του, ήταν σα να άνοιγε φρέσκες δυνατότητες αναπνοής στα πνευμόνια μας. Την άλλη μέρα έβρεξε μετά απο μέρες ξηρασίας και είχα γράψει το πρώτο μου χρονογράφημα στην Αυγή με τίτλο "Λίγη βροχούλα", και θέμα αυτή την ανακούφιση. Το είχα πάει στο Σοφιανό Χρυσοστομίδη και το είχε δημοσιεύσει παρότι, σκέφτομαι, δεν συμφωνούσε ίσως και πολύ. Και συνάντησα έναν νεαρό να το διαβάζει στο τρόλεϊ την επόμενη μέρα! Πόση χαρά είχα πάρει!
Όσα και να έγιναν μετά, όσο και να μην κρατήθηκε η σωστή ισορροπία, εκείνη η μέρα ήταν έτσι, λίγη βροχούλα μετά απο παρατεταμένη ξηρασία.

Τετάρτη, 16 Οκτωβρίου 2013

Το σώμα του Πατρίς Σερώ

Από την παράσταση στην Αθήνα θυμάμαι μόνο την παρουσία του. Το 2006 διάβαζε το Υπόγειο του Ντοστογιέφσκι στο θέατρο Ιλίσσια, δεν είχα εισιτήριο, πήγα μόνη μου και στήθηκα απ' έξω να βρω κάποιον που δεν ήθελε το δικό του. Έτσι κάνω πάντα όταν δεν έχω εισιτήριο, και πάντα βρίσκω. 
Τι διάβαζε, τι έλεγε, τι λέει το κείμενο, δεν θυμάμαι λέξη. Μόνο το σώμα του Σερώ, μόνο του στη σκηνή με μια φανέλα να ιδρώνει, να περνάει κάθε λέξη μέσα απο τους μυς των ώμων. 
Είχα πρωτοδεί παράστασή του στη Γαλλία, τον Πέερ Γκυντ του Ίψεν. Κρατούσε εφτά ώρες χωρισμένες σε δυο μέρες, Σαββατοκύριακο στη Λυών, κι είχα ταξιδέψει με μια φίλη μου απο το Παρίσι για να το δούμε. Εκείνη την εποχή, 1980, είχαν αρχίσει να κάνουν τέτοιες μαραθώνιες παραστάσεις τολμηροί και γνωστοί σκηνοθέτες. Είχα δει την Ορέστεια του Αισχύλου, ολόκληρη την τριλογία σε οκτώ συνεχόμενες ώρες, σε σκηνοθεσία του Πέτερ Στάιν, γερμανικά δηλαδή που δεν καταλάβαινα λέξη. Λίγα χρόνια μετά είχε έρθει κι εδώ εκείνη η παράσταση.
Ο Πέερ Γκυντ είναι έργο παράξενο, μια αναζήτηση ταυτότητας μέσα απο μυθολογικές περιπέτειες, γεμάτο φιλοσοφικό άγχος και παραδοσιακές πινελιές. Σα να αναζητάς τον πυρήνα του κρεμμυδιού, όπως λέει συνέχεια ο ίδιος, να ξεφλουδίζεις, να ξεφλουδίζεις, και τελικά να τελειώνει το κρεμμύδι χωρίς να βρίσκεις πυρήνα, διότι απλώς το κρεμμύδι είναι έτσι, όλο χιτώνες, δεν έχει άλλο τίποτε μέσα. Αυτή η πικρή και αστεία διαπίστωση του ήρωα επανερχόταν συνεχώς μέσα απο τις ονειρικές εικόνες του έργου όπου κυριαρχούσε το μαύρο χρώμα. Ήταν από τις πιο συγκλονιστικές θεατρικές εμπειρίες που έχω αξιωθεί. Εκείνη τη χρονιά είδα ακόμα και το Μεφιστό του Κλάους Μάν παιγμένο από τη Μνούσκιν. Παραστάσεις που σε γέμιζαν ξέχειλα για μήνες. Νόμιζα ότι είχα αγγίξει το όριο της δύναμης του θεάτρου. Ίσως είχα δίκιο. Δεν μπορώ να βρω κάτι που να μου προξένησε τέτοια αναστάτωση τα επόμενα χρόνια, αλλά βέβαια παίζει ρόλο και η ηλικία. Όταν μεγαλώνει κανείς συγκινείται πιο δύσκολα.
Ξανάδα Σερώ στην τηλεόραση, όλη τη σειρά απο τις όπερες του Βάγκνερ που είχε σκηνοθετήσει, στο Μπαϊρόιτ νομίζω.  Έφτιαχνε πάλι ονειρικό περιβάλλον, αλλά οι ιστορίες του Νιμπελούνγκεν δεν μπόρεσαν να με συγκινήσουν όσο του Πέερ Γκυντ.  Είχα μια χαλασμένη ασπρόμαυρη τηλεόραση που έπρεπε να κρατάς την κεραία για να δουλεύει, με θυμάμαι στο κρεβάτι, στον ένατο μήνα της εγκυμοσύνης, να κρατάω ένα σύρμα για να δουλεύει η οθόνη και να βλέπω τις Βαλκυρίες με τα πέπλα τους και κάποια παρόμοια απελπισία να παλεύουν με το σκοτάδι του Σερώ. 
Σώματα πάλι θυμάμαι από το κινηματογραφικό του έργο "Βασίλισσα Μαργκό", νεκρά σώματα τη νύχτα του Αγίου Βαρθολομαίου να γεμίζουν την οθόνη. Το σώμα στον πόνο και στην απόλαυση ήταν σταθερό αντικείμενο της έρευνας του στις εικόνες. Χαίρομαι που πρόλαβα να δω το δικό του σώμα πάνω στη σκηνή σαν ένα υπερευαίσθητο όργανο μέτρησης πανανθρώπινων παθών. Αυτό που κάνει το θέατρο δηλαδή σε κάθε περίπτωση. 
Καθώς πέρασαν τα χρόνια κι οι εικόνες μπερδεύονται, θα μου μείνει το δικό του πρόσωπο σαν Πέερ Γκυντ. Τόσα χρόνια μετά αναρωτιέμαι αν ήταν οι εικόνες που είχε φτιάξει ο σκηνοθέτης γοητευτικές κι υποβλητικές, ή η ίδια η περιπέτεια του ήρωα που κατάφερε να με συγκινήσει τότε, αυτή η διαρκής φιλοσοφική και κάπως μάταιη αναζήτηση. Θα έπρεπε να ξαναδώ τον Πέερ Γκυντ για να καταλάβω, αλλά θα ήταν σα να ξυπνάω από ένα ζωντανό ακόμα όνειρο. 
Ο Πέερ Γκυντ (Ζεράρ Ντεζάρτ) ανοίγει το κρεμμύδι του στην αξέχαστη παράσταση του Πατρίς Σερώ

Τρίτη, 15 Οκτωβρίου 2013

Φέρετρα ευρωπαϊκών προδιαγραφών

Φέρετρα στην Λαμπεντούζα. Σειρές από ξύλινα φέρετρα, σαν αυτά που βλέπουμε στις κηδείες στην Ευρώπη. Καφέ φέρετρα για τους μεγάλους, μικρότερα λευκά για τα παιδιά. Αφθονία αξιοπρεπών φερέτρων. Οι πρώτοι τριακόσιοι νεκροί ταξιδιώτες, που δεν ήταν ακριβώς οι πρώτοι, αλλά έχουν την πρωτιά του πλήθους, του μεγάλου αριθμού, του τριψήφιου, που καταφέρνει να ξαναβγεί στα πρωτοσέλιδα, στις οθόνες ημών των προνομιούχων ευρωπαίων. Και οι δεύτεροι μαζί, κάπως λιγότεροι, στο ναυάγιο αμέσως μετά, πριν περάσει μια εβδομάδα, όλοι στη σειρά αξιώνονται τέτοιας ταφής, σα να ήταν πολίτες ευρωπαϊκού κράτους. 
Ενώ δεν ήταν. Ήταν ριψοκίνδυνοι αφρικανοί και ασιάτες, αποφασισμένοι να μεταναστεύσουν, να ρισκάρουν το κυνηγητό και την παρανομία, για να γλιτώσουν απ' τη φτώχεια, ή απ' τον πόλεμο. Είχαν δεχτεί να ταξιδέψουν με πλοία που δεν είναι για ταξίδια, στριμωγμένοι έτσι όπως δεν δέχεται κανένας λογικός ταξιδιώτης να στριμωχτεί. Είχαν δεχτεί να πετάξουν τα διαβατήρια τους, να γίνουν άνθρωποι χωρίς ταυτότητα, να μη δηλώνουν την αληθινή χώρα καταγωγής τους, για να μπορέσουν να φτάσουν στην Ευρώπη και να δουλέψουν παράνομα. Ξέροντας ότι θα τους κυνηγούσε η αστυνομία, αλλά ελπίζοντας ότι στις ευρωπαϊκές χώρες η ζωή τους θα γινόταν σεβαστή. Ξέροντας ότι μπορεί να μην κατάφερναν να φτάσουν, κι ότι τους περίμεναν μεγάλες δοκιμασίες. Προσδοκώντας υπεράνθρωπη, (ή μήπως υπάνθρωπη;) αντοχή από το σώμα τους για το ταξίδι, κι ύστερα χρόνια υγεία και ρώμη για σκληρή δουλειά. Ξέροντας ότι είναι ανεπιθύμητοι. Έχοντας πληρώσει υποχρεωτικές μαφίες, γιατί αλλιώς δεν γίνεται.
Ίσως και τους προηγούμενους νεκρούς που ξέβραζαν οι τρικυμίες στο μικρό αυτό νησί, χαμένο στο χάρτη ανάμεσα στις αφρικανικές ακτές και τη Σικελία, να τους έθαβαν εξίσου αξιοπρεπώς. Όσους έβρισκαν, υπάρχουν κι αυτοί που έμειναν για πάντα στη θάλασσα. "Η Μεσόγειος έχει γίνει ένα απέραντο νεκροταφείο" είπε ο πρωθυπουργός της Μάλτας. Κι εκεί ξεβράζει το κύμα πτώματα και ναυαγούς.  
Ασχολούνται με ταφές οι άνθρωποι παραπάνω απ' όσο τους αναλογεί. Το βγάζουν πέρα το τρομερό έργο μαλτέζοι και λαμπεντουζιανοί. Θάβουν τους ανώνυμους μετανάστες σα να ήταν κανονικοί άνθρωποι, με το όνομά τους, την ιστορία τους, τους συγγενείς να παραστέκουν. 
Αν ζούσαν κι έφταναν ζωντανοί στη Λαμπεντούζα, ή ακόμα καλύτερα στη Σικελία, τη Σάμο ή τη Λακωνία, μάζευαν πορτοκάλια τον Οκτώβριο και το Νοέμβριο ελιές, ποιος ξέρει πόσα χρόνια θα έπρεπε να περάσουν μέχρι να αποδεχτούν οι ευρωπαίοι την παρουσία τους, να μάθουν το αληθινό τους όνομα, να θεωρήσουν ότι δικαιούνται άδεια παραμονής και διάφορα άλλα χαρτιά. Πέθαναν όμως, πνίγηκαν, στον αιώνα που οι στατιστικές βγάζουν τα θαλασσινά ταξίδια πιο ασφαλή απ' όλα.  Μάλλον δεν θα μετράνε τα σαπιοκάραβα της μετανάστευσης. Και πεθαίνοντας έγιναν ευρωπαίοι διαμιάς στα ξύλινα φέρετρά τους. Ακόμα και στα ελληνικά μέντια, το προσέξατε, ενώ την πρώτη μέρα μιλούσαν για 'λαθρομετανάστες', σιγά -σιγά το πρώτο συνθετικό έφυγε, έγιναν σκέτοι μετανάστες οι νεκροί, σα να ντράπηκαν τα ξύλινα φέρετρα οι δημοσιογράφοι. Είναι μια πρόοδος. Μπορεί κάποτε να προχωρήσει η Ευρώπη, να ανακαλύψει κι άλλους λόγους, εκτός απο το θάνατο, να βλέπει τους ανθρώπους σαν ανθρώπους. 

Τρίτη, 8 Οκτωβρίου 2013

Για μια παιδική χαρά, για δέκα πιτσιρίκια



Πέρασα πέντε μέρες στο Λονδίνο και τη μια απ' αυτές πήγα σε περίπατο οργανωμένο, με πήρανε μαζί τους τα παιδιά μου και τα παιδιά των φίλων μου.  Πέντε φίλες κολλητές ήμασταν και πέντε παιδιά τώρα ζουν μάλλον μόνιμα εκεί πέρα. Αν η φράση θυμίζει παραλογή (τρεις αδερφάδες είμαστε ...κλπ) δεν είναι τυχαίο.
Περπατήσαμε δίπλα σ' ένα κανάλι εφ' ενός ζυγού, περνώντας γειτονιές που υπήρξαν άθλιες κι έχουν αναβαθμιστεί, με σούπερ μοντέρνα σπίτια (μπα, θα έχουν υγρασία, είπα εγώ) και τυχαία τραβήξαμε για ανατολικά, προς τη γειτονιά του Ολυμπιακού σταδίου. Αν θυμάστε έγιναν πέρσι οι Ολυμπιακοί στο Λονδίνο, μου έχει μείνει κυρίως η τελετή λήξης, το πρόσωπο του Τζον Λέννον να σχηματίζεται σαν τεράστιο γλυπτό ενώ ακουγόταν το Imagine. Στο τέρμα της βόλτας διακρίναμε το σχήμα του Σταδίου περιτριγυρισμένο απο μεγάλα κτίρια και γερανούς που συνεχίζουν να χτίζουν. Ολόκληρο το τοπίο φτιάχτηκε απο την αρχή και συνεχίζει να φτιάχνεται. Περάσαμε γέφυρες πάνω απο κανάλια,  πάνω απο σιδηροδρομικές γραμμές.  Είδαμε στο βάθος ένα πάρκο. Προς τα εκεί τραβήξαμε, πλαγιές ανθισμένες και δενδροστοιχίες σα να είχαν τοποθετηθεί μόλις χτες, άστραφταν καινουργίλα, και στην άκρη μια παιδική χαρά ήταν γεμάτη γονείς και πιτσιρίκια.  
Ζηλεύω πολύ τις σύγχρονες παιδικές χαρές τώρα που δεν είμαι παιδί κι ούτε πια γονιός μικρού παιδιού να μπορώ να παίξω. Τα παιδιά σφύζουν απο ζωή, δεν ξέρουν τι να διαλέξουν, ν' αφοσιωθούν στην ανακάλυψη του παιχνιδιού ή στην απόκτηση φίλων; Χύνονται και στα δυο μαζί, ο χώρος που προορίζεται γι αυτά τα κάνει δυνατά και σπουδαία. Στάθηκα και τα χάζευα. Από ένα βουνό παιδικών διαστάσεων κατρακυλούσαν ποταμάκια. Τα παιδιά μπορούσαν να ρυθμίζουν κατά βούληση το νερό και την κατεύθυνση των ρυακιών, κλείνοντας κι ανοίγοντας διόδους, σα μικροί θεοί πάνω απο τον πλανήτη.  Ή απλώς σαν πολεοδόμοι, ακριβώς όπως είχαν κάνει κι οι πολεοδόμοι που έφτιαξαν τη γειτονιά τους. Δίπλα ακριβώς σ' αυτό το ρυθμιζόμενο τοπίο έβρισκαν κάτι τελείως διαφορετικό, δέντρα με ξύλινα σπίτια και κρεμαστές γέφυρες ανάμεσα, σκηνικά περιπετειώδη. Όσα βαριούνται να παριστάνουν τους θεούς δηλαδή, με δυο χοροπηδητά πάνε δίπλα και γίνονται εξερευνητές χαμένοι στη ζούγκλα και στο έλεος των άλλων θεών.
Τά' βλεπες μουσκεμένα απο το πλατσούρισμα να τρεχοβολάνε, παιδιά που ζούσαν σε υποβαθμισμένη γειτονιά μέχρι πριν ένα χρόνο, ή λίγους μήνες, και ξαφνικά, με μια παιδική χαρά είχαν γίνει άρχοντες της γης. 
Κάνοντας το ταξίδι αυτό έχασα τα μεγάλα γεγονότα της Αθήνας με τις συλλήψεις της Χρυσής Αυγής, αλλά δεν πειράζει. Άξιζε και μόνο το χάζι στην παιδική χαρά του Στράτφορντ. Τώρα που γύρισα περιμένω ν' ανοίξει η παιδική χαρά του Αγίου Παντελεήμονα. Μπορεί να μην έχει πολύ πρωτοποριακά παιχνίδια, αλλά το να είναι κλειστή έστω με τις παλιές τσουλήθρες της, την ώρα που τα παιδιά περνάνε δίπλα και χάνουν μέρα με τη μέρα τη μαγική δυνατότητα να  απολαύσουν το μικρό της χώρο, έτσι γρήγορα που μεγαλώνουν, έτσι που βιάζονται να σνομπάρουν, θα έπρεπε να μας αναστατώνει όσο και οι αναφορές στον Χίτλερ και τις ιδέες του. 


Πέμπτη, 3 Οκτωβρίου 2013

Το πιο ταξικό εκπαιδευτικό σύστημα του κόσμου

Πήγα στην έκθεση του μεταπτυχιακού του γιου μου στην Πολεοδομία, στο UCL, ένα από τα καλύτερα πανεπιστήμια στην παγκόσμια κατάταξη. Οι περισσότεροι ξένοι φοιτητές είναι Κινέζοι, δεύτερη ξένη ομάδα είναι οι Έλληνες. Στο προπτυχιακό είναι λιγότεροι, αλλά πάλι σε μεγάλη αναλογία, όπως σε όλη τη Βρετανία. Είναι περίεργο πώς προσαρμόζονται σε ρυθμούς εντατικής δουλειάς, και το ευχαριστιούνται κιόλας, παιδιά που οι παλιοί συμμαθητές τους κλείνουν τα πανεπιστήμια στην Ελλάδα "κατά της εντατικοποίησης". Ή μάλλον δεν είναι περίεργο. Στην πραγματικότητα η μεγαλύτερη δυστυχία των νέων είναι η αδράνεια, και ξεφεύγοντας απο το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα τη γλυτώνουν σε μεγάλο βαθμό.
Ναι, θα σας μιλήσω για τα παιδιά μου σήμερα, γιατί βαρέθηκα την υποκρισία. Το μεγαλύτερο παιδί μου τέλειωσε το Μετσόβιο κι έχασε ένα χρόνο λόγω ,καταλήψεων κι άλλον ένα επειδή δεν του αναγνώρισαν τα μαθήματα που έκανε στο Erasmus. Αρκετές φορές βρήκε τις μακέτες του κατεστραμμένες μέσα στην Αρχιτεκτονική, ακόμα και σχέδια στα κομπιούτερ χάθηκαν κάποια στιγμή, μαζί με τα κομπιούτερ. Το θέμα δεν είναι οι μακέτες του γιου μου, ή τα χρόνια που έχασε, είναι αυτά που χάνει το ΕΜΠ. Μαζί τα χάσανε, εν ολίγοις. 
Με το μικρότερο αλλάξαμε τακτική. Από τη Β Λυκείου πήγε στο Διεθνές Απολυτήριο, βρήκε την υγειά  και τη χαρά του. Ήταν δυστυχής στο σχολείο, εκεί τον αλάλιασαν στη δουλειά και δεν παραπονέθηκε ποτέ. Από μέτριος μαθητής έγινε εξαιρετικός, πέρασε στο Πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου. Μπορεί να κοστίζει κάτι παραπάνω απο την Κομοτινή, ας πούμε, αλλά προσφέρει σοβαρές σπουδές, και κυρίως τη χαρά της δουλειάς, την υπέροχη κούραση της εκπαιδευτικής προόδου.
Όσο και να πιεστεί οικονομικά η μεσαία τάξη, το τελευταίο πράγμα που θα κόψει θα είναι το ιδιωτικό σχολείο των παιδιών. Όλη αυτή την ταλαιπωρία με τις απεργίες και τις καταλήψεις και την ανοργανωσιά την τραβάνε οι φτωχότεροι, που δεν μπορούν να ξεφύγουν. Η αδικία αρχίζει απο το Δημοτικό, με τις ώρες διδασκαλίας και άλλες λεπτομέρειες. Εξαιρετικοί δάσκαλοι, πολύ καλύτεροι απ' του καιρού μου, καταφέρνουν να είναι αναποτελεσματικοί γιατί δουλεύουν σα να βρίσκονται σε παράλληλους διαδρόμους με τα παιδιά, με το σχολείο, με τα ωράρια. Είναι πολύ παράξενο φαινόμενο, το οποίο ομολογώ σήμερα που λέμε αλήθειες, ότι αποφάσισα να μην το ξεδιαλύνω στην καμπούρα των παιδιών μου όταν το είχα αντιληφθεί, πάνε σχεδόν είκοσι χρόνια. Τα πήρα και τα έστειλα σε ιδιωτικό, το οποίο λειτουργούσε τρεις ώρες παραπάνω την ημέρα, δεν έκλεινε όταν οι δάσκαλοι είχαν συνέλευση (στο θέμα αυτό τα σχολεία είναι σαν τα τρόλεϊ) κι είχε θυρωρό και επιστάτη. Διότι το πρόβλημα που συζητείται τώρα με τους σχολικούς φύλακες είχε δημιουργηθεί αφότου οι επιστάτες καταργήθηκαν για οικονομία απο τη δεκαετία του 80. Ακριβοί στα πίτουρα και φτηνοί στ' αλεύρι, από τότε.  Απο κει και πέρα υπήρχαν ένα σωρό σχολικά προβλήματα με τα μαθήματα, με την ύλη, με τα συστήματα, αλλά τουλάχιστον υπήρχε η βάση, το σχολείο. 
Όλο και περισσότερα παιδιά αυτή την τελευταία εικοσαετία έφευγαν έξω για σπουδές όχι επειδή δεν μπορούσαν να περάσουν στις Πανελλήνιες, αλλά επειδή είχε γίνει κατανοητό στη μεσαία τάξη ότι τα Πανεπιστήμια δεν λειτουργούν κανονικά. Η διαφορά της φοιτητικής ζωής στις ευρωπαϊκές και σε άλλες ανεπτυγμένες χώρες με την ελληνική είναι ακόμα πιο μεγάλη από τη διαφορά ιδιωτικού- δημοσίου σχολείου. Αλλά κι εδώ, με τα διαλυμένα σχολεία και τα διαλυμένα πανεπιστήμια η διαφορά είναι τεράστια ανάμεσα στα παιδιά φτωχών και πλουσίων οικογενειών. Ό,τι δεν καλύπτει το σχολείο ή το πανεπιστήμιο το καλύπτει η οικογένεια, είτε με το δικό της μορφωτικό δυναμικό στις μικρές ηλικίες, είτε με ιδιαίτερα μαθήματα και άλλες μεθόδους που ξέρουν οι ήδη μορφωμένοι γονείς στις μεγαλύτερες. Κάθε απεργία, κλείσιμο, κατάληψη, αδικεί τους ήδη αδικημένους. Εγκλωβίζει τους ήδη εγκλωβισμένους. Δεν πρέπει να υπάρχει στον κόσμο πιο ταξικό σύστημα με τόσο αντιταξικό προπέτασμα. Μεγαλόστομες αριστερές διακηρύξεις καταδικάζουν αυτούς που δεν έχουν τα μέσα να ξεφύγουν απο το δημόσιο σχολείο να παραμείνουν για πάντα κατώτεροι απ' αυτούς που τα έχουν. Το σχολείο, ο θεσμός αυτός που υπάρχει για να δίνει ίσες ευκαιρίες, έχει καταντήσει να τις καταργεί. Και μάλιστα στο όνομά τους, δήθεν για τη δωρεάν παιδεία, δήθεν για το καλό των παιδιών. Σα να μην έχουν γνωρίσει οι δάσκαλοι και οι καθηγητές ούτε έναν πραγματικό μαθητή στη ζωή τους, να μην ξέρουν ποιοί θα είναι τα θύματα των αποφάσεων τους.
Αυτή τη στιγμή ανέβαλαν τις εγγραφές των πρωτοετών στα Πανεπιστήμια. Καλωσύνη τους κιόλας, έδωσανα παράταση ως τις 15 Νοεμβριου. Δεν φτάνουν λέει οι διοικητικοί υπάλληλοι, και ζητάνε συγγνώμη από τα παιδιά, αλλά δεν θα μπορέσουν. Να πάω εγώ να τους βοηθήσω; Προσφέρομαι εθελοντικά. Τα παιδιά μου τα φυγάδευσα, αλλά ξέρω κάτι άλλα που δεν μπορώ να τα φυγαδεύσω. Παιδιά που κατάφεραν να περάσουν με κόπο και στερήσεις, νοίκιασαν σπίτι, τα τρώει η πλήξη και η αμηχανία. Έχουν ενοχές, βράζουν στις αμφιβολίες, μήπως να τα παρατήσουν και να πιάσουν δουλειά; Ξέρω και παιδιά μεταναστών που πέρασαν μετά απο χρόνια προσπαθειών και περιμένουν να πάρουν βίζα για σπουδές ζώντας μακριά από τους γονείς τους. Αυτά τα παιδιά την πληρώνουν την επανάσταση των πρυτάνεων και των υπαλλήλων. 
Το σχολείο καταργεί τον εαυτό του, το Πανεπιστήμιο χλευάζει όσους κατάφεραν να το πάρουν στα σοβαρά. Και την πληρώνουν οι φτωχοί. Ντρέπομαι ν' αντικρίσω  παιδιά που γνωρίζω, που τους έκανα μάθημα, τα ενθάρρυνα να σπουδάσουν, τα έπεισα ότι το αξίζουν, τα είδα να προσπαθούν, νόμιζα ότι θα μπορούσαν να χαρούν την επιτυχία. Ντρέπομαι για λογαριασμό των ξεδιάντροπων ΑΕΙ μας.
  


Τρίτη, 1 Οκτωβρίου 2013

Ονειρεύομαι τρεις θαρραλέους αφελείς

Αν μπορούσαμε να βγάλουμε από πάνω μας το μίασμα του φόνου όπως βγάζεις ένα βρώμικο πανωφόρι και το πετάς, να βρούμε  το σώμα μας προσεγμένο, αναπτυγμένο σωστά με άσκηση και υγιεινή διατροφή. Καλά θα ήταν. Να μην υπήρχαν επιπλοκές, ανάγκη για αυτοκριτική σε τόσες φιλοπόλεμες, μεγαλόστομες, βίαιες διακηρύξεις, τόσο κατεδαφιστικές κριτικές. Όμως υπάρχει αυτή η ανάγκη. Ακόμα οι χρήστες των λέξεων που ισοπεδώνουν, διαστρεβλώνουν και απορρίπτουν τα πάντα, τις ίδιες χρησιμοποιούν. Την επαύριο μιας μέρας που θα μπορούσε να φέρει κάθαρση, έστω και σαν συναίσθημα, έστω και για λίγες ώρες, ξαναρχίζουν μερικοί το τροπάριο περί συστήματος που είναι ο μεγάλος τους εχθρός, και είχε μακρύ χέρι το ναζισμό, και προσπαθούν με περίπλοκους συλλογισμούς που ουσιαστικά νεκρώνουν τη σκέψη να βγάλουν συμπέρασμα απο γεγονότα που εμείς θεωρούμε δημοκρατικές νίκες κι εκείνοι περιδινίσεις του φιδιού που αποκαλούν σύστημα ή δεν ξέρω τι άλλο. 
Θα ήθελα λοιπόν, κάτι τέτοιες μέρες που παίρνω θάρρος και δειλά ελπίζω πως θα μπορούσαμε ίσως να συζητήσουμε για τον τρόπο που μιλάμε, για τον τρόπο που οραματιζόμαστε το μέλλον και για τον τρόπο που μεγαλώνουμε τα παιδιά μας, θα ήθελα μια γερή δόση αυτοκριτικής και απο τους αριστερούς και απο τους δεξιούς για τη γλώσσα και την αδιαλλαξία τους.  Να βρεθεί κάποιος αφελής τις επόμενες μέρες στις συζητήσεις των μαχητικών αριστερών ας πούμε, και να πει, ας μη βάλουμε πια τη λέξη "θάνατος" στα συνθήματα μας. Ούτε στους τοίχους, πουθενά. Τη λέξη "τσακίστε" τον έναν ή τον άλλον. Τσακίστε τους φασίστες, ακόμα κι αυτό. Ή τη φράση "Κάτω τα ξερά σας..."
Επίσης στις επιτροπές που ετοιμάζουν τη γιορτή της 28ης Οκτωβρίου στα σχολεία, να βρεθεί ένας άλλος αφελής και να πει, ας μην κάνουμε παρέλαση, ας μη μάθουμε στα παιδιά να τραγουδούν εμβατήρια. Ας οργανώσουμε μια βραδιά χωρίς Βέμπο, ή έστω με τη Βέμπο πριν κάνει όλα της τα τραγούδια πολεμικά, κι  ας χορέψουμε σουίνγκ σε μια γιορτή, χόρευαν σουίνγκ τότε, οι άνθρωποι που έζησαν τον πόλεμο είναι πια πολύ γέροι, θα πεθάνουν και δεν θα μας δουν ποτέ να προσπαθούμε να χορέψουμε όπως εκείνοι. 
Χόρευαν επίσης, λέει η μαμά μου, μπούκι- μπούκι και τανγκό, ή φοξ τροτ; Δεν θυμάμαι. Να προτείνει κάποιος μια έρευνα, τι χόρευαν οι άνθρωποι τότε, οι παπούδες κι οι γιαγιάδες μας όταν το αίμα τους έβραζε και ήθελαν έρωτα, όχι πόλεμο, όπως μπορούν να διαβεβαιώσουν.
Κι έναν ακόμα τύπο θα ήθελα, αλλά αυτό πια ξεπερνά τα όνειρά μου, στο ίδιο το υπουργείο Παιδείας να πει, φτάνει πια ο μιλιταρισμός, καταργείται η παρέλαση κι ας βρουν άλλους τρόπους να γιορτάσουν.
Αυτό θα ήθελα μόνο, τρεις  αφελείς σε χώρους ασβεστοποιημένους απο τη συντήρηση, όπως είναι οι διάφορες διεκδικητικές οργανώσεις, τα σχολεία, οι υπουργικοί διάδρομοι, τρεις τέτοιους αφελείς να βρουν το θάρρος να κάνουν τρελές προτάσεις.

Τρίτη, 24 Σεπτεμβρίου 2013

Μας δέρνει η ασάφεια


Κάθισα αναπαυτικά να δω μια ταινία απ' αυτές που ανέβασε η Φίνος Φιλμ στο Γιουτιούμπ. Διάλεξα το "Μια τρελή, τρελή οικογένεια", δεν την είχα ξαναδεί. Είναι αυτή που η Μαίρη Αρώνη κάνει την "Πάστα Φλώρα" κι έχει διώξει τον άντρα της, αλλά δεν καταλαβαίνουμε γιατί. Είναι τρελή, είναι επιπόλαιη, είναι εγωίστρια, είναι κακομαθημένη και πλούσια. Τι της χρειάζεται για να στρώσει; Ένα χαστούκι. ksuloparadeiso
Καταφτάνει λοιπόν ο Αλεξανδράκης ως γαμπρός και προσπαθεί να πείσει τον Παπαγιαννόπουλο ότι το γιατρικό που θα φέρει την ευτυχία είναι το χαστούκι στη σύζυγο. Ο ίδιος αναλαμβάνει να σωφρονίσει τη μικρή κόρη, που την κάνει η Κατερίνα Γώγου, τραβώντας της το αυτί άμα τη εμφανίσει, μόνο και μόνο επειδή χορεύει ακούγοντας μοντέρνα μουσική. Βάζει τις φωνές και στη γυναίκα του, απειλεί και την υπηρέτρια, κι όλα στο τέλος τακτοποιούνται διότι ο Παπαγιαννόπουλος, που κάνει το σύζυγο, το δίνει το χαστούκι. Και μόλις το τρώει η Αρώνη, χαϊδεύει το μάγουλο της πανευτυχής. Ένα χαστούκι ήθελε η γυναίκα, κι αυτός ο τύπος τη βασάνισε είκοσι χρόνια για να της το δώσει! 
Δεν μπόρεσα ούτε να χαμογελάσω μ' αυτή την ασυνάρτητη ταινία. Στο Ξύλο  βγήκε απ' τον Παράδεισο, τουλάχιστον χαμογελάς. Μα τόσο δημοφιλής ήταν η βία στην οικογένεια στη δεκαετία του '60; Δεν είναι ν' απορείς με την εξέλιξη του σινεμά, που δρέπει τώρα δάφνες αποκαλύπτοντας βία στην οικογένεια με εντελώς διαφορετικό τρόπο, όπως στον Κυνόδοντα και στο Miss Violence.
Υπάρχει μια ασάφεια ως προς τη στάση μας απέναντι στη βία, είτε στην οικογένεια, είτε στο δρόμο, είτε στην πολιτική. Σα να μην έχουμε πειστεί απολύτως ότι είναι απαράδεχτη, διστάζουμε, φιλοσοφικά, να την καταδικάσουμε απολύτως, να φρίξουμε, να μη συζητήσουμε λέξη γύρω απο την απαξία της. 
Μήπως χρειάζεται καμιά φορά; Κανα χαστούκι στο σπίτι, καμιά σφαλιάρα στο σχολείο, καμιά κρεμάλα στην πλατεία θα έκανε καλό, ακούς συχνά να λέγεται χωρίς δισταγμό από ανθρώπους που ίσως δεν πόνεσαν ποτέ, δεν φοβήθηκαν ποτέ, δεν έτρεξαν ποτέ μόνοι, ανυπεράσπιστοι, να ξεφύγουν από κάποια δυνατότερη απειλή. Ή το έχουν ξεχάσει. Ή το έχουν απωθήσει και το προβάλουν ως απαραίτητο, θεσμικά μάλιστα, η πολιτεία να το κάνει, το κράτος, το υπάρχον ή το επαναστατικό, αυτό που θα εγκαθιδρύσουν οι ίδιοι, ξορκίζοντας την αδυναμία τους. Κι όπως δέχονταν οι γυναίκες της ταινίας εκείνης το ξύλο με ελαφρύ χαριτωμένο σούφρωμα, ή με αληθινή ανακούφιση, έτσι ανεχόμαστε την καθημερινότητα της επιβολής του ισχυροτέρου, σα να μην έχουμε πόλη, να μην έχουμε νόμους, να μη δικαιούμαστε την παραμικρή πολιτική συνείδηση, τη στοιχειώδη φροντίδα στα κοινά μας αγαθά. Σα να μην έχουμε καταλάβει εδώ ποτέ ότι οι άνθρωποι κάποια στιγμή άφησαν τα ρόπαλα κι αποφάσισαν να γεράσουν ήρεμα, συμφωνώντας σε βασικές υποχωρήσεις συμβίωσης. Σα να μη μπορούμε να το δεχτούμε, επειδή συμβαίνει να είμαστε πάντα νέοι, πάντα ωραίοι και ρωμαλέοι και πάντα θέλουμε να παλαίψουμε σε μαρμαρένια αλώνια. Ενώ συμβαίνει να θέλουμε να κρύψουμε το ανυπεράσπιστο φοβισμένο παιδί που έχει κυνηγηθεί και πονέσει. 
Και δεν πρέπει να το κρύβουμε καθόλου. Αυτό το παιδί είναι το μέτρο του πολιτισμού μας, της προόδου και των αλλαγών. Εντός μας, κι εκτός μας, κι επί τα αυτά, για να το πούμε κι αρχαία.

Τρίτη, 17 Σεπτεμβρίου 2013

Αρρώστια αυτή η σχολική ύλη

Ωραία περνάμε διαφωνώντας για τ' αρχαία στη σφαίρα των ιδεών, συζητώντας εν κενώ, σα να μην υπάρχουν σχολεία και μαθητές, ειδικοί που ερευνούν. Αρχίζω να υποπτεύομαι ότι το θέμα δεν είναι ακριβώς η διδασκαλία των αρχαίων, αλλά  η έννοια της επιλογής. 
Όλα ξεκίνησαν, γι άλλη μια φορά, μόλις ακούστηκε η λέξη 'επιλογή'. Πριν καιρό δεν είχε γίνει πάλι χαμός για την 'επιλογή' της Ιστορίας; Μήπως τελικά, αν κάτι σοκάρει και ξυπνάει πάθος και  αγανάκτηση είναι ακριβώς αυτό;
Βλέπετε, οι σημερινοί μεγάλοι δεν μπορούν να φανταστούν ότι θα τίθεται στους μαθητές Λυκείου η δυνατότητα να διαλέξουν. Εμείς δεν την είχαμε ποτέ, κι αν έχετε προσέξει, σε ό,τι έχει σχέση με το σχολείο σημασία έχουν τα βιώματα και οι αναμνήσεις. Μπορεί να πέρασαν τη σχολική ζωή με κοπάνες, χασμουρητά, αντιγραφές και αποτυχίες, όμως μόλις τελειώσει οφείλει να επαναληφθεί για όλους με τον ίδιο τρόπο. Είναι μυστήριο, αλλά το καταλαβαίνω. Κι εγώ είχα συγχυστεί όταν επιβλήθηκε το μονοτονικό, άδικα είχαμε μάθει παπαγαλία τις λέξεις που δασύνονται; Για χρόνια συνέχισα να γράφω πολυτονικά, κι ύστερα, μια ωραία πρωία, έκανα την υπέρβαση. Μεγάλωσα, με πείσανε δυο άνθρωποι με επιχειρήματα, αποστασιοποιήθηκα, πήρα και μια βαθιά αναπνοή, έχυσα κι ένα δάκρυ (που λέει ο λόγος) κι αυτό ήταν. Αλλά μπορώ θαυμάσια να αναλυθώ σε τρυφερές αναμνήσεις σχετικά με τις περισπωμένες και τις δασείες ανά πάσα στιγμή.
Έτσι κι η επιλογή μαθημάτων. Βρε τα σκασμένα, να μπορούν να διαλέξουν; Που βασανίστηκα τόσο με κείνα τα μισητά μαθήματα, που έφτυσα αίμα, που με απέβαλαν επειδή αντέγραψα. Και ποιον αντέγραψα δηλαδή, τον κολλητό μου.  Να μπορεί τώρα το κάθε ανήλικο να διαλέγει ποια μαθήματα θα πάρει; Είναι σε θέση το μειράκιο να ξέρει τι το ωφελεί; Χάλασε ο κόσμος, διαλύεται το σύμπαν, διαφθείρονται οι ψυχές. Πώς θα δεχτούμε εμείς οι μεγάλοι να ζήσουμε σ' έναν κόσμο όπου η νέα γενιά θα έχει επιλέξει τα ίδια της τα μαθήματα; Θα κυκλοφορούν γύρω μας άνθρωποι που πιθανόν να έχουν πάρει απολυτήριο με μαθήματα όπως "Ο Σουφισμός", ή "Η γαλλική κουζίνα μπροστά στην ανακάλυψη της μεσογειακής διατροφής", όπως διάβαζα σ' ένα μυθιστόρημα τις προάλλες; Πώς θα συνεννοούμαστε με κόσμο που πέρασε την εφηβεία του χωρίς να αποστηθίσει το "λύω"; Τι κοινές αναμνήσεις θα έχουμε, πώς θα μπορούμε να νιώθουμε σαν φαντάροι που αναπολούν τα καψόνια τους αν στα δεκαπέντε βρεθούμε μπροστά στον πειρασμό να μην περνάμε καθόλου καψόνια; 
Ένα παράξενο συναίσθημα ασφάλειας μπορεί να πηγάζει απο την βεβαιότητα ότι τα παιδιά μας θα μάθουν αυτά που μάθαμε, θα τα καταφέρουν εκεί που τα καταφέραμε, ακόμα κι εκεί που δεν τα καταφέραμε, κι ίσως θα βασανιστούν με τα ίδια πράγματα που μας βασάνισαν. Κι αν βασανιστήκαμε ακόμα καλύτερα, θα ήταν κάτι πολύ μεγάλο αυτό που μας βασάνιζε, κι αν εμείς την πατήσαμε τα παιδιά μας ως καλύτερα κι ανώτερα εκεί που αποτύχαμε θα τα καταφέρουν.
Ας πούμε, εμένα που μισούσα τα Μαθηματικά, πες μου ότι ενδέχεται να γίνουν προαιρετικά στο Λύκειο και θα πάθω σοκ. Κι όμως στον πολύπλοκο κόσμο μας δεν μπορεί κανείς να τα μαθαίνει όλα, όπως πολύ καλά είχα την ευκαιρία να διαπιστώσω τότε. Γιατί λοιπόν είμαι έτοιμη να ξεσπαθώσω αν λιγοστέψουν τα ολοκληρώματα της σχολικής ύλης; Άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου.

Τετάρτη, 11 Σεπτεμβρίου 2013

Πόλη των σχολείων

Κάθε Σεπτέμβριο η πόλη παραμένει σχετικά ήσυχη και χωρίς κυκλοφοριακό πρόβλημα ως την ημέρα που ανοίγουν τα σχολεία. Μιλάω για τις κανονικές μέρες φυσικά, όσες σπάνιες κανονικές μας έχουν απομείνει τέλος πάντων. Προσπαθώ χρόνια να φανταστώ πώς γίνεται αυτό. Είναι τόσο πολλά τα σχολικά αυτοκίνητα που δημιουργούν μποτιλιάρισμα με τις συχνές στάσεις παραλαβής -παράδοσης του πολύτιμου φορτίου τους; Αλλά κυκλοφορούν συγκεκριμένες ώρες, τις υπόλοιπες τι γίνεται; Τόσο πολλά είναι τα φροντιστήρια και τα απογευματινά μαθήματα στα οποία οι γονείς μεταφέρουν τα παιδιά με ΙΧ; Και μέχρι τις 11 Σεπτεμβρίου, πού βρίσκονται όλες αυτές οι οικογένειες; Σε σπίτια των γιαγιάδων σε επαρχίες και χωριά, σε εξοχικά με τις γιαγιάδες; Ή σε εξοχικά με τις μαμάδες; Μήπως και με τους μπαμπάδες; 
Δεν έχω βγάλει συμπέρασμα, και τώρα που η πόλη αδειάζει αργά απο την κρίση σαν μεγάλο βαρέλι με μικρούτσικη τρύπα, νέα ερωτηματικά θα γεννηθούν χωρίς να απαντηθούν τα παλιά. Τι θα απογίνουν άραγε όλ' αυτά τα διαμερίσματα στις υποβαθμισμένες γειτονιές που κλείνουν κι εγκαταλείπονται ενώ κάποια ακόμα κατοικούνται; Αλλ' αυτό δεν θα το δουν παρά όσοι ζήσουν αρκετά για να παρακολουθήσουν αργές αλλαγές, ευχόμαστε προς το καλύτερο.
Κινδυνεύει δηλαδή το φαινόμενο της πόλης των σχολείων να περάσει απαρατήρητο από ποιητές και τραγουδοποιούς, το μικρό γαλάζιο κρίνο που υπήρξε η νεώτερη Αθήνα να μην περάσει στην Ιστορία ως μεγάλο -και κάπως άχαρο είναι η αλήθεια- Πανεπιστήμιο. Δεν λέω πως έγινε ξανά ο αρχαίος εαυτός της βέβαια, τότε που ήταν το Καίμπριτζ και η Οξφόρδη του αρχαίου κόσμου, μέχρι να τη βάλουν στο μάτι οι βυζαντινοί αυτοκράτορες που ήθελαν μόνο ένα είδος γνώσης και αλήθειας να υπάρχει και έκλεισαν τις φιλοσοφικές σχολές της, πάντως και σήμερα βρίσκεις εδώ άπειρες σχολές πάσης φύσεως και επιπέδου, για κάθε τέχνη και επιστήμη, και με λίγη φαντασία και με μεγάλη προσπάθεια μπορείς να μάθεις και να κατανοήσεις τα πάντα, ή σχεδόν (πάντα θα λείπουν οι απαντήσεις σε ερωτήματα όπως τα δικά μου, πού βρίσκονται τα παιδιά της πόλης πριν ανοίξουν τα σχολεία, πχ). Φυσικά κάτι λείπει ακόμα, κάτι πιο βαθύ και πρωτότυπο, κάτι με μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση και θάρρος, κάτι πιο δεμένο με την καθημερινότητα, που να την επηρεάζει δηλαδή πέρα απο το κυκλοφοριακό, κάτι πιο χαρούμενο και δημιουργικό, κάτι λιγότερο επαρχιακό. 
Περνάμε δύσκολες εποχές, αλλά τα παιδιά δικαιούνται να μορφωθούν και μάλιστα καλύτερα απο μας. Όσο ουτοπικό και να είναι, θέλω να ευχηθώ καλή σχολική χρονιά, κι ας μας βασανίζει το κυκλοφοριακό στην πόλη των σχολείων, όρεξη σε μαθητές και δασκάλους για αναζητήσεις στη μόρφωση και στην επαφή τους με τη γνώση. Η κρίση θα μπορούσε να γίνει ευκαιρία ελευθερίας και ανοιγμάτων στο πεδίο της μάθησης. 

Τετάρτη, 4 Σεπτεμβρίου 2013

Και τώρα να στρίψουμε τις αναλύσεις

Δυο χρόνια τώρα, ή μήπως είναι τρία; άκουσα πολλές ερμηνείες για την αδιαφορία της διεθνούς κοινότητας απέναντι στον πόλεμο στη Συρία. 
Μα υπάρχει αυτό το πράγμα; θα πείτε. Υπάρχει διεθνής κοινότητα;
Αυτό δεν είναι ο ΟΗΕ; Εδώ σας ακούω να γελάτε ειρωνικά. Ο ΟΗΕ, πού τον θυμήθηκα πάλι; Ακόμα και το στυλ των γραφείων του είναι τόσο ξεπερασμένο. Σέβεντις. Εποχή της αφέλειας. Απεδείχθη στο μεταξύ ότι δεν μπορεί να επιβάλει τις ωραίες ειρηνικές ιδέες των καλοζωισμένων δυτικών στους φτωχούς τριτοκοσμικούς, ακόμα και με τις καλύτερες προθέσεις. Αλλά έστω κι αν δεν τα καταφέρνει, και με όση αυτοκριτική κάνουμε ως καλοζωισμένοι δυτικοί, αξίζουν αυτές οι ιδέες;
Δεν έχουμε τίποτε καλύτερο. Εκεί έχουν αποθηκευτεί τα αληθινά ασημικά της οικογένειας, η φιλοσοφική ουσία της ανθρώπινης ιδιότητας. Η επιθυμία των ανθρώπων να παλεύουν τον κακό εαυτό τους, ουσιαστικά, να συντάσσουν δίκαιους χάρτες για τα ανθρώπινα δικαιώματα, που δεν εφαρμόζονται  ούτε καν στις πιο πλούσιες και προοδευτικές χώρες, να θέτουν απαγορευτικά όρια για το πώς διεξάγονται οι πόλεμοι, τέτοιες ουτοπικές πολυτέλειες. Ο καθένας μπορεί να σκέφτεται ό,τι θέλει για όλ' αυτά, η ελευθερία της σκέψης εξάλλου είναι απο τις πρώτες που υπερασπίζονται οι χάρτες αυτοί, κι υπάρχουν πολλοί που σκέφτονται ότι καλή είναι η καλωσύνη στις καρδιές, αλλά κι αυτές οι συμφωνίες, οι στόχοι, οι επιθυμίες, πείτε όπως θέλετε, έτσι επίσημα εκφρασμένες και με την υπογραφή εκατοντάδων χωρών, έχουν μοναδική αξία. 
Αυτή λοιπόν η διεθνής κοινότητα, σε όλες τις εκφάνσεις της, δεν αντιδρούσε, και η οι ΗΠΑ, που θεωρούν τον εαυτό τους όχι απλώς υπερδύναμη αλλά ένα είδος αστυνομίας στον πλανήτη η οποία τιμωρεί τους παραβάτες, δεν αντιδρούσαν ούτ' αυτές. Δεν συνέφερε, ακούσαμε πολλές αναλύσεις. Είναι τα πετρέλαια, είναι οι παλιές φιλίες, είναι οι ισορροπίες, είναι διάφορα αμερικανικά συμφέροντα τέλος πάντων τα οποία δεν καταλαβαίνουμε πάντα πολύ καλά, διότι αυτοί οι πονηροί αμερικάνοι δρουν με στόχους μακρινούς για να υποκινήσουν πολέμους σε διάφορες περιοχές που μετά θα τους ωφελήσουν. Συνήθως τέτοιες είναι οι ερμηνείες των αμερικανικών επεμβάσεων, αλλά και των μη επεμβάσεων. Τι κερδίζουν εκείνοι, τι χάνουν, και τι υποκινούν. Υπάρχει κάτι που λείπει σ' αυτές τις αναλύσεις, τι σόι ηγέτες και λαοί είναι αυτοί που υποκινούνται απο ξένους και μακρινούς στόχους, αλλά τι να σου κάνουν κι οι αναλυτές, δεν μπορεί να τα ξέρουν όλα. 
Κι η αλήθεια είναι ότι έχουν δύσκολη δουλειά, οι αναλυτές. Εκεί που δυο ή τρία χρόνια τώρα (δεν θυμάμαι ακριβώς, φροντίζαμε όλοι να αποστρέφουμε τη σκέψη και το βλέμμα) και με νεκρούς πάνω απο 100 χιλιάδες στη Συρία, αναλύθηκε επαρκώς η κτηνώδης αδιαφορία των δυτικών, τώρα πρέπει να γίνει στροφή, και φτου κι απο την αρχή, να ερμηνευτεί αυτή η βλοσυρή μανία της στρατιωτικής επέμβασης. Και βέβαια δεν μπορεί να είναι η αστυνομική φόρα της υπερδύναμης, που θέλει να παραστήσει τον τιμωρό αρχάγγελο για τα χημικά όπλα, να ρίξει λίγους πυραύλους και να θυμίσει ότι μπορεί να έχει κρίση και προβλήματα αλλά σαν αυτήν καμία Κίνα και καμία ανατολίτισσα τίγρη δεν θα αναλάβει ποτέ την προστασία των αδυνάτων, δεν θα ξέρει τόσο καλά απ' έξω τις συμβάσεις και τα άρθρα με τις υποσημειώσεις του ΟΗΕ, και να την αγαπάμε. Δεν μπορεί, κάτι άλλο, πιο περίπλοκο θα είναι.













 

Τρίτη, 3 Σεπτεμβρίου 2013

Επιστροφή στην πόλη

 
Αυτή τη φορά δεν άντεξα την πιθανότητα να μείνω μια ώρα στο σταθμο της Λάρισας να περιμένω το τρένο, πήρα ΚΤΕΛ απο το Βόλο για να γυρίσω στην Αθήνα. Το δρομολόγιο ήταν μέσω Αλμυρού κι έκανε τουλάχιστον μιάμιση ώρα παραπάνω, επιπλέον καθόμουν δίπλα σε μια πολύ χοντρή γυναίκα που με στρίμωχνε και δημιουργούσε κάτι σαν τείχος γύρω μου, αλλά σκεφτόμουν ότι τουλάχιστον δεν ήταν άντρας, που θα ήταν χειρότερο. Κατέβηκα στην στάση που έκανε στα Πατήσια, λίγο πριν το τέρμα, με πόση χαρά ξαναβρήκα τη χρήση των ποδιών μου δεν λέγεται. Τόσο που έκανα όλο το δρόμο με τα πόδια ως το σπίτι, δεν χόρταινα περπάτημα. 
Πρώτα πήρα την Αχαρνών, είχε δροσιά και κόσμο έξω, πολύ κόσμο. Νέους που γελούσαν, παρέες σε κάτι μαγαζιά με κήπους, κίνηση. Μου είχε λείψει η πόλη, το χάρηκα. Η Αχαρνών έχει φαρδιά πεζοδρόμια με δέντρα, μπορείς να κάνεις αληθινή βόλτα. Μαμάδες είχαν βγάλει τα παιδάκια τους με καροτσάκια, πανσπερμία χρωμάτων και γλωσσών. Μερικά μαγαζιά τα θυμόμουνα απο τις δεκαετίες 60 κι 70, έμοιαζε να περπατώ στο παρελθόν με κάτι από βόρειο Παρίσι. Συνταξιούχοι συναντιόνταν σε καφενεία και μιλούσαν για ποδόσφαιρο. Ζευγάρια ξανθών γυναικών με μαύρους ή μελαψούς άντρες μιλούσαν ελληνικά μεταξύ τους. H lingua Franca των ερώτων που γεννιούνται στο υπογάστριο της Ομόνοιας και ανθίζουν στα Πατήσια. Πόσοι Καπουλέτοι και Μοντέγοι καταπίνουν το θυμό τους ανά την υφήλιο κι αναγκάζονται να δεχτούν μικτούς γάμους και ζευγαρώματα δεν θα μάθουμε πούμε, διότι δεν μας απασχολεί, δεν βλέπουμε τίποτε απ' αυτά εμείς, δεν καταδεχόμαστε.
Ανεβαίνοντας τη Θήρας για Κυψέλη συνάντησα μια παλιά φίλη που είχα να τη δω χρόνια, σταθήκαμε στη γωνία και τα λέγαμε για κανα μισάωρο. Πιο πάνω, φτάνοντας πια, είδα και μια ακόμα φίλη που πήγαινε σινεμά. Έτρωγε παγωτό σοκολάτα, ζήλεψα και πήρα ίδιο, δεν με ενθουσίασε, έφτασα σπίτι και το έβαλα στην κατάψυξη. 
Ήταν ο καλύτερος τρόπος να γυρίσω στην Αθήνα τελικά. Αυτή η διάχυτη ανακούφιση των ανθρώπων για τη δροσιά που επιτέλους ήρθε, οι τυχαίες συναντήσεις στο δρόμο, η βραδινή χαλάρωση που με υποδέχτηκε ήταν ό,τι έπρεπε. Πόσο την αδικούν τη γειτονιά μας με τα τρομερά που γράφουν συνέχεια. Ζει μια κανονική ζωή απαρατήρητη, ίσως πιο νορμάλ κι απο τις κεντρικές και καθωσπρέπει συνοικίες, ή τα προάστεια που οι κάτοικοι εγκαταλείπουν για να διασκεδάσουν. Εδώ οι κάτοικοι βγαίνουν έξω για να πάρουν αέρα, τους βλέπεις να κυκλοφορούν οπουδήποτε υπάρχει χώρος. Αλλά αυτη την πραγματικότητα δεν την περιγράφουν, δεν την καταλαβαίνουν οι έχοντες λόγο και κατέχοντες εργαστήρια κλισέ. Το θέμα είναι, η περιφρόνηση των ιθαγενών που την εγκατέλειψαν πόσο την υποβαθμίζει ακόμα, η παραμορφωτική εικόνα που συνεχώς φιλοτεχνούν πόσο την παραμορφώνει.

Τετάρτη, 28 Αυγούστου 2013

Λαμία -Βόλο αλλά με κάρο

Μα τι το θέλεις το τρένο, με ρωτούν οι λογικοί μου φίλοι. Ποιος το χρησιμοποιεί πια, τι μανία είν' αυτή; Δεν θα βάλεις μυαλό ποτέ σου; Πάρε ΚΤΕΛ!
Όμως έλα που μ' αρέσει το τρένο. Όπου κυκλοφορεί ακόμα το προτιμώ, επισκέπτης άλλου κόσμου με απαιτήσεις κανονικού επιβάτη. Το τρένο περνάει από ωραία τοπία, δεν τα βλέπεις σε καμία άλλη διαδρομή. Σκαρφαλώνει βουνά, μπαίνει σε τούνελ. Αλλά μπορεί να πουντιάσεις το καλοκαίρι απο τον κλιματισμό, ή να λειώσεις από τον μη κλιματισμό. Μπορεί να αργήσεις, μάλλον σίγουρα θα αργήσεις, μπορεί να χάσεις την ανταπόκριση σου, κι ας είναι του ΟΣΕ κι αυτή.
-Συγγνώμη, στην ιστοσελίδα σας έγραφε ότι το τρένο των 12.18 από Αθήνα, φτάνει στο Βόλο  17.18. Περιμέναμε στη Λάρισα ως τις 18.38 για να ξεκινήσουμε για Βόλο! Δυο ώρες καθυστέρηση; 
Ο ελεγκτής εισιτηρίων, ο πρώτος άνθρωπος με τη γαλάζια μπλούζα του ΟΣΕ που συναντώ εδώ και τρεις ώρες, θυμώνει σε χρόνο μηδέν. Αρχίζει δηλαδή να μιλάει ήρεμα κι έχει θυμώσει στην τρίτη λέξη.
-Το ελληνικό κράτος κυρία μου δεν έχει λεφτά και για την ασφάλεια σας πηγαίνει αργά, για να μη σκοτωθείτε εσείς, καταλάβατε;
-Ποιο, το κράτος; 
-Το τρένο πάει αργά, για λόγους ασφαλείας...
Ξαφνικά ο θυμός του περνά όπως  ήρθε. Και το κράτος αργά πάει, θα σκέφτηκε, μπορεί να του φάνηκε αστείο.
-Δεν το καταλαβαίνω αυτό, συνεχίζω τη διαμαρτυρία για την τιμή των όπλων. Γιατί δεν μας είπαν τίποτε στο σταθμό της Λάρισας; Δεν υπήρχε ψυχή εκεί να εξηγήσει τι έγινε, να μας προειδοποιήσει... Περιμέναμε και κοιταζόμασταν επι μιάμιση ώρα...
-Τι να εξηγήσει δηλαδή; Χάσατε την ανταπόκριση.
-Εμείς τη χάσαμε, ή εσείς; 
Εκνευρίζεται πάλι.
-Ακούστε, δεν είναι δουλειά δικιά μου, έχω να κάνω έλεγχο εισιτηρίων!
Με κοιτάνε και οι άλλοι επιβάτες παράξενα. Τι θέλω τώρα και απασχολώ τον άνθρωπο; Δεν ακούνε και καλά τι του λέω, το τρένο είναι παμπάλαιο, ταρακουνάει σαν το στίψιμο στο πλυντήριο. Φτάνω στο Βόλο ζαλισμένη, τρεκλίζω, αλλά επιμένω. Κρατώντας τον πίνακα των δρομολογίων πάω να διαμαρτυρηθώ στο σταθμάρχη υπό τα αποδοκιμαστικά βλέμματα των συνεπιβατών. Αυτός πάλι μου χαμογελάει τόσο υποχρεωτικά, τόσο αφοπλιστικά, που θυμάμαι την παλιά μου συμπάθεια για τους σιδηροδρομικούς, την πολύ παλιά, μιας άλλης εποχής ευτυχισμένης άγνοιας τη συμπάθεια. 
-35 ευρώ εισιτήριο για να κάνουμε εφτά ώρες Αθήνα -Βόλο; Ούτε με κάρο!
-Δίκιο έχετε, αλλά τι να κάνουμε; απαντά με χαμόγελο ουράνιας υπομονής.
Μα τι το θες το τρένο; περιμένω να μου πει κι αυτός. Άστο σε όσους έχουν λόγο να το χρησιμοποιούν, όσους έχουν έκπτωση λόγω ηλικίας, σπουδών, οικογενειακής κατάστασης, διάφορα τέτοια. Μια λογική εξήγηση για την παράξενη αυτή διαστροφή, να παίρνουν τρένο. 
Μπορεί να ελπίζω κύριε. Κάποτε θα συναντήσω την αδερφή ψυχή, που θυμάται ταξίδια με το Ιντερσίτι, ή ακόμα παλιότερα, απευθείας σύνδεση με την Ευρώπη, τριήμερα σε φοιτητικά βαγόνια. Κάποιον που του αρέσει να περνά μέσ' απ' τα βουνά, που δεν μπορεί να δεχτεί έτσι αδιάφορα την εγκατάλειψη όλης αυτής της υποδομής, κάποιον που δεν παραιτείται απο την ιδέα ότι θα έπρεπε η Ελλάδα να έχει τρένα όπως οι ευρωπαϊκές χώρες, ευρωλιγούρη δηλαδή όπως ελόγου μου, και τότε ποιος ξέρει τι χρώμα θα δούμε το φως στην άκρη του τούνελ.

Μικρή γαλλική επανάσταση

Τώρα εγώ, να σας πω την αλήθεια, τη θεωρώ μεγάλη, αλλά ας μην προκαλούμε, όσο γίνεται. Πολλοί συμπολίτες μας θορυβήθηκαν με το ζεύγος Μακ...