Κυριακή, 25 Νοεμβρίου 2012

Μύηση πρώτου βαθμού στην Ελευσίνα

Στη σπηλιά υπήρχε ιερό του Πλούτωνα

Έχουν κάτι τόσο ανυπεράσπιστο οι αρχαιολογικοί χώροι τις μέρες με λιακάδα. Ειδικά όταν είναι έτσι μεγάλοι, άδειοι και κάπως έρημοι, μακριά από τα πλήθη που συρρέουν στην Ακρόπολη πληρώνοντας 12 ευρώ το άτομο για να πατήσουν στο ιερό βράχο και να φέρουν βόλτα τον Παρθενώνα. Στην Ελευσίνα το εισιτήριο έχει μόνο 3 ευρώ, και μπορείς να πας παντού στο χώρο του αρχαίου ιερού, να περάσεις πάνω από πηγάδια και δεξαμενές πατώντας σε ξύλινες κατασκευές, να μείνεις αρκετή ώρα ακόμα και για μια μύηση πρώτου βαθμού, σαν αυτή που κάναμε εμείς στην κυριακάτικη βόλτα μας. Κι εκεί απολαμβάνοντας την ήσυχη λιακάδα να νιώσεις την ανωτερότητα του παρόντος πάνω στο παρελθόν, το προνόμιο του σύγχρονου ανθρώπου που ξέρει ότι δεν υπάρχει είσοδος στον Άδη στο πίσω μέρος της σπηλιάς, δεν μπορεί να ξεγελαστεί με θέατρο σκιών σε κανένα ναό, έχει επιστημονική εποπτεία στα πράγματα, περνάει πάνω από κατεστραμμένες θρησκείες, χαμογελάει πάνω ακριβώς από την Αγέλαστο πέτρα. Τίποτε δεν έχει μείνει από τα τόσο λαμπρά σημάδια της πίστης, τα διάσημα ιερά, τα αυτοκρατορικά αφιερώματα, τίποτε εκτός από ρημαγμένες πέτρες. Τα λίγα που ξέρουμε από τα Μυστήρια, η ιερογαμία ας πούμε, προκαλούν άλλα χαμόγελα ανωτερότητας. Ανοιγμένα στον ήλιο όλα τα ανάκτορα και οι ναοί, οριστικά κι αμετάκλητα νικημένα, εκτεθειμένα, έχουν κάτι το συγκινητικό, όπως και να το κάνεις. Κάποιος είχε αφήσει λουλούδια σε κάτι ανάγλυφα, να ήταν δωδεκαθεϊστής, ή απλώς σκηνοθετούσε ντεκόρ για φωτογραφίες;
Μαζεύω την παρέα και διηγούμαι το δράμα της Δήμητρας, πόσο βασανίστηκε ως θεά πριν διδάξει στους θνητούς την ίδια τη λατρεία της, εκτός από τη μέθοδο καλλιέργειας των δημητριακών. Πώς περιπλανήθηκε με τα μαλλιά λυμένα και πώς κάθισε στην Αγέλαστο πέτρα, και πώς την κάλεσαν στο σπίτι του βασιλιά, και χαμογέλασε μονάχα με τ’ αστεία της Ιάμβης. Διάβασα καλά το μάθημα μου πριν ξεκινήσουμε την εκδρομή, τον παλιό μεγάλο τόμο του Jean Richepin μεταφρασμένο σε βαριά καθαρεύουσα που ξεκοκάλλιζα από παιδάκι. Να αισθανθούμε την ατμόσφαιρα του τόπου όσο γίνεται, να φανταστούμε την αίσθηση του χρόνου που ήταν τόσο διαφορετική. . Δέκα μέρες κρατούσαν τα  Ελευσίνια μυστήρια. Δέκα μέρες με εκεχειρία, που την ανακοίνωνε ο κήρυκας. Η απόσταση Αθήνα- Ελευσίνα γινόταν με τα πόδια τρεις φορές για τους νέους, μια για να πάνε να φέρουν τα ιερά αντικείμενα στην Αθήνα, μία να τα επιστρέψουν εν πομπή και παρατάξει, μία για να γυρίσουν πίσω. Κανονικά χρειάζεται 6 ώρες για να κάνεις 22 χιλιόμετρα, αλλά σταματούσαν συνέχεια σε διάφορους ναούς, οπότε θα τους έπαιρνε όλη τη μέρα. Στη γέφυρα του Κηφισού είχε μια τελετή με ανταλλαγή αστείων. Δύσκολο να συλλάβεις την εικόνα, όχι των ανταλλαγών αστείων, του ποταμού Κηφισού. 
Είχε υπέροχο καιρό, η θάλασσα στραφτάλιζε  από κάτω, σε κάθε γωνιά οι σωροί από πέτρες δείχνουν ότι το μέρος είχε συσσωρεύσει πλούτο και άνεση που ακόμα διακρίνονται. Τεράστια μέλη αρχιτεκτονικών στοιχείων, διακοσμήσεις επιδειχτικές, αγάλματα εξαιρετικής τέχνης. Μέσα στο μουσείο βλέπεις ανδριάντα του Νέρωνα, οι Ρωμαίοι αυτοκράτορες σίγουρα κάνανε τον τουρισμό τους. Αναγνωρίζω από μακριά και τον Αντίνοο,  είχε κι εδώ καθιερωθεί η λατρεία του διάσημου αυτού νέου που πνίγηκε στο Νείλο κι άφησε απαρηγόρητο τον Αδριανό, τόσο πια συναντάς αγάλματά του σε όλον τον κόσμο.



Στο γυρισμό η Ακρόπολη δεν ξεχώριζε απο την αιθαλομίχλη που κάλυπτε τα πάντα. Έχουμε συνηθίσει πια τη μόλυνση της ατμόσφαιρας, δεν ενοχλούμαστε. 

αλμπουμ με φωτογραφίες στο facebook http://www.facebook.com/media/set/?set=a.4523186671480.180731.1045241404&type=1&notif_t=like


Πέμπτη, 22 Νοεμβρίου 2012

Play it again...



Πριν λίγες μέρες ξεκίνησα το πρωινό με αρβανίτικα τραγούδια που έβαζε ο 9,84, τραγούδια της αλβανικής διασποράς κατά κάποιον τρόπο, μερικά με ιταλικές επιρροές, πανέμορφα. Εν συνεχεία έβαλε βουλγάρικα τραγούδια. Λέω πως θα είχαν ιταλικές επιρροές, για να βρω μια λογική αιτία που τόσο με συγκινούσαν. Μήπως επειδή μου γεννησαν την απορία, έχουν μουσική οι Βούλγαροι; Απίστευτο ε; Θα νόμιζε κανείς ότι το μόνο που κάνουν στη ζωή τους είναι να παίζουν κακό ποδόσφαιρο.
Έπαιρναν τηλέφωνα στο σταθμό οι ακροατές ενθουσιασμένοι. Και μόνο ο κόπος να τα βρει ο Τάκης Καμπύλης που κάνει αυτή την εκπομπή, να ψάξει να μαζέψει δίσκους που δεν είχαν ξανακουστεί τόσα χρόνια στο ραδιόφωνο, ήταν εντυπωσιακός. Αυτή την ιδέα είχε για την κάλυψη του θέματος που ανέκυψε με την ιθαγένεια, το νόμο Ραγκούση και την απόφαση που διέρρευσε από το ΣτΕ. Καλεσμένοι στο στούντιο νομικοί και ειδικοί το περιέγραψαν μια χαρά το θέμα, αλλά όσο άνοιγαν την καρδιά, τη δική μου τουλάχιστον, τα τραγούδια, κανένας νομικός και ειδικός δεν μπορούσε να το κάνει.
Χωρίς να καταλαβαίνω λέξη από τα λόγια τους, τα τραγούδια μου θύμισαν ότι από την ευκαιρία που μας δόθηκε, να γνωρίσουμε την κουλτούρα των γειτόνων αφότου ο ψυχρός πόλεμος έληξε, εκμεταλλευτήκαμε τα ελάχιστα. Κουκουλωμένοι με τη δυσπιστία και την έχθρα, δεν καταφέραμε να τα ξεπεράσουμε. Μόνο ιδιωτικά και πολύ διακριτικά, σχεδόν μυστικά. Δεν μπορέσαμε να χαρούμε τον πλούτο που έφεραν μαζί τους οι μετανάστες. Την κουλτούρα τους, τα τραγούδια τους, τις ιστορίες τους, τα μοτίβα τους στο κέντημα, τα φαγητά τους, τις συνήθειές τους. Υποτίθεται ότι έχουμε πολλούς μετανάστες, πού τους ακούμε όμως, πού γευόμαστε την τέχνη τους; Δεν αφήσαμε να ακουστεί τίποτε, μην τυχόν και σαν σειρήνα μας μαγέψει, μας ψιθυρίσει ότι κι αυτοί πονάνε σαν άνθρωποι κι έχουν τις ίδιες επιθυμίες, ότι μας μοιάζουν περισσότερο από όσα θα θέλαμε.
Παίξε πάλι την εκπομπή Τάκη, γιατί το πράγμα είναι απλό. Όπως τα παιδιά των ελλήνων που ζούνε στην Αγγλία, τη Γαλλία, τη Γερμανία, τις ΗΠΑ, την Αυστραλία, σε όλες αυτές τις πρότυπες χώρες, έχουν την ιθαγένεια του τόπου που γεννήθηκαν και ταυτόχρονα αγαπούν τα φαγητά της γιαγιάς τους, τα παραμύθια της και τα τραγούδια του τόπου των γονιών τους, έτσι και τα δικά μας παιδιά μεταναστών μπορούν και δικαιούνται να αγαπούν τον τόπο καταγωγής των γονιών τους, ενώ ταυτόχρονα δικαιούνται ελληνική ιθαγένεια. Έτσι είναι οι άνθρωποι, σύνθετοι, πολύπλοκοι, πλούσιοι, με ποικίλες κουλτούρες που προδίδουν πόσο ίδιοι είναι στο βάθος,  δεν είναι τρόφιμοι στρατοπέδου με σφραγισμένα μπράτσα. 

Δευτέρα, 19 Νοεμβρίου 2012

Η κρυφή γοητεία της οπισθοδρόμησης

Να πηγαίνουν οι γυναίκες φαντάροι; Άκουσα μια τέτοια συζήτηση την προηγούμενη εβδομάδα. Πόθεν προέκυψε πάλι αυτό το ξεθυμασμένο, μπαγιάτικο θέμα; Αφού το παρακολούθησα σε καμιά δεκαριά εκπομπές, κατάλαβα ότι ήταν πρόταση της Χρυσής Αυγής. Σίγουρα μου θύμησε τα νιάτα μου, ήταν της μόδας αυτό στη δεκαετία του 80. Λες και ήταν χτες.
Να πηγαίναμε και πίσω στο χρόνο....

Λίγες  μέρες αργότερα, ξεκίνησε το σήριαλ με το νόμο Ραγκούση, και όπου να’ ναι θα έρθει άλλο, κάποιο θέατρο που μπορεί να θεωρηθεί τολμηρό, όπως ο Τελευταίος Πειρασμός πριν τριάντα χρόνια, και γιατί όχι όπως τα Ευαγγελικά, πριν εκατό; Προχωρώντας ο χειμώνας μπορεί να φτάσουμε να συζητάμε περί δουλείας, κι αν οι άνθρωποι γεννιούνται ελεύθεροι, αρέσει πολύ στη ΧΑ αυτό, όπως άρεσε και στον Χίτλερ, που είχε επεξεργαστεί την επιστροφή στη δουλεία θεσμικά, ή μάλλον είχε καταβυθιστεί στο παρελθόν της αρχαιότητας και την είχε ανασύρει, όπου μπορούσε εφάρμοζε την ιδέα αυτή πολύ οργανωμένα και μαζικά. Στο δρόμο για την αρχαία Σπάρτη μπορεί να ξεθαφτούν κι άλλα αρχαία ζητήματα και πολύ οικεία, η ψήφος των γυναικών, το οικογενειακό δίκαιο, ο πολιτικός γάμος, η μίνι φούστα και τα σορτς, οι ποδιές στο σχολείο, διάφορα, σκεφτείτε κι εσείς κάτι πιο εθνικοπατριωτικό, δεν είμαι πολύ καλή σ’ αυτά.
Αν και κατά βάθος είμαστε όλοι καλοί σ’ αυτά. Γυναίκες στο στρατό, μάλιστα, είχαμε κάνει κάτι ωραία ρεπορτάζ  τότε, πολλή πλάκα είχαν. Πόσο οικείο το θέμα, και πόσο ανακουφιστική αυτή η οικειότητα, αυτή η καταβύθιση στο παρελθόν κάθε ώρα και στιγμή, αυτή η στροφή στα σίγουρα και στα συζητημένα. Κάθε μέρα μπορεί να βρίσκεται κάτι τέτοιο, να γλιστράμε πίσω στα παιδικά μας χρόνια, στο γυμνασιάρχη της επαρχίας που απαγόρευε τα πάντα, να ξεχνιόμαστε.  Γλυκούτσικα, χαριτωμένα δηλητήρια μιας οικείας χυδαιότητας.  Να ξαναβρίσκουμε κάτι που νομίζουμε συλλογικό υποσυνείδητο, τα λυμένα ζητήματα του προπολεμικού εικοστού αιώνα, και να νιώθουμε την ευτυχία του cocooning με την απλή και αδάπανη αυτή μέθοδο. Που δεν είναι και τόσο αδάπανη βέβαια, αλλά δεν το ξέρουμε. Θα νομίζουμε πως είναι νορμάλ καθώς προχωράει ο 21ος αιώνας κι ο κόσμος αλλάζει και πρέπει να τον προλάβουμε, εμείς να ασχολούμαστε με τα παιδικά μας χρόνια, την υπέροχη χαμένη μας υπανάπτυξη. Θα ξεχάσουμε σιγά- σιγά όσα μάθαμε, όσα στ’ αλήθεια μας ενδιαφέρουν, θα φύγουν τα τρένα χωρίς εμάς, και δεν θα τα βλέπουμε καν να περνάνε, θα ξεχάσουμε τις δεξιότητες που αποχτήσαμε, τους ορίζοντες που άνοιξαν μπροστά μας, θα συζητάμε για το αν πρέπει τα παιδιά των μεταναστών να πηγαίνουν στους παιδικούς σταθμούς. Κρίμα τα πτυχία και τα σχολεία, και τη μόρφωση που μαζέψαμε, τόσες γνώσεις, τόσες ευαισθησίες, τόσες αποχρώσεις, όλες θα τις χάσουμε ανεπαισθήτως. Θα αποβλακωθούμε καθώς θα γερνάμε πρόωρα και θα παλιμπαιδίζουμε ασύστολα. Τόνοι από παπλώματα θα μας σκεπάσουν, θα μας απομονώσουν, θα μας κουφάνουν και θα μας τυφλώσουν.
Γιατί το δαγκώνουμε τόσο εύκολα το δόλωμα που μας πετάει η ακροδεξιά; Μα γιατί είναι φτιαγμένο από οικεία υλικά. Πώς θα αντισταθούμε να διασώσουμε τα εγκεφαλικά μας κύτταρα; Δεν μπορείς να την αγνοήσεις, είναι επικίνδυνη, πρέπει διαρκώς να δίνεις απαντήσεις. Δεν μπορείς να την αφήσεις να λύνει και να δένει στις γειτονιές και στα σχολεία. Αλλά αναμασώντας ανέμελα στα κανάλια τα τσιτάτα της ως γραφικά μάλλον την ενισχύει. Κάτι άλλο χρειάζεται, κάτι που ίσως θα έχει να κάνει με τα ίδια αυτά τα οικεία υλικά. Ίσως πρέπει να ξανακοιτάξουμε αυτά που τα θεωρούμε τόσο οικεία, μήπως θέλουν γενική επισκευή και πέταμα, που λένε στο χωριό μου. 

Πέμπτη, 15 Νοεμβρίου 2012

Η πάταξη της φοροδιαφυγής


Μη χολοσκάτε. Η φοροδιαφυγή πατάσσεται με τον καλύτερο τρόπο. Πάρτε τη δική μου οικογένεια, για παράδειγμα. Μέχρι τώρα πληρώναμε πάνω- κάτω κάθε χρόνο ένα σταθερό ποσό, είχαμε πάνω -κάτω κάθε χρόνο σταθερό εισόδημα, ως μισθωτοί, και τα τελευταία χρόνια ως συνταξιούχοι. Πέρσι το εισόδημα μειώθηκε, εκτός από περικοπές χάθηκε και μια δουλειά ελεύθερου επαγγελματία, που ήταν κι αυτή σταθερή. Με μειωμένα έσοδα θα περίμενε κανείς και μείωση του φόρου, όμως ο φόρος μας αυξήθηκε, για την ακρίβεια τριπλασιάστηκε. Προφανώς ο τριπλασιασμός είναι για να παταχθεί η φοροδιαφυγή. Λογικό το βρίσκω, γιατί πώς αλλιώς θα παταχτεί η φοροδιαφυγή αν δεν ξεζουμίσεις εντελώς αυτόν που πλήρωνε πάντα; Κατ’ αναλογία λοιπόν, εφόσον στη θέση του ενός που πληρώνει δυο φοροδιαφεύγουν, αυτός που πληρώνει πρέπει να δώσει για τρεις.
Υπάρχουν βέβαια και οι άλλοι: αυτοί που δεν πληρώνουν επειδή δεν μπορούν, οπότε κανονικά θα έπρεπε να πληρώσει για τέσσερις αυτός που πληρώνει. Αλλά ευτυχώς είχαμε περικοπές σε μισθούς, χάσαμε και τη δουλίτσα, οπότε μας ήρθε προσφορά: θα πληρώσουμε μόνο για τρεις. Κάναμε και διακανονισμό, θα τα δίνουμε σε δόσεις, οι οποίες θα επικαλύψουν και τη μισή από τη μεθεπόμενη χρονιά. Δηλαδή για μερικούς μήνες θα πληρώνουμε γεμάτοι ελπίδα, ότι την επόμενη χρονιά θα μας φορολογήσουν λιγότερο, κι ύστερα θα έρθει το εκκαθαριστικό και βλέπουμε. Ανάλογα πόσο θα χτυπάει τη φοροδιαφυγή κι εκείνο.
Μια χαρά. Πολύ καλά οργανωμένα είναι τα πάντα, κι απορώ γιατί ακόμα δεν έχουν δώσει συγχαρητήρια στην τιτάνια προσπάθεια που κάνει το ελληνικό δημόσιο και πατάσσει τόσο πρωτότυπα και αποτελεσματικά τη φοροδιαφυγή. Εγώ πάντως που είμαι πολύ έλληνας, εξ αίματος, αναντάμ παπαντάμ και με τη βούλα, νιώθω περήφανη για το θαυμάσιο αυτό επίτευγμα, και ελπίζω κάποια στιγμή να μας συμπεριλάβουν κι όλους εμάς που μας πατάσσει η πάταξη της φοροδιαφυγής τόσο οργανωμένα που τύφλα να ‘χουν οι αποχρώσεις του γκρι, σε κάποια λίστα αξιοπρεπή.

 http://www.metarithmisi.gr/el/readText.asp?textID=13903

Τετάρτη, 14 Νοεμβρίου 2012

Κρίσεις ταυτότητας από νήπια

Πρόσεχε μην πεταχτεί καμιά ιθαγένεια

Μέσα στο ίδιο δελτίο ειδήσεων το ακούω. Ο νόμος Ραγκούση για την ιθαγένεια είναι αντισυνταγματικός, απεφάνθη το Συμβούλιο Επικρατείας, και θα ανασκευαστεί ή ξαναγραφεί ή συνταγματοποιηθεί (να φτιάχνουμε κι εμείς καμιά λεξούλα ποιητική να μας πηγαίνει καλά η μέρα). Το πανάρχαιο δίκαιο του αίματος ξαναχτυπά, από την ένδοξη εποχή που οι άνθρωποι χωρίζονταν σε φυλές και που νομίζαμε μερικοί αφελείς νεωτεριστές πως έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί. Δεν ήταν και πολύ τολμηρός ο νόμος Ραγκούση, λέγαμε τότε, πού να ξέραμε. Τους ταλαιπωρεί πολύ τους νέους που τυχαίνει να είναι παιδιά μεταναστών, τέτοια λέγαμε, πού να ξέραμε. Ακολούθησαν οι γνωμοδοτήσεις επί γνωμοδοτήσεων. Δεν το πιστεύαμε στην αρχή ότι μια τέτοια στοιχειώδης προσπάθεια να αντιμετωπιστεί ένα πρόβλημα που ταλαιπωρεί χιλιάδες συμπολίτες μας, θα έβρισκε τέτοια αντίδραση. Αλλά όχι, συγγνώμη, δεν είναι συμπολίτες, πληρώνουν μόνο ΙΚΑ, Εφορία κλπ, αλλά δεν έχουν πολιτικά δικαιώματα. Πώς να τους λέμε τους ανθρώπους αυτούς; Να βρούμε ένα όνομα. Μετανάστες δεύτερης γενιάς δεν πάει, γιατί δεν είναι μετανάστες. Θα έπρεπε κι εγώ ας πούμε, να λέω τον εαυτό μου πρόσφυγα δεύτερης γενιάς, αφού ο πατέρας μου ήταν πρόσφυγας. Αλλά δεν είμαι πρόσφυγας, πώς να το κάνουμε; Εκτός αν γίνω τώρα στα γεράματα, έτσι που πάμε δεν ξέρεις..

Και στο ίδιο δελτίο ειδήσεων ακούω για μια νηπιαγωγό που έβαλε μερικά παιδάκια να κρατάνε, ή να ζωγραφίσουν, δεν κατάλαβα, την αλβανική σημαία στη γιορτή της 28ης Οκτωβρίου, επειδή είναι αλβανικής καταγωγής τα παιδάκια, κι είχε τέτοιες υποδείξεις από τις αρχές διαπολιτισμικής εκπαίδευσης, και πήρε στα γρήγορα μετάθεση μετά από ερώτηση της Χρυσής Αυγής. Δηλαδή τα παιδιά που έχουν αλβανούς γονείς, δεν μπορούν να θεωρηθούν Έλληνες, η ελπίδα για μια τέτοια εξομάλυνση της κατάστασης τους τώρα μπαίνει σε αναθεώρηση, αλλά ούτε και αλβανοί κάνει να λένε πως είναι και πάντως να μη νιώθουν περήφανοι για το γεγονός. Το ότι η ΧΑ καταφέρνει να δημιουργεί τέτοιες ιστορίες δεν είναι κατόρθωμα για να τη θαυμάσετε. Έχουμε το υπόβαθρο, τη μιλιταριστική νοοτροπία, τον εθνικισμό σε κάθε έκφανση της ζωής μας, από το Νηπιαγωγείο μέχρι τον τάφο, και δεν έχει παρά να σκύψει να πιάσει την άκρη από κάποιο νόμο, μια νοοτροπία, ένα έθιμο, για να περάσει το δικό της.
Ούτε έλληνες λοιπόν τα παιδιά, ούτε και τίποτε άλλο. Το πράγμα είναι απλό. Τα παιδιά αυτά που γεννήθηκαν στην Ελλάδα από γονείς μετανάστες, θα τα τρελάνουμε τελείως. Ούτε έλληνες, ούτε αλβανοί, ούτε τίποτε. Για ρωτείστε τι παθαίνουν τα παιδιά που αντιμετωπίζουν τέτοιες συμπεριφορές σε τρυφερή ηλικία, τι ψυχολογικές διαταραχές καραδοκούν. Μπορεί αν μάθουμε τον ψυχολογικό όρο, να βρούμε και μια καλή ονομασία. Δεν θα είναι αλβανοί, δεν θα είναι έλληνες, θα είναι κάτι άλλο, ιατρικό, που χρειάζεται νοσηλεία. Η ναζιστική μας ακροδεξιά βέβαια, που έχει τόσο άμεσα αποτελέσματα σε κάθε δράση της, ελπίζει ότι θα δημιουργήσει ένα προλεταριάτο σε κατάσταση σκλαβιάς, όπως ο Χίτλερ για τη Γερμανία του (που πρόκοψε πολύ) αλλά εμείς οι υπόλοιποι που ξέρουμε ότι αν συνεχίσουμε έτσι θα μας προσέξουν οι ευρωπαίοι και θα μας κόψουν τα δανεικά, γιατί ξέρετε αυτοί έχουν ανακαλύψει τα ανθρώπινα δικαιώματα και τέτοια παρακμιακά πράγματα, πρέπει να σκεφτούμε κάτι πιο ήπιο, κάτι με περισσότερες αποχρώσεις. 
http://www.athensvoice.gr/article/city-news-voices/%CF%83%CF%87%CF%8C%CE%BB%CE%B9%CE%B1/%CE%BA%CF%81%CE%AF%CF%83%CE%B5%CE%B9%CF%82-%CF%84%CE%B1%CF%85%CF%84%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1%CF%82-%CE%B1%CF%80%CF%8C-%CE%BD%CE%AE%CF%80%CE%B9%CE%B1

Δεν ήξερα πως μ’ άρεσε η μουσική των Κούρδων


Καμιά φορά θυμάμαι ότι έγινα δημοσιογράφος για να εξημερώνω τη δύναμη της τέχνης που πέφτει πάνω μου σαν κύμα, να μαθαίνω τα μυστικά των καλλιτεχνών και να μη με κυβερνούν τόσο εύκολα με το παραμύθι τους, να αντιστέκομαι. Να μάθω κόλπα. Δεν έμαθα τίποτε, αλλά τουλάχιστον κατάλαβα ότι η προσπάθεια είναι μάταιη. Κι έτσι ξανά κλείνω τα μάτια και αφήνω μια ταινία σαν αυτές του Γκομπαντί να με κουκουλώσει πάλι, σαν κύμα, να με αφήσει στην παραλία άφωνη από συγκίνηση. Αυτή είναι η θητεία που συνιστώ στο θεατή, καλύτερα να μην αντιστέκεσαι όταν το κύμα έρχεται, είναι πιο δυνατό από σένα, άστο να σε πάρει.
Είναι η συμβουλή που δίνω πια στους πιο δύσκολους, σ’ αυτούς που καταφέρνουν και σκέφτονται ενώ στην οθόνη ο καλλιτέχνης ξεδιπλώνει όπως μπορεί καλύτερα τα αλφάβητά του. Τρομάζω κι οι άλλοι γελάνε, κλαίω και ειρωνεύονται, κλείνω τα μάτια και αναστενάζουν με επιείκεια. Κάποτε με πήγαιναν σε θρίλερ μόνο και μόνο για να διασκεδάσουν με τις αντιδράσεις μου. Ήταν ο διαγωνισμός που περνούσα στις παρέες, θα καταφέρω να κρατήσω την ψυχραιμία μου;
Δεν τα κατάφερα ποτέ. Αλλά ωριμάζει κανείς, κι η χαρά της ωριμότητας είναι να μαθαίνεις να υπερασπίζεσαι την αφέλεια σου. Δεν με νοιάζει πια να τα καταφέρω. Μπορεί το καλύτερο που μου έτυχε στη ζωή να είναι τα βιβλία που διάβασα και τα έργα που είδα.
Έτσι παραδόθηκα στη δύναμη που έρχεται από το Ιράν, σε σκηνοθέτες που ο ένας είναι πιο υποβλητικός από τον άλλον. Τους συναντάς στις συνεντεύξεις, χαμογελούν συμπαθητικά, μιλάνε για τις δυσκολίες τους, αλλά εκείνο που μετράει είναι να σε σέρνουν στα χιονισμένα σύνορα του Κουρδιστάν μαζί  με τους ποιητές και τους τραγουδιστές που πασχίζουν μάταια να τα περάσουν. Να συνθλίβεσαι από την κούραση της ανάβασης στα γυμνά βουνά, να σε διαπερνά το κρύο του χιονιού, να σε πνίγει το τραγούδι που δεν ακούστηκε στη σκηνή, κι ο καημός του καλλιτέχνη να σε καθηλώνει. Να ανακαλύπτεις ότι η κουρδική μουσική είναι καταπληκτική, πώς δεν το ήξερες; Ότι η κουλτούρα των χωρών αυτών σε ενδιαφέρει, πώς δεν το υποπτευόσουν;
Κουρδικής καταγωγής ιρανός που ζει πια στην Κωνσταντινούπολη κι απορεί πώς καταφέρνουν στην πατρίδα του να γυρίζονται ταινίες. Κι εμείς απορούμε μαζί του, αλλά δεν υπάρχει απάντηση, η τέχνη έτσι κι αλλιώς δεν έχει εξηγήσεις, παραμένει θαυματοποιός που συντηρεί μυστήρια.  

Από την εφημερίδα του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης "Πρώτο πλάνο"

Άνθρωπος των παραδόσεων

Σχεδόν τόσο χαριτωμένο παιδάκι

Στο τρένο για Θεσσαλονίκη πήρα ένα διαβάσω ένα βιβλίο, αλλά δεν τα κατάφερα. Στο μπροστινό κάθισμα ένα αγοράκι γύρω στα δυο χαλούσε τον κόσμο. Σε όλο το ταξίδι στρίγκλιζε, έτρεχε πάνω κάτω κι ανεβοκατέβαζε κοπανώντας τα μπράτσα των καθισμάτων. Ήταν με το μπαμπά του, ο οποίος χαμογελούσε προς κάθε κατεύθυνση, σίγουρος ότι απολαμβάναμε την παρουσία του παιδιού. Ήταν όντως χαριτωμένο, αλλά το ταξίδι κράτησε πέντε ώρες.
Στην αρχή έλπιζα σε μια ηλικιωμένη απέναντι, μήπως έβρισκε τρόπο να το ηρεμήσει, αλλά απλώς το τραβούσε και το ερέθιζε. Από παντού επιβάτες το φώναζαν και το κερνούσαν. Μπουκωνόταν, τσίριζε, συνέχιζε να κοπανάει. Κανείς δεν προσπάθησε να το ησυχάσει. Καμία γιαγιά, κι είχε τουλάχιστον εφτά εκεί μέσα, δεν επιχείρησε να του πει ένα παραμύθι.
Σσσς, του έλεγε ο μπαμπάς του. Η μόνη παιδαγωγική κουβέντα στη διάρκεια του ταξιδιού.. Σσσσς. Το συριστικό σίγμα μπορεί να σε εξοντώσει χειρότερα από το τσίριγμα αν το ακούς επί πέντε ώρες.  Δεν είχε φέρει μαζί του ένα παιχνιδάκι, βιβλίο, πιπίλα, τίποτε από τα σύνεργα που ηρεμούν τα μωρά. Σα να βρέθηκε πρώτη φορά υπεύθυνος για το παιδί του.
Κάποια στιγμή ένα νέο ζευγάρι κάθισε απέναντι τους, πιάσανε συζήτηση. ‘Εγώ είμαι των παραδόσεων’, τους δήλωσε αρκετές φορές. Προφανώς οι παραδόσεις του απαγορεύουν να ασχολείται σοβαρά με πρακτικά προβλήματα ανατροφής παιδιών. Ωστόσο ήξερε πολλά, τους είπε μάλιστα ότι φτιάχνει και φρουτόκρεμα, κατά τη συνταγή του γιατρού.
Ήταν φανερό ότι το παιδί χρειαζόταν ύπνο, αλλά δεν έβρισκε τρόπο να κοιμηθεί.  Ο μπαμπάς κάθε τόσο το βούταγε, το ακινητοποιούσε, και διέταζε: «Κοιμήσου ρε!». Το μικρό παλεύοντας γλιστρούσε και ξανάρχιζε να τσιροκοπάει στο διάδρομο. Ήταν αξιολύπητο, τα μάτια του γυαλίζανε, έκλαιγε και χτυπιόταν. Ένα νανούρισμα παραδοσιακό δεν είχε μάθει ο άνθρωπος της παράδοσης.
Κοιμήσου και παρήγγειλα στην Πόλη τα προικιά σου
Στη Βενετιά τα ρούχα σου και τα διαμαντικά σου
Μήπως είναι πολύ κοσμοπολίτικο αυτό για παιδάκια; Μήπως παραγγελίες, στην Πόλη και τη Βενετιά υπονομεύουν την ισορροπία του ισοζυγίου πληρωμών;
Αθήνα- Θεσσαλονίκη, πέντε ώρες, κανείς δεν εξέφρασε παράπονο, δεν έκανε παρατήρηση, δεν είπε συμβουλή. Όλοι αποφεύγουν να  μπλέκουν με γονείς. Είναι υπερβολικά εύθικτοι.
Η μόνη λύση θα ήταν να δίνουν οι γιατροί τη συνταγή για ύπνο μαζί με τη φρουτόκρεμα. Μήλο κι αχλάδι, παραμύθι και τραγούδι. Φρούτα εποχής, νανουρίσματα προαιώνια, και, ναι, παραδοσιακά.
Αλλά οι γιατροί είναι μοντέρνοι άνθρωποι, δεν είναι των παραδόσεων. Αυτό το χάσμα, του παραδοσιακού με το μοντέρνο, ανακύπτει εκεί που δεν χρειάζεται, και  μπορεί να σε ξεκάνει. 

Από την Εφημερίδα των Συντακτών 9/11/2012

Σάββατο, 10 Νοεμβρίου 2012

Alexander, rock opera


 Μια βδομάδα στη Θεσσαλονίκη είχα ήδη βαρεθεί να βλέπω ανδριάντες του Αλεξάνδρου και των συγγενών του, και ξεκίνησα επιφυλακτική για τη ροκ όπερα Alexander, που παίζεται και το επόμενο Σαββατοκύριακο. Πάντως γρήγορα  ξέχασα  τις επιφυλάξεις, χάρηκα την πρώτη ροκ όπερα που έβλεπα στη ζωή μου,(αν εξαιρέσεις το Jesus Christ Superstar, το οποίο  έχω δει μόνο στο σινεμά).
 Υπάρχει ένα κοινό σημείο στις δυο αυτές ροκ όπερες: οι ήρωες είναι και οι δυο σουπερστάρ, δηλαδή το κοινό τους γνωρίζει. Μπορεί κανείς να χρησιμοποιήσει γνωστά στοιχεία, να στήσει πάνω τους χαρακτήρες και δράση, να απομυθοποιήσει ή να αγιογραφήσει. Στο Alexander του Κώστα Αθυρίδη που γράφτηκε σε λιμπρέτο της Penny Turner, οι μυθικοί και υπερβολικά φετιχοποιημένοι, ειδικά στη Θεσσαλονίκη, ήρωες, παίρνουν ανθρώπινες διαστάσεις,  παρουσιάζονται από την αρχή με τις αδυναμίες τους, τις μανίες τους για μεγαλείο, τα πάθη και τα λάθη τους.

Η μητέρα του Αλέξανδρου, η Ολυμπιάδα, πρώην ιέρεια των Καβειρίων της Σαμοθράκης, κολλημένη στην ανεξαρτησία και την αίγλη που έχασε με το γάμο της, ζητάει να τον κάνει όργανό της. Ο ίδιος μοιάζει πολύ με θύμα της μαζικής κουλτούρας της εποχής του, που ήταν τα έπη του Ομήρου. Στις σελίδες της Ιλιάδας βρίσκει το πρότυπο του.  Έχει τους φίλους και την ορμή, την επιθυμία των νέων για κατακτήσεις, θέλει δόξα και αθανασία. Χάνει τους φίλους στην πορεία, από υπερβολικό εγωισμό. Παραδίδεται στα πάθη, στο πάθος της καταστροφής μεταξύ άλλων. Το λιμπρέτο της Penny Turner τον παρουσιάζει με ιστορικές λεπτομέρειες, ξεφεύγοντας από το μύθο του άψογου εκπολιτιστή. Συχνά στρέφεται σε πρόσωπα της εποχής του λιγότερο διάσημα υπονομεύοντας ακόμα περισσότερο την ηρωική ατμόσφαιρα. Το έργο διαθέτει χιούμορ, πλησιάζει με  κατανόηση την εποχής της δράσης, αναδεικνύει τις αναλογίες με τη σημερινή, καταφέρνει να δημιουργήσει ένα είδος αποστασιοποίησης, που τη χρειαζόμαστε επειγόντως.

Η παραγωγή είναι  φιλόδοξη. Ορχήστρα, μπαλέτο, ζωντανό τραγούδι στη  μεγάλη σκηνή του Stage, στην περιοχή  Σφαγείων της Θεσσαλονίκης, με  αρκετά φτηνό εισιτήριο. Οι καλλιτέχνες στη σκηνή, τραγουδιστές και ηθοποιοί, έχουν δουλέψει με πάθος. Είναι σπάνια απόλαυση να βλέπεις τόσους νέους συντονισμένους στη σκηνή γεμάτους όρεξη, ενέργεια, ωραίες, δουλεμένες φωνές, σε ένα χορταστικό θέαμα.
Οι στίχοι είναι στα αγγλικά, ίσως βοηθήσουν το έργο να κάνει διεθνή καριέρα. Η σκηνοθεσία είναι του συνθέτη, τα σκηνικά και τα κοστούμια του Απόστολου Βέττα, οι χορογραφίες της Άσπας Φούτση και η ενορχήστρωση του Κώστα Τζούνη που διευθύνει και την ορχήστρα. Τραγουδούν στην παράσταση μεταξύ άλλων η Ρούλα Μανισσάνου, ο Δημήτρης Τικτόπουλος. η Γεωργία Βεληβασάκη, η Ραχήλ Τσελεπίδου, κι άλλοι. 

Πέμπτη, 8 Νοεμβρίου 2012

Το μπαλκόνι που έγινε ντουλάπι

To μπαλκόνι που έγινε ντουλάπι

Χτες βράδυ ήρθα να μείνω στο σπίτι μιας φίλης, στη γειτονιά που έμεινα την πρώτη χρονιά όταν είχα έρθει φοιτήτρια στη Θεσσαλονίκη. Αγία Τριάδα. Ένα μεγάλο διαμέρισμα σε πολυκατοικία του 60, πάνω στην λεωφόρο της νέας παραλίας. Δηλαδή, ήταν πάνω στη λεωφόρο, γιατί επί χούντας έχτισαν μπροστά μια άλλη πολυκατοικία. Κι όταν λέμε έχτισαν, εννοούμε ότι τους έκλεισαν όχι μόνο τη θέα, αλλά και τα ίδια τα μπαλκόνια!
Αυτό το πράγμα δεν το είχα ξαναδεί, κι αν δεν το έβλεπα με τα μάτια μου, δεν θα το πίστευα. Υπήρχε ένα οικόπεδο μπροστά, μάλλον στενό, όπου λογικά, για να χτιστεί θα έπρεπε να αφήσει ένα χώρο πίσω του. Έστω ένα στενό έξι μέτρων, που είναι η μίνιμουμ απόσταση για πολυκατοικίες. Έλα όμως που ανήκε στην εκκλησία, η οποία είναι πέραν του νόμου και των πολεοδομιών, και χωρίς πολλά- πολλά αποφάσισε και διέταξε να το χτίσει ολόκληρο, αδιαφορώντας πλήρως για το πώς θα ανάσαιναν και να φωτίζονταν οι από πίσω.
Κι έτσι εκεί που οι άνθρωποι είχαν θέα στη θάλασσα από τα μπροστινά τους μπαλκόνια, παρακολούθησαν να σκάβονται θεμέλια σε όλα τα τετραγωνικά του μπροστινού οικοπέδου, και να υψώνονται τοίχοι που τους έχτισαν κανονικά. Δεν έμεινε ούτε φωταγωγός να περνάει λίγο φως στα πρώην μπαλκόνια.  Το βγάζω φωτογραφία δια του λόγου το ασφαλές, γιατί αν δεν το δει άνθρωπος δεν θα το πιστέψει.
Πολλά οικόπεδα της εκκλησίας έχουν χτιστεί με τρόπο σκανδαλώδη, κι όταν φτιάχνει κτίρια για δική της χρήση, ξεχωρίζουν από κείνα τα παράθυρα με τις αψίδες, κι εντυπωσιάζουν όπως καλύπτουν εξαντλητικά τα οικόπεδα. Ή πλακώνουν τα ίδια τους τα εκκλησάκια, όπως εκείνο το φοβερό στη Μητροπόλεως, το πρώην Υπουργείο Παιδείας. Άπληστη πάντα η Εκκλησία, αδιάφορη για το αποτέλεσμα και την υποβάθμιση ποιότητας του περιβάλλοντος, σαν τον πιο χυδαίο οικοπεδοφάγο. Και οι καινούργιες εκκλησίες που φτιάχνει είναι όλες χάλια, υποτίθεται δε ότι έχει και προδιαγραφές, διαθέτει γραφείο ναοδομίας. Αλλά η εκμετάλλευση των οικοπέδων της είναι το κάτι άλλο. Οπότε σε συνδυασμό με τη χούντα μεγαλούργησε. Ασχήμια και αυταρχισμός, αυθαιρεσία και περιφρόνηση.
Πάντως αυτό το πράγμα με το χτισμένο μπαλκόνι, δεν το είχα δει και ακούσει ποτέ, ούτε θα μπορούσα να το φανταστώ. Ξεπερνάει κάθε σύλληψη κι αντίληψη.  
Τι υποστήκαμε μ' αυτή τη χούντα, τι αισθητικό εκχυδαϊσμό, που τον έχουμε καταπιεί, αφομοιώσει και συνηθίσει, και εναντίον του δεν αντιδράσαμε ποτέ όσο χρειαζόταν...

Τρίτη, 6 Νοεμβρίου 2012

Άσε το κουλό να μπει

Το κουλό περιμένει μπροστά στην πόρτα

Μα τι κάνει αυτός ο άνθρωπος; Βυθισμένοι στις πολυθρόνες της αίθουσας «Ολύμπιον», αμέσως μετά τη σεμνή τελετή επίσημης έναρξης του φεστιβάλ, με διευθυντή, με δήμαρχο, και τον Κώστα Γαβρά, δυσκολευόμαστε να παρακολουθήσουμε το νόημα της ταινίας Holy motors. Μερικοί σηκώνονται και αποχωρούν διακριτικά μετά τα πρώτα είκοσι λεπτά. Είναι ο χρόνος που απαιτείται για να αποφασίσεις, αν είσαι έμπειρος θεατής, πως η ταινία δεν κατάφερε να βρει μια χορδή να κρούσει εντός σου. Ίσως το κάνει επίτηδες, υποψιάζεσαι, δεν θέλει να μεταχειριστεί συναισθήματα, τη γλώσσα του σινεμά, μόνο να παίξει με την τάση που έχουμε όλοι να γλιστράμε πάνω τους. Αλλά γιατί; Κι αν όχι τα συναισθήματα, τι θα χρησιμοποιήσει; Σκηνές που θυμίζουν άλλες ταινίες, με τον πρωταγωνιστή να περιφέρεται από ρόλο σε ρόλο αλλάζοντας κοστούμι στη λιμουζίνα του. Αντί να παρασέρνεσαι σε μια αφήγηση, καλύτερα να νιώθεις σαν εξεταζόμενος που καλείται να κάνει αναγωγές.
Στα τριάντα λεπτά πολλοί σηκώνονται και φεύγουν, το πράγμα είναι φανερό, ο μοντέρνος σκηνοθέτης εκμεταλλεύεται τη σκοτεινή αίθουσα, τις συνθήκες προβολής, τη σύμβαση που μας κρατάει στανικά στις πολυθρόνες. Αναίτια βία, ασύνδετες ιστορίες, γρίφοι χωρίς λύση. Σηκώνονται κι άλλοι, η σειρά  αδειάζει. Κοιτάζω πίσω, υπάρχουν ακόμα πολλοί. Δεν φεύγω. Θα μείνω ως το τέλος. Ένα τέλος που υποδεχόμαστε με γέλια, το παιχνίδι τέλειωσε, ο σκηνοθέτης μας χαρίζει την αμηχανία του. Βγαίνω στην υγρασία της Αριστοτέλους ελαφρώς απογοητευμένη.
Στο Φεστιβάλ θα προβληθούν δεκάδες ταινίες, ταυτόχρονα, σε όλη την πόλη, μέρα- νύχτα. Όποτε το παρακολούθησα είχα το άγχος, να πετύχω τη σπουδαία, να προλάβω τις περισσότερες, να δω τις καλύτερες. Όμως είναι αδύνατον, όσο κι αν είσαι πληροφορημένος, διαπιστευμένος και καλά δικτυωμένος. Παρακολουθώντας το Φεστιβάλ, αποκτάς ακτίνες για μέρη που δεν θα περάσεις καν απ’ έξω, νευρικά τρέχεις κι όταν σταματήσεις συναντάς συγκινήσεις διαφορετικές από κείνες που περίμενες. Μοναχικός και ταυτόχρονα κοινωνικός, ιδανικά κοσμικός, παίζεις συνέχεια ρόλους, ακριβώς σαν εκείνον τον τύπο που στην ταινία τρέχει στα απίθανα ραντεβού του…
Την άλλη μέρα το πρωί ξυπνάω με την αίσθηση μιας νέας διευθέτησης της προσωπικής μου εικονοθήκης. Περιέργως ο Λεός Καράξ κάτι έβαλε στη φαντασία μου, με την παράξενη ταινία που χρειάστηκε να εξαντλήσω την υπομονή μου για να την παρακολουθήσω ως το τέλος. Ίσως αυτό να είναι το νόημα ενός Φεστιβάλ, η πολυτέλεια του χρόνου που χαρίζεις σε έναν απρόσμενο επισκέπτη, η ευγένεια με την οποία του επιτρέπεις να σε απασχολήσει, κι ύστερα ανακαλύπτεις ότι ενώ νόμιζες πως ξοδευόσουνα, τελικά βγήκες κερδισμένος.  
Από το εφημεριδάκι του Φεστιβάλ "Πρώτο πλάνο"

Αν μπορούσαν όλοι να δουν


Πλανόδιοι μουσικοί στα Λαδάδικα
Αν κάποτε η κλιματική αλλαγή συντελεστεί στ’ αλήθεια όπως την περιγράφουν οι πιο θερμοί θιασώτες της, αυτό το φεστιβάλ κινηματογράφου θα το θυμούνται όσοι το έζησαν σαν το πιο καλοκαιρινό μέσα στο χαμένο φθινόπωρο. Συλλαμβάνω με τον ταπεινό φακό μου επισκέπτες της πόλης να κάνουν ηλιοθεραπεία στην Αριστοτέλους με τα μάτια κλειστά, σαν ένα μικρό διάλειμμα ανάμεσα σε δυο προβολές. Βοηθάει και το πρόγραμμα που είναι κάπως πιο συμμαζεμένο. Οι προβολές ξεκίναγαν στις εννιά το πρωί, τώρα ξεκινάνε στη μια το μεσημέρι. Προλαβαίνεις να θαυμάσεις το πέρασμα μιας πόλης φημισμένης για τη συννεφιά της, στην αιώνια λιακάδα ενός καθαρού μύθου.
Λιακάδα πεισμωμένη απέναντι στις αντιξοότητες, να τραβάει από το μανίκι τους απεργούς που μαζεύονται κι αυτοί στο κέντρο, τις νεανικές παρέες που αγωνίζονται να προλάβουν όσο το δυνατόν περισσότερες ταινίες, περιφρονώντας την ανάγκη να πάρουν ανάσα ανάμεσα τους, αφήνοντας την αφομοίωση για μετά. Αεικίνητα παιδιά, διασταυρώνουν απόψεις στα γρήγορα, ανανεώνουν το ραντεβού, τρέχουν από την πλατεία στην προβλήτα κι από την προβλήτα στην πλατεία, τρώγοντας στα όρθια μια τυρόπιτα, ή μάλλον μπουγάτσα με τυρί, για να είμαστε ακριβείς. Έχουν μπροστά τους το σινεμά της κρίσης, αυτό που δεν χρειάζεται να ανακαλύπτει θέματα, γιατί του πέφτουν σωρηδόν στο κεφάλι. Ακόμα περισσότερο έχουν να εξερευνήσουν τη νέα ήπειρο που εμφανίζεται τα τελευταία χρόνια με σταθερή γοητεία, μαγεία και απομάγευση, τις ταινίες ασιατικών χωρών. Το αφιέρωμα στον Μπαχμάν Γκομπαντί τους μετατρέπει σε λάτρεις της ανατολίτικης μουσικής, τους γεμίζει συμπόνια για τη δύσκολη ζωή στα οροπέδια του Κουρδιστάν, τους οδηγεί να καταλαβαίνουν τις αιτίες που ξεριζώνονται οικογένειες  ολόκληρες και καταλήγουν ανεπιθύμητοι πρόσφυγες στα δικά τους μέρη. Αν μπορούσαν τις συγκινήσεις των έργων τέχνης να τις απλώνουν γύρω τους, να τις μεταφράζουν σε πολιτικές απόψεις και να τις μεταβιβάζουν παντού, δεν θα υπήρχε ρατσισμός στην Ελλάδα, θα μπορούσαμε να απολαμβάνουμε κάθε συνάντηση με κάθε ξένο.
Υπάρχουν οι λύσεις εδώ σε ό,τι μας ταλανίζει. Το πολυσύνθετο των Βαλκανίων γίνεται απλό και κατανοητό στις προβολές του Πανοράματος, ο γόρδιος δεσμός των ασιατικών φανατισμών δεν κόβεται, λύνεται, στις όλο και καλύτερες ταινίες, οι νέοι ηρεμούν στη Νεανική σκηνή, σ’ όλα βρίσκεται άκρη. Έξω, δίπλα, τα μεγάφωνα καλούν σε αγωνιστικές κινητοποιήσεις με μονότονη φρασεολογία, και στις ουρές των ταμείων τα παιδιά μπορεί να αναρωτιούνται αν όλ’ αυτά θα καταφέρουν να γίνουν κάποτε έστω και μια ταινία της προκοπής. ΄

Κυριακή, 4 Νοεμβρίου 2012

Γυρίσματα χωρίς κάμερα


Κάποτε είχα ταξιδέψει με πλοίο από τη Θεσσαλονίκη, μόνο και μόνο για να τη δω από τη θάλασσα. Κάθε πόλη αντικρίζει την ακτή με το δικό της τρόπο. Την ώρα που τη βλέπεις από μακριά, πριν πατήσεις το πόδι σου, ή που την αποχαιρετάς μαζί με το μέρα στο μπλε φως του δειλινού, είναι σαν πρόσωπο που ζεις μαζί του και σταματάς κάποια στιγμή  να το φιλήσεις.
Τότε η προβλήτα ήταν γεμάτη αποθήκες λιμανιού και κανείς δεν φανταζόταν ότι σε λίγα χρόνια θα γίνονταν εκεί καλλιτεχνικοί χώροι. Έχω ξανάρθει αλλά ακόμα δεν το συνήθισα. Δεν χρειάζεται πια να μπεις σε πλοίο για να αντικρίσεις τη Θεσσαλονίκη από τη θάλασσα. Η προβλήτα είναι πια κομμάτι της πόλης. Ναι, σιγά την είδηση, θα πείτε, ωστόσο δεν είμαι σίγουρη ότι το γιορτάσαμε αρκετά όταν συνέβη. Τα Λαδάδικα, που τα γνώρισα λαδάδικα, κάτι παλιά μαγαζάκια, ελεεινά και τρισάθλια, και τα έβγαζα φωτογραφίες βέβαιη ότι δεν θα υπήρχαν σε λίγο καιρό, είναι εδώ και χρόνια μια γειτονιά με πεζόδρομους και ταβερνάκια. Κάθε φορά ενθουσιάζομαι το ίδιο, όταν τα βλέπω. Ορίστε λοιπόν το ελληνικό ροκ, αν σας αρέσει η διατύπωση. Αναδείχτηκαν, αερίστηκαν μέσα κι έξω και προσφέρονται για τα βήματα των νεαρών που πρέπει να εξερευνήσουν οπωσδήποτε την πόλη τους και τον εαυτό τους.
Αυτές οι νεαρές λοιπόν κι αυτοί οι νεαροί, πολύ ανήσυχοι για το μέλλον της χώρας και το δικό τους, πάνε μια βόλτα στην προβλήτα και απέναντι έχουν την πόλη σα να τη βλέπουν από μακριά, να στήνεται κοκέτα να καθρεφτιστεί μπροστά τους. Μπορούν να σταθούν εκεί σαν τον Ζυλιέν Σορέλ, τον επαρχιώτη που μια μέρα, πριν κατακτήσει με τη γοητεία του το Παρίσι, στάθηκε και το κοίταξε από ψηλά και είπε: «Και τώρα οι δυο μας!» (Σταντάλ, ‘Το κόκκινο και το μαύρο’). Αίσθηση που κρατάει μόνο μια στιγμή, όσο να συστηθείς, γιατί αμέσως μετά, μόλις διασχίσεις τη λεωφόρο Νίκης, μπαίνεις μέσα στην εικόνα που μόλις της απευθύνθηκες, γίνεσαι ένας μέσα στο πλήθος,  μπερδεύεσαι στους δρόμους με τους άλλους, χιλιάδες άλλους, και δεν είσαι πια εσύ και εκείνη, οι δυο σας,  έχει τελειώσει αυτό. Αν και με κάποιο τρόπο συνεχίζεται.
Το φεστιβάλ Κινηματογράφου γίνεται στην πλατεία Αριστοτέλους, στην αίθουσα Ολύμπιον, και στις αποθήκες αυτές της προβλήτας, που είναι ό,τι πιο μοντέρνο σε ανάδειξη και μεταποίηση χώρων, και κυρίως σε ανάδειξη αναγκών για βόλτα και άπλα. Από το παλιό στο νέο που είναι παλιότερο, μια ανάσα δρόμος, η βόλτα αυτή είναι καλλιτεχνική πορεία από μόνη της. Ακόμα κι αν πάρεις μέρος μόνο σε μια ταινία μικρού μήκους που δεν γυρίζει κανείς, και που λέγεται: «Σαλέπι μπροστά στον Τερκενλή καθώς η νύχτα φτάνει», σε πλημμυρίζει η έμπνευση για τα δικά σου έργα, που θα φτιάξεις, ή απλώς θα ονειρευτείς, σε πλημμυρίζει η αίσθηση ότι κάτι θα διασώσεις από το ξεχείλισμα αυτό της ζωντάνιας καθώς θα αποσύρεσαι.
Μπορείτε να αρχίσετε τις μιζέριες φυσικά, που έκαναν την Αθήνα σκιάχτρο, και να πείτε, α ωραία, πήγες στο κέντρο και δεν βλέπεις την κρίση, τη φτώχεια, για τρέχα στις φτωχογειτονιές. Αλλά σας πληροφορώ ότι το ίδιο κάνουν κι οι κάτοικοι της πόλης. Τέτοιο πλήθος στην Τσιμισκή δεν ξανάδα ποτέ μου. Ίσως πράγματι τα πέριξ να είναι τώρα χειρότερα, θα ξεκινήσω από αύριο τα δικά μου γυρίσματα (χωρίς κάμερα), αλλά βλέπετε, έτσι είναι οι άνθρωποι: έλκονται από την ομορφιά, το λούστρο, την άνεση, τα φώτα, κι όλα αυτά τα αμαρτωλά πράγματα. Οπότε χάνομαι στο πλήθος και βρίσκω παντού κατανόηση.

Σάββατο, 3 Νοεμβρίου 2012

Θεσσαλονίκη, ξανά

Γωνιες για φωτογραφιση και στο βάθος στραφταλίζει η θάλασσα

Πάντα κανείς νοσταλγεί τα νιάτα του, αλλά τη Θεσσαλονίκη που γνώρισα στα δικά μου νιάτα, δεν τη νοσταλγώ. Ούτε την άγνοια που κουβαλούσα για την πόλη όταν κατέβηκα πρώτη φορά από το τρένο στα δεκαοχτώ μου, μετά από δωδεκάωρο ταξίδι, σε μια πόλη που την ακούγαμε σαν ‘συμπρωτεύουσα’. Ψάχναμε να βρούμε αναλογίες λοιπόν, αλλά σάμπως ξέραμε και την Αθήνα; Πόσο κλισέ και μαζί πόση υποκρισία δεν έκρυβε αυτή η ισοπεδωτική λέξη.
Η Θεσσαλονίκη δεν ήταν ποτέ ‘συμπρωτεύουσα’, και με τον τίτλο αυτό μπορούσε να βρίσκεται συνέχεια στη θέση του παραπονεμένου συγγενή, και ποτέ να μη σταθεί σ’ αυτή που της ανήκει. Είναι μια πόλη ξεχωριστή, πολύ παλιότερη από την Αθήνα, με δική της ιστορία και χαρακτήρα.
Σαν κλεισμένο στρείδι μου φαινόταν τα χρόνια που την έζησα ως φοιτήτρια.  Ήταν χούντα τα πρώτα χρόνια, οι φίλοι μου έπαιζαν χαρτιά με τις ώρες, σα να θέλανε να ξεχάσουν πού βρίσκονται. Μια δυο φορές ακούστηκε ότι μας έλεγαν ‘αθηναίους’, ότι τα κορίτσια ήμασταν ‘ευκολότερες’ από τις ντόπιες. Ως τότε δεν είχα ποτέ σκεφτεί πως ήμουν αθηναία. Περπατούσα στους δρόμους ψάχνοντας ένα σημάδι, μια εξήγηση για τις παράξενες γωνίες της πόλης. Έβγαλα χιλιάδες φωτογραφίες με την Κόντακ Ινσταμάτικ μου. Μάζευα ξέφτια αποφθεγμάτων, κλεισίματα ματιού που δεν ήξερα τι εννοούσαν, αλλά τα ανταπέδιδα μη τολμώντας να ρωτήσω. Έμπαινα στα βιβλιοπωλεία. Μια μέρα ανακάλυψα διηγήματα του Γιώργου Ιωάννου. Σα να άνοιξαν κάποιες πόρτες και ν’ άκουσα μερικές καλημέρες. Ιστορίες σαλονικιών που περνούσαν δίπλα από τα μυστήρια. Χαραμάδες φωτός.  
Εικόνα που δεν θα ήταν συγκινητική ούτε σε μια μικρού μήκους ταινία, μια αθηναία φοιτήτρια στην πλήξη της χούντας τριγυρίζει στην πόλη αμήχανη. Αν και η άγνοιά της θα μπορούσε να γεννήσει ένα σωρό αστείες παρεξηγήσεις.
Επιστρέφω στη Θεσσαλονίκη ξανά και ξανά, με την πολυτέλεια των γνώσεων πλέον. Το παράδοξο της είναι πως κάθε φορά, ενώ τη βρίσκω αλλαγμένη προς το μέλλον, έχει κατακτήσει και λίγο περισσότερη συνείδηση του παρελθόντος της. Το πιο δύσκολο για μένα αποδεικνύεται να ξαναβρώ τις γειτονιές που έζησα στα αμήχανα φοιτητικά μου χρόνια. Μια πόλη καινούργια με καλωσορίζει, πιο μοντέρνα, πιο συντονισμένη και δικτυωμένη, με αυτογνωσία. Δεν νοσταλγώ τίποτε από αυτά που έζησα εδώ, ξεφλουδίζω τα στρώματα του χρόνου. Εκείνα τα βουβά σπιτάκια της Αγίας Τριάδας που δεν κατάφεραν να μου ομολογήσουν τις περιπέτειες τους, θα νόμιζα πως δεν υπήρξαν ποτέ αν δεν τα είχα φωτογραφίσει. Κάποτε θα τα δω σε μια ταινία να ζωντανεύουν, είμαι σίγουρη.
Από το περιοδικό του ΦΘ Πρώτο Πλάνο

Μήπως έχουν άλλο όνομα τα πράγματα;

Μεσημέρι στο τρόλεϊ, ακινητοποιημένοι στην Πανεπιστημίου, βρίσκω θέση δίπλα σε μια γυναίκα. Είναι νευρική, αναρωτιέται γιατί δεν προχωράμε. Εγώ ξέρω, αλλά δεν λέω. Κάνω την άσχετη. Είναι οι δημοσιογράφοι που έκλεισαν την Ακαδημίας κι άλλους δρόμους, για να μην ενταχθεί στον ΕΟΠΠΥ το ταμείο μας. Κοιτάζω έξω κι εγώ, τάχα πως αναρωτιέμαι.
Μισή ώρα κάνουμε από το Πανεπιστήμιο στο Πολυτεχνείο. Εκεί χτυπάει το κινητό, μαθαίνω ότι αποσύρθηκε η τροπολογία. Δεν περνάει το ταμείο μας στον ΕΟΠΠΥ. Αυτό ήταν, μπορεί να φύγει τώρα το τρόλεϊ. Αλλά δεν φεύγει. Η διπλανή με κοιτάζει περίεργα. Η φωνή μου κάτι μαρτύρησε. Όχι το γεγονός αυτό καθαυτό, κάτι πάντως.
Να χαρώ για το ταμείο μας;  Το χρειάζομαι βέβαια πολύ, τώρα που γερνάω η ιατροφαρμακευτική περίθαλψη γίνεται πιο απαιτητική. Όμως δεν θα μπορούσα να πω σ’ αυτή τη γυναίκα δίπλα, την εμφανώς εργατική αυτή γυναίκα, ότι ξέρετε γιατί είμαστε εδώ μποτιλιαρισμένοι; Να σας πω εγώ; Απειλήθηκε το ασφαλιστικό μας ταμείο να πάει με τα άλλα, με αυτό στο οποίο είστε σεις, κατά πάσα πιθανότητα, και αγωνιστήκαμε. Και νικήσαμε. Θα έχουμε χωριστό ταμείο και καλύτερης ποιότητας υπηρεσίες!
Θα ντρεπόμουν να τα πω αυτά. Ίσως αν έπαιρνα θιγμένο ύφος, αν έλεγα, δουλεύουμε σα σκυλιά τόσα χρόνια και πάνε τώρα να μας διαλύσουν την ασφάλιση, γι αυτό κι εμείς κλείσαμε το δρόμο; Κι αν αυτή δούλεψε περισσότερο και σαν δυο σκυλιά μαζί, πράγμα πιθανότατο; Μπα, τίποτε δεν θα πω, δεν με αφορά το άγχος της, κι αν θέλω μπορώ να μιλήσω για τους δημοσιογράφους χωρίς να πω ότι είμαι κι εγώ δημοσιογράφος.
Κάποτε το έλεγα με καμάρι. Έχω χάσει το καμάρι εδώ και αρκετό καιρό. Ήμουν περήφανη για τη δουλειά μου, και για το σωματείο μας. Δεν υπήρξα ποτέ απ’ αυτούς που το περιφρονούν, ή που έτσι λένε. Είχα κάνει αίτηση ένταξης στην ΕΣΗΕΑ αμέσως μόλις μπόρεσα, και δεν με πείραξε που πέρασα εξετάσεις για να γίνω δεκτή. Το σωματείο ήταν για μένα, όντως, η υπεράσπιση που χρειαζόμουν σε μια δουλειά που βρίσκεται σε μόνιμη κρίση, αφού πάντα η προσφορά είναι μεγαλύτερη από τη ζήτηση. Χάρις σ’ αυτό έζησα αξιοπρεπώς, σε ατομικές διαπραγματεύσεις υπήρξα πολύ κακή. Θέλω να συνεχίσω να είμαι περήφανη για τη δουλειά μου και για το σωματείο μου. Αλλά έχω πρόβλημα με το όνομα των πραγμάτων. Με βασανίζουν λέξεις όπως η ‘ισότητα’ και άλλες αφηρημένες έννοιες, μεγαλειώδεις, συγκινητικές που κατά καιρούς έχω χρησιμοποιήσει.
 Εδώ που τα λέμε, θα με δυσκόλευε το ΕΟΠΠΥ. Και μόνο να πρέπει να μάθεις ένα καινούργιο σύστημα, είναι δύσκολο. Αλλά θα το παλεύαμε, θα γράφαμε γι αυτό, θα διεκδικούσαμε, θα προσπαθούσαμε, μαζί με τους άλλους.
Τώρα οι αγωνιστικές κουβέντες γύρω από το ζήτημα, τι νόημα έχουν; Αν θέλουμε να είμαστε αγωνιστές, ας μπούμε αγωνιστικά στον ΕΟΠΠΥ και ας διεκδικούμε εκεί να λειτουργεί σωστά το σύστημα, να γίνεται όλο μέσω κομπιούτερ, να μην ταλαιπωρούμαστε, ούτε μεις ούτε κανείς, να απαιτούμε σεβασμό, δικαιοσύνη, και ποιότητα περίθαλψης. Πώς γίνεται να είσαι αγωνιστής προστατεύοντας τα κεκτημένα σου όταν η χώρα σου διαλύεται; Πώς γίνεται να ζητάς να εξαιρεθείς από την κοινή μοίρα, κι επιπλέον να πουλάς και επανάσταση; Ας πούμε τα πράγματα με το όνομά τους. Είμαστε ανώτερη τάξη, αφού τόσα χρόνια με διάφορους τρόπους καταφέραμε να έχουμε καλύτερη περίθαλψη και συντάξεις από τους ασφαλισμένους του ΙΚΑ. Δεν ξέρω αν ήταν με δικά μας λεφτά, ακόμα κι έτσι, δεν πρέπει να δώσουμε εμείς στην κοινή αυτή προσπάθεια; Να πούμε λοιπόν πως θέλουμε να συνεχίσουμε να τα απολαμβάνουμε αυτά, επειδή πρέπει να μας φοβάστε. Είμαστε ισχυροί, έχουμε γνωριμίες, έχουμε στα χέρια μας την κοινή έκφραση, την πένα και το κλισέ. Τι θα ήσασταν χωρίς την παραγωγή τόσων λέξεων κάθε μέρα; Είμαστε οι παραγωγοί του λόγου, εν αρχή και δια παντός. Θα πληρώνετε για μας, επειδή εμείς μπορούμε.
Κι όποιος μπορεί θα το κάνει. Οι δικαστές είναι ακόμα πιο ισχυροί, προφανώς. Οι πολιτικοί είναι ακόμα πιο ισχυροί, προφανέστατα. Ενώ εσύ κυρία εδώ δίπλα, με το κουρασμένο πρόσωπο, το αφημένο σώμα, δεν ήσουνα καλή μαθήτρια, δεν βρήκες αξιοπρεπή δουλειά, παρασύρθηκες από την καθημερινότητα, κι είσαι πάνω στον ΤΙΤΑΝΙΚΟ με τους πολλούς, στην Τρίτη θέση, εκεί που θα μείνουν οι τελευταίοι για διάσωση.
Επιπλέον, θα τραβάτε και κουπί για τους επιβάτες της Πρώτης μέχρι την τελική σύγκρουση με το παγόβουνο. 
http://www.athensvoice.gr/article/city-news-voices/%CF%83%CF%87%CF%8C%CE%BB%CE%B9%CE%B1/%CE%BC%CE%AE%CF%80%CF%89%CF%82-%CE%AD%CF%87%CE%BF%CF%85%CE%BD-%CE%AC%CE%BB%CE%BB%CE%BF-%CF%8C%CE%BD%CE%BF%CE%BC%CE%B1-%CF%84%CE%B1-%CF%80%CF%81%CE%AC%CE%B3%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B1

Του 60 η Ομόνοια

Δεν ξέρω πώς ξεκίνησε η συζήτηση για τη δεκαετία του 60, αλλά πολύ μου αρέσει. Ήμουν τότε παιδίσκη, καταλαβαίνετε. Στην Αθήνα, στο κέντρ...